«'Σάν 'τ άκουσε ο Αβδή-πασσάς

» Πέντε χιλιάδες σέρει,

» Και 'βγαίνει 'πό τα Γιάννινα

» Όλος χαρά το βράδυ,

» Κοντά προς τα μεσάνυχτα

» Μ' ένα βαθύ σκοτάδι . . .

» Τα κοντοράχια έπιασε

» Του Κουτσελιού τ' ασκέρι. .

« Εκειό το βράδυ 'μάλωσα

» Βαρειά με το παιδί μου,

» Το Δημητράκη, ήλθαμε

«'Σε σκοτωμό. Μ' αφίνει

» Και πήγε μες 'ς την Εκκλησιά

» Με εκατό. . . Να γίνη

» Σωτήρ μου δεν το ήλπιζα . . .

» Να σώση την ζωήν μου.»

«'Ξημέρονε Παρασκευή

» Κρύα, παταγωμένη,

» Γιατί τη νύχτα έβρεχε,

» Και είχε πέσει χιόνι

»'Ψηλά 'ς του Πίνδου τα βουνά.

» Ξυπνάω. 'Ξημερόνει. . . .

» Βρισκόμαστε ολόγυρα

» Απ ' την Τουρκιά κλεισμένοι.»

« Βλέπω· ταις ράχαις έπιασε

» Το Τούρκικο τ' ασκέρι,

» Κανόνια τρία 'στήθηκαν

»'Σ τη Μύτικ' αντικρύ μας,

» Αλόγατα χλημίντριζαν

»'Στούς κάμπους. . . Τη ζωή μας,

» Εις του Θεού αφήκαμε

» Το έσπλαχνο το χέρι.»

« Αρχίζει τότε ο πόλεμος.

» Αστράφτει το τουφέκι

» Ανάφτουνε τα χέρια μας

» Πώπιαναν τα τρομπόνια.

» Βογγούν οι λόγκοι απ' ταις βρονταίς

» Που βγάζουν τα κανόνια

»'Σ τα σίγνεφα πετάγονται

» Βόμβαις 'ς αστροπελέκι,»

« Μέσα 'ς τα σπήτια ανοίγομε

» Μασγάλια, μες 'ς τους τοίχους,

» Αμέτρητους γκρεμίζουμε,

» Τους πνίγομε 'ς το αίμα,

» Τους στρώνομε 'ςτά χώματα.

» Κι' αυτού κοντά 'ς το γέμα,

» Τρομπέταις 'πό την Εκκλησιά

» Ακούσαμε τους ήχους.»

« Μ' έκραζε 'πό την Εκκλησιά

» Ο υιός μου Δημητράκης:

» — Καρδιά, πατέρα! μ' έλεγε,

» Οι Τούρκοι μη σε σκιάζουν,

» Ας είναι τόσοι· Βάστα συ

» Τον πόλεμο· Ας ριάζουν

»'Σα λύκοι. Βάστα! Γρίβας συ

« Αν είσαι Θοδωράκης!»

« Μη σκιάζεσαι, πατέρα μου.

» Τα τόπια τους τ' αφίνω

» Γυμνά 'πό άνδρες. — Σώπασε

» Η σάλπιγγα, θαρρεύω.

«'Σάν λεοντάρι άναψα.

» Έξω να 'βγώ γυρεύω,

» Και δε μ' αφίνουν τα παιδιά.

» Μου λεν' εκεί να μείνω.»

« Μένω. Με λύσσα ρίχθηκα

«'Στόν πόλεμο απάνου,

» Κ' εξάπλωνα 'ς τη μαύρη γη

» Τα Τούρκικα κουφάρια

»'Σάν όρνια. Κοκκινήσανε

» Τα κάτασπρα λιθάρια,

» Τα χόρτα και τα χώματα

»'Σ το αίμα του τυράννου.»

«'Σ τους Τούρκους επετούσανε

» Τα βόλια 'σα βροχούλα.

» Ο πόλεμος εκράτησε

» Απ' το πρωί 'ς το βράδι,

» Κοπάδι Τούρκους έστειλα

»'Σ τον σκοτεινό τον Άδη.

» Ο Λάμπρο Ζήκος 'φώναξεν

» Από ψηλή ραχούλα: »

« Γρίβα μου, βάστα τη φωτιά

» Ως να καλονυχτώση.

» Φέρνω Λακκιώταις διαλεχτούς.

» Διακόσιους λεβεντάδες. —

»'Σάν τ' άκουσε ο Αβδή-πασσάς,

» Μαζόνει τους Αγάδες.

» Την νύχτα δεν καρτέρησαν,

» Φεύγουν 'ς του Ηλιού τη δύσι.»

« Φεύγουνε, και 'ς τα Γιάννινα

»'Μπαίνουνε 'ντροπιασμένοι.

» Χίλιους νεκρούς αφήκανε

»'Σ του Κουτσελιού τη μάχη. . .

» Τη νύχτα φεύγω. Έφθασα

»'Σ του Μέτσοβου τη ράχη,

» Κοντά 'ς το γλυκοχάραγμα,

» Που ο πετρίτης 'βγαίνει.»

« Κ' εκεί με του Αβδή-πασσά

» Τ' ασκέρια πολεμάω.

» Τα καταστρέφω. Έφυγα

«'Σ το 'Νάπλι κατεβαίνω.

» Και από αρχιστράτηγος

» Στρατάρχης ανεβαίνω.

» Εκεί 'πεθνήσκω. Τούρκους πλειό

» Δεν 'μπόρεσα να φάω.»

Ο Γρίβας εσιώπησε.

Και ώρα δεν περνάει,

Κι' ακούγεται η βροντερή

Του Λάμπρου του Τζιαβέλλα (22)

Και αγριόβραχνη φωνή:

« Παιδιά! . . . Τη φουστανέλλα

» Κυτάξατέ μου, τη λερή,

» Τι βόλια έχει φάει . . .»

« Αν αρχινήσω και σας 'πω

» Ταις μάχαις πώχω κάμει

» Τι θε να 'πήτε;» — » ω, . . κ' εγώ

» Αν θα σας 'πω, παιδιά μου

» Το πώς μου 'τσάκισε ο Αλή

» Πασσάς τα κόκκαλά μου,

» Φώναξε ο Δράκος,(23)· θα χυθούν.

» Τα δάκρυα σας ποτάμι.»

« Βελεστινέ (24)· μου! Ρήγα μου!. . .

» Έκραζε ο Κιτσαντώνης, (25)·

» Καθένας τους αρχίνησε

» Να δείξουν την ανδρεία,

» Ένα τραγούδι πάρε μας

» Για την Ελευθερία,

» Συ! που με το τραγούδι σου

» Τη φύσι βαλσαμόνεις.»

Το λόγο του ενέκριναν

Κι' ο Βότσαρης ο Νότης,(26),

Φώτος(27) Τζαβέλλας, Πανουριάς, (28)

Νέγρης,(29) Αλέξης Νούτσος,(30)

Μαυρομιχάλης,(31) Κρεββατάς,(32)

Και Νοταράς Πανούτσος,(33)

Μιαούλης,(34) Αναγνωσταράς,(35)

Κανάρης,(36) Δυοβουνιώτης.(37)

Ο Ρήγας εσηκώθηκε,

Παίρνει τον ταμπουρά του.

Γλυκοβαρεί τον ταμπουρά,

Και ψιλοτραγουδάει:

« Παιδιά μου! ήλθ' η άνοιξι,

» Τ' αηδόνι τραγουδάει,

» Φωνάζει ο κούκος 'ς τα κλαριά

» Κι' ανοίγει τα φτερά του.»

« Παιδιά μου! ήλθ' η άνοιξι,

» Η γη βγάζει χορτάρι,

» Ανθίζουν όλα τα κλαριά,

» Οι κάμποι λουλουδιάζουν.

» Οι λόγγοι όλοι 'φούντωσαν,

» Και τα πουλιά φωλιάζουν.

» Τι καρτερείτε, βρε παιδιά!

» Χειμώνας να μας πάρη; ...»

« Άλλο μην περιμένετε.

» Γιατ' ήλθε η χρονιά μας·

» Ν ' αφήσουμε τα πρόβατα.

» Με τα λαμπρά κουδούνια,

» Και ν' ανεβούμε 'ς τα βουνά.

«'Ψηλά 'ς τα κορφοβούνια.

» Ν' αφήσουμε τα σπήτια μας,

» Τη δόλια φαμηλιά μας.»

« Ήλθε καιρός να πάρωμε

«'Σ την πλάτη το τουφέκι,

» Και γιαταγάνι 'ς το πλευρό,

» Πιστόλια 'ς το σελιάχι,

» Και 'ςτά ποδάρια μας φτερά...

» Πού ξέρουμε τι θάχη

» Η μαύρη μοίρα μας γραφτά,

» Ποιος 'ξέρει πού μας πλέκει.»

« Βλέπετε!.. Δούλοι είμαστε.

» Τινάξτε, τη δουλεία! . .,

» Τους Τούρκους τους δουλεύουμε

» Εις ό,τι κι' αν μας 'πούνε,

» Κι' αυτοί τηράνε,. . τα σκυλιά! . .

» Το αίμα μας να πιούνε.

» Εμπρός! Παιδιά μου, θ ά ν α τ ο ς

» Πέτε, ή λ ε υ θ ε ρ ί α!»

» Ελάτε όλοι 'ς το Σταυρό

» Εδώ να ορκισθούμε,

» Ότι 'ς όλη μας τη ζωή

» Τον Τούρκο θα κτυπάμε,

» Και θα τον καταδιώχνουμε,

» Και 'ς τα βουνά ας πάμε.

» Εκεί 'ς τα πεύκα, 'ς ταις οξιαίς

» Τη 'λευθεριά θα 'βρούμε!»

« Αδέλφια!...Τι μας ωφελεί

» Να ζήσωμε ραγιάδες;...

» Βεζύρ, Αφέντης κι' αν σταθής,

» Ο Τούρκος θα πασχίση

» Αδίκως να καταστραφής.

» Τη δίψα του να σβύση

«'Σ το αγιασμένο αίμα σου.

» Οι άδικοι φονειάδες!...

Τ' ακούω κ' ερεθίζεται

'Σταίς φλέβαις μου το αίμα,

Αι τρίχαις μου σηκόνονται,

Αρχίνησα να πνέω

Αχόρταγη εκδίκησι

'Σ τους Τούρκους, και να κλαίω,

Ν' ανοίξω των δακρύων μου

Το ξηραμένο ρέμμα.

Τους άφησα και έφυγα.

Προυχώρησα παρέκει,

'Μπήκα σε κάτι φλαμουριαίς.

Έρχονταν από πέρα

Τρεις κόραις. 'Σάν οι Άγγελοι

Πετούσαν 'ς τον αέρα.

Δυο ήταν από τα πλευρά.

Και μια 'ς τη μέση στέκει.

Αγγαλιασμέναις και η τρεις.

Αι χάριτες μου 'φάνη

Πως έρχονται. Κυτάζονται

Η μία με την άλλη,

Κι' όλος ο τόπος έλαμπε...

Τι ωμορφιά!...Τι κάλλη!...

Από τον ώμο τεχνικά

Η μια την άλλη πιάνει.

Γελούσανε γλυκά, γλυκά,

Κι' ο ουρανός γελούσε.

'Μιλούσανε, κ' εφαίνονταν

Πως έψαλαν πουλάκια.

Και μεταξύ τους 'σφίγγονταν,

Κ' επέρνανε φιλάκια.

Φιλιώνταν και μια μυρωδιά

Λιβάνου μου περνούσε.

Παρά κοντά τους δεκαφτά,

'Σάν Νύμφαις Ορειάδες,

Ερχόντανε γελούμεναις.

Ταις έβλεπαν αι Μούσαι

Κ' εζήλευαν. 'Στή μέση τους

Μια ψιλοτραγουδούσε,

Και την κιθάρα έπαιζε.

Τι νιάτα!...Τι 'μορφάδες!...

« Φρόσω(38)· καλλίτερα

» Νάχες πεθάνει,

» Και να μην έβγαινες

» Μες 'ς το σεργιάνι.»

« Τα τόσα κάλλη σου

Κι' η ωμορφιά σου

» Σ' έκαμαν κι' άφησες

» Και τα παιδιά σου.»

« Αυτή, φροσύνη μου,

» Η ωμορφιά σου,

» Σ' έφαγε, χάλασες

» Την παρθενιά σου.»

« Τι σου χρειάζετο,

» Φρόσω καϋμένη,

» Συ του Μουχτάρ-πασσά(39)

» Νάσαι ερωμένη;»

« Σ' είδε ο Αλή-Πασσάς

» Και σκανδαλιέται.

» Και μες 'ς τα σπλάχνα του

» Έρωτας κλειέται.»

« Σ' είδε και τ' άτι του(40)·

«'Στά 'πισθινά του

» Σηκώθκε, άγριψαν

» Τα όμματά του.»

« 'Στό παραθύρι σου

» Έβγα, Φροσύνη.

» Φεύγει ο Μουχτάρης σου,

» Και 'γειά σ' αφίνει.»

« Άκουσε! Άκουσε! . .

» Πώς τραγουδάει! . .

» Με το τραγούδι του

» Σε χαιρετάει.»

« Φεύγει ο Μουχτάρης σου! . .

» Φεύγει, Φροσύνη! . .

» Και 'σένα μόναχη,

» Έρμη σ' αφίνει.»

« Κλάψε! Φροσύνη μου.

» Την μοναξιά σου!

» Φροσύνη! Σ' έφαγε

» Η ωμορφιά σου!..»

Απ' το τραγούδι 'γνώρισα

Πως ήταν η Φροσύνη,

Η Βασιλική(41) τ' Αλή-Πασσά,

Κ' η Δέσπω του Λιακάτα.(42)·

Κ' εκείναις π' ακολούθαγαν

Την ίδια τους τη στράτα,

Με το τραγούδι. Αι Δεκαφτά(43)

Που πνίξαμε με 'κείνη.

Περνάνε, φεύγουνε μακριά,

Κι' ακούγονταν ακόμα

Εκείνο το τραγούδι τους...

'Σταίς φλαμουριαίς εμβήκα,

Σε λόγκο, λόγκο απέραστο.

Εκεί το τέλος 'βρήκα

Απ' τον Παράδεισο. Σιμά

'Σ της Κόλασις το χώμα . . . .

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ ΤΟΥ Β'. ΑΣΜΑΤΟΣ

(1) Εκ του χάσκω, χαίνω. Ο κενός, άπειρος και χαίνων τόπος. Ο

εκατόν περίπου έτη μετά τον Όμηρον ζήσας Βοιωτός αοιδός ο Ησίοδος

εν τη «Κοσμογονία» αυτού λέγει ότι κατ' αρχάς υπήρχε το Χάος, εξ

ου μετά ταύτα εγεννήθη ο κόσμος.

(2) Όπου κατά τας διαφόρους των ανθρώπων φαντασίας και πιθανότητας

δικάζονται αι ψυχαί των νεκρών.

(3) Το τρομερόν και υψηλόν εκείνο της Ιταλίας ηφαίστειον το προς

ανατολάς της Νεαπόλεως.

(4) Ούτος είναι Γρηγόριος ο Ε' οικουμενικός πατριάρχης

Κωυσταντινουπόλεως, ο απαγχονισθείς τη 10η Απριλιού του 1821 έτους

υπέρ της Πίστεως, της Ελευθερίας και της Πατρίδος.

(5) Εννοώ την Επτάλοφον ή μάλλον την και νέαν Ρώμην

προσαγορευθείσαν Κωυσταντινούπολιν.

(6) Ο τότε Σουλτάνος της Τουρκίας.

(7) Κοράνιον. Το περιλαμβάνον τον νόμον της Μωαμεθανικής

θρησκείας.

(8) Ο Αθανάσιος Διάκος, υιός του περιφήμου αμαρτωλού Αθανασίου

Γραμματικού, εγεννήθη τω 1792.

(9) [Σημείωση: ένατη σημείωση δεν υπάρχει στην έκδοση αυτή]

(10) Αλαμάνα. Η του Σπερχειού ποταμού γέφυρα, όπου απέθανεν ο

Διάκος πολεμών.

(11) Ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης (Γέρος του Μωριά), εγεννήθη τω 1770

επί του αποτόμου και υψηλού όρους της Μάνης Ραμοβούνι, κλάδου του

Μαινάλου.

(12) Όρος της Ευρυτανίας, όπου μετά την εν Βαλτετσίω μάχην ο

Κολοκοτρώνης εφόνευσε υπέρ τους τριακόσιους Τούρκους, ως δεικνύει

και το δημώδες άσμα του οποίου υποσημειώ την αρχήν.

Κολοκοτρώνης κάθονταν 'ς το κόρμοβο 'ς τη ράχη,

Και με το κιάλι αγνάντευε της Πάτρας τα μπουγάζια.

(13) Ο Οδυσσεύς Ανδρούτσος εγεννήθη εν τη αυτή του πολυμηχάνου του

Τρωικού πολέμου Οδυσσέως πατρίδι, εν Ιθάκη κατά το 1790 έτος.

(14) Εγεννήθη χωρικός εις τα πέριξ της Αμφίσσης και εμαθήτευσεν

εις τας συμμορίας του Πανουριά.

(15) Επί των κορυφών του Πίνδου επί πετρώδους και αποτόμου

χάσματος κείται το πολίχνιον Συρράκον. Πλουσιωτάτη, προ της Ελλην.

επαναστάσεως και υπό Ελλήνων βλαχοφώνων κατοικουμένη. Εκεί, εν

εκείνη τη γωνία της Ηπείρου εγεννήθη κατά το 1771 έτος

περινούστατος και μεγαλεπήβολος της Ελλάδος Διπλωμάτης, έξοχος

πολιτικός ανήρ, Ιω. Κωλέττης. Διδαχθείς εκεί τα πρώτα στοιχεία της

παιδείας εικοσαετής απήλθεν εις Πίζαν, όπου δαπάναις του πλουσίου

θείου του Τουρτούρη εσπούδασε την ιατρικήν. Ακολούθως επανελθών εν

Ηπείρω προσέφυγεν εις την αυλήν του Αλή. Εκείθεν δραπετεύσας

κατέφυγεν εις Μεσολόγγιον, όπου εν Επιδαύρω διωρίσθη την 15

Ιανουαρίου 1822 υπουργός των Εσωτερικών και προσωρινώς των

Στρατιωτικών. «Εις αμφότερα τα υπουργεία ταύτα, λέγει ο Κούμας, τα

διοικήσαντα τότε λαούς και στρατούς άνευ γεγυμνασμένων υπαλλήλων

και αξιωματικών, τα συγκροτήσαντα μάχας, άνευ σχεδόν όπλων, τροφών

και χρημάτων και πολεμοφοδίων, μόνος ο Κωλέττης ηδύνατο να πράξη

τι· και έπραξε τω όντι πολλά ιδίως επί της εισβολής του Δράμαλη·

Συνετέλεσεν εις την ματαίωσιν αυτής κ' επήλθον τα γνωστά

αποτελέσματα πριν καή έτι προς τούτο ούτε κόκκος πυρίτιδος. Συν τη

μεγάλη εκείνη στρατιά ο Σουλτάνος έστειλεν, ως γνωστόν, και

ισχυρόν στόλον ίνα επισιτήση το Ναύπλιον, και άλλα πολιορκούμενα

φρούρια και συμπράξη μετά του Δράμαλη προς διάλυσιν των πολιορκιών

και υποταγήν, ή καταστροφήν της Πελοποννήσου. Άπαντες τότε

εθεώρησαν τον κίνδυνον τρισμέγιστον και η μεν Κυβέρνησις κατέφυγεν

είς τι πλοίον. Μοίραρχος δέ τις των παραπλεόντων Γαλλικών πλοίων

ιδών τον Τουρκικόν στόλον, έσπευσεν εις Ναύπλιον και απήτησε να

λαλήση περί σπουδαίων πραγμάτων προς την Ελληνικήν Κυβέρνησιν·

αύτη δ' έπεμψε προς τούτον τον Κωλέττην, συνοδευθέντα ευτυχώς και

υπό του Κιάπε φιλέλληνος Ιταλού εκθύμως και ειλικρινώς

αγωνισαμένου. Μόλις είδε τον Κωλέττην ο Μοίραρχος «λυπηράν έχω να

σοι αναγγείλω είδησιν το είπε. Όπισθέν μου αφικνείται τρισμέγιστος

Τουρκικός στόλος, καθ' ου είνε αδύνατον ν' αντιταχθώσι τα σκάφη

σας. Σας συμβουλεύω να σκεφθήτε περί υποταγής.» «Διά τούτο,

απήντησεν απαθώς ο Κωλέττης, δεν επέμψαμεν τους στόλους μας εις

απόκρουσιν του εχθρού, ίνα κλείσωμεν τούτον εις τον Αργολικόν

κόλπον και κατακαύσωμεν αθρόον διά των τριάκοντα πέντε πυρπολικών

μας, άτινα την εμφάνισίν του μόνον προσμένουσιν ίνα επιτεθώσιν.»

Βεβαιώσαντος την μη αληθή ταύτην απάντησιν και του Κιάπε και

ειδοποιηθέντος περί τούτου αμέσως και του ναυάρχου Τούρκου, ούτος

μεν εναύλωσε δύο Αυστριακά πλοία συλληφθέντα υπό των Ελλήνων, ίνα

επισιτήσωσι το Ναύπλιον· ο δε στόλος ούτε απεπειράθη να προσεγγίση

εις το Αργολικόν κόλπον, αλλ' απήλθεν εις Πάτρας και επανέκαμψεν,

ως γνωστόν, άπρακτος. Ούτω λοιπόν ο Κωλέττης διά μόνης της

προσποιητής εκείνης απαθείας του και της ετοιμότητος του πνεύματός

του συνετέλεσεν εις την καταστροφήν του Δράμαλη, ίσως πλειότερον

πολλών άλλων· διότι βεβαίως, αν συνεκοινώνει ούτος μετά του

στόλου, ήτο σχεδόν αδύνατον να καταστραφή· ίσως μάλιστα και ήθελεν

επιτύχη του σκοπού του. Αλλ' ο Θεός έσωσε την Ελλάδα διά τε των

άλλων τέκνων της και διά του στρατηγήματος του μεγάλου Κωλέττου.»

Απέθανεν εν Αθήναις πρωθυπουργός την πρώτην Σεπτεμβρίου του έτους

1847 εξ επισχέσεως των ούρων, και ούτως απώλεσεν η Ελλάς, κατά τον

Γκιζώ τον μόνον καταστάντα έξοχον πολιτικόν.»

16) Ούτως ωνομάζετο ο Γεώργιος Καραϊσκάκης. Ήτο νόθος υιός του

Καπετάν Καραΐσκου αρματωλού του Βάλτου και της ζωής, Καλογραίας

του χωρίου Μαυρομάτι.

17) Ο Ρεσίτ-Μεχμέτ-πασσάς, ο επικαλούμενος Κιουταχής εγεννήθη εις

την Κιρκασίαν· φερθείς δε εις το δουλοπωλείον της

Κωνσταντινουπόλεως ηγοράσθη υπό ενός πορθμέως του Βοσπόρου, όστις

ων μετρίως ευκατάστατος παρητήθη του επαγγέλματός του και ήρχετο

να ζήση εις τα περίχωρα του Εγιούπ. Μετά πολλάς περιπετείας

προήχθη και ωνομάσθη Διοικητής του παρά τον Δούναβιν φρουρίου

Τούλτζα, Πασσάς των δύο ιππουρίδων και ακολούθως Διοικητής του

Βιδινίου. Ούτος είναι ο πολιορκητής του Μεσολογγίου, της

Ακροπόλεως των Αθηνών, είς των καταστροφέων του Γενιτσαρισμού, και

ο κατά το 1830 έτος μέγας Βεζύρης της Υ. Πύλης.

18) Ο σταυραετός ούτος της Σελεΐδος Μάρκος Βότσαρης υιός του

διασήμου πολεμάρχου Κίτσου Βότσαρη, εγεννήθη επί των τραχέων

κορυφών των υψηλών του Σουλίου ορέων.

19) Μετά την νίκην του Νορμάνου εις Κομπότι και τας μάχας της

Πλάκας και του Φαναρίου, εις το οποίον έπεσεν ο γενναίος

Κυριακούλης Μαυρομιχάλης, εκείνη, ήτις χαρακτηρίζει το δεύτερον

έτος του Ελληνικού αγώνος είναι η του Πέτα διά τε την καταστροφήν

των φιλλελήνων και την προδοτικήν διαγωγήν του Γώγου Μπακώλα. Κατά

την μάχην ταύτην αντιπαραταχθέντων των δύο εχθρικών στρατευμάτων

γενναίως απεκρούσθησαν οι Μουσουλμάνοι κατά την πρώτην έφοδον·

αλλ' επαναλαβόντων και δευτέραν ηρωικώς μεν εδέχθησαν αυτούς οι

φιλέλληνες και λοιποί Επτανήσιοι και Ιόνιοι και ήρχιζε ήδη να

κλίνη και πάλιν προς τους Έλληνας η νίκη ότε ο Γώγος Μπακώλας

(κατ' άλλους Μπάκολας) προδοτικήν εξασκεί τέχνην παραχωρήσας την

οχυροτάτην θέσιν της μάχης, την οποίαν αυτός κατείχεν, εις την

εμπροσθοφυλακήν των Τουρκαλβανών και αντί να προχωρήση προς

εκμηδενισμόν της εντελώς μικράς ταύτης δυνάμεως, καθ' ότι από τα

πλευρά αι θέσεις κατείχοντο υπό των ανδρείων του Μάρκου Βότσαρη

και του Βλαχοπούλου, ετράπη εις φυγήν προς τα όρη της

Σκουλυκαριάς. Ούτως η ωραιοτέρα νίκη των Ελλήνων, ήτις κατά μίαν

τουλάχιστον ήθελεν απαλλάξει πολιορκίαν το Μεσολόγγιον, εν ακαρεί,

ένεκα της διαγωγής του επικαταράτου τούτου προδότου Γώγου Μπακώλα,

μεταβάλλεται εις καταστροφήν. Ούτος ήτο χαρακτήρος αμφιρεπούς,

δολόφρων και προφυλακτικός· δεν είναι ούτος ο Γώγος όστις ευθύς

μετά την μάχην κατέφυγε προς τους τούρκους και μέχρι τέλους έμεινε

παρ' αυτοίς; ... Μεγίστη υπήρξεν η καταστροφή των Ελλήνων και

ιδίως των φιλελλήνων, ων το τάγμα δεν συνέκειτο εκ περισσοτέρων

των 80, αφ' ων τα δύο τρίτα έπεσον, των οποίων τα ονόματα των

γνωστοτέρων, αναφέρει ο Μάξιμος Ρεϊβώ ως εξής: Γάλλοι· Ανδρέας

Δανιάς (εκ της Γενεύης πλην πολιτογεγραμμένος), Μανιάκ, Βίελ,

Σχωβασέν, Ερρίκος Βεϋερμάν, Γκουιχάρδος, Φρελλών, Σαγκουίν και

Δαβουσί. Πολωνοί· Μερζιέφκσκης, Μλοδούσκης, Κουτζελέσκης,

Δοβρονόσκης. Ελβετοί. Σχεβαλιέ, Γρεδλί, Φελδάν. Ολλανδός. Ροδόλφος

Ουισμάνος. Ιταλοί. Πέτρος Τερέλλας, Μαμότ, Τερέλης, Βριφάρης,

Φάτζιος, Τορικέλας, Πενάριος, Μόγουι, Λόγουιτζ. Γερμανοί, Σουιδοί,

Δανοί κτλ. Σάνδμαν, Τεϊχμάν, Δε-Κρουζεμάρκ, Σέιγγερ, Δε-Στάελ,

Χολστέιν, Γοσόλφ, Διτέρλεν, Νάσκυ, Φελδς, Σμιθ, Όβερ, Δεσχέφφυ,

Ρουστ, Κοένιγ, Οχλμάχιερ, Καϊζενβέργ, Έισεν, Γουέτζιν, Ροζενσθίελ.

Μετά την μάχην απέθανον οι Σέιγγερ, Γουέιγανδ, Σουεϊγάρδ, Βατλάνης

και ο στρατηγός Νορμάνος: Μία μόνη απολογία μένει παρ' ημίν, ότι

επειδή η μάχη του Πέτα είναι η μόνη, καθ' ην τα τέκνα της Ευρώπης

ήλθον αθρόα να πολεμήσουν τον βάρβαρον υπέρ της ελευθερίας μας,

συμφέρον είναι να κρύψωμεν ότι η καταστροφή των ηρώων εκείνων

προήλθε παρ' ημών αυτών. Θέσις τω όντι λυπηρά και αξιοδάκρυτος!

Πλην τι ποιητέον;

21) Ο διάσημος ούτος υιός του Δράκου Γρίβα τέκνον κλεινόν της

Πρεβέζης εις πολλά και διάφορα μέρη έσβυσε την φλόγα της

αρειμανείου του ορμής εις το εχθρικόν αίμα, ως βλέπομεν εν τω

παρόντι ποιήματι. Ούτος παρίσταται ως η δεξιά χειρ του Μάρκου

Βότσαρη κατά την πρώτην πολιορκίαν του Μεσολογγίου. Την εν

Κουτσελίω μάχην περιγράφω εν τω ποιήματι, ως ήκουσα αυτήν εκ

στόματος γηραιού εγχωρίου της μικράς εκείνης κώμης.

22) Λάμπρος Τζαβέλας· ο περιβόητος ούτος αρματωλός του Σουλίου ή

Κακοσουλίου ήκμαζεν επί Αλή-Πασσά, του οποίου ήτο ο μέγιστος

εχθρός. Διά προδοσίας όμως συνέλαβε και εθανάτωσεν αυτόν.

23) Ο περίφημος ούτος κλέφτης της Ηπείρου αφού διήλθε τον βίον

αυτού θριαμβεύων εις τα πεδία Άρεως, συλληφθείς υπό των οπλαρχηγών

του τυράννου της Ηπείρου απέθανε βίον μαρτυρικώτατον, διατάξαντος

του αιμοχαρούς Αλή να θραύσωσι τα κόκκαλά του. Η πλησίον της

Πρεβέζης είναι η περιφανής αυτού νίκη εις ην εξυμνείται διά του

ακολούθου δημώδους άσματος.

Τ' είν' το κακό που γίνεται και η ταραχή η μεγάλη

'Σ τα Ρόγκα 'ς τα Ποληόρογκα 'ς το αμπέλια 'ς τα αμπελάκια;

Μήνα βουβάλια σφάζονται, μήνα θηριά μαλώνουν;

Κι' ουδέ βουβάλια σφάζονται κι' ουδέ θηριά μαλώνουν.

Ο Δράκο Γρίβας πολεμάει με δώδεκα χιλιάδες

Μαουλουμπασάδες δώδεκα, πασάδες δέκα πέντε

Ταράχκτηκεν η Πρέβεζα και όλ' η Βαλαώρα.

Πέφτουν τα τόπια 'σα βροχή, και η μπόμπες σα χαλάζι

Κι' αυτά τα λιανοτούφεκα 'σάν άμμος της θαλάσσης.

24) Ρήγας ο Φερραίος ή Βελεστινός εγεννήθη το έτος 1750, εις

Φερράς της Θεσσαλίας. Αρκετά έτη προ της συστάσεως των φιλολογικών

εταιρειών και της φιλικής συνέλαβε και την ιδέαν της

απελευθερώσεως του Ελληνικού έθνους. Πλην όχι τόσον σκεπτικός και

κρυψίνους αν και μεγαλόφρων επιχειρηματίας, όχι βαθύς εξεταστής

των πραγμάτων, αν και ζωηρού πνεύματος και κάτοχος πολλών γνώσεων

εφάνη εις το θέατρον της νέας Ελλάδος ο νέος Τυρταίος μάλλον ή

καθ' αυτό νέος Θρασύβουλος αυτής. Εις την Δακίαν ανέπτυξε τας

νεαράς αυτού δυνάμεις περισσότερον. Εκείθεν δε μετέβη εις Βιένην

οπόθεν ήρξατο μυστικήν αλληλογραφίαν με τον Βοναπάρτην, στρατηγόν

τότε όντα. Ο Ρήγας εστάθη ο δημοτικώτερος επικός ποιητής της

Ελλάδος· δυνάμεθα να προσθέσωμεν ότι τα ηρωικά αυτού άσματα, εις

γλώσσαν την οποίαν καθείς εννόει, προ πάντων διέσπειρον το πυρ της

ελευθερίας προς τους δεδουλωμένους Έλληνας. Τα τέλη του 1796 ο

Ρήγας ήλθεν εις Τεργέστην μετά του Περραιβού και κατώκησεν εις το

παρά τον αιγιαλόν βασιλικόν ξενοδοχείον. Εκεί το αυτό εσπέρας, την

εννάτην Ιανουαρίου 1797 συνελήφθη διά προδοσίας του Δημητρίου

Οικονόμου Κοζανίτου, θηρεύοντος το Τουρκικόν προξενείον Τεργέστης

και παραδοθείς εις τον Μαραπλή Αλή-Πασσά του Βελιγραδίου

εθανατώθη. «Έσπειρα! έσπειρα! και οι Έλληνες δεν θα αργήσουν να

συνάξουν το θέρος» ήσαν οι τελευταίοι λόγοι του, πριν αποθάνη.

25) Περίφημος αρχιληστής των Αγράφων, άσπονδος εχθρός του Αλή των

Ιωαννίνων επί της τυραννίας του οποίου ήκμαζε και αδελφός του

Λεπενιώτου. Συλληφθείς ζων, διά προδοσίας προσεφέρθησαν μετά του

αδελφού του Γεωργίου εις τον πασάν της Ηπείρου και έλαβον παρ'

αυτού ποινήν σκληροτάτην, την της κρεμάλας. Μεταφέρομεν τον

αναγνώστην εις το ακόλουθον δημώδες ψαλλόμενον άσμα.

Απόψε είδα 'ς τον ύπνο μου 'ς τον ύπνο που κοιμώμουν

Θολό ποτάμι πέρασα, θολό και ματωμένο.

Κι' ουδέ 'πό πέρα διάβηκα κι' ουδέ 'πό 'δώθε βγήκα.

'Στήν άκρα 'βγήκα κ' έκατσα, κι' αγνάντεψα τριγύρω

Είδα δύο ελάφια πώβοσκαν 'σε μια παληοκαψάλα

Κ' ο κυνηγός τ' αγνάντευε από ψηλή ραχούλα.

Για να τους ρίξη σκιάζεται για να τους ρίξ' φοβήται.

'Ξήγα το Αντώνημ' 'ξήγατο, ξήγα το είνορόμου.

26) Ο φοβερός ούτος πολέμαρχος των Σουλιωτών εγεννήθη εν Σουλίω τω

1775. Ήτο υιός του Γεωργίου Βότσαρη και θείος του ανδρείου Μάρκου.

Εις πολλάς μάχας απέδειξε την μεγίστην αυτού ανδρείαν. Ούτος ήτο

και κατά την τελευταίαν νύκτα του Μεσολογγίου. Απέθανεν εν

Ναυπάκτω υποστράτηγος τω 1841 επί Όθωνος. Το ακόλουθον δημώδες

άσμα εξυμνεί την ανδρείαν αυτού, δι' ης ενέσπειρε τον φόβον εις

άπαντας τους Αλβανούς.

Όλαις αι καπετάνισσαις των καπεταναρέων

Πήγαν να προσκυνήσουνε 'ς τ' Αλή-Πασσά το σπήτι

Κι' αυτή, η Λεν του Μπότσαρη δε θέλ' να προσκυνήση.

— Δεν προσκυνάω Αλή-Πασσά μωρέ παλιοβεζύρη.

Εγώ είμαι η Λεν του Μπότζαρη κ' η αδελφή του Νότη,

Πώκαμε την Αρβανιτιά κ' ενδύθηκε 'ς τα μαύρα.

27) Το περίφημον Σούλι, το Κακοσούλι κατά το 1800 δεν είχεν ειμή

δύο άνδρας μεγάλους τον Φώτον Τζαβέλαν και τον Γεώργιον Βότσαρην

τον πάπον του Μάρκου· ο Βότσαρης ήτο γέρων χαίρων σέβας και

υπόληψιν· ήτο ο Μίνως του τόπου. Ο Φώτος ήτο νέος λεοντόκαρδος,

ριψοκίνδυνος, ήτο ο Ηρακλής των Σουλιωτών. Ο Βότσαρης

συναισθανόμενος ότι ο νέος Φώτος ήθελε γίνει μέγιστος αντίπαλός

του, τον εφθόνησε, και αντί είκοσι πέντε χιλιάδων γροσίων, τα

οποία ο Αλή-Πασσάς τω έδωσε αφού πρώτον έλαβε ως Ομήρους τον Νότην

και Κίτζον Βότσαρην, με τους στρατιώτας και τους συγγενείς του,

προσέβαλε το Σούλι, όπως το παραδώση προς τον τύραννον εκείνον·

ενικήθη όμως, και από την λύπην και την τύψιν του συνειδότος έλαβε

το δηλητήριον και απέθανεν. Ήρχισεν έκτοτε πεισματώδης πόλεμος

μεταξύ του Αλή-Πασσά και των Σουλιωτών, των οποίων τα λαμπρά

κατορθώματα είναι ανεκδιήγητα· τέλος εβιάσθη ο Σατράπης να δώση

πέρας του πολέμου και έστειλε επί τούτω τον Κίτζον Βότσαρην επί

των βουνών του Σουλίου όπως διαπραγματευθή την ειρήνην υπό τας

ακολούθους συνθήκας: Α'. Το Σούλι να μένη ελεύθερον, πλην ο

Βεζύρης να κτίση ένα πύργον εις τον οποίον να κατοική με

τεσσαράκοντα στρατιώτας ο Κίτσος Βότσαρης, όπως τιμωρή τους

βλάπτοντας τους τόπους του Πασσά. Β'. να εξοστρακισθή από το Σούλι

ο Φώτος Τζαβέλας. Οι Σουλιώται εδέχθησαν και ο δυστυχής Φώτος, εις

του οποίου την σπάθην ώμνυον πάσαι αι Αλβανικαί και Ελληνικαί

φυλαί «του Τζαβέλα το σπαθί να με κόψη» σιδηροδέσμιος μετεφέρθη

εις Ιωάννινα και εκείθεν μακράν της ορεινής και αρματωλικής

Ηπείρου ως και το δημώδες άσμα υπομιμνήσκει.

Μη προσκυνάτε, βρε παιδιά.

Ραγιάδες μη γενήτε·

Είναι ο Φώτος ζωντανός,

Πασιά δεν προσκυνάει·

Πασιά έχει ο Φώτος το σπαθί.

Βεζύρη το τουφέκι.

Μες 'ς τη Φραγκιά τον 'ξώρισαν.

Κ' εις όλα τα ρηγάτα.

Βρ' ανάθμά σας, Βότζαρη.

Και συ, βρε Κιτζονίκα.

Με τι δουλειά που κάματε

Τούτο το καλοκαίρι,

Που μπάσατε Βελή-Πασιά

Μέσα 'ς το Κακοσούλι.

28) Ο κατά τα παιδικά αυτού έτη ποιμήν, ακολούθως δε περιβόητος

της Αμφίσσης κλέφτης Σ. Πανουριάς, εγεννήθη παρά τω χωρίω Δρέμσα

της Παρνασσίδος. Συλληφθείς επί της κλεφτουριάς του διά δόλου υπό

του Οδυσσέως απεστάλη προς τον Αλή των Ιωαννίνων παρά του οποίου

εφυλακίσθη. Αλλ' αι περιπέτειαι της ανταρσίας του Αλή κατά του

Σουλτάνου έδωκαν καιρόν εις αυτόν να δραπετεύση και να πετάξη

πάλιν αρματωλός και κλέφτης επί των κορυφών των ορέων της Ελλάδος.

Κατετάχθη δε υπό την αρχηγίαν πολλών διαφόρων οπλαρχηγών, όπου

μεγάλως ανεδείχθη διά την γενναιότητα.

29) Ούτος είναι ο πρώτος συστήσας εις την Ανατολικήν Ελλάδα τον

οργανισμόν, εις τον οποίον εδόθη το όνομα «Άρειος Πάγος» Διεκρίθη

δε μεγάλως εις τας διαφόρους Ελληνικάς Εθνοσυνελεύσεις, ως και εις

την της Ερμιόνης διά την προς τους κινδύνους αφοβίαν αυτού επί της

εισβολής του Δράμαλη.

30) Τούτον εφόνευσεν ο Οδυσσεύς Ανδρούτζος υπό τον Παρνασσόν

σταλέντα υπό της ραδιούργου Κυβερνήσεως όπως αφαιρέση απ' αυτού το

αξίωμα της στρατηγίας του.

31) Και τις δεν γνωρίζει τας νίκας και τα κατορθώματα του

ατρομήτου τούτου της Μάνης ηγεμόνος: Και τις αγνοεί τα

ανδραγαθήματα του Πετρόβεη εις Πιάναν εις Βαλτέτσι και αλλαχού της

ορεινής και τραχείας Μάνης;

32) Εις πολλάς και ενδόξους μάχας διεκρίθη ο Παναγιώτης Κρεββατάς,

ως και εις το Βαλτέτσι και εις Μιστράν μετά των Μαυρομιχαλέων.

33) Ο Γιανούτσος Νοταράς μεγάλως δια την σύνεσιν αυτού φημίζεται

αναδειχθείς γενικός επίτροπος της Αρχής και πρόεδρος της εθνικής

Συνελεύσεως του 1843.

34) Ο Ανδρέας Μιαούλης Βώκος εγεννήθη εις Ύδραν. Επταετής

γενόμενος ήρχιζε να ταξειδεύη με εμπορικά πλοία και εδείκνυε

πολλήν προς την ναυτικήν κλίσιν, ήτις περί τη δύσιν της ηλικίας

του ανέδειξεν αυτόν μεταξύ των ενδόξων ανδρών της Ελλάδος, ότε εις

μίαν νύκτα ναυαρχών έξ πυρπόλων, δηλαδή ουχί αυτός κρατών την

δάδα, αλλά διευθύνων τας δάδας του Δημητρίου Τζαπέλη, Αναγνώστου

Δαμαμά, Μαρίνου Σπαχή, Γεωργίου Πιπίνου και Αντωνίου Βόκου,

επυρπόλησεν εντός της Μεθώνης ολόκληρον στόλον και εξεδικήθη την

Σφακτηρίαν, διευκόλυνε την παράδοσιν των Ναυαρίνων, και πολλούς

μήνας ανεχαίτισε την επί της Πελοποννήσου του Ιβραήμ-πασσά

πρόοδον.

Έργα Ποιήματα - Πεζά Τόμος Πρώτος · 第 2 / 9 段