Σιγά σιγά το φως του φώτιζε όλο το μυστηριώδες τοπίο και όπως

στο άγγιγμα ενός μαγικού δακτύλου, εξαφανίζονταν όλα. Μια

γαλάζια λίμνη πλημμύριζε τον ορίζοντα και η καθάρια και κρύα

φθινοπωρινή νύχτα, με τα μεγάλα αστέρια της στον ουρανό και

με τις μακρινές φωτιές στη γη, απλωνόταν από τα βουνά προς τη

θάλασσα. Μες στη σιγαλιά ο χείμαρρος έρεε, σαν να ήταν το

αίμα της αποκοιμισμένης κοιλάδας. Και ο Έφις ένιωθε να τον

πλησιάζει ο θάνατος, σιγά σιγά, σαν ν’ ανέβαινε σιωπηλός το

μονοπάτι συνοδευόμενος από μια ακολουθία περιπλανώμενων

πνευμάτων, από τον ήχο του κόπανου κάτω στο ποτάμι των πάνας,

από το ελαφρό φτερούγισμα των αθώων ψυχών που είχαν

μεταβληθεί σε φύλλα, σε λουλούδια…

Μια νύχτα βρισκόταν σε νάρκη μέσα στην καλύβα όταν ξύπνησε

απότομα σαν να τον τράνταξε κάποιος.

Του φάνηκε πως μια μυστηριώδης ύπαρξη έπεσε απάνω του,

ψαχουλεύοντας τα σωθικά του μ’ ένα μαχαίρι, και πως όλο το

αίμα ανάβλυσε από το κατακρεουργημένο σώμα του,

πλημμυρίζοντας την ψάθα, βρέχοντάς του τα μαλλιά, το πρόσωπο,

τα χέρια.

Άρχισε να φωνάζει σα να τον σκότωναν στ’ αλήθεια, αλλά μέσα

στη νύχτα μόνο ο ψίθυρος του νερού απαντούσε.

Τότε φοβήθηκε και σκέφτηκε να γυρίσει στο χωριό, αλλά για

πολλή ώρα τη νύχτα δεν μπορούσε να κινηθεί, αδύναμος, σαν να

είχε χάσει αίμα. Κρύος ιδρώτας του έλουζε όλο το κορμί.

Την αυγή ξεκίνησε. Αντίο, αυτή τη φορά έφευγε στ’ αλήθεια και

τακτοποίησε όλα τα πράγματα μέσα στην καλύβα: τα αγροτικά

εργαλεία στο βάθος, την ψάθα τυλιγμένη στο πλάι, τη χύτρα

αναποδογυρισμένη επάνω στη σανίδα, το δεμάτι με τα βούρλα στη

γωνία, την εστία σκουπισμένη: όλα σε τάξη, όπως αρμόζει σ’

έναν καλό υπηρέτη που φεύγει και λογαριάζει την καλή γνώμη

που θα σχηματίσει ο αντικαταστάτης του.

Πήρε μαζί του το δισάκι, έκοψε ένα γιασεμί από την αιμασιά

και έφερε ένα γύρο για να ρίξει μια ματιά. Όλη η κοιλάδα του

φάνηκε λευκή και γλυκιά σαν το γιασεμί.

Όλα ήταν σιωπηλά: τα φαντάσματα είχαν αποτραβηχτεί πίσω από

τα πέπλο της αυγής, ακόμη και το νερό μουρμούριζε πιο σιγαλά

σαν να ήθελε ν’ αφήσει ν’ αντηχήσει καλύτερα το βήμα του Έφις

στο μονοπάτι. Μόνο τα φύλλα από τα καλάμια κουνιόντουσαν πάνω

στο φρύδι, ίσια, δύσκαμπτα σαν σπαθιά που ακονίζονταν πάνω

στο μέταλλο του ουρανού.

«Έφις αντίο, Έφις αντίο».

Επέστρεψε στις κυράδες του και ξάπλωσε στην ψάθα.

«Έκανες καλά που ήρθες εδώ», είπε η ντόνα Έστερ σκεπάζοντάς

τον με ένα χράμι και η Νοέμι έσκυψε κι εκείνη, του πήρε το

σφυγμό, του έπιασε το μπράτσο προσπαθώντας να τον πείσει να

μπει στο κρεβάτι.

«Αφήστε με εδώ, ντόνα Νοέμι μου», βογκούσε χαμογελώντας, αλλά

τα μάτια του ήταν απλανή σαν εκείνα ενός τυφλού, σκεπασμένα

ήδη με τον πέπλο του θανάτου. «Εδώ είναι η θέση μου.»

Αργότερα ένας νέος παροξυσμός του πόνου τον έκανε να διπλωθεί

στα δυο και να μελανιάσει και ενώ οι κυράδες του έστελναν να

φωνάξουν το γιατρό εκείνος άρχισε να παραληρεί.

Η κουζίνα γέμιζε με φαντάσματα και το τρομερό ον, που δεν

έπαυε να τον χτυπά, του φώναξε στο αυτί:

«Εξομολογήσου! Εξομολογήσου!»

Η ντόνα Έστερ γονάτισε κι αυτή μπροστά στην ψάθα

ψιθυρίζοντας:

«Έφις, ψυχή μου, θέλεις να φωνάξουμε τον παπα-Πασκάλε; Θα σου

διαβάσει το Ευαγγέλιο κι αυτό θα σε ανακουφίσει…»

Ο Έφις όμως την κοίταζε με ακίνητο το βλέμμα, με τα μάτια

ανέκφραστα στο μελανό του πρόσωπο που γυάλιζε από σταγόνες

ιδρώτα. Ο τρόμος του τέλους τον έπνιγε, φοβόταν μήπως η ψυχή

του εγκαταλείψει ξαφνικά το σώμα, όπως είχε κι εκείνος

εγκαταλείψει το σπίτι των κυράδων του, και εξορισμένη από τον

κόσμο των μακάρων αρχίσει να περιπλανιέται, ανήσυχη και

κολασμένη, με τα φαντάσματα της κοιλάδας. Ωστόσο απάντησε

όχι, όχι. Δεν ήθελε τον παπά: περισσότερο και από τον θάνατο

και τη θεία καταδίκη, φοβόταν ν’ αποκαλύψει το μυστικό του.

Να, έρχεται και ο ντον Πρέντου, κάθεται κοντά στην ψάθα και

αρχίζει τα αστεία. Είναι χαρούμενος, ο ντον Πρέντου∙

ξαναπάχυνε και η χρυσή αλυσίδα δεν κρέμεται πια τόσο στο

μαύρο του γιλέκο.

«Γιατί γύρισες εδώ, βλάκα; Εάν ερχόσουν στο σπίτι μου θα σου

έπεφτε άσχημα; Είσαι σαν το γάτο που επιστρέφει και αν ακόμη

τον απομακρύνουν κλεισμένο μέσα σ’ ένα σάκο. Άντε, πάμε∙ θα

σε βάλω στο κρεβάτι της Στεφάνα.»

Και η Νοέμι, σκυμμένη με μια γαβάθα που αχνίζει στο χέρι, ενώ

του σκουπίζει τον ιδρώτα από το πρόσωπο, προσπαθεί να

μιμηθεί το χοντρό αρραβωνιαστικό της.

«Έλα πιες. Τι, θέλεις να πεθάνεις μαγκούφης;»

«Λοιπόν», είπε ο Έφις ανασηκώνοντας το κεφάλι, αρνούμενος

όμως το ζωμό, «φεύγουμε…»

«Μα τι λες; Θέλεις να ξαναφύγεις; Τι σουρτούκης!»

«Ε, τι κάνεις; Πάμε στη Στεφάνα, που σου έχει φυλάξει ένα

ρόδι… Άντε, αγόρι μου!»

Ο Έφις όμως ακούμπησε πάλι το κεφάλι κάτω κι έκλεισε τα

μάτια, όχι γιατί τον πρόσβαλαν τ’ αστεία των αφεντικών του,

αλλά γιατί αισθανόταν πολύ μακριά από εκείνους, από όλους.

Μακριά, όλο και πιο μακριά, αλλά μ’ ένα βάρος να τον

πλακώνει, μ’ ένα φορτίο που δεν του επέτρεπε να πάει παραπέρα

ή να γυρίσει πίσω. Ήταν χειρότερα από τότε που έσερνε μαζί

του τους τυφλούς.

Τελικά ήρθε και ο γιατρός. Τον ψηλάφισε ολόκληρο, χτύπησε τα

δάχτυλά επάνω στην κοιλιά του που ήταν σκληρή σαν τύμπανο,

τον γύρισε, τον ξαναγύρισε και έριξε επάνω του το χράμι σαν

σε ζύμη που ανεβαίνει.

«Το συκώτι μάς κάνει άσχημα αστεία. Πρέπει να πας στο

κρεβάτι, Έφις.»

Ο άρρωστος σήκωσε το δείχτη νεύοντας όχι.

«Έτσι κι αλλιώς θα πεθάνω, αφήστε με να πεθάνω σαν υπηρέτης.»

«Μπροστά στο Θεό δεν υπάρχουν ούτε υπηρέτες ούτε αφεντικά»,

είπε η ντόνα Έστερ και ο ντον Πρέντου έσκυψε και έκανε να τον

σηκώσει στην αγκαλιά του.

«Πάψε, χαζέ. Πάψε!»

Ο Έφις όμως άρχισε να βογκάει και τρανταζόταν αδύναμα σαν ένα

λαβωμένο πουλί που προσπαθεί ακόμη να πετάξει.

«Θέλετε να με πεθάνετε πριν την ώρα μου…»

Τότε ο γιατρός έκανε νόημα με το χέρι και το κεφάλι

σηκώνοντας τα μάτια στον ουρανό και ο ντον Πρέντου ακούμπησε

πάλι κάτω τον άρρωστο, τον ξανασκέπασε και δεν αστειεύτηκε

πια.

Κι έτσι τον άφησαν. Και οι ώρες και οι μέρες περνούσαν και ο

Έφις μέσα στις παραισθήσεις του ονειρευόταν ότι περπατούσε,

περπατούσε με τους τυφλούς μέσα από τις κοιλάδες και τα

βοσκοτόπια του οροπεδίου, και ονειρευόταν τα πανηγύρια, τα

χρήματα που έπεφταν μπροστά του, τις φιλάνθρωπες γυναίκες, τα

όμορφα παλικάρια επάνω στα ατίθασα άλογα που έτρεχαν στην

πλαγιά του Βουνού και που από μακριά του έριχναν νομίσματα

και προσβολές.

Ψηλοί όμως τοίχοι, καπνισμένοι, με κόκκινες κηλίδες από

χαλκό, με έναν πάγκο στο βάθος, περιέβαλαν πάντα τον

ορίζοντα. Δεν μπορούσε κανείς να περάσει από την άλλη μεριά,

εκείνος όμως ήταν ανάγκη να περάσει από την άλλη, για να

ελευθερωθεί από το βάρος του, για να γιατρευτεί από τον πόνο

του.

Δυο φορές η Νοέμι τον βρήκε όρθιο, να προσπαθεί να βγει έξω

από την αυλή. Πήραν το κλειδί από την εξώπορτα.

Η ντόνα Έστερ έσκυβε επάνω του, τακτοποιούσε το μαξιλάρι του,

την κουβέρτα επάνω του, του έλεγχε το σφυγμό του.

«Έφις, ο Ρετόρος θα έρθει να σ’ επισκεφθεί.»

Εκείνος σήκωνε το δείχτη, κάνοντας νόημα πως όχι, με τα μάτια

κλειστά.

Τις πρώτες μέρες κάποιοι ζήτησαν να τον επισκεφθούν, αλλά η

Νοέμι μισάνοιγε την εξώπορτα και τους έδιωχνε όλους. Εκείνος,

μέσα, άκουγε. Το ότι ο κόσμος τον θυμόταν, ενώ εκείνος

βρισκόταν τόσο μακριά, στην άκρη του κόσμου, τον εξέπληττε

και τον αναστάτωνε.

«Ποιος με γύρευε πριν από λίγο;», ρώτησε ένα πρωί την ντόνα

Έστερ.

«Θα πρέπει να ήταν ο Τσουαναντόνι.»

«Εάν ξαναέρθει, ντόνα Έστερ μου, κάντε μου την χάρη να τον

αφήστε να μπει… Καλά είναι ν’ αρχίσουν οι αποχαιρετισμοί….»

«Μα τι λες, Έφις! Γιατί σου έχει καρφωθεί αυτή η ιδέα στο

μυαλό; Γιατί δεν θέλεις να έρθει ο Ρετόρος; Θα σου διάβαζε το

Ευαγγέλιο και δεν θα φοβόσουν πια μην πεθάνεις…»

Εκείνος δεν απάντησε. Όχι, δεν μπορούσαν να τον κοροϊδέψουν.

Η ώρα όμως δεν είχε φτάσει ακόμη κι εκείνος γαντζωνόταν από

τη ζωή μόνο και μόνο επειδή φοβόταν μην αφήσει το κουφάρι του

στο σπίτι των κυράδων του.

Γύρω του η ζωή έπαιρνε μια νέα όψη: ένα κύμα χαράς έμοιαζε να

πλημμυρίζει το σπίτι όταν ερχόταν ο ντον Πρέντου: ήταν τα

δειλά γέλια της ντόνα Έστερ, οι κουβέντες των

αρραβωνιασμένων, τα σχέδια, οι φλυαρίες, οι ξαφνικές σιωπές

από σεβασμό προς τον άρρωστο.

Τότε εκείνος ένιωθε πως τους ήταν εμπόδιο και επιθυμούσε να

φύγει.

Ένα πρωί η ντόνα Έστερ, που κοιμόταν στο δωμάτιο του ισογείου

για να τον προσέχει, σηκώθηκε νωρίς, τακτοποίησε τα πράγματα

παραμιλώντας χαμηλόφωνα, και σκύβοντας για να του δώσει να

πιεί μια μικρή κούπα γάλα του είπε:

«Άντε, Έφις, να είσαι χαρούμενος! Σήμερα ο Πρέντου θα ορίσει

τη μέρα του γάμου. Είσαι ευχαριστημένος;»

Εκείνος έκανε νόημα πως ναι, έπειτα σκέπασε το κεφάλι με το

χράμι και εκεί κάτω του φαινόταν πως ήταν κιόλας νεκρός,

αλλά, παρόλα αυτά, χαρούμενος για την καλή τύχη των κυράδων

του.

Και η Νοέμι σηκώθηκε νωρίς. Κουβέντιαζε με την αδελφή της και

έλεγε με καμάρι:

«Γιατί τη μέρα πρέπει να την ορίσει εκείνος κι όχι εγώ; Εγώ

δεν είμαι καμιά χωριάτισσα για ν’ ακολουθώ τα έθιμα».

«Τι ανυπομονησία σ’ έχει πιάσει; Η αγγελία έγινε και σήμερα

θα συζητήσουμε για τα υπόλοιπα.»

Η Νοέμι ήταν ταραγμένη και ο Έφις την άκουγε που

πηγαινοερχόταν μέσα στο σπίτι, ελαφροπατώντας αλλά ανήσυχη.

Τελικά κάθισε πλάι στην είσοδο για να ράψει σιωπηλή και όταν

ήρθε ο ντον Πρέντου μετακίνησε το κάθισμα και παραμέρισε το

πανί της για να του ελευθερώσει το πέρασμα, αλλά σήκωσε μόλις

το πρόσωπο για να τον κοιτάξει και απάντησε με ένα ελαφρό

νεύμα του κεφαλιού στο χαιρετισμό του. Αμέσως η ντόνα Έστερ

κατέβηκε τις σκάλες δένοντας το μαντήλι της, έτοιμη να κάνει

το διερμηνέα στους δυο αρραβωνιασμένους, ανάμεσα στους

οποίους συχνά δημιουργούνταν παρεξηγήσεις επειδή η Νοέμι

προσβαλλόταν με το παραμικρό και τα έπαιρνε όλα στραβά παρά

την καλή θέληση του ντον Πρέντου.

Στην αρχή, μόλις μπήκε ο ντον Πρέντου, πλησίασε τον Έφις και

τον κοίταξε από ψηλά.

«Πώς πάει; Καλά, μου φαίνεται. Έλα να σηκωθούμε, άντε!»

Ο Έφις σήκωσε τα αδιάφορα, βαθουλωμένα μάτια του και, μόλις ο

ντον Πρέντου έσκυψε να τον αγγίξει, άπλωσε το χέρι σαν να

ήθελε να σπρώξει το δυνατό κορμί που άγγιζε το δικό του που

βρισκόταν σε διάλυση.

«Φύγετε, φύγετε…»

Και ο ντον Πρέντου πήγε να καθίσει κοντά στην αρραβωνιαστικιά

του.

«Πώς είναι η διάθεσή μας σήμερα;»

«Σταμάτα, Πρέντου, μην τραβάς το πανί, με τρυπάει η βελόνα….»

«Αυτό θέλω κι εγώ!»

«Πρέντου άσε με∙ κάνεις σαν μικρό παιδί!»

«Εσύ φταις που μου έκανες μάγια για να ξεμωραθώ…»

«Πρέντου! Σταμάτα!»

«Ξέρεις τι λέει η φιλοσοφίνα η Στεφάνα; Λέει πως τώρα έκανες

ανάποδα τα μάγια: πρώτα για να αδυνατίσω, τώρα για να

παχύνω…»

«Αστειεύεσαι Πρέντου, οι υπηρέτριές σου όμως είναι

γλωσσούδες.»

«Μα είναι φανερό ότι παχαίνω. Μόνο ένας τρόπος υπάρχει να

λυθούν τα μάγια…»

Η ντόνα Έστερ ακούμπησε στο κάθισμα της Νοέμι και κοίταξε τον

ξάδελφο χωρίς να μιλά, περιμένοντας. Εκείνος σήκωσε πράγματι

το βλέμμα επάνω της, χτύπησε με τα χέρια τα γόνατά του και

είπε:

«Λοιπόν, πότε λέτε να τη σπάσουμε αυτή την αλυσίδα;»

«Από εσένα εξαρτάται, Πρέντου, ν’ αποφασίσεις.»

Η Νοέμι έραβε∙ σήκωσε κι εκείνη το πρόσωπο, τα μάτια της

έλαμπαν, αλλά αμέσως τα χαμήλωσε και δεν είπε λέξη.

«Έστερ, εγώ λέω ένα μήνα πριν από τα Χριστούγεννα.»

«Ωραία, ένα μήνα πριν από τα Χριστούγεννα.»

«Νομίζεις ότι θα είναι όλα έτοιμα στα μισά του μήνα;»

‘Όλα θα είναι έτοιμα, Πρέντου»

«Εντάξει τότε.»

Σιωπή: η Νοέμι έραβε, η ντόνα Έστερ την κοίταζε επάνω από τον

ώμο. Τελικά ο ντον Πρέντου ρώτησε σχεδόν δειλά:

«Κι εσύ τι λες;»

«Για τι πράγμα μιλάτε;»

«Νοέμι!», διαμαρτυρήθηκε η ντόνα Έστερ, αλλά ο

αρραβωνιαστικός τής έκανε νόημα να σωπάσει και ξανάρχισε να

τραβά το ύφασμα από τα γόνατα της μνηστής του.

«Για τα μάγια μιλάμε! Να τα διαλύσουμε πριν παχύνω

υπερβολικά. Πώς θα τα διαλύσουμε, λες εσύ; Έτσι, να έτσι!

Στην υγειά εκείνου που μας βλέπει.»

Και ανάμεσα στα κάπως βεβιασμένα γέλια της ντόνα Έστερ και

τις διαμαρτυρίες της Νοέμι, που εκείνος την κρατούσε ακίνητη

από τους ώμους, ακούστηκε ένα ηχηρό φιλί.

«Πόσο είμαι ευχαριστημένος! Τώρα μπορώ να πεθάνω», σκαφτόταν

ο Έφις κάτω από το χράμι, είχε όμως την εντύπωση ότι δεν

μπορούσε να φύγει, ότι δεν μπορούσε να βγει από εκείνο τον

κύκλο των τοίχων που τον περιέβαλε.

Ο ντον Πρέντου έμεινε εκεί όλη την ημέρα, καλεσμένος σε γεύμα

από τις ξαδέλφες του. Μιλούσε, γελούσε, κορόιδευε πάλι τους

άλλους∙ κάθε τόσο όμως σιωπούσε και για τον λόγο ότι η Νοέμι

ασχολιόταν λίγο μαζί του. Μια βαριά σιωπή πλάκωνε τότε τον

Έφις, κι εκείνος καταλάβαινε ότι τους ήταν εμπόδιο, ότι

γινόταν βάρος και έδινε στενοχώρια στις γυναίκες αλλά και

στον ίδιο τον ντον Πρέντου.

Έπρεπε να φύγει, ν’ αφήσει ελεύθερους τους αρραβωνιασμένους

ν’ αγαπηθούν, ν’ αστειευτούν, χωρίς να έχουν μπροστά τους την

εικόνα του θανάτου.

Και ξαφνικά, εκεί μες στο σκοτάδι, κάτω από το χράμι, του

φάνηκε πως κατάλαβε γιατί δεν μπορούσε να φύγει. Υπήρχε κάτι

που τον κρατούσε ακόμη μέσα στο σπίτι των αφεντικών του, σαν

ένας ανεξόφλητος λογαριασμός, που έπρεπε να ξεχρεωθεί.

Και όταν η ντόνα Έστερ έσκυψε απάνω του, πιστεύοντας πως

αποκοιμήθηκε και σήκωσε ελαφρά τη άκρη από το χράμι, τον είδε

να έχει ορθάνοιχτα τα μάτια, το πρόσωπο του να είναι κόκκινο

και τα χείλη του να τρέμουν.

« Έφις, τι έχεις;»

Της έκανε νόημα με τα βλέφαρα να πλησιάσει περισσότερο και

της ψιθύρισε με αδύνατη φωνή:

«Ντόνα Έστερ μου, παρακαλώ, φωνάξτε, εάν θέλετε, τον παπα-

Πασκάλε.»

Μετά την εξομολόγηση δεν ξαναμίλησε, δεν ξαναπαραπονέθηκε.

Έμενε με σκεπασμένο το κεφάλι, αλλά η ντόνα Έστερ κάθε φορά

που ανασήκωνε το χράμι έβλεπε το ταλαιπωρημένο του πρόσωπο

όλο και πιο μικρό, μελανό, ζαρωμένο σαν ξερό δαμάσκηνο. Ένα

βράδυ άνοιξε τα μάτια και την κοίταξε με εκείνο το έντρομο

βλέμμα του που της προκαλούσε τόση λύπη και ψιθύρισε σχεδόν

χωρίς φωνή πια:

«Είναι μακρύς, ντόνα Έστερ μου! Πρέπει να κάνουμε υπομονή.»

«Ποιος είναι μακρύς, Έφις;»

«Ο δρόμος… Πού να φτάσουμε στο τέρμα!»

Του φαινόταν πράγματι ότι περπατούσε συνέχεια. Ανέβαινε ένα

βουνό, διέσχιζε ένα βοσκοτόπι, αλλά φτάνοντας στην άκρη του

να σου ένα άλλο βουνό, μια άλλη πεδιάδα και στο βάθος η

θάλασσα. Τώρα όμως περπατούσε ήρεμος και το μόνο που τον

στενοχωρούσε ήταν το ότι δεν έφτανε στο τέρμα για να

απαλλάξει από την παρουσία του σώματός του το σπίτι των

κυράδων του. Μια μέρα όμως, ή μήπως ήταν νύχτα – δεν είχε πια

την αίσθηση του χρόνου – του φάνηκε πως είχε φτάσει στο

τοιχάκι του φράχτη στο μικρό κτήμα, ψηλά στο φρύδι με τα

καλάμια και πως είχε ξαπλώσει βαρύς επάνω στις πέτρες. Τα

καλάμια θρόιζαν σκύβοντας μέχρις αυτόν για να τον αγγίξουν,

για να τον γλείψουν με τα φύλλα τους που είχαν κάτι το

ζωντανό, σα δάχτυλα, σα γλώσσες. Και του μιλούσαν, και ένα

του τσιμπούσε το αφτί για ν’ ακούει καλύτερα: ήταν ένα

μυστηριώδες μουρμούρισμα που επαναλάμβανε τον ψίθυρο των

φαντασμάτων της κοιλάδας, τη φωνή του ποταμού, την ψαλμωδία

των προσκυνητών, τον χτύπο του Μύλου, τους αναστεναγμούς του

ακορντεόν του Τσουαναντόνι. Εκείνος άκουγε, γαντζωμένος

μπρούμυτα στο τοιχάκι και από τη μια μεριά έβλεπε την κουζίνα

των κυράδων του και από την άλλη μια ομιχλώδη έκταση, όπως

επάνω από το Βουνό Γκονάρε.

Η ντόνα Έστερ ανέβαινε από την κοιλάδα με το πρόσωπο

σκεπασμένο από μια μαύρη φτερούγα. Ανασήκωνε τη φτερούγα,

έδειχνε το μελαχρινό πρόσωπό της, πονεμένο, στα μάτια της

ζωγραφισμένη η λύπη, αλλά αποτραβιόταν από το τοιχάκι σαν να

φοβόταν μην πέσει. Και να άλλες φιγούρες που ανέβαιναν κι

αυτές, όλες με το πρόσωπο κρυμμένο πίσω από μια μαύρη

φτερούγα, και όλες πλησίαζαν, αλλά αμέσως οπισθοχωρούσαν

τρομαγμένες από τον κίνδυνο μην γκρεμοτσακιστούν από την άλλη

μεριά.

Ο Έφις τις αναγνώριζε όλες αυτές τις φιγούρες, τις άκουγε που

μιλούσαν, καταλάβαινε ότι ήταν ζωντανές και πραγματικές∙ και

όμως είχε την εντύπωση ότι ονειρευόταν : ήταν φιγούρες του

ονείρου της ζωής.

Ήταν ο παπάς, ήταν ο Μιλέζος, ήταν ο Τσουαναντόνι, ήταν οι

υπηρέτριες του ντον Πρέντου και ο ίδιος ο ντον Πρέντου και η

Νοέμι. Μερικές φορές κάποιος από αυτούς έπαιρνε το θάρρος και

προσπαθούσε να τον βοηθήσει, να τον κατεβάσει από το τοιχάκι,

χωρίς να τα καταφέρνει.

Και άρχισε να αισθάνεται άσχημα από την παρουσία τους.

Έστρεψε το πρόσωπο προς τα πέρα και κοίταξε από την άλλη

μεριά την ομιχλώδη κοιλάδα. Και να που άρχισε η ομίχλη να

διαλύεται∙ κηλίδες χρυσαφένιων δασών έκαναν την εμφάνισή τους

ανάμεσα σε γαλάζια ανοίγματα, και στο φρύδι της απότομης

πλαγιάς, επάνω του μια ροδιά, σαν εκείνες που εξιστορούσε ο

τυφλός, έγερνε τα κλαδιά της βαριά από τα κόκκινα φρούτα,

ανοιγμένα, που άφηναν να πέφτουν οι μαργαριταρένιοι σπόροι

τους.

Αυτοί όμως που βρίσκονταν δώθε από το τοιχάκι δεν τον άφηναν

ήσυχο να ατενίζει μια τέτοια ομορφιά. Εκείνος δεν έστρεφε

πλέον το πρόσωπο προς αυτούς∙ μόνο μια μέρα ένα χέρι που

ακούμπησε στον ώμο του και μια φωνή που τον καλούσε σιγά σιγά

στο αυτί τον έκαναν να τιναχτεί. «Έφις! Έφις!»

Το πρόσωπο του Τζατσίντο, τα γλυκά του μάτια, υγρά από

συμπόνια ήταν καρφωμένα επάνω του. Ανάμεσα στις τόσες νεκρές

φιγούρες εκείνη του φάνηκε η μόνη ζωντανή ακόμη, τόσο ζωντανή

που τα ζεστά του χέρια είχαν τη δύναμη να τον ανασηκώσουν, να

τον ξαναφέρουν κατ’ ευθείαν στον κόσμο των ζωντανών.

Αυτό κράτησε όμως μια στιγμή μόνο, και να που την κάλυπτε και

αυτή ένα πέπλο, έχανε τη δύναμή της, ξαναγινόταν φάντασμα και

ο Έφις ένοιωσε πόνο, λες και ήταν ο Τζατσίντο που πέθαινε και

όχι εκείνος.

«Έφις, έλα, έλα! Τι κάνεις; Δε μου μιλάς; Για σένα έχω έρθει,

ξέρεις. Είμαι εδώ. Δεν θέλανε να μ’ αφήσουν να μπω κι εγώ

πήδησα τον τοίχο. Έλα, κοίταξέ με!»

Εκείνος τον κοίταζε, αλλά δεν έβλεπε πια τα μάτια του.

«Η θεία Νοέμι το ’σκασε αμέσως μόλις με είδε! Δε θα με

συγχωρήσει ποτέ! Τι σου είπε; Πες μου. Ότι δε θέλει πια να με

δει, ότι ορκίστηκε να μην ξαναπροφέρει το όνομα μου; Το ξέρω,

αλλά δεν πειράζει. Είμαι ευχαριστημένος που παντρεύεται.

Ξέρεις τι έγινε την τελευταία φορά που ήρθα; Εγώ της έλεγα:

«Παντρευτείτε, θεία Νοέμι∙ ο θείος Πιέτρο είναι πλούσιος, σας

αγαπά, θα σας κάνει ευτυχισμένη». Εκείνη με κοίταζε με

περιφρόνηση κι εγώ καταλάβαινα καλά πως δεν θα το αποφάσιζε

ποτέ. Λοιπόν Έφις, άκου – να μιλάμε χαμηλόφωνα, να μην μας

ακούει – θυμήθηκα τη συμβουλή σου. Την κοίταξα καλά μέσα στα

μάτια και της είπα: «Θεία Νοέμι, εγώ θα παντρευτώ την

Γκριζέντα, επειδή μόνο η Γκριζέντα, φτωχή σαν κι εμένα, νέα

και μόνη σαν κι εμένα, μπορεί να είναι η σύντροφός μου». Τότε

η Νοέμι χλόμιασε σαν να ήταν νεκρή∙ φοβήθηκα και έφυγα.

Έκλαιγα∙ σου το είπε; Έλα, Έφις, δεν με ακούς. Έλα! Να η θεία

Έστερ. Δεν είναι αλήθεια, θεία Έστερ, ότι ο Έφις προσποιείται

τον άρρωστο για να μην έρθει στο γάμο μου και στο γάμο της

θείας Νοέμι και μας φέρει δώρα; Κι όμως, λένε πως έφερες

χρήματα, όταν γύρισες από το ταξίδι σου…»

Ο Έφις άκουγε τα λόγια και τα καταλάβαινε μάλιστα, αλλά ήταν

χωρίς ήχο, σαν να ήταν λόγια γραμμένα.

«Έλα, πες μου τουλάχιστον τι έχεις. Ούτε που πήγες δεν μου

λες. Θυμάσαι τότε που ήρθες στο Μύλο και σε ρώτησα πού

πήγαινες; Κι εσύ απάντησες: σ’ ένα ωραίο μέρος. Δεν το

θυμάσαι; Άνοιξε τα μάτια, κοίταξέ με. Πού πήγες;…»

Ο Έφις άρχισε πάλι να αισθάνεται άσχημα. Άνοιξε για μια

στιγμή τα μάτια, τα ξανάκλεισε∙ ήταν κιόλας βαριά τα βλέφαρά

του από τον ύπνο του θανάτου. Και τα λόγια του Τζατσίντο

μπερδεύονταν, από την άλλη μεριά του μικρού τοίχου, με το

θρόισμα των καλαμιών, με το μουρμούρισμα του αγέρα που περνά.

Κι όμως, ξαφνικά φάνηκε να ανακτά τις δυνάμεις του και να

ξαναζωντανεύει. Το βράδυ ένας βίαιος παροξυσμός της αρρώστιας

του τον εξουθένωσε: ο πόνος τού πήρε τη μιλιά και την ακοή,

είδε όμως τον ντον Πρέντου να κοιτάζει τη Νοέμι με

δυσαρέσκεια, επειδή ο γάμος είχε οριστεί για την άλλη μέρα

και εάν εκείνος πέθαινε θα έφερνε γρουσουζιά στους

παντρεμένους ή θα τους ανάγκαζε να αναβάλουν για μιαν άλλη

μέρα το γάμο. Τότε, μέσα στα σκοτάδια που τον τύλιγαν σαν να

άναψε ένα μακρινό φως: η θέληση να παλέψει με το θάνατο.

Ξεσκέπασε το πρόσωπό του και μίλησε.

«Ντόνα Έστερ, είμαι καλύτερα. Δώστε μου να πιώ.»

Έτρεξαν και οι δυο αδελφές και η Νοέμι η ίδια του ανασήκωσε

το κεφάλι και του έδωσε να πιεί.

«Μπράβο Έφις! Έτσι είναι καλά. Ξέρεις τι θα γίνει σήμερα;»

Εκείνος ένευσε καταφατικά πίνοντας.

«Είσαι ευχαριστημένος, έτσι δεν είναι Έφις; Πόσες φορές τη

σκέφτηκες αυτή τη μέρα; Θα σου φαίνεται σαν όνειρο.»

Εκείνος ένευε πως ναι, ναι: όλα ήταν, όλα είναι ένα όνειρο

.

Έπειτα τον άφησαν μόνο, επειδή η Νοέμι έπρεπε να ντυθεί∙ κι

εκείνος ανασήκωσε το κεφάλι και σαν να κρυφοκοίταξε τριγύρω

συνεχίζοντας να κάνει νοήματα επιδοκιμασίας. Όλα πήγαιναν

καλά∙ η γαμήλια τελετή θα γινόταν στο σπίτι του γαμπρού κι

εδώ τίποτα δεν τάραζε την παλιά γαλήνη. Για αν μην ενοχλήσει

η Νοέμι τον άρρωστο δεν καθάρισε ούτε την κουζίνα, όπως

συνηθίζεται στους γάμους. Το σπίτι και η αυλή ήταν σιωπηλά, ο

γάτος ήταν ακίνητος επάνω στον πάγκο, μαύρος με πράσινα μάτια

σαν να ήταν η προσωποποίηση της μοναξιάς. Μέσα στην σιωπή

ακουγόταν να τρίζει το σκοροφαγωμένο ξύλο του μπαλκονιού. Ο

Έφις σηκώνοντας λίγο περισσότερο το κεφάλι ξαναείδε για

τελευταία φορά το παλιό νεκροταφείο με τον κατεστραμμένο του

τοίχο, τα χόρτα του και τα κόκαλα που ήταν σα λουλούδια

Έξαφνα όμως μια φιγούρα φάνηκε στην πόρτα: ψιλή, λεπτή,

φορώντας στενά ρούχα γκρενά με μαύρα λουλούδια, είχε ένα

στεφάνι από τριαντάφυλλα στο κεφάλι κι εδώ κι εκεί στο

πρόσωπο, στο σώμα, στα πόδια κάτι που έλαμπε: τα μάτια, τα

κοσμήματα, τα παπούτσια…

Κοίταξε με ορθάνοιχτα τα μάτια και αναγνώρισε τη Νοέμι, αλλά

πίσω της, ταχτοποιώντας της τα τριαντάφυλλα στο καπέλο και

τις πτυχές στο φόρεμα, στεκόταν η ντόνα Έστερ, που με τις

άκριες από το σάλι της σαν μαύρες φτερούγες ριγμένες στους

ώμους, του φάνηκε σαν να ήταν η σκιά της νύφης.

«Καλά δεν είμαι έτσι;», ρώτησε η Νοέμι όρθια μπροστά του,

διορθώνοντας τις μανσέτες της. «Δε νομίζεις πως είναι στενό

αυτό το φόρεμα; Είναι της μόδας. Κοίτα τι όμορφο που είναι

αυτό: είναι το δώρο του Πρέντου.»

Έσκυψε, παρόλο που το φόρεμα ήταν στενό, και του έδειξε ένα

σεντεφένιο ροζάριο με ένα μεγάλο χρυσό σταυρό.

«Βλέπεις; Ήταν ο σταυρός ενός παλιού επισκόπου. Τον είχε η

γιαγιά του Πρέντου που ήταν και δική μας γιαγιά κι έτσι θα

μείνει στην οικογένεια. Ωραίος δεν είναι, ε; Κοίτα το Χριστό,

λες και χαμογελάει, ενώ κυλούν τα δάκρια και το αίμα του….

Και πίσω, κοίτα…»

Ο Έφις κοίταζε σιωπηλός, ακίνητος, με τα μελανά και στεγνά

του χέρια γαντζωμένα στην άκρη από το χράμι που τον σκέπαζε

και έμοιαζε να ξεπροβάλει, νεκρός ήδη, από τον άλλο κόσμο για

ν’ ατενίσει, για μια τελευταία φορά, την ευτυχία της κυράς

του. Εκείνη όμως είπε, σκύβοντας ακόμη περισσότερο, με

διπλωμένα τα γόνατα έτσι που το πρόσωπο της ν’ αγγίζει το

δικό του πρόσωπο:

«Βλέπεις τι δώρο, Έφις!»

Και ήταν χλωμή μέσα στο γκρενά της φόρεμα, με τα μοχθηρά της

μάτια γεμάτα δάκρια.

Αλλά ο Έφις δεν ένοιωσε πόνο γι’ αυτό.

«Γεννηθήκαμε για να υποφέρουμε, όπως Εκείνος. Πρέπει να

κλαίμε και να σωπαίνουμε…», είπε με μιαν ανάσα.

Και αυτή ήταν η ευχή του.

Από εκείνη τη στιγμή κι έπειτα δεν ξαναμίλησε. Του φαινόταν

πως είχε γαντζωθεί στην άκρη από το χράμι για να μην πέσει

από την άλλη μεριά και πως έβλεπε από πάνω από το τοιχάκι το

θέαμα του κόσμου.

Και να που έρχονται ο ντον Πρέντου με τους συγγενείς για να

πάρουν τη νύφη. Μπαίνουν, κάθονται γύρω γύρω μες στην κουζίνα

σαν φιγούρες ενός ονείρου, συγκεχυμένες, αλλά με τονισμένες

κατά περίεργο τρόπο κάποιες λεπτομέρειές τους.

Ο ντον Πρέντου ντυμένος στα μαύρα με μια καινούργια, στενή

φορεσιά που τον αναγκάζει να βαριανασαίνει, αλλά ο Έφις δεν

ξεχωρίζει το πρόσωπό του, ενώ βλέπει το σαρκαστικό στόμα του

Μιλέζου, μακρύ, στενό, γεμάτο λες από συγκρατημένο γέλιο, και

την εξογκωμένη κοιλιά μιας συγγένισσας των αδερφάδων Πιντόρ,

εκείνης που θα συνοδεύσει τη νύφη, και δυο κεριά με ροζ

κορδέλες που τα κρατούν δυο χλωμά χεράκια.

Και όλοι τους είναι σοβαροί σαν να ήρθαν να πάρουν εκείνον,

νεκρό, και όχι την κυρά, νύφη, και περπατούν σιγά για να μην

τον ενοχλήσουν.

Η ντόνα Έστερ, με λυμένο το σάλι ν’ ανεμίζει λίγο επάνω στους

ώμους της, βάζει σε τάξη την πομπή: πρώτα τα μικρά παιδιά με

τα μεγάλα κεριά στα χέρια, έπειτα η νύφη με τη συγγένισσά

της, έπειτα ο γαμπρός με τους συγγενείς του, στο τέλος οι

λίγοι καλεσμένοι με το Μιλέζο τελευταίο που έμοιαζε να

περιγελά σιωπηλά όλους.

«Τώρα θα μ’ αφήσουν μόνο», σκέφτεται ο Έφις με κάποια πίκρα.

«Μόνο. Και είμαι εγώ εκείνος που τα σκάρωσε όλα!»

Στην πόρτα η Νοέμι έστρεψε για να του κάνει αντίο με το χρυσό

σταυρό. Αντίο. Κι εκείνος, όπως συνέβη και με τον Τζατσίντο,

σχημάτισε την εντύπωση πως εκείνη ήταν που πέθαινε.

Έβγαιναν όλοι, έφευγαν. Η ντόνα Έστερ έσκυψε απάνω του, σαν

να ήθελε να τον σκεπάσει με τις μαύρες φτερούγες της.

«Θα γυρίσω σύντομα, εγώ, μόλις τους συνοδεύσω. Πρέπει να

πηγαίνω τώρα∙ να είσαι φρόνιμος και να μην το κουνήσεις από

εδώ.»

Ναι, έμενε ακίνητος στη θέση του, ακίνητος και μόνος.

Ακουγόταν το ακορντεόν που έπαιζε ο Τσουαναντόνι προς τιμήν

των νεόνυμφων κι εκείνος ξανάρχισε να θυμάται ένα σωρό

πράγματα: το θόρυβο του Μύλου, επάνω στο Νούορο, τα σύννεφα

επάνω από το Βουνό Γκονάρε, το θρόισμα των καλαμιών στο φρύδι

του λόφου….

«Έφις, θυμάσαι; Έφις, θυμάσαι;»

Τι μεγάλη που έγινε η κουζίνα! Σκοτεινή και χλιαρή, με τους

τοίχους της απομακρυσμένους, μ’ ένα φόντο μυστηριώδες σαν

βοσκοτόπι τη νύχτα. Το αηδόνι τραγουδούσε, ο τυφλός έλεγε την

ιστορία του χρυσού παλατιού του Βασιλιά Σολόμωντα.

«…. όλα ήταν χρυσά, όπως στον κόσμο της αλήθειας∙ όλα ήταν

καθαρά, αστραφτερά. Χρυσά ρόδια, χρυσά δοχεία, χρυσές ψάθες…»

Καλαμιές στον άνεμο · 第 15 / 16 段