Εκείνος χαμήλωσε το κεφάλι.

«Άκου», ξανάρχισε, «χρειάζομαι ρούχα και χρήματα. Πρέπει να

με βοηθήσεις, Καλίνα. Εάν θέλεις, μπορείς να το κάνεις. Είμαι

σαν τον στρατιώτη που πήγε στον πόλεμο: επιστρέφω, αλλά δεν

μπορώ να φοράω αυτά τα ρούχα.»

«Πες μου τουλάχιστον, πού πήγες;»

«Τίποτε το σπουδαίο, θέλησα να γυρίσω λίγο τον κόσμο. Πήγα

μέχρι την Ανατολή όπου υπήρχε ο ναός και το σπίτι του Βασιλιά

Σολομώντα…. Το σπίτι αυτό ήταν όλο από χρυσάφι, με πόρτες που

είχαν πόμολα χρυσά σε σχήμα ροδιού… και τα πιάτα και οι

κανάτες ήτανε χρυσά, ακόμη και τα κλειδιά και οι αμπάρες που

κλείνανε τις πόρτες ήταν χρυσά…»

Η γυναίκα τον λοξοκοίταζε, ενώ περνούσε τα καινούργια

κορδόνια στα παπούτσια της, χωρίς να πετάξει τα παλιά, που

μπορούσαν ακόμη να χρησιμέψουν στο δέσιμο κάποιου πράγματος.

Γιατί όμως εκείνος μιλούσε έτσι, με τόνο παρακαλεστικό σαν

ζητιάνος; Την κορόιδευε ή είχε πυρετό;

«Έφις, ψυχή μου, γύρισες τον κόσμο και έλιωσαν τα παπούτσια

σου και το μυαλό σου!»

Παρόλα αυτά του δάνεισε τα χρήματα.

Ο Έφις, ωστόσο, δεν έφυγε.

«Δεν μπορώ να βγω έτσι και να παρουσιαστώ στις αναγελάστρες

υπηρέτριες του ντον Πρέντου. Πρέπει να μου βρεις ρούχα. Άντε:

τι σκέφτεσαι όταν δεν κοιμάσαι; Άντε, άντε: χριστιανή μου.»

«Τι, δεν είμαι χριστιανή εγώ; Πιο χριστιανή από εσένα, ψυχή

μου. Εγώ δεν άφησα ποτέ το σπίτι μου να τρέχω στον κόσμο,

γριά γυναίκα….»

«Εάν δεν σταματήσεις, θ’ αρπάξω το στειλιάρι, Καλί, πρόσεξε!»

Όλη τη μέρα συνέχιζαν να τρώγονται, λίγο στ’ αστεία, λίγο στα

σοβαρά, αλλά το απόγευμα εκείνη βγήκε και αγόρασε ένα

κουστούμι σχεδόν καινούργιο από μια γυναίκα που ο άντρας της

είχε πάει στην Αμερική.

Κατά το βραδάκι ο Έφις επέστρεψε στις κυράδες του. Ναι, κατά

το βραδάκι, όπως μετά από μια μέρα ελευθερίας που την περνά

κανείς περιπλανώμενος, χασομέρης και ανικανοποίητος. Όλα ήταν

ήσυχα και θλιβερά εκεί πέρα. Το Βουνό πρόβαλε πάνω στο μαύρο

σπίτι, στον ανοιχτοπράσινο ουρανό του δειλινού, το καινούργιο

φεγγάρι έπεφτε επάνω στο Βουνό και ο αποσπερίτης τρεμόπαιζε

πάνω από το φεγγάρι.

Η εξώπορτα ήταν κλειστή, το χορτάρι φύτρωνε κατά μήκος του

τοίχου και στα σκαλοπάτια, όπως σ’ ένα εγκαταλειμμένο σπίτι∙

κι ο Έφις φοβήθηκε να χτυπήσει.

Είδε το πορτάκι της Γκριζέντα που έλαμπε σαν χρυσό ορθογώνιο

επάνω στο μαύρο τοίχο, και θυμήθηκε τι του ζήτησε ο

Τσουανατόνι.

Η Γκριζέντα στεκόταν μπροστά στη φωτιά για να στεγνώσει τα

βρεγμένα της εσώρουχα. Ήταν ξυπόλυτη και οι τορνευτές της

γάμπες έλαμπαν σαν να ήταν από μπρούντζο. Βλέποντας τον άντρα

άφησε να πέσουν τα εσώρουχά της και γέλασε, ξεφωνίζοντας από

χαρά μόλις τον γνώρισε.

«Μπα, Γκριζέντα! Πας ακόμη στο ποτάμι; Ο άντρας σου το

επιτρέπει;»

«Γιατί, εκείνος δεν δουλεύει; Μήπως είναι άρχοντας; Εάν ήταν

άρχοντας, εγώ θα ήμουν πεθαμένη τώρα. Λοιπόν, δεν θα μπείτε;

Καθίστε. Σας βαραίνει το δισάκι; Είναι γεμάτο χρυσάφι; Κάνατε

περιουσία στα κρυφά∙ πονηρός που είστε!»

Κάθισε και ακούμπησε το δισάκι καταγής, και κοίταζε την

Γκριζέντα, και η Γκριζέντα τον κοίταζε πονηρά δίνοντάς του να

καταλάβει ότι ήξερε την αλήθεια.

«Όμως κι εμείς, μπαρμπα-Έφις, κι εμείς, εγώ και ο Τζατσίντο,

κάτι θα κάνουμε. Μπορούμε ακόμη και πλούσιοι να γίνουμε,

μπαρμπα-Έφις, ποιος ξέρει; Όλα μπορούν να γίνουν σ’ αυτόν τον

κόσμο∙ πιστεύω πως όλα μπορούν να γίνουν.»

«Μήπως δεν είσαστε κιόλας πλούσιοι; Ποιοι είναι πλουσιότεροι

από εσάς;»

Έσκυψε επάνω του, χαριτωμένη και παιδούλα, όπως ήταν κάποτε.

«Αυτό έλεγα κι εγώ πάντα! Όταν οι κυράδες σας δεν θέλανε εγώ

κι ο Τζατσίντο να παντρευτούμε, επειδή εγώ είμαι φτωχιά,

έλεγα: δεν είμαι νέα; δεν τον αγαπώ; Μήπως η ντόνα Νοέμι και

ο ντον Πρέντου, με όλα τα καλά τους, είναι πλουσιότεροι από

εμάς; Από ηλικία, ναι, εάν το θέλουν, από τίποτε άλλο όμως!»

Ο Έφις ανασκίρτησε.

«Θα παντρευτούν;»

«Θα παντρευτούν, ναι! Εκείνος έλιωνε, όπως έλιωνα κι εγώ την

περασμένη άνοιξη. Λέγανε πως του είχαν κάνει μάγια. Τον είχαν

μαγέψει, ναι! Μάγια αγάπης. Μέχρι που πήγε στην Ολιένα να

συμβουλευτεί μια μάγισσα. Τελευταία, την περασμένη εβδομάδα,

πήγε προσκύνημα στην Παναγία στο Γκονάρε και έκανε τάμα τρία

σκούδα για να κάνει το θαύμα της. Αυτά λένε οι κακές

γλώσσες!»

Ο Έφις κοίταζε σκεφτικός καταγής, ανάμεσα στα γόνατά του.

«Πρέπει να επιστρέψω;», αναρωτιόταν. «Λες να πιστέψουν ότι με

φέρνει ο καλός άνεμος;»

Και άξαφνα, για μια στιγμή, στενοχωρήθηκε που η ντον Νοέμι

είπε το ναι πριν εκείνος γυρίσει. Αμέσως όμως σηκώθηκε

μετανοιωμένος, ταπεινωμένος. Α, πόσο αμαρτωλός ήταν ακόμη!

«Νομίζεις ότι ο ντον Πρέντου είναι εκεί;», ρώτησε στρέφοντας

πριν βγει.

«Εγώ είμαι εδώ, δεν είμαι εκεί, μπαρμπα-Έφις!» είπε η

Γκριζέντα τρέχοντας γελαστή προς το μέρος του «και δεν μπορώ

καν να πω: πάω να δω, γιατί οι κυράδες σου διπλομανταλώνουν

την εξώπορτα όταν με βλέπουν!»

Εκείνος έφυγε, αλλά για άλλη μια φορά ακόμη η καρδιά του

χτυπούσε δυνατά και του φάνηκε πως τα χτυπήματα στην εξώπορτα

αντηχούσαν μέσα στα σωθικά του.

Κεφάλαιο δέκατο έκτο

Ήταν η Νοέμι που του άνοιξε. Ο Έφις την είδε να εμφανίζεται

μπροστά του, στο γλαυκό φόντο της αυλής, ψηλή ψηλή, λεπτή, με

το πρόσωπο χλωμό: η Λία κοριτσάκι, η Λία αναστημένη.

Τον κοίταξε καλά πριν τον αφήσει να μπει, όπως κοιτάζει

κανείς έναν ξένο, έπειτα είπε μόνο: «α, εσύ είσαι;». Ήταν

αρκετή όμως αυτή η έκφραση δύσπιστης και κάπως ειρωνικής

έκπληξης για να τον ταπεινώσει και να τον ταράξει

περισσότερο.

«Γύρισα, λοιπόν, ντόνα Νοέμι μου», είπε μπαίνοντας και

ακολουθώντας την μέσα στην αυλή. «Ο περιπλανώμενος γύρισε.

Και η ντόνα Έστερ πώς είναι; Μου επιτρέπετε να την

επισκεφτώ;»

Και να, στο γλαυκό μισοσκόταδο τα πράγματα βρίσκονταν ακίνητα

στον τόπο τους: το μπαλκόνι επάνω, μαύρο στο γκρι φόντο του

τοίχου, το πηγάδι με τα κόκκινα λουλούδια, η τριχιά στη

σκάλα.

Στην κουζίνα είχε φως, όχι όμως το λαμπρό φως όπως στο σπίτι

της Γκριζέντα, αλλά ένα πένθιμο λυχνάρι πάνω από τον αρχαίο

πάγκο, στη μέση ενός πυκνού σκοταδιού.

Όχι, τίποτε δεν είχε αλλάξει: όλα ήταν νεκρά ακόμη. Και ο

Έφις σκέφτηκε με πόνο:

«Δεν πρέπει να είναι αλήθεια ότι η ντόνα Νοέμι είπε το ναι.»

Ενστικτωδώς προσπάθησε να κρεμάσει το δισάκι στο κρεμαστάρι,

αλλά το κρεμαστάρι δεν υπήρχε. Κανείς δεν το ξαναέβαλε στη

θέση του κι έτσι εκείνος κράτησε κοντά του το δισάκι σαν τον

επισκέπτη που πρέπει γρήγορα να φύγει.

Η ντόνα Έστερ διάβαζε ήσυχα καθισμένη σ’ ένα σκαμνάκι μπροστά

στον αρχαίο πάγκο, αλλά ξαφνικά ο γάτος, που ήταν ξαπλωμένος

στη σκιά της πλάι στο λυχνάρι και με τα μάτια παρακολουθούσε

τις κινήσεις των χεριών της, πήδηξε στην ποδιά της σαν να

ήθελε να κρυφτεί και από εκεί τρύπωσε κάτω από τον πάγκο.

Εκείνη ανασήκωσε το κεφάλι, είδε τον άγνωστο και άρχισε να

τον παρατηρεί με μάτια που πετούσαν σπίθες και το βιβλίο

έτρεμε στα χέρια της.

«Λοιπόν, ναι, εγώ είμαι, κυρά μου! Γύρισα. Ο περιπλανώμενος

γύρισε. Τι έχετε να πείτε, ντόνα Έστερ; Πώς πάει η υγεία;»

«Έφις! Έφις! Έφις!», ψέλλιζε εκείνη.

«Εγώ είμαι, ο Έφις! Δεν βλέπετε καλά, ντόνα Έστερ, και φοράτε

γυαλιά;»

«Εσύ είσαι, Έφις! Κάθισε. Ναι, δεν βλέπω καλά από το πολύ το

κλάμα.»

Η Νοέμι όμως τους κοίταζε και τους δυο με κακία και έμοιαζε

να διασκεδάζει με το θέαμα.

«Ναι, Έστερ! Φοράς γυαλιά επειδή γέρασες πια.»

«Κάθισε», είπε και σ΄ εκείνη, χτυπώντας το χέρι της επάνω

στον πάγκο, και ο Έφις κάθισε πλάι στη γριά κυρά του πού

έτρεμε ολόκληρη από την έκπληξη. Στην αρχή δεν ήξεραν τι να

πούνε. Εκείνος έσφιγγε επάνω του το δισάκι και έσκυβε το

κεφάλι ντροπαλός, εκείνη έβγαλε τα γυαλιά, τα έκλεισε ανάμεσα

στις σελίδες του βιβλίου και φάνηκε να θέλει ν’ ακουμπήσει

στο πλάι του υπηρέτη.

Τελικά έστρεψαν και οι δυο το βλέμμα και κοιτάζονταν κι

εκείνη έκανε με το κεφάλι ένα νεύμα επίπληξης.

«Μπράβο! Γύρισες εδώ κι εκεί και τελικά επέστρεψες! Γιατί

όμως δεν έγραψες δυο λέξεις, δεν έστειλες χαιρετίσματα; Κι

όμως τόσοι ήρθαν από την Αμερική!»

Ο Έφις έκανε ν’ απαντήσει, αλλά είδε τη Νοέμι να γελά σαν να

ήξερε κι εκείνη την αλήθεια, και έπαψε ακόμη πιο

ταπεινωμένος.

«Κι έφυγες έτσι, Έφις! Σαν να σ’ είχαμε προσβάλει, χωρίς να

πεις μια λέξη, Έφις! Και σκέψου, σκέψου, εγώ έλεγα πάντα στον

εαυτό μου: γιατί το έκανε αυτό ο Έφις; Μπορούμε τελικά να

μάθουμε το γιατί;»

«Συμβαίνουν αυτά! Γερνάει κανείς και ξαναμωραίνεται»,

απάντησε εκείνος με μια αόριστη κίνηση. «Τώρα είμαι εδώ… Ας

μη μιλάμε πια γι’ αυτό.»

«Και τώρα, τι λογαριάζεις να κάνεις; Θα γυρίσεις στον Πρέντου

ή μήμπως, όπως λέει ο κόσμος, είναι αλήθεια ότι έγινες

πλούσιος; Γιατί δεν αφήνεις κάτω αυτό το δισάκι; Θα πάρεις

κάτι εδώ, μια μπουκιά έστω.»

«Πρέπει να φύγω, ντόνα Έστερ μου… Ήρθα μόνο για να σας

χαιρετήσω.»

«Θα μείνεις εδώ μέχρι αύριο», είπε η Νοέμι και με μια

αιλουροειδή σχεδόν κίνηση του πήρε το δισάκι και το

τοποθέτησε πιο πέρα επάνω στον πάγκο.

Κοιτάχτηκαν, κι εκείνος κατάλαβε ότι κάτι είχαν να πουν

εκείνοι οι δυο, να ξαναπιάσουν μια κουβέντα που άφησαν στη

μέση.

«Έφις, άκουσε, θα μας εξιστορήσεις τουλάχιστον τις

περιπέτειές σου, αφού δεν μας έγραψες ποτέ. Πόσα πράγματα θα

έχεις να μας πεις τώρα! Αχ, Έφις, Έφις, ποιος θα το πίστευε

ποτέ ότι όταν θα γερνούσες θα γύριζες τον κόσμο!»

«Κάλιο αργά παρά ποτέ, ντόνα Έστερ μου! Λίγα πράγματα όμως

έχω να εξιστορήσω.»

«Εξιστόρησε αυτά τα λίγα…»

«Ωραία, ναι, θα σας πω…»

Η Νοέμι έστρωνε σιωπηλή το τραπέζι. Να, το ίδιο κάνιστρο

μαυρισμένο από τον καιρό, λειασμένο από τη χρήση∙ να το ίδιο

ψωμί και το ίδιο προσφάγι. Ο Έφις έτρωγε κι εξιστορούσε, με

λόγια μπερδεμένα, που τα σκέπαζε το δειλό ψέμα. Όταν όμως

έριξε τα ψίχουλα και την τελευταία γουλιά στο πάτωμα – αφού η

γη θέλει πάντα το μικρό της μερίδιο από την τροφή του

ανθρώπου – τέντωσε λίγο την πλάτη του και τα μάτια του τα

κύκλωσαν λαμπερές ρυτίδες.

«Λοιπόν, στο ταξίδι ήμασταν όλοι φτωχοδιάβολοι. Πηγαίναμε και

πηγαίναμε χωρίς να ξέρουμε πού θα καταλήγαμε, πάντα όμως με

την ελπίδα του κέρδους. Πηγαίναμε στη σειρά, όπως οι

καταδικασμένοι…»

«Μα δεν ήσασταν στη θάλασσα;»

«Στη θάλασσα, ναι, τι λέω; Στη θάλασσα και με φουρτούνα

μάλιστα. Βράχηκα πολλές φορές. Από πείνα δεν υποφέραμε, όχι.

Έπειτα, ποιος πεινούσε; Εγώ, όχι. Καμιά φορά αισθανόμουν σαν

ένα χέρι να μου σφίγγει δυνατά το στομάχι και ήταν σαν να

ήθελε να μου το ξεριζώσει, τότε έτρωγα και ηρεμούσα. Μόλις

φτάσαμε εκεί αρχίσαμε να δουλεύουμε.»

«Τι δουλειά ήταν;»

«Α, ήταν μια εύκολη δουλειά. Κάναμε το εξής: μαζεύαμε το χώμα

από το ένα μέρος και το στοιβάζαμε στο άλλο…»

«Είναι αλήθεια ότι σκάβουν ένα κανάλι για να περάσει η

θάλασσα; Το νερό όμως δεν ακολουθεί το σκάψιμο;»

«Ναι, έμπαινε μες στα σκαμμένα, αλλά υπάρχουν μηχανήματα που

το τραβούσαν έξω. Είναι κάτι σαν αντλίες… τέλος πάντων, δεν

μπορώ να τις περιγράψω!»

Η Νοέμι άκουγε σιωπηλή, χαϊδεύοντας τη ράχη του γάτου που

γουργούριζε στην ποδιά της ηδονικά. Άκουγε, αλλά η σκέψη της

έτρεχε μακριά.

«Ήσασταν στην ύπαιθρο; Λένε πως εκεί όλα είναι ακριβά.

Θυμάσαι τις ιστορίες που έλεγαν οι μετανάστες, εκεί στο

Ριμέντιο; Έπειτα λένε ότι είναι μια χώρα όπου δε γλεντά

κανείς.»

«Όσο γι’ αυτό, γλεντούνε κι εκεί! Όποιος θέλει να

διασκεδάσει, εννοείται! Άλλοι παίζουν μουσική, άλλοι

χορεύουν, άλλοι προσεύχονται, άλλοι μεθούν, κι ύστερα όλοι

φεύγουν…»

«Φεύγουν; Και πού πάνε;»

«Εννοώ … στις παράγκες τους, για να ξεκουραστούν.»

«Και τι γλώσσα μιλάνε;»

«Γλώσσα; Όλες τις γλώσσες. Εγώ μιλούσα τη γλώσσα της

Σαρδηνίας με τους συντρόφους μου…»

«Α, ώστε είχες συντρόφους από τη Σαρδηνία;»

«Είχα μερικούς συντρόφους από τη Σαρδηνία: ένα γέρο κι ένα

νέο. Μου φαίνεται πως τους έχω ακόμη κολλημένους επάνω μου,

με το συμπάθιο.»

Τα μάτια της Νοέμι άστραψαν χαιρέκακα.

«Ελπίζω εμείς να είμαστε πιο καθαρές!» είπε, σφίγγοντάς του

το μπράτσο.

«Ναι, ένα γέρο κι ένα νέο. Τσακώνονταν συνέχεια: ήταν κακοί,

φθονεροί, ζηλιάρηδες, κατά βάθος όμως ήταν και καλοί. Έτσι

είναι φτιαγμένος ο άνθρωπος: καλός και κακός συνάμα. Στο κάτω

κάτω είμαστε πάντα δυστυχισμένοι∙ ακόμη και οι πλούσιοι είναι

συχνά δυστυχισμένοι. Α, να!»

Να, το σφίξιμο του χεριού της Νοέμι του θύμιζε το σφίξιμο του

Τζατσίντο, εκεί μες στη μικρή αυλή του Νούορο, και το μυστικό

που εμπόδιζε τη γυναίκα να δεχτεί την πρόταση του ντον

Πρέντου.

«Ο ντον Πρέντου, για παράδειγμα», είπε σχεδόν άθελα και

πρόσθεσε κοιτάζοντας τη νεαρή κυρά του, «μήπως δεν είναι

πλούσιος και δυστυχισμένος;»

Η κυρά του όμως γελούσε πάλι κι εκείνος εξοργίστηκε παρά τη

θέλησή του.

«Πού είναι το αστείο; Μήπως δεν είναι δυστυχισμένος ο ντον

Πρέντου; Μέχρις ότου τον λυπηθείτε, ντόνα Νοέμι…. Κι όμως,

είναι καλός.»

Τότε η ντόνα Έστερ σηκώθηκε ακουμπώντας το χέρι στη ράχη του

πάγκου και στάθηκε παρατηρώντας τους σοβαρή.

«Τι καλός μου λες;», είπε η Νοέμι, χωρίς να γελά πια. «Είναι

γέρος τώρα και δεν μπορεί πια να κοροϊδεύει τον κόσμο∙ αυτό

είναι όλο! Ας μη μιλάμε γι’ αυτόν.»

«Κι όμως, θα μιλήσουμε γι’ αυτόν», είπε η ντόνα Έστερ έντονα.

«Έφις, εξήγησέ μου τις κουβέντες σου.»

«Τι να σας εξηγήσω, ντόνα Έστερ; Ότι ο ντον Πρέντου θέλει να

παντρευτεί τη ντόνα Νοέμι;»

«Α, ώστε κι εσύ το ξέρεις; Πώς το ξέρεις;»

«Εγώ ήμουν ο πρώτος προξενητής.»

«Ο πρώτος κι ο τελευταίος», φώναξε η Νοέμι πετώντας κάτω το

γάτο σαν να ήταν κουβάρι. «Αρκετά. Δεν θέλω να ξαναμιλήσουμε

γι’ αυτό.»

Ο Έφις όμως εναντιώθηκε.

«Γιατί εγώ δεν του πήγα ποτέ την απάντηση, ντόνα Νοέμι! Πώς

μπορούσα να του την πάω; Δεν τολμούσα και γι’ αυτό έφυγα.»

Η ντόνα Έστερ ξανακάθισε πλάι του κι εκείνος την αισθάνθηκε

που έτρεμε ολόκληρη.

«Α, Έφις», μουρμούριζε. «Εκείνος είχε τη ιδέα από τότε κι εσύ

δεν έλεγες τίποτε; Και έφυγες; Γιατί όμως; Για να πω την

αλήθεια, όλα αυτά μου φαίνονται σαν όνειρο. Εγώ ποτέ δεν

έμαθα τίποτε: μόνο οι ξένοι έρχονταν να μου το πουν, μόνο οι

ξένοι. Κι εσύ, αδελφή μου, κι εσύ… κι εσύ…»

«Τι να σου πω, Έστερ; Μήπως με ζήτησε ο ίδιος; Πότε

εξηγήθηκε; Στέλνει δώρα, έρχεται πότε πότε, κάθεται, φλυαρεί

μαζί σου και σ’ εμένα σχεδόν δεν λέει κουβέντα. Τον έδιωξα

ποτέ εγώ;»

«Δεν τον διώχνεις, αλλά κάνεις κάτι χειρότερο. Γελάς όταν

έρχεται, τον κοροϊδεύεις.»

«Έτσι πρέπει! Ό, τι σπέρνει κανείς θερίζει.»

«Νοέμι, γιατί μιλάς έτσι; Σαν να τρελάθηκες, εδώ και κάμποσο

καιρό! Δεν σκέφτεσαι πια λογικά. Γιατί λες πως σε κοροϊδεύει,

αφού έστειλε μαντάτα πως σ’ αγαπά;»

«Ένα υπηρέτη έστειλε να μου το πει!»

Η ντόνα Έστερ κοίταξε τον Έφις, αλλά ο Έφις σιωπούσε με

κατεβασμένο το κεφάλι, όπως έκανε κάποτε, όταν οι αδελφές

φιλονικούσαν. Περίμενε, εξάλλου, βέβαιος ότι η Νοέμι, παρά

την περιφρόνησή της, θα γύριζε σ’ αυτόν για να συνεχίσουν τη

συζήτηση οι δυο τους μόνοι.

«Έφις, την ακούς πώς μιλάει; Κι όμως, σου λέω πως δεν είσαι ο

μόνος που της το έχει πει. Και ο Τζατσίντο…»

Το όνομα αυτό όμως δημιούργησε ένα τρομαχτικό κενό τριγύρω

και ο Έφις είδε τη Νοέμι να πετιέται όρθια αναστατωμένη∙ ωχρή

από θυμό και μίσος.

«Έστερ!», είπε με τραχιά φωνή. «Είχες ορκιστεί να μην

ξαναπροφέρεις το όνομά του.»

Και βγήκε, σαν να την έπνιγε η οργή.

«Ναι», μουρμούρισε η ντόνα Έστερ, σκύβοντας στο αυτί του

Έφις. «Τόσο τον μισεί που μ’ έβαλε να ορκιστώ ότι δεν θα

ξαναπώ το όνομά του. Όταν ήρθε την τελευταία φορά να μας πει

πως παντρεύεται την Γκριζέντα και να συμβουλεύσει τη Νοέμι να

δεχτεί τον Πρέντου, τον έδιωξε και ήταν τρομερή, όπως την

είδες τώρα. Κι εκείνος έφυγε κλαίγοντας. Πες μου, όμως, πες

μου Έφις», συνέχισε θλιμμένη, «δεν είμαστε πολύ άτυχες εμείς;

Ο Τζατσίντο που μας έχει καταστρέψει και παντρεύεται εκείνη

την ξεβράκωτη και η Νοέμι, αντίθετα, που πετάει ένα τέτοιο

τυχερό. Γιατί γίνεται αυτό, Έφις, πες μου, εσύ που έχεις

γυρίσει τον κόσμο: παντού έτσι είναι; Γιατί η μοίρα μάς

τσακίζει έτσι, σαν να είμαστε καλάμια;»

«Ναι», της απάντησε τότε εκείνος, «ακριβώς σαν τις καλαμιές

στον άνεμο είμαστε, ντόνα Έστερ μου. Να γιατί! Εμείς είμαστε

τα καλάμια και η μοίρα είναι ο άνεμος.»

«Ναι, εντάξει∙ γιατί όμως μια τέτοια μοίρα;»

«Και ο άνεμος γιατί; Ο Θεός μόνο ξέρει.»

«Γενηθήτω, τότε, το θέλημά Του», είπε εκείνη σκύβοντας το

κεφάλι στο στήθος και βλέποντάς την έτσι σκυμμένη, τόσο γριά

και θλιμμένη, ο Έφις ένοιωσε σχεδόν δυνατός. Και για να την

παρηγορήσει σκέφτηκε να της διηγηθεί μια από τις τόσες

ιστορίες του τυφλού.

«Άλλωστε δεν είμαστε ποτέ ευχαριστημένοι. Ξέρετε την ιστορία

της Βασίλισσας του Σαβά; Ήταν όμορφη και είχε ένα μακρινό

βασίλειο με πολλούς κήπους από συκιές και ροδιές και ένα

παλάτι ολόχρυσο. Άκουσε, λοιπόν, να λένε ότι ο Βασιλιάς

Σολομών ήταν πλουσιότερος από εκείνη κι έχασε τον ύπνο της. Η

ζήλεια την έτρωγε τόσο που αποφάσισε να κάνει ένα ταξίδι,

παρόλο που θα έπρεπε να διασχίσει τη μισή γη, για να πάει να

δει η ίδια…»

Η ντόνα Έστερ έσκυψε λίγο από την άλλη μεριά και πήρε το

βιβλίο μέσα στο οποίο είχε βάλει τα γυαλιά της.

«Αυτές οι ιστορίες βρίσκονται εδώ, στην Αγία Γραφή.»

Ο Έφις κοίταξε ταπεινωμένος το βιβλίο και δε συνέχισε.

Όταν έμεινε μόνος ξάπλωσε στην ψάθα, αλλά, παρά τη μεγάλη του

κούραση, δεν μπόρεσε να κοιμηθεί. Είχε την εντύπωση ότι οι

τυφλοί είχαν ξαπλώσει εκεί δίπλα του και ότι τριγύρω και έξω,

μέσα στα σκοτάδια, απλωνόταν ένα άγνωστο χωριό. Οι κυράδες

του όμως βρίσκονταν εκεί, στον πάγκο και τον κοίταζαν: η

ντόνα Έστερ γριά και με βλέμμα σχεδόν ικετευτικό, η ντόνα

Νοέμι χαμογελαστή, αλλά πιο τρομερή απ’ ότι όταν ήταν

αυστηρή.

Και, πράγμα περίεργο, δεν ένοιωθε πια υποταγή στη ντόνα Έστερ

ούτε φόβο στη ντόνα Νοέμι, ήταν σαν τον απελευθερωμένο δούλο

που έγινε πλούσιος σε σύγκριση με τα φτωχά του αφεντικά.

«Μπορώ να τις βοηθήσω, μπορώ ακόμη να τις βοηθήσω και ακόμη

δεν το θέλουν…. Αύριο…»

Περίμενε με αγωνία το αύριο∙ να γιατί δεν μπορούσε να

κοιμηθεί. Αύριο θα μιλήσει με τη Νοέμι. Θα ξαναπιάσουν τη

συζήτηση που είχε διακοπεί τόσους μήνες πριν και ίσως

μπορέσει να φέρει την καλή είδηση στον ντον Πρέντου.

Τότε άρχισε να προσεύχεται, σιγά σιγά, έπειτα όλο και πιο

δυνατά, μέχρι που του φάνηκε ότι είχε αρχίσει να ψέλνει όπως

έκαναν οι προσκυνητές εκεί πάνω, στη Θαυματουργή Παναγία.

Αύριο… Όλα θα πάνε καλά αύριο∙ όλα θα τελειώσουν, όλα θα

ξεκαθαρίσουν. Του φαινόταν πως καταλάβαινε τελικά γιατί ο

Θεός τον έσπρωξε να εγκαταλείψει το σπίτι των κυράδων του και

να φύγει περιπλανώμενος: ήταν για να δοθεί χρόνος στο

Τζατσίντο να σκαλίσει βαθειά μες στη συνείδησή του και στη

Νοέμι για να γιατρευτεί από το πάθος της.

«Εάν έδινα αμέσως τη απάντηση στον ντον Πρέντου, όλα θα είχαν

τελειώσει», σκεφτόταν με αίσθημα ανακούφισης και ονειρευόταν

ενώ τον έπαιρνε ο ύπνος. Να, ένα ακαθόριστο διάχυτο φως

φωτίζει τριγύρω την πεδιάδα∙ είναι ένα λευκό δαχτυλίδι επάνω

από έναν μαύρο κύκλο. Είναι η αυγή. Οι τυφλοί σηκώνονται,

μπλέκουν τα δάχτυλά τους, σκύβουν μπροστά του και τον

αναγκάζουν να καθίσει επάνω στα χέρια τους και να βάλει τα

μπράτσα του γύρω από το λαιμό τους. Έτσι τον ανασηκώνουν, τον

παίρνουν μακριά, τραγουδώντας, όπως κάνουν τα παιδιά όταν

παίζουν.

Γελούσε: δεν ήταν ποτέ τόσο ευτυχισμένος. Στο βάθος όμως, στη

σκοτεινή κουζίνα, η ντόνα Έστερ και η ντόνα Νοέμι δε

μετακινήθηκαν από τον πάγκο. Και να, εκείνος αισθανόταν

υποταγή στη μια και φόβο για τη άλλη. Έκλεισε τότε τα μάτια

και προσποιήθηκε ότι ήταν κι εκείνος τυφλός. Και πήγαιναν

έτσι και οι τρεις, εδώ κι εκεί, επάνω σ’ ένα μαλακό έδαφος,

ψέλνοντας δοξαστικούς ύμνους για το Άγιο Πνεύμα. Ένα χέρι

όμως άρπαξε από πίσω το καπότο του και σταμάτησε την ομάδα.

«Κοιμόσουν κιόλας, Έφις; Κάνε υπομονή. Η Έστερ μου είπε ότι

θα φύγεις αύριο το πρωί νωρίς και κατέβηκα.»

Πετάχτηκε επάνω και ανακάθισε στην ψάθα, στα πόδια της, που

στεκόταν όρθια, ακίνητη, μεγαλόσωμη με το φως στο χέρι. Ένας

σκοτεινός κύκλος με ένα δαχτυλίδι φωτός τριγύρω, όπως το είχε

ονειρευτεί, τους περιέβαλε.

«Έπειτα, εγώ ήθελα να σου μιλήσω όταν θα ήσουν μόνος, Έφις. Η

Έστερ μερικά πράγματα δεν τα καταλαβαίνει. Κι εσύ έπραξες

άσχημα να φλυαρήσεις μαζί της: ούτε εσύ καταλαβαίνεις.»

Εκείνος σιωπούσε. Καταλάβαινε, σίγουρα, αλλά έπρεπε να σιωπά

και να προσποιείται όπως ένας σκλάβος.

«Δεν καταλαβαίνεις και γι’ αυτό μιλάς πάρα πολύ, Έφις! Εάν

εσύ εκείνη την ημέρα μου έφερνες μόνο τα προξενιά, χωρίς να

μου δώσεις συμβουλές, θα ήταν καλύτερα. Αντί γι’ αυτό είπες

ένα σωρό άχρηστα πράγματα. Τώρα θέλω μόνο να μάθω εάν είναι

αλήθεια ότι εσύ δεν είπες τίποτε από αυτά που κουβεντιάσαμε

στον ντον Πρέντου.»

«Τίποτα, ντόνα Νοέμι μου!»

«Κάτι ακόμη θέλω να σε ρωτήσω, Έφις, αλλά πρέπει να μου πεις

την αλήθεια. Εσύ…» δίστασε για λίγο, έπειτα ανέβασε τη φωνή,

«μίλησες γι’ αυτό με τον Τζατσίντο; Πες μου την αλήθεια.»

«Όχι», είπε ψέματα με σταθερή φωνή: «σας ορκίζομαι, δεν

μίλησα γι’ αυτό».

«Πιστεύεις τότε πως του το είπε ο ντον Πρέντου;»

«Έτσι πιστεύω, ντόνα Νοέμι μου.»

«Κάτι ακόμη. Πες μου, γιατί έφυγες;»

«Δεν ξέρω. Αυτό σκεφτόμουν την ώρα που μ’ έπαιρνε ο ύπνος.

Σκεφτόμουν ότι ο Κύριος ήταν εκείνος που μ’ έκανε να φύγω.

Φοβόμουν και ντρεπόμουν να παρουσιαστώ στον ντον Πρέντου μ’

εκείνη την απάντηση. Ναι, ντόνα Νοέμι, επειδή ο ντον Πρέντου

με είχε πάρει στην υπηρεσία του μόνο και μόνο γι’ αυτό το

σκοπό, το ξέρω. Σας αγαπούσε και ήθελε να είμαι εγώ ο

ενδιάμεσος. Όταν, λοιπόν, εσείς είπατε όχι, όχι, εγώ έφυγα…»

Η Νοέμι άρχισε να γελά, αλλά με ένα γέλιο ελαφρύ, τελείως

διαφορετικό από το προηγούμενο μοχθηρό γέλιο. Φανέρωνε

συμπόνια για τον Έφις, συμπόνια για τον ντον Πρέντου, αλλά

και ικανοποίηση και γλυκύτητα. Ποτέ, ποτέ ο Έφις δεν την είχε

ακούσει να γελά έτσι. Κι όμως, θυμόταν εκείνο το γέλιο,

εκείνο το πρόσωπο σκυμμένο επάνω του, εκείνη τη σκιά κι

εκείνο το τρεμάμενο φως τριγύρω, και η καρδιά του χτυπούσε,

χτυπούσε και πήγαινε να σπάσει.

Η Λία, όπως ήταν τη νύχτα της φυγής, στεκόταν μπροστά του.

«Κάτι ακόμη και τελειώσαμε. Άκου, πιστεύεις πραγματικά ότι ο

Τζατσίντο θα παντρευτεί την Γκριζέντα;»

«Ναι, είναι σίγουρο»

«Πότε θα παντρευτούν;»

«Πριν από τα Χριστούγεννα.»

Εκείνη χαμήλωσε το φως, σαν να ήθελε να δει καλύτερα το

πρόσωπό του κι έτσι φώτισε καλά το δικό της. Πόσο χλωμή ήταν

και πόσο νεανικό και ταυτόχρονα γερασμένο ήταν το πρόσωπο

της!

Η περηφάνια, το πάθος, η επιθυμία να γκρεμίσει την παλιά,

άθλια ζωή της και με τα συντρίμμια να ξαναχτίσει μια άλλη,

καινούργια και δυνατή, όλα αυτά έλαμπαν φλογερά μέσα στα

μάτια της.

«Άκουσέ με, Έφις», είπε τραβώντας πάλι το φως, «να πεις,

λοιπόν, στον Πρέντου ότι τον θέλω, αλλά ότι πρέπει να

παντρευτούμε γρήγορα, πριν από εκείνους τους δυο.»

Κεφάλαιο δέκατο έβδομο

Ο Έφις βρισκόταν πάλι εκεί πάνω, στο κτηματάκι. Αφού είχε

τελειώσει ο καιρός της παραγωγής και είχε γίνει και η

συγκομιδή των καρπών, ο Τσουαναντόνι, στον οποίο το αφεντικό

είχε αναθέσει τη βόσκηση ενός κοπαδιού προβάτων στα

βουρλοτόπια γύρω από το χωριό, έφυγε ικανοποιημένος.

Να τος λοιπόν πάλι ο Έφις καθισμένος στη συνηθισμένη του θέση

μπροστά στο καλύβι, κάτω από το γλαυκό φρύδι του καλαμιώνα. Ο

ουρανός είναι κόκκινος, ψηλά επάνω από το λευκό λόφο. Περνάει

ο άνεμος και τα καλάμια τρέμουν και ψιθυρίζουν.

«Έφις θυμάσαι, Έφις θυμάσαι; Έφυγες, ξαναγύρισες, είσαι πάλι

ανάμεσά μας σαν κάποιος της οικογένειας. Άλλος λυγίζει και

άλλος σπάει, άλλος αντέχει σήμερα αλλά θα λυγίσει αύριο και

μεθαύριο θα σπάσει. Έφις θυμάσαι, Έφις θυμάσαι;»

Εκείνος έπλεκε μια ψάθα και προσευχόταν. Κάθε τόσο ένας

δυνατός πόνος στο πλευρό τον έκανε να πετιέται με το κορμί

ίσιο και άκαμπτο σαν κάποιος να του έχωνε ένα σιδερένιο

πάσαλο στα νεφρά∙ διπλωνόταν πάλι, ωχρός και τρέμοντας,

ακριβώς σαν ένα καλάμι στον άνεμο∙ αλλά μετά τον σπασμό

ένοιωθε μεγάλη αδυναμία, έντονη ευφορία, επειδή ήλπιζε να

πεθάνει γρήγορα. Η μέρα του είχε τελειώσει.

Όσο μπορούσε ν’ αντέξει έμενε εκεί πάνω, κολλημένος στη γη

που του είχε ρουφήξει όλη την ικμάδα και όλα του τα δάκρια.

Το φθινόπωρο προχωρούσε με τις γλυκές μέρες του Οκτώβρη, με

τα πρώτα κρύα του Νοέμβρη. Τα βουνά απέναντι και στο βάθος

της κοιλάδας έμοιαζαν με ηφαίστεια: σύννεφα καπνού αυλακωμένα

από ωχρές φλόγες κι έπειτα πίδακες γαλαζωπής λάβας και στήλες

φωτιάς ανέβαιναν πέρα μακριά, από τη θάλασσα.

Προς το βράδυ ο ουρανός ξεκαθάριζε, όλο το ασήμι των ορυχείων

του κόσμου μαζευόταν σε μπλοκ και σε σωρούς στον ορίζοντα∙

αόρατοι εργάτες το δούλευαν, έχτιζαν σπίτια, κτίρια,

ολόκληρες πολιτείες, κι αμέσως μετά τα χαλούσαν και ερείπια,

ερείπια άσπριζαν τότε μες στο δειλινό, σκεπασμένα με χρυσή

βλάστηση, με ροδόχρωμους θάμνους∙ περνούσαν κοπάδια από

γκρίζα και μαύρα άλογα, ένα σημάδι κίτρινο έλαμπε πίσω από

ένα διαλυμένο κάστρο και έμοιαζε να είναι η φωτιά κάποιου

ερημίτη ή κάποιου ληστή που είχε καταφύγει εκεί πάνω: ήταν το

φεγγάρι που έβγαινε.

Καλαμιές στον άνεμο · 第 14 / 16 段