Κι εκείνος έβλεπε το σπίτι του ντον Πρέντου, με τις ροδιές

γεμάτες φρούτα, τους φοίνικες, στα ψαθιά απλωμένα τσαμπιά

σταφύλια και χρυσές κολοκύθες.

«Η Νοέμι θα περάσει καλά… εκεί… θα τρώει καλά, θα παχύνει, θα

δώσει λεφτά στην ντόνα Έστερ για να διορθώσει εδώ το

μπαλκόνι. Θα περάσει καλά… Θα είναι σαν τη Βασίλισσα του

Σαβά. Αλλά κι εκείνη, η Βασίλισσα του Σαβά, δεν ήταν

ευχαριστημένη… Η Νοέμι θα τον βαρεθεί κι εκείνη το χρυσό

σταυρό της και θα θελήσει να φύγει μακριά, όπως η Λία, όπως η

Βασίλισσα του Σαβά, όπως όλοι…»

Αυτό όμως δεν του έκανε καμία έκπληξη πια∙ να πάει κανείς

μακριά, πρέπει να πάει κανείς μακριά, σε άλλα μέρη, όπου

υπάρχουν πράγματα σπουδαιότερα από τα δικά μας.

Κι εκείνος ετοιμαζότανε για εκεί.

Έκλεισε τα μάτια και τράβηξε το χράμι επάνω στο κεφάλι του.

Και να που ξαναβρέθηκε επάνω στο τοιχάκι του μικρού κτήματος.

Τα καλάμια μουρμούριζαν, η Λία και ο Τζατσίντο κάθονταν

σιωπηλοί μπροστά στην καλύβα και κοίταζαν προς τη θάλασσα.

Του φάνηκε πως αποκοιμήθηκε. Ξαφνικά όμως τινάχτηκε, είχε την

αίσθηση ότι γκρεμιζόταν από το τοιχάκι.

Είχε πέσει από την άλλη μεριά, στην κοιλάδα του θανάτου.

Η ντόνα Έστερ τον βρήκε έτσι, ήρεμο, ακίνητο, κάτω από το

χράμι, άκαμπτο.

Τον κούνησε, τον φώναξε και μόλις κατάλαβε ότι ήταν νεκρός

και ότι τον άφησαν να πεθάνει μόνος, άρχισε να κλαίει γοερά,

με ένα βραχνό βογγητό που την τρόμαξε. Προσπάθησε να

ηρεμήσει, αλλά δεν μπορούσε∙ λες και μια ψυχή θρηνούσε μέσα

της ενάντια στη θέλησή της. Τότε πήγε και έκλεισε την

εξώπορτα για να μην έρθει κανείς ξαφνικά και τη δει να

οδύρεται μ’ αυτόν τον τρόπο για το νεκρό υπηρέτη και μάθει ο

κόσμος ότι τον άφησαν να πεθάνει μοναχό, ενώ για την

οικογένεια εκείνη ήταν μια μεγάλη μέρα γιορτής.

Περιμένοντας να περάσει η ώρα σήκωσε το κουφάρι, που ήταν

ξερακιανό και ελαφρύ σαν εκείνο μικρού παιδιού, το έπλυνε, το

έντυσε, μιλώντας του χαμηλόφωνα, ανάμεσα στις προσευχές της,

για να του διηγηθεί πώς έγινε η γαμήλια τελετή, πως η Νοέμι

έκλαιγε την ώρα που έμπαινε στο καινούργιο, το πλούσιο σπίτι

της – έκλαιγε από ευτυχία, εννοείται – πως το σπίτι ήταν

γεμάτο δώρα, πως ο κόσμος τους έραινε με ρύζι και λουλούδια

μέχρι μέσα στην αυλή των νεόνυμφων, για να τους ευχηθεί καλή

τύχη, πως όλοι, με λίγα λόγια, ήταν ευχαριστημένοι.

«Κι εσύ έκανες τέτοιο πράγμα… να φύγεις έτσι, στα κρυφά…

χωρίς να πεις τίποτα… σαν την άλλη φορά… Α, Έφις, δεν έπρεπε

να το κάνεις αυτό… σήμερα, σήμερα ακριβώς!...»

Εκείνος έμοιαζε ν’ ακούει, με τα γυάλινα μάτια του

μισόκλειστα, ήρεμος αλλά αποφασισμένος να μην απαντήσει σαν

καλός υπηρέτης, γεμάτος σεβασμό.

Η ντόνα Έστερ θυμήθηκε ότι του άρεσαν τα λουλούδια, έκοψε ένα

γεράνι από το πηγάδι και του το έβαλε ανάμεσα στα δάχτυλα,

επάνω στο σταυρό. Στο τέλος σκέπασε το νεκρό με ένα ύφασμα

από πράσινο μετάξι που το είχαν βγάλει για το γάμο. Το ύφασμα

όμως ήταν κοντό και τα πόδια έμειναν ακάλυπτα, στραμμένα,

όπως συνηθίζεται, προς την πόρτα και έμοιαζε ο υπηρέτης να

κοιμάται για τελευταία φορά στο αρχοντικό σπίτι, να

αναπαύεται, πριν ξεκινήσει το ταξίδι προς την αιωνιότητα.

ΤΕΛΟΣ

[1] Rettore: στους καθολικούς ο ιερωμένος που διευθύνει ένα

εκκλησιαστικό ίδρυμα, μια μη ενοριακή εκκλησία, μια ιερατική

σχολή (σεμινάριο) (σ.τ.μ.)

[2} Χαρακτηριστικό κτίσμα της Σαρδηνίας σε σχήμα κόλουρου

κώνου, κατασκευασμένο από μεγάλες πέτρες σε μορφή

ξερολιθιάς, που χρησίμευε ως οχυρωμένη κατοικία. (σ.τ.μ.)

[3] Τυπικό γλυκό της Σαρδηνίας αποτελούμενο από αμύγδαλα,

ζάχαρη ή μέλι και φλούδα πορτοκαλιού (σ.τ.μ.)

[4] Morra: Παλιό, λαϊκό παιχνίδι μεταξύ δύο παιχτών που

παίζεται με τα δάχτυλα του ενός χεριού (σ.τ.μ.)

[5] Ύφασμα της Σαρδηνίας από ακατέργαστο μαλλί, ανθεκτικό και

σχεδόν αδιάβροχο (σ.τ.μ.)

Καλαμιές στον άνεμο · 第 16 / 16 段