Η γαλήνη εκείνη μεγάλωνε την ανησυχία του Έφις. Για πρώτη

φορά του φανερωνόταν καθαρά, όπως εκείνος εκεί ο βράχος στο

βουνό μέσα στο διάφανο αέρα, το λάθος της πορείας του προς

την εξιλέωση. Όχι, δεν ήταν εκείνο που είχε ονειρευτεί.

Και οι κακόμοιρες οι κυράδες του που υπέφεραν εκεί κάτω

μόνες, εγκαταλειμμένες; Για πρώτη φορά σκέφτηκε να

επιστρέψει, να τελειώσει τις μέρες του στα πόδια τους, σαν

ένα πιστό σκυλί. Να επιστρέψει, να καταδικάσει έτσι την ψυχή

του, αλλά να μην τις κάνει να υποφέρουν: αυτή ήταν η

πραγματική εξιλέωση. Δεν μπορούσε όμως να εγκαταλείψει και το

σύντροφό του. Και να που ανοίγει η πόρτα της καζάρμας και

βγαίνουν οι δυο τυφλοί κρατώντας ο ένας το χέρι του άλλου σαν

δυο αδέλφια.

Ο Έφις πήγε κοντά τους και πήρε από το χέρι το σύντροφό του.

Έτσι, μπαίνοντας στη σειρά γύρισαν στην αυλή της εκκλησίας

κι εκεί έκαναν ένα γύρο ψάχνοντας τον ψεύτικο άρρωστο. Ο

κόσμος χόρευε και έπαιζε μουσική, το ηλιοβασίλεμα έβαφε

τριανταφυλλί το καμπαναριό, τις στέγες, τα δέντρα τριγύρω.

Από την εκκλησία έβγαιναν ψαλμωδίες δοξολογίας που συνόδευαν

τη χορευτική μουσική, και μια μοσχοβολιά από λιβάνι που

μπερδευόταν με τις μυρωδιές των περιβολιών.

Όσο όμως και αν έψαξαν, δεν βρήκαν τον ψεύτικο άρρωστο στην

αυλή, ούτε στην εκκλησία ή στους δρόμους τριγύρω. Κάποιοι

είπαν πως το ’σκασε από το φόβο των καραμπινιέρων. Έτσι ο

Έφις απόμεινε με τους δυο τυφλούς.

Κεφάλαιο δέκατο πέμπτο

Τους έσερνε πίσω του για πολύ καιρό.

Πήγαιναν από πανηγύρι σε πανηγύρι μόνοι ή στη σειρά με άλλους

ζητιάνους, σαν καταδικασμένοι που κατευθύνονται σε έναν

απλησίαστο χώρο μαρτυρίου.

Τα πανηγύρια έμοιαζαν μεταξύ τους: τα σημαντικότερα γίνονταν

τη άνοιξη και το φθινόπωρο γύρω από ξωκλήσια, επάνω στα

βουνά, στα οροπέδια, στο χείλος κοιλάδων. Τότε, τα μέρη που

ήταν έρημα όλο το χρόνο, τα ακαλλιέργητα χωράφια και τα

ρουμάνια, σαν να άνθιζαν πάλι, σαν να συνέβαινε ένα ξέσπασμα

ζωής και χαράς. Τα ζωηρά χρώματα της φορεσιάς των χωρικών, το

κόκκινο του σκαρλάτου, το κίτρινο των τσεμπεριών, το φλογερό

κρεμιζί από τις ποδιές, έλαμπαν σα λουλουδένιες κηλίδες

ανάμεσα στο πράσινο των σχίνων και στο φίλντισι των καλαμιών

που είχαν μείνει στα θερισμένα χωράφια.

Και παντού έπιναν, τραγουδούσαν, χόρευαν, τσακώνονταν.

Ο Έφις, ντυμένος κι εκείνος όπως οι άλλοι ζητιάνοι, έσερνε

πίσω του τους δυο τυφλούς και του φαινόταν πως ήταν η μοίρα

του η ίδια: το έγκλημα και η τιμωρία του.

Δεν τους αγαπούσε, αλλά τους ανεχόταν με άπειρη υπομονή.

Κι εκείνοι δεν τον αγαπούσαν, αλλά ζήλευαν ο ένας τον άλλο

για την προσοχή που τους έδειχνε, και καυγάδιζαν συνέχεια.

Τον Αύγουστο και το Σεπτέμβριο ήταν σε διαρκή κίνηση,

λαχάνιαζαν από το τρεχαλητό. Στην αρχή ανέβηκαν στο βουνό

Ορτομπένε για το πανηγύρι του Σωτήρος.

Ήταν τον Αύγουστο∙ το φεγγάρι μεγάλο, κόκκινο, έβγαινε από τη

θάλασσα και φώτιζε τα δάση. Από εκεί πάνω, ναι, ο Έφις έβλεπε

το Βουνό του μακριά και πέρασε τη νύχτα με προσευχές, κάτω

από το μαύρο σταυρό που έμοιαζε να ενώνει το γαλανό ουρανό με

την γκρίζα γη. Την αυγή ακούστηκε μια μακρινή ψαλμωδία. Μια

λιτανεία ανέβαινε από την κοιλάδα και σε λίγο οι βράχοι

καλύφθηκαν με άσπρο και κόκκινο, ανάμεσα στους θάμνους

γελαστά ξεφύτρωναν τα πρόσωπα των παιδιών και κάτω από τα

πουρνάρια οι γέροι βοσκοί γονάτιζαν σαν Δρυΐδες προσήλυτοι.

Επάνω στην αγία τράπεζα, που ήταν φτιαγμένη από ακατέργαστη

πέτρα, το δισκοπότηρο άστραψε στον ήλιο και ο Λυτρωτής φάνηκε

να διστάζει πριν ξεκολλήσει από το βράχο και αρχίσει να

πετάει, εγκαταλείποντας το σταυρό ανάμεσα στη γκρίζα γη και

το γαλάζιο ουρανό. Ακούστηκε κάποιος να κλαίει γοερά∙ ήταν

ένας ζητιάνος ανάμεσα σε δυο τυφλούς, πίσω από ένα θάμνο.

Ήταν ο Έφις.

Το Σεπτέμβρη ανέβηκαν στο βουνό Γκονάρε. Ο καιρός ήταν πάλι

κακός, με βίαιες καταιγίδες. Ρυάκια με θολά νερά χάραζαν τις

πλαγιές, κάτω απλώνονταν τα παραμορφωμένα από τον άνεμο δάση,

και όλο το βουνό σκιρτούσε από τις βροντές. Οι πιστοί όμως

δεν το έβαζαν κάτω. Ανέβαιναν από τα ελικοειδή μονοπάτια, από

τους φιδωτούς δρόμους και πλημμύριζαν το ξωκλήσι, όπως το

αίμα που από τις φλέβες ανεβαίνει στην καρδιά.

Από μια κόγχη, που σχημάτιζαν οι πέτρες και όπου είχε

καταφύγει ο Έφις με τους συντρόφους του, έβλεπε να περνούν οι

φιγούρες μέσα από την ομίχλη σαν να ήταν επάνω στα σύννεφα

και η ιστορία του Κατακλυσμού, που ο νεαρός τυφλός

εξιστορούσε, του φαινόταν πως ήταν η δική τους ιστορία. Να,

μερικοί πατριάρχες είχαν σωθεί και κατέφευγαν στο Βουνό.

Ανέβαιναν με τις γυναίκες τους και τα παιδιά τους και ήταν

λυπημένοι, αλλά ταυτόχρονα και χαρούμενοι, επειδή τα είχαν

χάσει όλα και τα είχαν διασώσει όλα.

Οι γυναίκες ειδικά κοίταζαν επάνω από τ’ άλογα μέσα από την

κορνίζα που σχημάτιζε το σάλι τους, με μεγάλα αφηρημένα μάτια

τους, που στιγμές στιγμές σπιθοβολούσαν από χαρά. Κάτι τις

τρόμαζε, κάτι τις χαροποιούσε, ίσως ο ίδιος τους ο φόβος. Και

μακρινές φωνές αντηχούσαν μες στην ομίχλη σαν χλιμίντρισμα

άγριων αλόγων που τρέχανε στον άνεμο.

Ο Έφις πάντα φοβόταν μήπως τον αναγνωρίσουν παρόλο που ήταν

ντυμένος με αστική φορεσιά και είχε γκρίζα και ανακατεμένα

γένια σα να φορούσε μάσκα φτιαγμένη από γαϊδουρότριχες.

Κοίταζε τις φιγούρες που περνούσαν στο μονοπάτι μπροστά του,

μήπως καμιά τού ήταν γνωστή, και πράγματι, ξαφνικά έσκυψε

κλείνοντας τα μάτια όπως τα μικρά παιδιά, όταν θέλουν να

κρυφτούν.

΄Ενας άντρας κάπως ατημέλητος, καβάλα σ’ ένα μαύρο άλογο,

ανέβαινε αργά, καλυμμένος ολόκληρος με ένα καπότο από

ορμπάτσε με φόδρα από σκαρλάτο. Ο άνεμος ανασήκωνε τις άκρες

αυτού του είδους του ισπανικού πανωφοριού και άφηνε να φανεί

το κεντημένο δισάκι και τα χοντρά πόδια του καβαλάρη πάνω στα

αστραφτερά σαν από ασήμι σπιρούνια. Η κουκούλα σκίαζε ένα

πρόσωπο καλοσυνάτο και σαρκαστικό, που στράφηκε προς τους

ζητιάνους μ’ ένα ελαφρά ειρωνικό χαμόγελο ενώ με το χέρι τούς

πετούσε λίγα κέρματα.

Ο Έφις ξανάνοιξε τα μάτια και ανασηκώθηκε σιγά σιγά.

«Ξέρεις ποιος είναι εκείνος;», είπε στο νεαρό τυφλό. «Είναι

το αφεντικό μου!»

Μόλις σταμάτησε η βροχή οι τρεις σύντροφοι πήραν πάλι τον

ανήφορο, σιωπηλοί, σκυφτοί, σαν να έψαχναν στο μονοπάτι κάτι

που είχαν χάσει. Τα σύννεφα έτρεχαν επάνω στους βράχους και

οι θάμνοι και τα δέντρα λύγιζαν από τον άνεμο, τρελά από την

επιθυμία να ξεκολλήσουν από τη γη και να τ’ ακολουθήσουν.

Βροντούσε ακόμα και όλα είχαν ένα μεγαλείο αναταραχής και

αγωνίας. Ο Έφις αισθανόταν να τον παίρνει η δίνη σαν να ήταν

ξερό φύλλο.

Στάθηκαν πλάι σ’ έναν από τους σταυρούς που σημαδεύουν το

δρόμο.

Ο άνεμος περνούσε ορμητικός, αλλά αργά το απόγευμα ο ήλιος

έκανε την εμφάνισή του ανάμεσα στα σύννεφα σκίζοντάς τα και

σπρώχνοντάς τα μέχρι τον ορίζοντα και όλα έλαμψαν τριγύρω στα

βουνά και στις κοιλάδες όπου η ομίχλη συγκεντρώθηκε σε

ασημένιες φωτεινές λίμνες.

Οι ζητιάνοι ζεσταίνονταν στον ήλιο και ο ΄Εφις μάζευε την

ελεημοσύνη τρέμοντας σε κάθε θόρυβο βημάτων από φόβο μήπως

ξαναδεί τον ντον Πρέντου. Πότε πότε ωστόσο ανασήκωνε το

κεφάλι σαν να άκουγε κάποια μακρινή φωνή.

Του φαινόταν ότι καθόταν ακόμη μπροστά στην καλύβα του στο

κτηματάκι και άκουγε το θρόισμα των καλαμιών, και ήταν η φωνή

της καρδιάς του που του έλεγε:

«Έφις, εάν βρίσκεσαι εδώ για πραγματική εξιλέωση, γιατί

φοβάσαι μην σ’ αναγνωρίσουν; Να σηκωθείς, όταν περάσει το

αφεντικό σου, και να τον χαιρετήσεις».

Και ξαφνικά μια αίσθηση χαράς τον έκανε να πεταχτεί επάνω,

τον διαπέρασε ολόκληρο, όπως ο ήλιος, που του στέγνωνε τα

ρούχα και του ζέσταινε τα ξυλιασμένα μέλη. Και να, άρχισε

πάλι να σκέφτεται τις κυράδες του, τις αγαπούσε πάντα και

περίμενε τον ντον Πρέντου για να μάθει νέα τους.

Αλλά ο ντον Πρέντου δεν κατηφόριζε.

Κατέβαινε, μετά τη λειτουργία, μια σειρά από χωριατοπούλες,

όμορφες σαν τα τριαντάφυλλα, η μια κολλητά στην άλλη, όλο

γέλια.

«Είδες εκείνο το χοντρό που μετάλαβε;» , είπε μια. «Είναι

ένας ευγενής, πολύ πλούσιος, που του έχουν κάνει μάγια.»

«Ναι, το ξέρω. Του έκανε μάγια μια φτωχή κοπέλα που έπρεπε να

την παντρευτεί και δεν την παντρεύτηκε.»

«Τι λες, καλέ Μαρία; Εάν του έχει κάνει μάγια, του τα έκανε

για να την παντρευτεί….»

«Μη με σπρώχνεις γι’ αυτό! Άντε πνίξου, Φραντσίσκα Μπε!»

Με δόντια που άστραφταν στο όμορφο στόμα, γεμάτο με

βρομόλογα, περνούσαν μπροστά από τον Έφις. Κάποια

κοντοστεκόταν για να πετάξει ένα μικρό νόμισμα στους

ζητιάνους και ο αέρας ανέμιζε τις άκρες από το κεντημένο

μαντήλι της.

Ο Έφις περίμενε τον ντον Πρέντου. Κατέβαιναν οι γέροντες

πατριάρχες, οι σιωπηλές γυναίκες, οι νέοι με τα ευκίνητα

πόδια, οι μικροί βοσκοί με θλιμμένα από τη μοναξιά μάτια∙ ο

ντον Πρέντου όμως δεν φαινόταν πουθενά.

Ο Έφις περίμενε. Μετά το μεσημέρι όμως όλος ο κόσμος είχε

γυρίσει στις καλύβες, κάτω στο ξέφωτο και ο ντον Πρέντου δεν

είχε περάσει ακόμη.

Τότε ο Έφις ανέβασε τους συντρόφους του μέχρι το ξωκλήσι,

όπου λίγοι μόνο νέοι ήταν μαζεμένοι σ’ έναν βράχο για να δουν

τα βερβέρικα άλογα που τρέχανε στα μισά της πλαγιάς του

βουνού. Ο άνεμος έμοιαζε να παρασέρνει μαζί του στο μονοπάτι

τα άλογα που τα καβαλούσαν χωριάτες κουκουλοφόροι.

Ο Έφις έβαλε τους τυφλούς να καθίσουν με την πλάτη στον τοίχο

και μπήκε στο ξωκλήσι βαδίζοντας στις άκρες των ποδιών μέχρι

που έφτασε στα σκαλοπάτια της Αγίας Τράπεζας όπου ο ντον

Πρέντου, γονατιστός και ακίνητος, προσευχόταν με το πρόσωπο

ανασηκωμένο, με τα μαλλιά του γαλαζωπά στο χρυσαφί

μισοσκόταδο των κεριών, με τη φόδρα από την άκρη του καπότου

του να προβάλλει κόκκινη, με το σπιρούνι στο πόδι, όμοιος σε

όλα με τους Βαρόνους σε προσκύνημα, όπως τους είχε δει ο

υπηρέτης ζωγραφισμένους σε μια παλιά εικόνα της εκκλησίας.

Προσευχόταν απορροφημένος, αλλά, όταν ο Έφις του άγγιξε

ελαφρά το καπότο έστρεψε έκπληκτος στην αρχή, έπειτα βίαιος,

χωρίς να αναγνωρίσει το ζητιάνο.

«Στο διάολο! Ούτε εδώ δεν μας αφήνετε ήσυχους;»

«Ντον Πρέντου, αφεντικό! Είμαι ο Έφις, δεν με αναγνωρίζετε;»

Ο ντον Πρέντου πετάχτηκε επάνω ανασηκώνοντας τις άκρες από το

καπότο του σαν να ήθελε ν’ αγκαλιάσει τον υπηρέτη του, και

κοιτάχτηκαν σαν δυο παλιοί φίλοι.

«Λοιπόν; Λοιπόν;»

«Λοιπόν;»

«Ναι», είπε ο ντον Πρέντου παίρνοντας πάλι το λόγο πρώτος, «ο

Τζατσίντο μου διηγήθηκε τα κατορθώματά σου, βλάκα. Βάλθηκες

να κάνεις μια εύκολη δουλειά, ακαμάτη! Καλή δουλειά, βέβαια!

Έλα, πάρε!»

Του άπλωσε ένα νόμισμα, αλλά ο Έφις τον κοίταζε στα μάτια με

τη ματιά ενός πιστού σκύλου και αναστέναζε χωρίς να

προσβάλλεται.

«Ντον Πρέντου, αφεντικό, πείτε μου νέα για τις κυράδες μου.»

«Τις κυράδες σου; Μήπως τις βλέπει κανείς; Είναι κλεισμένες

στη φωλιά τους σαν κουνάβια.»

«Και ο Τζατσίντο;»

«Τον είδα στο Νούορο, τον πειναλέο. Γιατί δεν τον πήρες μαζί

σου να ζητά ελεημοσύνη; Ξέρεις τι κάνει τώρα; Παντρεύεται την

άλλη πειναλέα, την Γκριζέντα, μάλιστα, ο ηλίθιος!»

«Καλά κάνει∙ το είχε υποσχεθεί», είπε ο Έφις και ένοιωσε πάλι

να τον κυριεύει η χαρά. «Να η χάρη του Θεού που ζητούσες,

αφεντικό», σκεφτόταν και χαμογελούσε μπροστά στα προσβλητικά

λόγια που ο ντον Πρέντου, μετανιωμένος για το πρώτο του

ξέσπασμα καλοσύνης, του απηύθυνε αντιμετωπίζοντάς τον σαν

ζητιάνο που ήταν.

Μετά το πανηγύρι των Αγίων Αναργύρων της Μαμογιάντα ο Έφις

και οι τυφλοί πήγαν στο Μπίτι για τη Θαυματουργή Παναγία.

Πριν φτάσουν εκεί έκαναν στάση στο Ορούνε, αλλά, παρόλο που

ήταν κουρασμένος, ο Έφις δεν κοιμήθηκε φοβούμενος μην του

κλέψουν το δισάκι με το κομπόδεμα που είχε μαζέψει στα

τελευταία πανηγύρια. Προσευχόταν, ήρεμος, μισανοίγοντας κάθε

τόσο τα μάτια για να δει τους συντρόφους του που κοιμόνταν

κάτω από μια βελανιδιά.

Ήταν νύχτα ακόμη αλλά αχνόφεγγε το φως στην Ανατολή ανάμεσα

στα βουνά που άνοιγαν προς τη θάλασσα: εκεί ξυπνούσε η αυγή.

Και να ο Έφις, νικημένος από τον ύπνο, νομίζει ότι

ονειρεύεται μη μπορώντας ν’ ανοίξει τα βλέφαρα: βλέπει τον

γέρο τυφλό να ανακάθεται, να στήνει αυτί, ν’ ακουμπά το χέρι

στον κορμό της βελανιδιάς, να σηκώνεται και μετά από μια

στιγμή δισταγμού να τον πλησιάζει και με το γαμψό του χέρι να

τραβάει το δισάκι σαν να το ψαρεύει μες στο σκοτάδι.

Εκείνος δεν κινείται, δε μιλά και ο γέρος το σκάει σιγά σιγά

προς τα επάνω, ανάμεσα στους θάμνους και στις πέτρες, χωρίς

να στρέψει πίσω, μεγαλόσωμος και μαύρος στο γαλάζιο φόντο του

βουνού.

Μόνο όταν δεν τον έβλεπε πια κατάλαβε ότι δεν ονειρευόταν και

πετάχτηκε όρθιος, αλλά του φάνηκε ότι ένα χέρι τον τραβούσε

προς τα κάτω αναγκάζοντάς τον να ξανακαθίσει, να μείνει

ακίνητος. Και σιγά σιγά τη θέση της έκπληξης την πήρε ένα

κύμα χαράς, μια επιθυμία να γελάσει: και γέλασε, και όλος ο

ουρανός τριγύρω γέμισε χρώματα, γαλάζιο και τριανταφυλλί, και

οι παπαδίτσες τραγουδούσαν ανάμεσα στους θάμνους.

«Να», σκεφτόταν. «Ο Θεός με ξαλάφρωσε από τον ένα σύντροφό

μου. Τι βάρος μου πήρε!»

Ξύπνησε τον άλλο και του είπε τι είχε συμβεί.

«Βλέπεις, Έφις; Πείστηκες τώρα; Το ήξερα ότι προσποιείται.

Δεν το είπα αμέσως; Κι εσύ τον κουβάλησες ξωπίσω σου. Νύχτα

και μέρα με βασάνιζες μ’ αυτόν. Τώρα θα πάμε να τον

καταγγείλουμε∙ θα τον ψάξουμε, θα του λιανίσουμε τα κόκαλα.»

Ο Έφις χαμογελούσε. Στο πανηγύρι ήταν σχεδόν ευτυχισμένος.

Ένα πλήθος, όπως δεν το είχε ξαναδεί, γέμιζε την εκκλησία, το

χώρο γύρω, το μονοπάτι που οδηγούσε στο χωριό. Μια λιτανεία

γύριζε συνέχεια γύρω από το ναό, σαν ερπετό κόκκινο και

άσπρο, κίτρινο και μαύρο. Τα λάβαρα ανέμιζαν όμοια με μεγάλες

πεταλούδες, και με τη μονότονη ψαλμωδία των προσκυνητών

ενώνονταν άσματα της χορωδίας, κουδουνίσματα αλόγων σελωμένων

για αγώνες, φωνές χαράς. Περνούσαν γυναίκες με ξέπλεκα τα

μαύρα μαλλιά στους ώμους σαν πλερέζες∙ ακολουθούσαν άντρες

ξεσκούφωτοι με ένα κερί στο χέρι, ξυπόλητοι, σκονισμένοι, σαν

να έρχονταν από την άλλη άκρη του κόσμου. Τα μάτια όλων ήταν

γεμάτα ερωτηματικά και ελπίδα.

Και τα υπομονετικά άλογα ανέβαιναν στο δρόμο γεμάτα χαρά ή

πόνο. Τα καβαλούσαν νέοι με φλογάτα πρόσωπα, όλο αίμα,

κοπέλες χλωμές που έκρυβαν το πάθος όπως τ’ αναμμένα κάρβουνα

στη χόβολη, και ανάπηροι, τρελοί, δαιμονισμένοι, όλοι με

μάτια γεμάτα ζωή και θάνατο.

Ο Έφις είχε αποτραβηχτεί λίγο από την εκκλησία, σ’ ένα μέρος

που δεν περνούσε πολύς κόσμος. Ο τυφλός δε σταματούσε,

ανάμεσα στο ένα παράπονο και στ’ άλλο, να μουρμουρίζει

συνεχώς και είχε ένα πρόσωπο σκοτεινό, απειλητικό.

Προς το βράδυ - η συγκομιδή ήταν πενιχρή – άφησε να ξεσπάσει

η οργή του, κατηγορώντας τον Έφις ότι είχε σκοτώσει τον άλλο

σύντροφο για να τον ξεφορτωθεί και να κρατήσει για τον εαυτό

του τα χρήματα.

Ο Έφις χαμογελούσε.

«Έλα», του είπε, πιάνοντάς τον από το χέρι, και αφού

περπάτησαν λίγο: «ακούς;»

Ο τυφλός άκουγε τη φωνή του άλλου συντρόφου που εκεί, μπροστά

τους, ζητούσε ελεημοσύνη.

«Τώρα δεν θα κάνετε όπως την άλλη φορά», είπε ο Έφις. «Εάν

τσακωθείτε και σας συλλάβουν, εγώ νίπτω τας χείρας.»

Τότε ο πραγματικός τυφλός έσκυψε επάνω στον ψεύτικο και τον

ρώτησε μέσα από τα δόντια, χαμηλόφωνα:

«Γιατί το έκανες αυτό, φαρισαίε;»

«Επειδή έτσι μου άρεσε.»

Ο Έφις χαμογελούσε. Ο τυφλός έβλεπε αυτό το χαμόγελο και

εξοργιζόταν. Όλη η οργή του προς τον σύντροφό του τον κλέφτη

στράφηκε προς τον καλό σύντροφο.

«Δεν θέλω πια να πηγαίνω μαζί σου∙ καλύτερα να πέσω καταγής

και να περιμένω το θάνατο. Είσαι ένας ηλίθιος, ένας άχρηστος.

Έρχεσαι μαζί μου για να διασκεδάσεις και να με τυραννάς. Άντε

πνίξου, στο διάολο.»

«Τα λες αυτά γιατί ξέρεις πως δεν θα σ’ εγκαταλείψω», είπε ο

Έφις. «Παρόλο που είσαι τυφλός με γνωρίζεις, εγώ όμως δε σε

γνωρίζω παρόλο που βλέπω. Εάν όμως πιστεύεις ότι μπορείς να

βρεις έναν άλλο σύντροφο, να το πράξεις. Θα σε βοηθήσω.»

Ο ψεύτικος τυφλός άκουγε και κρατούσε σφιχτά επάνω του το

κλεμμένο δισάκι. Άρπαξε το χέρι του Ιστένε και του είπε:

«Μείνε μαζί μου, διάολε!»

Έμειναν έτσι με τα χέρια ενωμένα, όπως τους είχε δει ο Έφις

να βγαίνουν από την καζάρμα του Φόνι, και έμοιαζε να τον

περιμένουν κάπως προκλητικά να μιλήσει. Εκείνος τράβηξε

λοιπόν το κομπόδεμα με τα νομίσματα που είχαν συγκεντρωθεί

εκείνη την ημέρα και αφού το κούνησε λίγο μπροστά τους,

κοιτάζοντάς τους και χαμογελώντας, το άφησε να πέσει στο χέρι

του πραγματικού τυφλού και έφυγε.

Ελεύθερος! Είχε όμως ακόμη την εντύπωση ότι σέρνει από πίσω

τους συντρόφους του και ανησυχούσε γι’ αυτούς.

Περπάτησε όλη τη νύχτα και όλη την επόμενη μέρα, κάτω κατά

μήκος της κοιλάδας του Ισάλε, μέχρι που έφτασε στη θάλασσα.

Εκεί έπεσε στο χώμα, ανάμεσα σε δυο θάμνους φιλλυρέας, και

του φάνηκε πως γύρισε στο χωριό του αφού έκανε το γύρο του

κόσμου.

Στον ύπνο του όμως ξανάβλεπε τον τυφλό, σκυφτό, με τα χείλη

ωχρά, μισάνοιχτα επάνω σε δόντια αγριμιού, και του φαινόταν

ότι τον περιγελούσε και τον συμπονούσε.

«Νομίζεις ότι γύρισες και αναπαύεσαι. Θα δεις, Έφις∙ τώρα

αρχίζει πραγματικά η οδοιπορία σου.»

Όσο πλησίαζε στο κτηματάκι, ανηφορίζοντας τη δημοσιά, άκουγε

το παράπονο ενός ακορντεόν και νόμιζε ότι τον γελούσαν τ’

αυτιά του συνηθισμένα στους ήχους των πανηγυριών.

Τόσα μακρινά πράγματα του έρχονταν στο νου και όλα τα φύλλα

θρόιζαν τριγύρω για να τον χαιρετήσουν. Να η αιμασιά, να το

ποτάμι, ο λόφος, το καλύβι. Δεν ένοιωθε συγκίνηση, αλλά

εκείνο το γλυκό, απροσδιόριστο παράπονο, που φαινόταν ν’

ανεβαίνει από την ηρεμία του πρασινωπού νερού, τον τραβούσε

σαν δέλεαρ.

Μπήκε, σήκωσε το βλέμμα και αμέσως κατάλαβε ότι το κτηματάκι

ήταν κακοκαλλιεργημένο. Έμοιαζε με τόπο που δεν έχει

νοικοκύρη: τα δέντρα ήταν κιόλας γυμνά από καρπούς κι εδώ κι

εκεί κρεμόταν κανένα σπασμένο κλαδί.

Ο Τσουαναντόνι, καθισμένος κάτω από την πέργολα μπροστά στην

καλύβα, έπαιζε το ακορντεόν και ολοτρόγυρα το μονότονο μοτίβο

απλωνόταν σαν ένα πέπλο ύπνου πάνω από τον ερημωμένο τόπο.

Βλέποντας τον άγνωστο άντρα να προχωράει σκυμμένος για να

ρίξει μια ματι μέσα στο καλύβι, το αγόρι σταμάτησε να παίζει

το ακορντεόν και το γλυκό βλέμμα του έγινε απειλητικό.

«Τι θέλετε;»

Ο άντρας έβγαλε το σκούφο.

«Μπαρμπα-Έφις!», φώναξε το αγόρι και ξανάρχισε να παίζει,

μιλώντας και γελώντας ταυτόχρονα. «Μα εσείς δεν πεθάνατε;

Κάποιοι έλεγαν πως πήγατε στην Αμερική και γίνατε πλούσιος

και πως στέλνατε πολλά λεφτά στις κυράδες σας. Τώρα ο φύλακας

εδώ είμαι εγώ. Εάν θέλω να σας διώξω σαν κλέφτη, μπορώ να το

κάνω. Δε θα το κάνω όμως. Θέλετε σταφύλια; Πάρτε. Το αφεντικό

μου, ο ντον Πρέντου, αδιαφορεί γι’ αυτό το κομμάτι γης: έχει

τόσα άλλα κτήματα. Το μεγάλο, στο Μπάντε Σάλικε, εκείνο

μάλιστα, δίνει παραγωγή. Τα φρούτα από ’δω το αφεντικό μου τα

στέλνει πεσκέσι στις ξαδέλφες του, τις κυράδες σας, εκείνες

όμως μένουν πάντα κλεισμένες μέσα όπως ο σκαντζόχοιρος στ’

αγκάθια του. Μπαρμπα-Έφις, πρέπει να σας πω κάτι: προχθές το

βράδυ – το βράδυ μένω κλεισμένος μέσα στο καλύβι, επειδή

φοβάμαι τα φαντάσματα, και πάντα ακούω τη γιαγιά μου να ξύνει

την πόρτα – προχθές το βράδυ λοιπόν, πόσο τρόμαξα! Ένιωσα

κάτι μαλακό να κουνιέται στα πόδια μου. Φώναξα, μ’ έκοψε

κρύος ιδρώτας, αλλά την αυγή είδα ότι ήταν ένας

τραυματισμένος λαγός. Μάλιστα, έπεσε στο δόκανο αλλά κατάφερε

να ξεφύγει και βρισκόταν εκεί με σπασμένο πόδι και με κοίταζε

με δυο μάτια σαν άνθρωπος. Του έδεσα το πόδι, αλλά μετά έκανε

πυρετό. Έκαιγε μέσα στα χέρια μου σαν να ήταν ένα κουβάρι

φωτιά και μετά μελάνιασε για τα καλά και ψόφησε.»

Ο Έφις κάθισε μπροστά στο καλύβι κοιτάζοντας μακριά.

«Τι λες» ρώτησε σοβαρά, «ο ντον Πρέντου θα με ξαναπάρει στη

δούλεψή του;»

Το αγόρι έγινε επιθετικό.

«Τότε θα πρέπει να διώξει εμένα; Τι θα κάνω τότε εγώ; Η

Γκριζέντα θα παντρευτεί και θα φύγει. Εγώ όμως τι θ’ απογίνω;

Θα ζητιανεύω; Όχι, να πάτε εσείς που είστε και γέρος.»

«Έχεις δίκιο», είπε ο Έφις, και έσκυψε το κεφάλι. Η

υποχωρητικότητά του έκανε πάλι φιλικό απέναντί του το μικρό

υπηρέτη.

«Ο ντον Πρέντου είναι τόσο πλούσιος που μπορεί έτσι και

αλλιώς να σας πάρει. Μπορεί να σας στείλει στα άλλα κτήματά

του, επειδή εμένα μου αρέσει εδώ. Εδώ είναι καλό μέρος∙ το

λέει και η Γκριζέντα.»

«Τι κάνει η Γκριζέντα;»

«Ράβει το νυφικό της.»

«Πες μου, Τσουαναντόνι, ο ντον Τζατσίντο ήρθε στο χωριό;»

«Ο γαμπρός μου», είπε το αγόρι με περηφάνια, «ήρθε, ναι, τον

περασμένο Ιούλιο. Η Γκριζέντα ήταν συνέχεια άρρωστη, παραλίγο

να τη βρει νεκρή. Ναι, ήρθε…»

Έπαψε, με το πρόσωπο γερμένο πάνω στο ακορντεόν και το βλέμμα

σοβαρό από την ανάμνηση.

«Πες τα μου όλα. Μπορείς να τα πεις σ’ εμένα, Τσουαναντό.

Είμαι κι εγώ της οικογένειας σχεδόν.»

«Ναι, θα σας τα πω. Λοιπόν, η Γκριζέντα ήταν άρρωστη, έλιωνε

σαν το κερί. Τη νύχτα είχε πυρετό. Σηκωνόταν σαν τρελή και

έλεγε: θέλω να πάω στο Νούορο. Όταν όμως ήταν ν’ ανοίξει την

πόρτα, δεν μπορούσε. Καταλαβαίνετε: έξω ήταν η γιαγιά που

έσπρωχνε την πόρτα και την εμπόδιζε να φύγει. Τότε, μια φορά,

πήγα εγώ στο Νούορο. Βρήκα το γαμπρό μου σ’ ένα μέρος που

έμοιαζε με την κόλαση: στο Μύλο. Του τα είπα όλα. Τότε

εκείνος ζήτησε τρεις μέρες άδεια και ήρθε μαζί μου. Νοίκιασε

ένα άλογο, επειδή κοστίζει λιγότερο από το αμάξι, και μ’

έβαλε στα καπούλια. Ήταν ωραία που πηγαίναμε έτσι, σαν να

ήμασταν γίγαντες. Έτσι ζήτησε σε γάμο τη Γκριζέντα κι έτσι,

με τη βοήθεια του Θεού, θα παντρευτούνε.»

«Από ποιόν τη ζήτησε σε γάμο;»

«Δεν ξέρω∙ από την ίδια!»

«Πες μου Τσουαναντόνι, ο ντον Τζατσίντο πήγε στις θείες του,

στις κυράδες μου;»

Το αγόρι δίστασε πάλι.

«Ναι», είπε έπειτα, «πήγε. Νομίζω ότι μάλωσαν, γιατί όταν

βγήκε από εκεί τα μάτια του ήταν κόκκινα, σαν να είχε κλάψει.

Η Γκριζέντα τον κοίταζε και γελούσε, αλλά έσφιγγε τα δόντια.

Εκείνος είπε: είναι η τελευταία φορά που με βλέπουν.»

Ο Έφις δεν έκανε άλλες ερωτήσεις. Πέρασε τη νύχτα στην καλύβα

και καθώς είχε αρχίσει να φυσάει δυνατός αέρας και τα καλάμια

στο φρύδι της πλαγιάς θρηνούσαν σαν ψυχές κολασμένων,

προκαλώντας φόβο στο μικρό φύλακα, άρχισε να του διηγείται

ιστορίες από τη Βίβλο, μιμούμενος την προφορά του τυφλού.

«Ναι, ήταν ένας βασιλιάς που έβαζε να λατρεύουν τα δέντρα, με

τη δικαιολογία ότι είναι πνεύματα, καθώς και τα ζώα, ακόμη

και τη φωτιά. Τότε ο αληθινός Θεός προσβλήθηκε και έκανε τους

υπηρέτες αυτού του βασιλιά τόσο κακούς, που συνωμότησαν για

να σκοτώσουν τον αφέντη τους. Ναι, έβαζε να λατρεύουν ένα

Θεό, όλον από χρυσάφι: γι’ αυτό έμεινε στον κόσμο τόση αγάπη

για το χρήμα και οι συγγενείς, ακόμα, σκοτώνουν τους

συγγενείς για το χρήμα. Ακόμη και τα αθώα πλάσματα λατρεύουν

το χρήμα.»

Έπειτα άρχισε να περιγράφει το ναό και τα ανάκτορα του

Βασιλιά Σολομώντα. Ο Τσουανατόνι αποκοιμήθηκε κι εκείνος

ανιστορούσε ακόμη. Έξω τα καλάμια θρόιζαν τόσο βίαια που

έμοιαζε να δίνουν μάχη.

Την αυγή, βγαίνοντας από την καλύβα ο Έφις είδε πράγματι

εκατοντάδες από αυτά να κρέμονται σπασμένα, με τα μακριά

φύλλα τους σκορπισμένα καταγής σαν σπασμένα σπαθιά. Και όσα

είχαν γλιτώσει, λίγο μαδημένα, έμοιαζε να σκύβουν για να δουν

τους νεκρούς συντρόφους τους, χαϊδεύοντάς τους με τα

τραυματισμένα φύλλα τους.

«Πάρτε λίγα σταφύλια, μπαρμπα-Έφις», του είπε το αγόρι,

αποχαιρετώντας τον σκεφτικό: «εάν ο ντον Πρέντου σας

ξαναστείλει εδώ θα είμαι ευχαριστημένος. Θα περνάμε τον καιρό

λέγοντας ιστορίες. Πηγαίνετε στην Γκριζέντα να της πείτε

χαιρετίσματα.»

Και να ο Έφις, που ανηφορίζει το δρόμο προς το χωριό. Η αυγή

είναι σχεδόν κρύα και οι λευκοί λόφοι μοιάζουν σκεπασμένοι με

χιόνι. Τα μικρά βουνά, πάνω από τα χωριουδάκια τα σκορπισμένα

στην πεδιάδα, μετά το Κάστρο, καπνίζουν σαν σκεπασμένα

καμίνια από κάρβουνο και όλα είναι σιωπηλά και νεκρά στο

ρόδινο πρωινό. Ο Έφις όμως ξανάβρισκε την ψυχή του και του

φαινόταν ότι γύριζε στο σπίτι του πόνου του σαν τον άσωτο

υιό, αφού προηγουμένως είχε σκορπίσει όλες τις ελπίδες του.

Πήγε κατ’ ευθείαν στην τοκογλύφο και γέλασε όταν κατάλαβε πως

εκείνη δε τον αναγνώρισε αμέσως και τον υποδέχτηκε καλοσυνάτα

νομίζοντας πως είναι ξένος, ένας υπηρέτης που τον έστειλε

κάποιος κτηματίας για να ζητήσει λεφτά.

«Καλίνα, γριά καρακάξα, δε με αναγνωρίζεις; Κι εσύ όμως

αδυνάτισες.»

Κρατούσε στο χέρι τα παπούτσια∙ άφησε να της πέσουν το ένα

μετά το άλλο, έπειτα έσκυψε να τα μαζέψει.

«Έφις, βλέπεις; Η κατάρα που σου έδωσα έπιασε! Ακόμη και τα

ρούχα σου άλλαξες. Θυμήσου που ήθελες να με σκοτώσεις.»

«Είμαι πάντα έτοιμος, εάν δεν πάψεις! Πες μου, πως είσαι;»

«Όχι πολύ καλά. Εδώ και λίγο καιρό έχω συνέχεια πονοκέφαλο

και ο πόνος και η αγρύπνια με κατάντησαν έτσι, χούφταλο,

καμπούρα, λες και με ρούφηξε ο βρικόλακας.»

«Είναι δίκαιο!», σκέφτηκε ο Έφις, αλλά δεν το είπε.

«Είναι ένας διαολεμένος πόνος, ο πονοκέφαλος, Έφις μου. Μέχρι

που έταξα να πάω για προσκύνημα στον Άγιο Φραγκίσκο, τώρα,

τον Οκτώβρη….»

«Άκουσε», είπε ο Έφις, που κάθισε μπροστά στην παραστιά κι

δεν έλεγε να φύγει, «δεν χρειάζεται να πας για προσκύνημα.

Εάν θέλεις να κάνεις μετάνοια, κάνε την εδώ, στο σπίτι σου.»

«Εγώ δεν έχω ανάγκη να κάνω μετάνοια! Εάν θα πάω, θα πάω από

ευλάβεια. Η ψυχή μου είναι μπροστά στο Θεό, όχι μπροστά σε

κάποιον αμαρτωλό σαν κι εσένα.»

Καλαμιές στον άνεμο · 第 13 / 16 段