Ακόμη και η γυναίκα φοβήθηκε από την ερημιά και τον ξαφνικό

θάνατο. Έβαλε τα κουτιά επάνω στο κεφάλι της και είπε:

«Πρέπει να φύγω. Θα ειδοποιήσω το γιατρό στο Νούορο.»

Κι έτσι ο Έφις απόμεινε μόνος, ανάμεσα στον ετοιμοθάνατο και

στον τυφλό.

«Ο σύντροφός μου υπόφερε από καρδιά», έλεγε ο ζητιάνος. «Τις

τελευταίες ημέρες ήταν άρρωστος, αλλά κανείς δεν το πίστευε.

Οι άνθρωποι δεν πιστεύουν ποτέ…»

«Ήταν συγγενής σου;»

«Όχι. Συναντηθήκαμε πριν δέκα χρόνια, στο πανηγύρι του

Μιράκολο. Εγώ τότε είχα έναν σύντροφο, τον Ζουάν Μαρία, που

με κακομεταχειριζόταν. Με είχε σαν σκυλί. Τότε αυτός ο

φουκαράς ο γέρος με πήρε μαζί του. Με είχε σαν παιδί του, δεν

μου άφηνε ποτέ το χέρι πριν καθίσω σε σίγουρο μέρος. Τώρα όλα

τελείωσαν…»

«Τι θα κάνεις τώρα;»

«Τι θες να κάνω; Θα μείνω εδώ περιμένοντας το θάνατο. Τα έχω

μαζί μου όλα, η ψυχή μου να σωθεί.»

«Μπορώ να σε πάω μέχρι το Νούορο», είπε ο Έφις, και ξαφνικά

άρχισε να κλαίει.

Σκυμμένος επάνω στον ετοιμοθάνατο προσπαθούσε να τον

ξαναζωντανέψει βρέχοντας τα χείλη του με το ποτό που άφησε η

γυναίκα και το μέτωπό του με ένα κουρέλι βουτηγμένο στο

κρασί. Αλλά το τραγικό του πρόσωπο είχε πάρει χρώμα βιολετί

και πράσινο, όλο και πιο σκληρό και ακίνητο στο αβέβαιο φως

του δειλινού. Και η καρδιά του έπαψε να χτυπά. Ο Έφις

ξαναζούσε την πιο τρομερή στιγμή της ζωής του: θυμόταν το

γεφύρι, εκεί κάτω, ανάμεσα στον κυματισμό των βούρλων κάτω

από το φεγγάρι, κι εκείνος σκυμμένος να αφουγκράζεται την

καρδιά του πεθαμένου αφεντικού του….

Και παρ’ όλα αυτά αισθανόταν ξαλαφρωμένος, όπως κάποιος που,

ύστερα από μακρά περιπλάνηση σε απρόσιτα μέρη, ξαναβρίσκει το

χαμένο δρόμο του, το σημείο απ’ όπου ξεκίνησε.

«Εσύ δεν θα φύγεις;» ρώτησε ο τυφλός, ακίνητος πάντα στο

πόστο του.

«Θα φύγω όταν το θελήσει ο Θεός. Τώρα θ’ ανάψω φωτιά γιατί

πρέπει να περάσουμε εδώ τη νύχτα.»

Πήγε να βρει ξύλα. Ο άνεμος λυσσομανούσε όλο και περισσότερο

και τα σύννεφα ανεβοκατέβαιναν από την Ορτομπένε, πάνω κάτω

σαν χείμαρροι λάβας, σαν στήλες καπνού, σκορπίζοντας επάνω σ’

όλη την κοιλάδα. Στα υψώματα όμως του Νούορο μια λωρίδα

ουρανού παρέμενε βαμμένη μ’ ένα μελαγχολικό γαλάζιο χρώμα

λαζουρίτη και το καινούργιο φεγγάρι έδυε τριανταφυλλί ανάμεσα

σε δυο γκρεμούς.

Πηγαίνοντας προς το υπόστεγο ο Έφις είδε τον τυφλό που

μετακινήθηκε και ήταν τώρα σκυμμένος επάνω από το σύντροφό

του καλώντας τον με τ’ όνομά του. Έκλαιγε και έψαχνε το

κομπόδεμα με τα κέρματα. Μόλις το βρήκε το έριξε μέσα στον

κόρφο του και συνέχισε να κλαίει.

Έτσι πέρασαν τη νύχτα. Ο τυφλός διηγούταν τα δικά του,

ανακατεύοντάς τα με ιστορίες από τη Βίβλο και ο πόνος τού

περνούσε γρήγορα, σαν ένα βίαιο κακό που περνάει σύντομα.

«Τι νομίζεις, αδερφέ μου; Εγώ γεννήθηκα πλούσιος, ο πατέρας

μου ήταν σαν τον Ιακώβ, αλλά χωρίς τόσα πολλά παιδιά, και

έλεγε: δεν πειράζει που το παιδί μου είναι τυφλό, τα μάτια

του είναι από χρυσάφι (εννοούσε τα πλούτη του) και θα δει

έτσι κι αλλιώς. Και η μητέρα μου, που η φωνή της ήταν γλυκιά

σαν φρούτο, θυμάμαι, έλεγε: αρκεί ο Ιστένε μου να μείνει

αθώος, τίποτε άλλο δεν ενδιαφέρει. Κι έτσι, που λες, αδελφέ

μου, μου έφαγαν την περιουσία όταν πέθαναν ο πατέρας και η

μητέρα μου, με τσιμπολόγησαν σαν να’ μουνα ένα τσαμπί

σταφύλι, όλοι τους, συγγενείς και γνωστοί∙ ο Θεός να τους

συχωρέσει. Μ’ ανάγκασαν να βγω στη ζητιανιά, εγώ όμως, πρέπει

να σου πω, κράτησα την αθωότητά μου: δεν έκανα ποτέ κακό σε

κανένα. Ο Κύριος όμως με βοήθησε πάντα. Πρώτα ο Ζουάν Μαρία,

ο Θεός ν’ αναπάψει την ψυχή του, κι έπειτα αυτός υπήρξαν οι

σύντροφοί μου, τ’ αδέλφια μου, όπως οι άγγελοι που

συντρόφευαν τον Τωβία. Τώρα …..»

«Και τώρα ακόμη δεν θα σου λείψει η συντροφιά», είπε ο Έφις

σοβαρά. «Τι εννοείς όμως όταν λες πως είσαι αθώος;»

«Ότι βαδίζω προς την αιωνιότητα», είπε ο τυφλός χαμηλόφωνα.

«Πηγαίνω προς μια πύλη που θα με υποδεχτεί ορθάνοιχτη, και

δεν σκέφτομαι τίποτε άλλο. Εάν έχω λίγο ψωμί, θα το φάω, εάν

δεν έχω, δεν θα πω κουβέντα. Δεν άγγιξα ποτέ τα πράγματα των

άλλων, δεν γνώρισα ποτέ γυναίκα. Ο Ζουάν Μαρία μου έφερε

κάποτε μια. Ένοιωσα ότι είχε τη μυρωδιά του κακού και έπεσα

καταγής σαν να πέρασε άνεμος. Τι πρέπει να κάνω, ψυχή μου;

Εάν δε σώσω την ψυχή μου, τι άλλο έχω αδελφέ μου;»

«Τα λεφτά όμως του πεθαμένου τα πήρες, μπαγαμπόντη!» είπε ο

Έφις.

«Δικά μου ήταν. Τι τα θέλει τα λεφτά ένας πεθαμένος; Ένα σου

λέω: δεν έκλεψα ούτε έχυσα ποτέ αίμα. Ούτε τ’ αδέλφια του

Ιωσήφ έχυσαν αίμα. Ο Ιούδας τους είπε: καλύτερα να τον

πουλήσουμε στους Ισμαηλίτες παρά να τον σκοτώσουμε. Έτσι και

έκαναν. Την ξέρεις την ιστορία του εβραίου Ιωσήφ; Λυπάμαι που

φεύγεις, αλλιώς θα σου την έλεγα.»

«Όχι, δεν φεύγω», είπε ο Έφις, «θα σε συνοδεύω από τώρα και

στο εξής. Θα οδηγούμε από το χέρι ο ένας τον άλλο.»

Ο τυφλός χαμήλωσε μια στιγμή το κεφάλι, ψαύοντας το κομπόδεμα

με τα κέρματα: δεν φάνηκε να εντυπωσιάζεται από την απόφαση

του αγνώστου. Τον ρώτησε μόνο:

«Κι εσύ ζητιάνος είσαι;»

«Ναι», είπε ο Έφις, «δεν το κατάλαβες;»

«Εντάξει τότε, πάρ’ το, κράτα το εσύ.»

Και του έδωσε το κομπόδεμα με τα χρήματα.

Κεφάλαιο δέκατο τέταρτο

Από εκεί πήγαν στο πανηγύρι του Αγίου Πνεύματος. Ο τυφλός

γνώριζε καλά πότε γίνεται κάθε πανηγύρι και ποιόν δρόμο

έπρεπε να πάρουν και ήταν εκείνος που οδηγούσε το σύντροφό

του.

Περνώντας από το Νούορο ο Έφις τον οδήγησε προς το Μύλο, τον

άφησε ακουμπισμένο σ’ ένα τοίχο και πήγε να χαιρετήσει τον

Τζατσίντο.

«Φεύγω για τόπους μακρινούς. Αντίο. Να θυμάσαι την υπόσχεσή

σου.»

Ο Τζατσίντο ζύγιζε ένα σακί αλεσμένο κριθάρι. Ανασήκωσε τα

μάτια του με τα λευκά από το αλεύρι βλέφαρα και χαμογέλασε.

«Ποια υπόσχεση;»

«Ότι θα ζυγίζεις καλά», είπε ο Έφις και έφυγε.

Μόλις ζύγισε το σακί, ο Τζατσίντο πετάχτηκε έξω και είδε τους

δυο ζητιάνους ν’ απομακρύνονται πιασμένοι από το χέρι, χλωμοί

και τρεμάμενοι και οι δυο, σαν άρρωστοι. Τον φώναξε, αλλά ο

Έφις του έκανε με το χέρι αντίο χωρίς να στρέψει.

Μόλις βγήκαν από το χωριό άρχισαν οι ερωτήσεις, επειδή ο

τυφλός, παρ’ όλο που είχε το δισάκι του γεμάτο, ήθελε να

ζητάει ελεημοσύνη από τους διαβάτες, ενώ ο Έφις παρατηρούσε:

«Γιατί να ζητάμε, αφού έχουμε;»

«Και αύριο; Δεν σκέφτεσαι το αύριο; Τι ζητιάνος είσαι εσύ;

Φαίνεται πως είσαι καινούργιος.»

Τότε ο Έφις κατάλαβε πως δεν ήθελε να ζητάει επειδή

ντρεπόταν, και κοκκίνισε γι’ αυτό.

Ο καιρός χειροτέρευε. Προς το βράδυ άρχισε να βρέχει και οι

δυο σύντροφοι πλησίασαν σε μια καλύβα βοσκών, αλλά δεν τους

έβαλαν μέσα κι έτσι υποχρεώθηκαν να βρουν καταφύγιο κάτω από

ένα υπόστεγο φτιαγμένο από κλαδιά, πλάι στη στάνη. Τα σκυλιά

γαύγιζαν, ένας πέπλος μελαγχολίας περιέβαλε όλη την υγρή

πεδιάδα και η βροχή και ο άνεμος έσβηναν τη μικρή φωτιά που ο

Έφις προσπαθούσε ν’ ανάψει.

Ο τυφλός έμενε απαθής, ακίνητος πίσω από το πονεμένο του

προσωπείο. Καθισμένος – δεν ξάπλωνε ποτέ – με τα χέρια γύρω

από τα γόνατα, με τα μεγάλα κίτρινα δόντια του να λάμπουν

στην ανταύγεια της φωτιάς, με τα σκούρα του βλέφαρα

χαμηλωμένα, συνέχιζε να διηγείται τις ιστορίες του.

«Πρέπει να ξέρεις πως χρειάστηκαν δεκατρία ολόκληρα χρόνια

για να χτιστεί το σπίτι του Βασιλιά Σολομώντα. Βρισκόταν σ’

ένα δάσος που το έλεγαν Λίβανο εξ αιτίας των ψηλών κέδρων που

φύτρωναν εκεί. Μέρος δροσερό. Και όλο το σπίτι ήταν φτιαγμένο

από χρυσές και ασημένιες κολώνες, με τις τραβέρσες από γερό

ξύλο, δουλεμένο, και το πάτωμα από μάρμαρο, όπως στις

εκκλησίες. Στη μέση του σπιτιού ήταν μια αυλή με μια βρύση

που έτρεχε νερό μέρα-νύχτα, και οι τοίχοι ήταν όλοι από

πολύτιμες πέτρες, κομμένες στο ίδιο μέγεθος, όπως τα τούβλα.

Ο πλούτος που βρισκόταν εκεί μέσα ήταν ανυπολόγιστος: τα

πιάτα ήτα χρυσά, τα δοχεία χρυσά κι εκείνα, και όλο το σπίτι

ήταν στολισμένο με ρόδια και κρίνα από χρυσάφι, ακόμη και τα

κολάρα των σκύλων ήταν χρυσά και οι ιπποσκευές των αλόγων

ασημένιες και τα καλύμματά άλικα. Και ήρθε η βασίλισσα του

Σαβά, που είχε ακούσει να τα εξιστορούν όλα αυτά μέχρι την

άλλη άκρη του κόσμου, και ζήλευε, επειδή κι εκείνη ήταν

πλούσια και ήθελε να δει ποιος ήταν πλουσιότερος. Οι γυναίκες

έχουν περιέργεια….»

Ένας από τους βοσκούς, που τον είχαν ελκύσει οι ιστορίες του

τυφλού, πλησίασε στο υπόστεγο τρέχοντας σκυφτός για να μην

βραχεί. Οι σύντροφοί του τον μιμήθηκαν.

Συνεπαρμένος από την επιτυχία του ο τυφλός ζωήρεψε, σηκώθηκε,

διηγήθηκε την ιστορία της Θάμαρ με τις πίτες.

Οι βοσκοί γελούσαν δίνοντας μεταξύ τους και καμιά αγκωνιά.

Έφεραν γάλα, ψωμί και έδωσαν και μερικά κέρματα στον τυφλό.

Ο Έφις όμως ήταν λυπημένος και μόλις μείνανε μόνοι έβαλε τις

φωνές στο σύντροφό του για τη δολιότητά του και το κακό

παράδειγμα.

«Μιλάς όπως μιλούσε η μητέρα μου», είπε ο τυφλός, και

αποκοιμήθηκε κάτω από τη βροχή.

Στο πανηγύρι του Αγίου Πνεύματος υπήρχε λίγος κόσμος αλλά

εκλεκτός. Ήταν τσέλιγκες με τις χοντρές γυναίκες τους και τα

όμορφα, σβέλτα κορίτσια τους. Έρχονταν καβάλα στα άλογα,

αγέρωχοι και μελαχρινοί οι άντρες, ζωσμένοι με τα μακριά τους

μαχαίρια σε δερμάτινες στολισμένες θήκες∙ οι νέοι ψηλοί, με

τα δόντια και το ασπράδι των ματιών τους που έλαμπαν,

ευκίνητοι σαν βεδουίνοι∙ τα κορίτσια ευλύγιστα και ευχάριστα

όπως οι βιβλικές μορφές που ανέφερε ο τυφλός.

Ο καιρός εξακολουθούσε να είναι βροχερός και γύρω από το

εκκλησάκι, σκουρόχρωμο ανάμεσα στις πέτρες και στους θάμνους

της πεδιάδας, βασίλευε μια απέραντη σιωπή, μια έντονη μυρωδιά

από δάση. Τα σύννεφα που τρέχανε στον γκρίζο ουρανό έδιναν

στον τόπο μια όψη ακόμη πιο φανταστική.

Όλο το πρωί ξεφύτρωναν καβαλάρηδες μέσα από το ομιχλώδες

μονοπάτι. Ξεπέζευαν σιωπηλοί λες και είχαν μυστική συνάντηση

σ’ εκείνο το μακρινό σημείο του κόσμου. Ο Έφις καθόταν με τον

τυφλό στην είσοδο της εκκλησίας και του φαινόταν να

ονειρεύεται.

Εδώ επίσης δεν υπήρχαν άλλοι ζητιάνοι κι εκείνος ένοιωθε έναν

αόριστο φόβο όταν οι ισχυροί και υπεροπτικοί άντρες, που από

το στόμα και τα ρουθούνια τους έβγαινε μια άχνα ζωής,

περνούσαν μπροστά του. Ένοιωθε φόβο και ντροπή αλλά και

ζήλια. Εκείνοι ήταν άντρες! Τα χέρια τους έμοιαζαν νύχια

αρπακτικού έτοιμα ν’ αρπάξουν την τύχη στο πέρασμά της.

Έμοιαζαν όλοι ληστές, άνθρωποι πάνω από το νόμο: δεν

μετάνιωναν βέβαια για τις αμαρτίες τους, εάν είχαν, δεν τους

βασάνιζε η συνείδηση, εάν είχαν πάρει το νόμο στα χέρια τους,

στη διάρκεια της ζωής τους. Νόμιζε ότι τον κοιτούσαν με

περιφρόνηση, πετώντας του το νόμισμα, ότι ντρέπονταν γι’

αυτόν σαν άνθρωπο και ότι ήταν έτοιμοι να τον κλωτσήσουν στο

πέρασμά τους, σαν να ήταν ένα βρόμικο κουρέλι.

Αλλά έπειτα κοίταζε μακριά: πέρα από την ομίχλη του φαινόταν

πως άρχιζε ένας άλλος κόσμος και πως άνοιγε η πύλη για την

οποία μιλούσε ο τυφλός, η μεγάλη πύλη της αιωνιότητας. Και

μετάνιωνε για την ντροπή του.

Στο πλάι του ο σύντροφός του συνέχιζε να ζητά ελεημοσύνη

απαγγέλλοντας ή απευθυνόταν σ’ εκείνον για να τον ακούνε οι

περαστικοί:

«Τι κάνουμε εμείς σ’ αυτή τη ζωή, που είμαστε βάρος στους

σπλαχνικούς ανθρώπους που μας δίνουν ελεημοσύνη;»

«Τι κάνουμε, αδελφέ μου;»

«Λοιπόν, σύντροφέ μου, όλα γίνονται με τη θέληση του Κυρίου:

εμείς είμαστε όργανα κι Εκείνος μας χρησιμοποιεί για να

δοκιμάσει την καρδιά των ανθρώπων, όπως ο χωρικός

χρησιμοποιεί την τσάπα για να σκάψει τη γη και να δει αν

είναι γόνιμη. Χριστιανοί, μη βλέπετε στο πρόσωπό μας δυο

φτωχές υπάρξεις, πιο θλιβερές και από τα φύλλα που πέφτουν,

πιο βρώμικες και από τους λεπρούς. Να δείτε στο πρόσωπό μας

τα όργανα του Κυρίου που θέλει να συγκινήσει τις καρδιές

σας!»

Τα χάλκινα νομίσματα έπεφταν μπροστά τους σαν σκληρά, ηχηρά

άνθη. Ήταν δυο ωραιότατοι νέοι από το Νούορο που για να

προσελκύσουν την προσοχή των κοριτσιών άρχισαν να ρίχνουν

χρήματα στον τυφλό, βάζοντας στόχο το στήθος του και γελώντας

κάθε φορά που το πετύχαιναν. Έπειτα πλησίασαν και βάζοντας

τώρα στόχο τον Έφις, το διασκέδαζαν. Ο Έφις τιναζόταν σε κάθε

χτύπημα και του φαινόταν πως τον λιθοβολούσαν, αλλά μάζευε τα

κέρματα με κάποια απληστία, και η κατάληξη ήταν, μόλις

τελείωσε το παιχνίδι, να μετανιώσει πάλι και να ντρέπεται.

Στο μεταξύ οι γυναίκες προετοίμαζαν το γεύμα. Είχαν ανάψει

φωτιά κάτω από ένα απομονωμένο δέντρο και ο καπνός

ανακατευόταν με την ομίχλη. Η κηλίδα των κόκκινων κορσέδων

τους ξεχώριζε, μέσα στο γκρίζο, πιο ζωηρή και από τη φλόγα.

Δεν είχε τραγούδια ούτε μουσική σ’ αυτό το μικρό πανηγύρι που

στον Έφις φαινόταν να είναι μια συμμάζωξη ληστών και βοσκών

που συγκεντρώθηκαν εκεί από την επιθυμία να ξαναδούν τις

γυναίκες τους και να πάρουν μέρος στη λειτουργία.

Το μεσημέρι όλοι μαζεύτηκαν κάτω από το δέντρο, γύρω από τη

φωτιά, και ο παπάς κάθισε στη μέση. Ο καιρός ξάνοιγε, μια

χρυσή ηλιαχτίδα από το ζενίθ περνούσε μέσα από τα σύννεφα και

έπεφτε κατ’ ευθείαν επάνω στο δέντρο όπου γινόταν το

φαγοπότι. Κάτω από το δέντρο, οι βοσκοί καθισμένοι καταγής,

οι γυναίκες με τα κάνιστρα στο χέρι, ο παπάς με ένα δισάκι

ριγμένο στους ώμους σαν σάλι για να προφυλαχτεί από την

υγρασία, τα παιδιά που γελούσαν, τα σκυλιά που κουνούσαν την

ουρά και κοίταζαν τ’ αφεντικά τους μες στα μάτια περιμένοντας

να γλείψουν το κόκαλο, όλα θύμιζαν τη γλυκιά γαλήνη μιας

βιβλικής σκηνής.

Οι γυναίκες, σπλαχνικές, έφερναν μεγάλα πιάτα με κρέας και

ψωμί στους δυο ζητιάνους και μόλις ο τυφλός άκουγε το σύρσιμο

των βημάτων τους επάνω στη χλόη ανέβαζε τη φωνή και άρχιζε

τις ιστορίες του.

«Μάλιστα, υπήρχε ένας βασιλιάς που έβαζε να λατρεύουν τα

δέντρα και τα ζώα, ακόμη και τη φωτιά. Τότε ο Θεός,

προσβεβλημένος, έκανε τους υπηρέτες αυτού του βασιλιά τόσο

κακούς που άρχισαν να συνωμοτούν για να σκοτώσουν τον αφέντη

τους. Αυτό και έκαναν. Μάλιστα, αυτός έβαζε να λατρεύουν ένα

Θεό όλον από χρυσάφι, γι’ αυτό στο κόσμο έμεινε η συνήθεια ν’

αγαπά τόσο το χρήμα, έτσι που ακόμη και ο συγγενής σκοτώνει

το συγγενή για το χρήμα. Έτσι έγινε και μ’ εμένα, οι

συγγενείς μου, αφού είδαν ότι δεν έχω το φως μου, μ’ έγδυσαν

όπως ο άνεμος γδύνει ένα δέντρο το φθινόπωρο.»

Ο κόσμος έφυγε γρήγορα και οι δυο άντρες έμειναν πάλι μόνοι

μέσα στη θλίψη του έρημου τόπου.

Η ομίχλη αραίωνε, σκουρόχρωμα δάση έκαναν την εμφάνισή τους

με φόντο το ξεθωριασμένο γαλάζιο του ορίζοντα∙ έπειτα παντού

γαλήνη, λες και αόρατα χέρια τράβηξαν απ’ όλες τις μεριές τα

πέπλα της κακοκαιρίας και ένα μεγάλο ουράνιο τόξο με εφτά

ζωηρά χρώματα, και ένα μικρότερο πιο ξεθωριασμένο, καμπύλωσαν

πάνω από το τοπίο. Η άνοιξη του Νούορο χαμογέλασε τότε στον

κακόμοιρο τον Έφις, καθισμένο στην είσοδο της εκκλησίας.

Μεγάλες κίτρινες νεραγκούλες, υγρές σαν καμωμένες από δροσιά,

έλαμπαν στα ασημένια λιβάδια και τα πρώτα αστέρια που

εμφανίστηκαν με το πέσιμο της νύχτας χαμογελούσαν στα

λουλούδια. Ο ουρανός και η γη έμοιαζαν με δυο καθρέφτες που

αντανακλούσαν ο ένας μέσα στον άλλο.

Ένα αηδόνι τραγουδούσε στο μοναχικό δέντρο που επάνω του

παρέμενε ακόμη διάχυτος ο καπνός. Όλη η δροσιά της βραδιάς,

όλη η αρμονία των μακρινών, ήρεμων τοπίων, και το χαμόγελο

των αστεριών προς τα λουλούδια και το χαμόγελο των λουλουδιών

προς τ’ άστρα, και η περήφανη ευθυμία των νεαρών βοσκών και ο

πόθος των γυναικών κρυμμένος μέσα στους κόκκινους κορσέδες,

και όλη η μελαγχολία των φτωχών που ζουν περιμένοντας τ’

αποφάγια από το τραπέζι των πλουσίων, και οι μακρινοί πόνοι

και οι ελπίδες του επέκεινα, και το παρελθόν, η χαμένη

πατρίδα, η αγάπη, το έγκλημα, η τύψη, η προσευχή, ο ψαλμός

του προσκυνητή που πηγαίνει, πηγαίνει και δεν ξέρει πού θα

περάσει τη νύχτα αλλά νιώθει πως τον οδηγεί ο Θεός, και η

μοναξιά του πράσινου στο κτηματάκι εκεί πάνω, ο ήχος του

ποταμού και των σκλήθρων εκεί κάτω, η μυρωδιά από τους

φλόμους, το γέλιο και το κλάμα της Γκριζέντα, το γέλιο και το

κλάμα της Νοέμι, το γέλιο και το κλάμα τα δικά του, του Έφις,

το γέλιο και το κλάμα όλου του κόσμου, τρεμόπαιζαν και

πάλλονταν μέσα στις νότες του αηδονιού επάνω στο μοναχικό

δέντρο που έμοιαζε ψηλότερο από τα βουνά, με την κορυφή του

ν’ αγγίζει τον ουρανό και την άκρη του τελευταίου φύλλου

χωμένη μέσα σ’ ένα αστέρι.

Και ο Έφις ξανάρχισε να κλαίει. Δεν ήξερε το γιατί, αλλά

έκλαιγε. Του φαινόταν πως ήταν μόνος στον κόσμο, με σύντροφο

το αηδόνι.

Ένιωθε ακόμη τα κέρματα των νεαρών από το Νούορο να του

χτυπούν το στήθος και ανασκιρτούσε ολόκληρος σαν να τον

λιθοβολούσαν∙ ήταν όμως μια ανατριχίλα χαράς, ήταν η ηδονή

του μαρτυρίου.

Ο σύντροφός του, με τον ώμο ακουμπισμένο στην κλειστή είσοδο

και τα χέρια γύρω από τα γόνατα, κοιμόταν και ροχάλιζε.

Από εκεί έφυγαν για το Φόνι, για το πανηγύρι των Αγίων

Μαρτύρων. Περπατούσαν πάντα με μικρά διαλείμματα, σταματώντας

στις στάνες, όπου ο τυφλός κατάφερνε να τον ακούνε οι βοσκοί,

που φαίνεται ότι τους αναγνώριζε «από τη μυρωδιά», όπως

έλεγε, διηγούμενος τα πιο συγκινητικά επεισόδια από την

Παλαιά Διαθήκη στους απλοϊκούς και τους θεοφοβούμενους, καθώς

και εκείνα που η κακή τους ερμηνεία τους έδινε μια γεύση

σκανδάλου για τους νέους και τους ακόλαστους.

Αυτή η συμπεριφορά του συντρόφου του έθλιβε τον Έφις. Μερικές

φορές ένοιωθε τέτοια αηδία που σχεδίαζε να τον εγκαταλείψει,

αλλά όταν το ξανασκεφτόταν του φαινόταν ότι η πορεία του προς

την εξιλέωση θα ήταν έτσι πληρέστερη και έλεγε στον εαυτό

του:

«Είναι σαν να οδηγώ έναν άρρωστο, ένα λεπρό. Ο Θεός θα δώσει

έτσι μεγαλύτερη προσοχή στην αγαθοεργία μου».

Στο δρόμο συνάντησαν και άλλους ζητιάνους που πήγαιναν στο

πανηγύρι. Όλοι χαιρετούσαν τον τυφλό σαν παλιό γνώριμο, αλλά

κοίταζαν με καχυποψία τον Έφις.

«Εσύ είσαι ακόμη δυνατός και καλοστεκούμενος», του είπε

ένας νεαρός σακάτης, «πώς και ζητάς ελεημοσύνη;»

«Έχω μια κρυφή αρρώστια που με τρώει και μ’ εμποδίζει να

δουλέψω», απάντησε ο Έφις, αλλά ντράπηκε για το ψέμα του.

«Ο Θεός λέει να δουλεύουμε όσο μπορούμε∙ μακάρι να μπορούσα

κι εγώ. Πόσο είναι ευτυχισμένοι εκείνοι που μπορούν να

δουλεύουν!»

Ο Έφις σκεφτόταν τον Τζατσίντο που έγινε χαρούμενος και καλός

μόλις βρήκε δουλειά, και διερωτήθηκε με πίκρα εάν δεν έκανε

πάλι λάθος που εγκατέλειψε τις καημένες τις κυράδες του.

Κι έτσι πήγαινε και πήγαινε και ησυχία δεν εύρισκε. Η σκέψη

του ήταν πάντα εκεί κάτω, ανάμεσα στις καλαμιές και στα

σκλήθρα του μικρού κτήματος. Κυρίως το βράδυ, εάν κάποιο

αηδόνι κελαηδούσε, η νοσταλγία τον βασάνιζε.

«Τι να σκέφτεται άραγε ο ντον Πρέντου που με περιμένει με την

απάντηση της Νοέμι; Ο Θεός όμως θα φροντίσει και θα φροντίσει

καλά, τώρα που εγώ, με το θανάσιμο αμάρτημά μου και τον

αφορισμό μου είμαι μακριά από αυτές.»

Και πήγαινε, πήγαινε, στη σειρά με τους ζητιάνους, επάνω ,

επάνω, μέσα από την πράσινη κοιλάδα της Μαμογιάντα, επάνω,

επάνω, προς το Φόνι, μέσα από μονοπάτια πάνω από τα οποία,

μες το συννεφιασμένο βράδυ, κρέμονταν τα βουνά του

Τζεναρτζέντου παίρνοντας φανταστικές μορφές από τείχη,

κάστρα, κυκλώπειους τάφους, ασημένιες πολιτείες, γλαυκά δάση

σκεπασμένα με ομίχλη. Του φαινόταν όμως πως το σώμα του ήταν

ένας άδειος σάκος που τον έδερνε ο άνεμος, σχισμένος,

βρώμικος, για πέταμα στα κουρέλια.

Και οι σύντροφοί του δεν ήταν καλύτεροι από αυτόν.

Περπατούσαν, περπατούσαν, χωρίς να ξέρουν πού πηγαίνουν,

χωρίς να ξέρουν το γιατί. Τα μέρη διασκέδασης όπου πήγαιναν

τους ήταν αδιάφορα∙ δεν τα εύρισκαν πιο χαρούμενα ή πιο

θλιβερά από τα μοναχικά μέρη όπου στάθμευαν για ανάπαυση ή

για φαγητό.

Καυγάδιζαν ωστόσο μεταξύ τους, φώναζαν αισχρόλογα, μιλούσαν

άσχημα για το Θεό, ζήλευαν ο ένας τον άλλο: είχαν όλα τα πάθη

των τυχερών ανθρώπων. Ο Έφις, ψόφιος από την κούραση, με τον

πυρετό να του τρώει τα σωθικά, δεν προσπαθούσε να τους

συνεφέρει, ούτε τους λυπόταν∙ του φαινόταν όμως ότι βάδιζε

μέσα σ’ ένα όνειρο, όπου τον παρέσερνε μια συντροφιά

φαντασμάτων, όπως τόσες φορές συνέβαινε τις νύχτες εκεί κάτω,

στο κτηματάκι∙ ήταν κιόλας νεκρός και περιφερόταν ακόμη σε

τούτον εδώ τον κόσμο, διωγμένος από τα βασίλεια του άλλου.

Στο Φόνι, όπου οι ζητιάνοι βολεύτηκαν στη μικρή αυλή γύρω από

την εκκλησία που ήταν γεμάτη κόσμο από μακρινά χωριά, ο Έφις

άρχισε να δοκιμάζει ένα νέο μαρτύριο. Φοβόταν μήπως τον

αναγνωρίσουν και προσπαθούσε να κρυφτεί πίσω από το σύντροφό

του.

Πλάι τους ήταν άλλοι δυο ζητιάνοι: ένας γέρος τυφλός και ένας

νέος, ο οποίος πριν έρθει, τρύπησε το στήθος του κάτω από τη

δεξιά θηλή και έτριψε επάνω το γάλα ενός δηλητηριώδους φυτού

για να δημιουργηθεί έτσι ένα πρήξιμο, που το παρίστανε τάχα

σαν κακοήθη όγκο.

Ο Έφις ένοιωθε οργή γι’ αυτή την απάτη και, όταν τα νομίσματα

έπεφταν στο καπέλο του συντρόφου του, κοκκίνιζε γιατί του

φαινόταν ότι κορόιδευε κι εκείνος τους σπλαχνικούς.

Και τα κέρματα έπεφταν, έπεφταν. Δεν φανταζόταν ποτέ ότι

υπήρχαν τόσοι φιλεύσπλαχνοι άνθρωποι στον κόσμο. Οι γυναίκες

κυρίως ήταν γενναιόδωρες και μια γλυκιά σκιά σκέπαζε τα μάτια

τους κάθε φορά που ο ψεύτικος όγκος του νεαρού ζητιάνου έκανε

την εμφάνισή του πρησμένος και μπλάβος σαν σύκο, ανάμεσα στις

πτυχές του ανοιχτού πουκάμισου.

Όλες σχεδόν σταματούσαν, έσκυβαν το πρόσωπο και ρωτούσαν.

Μερικές ήταν ψηλές, λεπτές, τυλιγμένες με ορμπάτσε [5],

φορούσαν ποδιές κεντημένες με κίτρινα και πράσινα

ιερογλυφικά και σκουφιά σκαρλάτα και έμοιαζε να έρχονταν από

μακριά, από την αρχαία Αίγυπτο. Άλλες πάλι είχαν γερά

λαγόνια, πρόσωπο πλατύ με δυο μάγουλα σαν ώριμα μήλα, στόμα

σαρκώδες, φλογερό και υγρό, όπως τα χείλη ενός βάζου με μέλι.

Ο Έφις απαντούσε με χαμηλωμένα τα μάτια στις ερωτήσεις τους

και έπαιρνε με λύπη την ελεημοσύνη.

Αλλά και μερικοί άντρες σταματούσαν γύρω από τον τυφλό γέρο

και τον ψεύτικο άρρωστο, ένας μάλιστα έσκυψε για να δει καλά

τον όγκο.

«Ναι, ο Θεός να βάλει το χέρι του», είπε, «ήταν ακριβώς έτσι

και έζησε μόνο ένα χρόνο.»

«Μόνο ένα χρόνο;» φώναξε ένας άλλος. «Α, δεν θα μου έφτανε να

τελειώσω ούτε τρεις από τις χίλιες δουλειές που έχω στο μυαλό

μου. Έλα, πάρε!»

Και έριξε στον άρρωστο ένα ασημένιο νόμισμα. Τότε άρχισε ένας

συναγωνισμός ποιος θα προσφέρει τα περισσότερα στον

καταδικασμένο να πεθάνει σύντομα. Τα νομίσματα έπεφταν βροχή

πάνω στο δισάκι του έτσι που ο σύντροφος του ΄Εφις κιτρίνισε

από το κακό του και η φωνή του έτρεμε από ζήλια. Το μεσημέρι

αρνήθηκε να φάει, έπειτα σώπασε και φάνηκε να μελετάει κάτι

σκοτεινό. Πράγματι, όταν ο κόσμος μαζεύτηκε πάλι στην αυλή

και οι γυναίκες περνώντας έψαχναν στις τσέπες τους να βρουν

κάτι για να δώσουν ελεημοσύνη στον ψεύτικο άρρωστο, εκείνος

άρχισε να φωνάζει:

«Μα κοιτάξτε τον καλά! Είναι πιο γερός από εσάς. Τρυπήθηκε με

μια δηλητηριασμένη βελόνα».

Τότε κάποιος έσκυψε για να δει καλύτερα τον ψεύτικο όγκο και

ο ζητιάνος, χλωμός, ακίνητος, δεν αντέδρασε, δε μίλησε. Ο

γέρος σύντροφός του όμως σηκώθηκε ξαφνικά, ψηλός,

ταλαντευόμενος σαν βλαστός δέντρου που τον σείει ο άνεμος,

έκανε μερικά βήματα και έπεσε επάνω στον Ιστένε ρίχνοντάς του

γροθιές στο κεφάλι σαν να’ τανε σφυριά.

Στην αρχή ο Ιστένε έσκυψε το κεφάλι μέχρι που το έβαλε σχεδόν

ανάμεσα στα γόνατα, έπειτα ανασηκώθηκε, άρπαξε τα πόδια του

επιτιθέμενου και τον τράνταξε ολόκληρο, μη μπορώντας όμως να

τον ρίξει κάτω του δάγκωσε το γόνατο. Δε μιλούσαν και η σιωπή

τους έκανε τραγικότερη τη σκηνή. Την επόμενη στιγμή όμως

πέσανε μερικοί επάνω τους και οι στριγκλιές των γυναικών

ενώθηκαν με τα γέλια των αντρών.

«Εγώ πάντως θα ήθελα να ξέρω πώς τα κατάφερε να τον δει!»

«Αφού δεν είναι τυφλός! Ο διάολος να τους πάρει,

προσποιούνται όλοι, από τον πρώτο ως τον τελευταίο.»

«Κι εγώ που του έδωσα τρεις φορές από εννέα ρεάλια! Πώς τον

έκανες τον όγκο; … Πες μου, θα σου δώσω άλλα εννέα ρεάλια:

έτσι θα κάνω κι εγώ για να μην πάω στο στρατό.»

«Πρόσεχε γιατί έρχονται οι καραμπινιέροι.»

«Πάψτε. Δεν τρέχει τίποτε.»

Ο κόσμος μέριασε για να περάσουν οι καραμπινιέροι: ψηλοί, με

κόκκινο και γαλάζιο λοφίο να ανεμίζει σαν φανταστικό πουλί,

στάθηκαν επάνω από τους δυο ζητιάνους που βρίσκονταν

κουβαριασμένοι καταγής.

Ο γέρος έτρεμε από οργή, αλλά δεν άνοιγε το στόμα του∙ ο

άλλος είχε ξαναπάρει τη θέση του και είπε λυπημένα ότι δεν

ήξερε τίποτε, ότι δεν κουνήθηκε από τη θέση του, ότι ένοιωσε

κάποιον να πέφτει επάνω του σαν τοίχος που καταρρέει.

Τους σήκωσαν και τους απομάκρυναν. Ο κόσμος τους ακλούθησε

σαν σε λιτανεία. Ο Έφις ακολουθούσε κι αυτός, αλλά έτρεμαν τα

πόδια του, ένας πέπλος κάλυπτε τα μάτια του.

«Τώρα θα συλλάβουν κι εμένα και θα μάθουν ποιος είμαι, θα τα

μάθουν όλα για μένα κα θα με καταδικάσουν.»

Κανείς όμως δεν του έδινε σημασία και αφού έκλεισαν τους δυο

τυφλούς στην καζάρμα ο κόσμος διαλύθηκε κι εκείνος απόμεινε

μόνος, σε απόσταση, καθισμένος επάνω σε μια πέτρα να

περιμένει.

Φοβόταν, αλλά για τίποτε στον κόσμο δεν θα εγκατέλειπε τον

τυφλό. Έμεινε εκεί μια ώρα, δυο, τρεις. Ο τόπος ήταν έρημος:

ο κόσμος ήταν κάτω, στο πανηγύρι, και το χωριό σ’ εκείνη τη

γωνιά έμοιαζε ακατοίκητο. Ο ήλιος έπεφτε επάνω στις στέγες

από σχίζες των μικρών, χαμηλών και φτωχικών σπιτιών που

έμοιαζαν με καλύβες. Ο αέρας του απομεσήμερου μετέφερε

μυρωδιές από αρωματικά φυτά και πού και πού κάποια φωνή,

κάποιον ήχο μακρινό.

Καλαμιές στον άνεμο · 第 12 / 16 段