Ένευσε πως όχι.

«Έφις, σ’ έχω προσβάλει μήπως; Σου είπα κάτι κακό;»

«Κανένα κακό, κυρά μου. Μόνο να, πρέπει να φύγω∙ έφτασε η

ώρα.»

«Πήγαινε τότε στο καλό.»

Εκείνος έμεινε για μια στιγμή σκεφτικός: του φάνηκε πως κάτι

ξέχασε, όπως όταν είναι να ταξιδέψουμε και διερωτόμαστε εάν

τα έχουμε πάρει όλα.

«Ντόνα Νοέμι, έχετε κάτι να με διατάξετε;»

«Όχι, τίποτε. Μου φαίνεται μόνο πως δεν είσαι καλά∙ είσαι

άρρωστος; Μείνε εδώ, θα καλέσουμε το γιατρό. Τρέμουν τα πόδια

σου.»

«Πρέπει να πηγαίνω.»

«Έφις, άκουσέ με. Μην σου κακοφαίνεται για ό, τι σου είπα.

Έτσι είναι, δεν μπορώ, πίστεψέ με. Ξέρω ότι αυτό σε

δυσαρεστεί, αλλά δεν μπορώ. Μην πεις τίποτε στην Έστερ και

πήγαινε, αφού θέλεις να φύγεις. Εάν όμως νοιώσεις άσχημα,

γύρισε. Να θυμάσαι ότι αυτό είναι το σπίτι σου.»

Έριξε το δισάκι επάνω στους ώμους του και βγήκε. Στα

σκαλοπάτια της εξώπορτας τίναξε τα πόδια του, το ένα μετά το

άλλο, για να μην πάρει μαζί του ούτε τη σκόνη από το σπίτι

που εγκατέλειπε.

Κεφάλαιο δέκατο τρίτο

Έξω τον περίμενε ο Τσουαναντόνι.

«Σας φώναξα τρεις φορές. Πάμε, η γιαγιά μου δεν είναι καλά

και θέλει να σας μιλήσει. Γιατί δεν έρχεστε; Μη φοβάστε, δε

θα σας πάρουμε το ψωμί απ’ το δισάκι.»

Η γριά ήταν ακόμη ντυμένη στο κρεβάτι, με τους καρπούς των

χεριών της γυμνούς, κόκκινους και φλογάτους σαν αναμμένα

δαυλιά. Έμοιαζε ναρκωμένη, αλλά όταν ο Έφις έσκυψε επάνω της

του είπε με σβησμένη φωνή:

«Βλέπεις; Πήγε πάλι στο ποτάμι για να πλύνει, επειδή πρέπει

να δουλέψει. Κι εσύ μου είπες πως θα την παντρευόταν!»

«Θεια-Ποτόι! Πρέπει να κάνουμε υπομονή. Γεννηθήκαμε για να

υποφέρουμε.»

Η γριά σήκωσε το χέρι της και τον τράβηξε με δύναμη επάνω

της. Μια οσμή σήψης και τάφου αναδυόταν από το μικρό κρεβάτι,

εκείνος όμως δεν τραβήχτηκε παρόλο που ένιωθε το κολιέ της

θειας-Ποτόι να του αγγίζει το πρόσωπο, ζεστό σαν να ήταν

επάνω στη φωτιά, και την αναπνοή της να περνάει πάνω στα

μαλλιά του σαν αράχνη.

«Άκουσέ με Έφις, είμαστε μπροστά στο Θεό. Εγώ είμαι έτοιμη να

φύγω. Ο ίδιος ο ντον Τζάμε θα έρθει να με πάρει, όπως το

είχαμε συμφωνήσει όταν ήμασταν παιδιά. Ήρθε η ώρα να φύγουμε

μαζί. Και στο δρόμο θα του πω να μη σταματήσει εκεί που

έπεσε, εκεί που τον σκότωσες, και να σε συγχωρήσει για την

αγάπη που έδειξες για τις κόρες του. Θα σε συγχωρήσει. Έφις∙

αρκετά σήκωσες το βάρος. Κι εσύ όμως Έφις, σώσε την Γκριζέντα

μου. Θα χαθεί. Το θάνατό μου μόνο περιμένει για να το σκάσει

και γι’ αυτό δεν μπορώ να κλείσω ήσυχη τα μάτια. Πήγαινε στο

παλικάρι και πες του να μην την χάσει, να μην ξεχάσει ότι

υποσχέθηκε να την παντρευτεί. Να την παντρευτεί, ναι, κι έτσι

η ντόνα Νοέμι θα πάψει να τον σκέφτεται. Πήγαινε.»

Τον έσπρωξε κι εκείνος γούρλωσε τα μάτια, αλλά του φάνηκε να

τον καίνε, να είναι σκεπασμένα με στάχτη, σαν να γύριζε από

την κόλαση. Η γριά δεν ξανάνοιξε τα δικά της. Τα χέρια της

είχαν κοκαλώσει, τα δάχτυλα ήταν άκαμπτα και ανοιχτά,

κουνούσε ακόμη τα χείλη της που είχαν γίνει βιολετιά και γύρω

γύρω μαύρα, αλλά δε μιλούσε πια.

Δεν ξαναμίλησε.

Από την τρύπα της στέγης έπεφτε, σαν μέσα από ένα

αναποδογυρισμένο χωνί, μια χρυσαφένια ηλιαχτίδα που φώτιζε

επάνω στο μικρό κρεβάτι το μαύρο της κορμί και τα κολιέ της,

αφήνοντας στην σκιά την υπόλοιπη έρμη κάμαρα.

Ο Έφις κοίταζε σαν μέσα από τον πάτο ενός πηγαδιού εκείνο το

σημείο, ψηλό και μακρινό. Ξαφνικά όμως του φάνηκε ότι η

ηλιαχτίδα παρεξέκλινε, έπεφτε απάνω του και τον φώτιζε. Έτσι

όλα ήταν ξεκάθαρα. Τα μάτια του τώρα πια διέκριναν τα πάντα:

τριγύρω η σκιά από τα λάθη του, το κέντρο φωτισμένο, που ήταν

η τιμωρία του Θεού επάνω του.

Ξαναπήρε το δισάκι, χωρίς να πει κουβέντα, και έφυγε.

Περνώντας μπροστά από το σπίτι του ντον Πρέντου φώναξε τη

Στεφάνα και της είπε ότι έπρεπε να φύγει για δικές του

δουλειές και ότι δεν ήξερε πότε θα γυρίσει.

«Πες μου τουλάχιστον πού πας.»

«Στο Νούορο.»

Δυο μέρες του πήρε μέχρι που να φτάσει στο Νούορο. Ανηφόριζε

σιγά σιγά, με σύντομα διαλείμματα, πέφτοντας στην άκρη του

δρόμου όταν κουραζόταν. Έκλεινε τα μάτια, αλλά δεν κοιμόταν.

Όταν τα ξανάνοιγε έβλεπε την κιτρινωπή δημοσιά να χάνεται

ανάμεσα στο πράσινο και το γαλάζιο του ορίζοντα, επάνω προς

τα βουνά του Νούορο και κάτω προς τη θάλασσα της Μπαρονία,

και του φαινόταν πως έτσι ζούσε πάντα, στην άκρη ενός δρόμου

που είχε διανύσει τον μισό και τον άλλο μισό τον είχε μπροστά

του. Κάτω στο βάθος είχε αφήσει τον τόπο όπου έκανε το

έγκλημα, επάνω, προς τα βουνά, ήταν ο τόπος της μετάνοιας.

Ο καιρός ήταν καλός∙ οι κοιλάδες είχαν κιόλας χορταριάσει και

οι βίγκες άνθιζαν σαν μάτια χαμογελαστών παιδιών.

Ένα δίχτυ από ρυάκια γυάλιζε ανάμεσα στο πράσινο στις

κατηφοριές και το ποτάμι μουρμούριζε ανάμεσα στα σκλήθρα.

Κανένα κάρο περνούσε που και που από τη δημοσιά και στον Έφις

ερχόταν η επιθυμία να ζητήσει να τον μεταφέρουν, αλλά αμέσως

λυπόταν γι’ αυτό.

Όχι, έπρεπε να περπατήσει για την εξιλέωσή του, να φτάσει

χωρίς τη βοήθεια κανενός.

Αυτό το πρώτο του ταξίδι είχε ένα σκοπό, γι’ αυτό και τον

απασχολούσαν ακόμη τα εγκόσμια, να φτάσει σύντομα, να

βιαστεί. Μετά νόμιζε ότι θα ήταν ελεύθερος, θα κουβαλούσε

μόνο το δικό του φορτίο με υπομονή, μέχρι το θάνατό του.

Το πρώτο βράδυ διανυκτέρευσε σ’ ένα οδικό φυλάκιο της

κοιλάδας, αλλά δεν μπόρεσε να κοιμηθεί. Η νύχτα ήταν διαυγής

και γλυκιά. Στον λευκό ουρανό πάνω από την κοιλάδα, που την

έκλειναν στήλες από βράχια, κρεμόταν το φεγγάρι σαν χρυσή

λάμπα από το θόλο ενός ναού. Κάποιος άρρωστος όμως βογκούσε

μέσα στο θλιβερό σαν στάβλο φυλάκιο και ο ανθρώπινος πόνος

τάραζε την ερημιά.

Ο Έφις ξεκίνησε πάλι πριν την αυγή, πιο κουρασμένος από πριν.

Και να τα βουνά της Ολιένα να ξεπετιούνται μέσα από τα λευκά

πυκνά σύννεφα σαν μια μάζα από λιβάνι μπροστά στο τραχύ

θυσιαστήριο από γρανίτη της Ορτομπένε. Όλο το τοπίο έχει μιαν

ιερή όψη και ο Λυτρωτής σταματάει το πέταγμα επάνω στον πιο

ψηλό βράχο, με το σταυρό να τινάζει τους μαύρους βραχίονές

του στο χρυσαφένιο θόλο του ουρανού.

Και ο Έφις γονατίζει αλλά δεν προσεύχεται, δεν μπορεί να

προσευχηθεί, ξέχασε τα λόγια. Τα μάτια του όμως, τα χέρια του

που τρέμουν, όλο του το σώμα που αναταράζεται από τον πυρετό,

όλα είναι μία προσευχή.

Όσο ανέβαινε προς το Νούορο άκουγε κάποιους χτύπους, λες και

μια μεγάλη καρδιά, κρεμασμένη πάνω από την κοιλάδα, να

χτυπούσε δυνατά, όλο και πιο δυνατά.

«Είναι ο Μύλος και ο Τζατσίντο βρίσκεται εκεί», σκέφτηκε με

χαρά.

Ήταν ο τελευταίος σταθμός του ταξιδιού του στον κόσμο, ο

τελευταίος ανήφορος του Γολγοθά του, εκείνο το ανηφορικό

σοκάκι, βρώμικο, όλο λίγδα, με ένα γατάκι ψόφιο μέσα στα

σκουπίδια και τον ουρανό πορφυρό πάνω από τους ψηλούς τοίχους

σκεπασμένους με αγριάδα.

Στα μισά του δρόμου γύρισε να κοιτάξει. Η σκιά ανέβαινε από

την κοιλάδα διαγράφοντας έναν σκούρο κύκλο επάνω στις

τριανταφυλλί πλαγιές της Ορτομπένε και έφτανε μέχρι τον ίδιο

στο σοκάκι. Ψηλά ακουγόταν το αγκομαχητό του Μύλου, ένα

αρσενικό καρδιοχτύπι σε αντίθεση προς το θηλυκό κάλεσμα μιας

καμπάνας που χτυπούσε τον εσπερινό και στο βάθος του δρόμου

περνούσαν χωριάτες με τα ζεμένα βόδια τους, επιβλητικοί αστοί

όπως ο ντον Πρέντου, γυναίκες με κανάτια στο κεφάλι. Άλλες

γυναίκες, χλωμές, κάθονταν να ξεκουραστούν επάνω στις πέτρες

από τους χαμηλούς φράχτες που περικύκλωναν μια εξωτερική

αυλή.

Ο Έφις κοντοστάθηκε κουρασμένος, με το δισάκι να του γλιστρά

από τους ώμους, και ξεκίνησε την κουβέντα μαζί τους.

«Πού βρίσκεται ο ντον Τζατσίντο;»

«Ποιος; Εκείνος από το Μύλο; Εδώ, πιο πάνω. Τι του κουβαλάς

μες στο δισάκι; Είσαι ο υπηρέτης του;»

«Ναι. Και τι κάνει ο ντον Τζατσίντο;»

«Ε, δουλεύει και διασκεδάζει. Είναι εύθυμος, χρυσό παιδί.

Όλες οι γυναίκες τρέχουν από πίσω του…. τσακώνονται για χάρη

του λες και είναι γλυκό από μέλι…»

Τότε ο Έφις θυμήθηκε το πανηγύρι στο Ριμέντιο, τη Νατόλια και

την Γκριζέντα που χόρευαν έχοντας στριμώξει ανάμεσά τους τον

ξένο και ένας δυνατός πόνος τον διαπέρασε, αλλά ο πόνος αυτός

του δημιούργησε μια έντονη επιθυμία μα κάνει κάτι ενάντια στη

μοίρα.

«Πού μπορώ να τον βρω; Να είναι στο Μύλο τώρα;»

«Κατά φωνή….»

Και να τος πράγματι ο Τζατσίντο που έρχεται βιαστικός,

ξεσκούφωτος, με τα μαλλιά του και τα ρούχα άσπρα από το

αλεύρι. Κάποιος είχε πάει να τον ειδοποιήσει για τον ερχομό

του υπηρέτη.

«Τι γυρεύεις εδώ πάνω;», τον ρώτησε, πιάνοντας τον από τα

μπράτσα και ταρακουνώντας τον.

Ο Έφις τον κοίταζε χωρίς να απαντά και τον άφησε να τον σύρει

μες στο σοκάκι μέχρι επάνω, μέχρι μια μικρή αυλή κλεισμένη

ανάμεσα σε δυο σπίτια πάνω από την κοιλάδα. Ένας άντρας, ένας

αστός κοντός, σχεδόν νάνος, με μεγάλα μελαγχολικά μάτια και

χλωμό πρόσωπο, έβγαζε νερό από το πηγάδι και ο Τζατσίντο τον

σύστησε σαν τον σπιτονοικοκύρη του.

«Πρέπει να σου μιλήσω», είπε ο Έφις.

«Σ’ ακούω, μίλησε.»

Κάθισαν στην κουζίνα αλλά ο αστός ετοίμαζε το δείπνο και ο

Έφις δεν ήθελε να μιλήσει μπροστά του. Όσο για τον Τζατσίντο,

εκείνος αστειευόταν και γελούσε και δεν ενθάρρυνε τη

συζήτηση.

Μέσα από το παραθυράκι φαινόταν πάνω στους βράχους της

Ορτομπένε ο Λυτρωτής μικρός σαν χελιδόνι, και από το περιβόλι

ανέβαινε μια μυρωδιά από βιόλες που θύμιζε την αυλή εκεί κάτω

των Πιντόρ.

Ο Έφις ένοιωσε πόνο στην καρδιά αλλά δεν μπορούσε να μιλήσει.

Είπε μόνο:

«Τζατσιντί, το ’χεις ρίξει έξω, μου φαίνεται!»

«Τι να κάνω; Να πάω να κρεμαστώ;»

Το ανθρωπάκι όμως, που μαγείρευε σκυμμένο μακαρόνια, σήκωσε

τα θλιμμένα του μάτια και ο Τζατσίντο γέλασε και κοίταξε τα

δοκάρια της στέγης.

«Ξέρεις Έφις, τις πρώτες μέρες που ήρθα εδώ, ενοικιαστής

αυτού εδώ του καλού άνθρωπο του Θεού, προσπάθησα στ’ αλήθεια

να κρεμαστώ. Το θυμώσατε Μικέλι;», το ανθρωπάκι ένευσε πως

ναι, αλλά κούνησε το κεφάλι με αποδοκιμασία. «Και αυτός με

έσωσε, μ’ έβαλε στο κρεβάτι σαν να ήμουν μωρό. Με έδενε όταν

έβγαινε. Είχα υψηλό πυρετό, αλλά έπειτα πέρασαν όλα και τώρα

είμαι χαρούμενος και ευχαριστημένος. Έτσι δεν είναι Μικέλι;

Δεν είμαι χαρούμενος και ευχαριστημένος; Έλα Έφις, μίλησε.

Σίγουρα έχεις έρθει για να ταράξεις τη χαρά μου.»

«Η γριά Ποτόι πέθανε», είπε επιτέλους ο Έφις και ο Τζατσίντο

του πλησίασε το πιρούνι στο πρόσωπο σαν να ήθελε να τον

τρυπήσει.

«Φύγε, πουλί της συμφοράς! Το ήξερα ότι θα έφερνες την είδηση

κάποιου θανάτου! Τι άλλο;»

«Και η Γκριζέντα ετοιμάζεται να μας αφήσει. Θα την δεις να

φτάνει εδώ σε μερικές μέρες. Αυτά ήρθα να σου πω.»

Ο Τζατσίντο ξαναπήρε το παιδικό του ύφος, όπως κάποτε,

θλιμμένο και τρομαγμένο.

«Α, όχι, όχι! Δε θέλω να έρθει!»

«Δε θέλεις; Και πώς θα της το απαγορέψεις; Στο κάτω κάτω

είναι η αρραβωνιαστικιά σου, υποσχέθηκες πως θα την

παντρευτείς.»

«Δεν μπορώ να την παντρευτώ. Αλήθεια δεν είναι ότι δεν μπορώ,

Μικέλι; Δεν μπορώ και δε θέλω! Δεν είμαι σε θέση να

παντρευτώ: είμαι ένας κουρελής, έχω άλλες υποχρεώσεις εγώ και

το ξέρεις. Κοίταξε λοιπόν, μπορώ να μιλήσω μπροστά σ’ αυτόν

τον άνθρωπο που ξέρει τα πάντα για μένα, όπως εσύ, και με

συμπονά. Εγώ πρέπει να πληρώσω το χρέος από τις θείες μου.

Γι’ αυτό ήθελα να πεθάνω, επειδή η απελπισία ξεχείλισε την

καρδιά μου. Αυτός ο άνθρωπος όμως μου είπε: θα σε κρατήσω

τζάμπα στο σπίτι μου, θα σου δώσω στέγη και τροφή όταν θα

έχω, εσύ όμως θα πρέπει να στρωθείς στη δουλειά για να

πληρώσεις το χρέος σου.»

Ο Έφις κοίταζε το ανθρωπάκι μεταξύ θαυμασμού και καχυποψίας

και έμοιαζε να τον ρωτά με τα μάτια: «γιατί τόση

γενναιοδωρία;». Κι εκείνος, που έτρωγε με το πρόσωπο σκυμμένο

επάνω στο πιάτο του, σήκωσε τα μάτια και είπε:

«Επειδή είμαστε χριστιανοί!»

Τότε ο Έφις επανήλθε στον εαυτό του, σαν μέσα στο σπίτι της

ψυχής του, και θυμήθηκε γιατί είχε έρθει.

«Και όμως, Τζατσίντο, πρέπει να παντρευτείς την Γκριζέντα. Θα

έρθει εδώ σε μερικές μέρες∙ μην την διώξεις, μην την χάσεις!»

«Μα καλέ μου άνθρωπε! Δεν έχεις αυτιά για ν’ ακούσεις; Σου

λέω πως δε μπορώ να την κρατήσω, δε μπορώ να την παντρευτώ.

Πρέπει να πληρώσω το χρέος από τις θείες μου!»

«Θα το πληρώσεις με το να την παντρευτείς.»

«Τόσα πολλά κληρονόμησε;» είπε ο Τζατσίντο γελώντας, αλλά ο

Έφις τον κοίταζε σοβαρός και επανέλαβε δυο φορές:

« Ήρθα να σου μιλήσω γι’ αυτό».

Ο σπιτονοικοκύρης κατάλαβε ότι η παρουσία του ενοχλούσε και

βγήκε έξω σιωπηλός, παρόλο που ο Τζατσίντο διαμαρτυρόταν και

του φώναζε να γυρίσει πίσω.

«Άσ’ τον», είπε ο Έφις. «Αυτό που έχω να σου πω δεν πρέπει να

το μάθει κανείς.»

Και όμως, όταν έμειναν μόνοι, ένοιωσαν και οι δυο αμηχανία.

Το φως έμοιαζε να στέκει εμπόδιο ανάμεσά τους. Βγήκαν στη

μικρή αυλή, κάθισαν στο σκαλοπάτι και ο Τζατσίντο έκλεισε την

πορτούλα πίσω του, σαν να ήθελε να εμποδίσει το φως και τη

φωτιά να ακούσουν. Ο Έφις έψαχνε τις λέξεις για να βγάλει από

μέσα από την καρδιά του το θλιβερό μυστικό. Α, του φαινόταν

τόσο μεγάλο και βαρύ που δεν μπορούσε να το εξωτερικεύσει

όλο: κομμάτι κομμάτι, ίσως, ναι, ματώνοντας. Έσκυψε μέσα του:

έσκαβε, σιωπηλός, τραβούσε, τραβούσε, όπως την πέτρα από ένα

πηγάδι. Τελικά ανασηκώθηκε αναστενάζοντας, κουρασμένος και

αδύναμος.

«Τζατσίντο, άκου τι έχω να σου πω. Έτσι είναι ο κόσμος. Ο

ντον Πρέντου θέλει να παντρευτεί τη ντόνα Νοέμι και η ντόνα

Νοέμι δεν θέλει. Εσύ φταις γι’ αυτό!»

Ο Τζατσίντο δεν απάντησε, αλλά του άρπαξε δυνατά το μπράτσο

λες και ήθελε να του το τσακίσει, έπειτα το άφησε.

Ο Έφις τον άκουσε να λαχανιάζει ελαφρά, σαν να τον έπιασε

ταραχή, και ο ίδιος με τη σειρά του, την ώρα που του έσφιγγε

το μπράτσο και έκαιγε από το σφίξιμο, ανάσαινε με αγωνία.

«Ναι, εσύ φταις, εσύ φταις», ξανάρχισε σχεδόν επιθετικά. «Δεν

το ήξερες; Τόσο το καλύτερο! Η γριά, αυτό τουλάχιστον δεν σου

το είπε. Τώρα όμως πρέπει να το σκεφτείς σοβαρά. Πρέπει να το

βγάλεις από το μυαλό της θείας σου αυτό το σαράκι,

καταλαβαίνεις; Καταλαβαίνεις;»

«Τι μπορώ να κάνω εγώ;» είπε τελικά το Τζατσίντο και σαν να

τον ξανακυρίεψε η παλιά του θλίψη.

Σκυφτός μες στη σκιά κοίταζε τη γη στα πόδια του και έβλεπε

μια μαύρη άβυσσο.

«Τι μπορείς να κάνεις; Το ξέρεις, σου το είπα. Ξεκίνα εσύ να

κάνεις το καθήκον σου κι έπειτα εκείνη θα κάνει το δικό της…»

«Τι μπορώ να κάνω, τι περνάει από το χέρι μου; Πιστεύεις ότι

εμείς κανονίζουμε τη μοίρα μας; Θυμήσου τι λέγαμε εκεί κάτω,

στο κτηματάκι∙ το θυμάσαι; Κι εσύ, εσύ ο ίδιος κανόνισες τη

μοίρα σου;»

Έσκυψε και ο Έφις κι έμειναν έτσι, κοντά κοντά, τόσο που ο

ένας ένοιωθε τη ζεστασιά από το πλευρό του άλλου. Οι κρόταφοί

τους είχαν πλησιάσει, σαν να άκουγαν μια υπόγεια φωνή.

« Είναι αλήθεια! Δεν μπορούμε να κανονίσουμε τη μοίρα μας»,

παραδέχτηκε ο Έφις.

«Νομίζεις ότι θα είναι ευτυχισμένη εάν παντρευτεί το θείο

Πιέτρο; Δεν φτάνει το ψωμί για να μας κάνει ευτυχισμένους,

τώρα το καταλαβαίνω κι εγώ…. Χρειάζονται και άλλα!»

«Εσύ όμως, πες μου, εσύ…»

«Εγώ;»

«Ναι, εσύ, το ήξερες;»

«Τι να σου πω; Ένας άντρας τα καταλαβαίνει πάντα αυτά τα

πράγματα. Σου ορκίζομαι όμως στην ψυχή της μάνας μου πως εγώ

την σεβάστηκα πάντα τη Νοέμι, σαν να ήταν κάτι το ιερό…. Και

όμως, ναι, σου το λέω, επειδή ξέρω πως μπορώ να σου το πω,

μόνο μια φορά, όταν εκείνη λιγοθύμησε κι εγώ έκλαψα επάνω από

τα μάτια της, ναι, μπορώ να σου το πω, όπως θα μπορούσα να το

πω και στη μάνα μου, με την ίδια αθωότητα , ναι,

κοιταχτήκαμε… μέσα από τα δάκρυα, και ίσως τότε… ίσως τότε…

Δεν ξέρω, να, δεν σου λέω άλλα. Ίσως γι’ αυτό έφυγα,

περισσότερο γι’ αυτό παρά για το κακό που έκανα.»

«Να σε ρωτήσω κάτι άλλο. Όταν ήρθες στο κτηματάκι, την

τελευταία φορά, το ήξερες κιόλας;»

«Το ήξερα.»

«Λοιπόν», είπε ο Έφις ενώ σηκωνόταν, «είσαι ένας πραγματικός

άντρας!»

«Τι τα θέλεις;» απάντησε αμέσως ο Τζατσίντο κολακευμένος.

«Γνωρίζω λίγο τη ζωή, τίποτε άλλο. Μαθαίνει κανείς γρήγορα τη

ζωή, όταν γεννιέται εκεί που γεννήθηκα εγώ. Κι εσύ όμως

γνωρίζεις τη ζωή, με τον τρόπο σου, και γι’ αυτό καταλάβαμε ο

ένας τον άλλο παρόλο που μιλάμε διαφορετική γλώσσα. Θυμήσου

όταν κατέβαινα στο κτηματάκι…. Έπαιζα και έβαλα ψεύτικη

υπογραφή επειδή ήθελα να πληρώσω τον Λιμενάρχη και να του

κάνω καλή εντύπωση επιστρέφοντας. Θα έλεγε: ο δυστυχισμένος,

ορθοπόδησε. Εγώ όμως, αντίθετα, έπεσα ακόμη πιο χαμηλά, πιο

χαμηλά… Με έπιασε όμως κάτι σαν τρέλα. Τώρα όμως άνοιξα τα

μάτια και βλέπω πού βρίσκεται η πραγματική σωτηρία. Εσύ, πού

τη βρήκες την πραγματική σωτηρία; Ζώντας για τους άλλους∙

αυτό θέλω να κάνω κι εγώ, Έφις», πρόσθεσε, μιλώντας του κοντά

στο πρόσωπο. «Εσύ είσαι που με έσωσες∙ σαν κι εσένα θέλω να

είμαι… Απάντησε, έχω δίκιο; Σ’ έριξα καταγής, στην Ολιένα,

αλλά και τους αγίους τους κακομεταχειριστήκαν, δεν έπαψαν

όμως να είναι άγιοι. Απάντησε, έχω δίκιο;», επανέλαβε

ταρακουνώντας τον από τους ώμους. «Θυμάσαι τι λέγαμε στο

κτηματάκι; Εγώ το θυμάμαι πάνα και γι’ αυτό λέω στον εαυτό

μου: ο Έφις κι εγώ είμαστε δυο δυστυχισμένοι, αλλά είμαστε

πραγματικοί άντρες και οι δυο, περισσότερο και από τον θείο

Πιέτρο και από τον Μιλέζο, βέβαια! Ο θείος Πιέτρο; Τι είναι ο

θείος Πιέτρο; Άφησε τις θείες να υποφέρουν τόσα χρόνια μόνες,

μέσα στη φτώχεια και στην καταφρόνια όλου του χωριού, και

τώρα κι αυτός πιστεύει πως κάνει καλό επειδή θέλει να

παντρευτεί τη Νοέμι! Το κάνει επειδή η γυναίκα τού αρέσει

σαν γυναίκα, όπως σ΄ εμένα αρέσει η Γκριζέντα, και τίποτε

περισσότερο. Αγάπη είναι αυτή, συμπόνια; Κι εκείνη καλά κάνει

που δεν τον θέλει. Καλά κάνει! Τη συμμερίζομαι! Η πραγματική

αγάπη ήταν η δική σου για εκείνες και αν είναι κάποιος που θα

έπρεπε να αγαπούν και να παντρευτούν, ναι, το λέω, είσαι εσύ

και όχι ο θείος Πιέτρο…. Κι όμως σε πέταξαν έξω σαν ένα

γέρικο σκυλί, τώρα που δεν μπορείς να τους προσφέρεις τίποτε.

Και όμως εσύ τις αγαπάς περισσότερο γι’ αυτό, επειδή η καρδιά

σου είναι η καρδιά ενός πραγματικού ανθρώπου. Λοιπόν, τι

κάνεις τώρα; Έι, άνθρωπέ μου!.... Ντροπή! Αρκετά δεν έκλαψες;

Εμπρός, κουράγιο! Περπάτα.»

Τον ταρακούνησε πάλι πιάνοντάς τον από πίσω, από τα μπράτσα,

αλλά ο Έφις έκλαιγε διπλωμένος στα δυο, με το κεφάλι ανάμεσα

στα γόνατα, και ενώ οι λυγμοί του γέμιζαν τη σιωπή της

νύχτας, θυμόταν το αίμα που είχε φτύσει μπροστά στην παλιά

εκκλησία της Ολιένα, μετά το άλλο επεισόδιο με τον Τζατσίντο.

Και τώρα του φαινόταν πως όλο το αίμα του έτρεχε από τα

μάτια, όλο το κακό αίμα, το αίμα της αμαρτίας. Το σώμα του

ήταν εξουθενωμένο και η ψυχή του χτυπιόταν μέσα του, σ’ ένα

χώρο κενό και μαύρο σαν τη νύχτα. Τα λόγια αγάπης όμως του

Τζατσίντο έλαμπαν φωτεινά στο σκοτεινό φόντο και τα ίδια του

τα δάκρυά τον φώτιζαν, άστραφταν τριγύρω του σαν αστέρια.

Έμεινε μια εβδομάδα στο Νούορο.

Τόσο ο ίδιος όσο και ο Τζατσίντο περίμεναν να δούνε από τη

μια στιγμή στην άλλη να φτάνει η Γκριζέντα, αλλά οι μέρες

περνούσαν κι εκείνη δεν ερχόταν.

Ο Τζατσίντο δεν είχε πάρει ακόμη καμία απόφαση για την

περίσταση, φαινόταν όμως ήρεμος, δούλευε, γύριζε στο σπίτι

μόνο όταν ήταν η ώρα για φαγητό και αστειευόταν με το

σπιτονοικοκύρη του ζητώντας του συμβολές πώς να υποδεχτεί το

κορίτσι.

«Δεν θέλω βέβαια να την χάσω, την καημένη την ορφανή! Εάν την

παντρευόμασταν μαζί; Μια γυναίκα στο σπίτι χρειάζεται.»

Το ανθρωπάκι τον κοίταζε με αποδοκιμασία, αλλά δεν μιλούσε,

τουλάχιστον όταν ήταν μπροστά ο Έφις. Αυτός πάλι δεν ήθελε,

με τη σειρά του, να εκβιάσει τη μοίρα, και σκεφτόταν ότι ήταν

αμαρτία να προσπαθήσει ν’ αντισταθεί στη θέληση της Θείας

Πρόνοιας. Σ’ αυτήν έπρεπε να αφεθούνε, όπως ο σπόρος στον

άνεμο. Ο Θεός ξέρει τι γίνεται.

Ωστόσο δεν αποφάσιζε να φύγει, περιμένοντας την Γκριζέντα και

όταν δεν ήταν στο σπίτι ο Τζατσίντο κατέβαινε το σοκάκι,

καθόταν στο φρύδι της κοιλάδας και κατασκόπευε το λευκό δρόμο

στους πρόποδες του Βουνού. Ο ρυθμικός χτύπος του Μύλου τον

συγκινούσε, σχεδόν τον τρόμαζε. Του φαινόταν σαν χτύπος

καρδιάς, μιας καινούργιας καρδιάς που έκανε να ξανανιώσει η

άγρια, η αρχαία γη. Μέσα σ’ εκείνους τους χτύπους παλλόταν

και η καρδιά του Τζατσίντο και του Έφις του ερχόταν να κλάψει

όταν τον σκεφτόταν. Να τος, του φαινόταν ότι τον είχε πάντα

μπροστά στα μάτια του, ψηλό, ήρεμο, άσπρο από το αλεύρι, σαν

νεαρό φυτό που το σκεπάζει η πάχνη, εξαγνισμένο από την

εργασία και από την πρόθεσή του να κάνει το καλό. Όλοι τον

αγαπούν κι εκείνος είναι ευγενικός με όλους. Οι γυναίκες που

φέρνουν το σιτάρι στο Μύλο μαζεύονται γύρω του ενώ είναι

σκυμμένος και ζυγίζει το αλεύρι και τον κοιτάζουν με μητρικό

βλέμμα, με ερωτικό βλέμμα. Ο Έφις πήγε μια μέρα να τον δει

και ανάμεσα στο θόρυβο της μηχανής και στις κινήσεις των

χλωμών μορφών μπροστά σ’ ένα φλεγόμενο φόντο, ανάμεσα στο

μπλέξιμο των σκιών και στο τρίξιμο των βαρών, του φάνηκε πως

διέκρινε μια μικρογραφία του Καθαρτηρίου και τον Τζατσίντο να

βασανίζεται ανάμεσα στους κολασμένους, περιμένοντας ωστόσο

στο τέλος την εξιλέωση.

Την Κυριακή μετά το Πάσχα πήγε σε μια μικρή αγροτική γιορτή

στο ξωκλήσι της Βαλβέρντε.

Ήταν ένα κρύο απόγευμα και στην κοιλάδα του Ιζάλε φαινόταν να

κυριαρχεί ακόμη ο χειμώνας αφού την έδερνε ο βοριάς και το

Μόντε Άλμπο κάτω, στο βάθος, ανάμεσα στα σύννεφα έμοιαζε με

καράβι που είχε εξοκείλει σε μια φουρτουνιασμένη θάλασσα. Ο

Έφις ακολουθούσε μια σειρά από χωριάτισσες τυλιγμένες στις

βαριές τους κάπες και με τον άνεμο να τον χτυπά το στήθος

ένοιωθε κάτι καινούργιο, κάτι δυνατό να μπαίνει μες στην

καρδιά του. Ο κόσμος περπατούσε θλιμμένος, αλλά ήρεμος, σαν

σε λιτανεία, λες και δεν πήγαινε σ’ έναν τόπο γιορτής, αλλά

προσευχής. Ακόμη και ένα ακορντεόν από μακριά επαναλάμβανε το

θρησκευτικό μοτίβο των δοξασιών κι εκείνος αισθανόταν ότι η

πορεία του προς την εξιλέωση είχε αρχίσει.

Μόλις έφτασε στο ξωκλήσι, ψηλά στη βραχώδη πλαγιά, κάθισε

κοντά στην είσοδο και άρχισε να προσεύχεται. Του φαινόταν πως

η μικρή Παναγία κοίταζε λίγο τρομαγμένη από την υγρή της

κόγχη τον κόσμο που είχε έρθει να ταράξει τη μοναξιά της, πως

ο άνεμος φυσούσε όλο και πιο δυνατά και ο ήλιος χαμήλωνε

γρήγορα στην κοιλάδα για να αναγκάσουν τους ενοχλητικούς

προσκυνητές να φύγουν. Πράγματι, οι γυναίκες τυλίγονταν

καλύτερα μέσα στις κάπες τους και, αφού έλεγαν τις προσευχές

στο κομποσκοίνι, έπαιρναν το δρόμο της επιστροφής.

Έμεινε μόνο κάποια που πουλούσε μαντολάτα και ζαχαρωτά από

μαύρο αλεύρι, και δυο άντρες που κάθονταν ο έναν στη μια και

ο άλλος στην άλλη πλευρά της εισόδου της εκκλησίας κάτω από

τον γκρεμισμένο πρόδομο.

Ο Έφις καθόταν σε μικρή απόσταση από αυτούς και τους κοίταζε

σοβαρός. Τους αναγνώρισε, τους είχε ξαναδεί στο πανηγύρι του

Ριμέντιο: ήταν δυο ζητιάνοι ντυμένοι κόσμια σαν αστοί, με

τιρκουάζ παντελόνια και σακάκια βελουτέ. Ο ένας ήταν ακόμη

νέος, ψηλός και σκυφτός, με πρόσωπο ωχρό και αποστεωμένο, λες

και είχε απομείνει μόνο το δέρμα επάνω στα κόκαλα, με τα

μαυρισμένα του βλέφαρα χαμηλωμένα, ζητιάνευε, ζητιάνευε

κουνώντας μόλις τα μελαγχολικά του χείλη που σκέπαζαν τα

μεγάλα προεξέχοντα δόντια του. Έμοιαζε να κοιμάται και να

μιλά στον ύπνο του, αδιάφορος για τον εξωτερικό κόσμο. Ο

άλλος, γέρος μα δυνατός, με πρόσωπο κατακόκκινο και όλο του

το κορμί συνεπαρμένο από ένα τρέμουλο που έμοιαζε ψεύτικο ,

είχε τοποθετήσει ένα καπέλο ανάμεσα στα ανοιχτά πόδια του και

πότε πότε έσκυβε για να δει μέσα τα κέρματα.

Το βράδυ όμως έπεφτε γρήγορα, φορτωμένο με σύννεφα, και ο

κόσμος έφευγε. Ακόμη και η γυναίκα με τα γλυκά έκλεισε τα

κουτιά της που απόμειναν γεμάτα και αγανακτισμένη άρχισε να

μιλά με τους ζητιάνους.

«Δεν άξιζε τον κόπο που κάναμε τόσο δρόμο! Γιορτή της

συμφοράς, αδέλφια μου!»

«Δεν τα βγάζουμε πια πέρα», είπε ο γέρος, άδειασε τα κέρματα

σ’ ένα μαντήλι και ξαναέβαλε το καπέλο στο κεφάλι. Μόλις όμως

έκανε να σηκωθεί ξανάπεσε, σαν να γλίστρησαν τα πόδια του στο

λιθόστρωτο της εισόδου, και χτύπησε το κεφάλι στον τοίχο και

τα χέρια στο έδαφος.

Μόλις άκουσε να κουδουνίζουν τα κέρματα επάνω στην πέτρα, ο

άλλος ζητιάνος ανασήκωσε το ωχρό του πρόσωπο και άνοιξε

διάπλατα τα ανέκφραστα μάτια του σαν να άκουγε έναν

απειλητικό θόρυβο.

Ο γέρος βογκούσε. Η γυναίκα και ο Έφις έτρεξαν κοντά του,

αλλά δεν μπόρεσαν να τον κάνουν να κρατήσει όρθιο το κεφάλι.

«Πρέπει να τον ξαπλώσουμε», είπε η γυναίκα, «θα του δώσω τώρα

λίγο ποτό να πιεί. Βάλ’ τον κάτω, βοήθησέ με.»

Τον έβαλαν κάτω, αλλά οι σταγόνες από ένα πράσινο υγρό που

εκείνη προσπάθησε να του χύσει στο στόμα επάνω στα κλειστά

δόντια, του χύθηκαν στο σαγόνι.

«Μοιάζει πεθαμένος. Κι εσύ δεν κουνιέσαι;», εκείνη είπε στον

άλλο ζητιάνο. «Ήταν άρρωστος; Δεν απαντάς;»

Ο άλλος προσπάθησε ν’ απαντήσει, αλλά από το στόμα του βγήκε

μόνο ένα τρεμάμενο ούρλιασμα∙ έπειτα ξέσπασε σε λυγμούς.

«Άντε, κουνήσου, πήγαινε να φωνάξεις τους βοσκούς που είναι

εκεί πάνω, στο δάσος…»

«Πού τον στέλνεις, αφού είναι τυφλός;» είπε ο Έφις ενώ έσκυβε

και έβαζε το ένα του χέρι επάνω στην καρδιά του γέρου. Η

καρδιά σκιρτούσε, σαν να προσπαθούσε κάθε φορά να ανυψωθεί κι

έπειτα έπεφτε αμέσως κάτω.

Και το σκοτάδι πύκνωνε ολοένα. Κάθε σύννεφο, περνώντας από

τον κοντινό ορίζοντα, άφηνε ένα πέπλο, ο άνεμος λυσσομανούσε

πίσω από την εκκλησία και όλοι οι θάμνοι, μ’ ένα χρώμα

μεταλλικό πράσινο, σείονταν προεξέχοντας πάνω από την

κοιλάδα, σαν να ήθελαν να φύγουν, κυριευμένοι από μια έκρηξη

θλίψης και τρόμου.

Καλαμιές στον άνεμο · 第 11 / 16 段