επακριβώς γνωστά, και εάν κάποιοι τα ήξεραν δεν θα ήταν πλέον
σημαντικά και μυστηριώδη. Γεγονός είναι πάντως ότι ο ντον
Πρέντου αδυνάτιζε, δεν πρόσβαλε πια τον πλησίον του και
τελικά έκανε τη βλακεία ν’ αγοράσει ένα κτήμα χωρίς αξία και
μαζί μ’ αυτό και τον υπηρέτη, που του έδινε την ελευθερία
του.
Η Στεφάνα και η Πατσάνα έλεγαν:
«Είναι που θέλει να κάνει ελεημοσύνη στις δύστυχες ξαδέλφες
του.»
Αυτές οι δύο όμως μεταξύ τους, στα κρυφά, παραδέχονταν ότι
φαινόταν να τον είχαν μαγέψει, αφού συνέχιζε να στέλνει πολλά
δώρα στις κυρίες Πιντόρ, και σχολίαζαν χαμηλόφωνα τον Έφις:
όλα είναι πιθανά σ’ αυτόν τον κόσμο, και ο Έφις αγαπούσε τις
κυράδες του τόσο, που θα μπορούσε για χάρη τους ακόμη και
μάγια να κάνει. Τα πήγαινε-έλα του με τον ντον Πρέντου έβαζαν
κυρίως σε υποψίες τις υπηρέτριες. Η Στεφάνα έψαξε μήπως κάτω
από το κατώφλι υπήρχε κρυμμένο κάποιο μαγικό αντικείμενο και
η Πατσάνα βρήκε μια μέρα μια μαύρη καρφίτσα στο κρεβάτι του
αφεντικού….. Ασυνήθιστα πράγματα θα πρέπει να συμβούν.
Το χειμώνα οι κυρίες Πιντόρ δεν βγήκαν από το σπίτι και ούτε
έκαναν κουβέντα για το αν θα πάνε στο Πανηγύρι του Ριμέντιο,
αλλά όσο μεγάλωναν οι μέρες και το χορτάρι θέριευε στο παλιό
νεκροταφείο, τη ντόνα Έστερ έμοιαζε να την κατέχει μια
αίσθηση κούρασης, μια ατονία, όμοια με εκείνη που κάθε χρόνο
την άνοιξη έκανε χλωμή τη Νοέμι. Σχεδόν δεν πήγαινε πλέον
στην εκκλησία, σερνόταν μέσα στο σπίτι, καθόταν κάθε τόσο με
τα χέρια άψυχα επάνω στους μηρούς και παραπονιόταν ότι της
πονούσαν τα πόδια. Η φτώχεια στο σπίτι δεν ήταν μεγαλύτερη
από τις άλλες χρονιές, αφού ο Έφις φρόντιζε για τα πλέον
απαραίτητα, αλλά η ατμόσφαιρα εκεί έμοιαζε να είναι φορτωμένη
με θλίψη.
Τη σαρακοστή οι δυο αδελφές πήγαν να ξομολογηθούν. Ήταν ένα
ωραίο, καθάριο πρωινό, γεμάτο ήχους. Ακούγονταν φωνές παιδιών
και κουδουνίσματα κοπαδιών κάτω, χαμηλά, ανάμεσα στα
βουρλοτόπια της πεδιάδας, και η φωνή του ποταμού δυνατή, όλο
και πιο δυνατή, που λες και απειλούσε, αλλά στα αστεία. Στον
καταγάλανο ουρανό δεν υπήρχε ούτε ένα συννεφάκι και η
ατμόσφαιρα ήταν τόσο διαυγής που επάνω στα βράχια του Κάστρου
φαίνονταν οι πέτρες που γυάλιζαν και ένα κενό παράθυρο στα
ερείπια, που άνοιγε στο γαλάζιο του ουρανού ανάμεσα στον
κισσό που το περιέβαλε σαν γιρλάντα.
Ο παπα-Πασκάλε ήταν μέσα στο εξομολογητήριό του και δεν είχε
σκοπό να βγει από εκεί, παρ’ όλο που η Νατόλια τον περίμενε
με καφέ και βουτήματα μέσα σ’ ένα κάνιστρο στο σκευοφυλάκιο.
Βλέποντας να καταφθάνουν οι δυο αδελφές για να εξομολογηθούν,
η υπηρέτρια έκανε μια χειρονομία απογοήτευσης και σκέφτηκε
ότι θα ήταν καλύτερα να πάει να ζεστάνει τον καφέ στης φίλης
της, της Γκριζέντα. Να την λοιπόν που βγαίνει πίσω από το
ιερό, με το κάνιστρο στο κεφάλι και κατεβαίνει το σοκάκι
ανάμεσα σε συστάδες από βάτα που λάμπουν από τις σταγόνες της
δροσιάς.
Από την πόρτα της γριάς Ποτόι φαινόταν η Γκριζέντα σκυμμένη
πάνω στη φωτιά της εστίας να ετοιμάζει τον καφέ της γιαγιάς
που ήταν άρρωστη στο κρεβάτι.
«Αδυνατίζεις κάθε μέρα και πιο πολύ», είπε η Νατόλια
μπαίνοντας.
Η Γκριζέντα πράγματι ήταν αδύνατη και χλωμή, άγουρη ακόμα,
αλλά κάπως μαραμένη. Κάποιες κινήσεις του άσαρκου λαιμού της
και του κιτρινισμένου προσώπου της θύμιζαν εκείνες της
γιαγιάς της. Τα μάτια της μόνο έλαμπαν μεγάλα και καθάρια,
γεμάτα μ’ ένα φως μελαγχολικό και συνάμα δόλιο, όπως το νερό
κάτω στους βάλτους, ανάμεσα στα βούρλα της πεδιάδας.
«Ο καφές μου κρύωσε. Τώρα που ήρθαν και οι θείες σου, θα
παγώσει», είπε η Νατόλια, παίρνοντας την καφετιέρα από το
κάνιστρο. «Έτσι, θα πιω κι εγώ λίγο.»
«Οι θείες μου! Ξύλο που τους χρειάζεται! Κι σ’ εσένα μαζί μ’
αυτές! Εάν αδειάσουν όλο το σακούλι με τις αμαρτίες τους,
σίγουρα θα βρεις νεκρό το αφεντικό σου από συγκοπή μέσα στο
εξομολογητήριο….»
«Τι γλώσσα! Φαίνεται πως σ’ έχει δαγκώσει η οχιά. Πάρε ένα
μπισκότο, να, σου το προσφέρω σαν λουλούδι για να σου γλυκάνω
την καρδιά….»
Η καρδιά της Γκριζέντα όμως έσταζε δηλητήριο και δεν δεχόταν
αστεία.
«Εάν ήρθες για να με τσιγκλήσεις, είσαι γελασμένη, Νατόλια.
Δεν έχεις αγκάθια εσύ, γιατί είσαι ένας φλόμος και όχι ένα
τριαντάφυλλο. Εγώ δεν πονάω, ούτε λυπάμαι. Είμαι δυνατή σαν
το πεύκο στην όχθη του ποταμού. Και θα έρθει μια μέρα που θα
μου στείλεις ανθρώπους και θα ζητάς να γίνεις δούλα μου.»
«Μπα! και ποιόν θα παντρευτείς; Τον Βαρόνο του Κάστρου;»
«Θα παντρευτώ ζωντανό εγώ και όχι πεθαμένο. Επάνω σου να
πέσουν οι πεθαμένοι!»
«Μου φαίνεται πως εσύ είσαι εκείνη που έκανε μάγια στον ντον
Πρέντου.»
«Εάν το θελήσω, παντρεύομαι ακόμη και τον ντον Πρέντου», είπε
η Γκριζέντα, ανασηκώνοντας με έπαρση το τραγικό και παιδικό
συνάμα πρόσωπό της, «όμως έχω άλλα στο μυαλό μου εγώ!»
Η Νατόλια την κοίταζε και την λυπόταν. Της φαινόταν σαν να τα
έχει λίγο χάσει, η δύστυχη, κι έτσι έπαψε να την βασανίζει.
Πήρε ένα άλλο μπισκότο και πήγε να το προσφέρει στη θεια-
Ποτόι, στη γωνιά της. Μια φωτεινή γραμμή έπεφτε από τη σκεπή
του μικρού, ισόγειου δωματίου, φωτίζοντας το κρεβάτι όπου
κειτόταν η γριά ντυμένη και με το κολιέ και τα σκουλαρίκια
της, άκαμπτη σαν ξύλο, όμοια με λείψανο έτοιμο για θάψιμο.
Νομίζοντας ότι κοιμάται η Νατόλια της άγγιξε το χέρι που
έκαιγε, αλλά η γριά το τράβηξε και της είπε χαμηλόφωνα:
«Άκου Νατόλια, κάνε μου μια χάρη. Πήγαινε στον Έφις Μαρόντσου
και πες του ότι πρέπει να του μιλήσω. Μην το μάθει όμως η
Γκριζέντα. Πήγαινε, τρυγόνα μου, πήγαινε!»
«Πού να τον εύρω εγώ τον Έφις; Είναι στο χωριό;»
«Ανεβαίνει από κτηματάκι, τον βλέπω που ανεβαίνει», είπε η
γριά, βάζοντας το δάχτυλο στα χείλη, επειδή έμπαινε η
Γκριζέντα με τον καφέ.
«Βλέπεις Νατόλια; Θέλησε να σηκωθεί σήμερα το πρωί, παρόλο
που έχει υψηλό πυρετό. Γιαγιά, γιαγιά, γύρνα γρήγορα κάτω από
τις κουβέρτες!»
«Θα γυρίσω, θα γυρίσω. Όλοι κάτω από την κουβέρτα θα
γυρίσουμε», είπε η γριά, και η Νατόλια έφυγε μ’ ένα βάρος
στην καρδιά.
Πράγμα παράξενο∙ ξαναπερνώντας εμπρός από το σπίτι των Πιντόρ
είδε τον Έφις να ανηφορίζει στον έρημο δρόμο. Προχωρούσε
σκυφτός κάτω από το βάρος του δισακιού, τόσο σκυφτός που
έμοιαζε να ψάχνει κάτι καταγής.
«Η γριά θα πεθάνει και γι’ αυτό βλέπει κιόλας», σκέφτηκε η
Νατόλια.
Εκείνος την κοίταξε με τα αδιάφορα μάτια του, όπως ενός ζώου,
και δεν είπε αν θα πήγαινε ή όχι στη γριά. Καθώς γνώριζε ότι
οι κυράδες του εκείνη την ώρα εξομολογούνταν, ξεφορτώθηκε το
δισάκι, το απόθεσε στο σκαλοπατάκι και κάθισε να τις
περιμένει. Οι τσουκνίδες του τρύπησαν τα χέρια.
Η υπηρέτρια γύρισε στην εκκλησία και κοίταξε μήπως μπορούσε
να πει στις κυρίες ότι ο υπηρέτης είχε έρθει, - έτσι θα
άφηναν ελεύθερο τον παπά Από τη μια μεριά του
εξομολογητηρίου όμως στεκόταν η ντόνα Έστερ της οποίας
φαινόταν η άκρη από το σάλι να προβάλει σαν μαύρη φτερούγα,
και από την άλλη η ντόνα Νοέμι, με την πλάτη πού και πού να
τρέμει ελαφρά κάτω από το μαύρο θαμπό ύφασμα και το πόδι της
μακρύ και νευρώδες να προεξέχει από το ανασηκωμένο μεσοφόρι.
Οι άλλες εξομολογούμενες προσεύχονταν εδώ κι εκεί μέσα στην
εκκλησία, γονατισμένες επάνω στο πρασινωπό πάτωμα. Μια βαθειά
σιωπή, ένα γαλάζιο φως, μια μυρωδιά χλόης πλημμύριζαν την
εκκλησία που ήταν υγρή και θλιβερή σαν σπηλιά. Η Μαγδαληνή,
προβάλλοντας μέσα από την κορνίζα της, έμοιαζε να έχει
στραμμένη την προσοχή της στις φωνές της άνοιξης που έρχονταν
με τον αρωματισμένο αέρα, και η Νοέμι αισθανόταν κι εκείνη,
ακόμη και εκεί μέσα, ακόμη και πίσω από το δικτυωτό του
εξομολογητηρίου, που ανάδινε μια μυρωδιά σκουριάς και
ανθρώπινης αναπνοής, ένα τρέμουλο ζωής, μια επιθυμία θανάτου,
μια αγωνία πάθους, μια λαχτάρα ταπείνωσης, όλα τα βάσανα, τις
πίκρες, τη μνησικακία και το αγκομαχητό της αμαρτωλής από
έρωτα.
Επιστρέφοντας είδαν τον Έφις να σηκώνεται με κόπο ακουμπώντας
το χέρι στο σκαλοπατάκι. Τότε η Νοέμι, κάτω από την επίδραση
ακόμα του ελέους και της αγάπης του Θεού, πήρε είδηση για
πρώτη φορά ότι ο υπηρέτης είχε το κακό του χάλι: γέρος,
θλιβερός, με ρούχα που έπλεαν επάνω του, και άπλωσε το χέρι
για να τον βοηθήσει να σηκωθεί. Εκείνος όμως είχε κιόλας
σηκωθεί και δεν έδωσε σημασία στη χειρονομία της.
Και όταν μπήκαν μέσα και η ντόνα Έστερ ζήτησε να μάθει νέα
για το κτηματάκι σαν να ήταν ακόμη δικό της, εκείνος απάντησε
σηκώνοντας τους ώμους με ασυνήθιστη αγένεια και πήγε να
πλυθεί στο πηγάδι.
Ο Απρίλης έκανε χαρούμενη ακόμη και τη θλιβερή αυλή. Τα
χελιδόνια πρόβαλαν το μαύρο κεφαλάκι τους από τις φωλιές στο
χαγιάτι κοιτάζοντας τους συντρόφους τους που πετούσαν χαμηλά
σαν ν’ ακολουθούσαν τη σκιά τους πάνω στο πυκνό χορτάρι του
παλιού νεκροταφείου.
«Έφις, μου φαίνεται πως δεν είσαι πολύ καλά. Πρέπει να πάρεις
κάτι, ή να ξεκουραστείς για μερικές μέρες», είπε η Νοέμι.
«Α, ναι, ντόνα Νοέμι; Εγώ όμως σκέφτομαι να περπατήσω!»
«Δεν είσαι καλά σου λέω. Μην αστειεύεσαι. Τι έχεις;»
Την κοίταζε με ζωηρό βλέμμα, λαμπερό, και ήταν τόση η ξαφνική
χαρά του που οι ρυτίδες γύρω από τα μάτια του έμοιαζαν
ακτίνες από φως.
«Γερνάω», είπε, χτυπώντας τα χέρια και η χαρά του χάθηκε
ξαφνικά, όπως είχε έρθει.
Γύρισε στο χωριό επειδή ο ντον Πρέντου είχε στείλει να τον
φωνάξουν, διαφορετικά δεν θα το είχε κουνήσει πια από
κτηματάκι. Τι μπορούσε να κάνει η λύπηση της ντόνας Νοέμι
ενάντια στο κακό που τον βασάνιζε; Το μόνο που κατάφερνε ήταν
να του το μεγαλώνει.
Πήγε λοιπόν στο καινούργιο του αφεντικό και το βρήκε
σκαρφαλωμένο επάνω σε μια σκάλα να κλαδεύει την κληματαριά
κάτω από το δίχτυ που σχημάτιζαν τα κλαδιά της ροδιάς,
κεντημένο με χρυσά φυλλαράκια.
Κι εδώ τα χελιδόνια διασταυρώνονταν με ταχύτητα, αλλά
ψηλότερα, με φόντο το γαλακτερό ουρανό. Μέσα στο σπίτι
άκουγες τις γυναίκες, που καθάριζαν τα δωμάτια και
τακτοποιούσαν τα πράγματα για το Πάσχα. Μεγάλη ηρεμία
βασίλευε τριγύρω.
Ο Έφις δεν ξέχασε ποτέ εκείνες τις στιγμές. Είχε φύγει από το
κτηματάκι με η βεβαιότητα ότι κάτι εξαιρετικό θα συνέβαινε,
κοιτάζοντας όμως προς τα επάνω τη σκάλα του φάνηκε ότι και ο
ντον Πρέντου ήταν λυπημένος, σχεδόν άρρωστος, και ότι δίσταζε
να κατέβει, κρατώντας στο ένα χέρι το κλαδευτήρι που γυάλιζε
και στο άλλο μια κληματίδα, η βιολετιά άκρη της οποίας
έσταζε, όπως από ένα δάχτυλο κομμένο σταγόνες αίμα.
«Περίμενε να τελειώσω ή μήπως βιάζεσαι να φύγεις;», είπε ο
ντον Πρέντου, αλλά αμέσως συνήλθε, κάτι θυμήθηκε, και
κατέβηκε βαρύς, αφήνοντας τον Έφις να τραβήξει στην άκρη τη
σκάλα.
«Να», άρχισε, όταν βρέθηκαν στο ισόγειο δωμάτιο που ήταν
γεμάτο ήλιο και σκιές από χελιδόνια, «να, πρέπει να σου πω
κάτι…», και δίσταζε κοιτάζοντας τα χέρια του, «να, θέλω να
παντρευτώ τη Νοέμι.»
Ο Έφις άρχισε να τρέμει τόσο δυνατά που το χέρι του επάνω στο
τραπέζι έμοιαζε να χοροπηδά. Τότε ο ντον Πρέντου άρχισε να
γελά με εκείνο το άχαρο και όλο κακία γέλιο του αλλοτινών
καιρών.
«Δεν πιστεύω να θέλεις να την παντρευτείς εσύ! Για σένα έχω
τη Στεφάνα, το ξέρεις!»
Ο Έφις σώπαινε∙ σώπαινε και τον κοίταζε και τα μάτια του ήταν
τόσο γεμάτα από πάθος, από τρόμο, από χαρά που ο ντον Πρέντου
σοβάρεψε. Προσπάθησε όμως πάλι να αστειευτεί.
«Γιατί αναστατώνεσαι τόσο; Πιστεύεις ότι θα σου πληρώσω όσα
σου χρωστάνε; Όχι, βέβαια. Εσύ θα τα βρεις με την Έστερ. Εγώ
μένω απ’ έξω. Έπειτα είναι και κάτι άλλο…»
Έξυσε με το νύχι έναν λεκέ στο γιλέκο του, παρατηρώντας τον
με προσοχή.
«Άραγε με θέλει;»
«Μα τι λέτε!» ψέλλισε ο Έφις.
«Μην είσαι τόσο σίγουρος! Ας μιλήσουμε όμως σοβαρά τώρα. Το
σκέφτηκα καλά πριν το αποφασίσω. Αν θέλεις πίστεψέ με, το
κάνω περισσότερο από χρέος παρά από καπρίτσιο. Τι περιμένω;
Πού πάω; Στην ηλικία μου δεν ταιριάζει μια γυναίκα πολύ νέα.
Αυτό όμως δεν έχει σημασία. Τέλος πάντων, αποφάσισα. Εντάξει,
δεν το αρνιέμαι: η Νοέμι είναι ωραία και μου αρέσει, πάντα
μου άρεσε, για να σου πω την αλήθεια. Τι τα θέλεις όμως; Η
ζωή περνάει κι εμείς την αφήνουμε να τρέχει σαν το νερό στο
ποτάμι, και μόνο όταν την χάνουμε καταλαβαίνουμε ότι μας
λείπει. Ας το αφήσουμε όμως» πρόσθεσε, χτυπώντας τις παλάμες
του στα γόνατα και σηκώθηκε για να ξανακαθίσει. «Αυτό που
ενδιαφέρει τώρα είναι να μάθουμε εάν η Νοέμι δέχεται. Εγώ θα
τη ζητήσω όπως πρέπει. Θα της στείλω τον παπα-Πασκάλε ή τον
γιατρό ή όποιον δεχτεί να το κάνει. Δεν θέλω όμως να εισπράξω
μιαν άρνηση, ε, Θεός φυλάξοι, αυτό όχι, να πάρει η οργή!
Καταλαβαίνεις Έφις;»
Ο Έφις καταλάβαινε πολύ καλά και ένευε καταφατικά με το
κεφάλι και με τα μάτια του που άστραφταν.
«Να μιλήσω εγώ με την ντόνα Νοέμι;»
Ο ντον Πρέντου του χτύπησε το γόνατο.
«Μπράβο! Αυτό είναι. Και όσο νωρίτερα, τόσο καλύτερα, Έφις!
Αυτά τα πράγματα δεν πρέπει να τα αφήνουμε να μπαγιατεύουν.
Θα της πεις: «Ποιον πρέπει να στείλουν να σε ζητήσει; Τον
παπα-Πασκάλε, την αδελφή του ή κάποιον άλλο;». Εάν πει να μη
στείλουν κανένα, τόσο το καλύτερο, μα την πίστη μου, τόσο το
καλύτερο! Έπειτα θα ενεργήσουμε γρήγορα και αθόρυβα. Δεν
είμαστε πια παιδιά. Τι λες; Τον Σεπτέμβρη κλείνω τα σαράντα
οχτώ κι εκείνη πρέπει να είναι τριάντα πέντε περίπου, τι λες;
Εσύ ξέρεις ακριβώς πόσο χρονών είναι; Έπειτα θα της πεις ότι
δεν έχει να βάλει έγνοια στο μυαλό της: το σπίτι είναι
έτοιμο, υπηρέτριες υπάρχουν, κουτσομπόλες, ναι, αλλά υπάρχουν
και μάλιστα καλοπληρωμένες. Ασπρόρουχα υπάρχουν, τα πάντα
υπάρχουν. Οι προμήθειες δεν λείπουν, δόξα τω Θεώ! Αρκετά, γι’
αυτά θα μιλήσουμε κατόπιν με την Έστερ. Το μόνο που με
στενοχωρεί είναι ότι…. Λοιπόν, θα σου το πω: ότι η Ρουθ
πέθανε έτσι ξαφνικά. Μπορεί και εκείνη να ήταν
ευχαριστημένη….»
Ο Έφις σηκώθηκε. Ένοιωθε κάτι να τον τσιγκλάει σε όλο του το
είναι και έπρεπε να φύγει, να κάνει το πεπρωμένο να βιαστεί.
«Περίμενε λίγο ακόμη, διάολε! Θα σου δώσω να πιείς: λίγη ρακή
ή ούζο; Στεφάνα, που να σε πάρει η οργή, εδώ είναι ο
μνηστήρας σου, Στεφάνα!»
Ακούγονταν οι γυναίκες, που χτυπούσαν τα έπιπλα με δύναμη.
Τελικά εμφανίστηκε η ηλικιωμένη υπηρέτρια, με μια πετσέτα του
φαγητού στο κεφάλι και μια άλλη στο χέρι, σοβαρή και
επιβλητική, ωστόσο, με τα μάτια όλο εγκαρτέρηση στις
επιθυμίες του αφεντικού της. Άνοιξε το ντουλάπι, έβαλε ούζο
στα ποτήρια και κοίταξε τον Έφις με μια φευγαλέα αίσθηση
τρόμου, αλλά και εξεταστικά συνάμα για να δει εάν εκείνος
έπαιρνε στα σοβαρά τα αστεία του αφεντικού. Ο Έφις όμως ήταν
τόσο ταπεινός και σαστισμένος που την έκανε να ξανανέβει
επάνω και να πει στη νεαρή συντρόφισσά της:
«Εάν αυτός έκανε τα μάγια, τα έκανε καλά. Η τύχη σα σαΐτα
πέφτει επάνω τους. Καθάρισε καλά για να μην έχουμε πολλή
δουλειά στο γάμο».
«Το δικό σου με τον Έφις;», είπε η Πατσάνα. «Όσο για τον ντον
Πρέντου πρέπει να περιμένουμε πρώτα τη ντόνα Νοέμι να πει το
ναι!»
Η Στεφάνα όμως τη μούντζωσε, έτσι και αλλιώς τα λόγια αυτά
της φαίνονταν παράλογα.
Όταν βρέθηκε στο δρόμο, αφού προηγουμένως ο ντον Πρέντου τον
συνόδευσε μέχρι την εξώπορτα σαν φίλο, ο Έφις κοίταξε τριγύρω
του και αναστέναξε.
Όλα είχαν αλλάξει. Ο κόσμος πλάταινε, όπως η κοιλάδα μετά την
καταιγίδα όταν η ομίχλη ανεβαίνει και εξαφανίζεται: το Κάστρο
με φόντο το γαλανό ουρανό, τα χαλάσματα που πάνω τους η χλόη
τρεμόπαιζε γεμάτη μαργαριτάρια, η πεδιάδα εκεί κάτω με τις
συστάδες των βούρλων σε χρώμα σκουριάς, όλα είχαν μια
γλυκύτητα παιδικών αναμνήσεων, πραγμάτων που χάθηκαν εδώ και
πολύ καιρό, που θρηνήθηκαν, που αγαπήθηκαν κι έπειτα
ξεχάστηκαν και τελικά ξαναβρέθηκαν όταν κανείς δεν τα θυμόταν
και δεν τα νοσταλγούσε πια.
Όλα είναι γλυκά, καλά, αγαπημένα: να τα βάτα της εκκλησίας
μπλεγμένα με τις κλωστές από αράχνες πράσινες και βιολετιές
της δροσιάς, να ο γκρίζος φράχτης, η σκουριασμένη πόρτα, το
παλιό νεκροταφείο με τα κόκαλα σαν άσπρα λουλούδια ανάμεσα
στην αγριοβρώμη και στις τσουκνίδες, να το δρομάκι και η
αιμασιά με τις μοβ πεταλουδίτσες και τις κόκκινες πασχαλίτσες
που μοιάζουν με λουλουδάκια και χάντρες. Όλα είναι φρέσκα,
αθώα και όμορφα όπως όταν είμαστε μικρά παιδιά και το σκάμε
από το σπίτι για να τρέξουμε μέσα στον υπέροχο κόσμο.
Η εκκλησία ήταν ανοιχτή, εκείνες τις μέρες της σαρακοστής,
και ο Έφις πήγε να γονατίσει στη θέση του, κάτω από τον
άμβωνα.
Η Μαγδαληνή κοίταζε, χαρούμενη κι αυτή, σαν ισπανίδα κυρία,
φιλοξενούμενη των Βαρόνων, που έχει βγει στο μπαλκόνι του
Κάστρου. Ένοιωθε κι εκείνη την άνοιξη και ήταν ευτυχισμένη
παρ’ όλο που οι μέρες εκείνες ήταν του θείου πάθους. Κάποιος
πλούσιος φεουδάρχης θα πρέπει να την είχε ζητήσει για σύζυγο,
κι εκείνη χαμογελούσε στους περαστικούς από το μπαλκόνι της,
και χαμογελούσε και στον Έφις που ήταν γονατισμένος κάτω από
τον άμβωνα.
«Κύριε, σ’ ευχαριστώ, πάρε τώρα την ψυχή μου. Είμαι
ευτυχισμένος που υπέφερα, που αμάρτησα, γιατί δοκιμάζω το
θεϊκό σου έλεος, τη συγχώρεσή σου, τη βοήθειά σου, την
απέραντη μεγαλοσύνη σου. Πάρε την ψυχή μου, όπως το πουλί
παίρνει το σπόρο του σιταριού. Κύριε, σκόρπισέ με στους
τέσσερεις ανέμους, εγώ θα σε δοξάζω επειδή εισάκουσες την
καρδιά μου…»
Την ώρα όμως που με κόπο σηκωνόταν, με τα γόνατά του να τον
πονούν, ένοιωσε θλίψη, σαν να πέρασε η σκιά ενός σύννεφου
μέσα από την εκκλησία, σκεπάζοντας το πρόσωπο της Μαγδαληνής.
Και το πρόσωπο της ντόνας Νοέμι το σκέπαζε σκιά, ενώ σκυμμένη
έραβε μέσα στην αυλή.
Ο Έφις έκοψε έναν πανσέ από την άκρη του πηγαδιού και της τον
προσέφερε. Εκείνη σήκωσε με έκπληξη τα μάτια και δεν πήρε το
λουλούδι.
«Μαντεύετε ποιος σας το στέλνει; Πάρτε το.»
«Εσύ το έκοψες, εσύ να το κρατήσεις.»
«Όχι, σοβαρά, πάρτε το ντόνα Νοέμι.»
Κάθισε μπροστά της, καταγής, με σταυρωμένα τα πόδια σαν
σκλάβος, κρατώντας τις πατούσες. Δεν ήξερε πώς ν’ αρχίσει,
ήξερε όμως πως η κυρά μάντευε. Η Νοέμι, πράγματι, είχε αφήσει
τον πανσέ να πέσει σε μια λευκή πτυχή του υφάσματος. Η καρδιά
της χτυπούσε∙ ναι, μάντευε.
«Πού είναι η ντόνα Έστερ;» είπε ο Έφις σκύβοντας επάνω στα
πόδια του. «Πόσο θα ευχαριστηθεί όταν το μάθει! Ο ντον
Πρέντου μου ζήτησε να γυρίσω στο χωριό γι’ αυτόν το λόγο…»
«Μα τι λες, άθλιε;»
«Όχι, μη με λέτε άθλιο! Είμαι ευχαριστημένος σαν να έχω
πεθάνει τώρα μες στη χάρη του Θεού και να βλέπω τον ουρανό
ανοιχτό. Πέρασα από την εκκλησία πριν έρθω εδώ, για να
ευχαριστήσω τον Κύριο. Στη συνείδησή μου, είναι έτσι …….»
«Μα γιατί Έφις;», είπε εκείνη με φωνή άχρωμη, τρυπώντας με τη
βελόνα τον πανσέ. «Δεν σε καταλαβαίνω.»
Εκείνος σήκωσε το βλέμμα. Την είδε χλωμή, τα χείλη της να
τρέμουν, τα βλέφαρα χλομά σαν εκείνα μιας πεθαμένης. Είναι η
χαρά, σίγουρα, που την έχει κάνει να χλομιάσει τόσο, κι
εκείνος νοιώθει ένα τρέμουλο, μια επιθυμία να γονατίσει
μπροστά της και να της πει: ναι, ναι, είναι μεγάλη χαρά,
ντόνα Νοέμι, ας κλάψουμε μαζί.
«Δέχεστε, ντόνα Νοέμι, κυρά μου; Είστε ευχαριστημένη, ε; Να
του πω να έρθει;»
Εκείνη βίασε τον εαυτό της∙ δάγκωσε τα χείλη, ξανάνοιξε τα
μάτια και το αίμα ξαναγύρισε για να της βάψει το πρόσωπο,
αλλά απαλά, μια ιδέα γύρω από τα βλέφαρα και στα χείλη.
Κοίταξε τον Έφις κι εκείνος ξαναντίκρισε τα μάτια της όπως
τις τρομερές μέρες, γεμάτα μνησικακία και υπεροψία. Η σκιά
ξανάπεσε επάνω του.
«Μην παρεξηγείτε που σας μιλάω πρώτος εγώ γι’ αυτό, ντόνα
Νοέμι! Είμαι ένας φτωχός υπηρέτης, ναι, αλλά είμαι τάφος. Εάν
δεχτείτε, ο ντον Πρέντου θα στείλει τον παπά να κάνει την
πρόταση, ή όποιον θέλετε εσείς…»
Η Νοέμι πέταξε κάτω τον κακοποιημένο πανσέ και έπιασε ξανά το
ράψιμο. Έμοιαζε ήρεμη.
«Εάν ο Πρέντου θέλει να γελάσει, ας γελάσει∙ δε μ’
ενδιαφέρει.»
«Ντόνα Νοέμι!»
«Ναι, ναι! Δεν λέω ότι δεν είναι σοβαρή η πρόταση, βέβαια,
αλλιώς δεν θα ήσουν εδώ. Τώρα όμως κάνε μου τη χάρη, σήκω και
φύγε.»
«Ντόνα Νοέμι;»
«Λοιπόν, τι τρέχει πάλι; Σήκω, μην κάθεσαι γονατιστός εκεί
πέρα, με σταυρωμένα τα χέρια! Είσαι ηλίθιος!»¨
«Μα ντόνα Νοέμι, τι έχετε πάθει; Αρνείστε;»
«Αρνούμαι.»
«Αρνείστε; Μα γιατί, ντόνα Νοέμι μου;»
«Γιατί; Το ξέχασες; Είμαι γριά, Έφις, και οι γριές δεν
αστειεύονται με τη θέλησή τους. Μη μου ξαναμιλήσεις γι’
αυτό.»
«Μόνο αυτό έχετε να μου πείτε;»
«Μόνο αυτό έχω να σου πω.»
Σώπασαν. Εκείνη έραβε, εκείνος είχε σηκώσει τα γόνατα και τα
έσφιγγε με τα χέρια. Του φαινόταν ότι ονειρεύεται, δεν
καταλάβαινε. Τελικά σήκωσε τα μάτια και κοίταξε τριγύρω. Όχι,
δεν ονειρευόταν, όλα ήταν αληθινά: η αυλή ήταν γεμάτη ήλιο
και σκιά, κάποιες σχίζες έπεφταν από το μπαλκόνι όπως πέφτουν
οι πευκοβελόνες το φθινόπωρο και πέρα από τον τοίχο φαινόταν
το Βουνό άσπρο σαν ζάχαρη και όλα ήταν γλυκά και τρυφερά όπως
το πρωί, όταν είχε βγει από το σπίτι του ντον Πρέντου. Του
φαινόταν πως άκουγε ακόμη τις γυναίκες να ξεσκονίζουν
χτυπώντας τα έπιπλα, αλλά λες και χτυπούσαν τον ίδιο. Ναι,
κάτι τον διαπερνούσε, στη ράχη, στους ώμους, στα πλευρά και
στους αγκώνες, στα γόνατα και στις αρθρώσεις των δακτύλων.
Και η ντόνα Νοέμι ήταν εκεί, χλωμή, και έραβε, έραβε και με
τη βελόνα της του τρυπούσε την ψυχή. Τα χελιδόνια περνούσαν
ασταμάτητα τριγύρω, πάνω από τα κεφάλια τους, σαν κινητή
γιρλάντα από μαύρα λουλούδια, από μικρούς μαύρους σταυρούς.
Οι σκιές τους έτρεχαν στο έδαφος σαν φύλλα που τα παίρνει ο
άνεμος, κι εκείνος θυμήθηκε τον πόνο που δοκίμασε όταν
σηκώθηκε κάτω από τον άμβωνα, και τη σκιά στο πρόσωπο της
Μαγδαληνής. Αναστέναξε βαθειά. Καταλάβαινε. Ήταν η τιμωρία
του Θεού που βάραινε επάνω του.
Τότε άρχισε αργά αργά να μιλάει , πιάνοντας τον ποδόγυρο της
φούστας της Νοέμι και δεν καταλάβαινε καλά καλά τι έλεγε, θα
πρέπει όμως να μην ήταν και πολύ πειστικός επειδή η γυναίκα
συνέχιζε το ράψιμο και δεν απαντούσε, ήρεμη πάλι με ένα
διφορούμενο χαμόγελο στα χείλη.
Και όταν φάνηκε να τα έχει πει όλα, όλη την περασμένη
δυστυχία, όλη τη λάμψη που υποσχόταν το μέλλον, τότε μίλησε
κι εκείνη, αλλά σιγά, ανασηκώνοντας μόλις τα μάτια, σαν να
μιλούσε μόνο με αυτά.
«Μην το σκέφτεσαι τόσο Έφις, μην ανακατεύεσαι περισσότερο
στις δικές μας υποθέσεις. Κι έπειτα ξέρεις: έχουμε ζήσει
μέχρι τώρα, καλά δεν ήμασταν μέχρι τώρα; Τι μας έλειψε; Και
θα συνεχίσουμε με τη βοήθεια του Θεού. Δε θα μας λείψει το
ψωμί. Το σπίτι του Πρέντου είναι γεμάτο πράγματα που ούτε να
τα φυλάξω δε θα μπορούσα.»
Ο Έφις σκεφτόταν απογοητευμένος. Τι να κάνει, εάν δεν
καταφύγει στο ψέμα;
Ξανάρχισε να ψηλαφίζει το ρούχο.
«Πρέπει όμως να σας πω κάτι σοβαρό, ντόνα Νοέμι. Δεν θα το
ήθελα, αλλά εσείς με το πείσμα σας με αναγκάζετε. Ο ντον
Πρέντου το έχει πάρει τόσο στα σοβαρά που εάν εσείς δεν τον
θελήσετε θα πεθάνει. Ναι, σαν να του έχουν κάνει μάγια, δεν
κοιμάται πια. Εσείς δεν ξέρετε τι είναι αγάπη, ντόνα Νοέμι∙
σκοτώνει. Πρέπει να έχει κανείς λειψή συνείδηση για να αφήνει
να πεθαίνει ένας άνθρωπος….»
Τότε η Νοέμι γέλασε και τα γερά της δόντια έλαμψαν έως μέσα,
όπως εκείνα ενός μικρού κοριτσιού που είναι πολύ χαρούμενο.
Εκείνο το γέλιο τον πείραξε τον Έφις, τον θύμωσε, τον έκανε
κακό και ψεύτη.
«Κάτι ακόμη πιο σοβαρό, ντόνα Νοέμι! Ναι, με αναγκάζετε να
σας το πω. Ο ντον Τζατσίντο απειλεί να γυρίσει εδώ….
Καταλαβαίνετε;»
Σταμάτησε να ράβει, τέντωσε τη μέση της, έριξε πίσω το κεφάλι
για να αναπνεύσει καλύτερα, τα χέρια της έσφιξαν το ύφασμα.
Και ο Έφις πετάχτηκε επάνω τρομαγμένος, νομίζοντας ότι ήταν
έτοιμη να λιγοθυμήσει.
Κράτησε όμως μια στιγμή μόνο. Τον ξανακοίταξε με τα μάτια της
όλο κακία και είπε ήρεμα:
«Και αν ακόμη γυρίσει, δεν έχουμε τίποτα να χάσουμε. Και δεν
χρειαζόμαστε κανέναν για να μας προστατεύει».
Εκείνος μάζεψε από χάμου τον πανσέ και πήγε να κάτσει στη
σκάλα, όπως τη νύχτα μετά το θάνατο της ντόνας Ρουθ. Δεν
αναρωτιόταν πλέον γιατί η Νοέμι απαρνιόταν τη ζωή∙ νόμιζε πως
καταλάβαινε. Ήταν η τιμωρία του Θεού που έπεφτε επάνω του, η
τιμωρία που βάραινε επάνω σ’ όλο το σπίτι. Κι εκείνος ήταν το
σκουλήκι μέσα στο φρούτο, ήταν το σαράκι που έτρωγε το
πεπρωμένο της οικογένειας. Ακριβώς σαν το σαράκι, όλα τα
έκανε εκείνος κρυφά. Ροκάνισε, ροκάνισε, ροκάνισε και τώρα
γιατί απορούσε που όλα γύρω του έγιναν κομμάτια; Έπρεπε να
φύγει∙ αυτό μόνο καταλάβαινε. Μια μικρή ελπίδα μόνο τον
στήριζε ακόμη, όπως το κοτσάνι, χλωρό ακόμη, στήριζε το χλωμό
πανσέ που εκείνος κρατούσε ανάμεσα στα δάχτυλα. Ο Θεός δεν θα
εγκατέλειπε τις δυστυχισμένες γυναίκες. Όταν θα έφευγε
εκείνος, η ντόνα Νοέμι, που μπορεί να την είχε προσβάλει ο
τρόπος που της έκανε την πρόταση, θα υποχωρούσε. Εξ άλλου δυο
γυναίκες μόνες δεν μπορούν να ζήσουν.
Έπρεπε να φύγει. Πώς δεν το είχε καταλάβει μέχρι τώρα; Του
φαινόταν να τον καλεί κάποια φωνή, και πράγματι μια φωνή τον
κάλεσε, πέρα από τον τοίχο, μέσα από τη σιωπή του δρόμου.
Σηκώθηκε και ξεκίνησε, έπειτα γύρισε πίσω για να πάρει το
δισάκι που κρεμόταν σ’ ένα κρεμαστάρι κάτω από το χαγιάτι. Το
κρεμαστάρι, καρφωμένο εκεί από αιώνες, ξεκαρφώθηκε και
αναπήδησε ανάμεσα στα βότσαλα της αυλής σαν ένα μεγάλο, μαύρο
δάχτυλο. Εκείνος ανασκίρτησε. Ναι, έπρεπε να φύγει∙ ακόμη και
το κρεμαστάρι ξεκαρφώθηκε για να μην δεχτεί πια το δισάκι
του.
Και παρ’ όλη την έκπληξη της Νοιέμι, που παρακολουθούσε με
την κόγχη του ματιού όλες τις κινήσεις του, εκείνος δεν
ξαναέβαλε το κρεμαστάρι στη θέση του και κίνησε να φύγει.
«Έφις; Φεύγεις;»
Σταμάτησε με χαμηλωμένο το κεφάλι.
«Δεν θα περιμένεις την Έστερ; Θα γυρίσεις για το Πάσχα;»