τοίχο, μπροστά στο μεγάλο τοπίο πλημμυρισμένο από φως.
«Λοιπόν;» ρώτησε ο Έφις με φωνή που έτρεμε.
Η λέξη αυτή έκανε τον Τζατσίντο να γελάσει. Δεν ήξερε το
γιατί, αλλά μπροστά στη μιζέρια του υπηρέτη ένοιωσε ξαφνικά
δυνατός και μοχθηρός.
«Σ’ εμένα ρωτάς το «λοιπόν;». Εγώ σου το ρωτάω. Τι καινούργιο
υπάρχει που σε σπρώχνει να με ακολουθήσεις; Ήρθες ν’
αγοράσεις κρασί για το γάμο της θείας Νοέμι;»
«Να σέβεσαι τις θείες σου! Δε θα τις ξαναδείς πια. Η ντόνα
Ρουθ πέθανε.»
Ο Τζατσίντο τότε κατέβασε το κεφάλι και κοίταξε τα χέρια του.
«Βλέπεις; Βλέπεις; Ούτε μια λέξη πόνου δεν βγάζεις από το
στόμα σου! Ούτε ένα δάκρυ! Και να σκεφτείς ότι πέθανε για
σένα, άθλιε! Πέθανε από τον πόνο της για σένα.»
Ο ώμος του Τζατσίντο άρχισε να τρέμει. Έτρεμε και το κάτω
χείλος του, αλλά το δάγκωσε με λύσσα, και έσφιξε τις γροθιές
του κι έπειτα τις άνοιξε, σαν να ήθελε να αρπάξει κάτι και να
το πετάξει.
«Τι έκανα;» ρώτησε με αναίδεια.
Τότε ο Έφις τον κοίταξε από κάτω προς τα επάνω με πόνο και
περιφρόνηση.
«Έχεις μούτρα και το ρωτάς; Και γιατί βρίσκεσαι τότε ακόμη
εδώ εάν δεν ξέρεις τι έχεις κάνει; Εγώ δεν θα σου πω τίποτα,
δεν θα σου ζητήσω τίποτα γιατί δεν έχεις τίποτα. Ούτε καρδιά
δεν έχεις! Ήρθα μόνο να σου πω ότι δεν πρέπει να ξαναπατήσεις
το πόδι σου στο σπίτι τους!»
«Δεν χρειαζόταν να κάνεις τον κόπο! Ποιος σου είπε ότι
σκέφτομαι να ξαναγυρίσω εκεί;»
«Έτσι απαντάς; Πες μου τουλάχιστον τι σκοπεύεις να κάνεις.
Τις έχεις φέρει στο σημείο να ζητούν ελεημοσύνη, τις
κακομοίρες τις θείες σου. Τι σκοπεύεις να κάνεις, λοιπόν;»
«Θα τα πληρώσω όλα εγώ»
«Εσύ; Πώς; Με υποσχέσεις! Α, φτάνει πια, για το Θεό! Τώρα δεν
μπορείς να κοροϊδέψεις κανέναν, ξέρεις! Είναι καιρός να
σταματήσεις. Και πάψε να υποκρίνεσαι, γιατί δεν έχουμε πια
τίποτα να σου δώσουμε. Κατάλαβες, άθλιε;»
Τότε ο Τζατσίντο τον κοίταξε κι αυτός με τη σειρά του από
κάτω προς τα επάνω, με κακία και έκπληξη συνάμα, σήκωσε πάλι
τα χέρια και φάνηκε σαν να ανυψώνεται από τη γη ορμώντας
ολόκληρος κατά του Έφις, σαν τον αετό στη λεία του. Τα μάτια
του και τα δόντια του άστραφταν στο φως του δειλινού και το
πρόσωπό του έγινε άγριο.
«Πες μου, δεν ντρέπεσαι;», ρώτησε χαμηλόφωνα, αρπάζοντάς του
τα μπράτσα και καρφώνοντάς τον μες στα μάτια.
Και ο Έφις ένοιωσε εκείνο το βλέμμα να του καίει τις κόρες
των ματιών. Ένας βρόντος ήχησε μέσα στ’ αυτιά του.
«Δεν ντρέπεσαι; Άθλιε, εσύ! Εγώ μπορεί να έχω σφάλει, αλλά
είμαι νέος και μπορώ να διδαχτώ από αυτό. Γιατί έρχεσαι να με
βασανίσεις; Το ήξερα πως θα’ ρθεις και σε περίμενα. Εσύ, εσύ
τουλάχιστον πρέπει να καταλάβεις και να μη με καταδικάζεις.
Κατάλαβες; Δεν απαντάς τώρα; Α, τρέμεις τώρα, φονιά; Φύγε,
γιατί ντρέπομαι που σε άγγιξα.»
Τον έσπρωξε βίαια και ξεκίνησε να φύγει. Ο Έφις έτρεξε ξωπίσω
του και του άρπαξε το χέρι.
«Περίμενε!»
Έμειναν μια στιγμή σιωπηλοί, σαν ν’ άκουγαν μια μακρινή φωνή.
«Τζατσίντο! Ένα πράγμα μόνο πρέπει να μου πεις. Τζατσίντο!
Σου μιλάω σαν ετοιμοθάνατος. Τζατσί! Πες το μου, στην ψυχή
της μάνας σου! Πώς το έμαθες;»
«Τι σε μέλει;»
«Πες το μου, πες το μου, Τζατσί! Στην ψυχή της μάνας σου.»
Ο Τζατσίντο δεν ξέχασε ποτέ τα μάτια του Έφις εκείνη τη
στιγμή: μάτια που έμοιαζαν να ικετεύουν από το βάθος μιας
αβύσσου, ενώ το χέρι που έσφιγγε το δικό του τον τραβούσε
προς τα κάτω, προς τη γη, και το σώμα του υπηρέτη διπλωνόταν
και σιγά σιγά κατέρρεε.
Εκείνος όμως σιωπούσε.
Ο Έφις του άφησε το χέρι, διπλώθηκε και έπεσε. Ψαχούλευε τη
γη και άρχισε να βήχει και να ξερνάει αίμα∙ το πρόσωπό του
ήταν μπλάβο, αλλοιωμένο. Ο Τζατσίντο νόμισε ότι πέθαινε. Τον
ανασήκωσε, τον ακούμπησε με τις πλάτες στον τοίχο, στάθηκε
από πάνω του και τον κοίταζε.
«Πες το μου! Πες το μου!», ρέγχαζε ο Έφις ανασηκώνοντας τις
ματωμένες του παλάμες. «Η μάνα σου σου το είπε; Πες μου
τουλάχιστον ότι δεν ήταν εκείνη.»
Ο Τζατσίντο ένευσε όχι.
Τότε ο Έφις φάνηκε να ηρεμεί.
«Αλήθεια είναι», είπε χαμηλόφωνα. «Εγώ σκότωσα τον παππού
σου, ναι. Χίλιες φορές θα το είχα φωνάξει στο δρόμο, στην
εκκλησία, δεν το έκανα όμως, για χάρη τους. Εάν έλειπα εγώ,
ποιος θα τις φρόντιζε; Η κακιά ώρα όμως το’ φερε, Τζατσί! Σου
τ’ ορκίζομαι. Ήξερα ότι η μάνα σου ήθελε να το σκάσει και εγώ
την συμπονούσα, γιατί την αγαπούσα. Αυτό ήταν το πρώτο μου
έγκλημα. Σήκωσα τα μάτια επάνω της, εγώ το σκουλήκι, εγώ ο
υπηρέτης. Εκείνη τότε εκμεταλλεύτηκε την συμπάθια που της
είχα, με χρησιμοποίησε για να το σκάσει…. Κι εκείνος, ο
πατέρας, τα μάντεψε όλα. Κι ένα βράδυ θέλησε να με σκοτώσει.
Αντιστάθηκα και με μια πέτρα τον χτύπησα στο κεφάλι.
Στριφογύρισε λίγο σαν σβούρα με το χέρι στο σβέρκο και έπεσε
μακριά από το μέρος όπου μου είχε επιτεθεί…. Πίστεψα πως το
έκανε επίτηδες…. Περίμενα…. περίμενα… να σηκωθεί…. Έπειτα μ’
έλουσε κρύος ιδρώτας….. αλλά δεν μπορούσα να το κουνήσω από
τη θέση μου…. Νόμιζα πάντα πως το έκανε στα ψέματα….. Και
κοίταζα… κοίταζα… Έτσι πέρασε πολλή ώρα. Στο τέλος τον
πλησίασα… Τζατσί; Τζατσί;» επανέλαβε δυο φορές ο Έφις
ασθμαίνοντας και με βαριά φωνή, σαν να καλούσε ακόμη το θύμα
του «τον φώναξα….. Δεν απαντούσε. Και δεν άντεξα να τον
αγγίξω…. Και το έσκασα, και μετά γύρισα πίσω…. Τρεις φορές το
έκανα∙ δεν άντεχα όμως να τον αγγίξω. Φοβόμουν…»
Ο Τζατσίντο άκουγε προβάλλοντας ψηλός και μελαψός στον
πορφυρό ουρανό∙ ο ώμος του έτρεμε και ο Έφις, από κάτω,
θαρρούσε πως έβλεπε να τρέμει όλος ο ορίζοντας.
Ξαφνικά όμως ο Τζατσίντο έφυγε χωρίς να πει τίποτα και ο Έφις
είδε μπροστά του το χώρο ελεύθερο, την κοιλάδα τριανταφυλλί
αυλακωμένη από σκιές, ψηλά, ψηλά, μέχρι τους λόφους του
Νούορο που διαγράφονταν μαύροι μέσα στο ηλιοβασίλεμα.
Απέραντη σιωπή βασίλευε. Μόνο το τετέρισμα κάποιου χελιδονιού
έμοιαζε να βγαίνει μέσα από τα ερείπια των τοίχων και ο
καλπασμός ενός αλόγου αντήχησε μακριά, όλο κι πιο μακριά.
«Είναι ο Τζατσίντο», σκέφτηκε ο Έφις, «πήρε ένα άλογο και
γυρίζει εκεί κάτω, θα τα πει όλα στις θείες του και θα τις
βασανίζει.»
Έστησε αυτί. Του φάνηκε πως το βήμα του αλόγου αντηχούσε
επάνω στον τοίχο, από πάνω του, κι έπειτα χαμηλότερα, επάνω
στο κορμί του, επάνω στην καρδιά του.
«Έφυγε χωρίς να μου πει τίποτε! Εγώ όμως, όταν μου είπε την
ιστορία του με το λιμενάρχη, δεν έκανα το ίδιο!»
Ξαφνικά πετάχτηκε επάνω, σαν κάτι να τον τσίμπησε. Τίναξε τη
σκόνη από τα ρούχα του και έφυγε τρέχοντας πίσω από την
εκκλησία, κάτω στη δημοσιά με την σκέψη να τον καταδιώκει ότι
ο Τζατσίντο θα γύριζε στο σπίτι και θα βασάνιζε τις θείες
του.
Όταν όμως έφτασε στο χωριό, βρήκε στο σπίτι να βασιλεύει πάλι
η ηρεμία του θανάτου.
Η ντόνα Έστερ έπλενε το στάρι πριν το στείλει στη μυλόπετρα.
Το έβαζε στο κόσκινο κι έπειτα το βύθιζε στο νερό ενός
καζανιού∙ οι πετρούλες μαζεύονταν όλες σε μιαν άκρη κι εκείνη
τίναζε το κόσκινο για να τις απομακρύνει. Το στάρι ήταν όλο
σκόνες και πετραδάκια, ήταν το κατακάθι στο σακί που τους
είχε απομείνει.
Αυτό όμως που έκανε εντύπωση στον Έφις ήταν η ντόνα Νοέμι που
φορούσε το άσπρο μαντήλι της ντόνας Ρουθ, σε ένδειξη πένθους.
Είχε γεράσει ξαφνικά και ήταν άσπρο το πρόσωπό της σαν το
μπαλωμένο σεντόνι που το μπάλωνε ακόμη.
Κάθισε στον πάγκο απέναντί τους. Φαίνονταν και οι τρεις
ήρεμοι, σαν να μην είχε συμβεί τίποτε.
«Θα φύγει ή όχι;», ρώτησε η Νοέμι.
«Θα φύγει.»
Τον κοίταξε έντονα. Τον είδε τόσο μελαγχολικό και αδύνατο που
τον λυπήθηκε και δεν ξαναμίλησε.
Και επί οχτώ μέρες ζούσαν και οι τρεις με την αγωνιώδη ελπίδα
να γυρίσει ο Τζατσίντο και να επανορθώσει κι έπειτα να φύγει
χωρίς να ξαναδώσει σημεία ζωής!
Κεφάλαιο ενδέκατο
Μια μέρα το φθινόπωρο ο Έφις πήγε στο σπίτι του ντον Πρέντου.
Βρήκε μόνο τις υπηρέτριες: μια χοντρή και ηλικιωμένη που
παρίστανε την σπουδαία, όπως η αδελφή του Ρετόρου, η άλλη νέα
και σβέλτη, παρ’ όλο που την παίδευαν οι πυρετοί της
μαλάριας. Χρειάστηκε να περιμένει στο ισόγειο. Χάζευε
κοιτώντας μες στην μεγάλη αυλή τις καλαμένιες σχάρες γεμάτες
με πράσινα και μαύρα σύκα, μαύρα σταφύλια και ντομάτες
κομμένες και πασπαλισμένες με αλάτι. Σ’ όλο το σπίτι
βασίλευαν η γαλήνη και η ευημερία. Πάνω στους ανοιχτόχρωμους
τοίχους τρεμόπαιζαν ο σκιές των φοινικόδεντρων και ανάμεσα
στα φυλλώματα από τις ροδιές που χρύσιζαν τα κόκκινα φρούτα
ανοιγμένα έδειχναν τους μαργαριταρένιους σπόρους τους όμοιους
με δόντια μικρού παιδιού. Ο Έφις σκεφτόταν το θλιβερό σπίτι
των κυράδων του, τη Νοέμι που μαραινόταν εκεί μέσα σαν το
λουλούδι στο σκοτάδι….
«Πώς αδυνάτισες», του είπε η ηλικιωμένη υπηρέτρια, που έγνεθε
καθισμένη κοντά στην πόρτα, «σε βασανίζουν οι πυρετοί;»
«Μου ροκανίζουν τα κόκαλα, μ’ έχουν κάνει πετσί και κόκαλο.
Ας είναι δοξασμένο το όνομα του Θεού!» αναστέναξε,
κοιτάζοντας τα χέρια του που ήταν μαυρισμένα και έτρεμαν.
«Οι κυράδες σου είναι καλά; Δεν τις βλέπουμε πια, ούτε στην
εκκλησία.»
«Δεν πηγαίνουν ούτε στην εκκλησία, μετά τη συμφορά που τις
βρήκε.»
«Και ο ντον Τζατσίντο δε θα γυρίσει;»
«Δε θα γυρίσει. Βρήκε δουλειά στο Νούορο»
«Ναι, το αφεντικό μου τον είδε τώρα τελευταία. Φαίνεται όμως
πως η δουλειά του δεν είναι και πολύ της προκοπής.»
«Αρκεί να τα βγάζει πέρα, Στεφάνα!» αποφάνθηκε ο Έφις, χωρίς
να σηκώσει το κεφάλι. «Αρκεί να τα βγάζει πέρα χωρίς ν’
αμαρταίνει.»
«Αυτό είναι το δύσκολο, ψυχή μου! Πώς να περάσει κανείς το
ποτάμι χωρίς να βραχεί;»
«Περνώντας πάνω από τη γέφυρα», είπε η άλλη υπηρέτρια από την
αυλή, σκυμμένη επάνω σ’ ένα σωρό από αμύγδαλα που έσπαγε.
Έπειτα ρώτησε: «Αλλά και η Γκριζέντα τι κάνει; Πενθεί κι
εκείνη και δεν βγαίνει έξω πια.»
Ο Έφις δεν απάντησε.
«Και ο ντον Πρέντου, τώρα, σας επισκέπτεται;»
«Δεν ξέρω. Εγώ βρίσκομαι πάντα εκεί πάνω, στο κτηματάκι.»
Οι γυναίκες φλέγονταν από περιέργεια, επειδή εδώ και λίγο
καιρό το αφεντικό τους έστελνε δώρα στις ξαδέλφες του και,
παρ’ όλο που τις κορόιδευε, δεν επέτρεπε σε άλλους να τις
κακολογούν παρουσία του. Ο Έφις όμως δεν ήταν διατεθειμένος
να προχωρήσει σε αποκαλύψεις. Ο ντον Πρέντου έστειλε να τον
φωνάξουν κι εκείνος ήταν εκεί για να τον περιμένει και όχι
για να φλυαρεί. Ο πυρετός και η εξάντληση έκαναν τ’ αυτιά του
να βουίζουν∙ σαν να άκουγε το μουρμούρισμα του ποταμού μέσα
στη νύχτα και μακρινές φωνές και είχε μέσα στο κεφάλι του
έναν κόσμο εντελώς δικό του όπου ζούσε αποτραβηγμένος από τον
πραγματικό κόσμο.
Δεν τον ενδιέφερε πια ο Τζατσίντο, ούτε η Γκριζέντα, ακόμη
καλά καλά ούτε και οι κυράδες του. Όλα του φαίνονταν μακρινά,
όλο και πιο μακρινά, σαν να είχε μπαρκάρει και μέσα από την
γκρίζα και τρικυμισμένη θάλασσα να έβλεπε να χάνεται η ξηρά
στο ορίζοντα.
Να όμως ο ντον Πρέντου που γυρίζει σπίτι. Είναι λιγότερο
παχύς από πριν, σαν να είχε αδειάσει κάπως. Η χρυσή του
καδένα κρέμεται λίγο επάνω στο στήθος του που ασθμαίνει.
Ο Έφις σηκώθηκε και δεν θέλησε να ξανακαθίσει.
« Πρέπει να πηγαίνω», είπε δείχνοντας προς τα έξω, σαν
κάποιον που έχει να κάνει δρόμο, να πάει μακριά.
«Έχεις τόση δουλειά ή μήπως θα πας σε κανένα πανηγύρι;»
Η ειρωνεία του ντον Πρέντου δεν τον κέντριζε πια. Η αναφορά
όμως στο πανηγύρι τον συντάραξε.
«Ναι, πρέπει να πάω στο πανηγύρι των Αγίων Κοσμά και
Δαμιανού.»
«Λοιπόν, θα πας. Υποθέτω ότι δεν θα φύγεις αμέσως. Κάθισε,
θέλω να σε ρωτήσω κάτι. Στεφάνα, κρασί!»
Ο Έφις όμως απομάκρυνε το ποτήρι με μια χειρονομία
αποστροφής. Τέρμα το κρασί, τέρμα οι κακές συνήθειες. Εδώ και
δυο μήνες νήστευε και καμιά φορά, όταν διψούσε, δεν έπινε για
εξιλασμό. Κάθισε με εγκαρτέρηση και έστρεψε πάλι το βλέμμα
στα χέρια του και ο ντον Πρέντου, ενώ είχε στραμμένη την
προσοχή του προς την αυλή μήπως και στήσουν αυτί οι
υπηρέτριες, τον ρώτησε χαμηλόφωνα:
«Πες μου, πώς πάνε οι δουλειές των ξαδελφάδων μου.»
Ο Έφις ανασήκωσε το βλέμμα κι έπειτα το ξαναχαμήλωσε αμέσως.
Μια θαμπή κοκκινίλα έβαψε το πρόσωπό του που έμοιαζε να
φλέγεται λιπόσαρκο, με το δέρμα να είναι κολλημένο στο
κρανίο του.
«Οι κυράδες μου δεν με εμπιστεύονται πια και δεν μου μιλούν
για τις υποθέσεις τους. Και καλά κάνουν. Γιατί να μου τα λένε
άλλωστε; Εγώ είμαι μόνο ένας υπηρέτης.»
«Να πάρει η οργή! Να σε πληρώσουν όμως ούτε κουβέντα! Γι’
αυτή την υπόθεση τουλάχιστον θα έπρεπε να σου είχαν μιλήσει.
Πόσα σου χρωστάνε;»
«Ας μη μιλήσουμε γι’ αυτό, ντον Πρέντου! Μη με πληγώνετε.»
«Εσύ πληγώνεις τον εαυτό σου, βλάκα! Άκου λοιπόν. Κι εγώ
πηγαίνω πότε πότε σ’ εκείνες αλλά δεν είναι δυνατόν να τους
αποσπάσω κάτι συγκεκριμένο. Μπορεί η Έστερ να μιλούσε, αλλά
υπάρχει και η Νοέμι σκληρή σαν πέτρα. Το πρώτο βράδυ, όταν
έπεσε η συμφορά με τη Ρουθ κι εγώ περνούσα κατά τύχη από
εκεί, μόνο τότε μου ξανοίχτηκε. Φυσικά, ήταν μια στιγμή
απελπισίας. Έπειτα όμως μου ξανάγινε εχθρική. Όταν πηγαίνω
εκεί με υποδέχεται καλά, αλλά στιγμές στιγμές με
λοξοκοιτάζει, σαν να ήμουν εγώ η αιτία των συμφορών τους. Και
εάν η Έστερ ανοίξει το στόμα της να πει κάτι, εκείνη την
κοιτάζει με τέτοιο φοβερό βλέμμα, που της κόβεται η μιλιά.»
«Το ίδιο και μ’ εμένα», είπε ο Έφις. «Ακριβώς το ίδιο.»
Και ένοιωσε σχεδόν ανακούφιση, επειδή η ανάμνηση των ματιών
της Νοέμι τον καταδίωκε χειρότερα απ’ ό, τι η παλιά του τύψη.
«Άκουσέ με τώρα. Αφού από εκείνες δεν μπορούμε να μάθουμε
τίποτα, πήγα και ρώτησα την Καλίνα. Αλλά κι εκείνη, κακό
χρόνο να’ χει, σωπαίνει. Ξέρει να κάνει τη δουλειά της, η
συφοριασμένη. Κάνει τάχα πως πιστεύει ότι η Έστερ έχει
πραγματικά υπογράψει τη συναλλαγματική του Τζατσίντο και λέει
πως ζητάει μόνο ό, τι της ανήκει. Ξέρω ότι εσύ και η Έστερ
την επισκεφτήκατε προσπαθώντας να ταχτοποιήσετε το πράγμα και
ότι η Καλίνα έδωσε τρίμηνη παράταση επιβαρυμένη με όλα τα
έξοδα διαμαρτύρησης και τους μεγαλύτερους τόκους. Ξέρω ακόμη
ότι πήρε σαν υποθήκη το κτηματάκι και το σπίτι, που κακό ψόφο
να’ χει. Ναι, εντάξει, τώρα όμως, τον Οκτώβρη, πώς θα
περάσετε;»
«Δεν ξέρω, δε μου λένε τίποτε.»
«Ξέρω ότι η Έστερ γυρίζει ψάχνοντας λεφτά. Θα γυρίζει για
πολύ ακόμη, θα της πέσουν και τα τελευταία δόντια και δεν θα
έχει βρει. Ξέρω ότι θα ήταν διατεθειμένη ακόμη και να
πουλήσει, αλλά όχι σ’ εμένα.»
Ο Έφις κοίταζε τα χέρια του και σώπαινε, αλλά ο ντον Πρέντου
εξοργισμένος από αυτή την αδιαφορία, του χτύπησε τα χέρια στα
γόνατα.
«Τι σκέφτεσαι, ξόανο; Πες μου!»
«Εντάξει, θα σας πω την αλήθεια. Εγώ πιστεύω πως ο Τζατσίντο
θα τα καταφέρει να πληρώσει.»
Τότε ο ντον Πρέντου απλώθηκε στο κάθισμα γελώντας, με
φουσκωμένο το στήθος του, με τα δόντια ν’ αστράφτουν ανάμεσα
στα σαρκώδη χείλη του. Ακόμη και τα δάχτυλά του, που ήταν
τυλιγμένα με τη χρυσή καδένα επάνω στο στήθος του, έμοιαζε να
γελάνε.
Ο Έφις τον κοίταζε τρομαγμένος, με τα μάτια όλο αγωνία, σαν
τραυματισμένο ζώο.
«Μα εκείνος πεθαίνει από την πείνα! Τον είδα προχθές. Έμοιαζε
με ζητιάνο με τρύπια παπούτσια. Ακόμη και το ποδήλατό του
πούλησε, δε σου λέω τίποτε άλλο!»
«Όχι, πείτε μου! Έκλεψε;»
«Έκλεψε; Τρελός είσαι; Τώρα το κακολογείς κιόλας εκείνο το
λουλούδι, εκείνο το ζωγραφιστό αγγελούδι. Τι να κλέψει; Δεν
είναι ικανός ακόμη και αυτό να κάνει.»
«Και… τι λέει; Θα γυρίσει;»
«Εάν του έρθει καμία τέτοια ιδέα στο μυαλό θα του κόψω τα
πόδια» είπε ο ντον Πρέντου και σκοτείνιασε το πρόσωπό του.
Και ο Έφις σχημάτισε ξαφνικά την εντύπωση ότι οι δύστυχες
κυράδες του είχαν βρει επιτέλους ένα στήριγμα, έναν προστάτη
πιο ικανό από εκείνον. Α, δοξασμένο το όνομα του Θεού! Δεν
εγκαταλείπει τα πλάσματά του. Τότε ξαναζωντάνεψαν οι παλιές
του ελπίδες ξαφνικά: να παντρευόταν ο ντον Πρέντου τη Νοέμι,
να ανασταινόταν από τα ερείπια το σπίτι των Πιντόρ. Η χαρά
του όμως έσβησε αμέσως, ξαφνικά, όπως είχε ανάψει και
ξαναβρέθηκε στην έρημό του, στη θάλασσά του, στο μυστηριώδες
και τρομερό ταξίδι του προς τη θεία τιμωρία. Όλα τα μεγαλεία
της γης, και αν ακόμη ήταν δικά του, και αν ακόμη γινόταν
βασιλιάς, και αν ακόμη είχε τη δύναμη να κάνει ευτυχισμένους
όλους τους ανθρώπους στον κόσμο, δεν αρκούσαν για να σβήσουν
το έγκλημά του, να τον απελευθερώσουν από την κόλαση. Πώς να
χαρεί, λοιπόν; Και πάλι από την αρχή να κοιτάζει τα χέρια
του, για να κρύψει την έμμονη ιδέα του βαθειά μέσα στα μάτια
του. Ο ντον Πρέντου συνέχισε:
«Ο Τζατσίντο δε θα γυρίσει, ούτε και θα πληρώσει, σου το
εγγυώμαι εγώ. Να θυμάσαι όμως τι σου είπα χίλιες φορές: το
κτηματάκι το θέλω εγώ. Θα τα πληρώσω όλα εγώ, έτσι θα σας
μείνει το σπίτι. Προσπάθησε εσύ να τις πείσεις, τις
ξεροκέφαλες. Εγώ θα σε πάρω στην υπηρεσία μου.»
«Γιατί δεν μιλά η εξοχότητά σας μαζί τους; Εμένα δε μ’
ακούνε.»
«Μήπως εμένα μ’ ακούνε; Προσπάθησα να τους μιλήσω, αλλά σα να
τα έλεγα σε ντουβάρι. Εσύ πρέπει να τις πείσεις, εσύ», είπε
δυνατά ο άντρας, χτυπώντας τον πάλι με το χέρι στο γόνατο.
«Εάν θέλεις πραγματικά το καλό τους, η μόνη διέξοδος είναι
αυτή. Εσύ πρέπει, είναι καθήκον σου να τους ανοίξεις τα
μάτια, αφού αυτές είναι τυφλές. Εσύ πρέπει, το καταλαβαίνεις
ή όχι; Έχεις κουφαθεί;»
Πράγματι, ο Έφις είχε κλειστεί στον εαυτό του, σαν κουφός.
Εσύ πρέπει;
Τον απειλούσε ο ντον Πρέντου; Ήξερε κάτι ο ντον Πρέντου; Δεν
τον ενδιέφερε τίποτε, εκείνος μόνο την κόλαση φοβόταν.
Σκεφτόταν, ωστόσο, ότι ο ντον Πρέντου είχε δίκιο.
«Τι πρέπει να κάνω;»
«Πρέπει να δείξεις ότι είσαι άντρας, έστω και μια φορά.
Πρέπει να τους πεις ότι, εάν δεν θέλουν να σε ανταμείψουν σε
χρήμα, να αναγνωρίσουν τουλάχιστον τις υπηρεσίες σου. Εάν το
κτηματάκι περάσει στα χέρια ενός άλλου αφέντη, εσένα θα σε
πετάξει έξω σαν το σκυλί. Και τότε, μάρτυς μου Θεός, σίγουρα
θα πας στα πανηγύρια, αλλά με τους ζητιάνους!»
Ο Έφις ανατρίχιασε∙ αυτό ακριβώς ήταν το όνειρό του για
εξιλασμό. Σηκώθηκε και είπε:
«Θα κάνω τα πάντα. Με την προϋπόθεση όμως ….»
«Με την προϋπόθεση;» τον ρώτησε ο άλλος πιάνοντάς τον από το
μανίκι. «Κάθισε λοιπόν, διάολε, και πιες. Με την προϋπόθεση;»
Ο Έφις αφέθηκε πάλι να πέσει στην καρέκλα. Έτρεμε και ίδρωνε
και του φαινόταν πως θα λιγοθυμήσει.
«Με την προϋπόθεση ότι η εξοχότητά σας θα παντρευτεί την
ντόνα Νοέμι.»
Και ο ντον Πρέντου έσκασε πάλι στα γέλια. Γελούσε, αλλά
κρατούσε ακίνητο τον Έφις, σαν να ήθελε να τον εμποδίσει να
φύγει.
«Πόσο διασκεδαστικός είσαι, διάολε! Θα σ’ έχω μαζί μου για
όλη μου τη ζωή, έτσι θα με διασκεδάζεις όταν είμαι άκεφος! Θα
σε παντρέψω με τη Στεφάνα. Λίγο χοντρούλα για σένα ίσως, αλλά
δεν είναι επικίνδυνη, επειδή πέρασε τα τριάντα εδώ και
καιρό….»
«Στεφάνα, Στεφάνα», φώναξε κρατώντας τον πάντα ακίνητο και
στρέφοντας το γελαστό του πρόσωπο προς την πόρτα, «άκου, εδώ
έχουμε ένα μνηστήρα.»
Η γυναίκα πρόβαλε, στα μαύρα, με πρησμένη την κοιλιά,
πρησμένο το στήθος και το πρόσωπο αυστηρό όπως εκείνο μιας
κυρίας. Ο Έφις την κοίταξε μια στιγμή ικετευτικά.
«Ο ντον Πρέντου θέλει ν’ αστειευθεί.»
«Κακό σημάδι. Όταν αυτός θέλει ν’ αστειευθεί, κάποιοι θα
κλάψουν», είπε η γυναίκα, αψηφώντας το βλέμμα του αφεντικού
της και πίσω της χαμογελούσε, χλωμή και αινιγματική, με το
μακρύ της στόμα κλειστό και με δυο λακκάκια στις άκρες, η
Πατσάνα, η άλλη υπηρέτρια.
«Λέω να παντρευτείς τον Έφις, Στεφάνα. Τώρα λες όχι, αργότερα
όμως θα πεις το ναι. Είναι για γέλια;»
«Σαρδόνια γέλια!» ειρωνεύτηκε από πίσω η Πατσάνα, χαμηλόφωνα
και έσπρωξε την Στεφάνα για να την κάνει ν’ απαντήσει άσχημα
στο αφεντικό. Η γυναίκα όμως ήταν πολύ αξιοπρεπής και δεν
καταδέχτηκε να συνεχίσει το αστείο. Έτσι δεν άνοιξε το στόμα
της μέχρι που το αφεντικό με τον Έφις βγήκαν μαζί.
Τότε οι δυο υπηρέτριες άρχισαν να κακολογούν τις ξαδέλφες του
αφεντικού τους.
«Όταν πηγαίνω σπίτι τους, με το δώρο μες στο καλάθι, με
υποδέχονται λες και πηγαίνω να τους ζητήσω ελεημοσύνη, ενώ
εγώ είμαι εκείνη που τους την πηγαίνω! Δεν βλέπεις τι πρόσωπο
πεινασμένου έχει ο Έφις; Είκοσι χρόνια τώρα δεν τον πληρώνουν
και τώρα ούτε να φάει δεν του δίνουν. Και όμως, είδες πώς
εξάπτεται το αφεντικό όταν μιλήσει κανείς γα τις ξαδέλφες
του;»
«Οι καιροί αλλάζουν: ακόμη και τα πουλαράκια γερνούν»,
αποφάνθηκε η Στεφάνα, αλλά και οι δυο ένοιωθαν πως κάτι το
καινούργιο, κάτι το σημαντικό κρεμόταν πάνω από τη μοίρα
τους, σαν υπηρέτριες χωρίς κυρά.
Στο μεταξύ ο ντον Πρέντου συνόδευε τον Έφις που ανηφόριζε
ψηλά στο σοκάκι που το είχαν πλύνει οι τελευταίες βροχές.
Το χορτάρι φύτρωνε κατά μήκος των τοίχων των έρημων σπιτιών.
Μια γλυκιά, βαθιά σιωπή τύλιγε τα πάντα τριγύρω. Κίτρινα
σύννεφα πρόβαλαν ξαφνιασμένα πάνω από το υγρό Βουνό και από
τα ψηλά του χωριού, εμπρός από την εξώπορτα των Πιντόρ,
φαινόταν ο κάμπος σκεπασμένος με χρυσαφί βούρλα και το
πράσινο ποτάμι ανάμεσα σε νησάκια άσπρης άμμου. Η σιωπή ήταν
τόση που ακούγονταν οι γυναίκες να κοπανάνε τα ρούχα στο
ποτάμι, κάτω από το μοναχικό πεύκο της όχθης. Η γριά Ποτόι,
όρθια στο κατώφλι του σπιτιού της, κοίταζε ακουμπισμένη με το
ένα χέρι στον τοίχο και το άλλο πάνω από τα μάτια. Έμοιαζε με
χούφταλο, μικροκαμωμένη, με τα κοσμήματά της ακόμη πιο
φανταχτερά και πένθιμα επάνω στο σκελετωμένο σώμα της.
«Τι κάνετε;», χαιρέτησε ο ντον Πρέντου.
«Περιμένω την Γκριζέντα μου που πήγε στο ποτάμι. Για να πω
την αλήθεια, εγώ δεν ήθελα, επειδή το παλικάρι, ο ανιψιός της
εξοχότητάς σας, της το απαγόρεψε και αν το μάθει θα
παρεξηγηθεί∙ η Γκριζέντα μου όμως κάνει πάντα του κεφαλιού
της.»
«Τι, σας έγραψε ο Τζατσίντο;»
«Σε ποιόν να γράψει; Δεν έγραψε ποτέ. Δεν ξέρουμε τίποτε γι’
αυτόν, αλλά σίγουρα πρέπει να γυρίσει γιατί το έταξε.»
«Βέβαια, και οι νεκροί γυρίζουν, όπως λέτε κι εσείς!»
Η γριά όμως στράφηκε στον Έφις που στεκόταν παράμερα με το
κεφάλι κατεβασμένο και κοίταζε το λιθόστρωτο.
«Δεν το είπε σ’ εσένα ότι θα την παντρευτεί; Εμπρός, πες το,
το είπε ή όχι;»
Ο Έφις τη κοίταξε μια στιγμή, όπως είχε κοιτάξει τη Στεφάνα,
και δεν απάντησε.
«Αυτό που με στενοχωρεί είναι που οι κυρίες Πιντόρ μας
κρατάνε κακία», είπε η γριά, κοιτάζοντας πάλι εκεί πάνω.
«Εμάς μας έχουν διώξει και μόνο ο Τσουαναντόνι μπορεί καμιά
φορά να μπει στο σπίτι τους που είναι πιο κλειστό και από το
Κάστρο στα χρόνια των Βαρόνων. Συγχώρεσαν την Καλίνα, που
κακό ψόφο να’ χει, και εμάς όχι. Η Παναγία του Ριμέντιο να
τις προστατεύει. Όταν όμως γυρίσει το παλικάρι όλα θα
διορθωθούν: το είπε και η ντόνα Νοέμι.»
Οι δυο άντρες απομακρύνθηκαν, αλλά η γριά φώναξε πίσω τον
ντον Πρέντου και του είπε χαμηλόφωνα:
«Θα μπορούσατε να μου κάνετε μια χάρη; Να πείτε εσείς στην
Γκριζέντα να μην πηγαίνει στο ποτάμι; Δεν είναι σωστό γι’
αυτήν, που θα παντρευτεί έναν άρχοντα.»
Ο ντον Πρέντου άνοιξε τα χοντρά του χείλη για να γελάσει και
να πει μια από τις συνηθισμένες του χοντράδες, αλλά χαμήλωσε
το βλέμμα επάνω στην γριά που έτρεμε, κοίταξε το κολιέ και τα
σκουλαρίκια που ταλαντεύονταν, και άγγιξε κι εκείνος την
χρυσή του καδένα και το πρόσωπό του συννέφιασε, όπως εκείνο
το βράδυ που είδε να τρέμει ο ώμος του ανιψιού του.
Πλησίασε τον Έφις και στάθηκαν μπροστά στην κλειστή εξώπορτα
των Πιντόρ. Πάνω στα σκαλοπάτια φύτρωναν τσουκνίδες. Ο ντον
Πρέντου θυμόταν πάντα τη Νοέμι να στέκετε εκεί και να
περιμένει στη σκιά.
«Ωραία. Συνεννοηθήκαμε; Πρέπει να κάνεις όπως σου λέω,
κατάλαβες;»
«Κατάλαβα. Θα κάνω τα πάντα», είπε ο Έφις.
Χτύπησε, αλλά κανείς δεν άνοιγε. Και ο ντον Πρέντου στεκόταν
εκεί, να χαϊδεύει την καδένα του και να κοιτάζει κάτω, προς
το ποτάμι, σαν να περίμενε κι εκείνος κάποιον.
«Τι στο καλό. Μήπως πέθαναν κι αυτές;»
«Η ντόνα Έστερ θα είναι στην εκκλησία και η ντόνα Νοέμι ίσως
έχει ξαπλώσει.»
«Γιατί, άρρωστη είναι;»
«Τι να πω! Τώρα τελευταία, όταν γυρίζω, τη βρίσκω στο
κρεβάτι. Έχει πονοκέφαλο.»
«Α, πρέπει να την πείσουμε να βγαίνει, να πάρει λίγο αέρα.»
«Αυτό σκέφτομαι κι εγώ, αλλά πού να πάει;»
Ο ντον Πρέντου κοίταζε κάτω, προς το ποτάμι. Το πρόσωπό του
φαινόταν διαφορετικό, έμοιαζε σχεδόν όμορφο, θλιμμένο και
αφηρημένο, όπως εκείνο του ανεψιού του.
«Μπορεί να πάει, λέω, κάπου∙ στο Μπάντε Σάλικε, στο κτήμα μου
κοντά στη θάλασσα. Υπάρχουν εκεί ακόμη άσπρα σταφύλια….»
Η όψη του Έφις άστραψε. Κάτι θέλησε να πει κι εκείνος, αλλά
ακούστηκε ν’ ανοίγουν από μέσα την εξώπορτα και ο ντον
Πρέντου απομακρύνθηκε χωρίς να στρέψει, προσπαθώντας να
κρυφτεί στον τοίχο.
Κεφάλαιο δωδέκατο
Προς μεγάλη έκπληξη του Έφις η ντόνα Έστερ συναίνεσε στις
προτάσεις του ξαδέλφου της. Έτσι, το κτηματάκι πουλήθηκε και
η συναλλαγματική πληρώθηκε. Συνέβηκε όμως κάτι που ξεσήκωσε
κουτσομπολιά σ’ όλο το χωριό. Ο Έφις, αν και συνέχιζε να
είναι στην υπηρεσία της ντόνας Έστερ και της ντόνας Νοέμι,
κατόρθωσε να μείνει σέμπρος στο κτηματάκι, έτσι έφερνε στο
σπίτι, στις κυράδες του, το μέρος εκείνο από την παραγωγή που
τους αναλογούσε. Τελικά, λέγανε οι κακές γλώσσες, από
υπηρέτης που ήταν ανέβηκε στην κατηγορία του συγγενή, ή
καλύτερα του προστάτη των κυριών Πιντόρ.
Αυτό που έκανε τη μεγαλύτερη εντύπωση ήταν η συναίνεση του
ντον Πρέντου, ο οποίος εδώ και λίγο καιρό έμοιαζε
διαφορετικός, μέχρι που είχε αδυνατίσει κιόλας και μια
παράξενη φήμη κυκλοφορούσε ότι τον μάγεψε κάποια μάγισσα με
τα ιερά βιβλία.
Ποιος είχε συμφέρον γι’ αυτό;