πολύ τη γριά, που τύλιγε, λες και ήταν μωρό, την άκρη από την
ποδιά της.
«Εσείς φταίτε», είπε σοβαρά. «Ξέρατε, σαν ηλικιωμένη γυναίκα
που είστε, πώς καταλήγουν αυτά τα πράγματα.»
«Ξέρουμε, ξέρουμε…. και ποτέ δεν ξέρουμε τίποτε, κυρά μου! Η
καρδιά δε γερνάει ποτέ.»
«Αυτό είναι αλήθεια», παραδέχτηκε η Νοέμι, αλλά με μια φωνή
που έμοιαζε να βγαίνει άθελά της από το στόμα, αλλά αμέσως
συνοφρυώθηκε και ανασήκωσε τα ψυχρά, ειρωνικά της μάτια και
τα κάρφωσε σε εκείνα της γριάς.
«Τι θέλετε λοιπόν από εμένα;»
«Να μιλήσετε στον ντον Τζατσίντο. Ναι, πείτε του: άφησε ήσυχη
την Γκριζέντα ή παντρέψου την.»
«Εγώ πρέπει να του το πω; Και γιατί εγώ ειδικά;», ρώτησε η
Νοέμι και αφού η άλλη με τη σειρά της την κάρφωνε με το
βλέμμα χωρίς να απαντά, της δημιουργήθηκε μια οδυνηρή
εντύπωση: της φάνηκε ότι η γριά ήξερε. Χαμήλωσε το βλέμμα και
συνέχισε με ύφος ψυχρό και απότομο: «Δεν θα του πω τίποτα!
Βάλτε το καλά στο μυαλό σας: ξέρατε ποιος ήταν και
αποδειχτήκατε κακή γιαγιά γιατί επιτρέψατε στην Γκριζέντα να
στρέψει την προσοχή της σε κάποιον που δεν της ταιριάζει.»
«Και γιατί δεν της ταιριάζει; Ένας ελεύθερος άντρας ταιριάζει
πάντα σε μια ελεύθερη γυναίκα, αρκεί να υπάρχει αγάπη. Κι
εσείς, κυρά μου, ναι, θα μου κάνετε αυτή τη χάρη να του
μιλήσετε. Δε σας ζητώ ψωμί∙ εδώ είναι κάτι παραπάνω από το
ψωμί: είναι η σωτηρία μιας γυναίκας. Και το παλικάρι θα σας
ακούσει, επειδή είναι καλό και λέει: δεν με στενοχωρεί τίποτε
άλλο παρά μόνο η θεία Νοέμι που υποφέρει για μένα…. Λοιπόν,
θα σας το πω: εκείνος μιλάει πάντα για την αφεντιά σας, και
σας αγαπά. Η Γκριζέντα έφτασε στο σημείο να σας ζηλεύει.»
Τότε η Νοέμι άρχισε να γελά, αλλά αισθάνθηκε να της τρέμουν
τα γόνατα και μες στην καρδιά ένοιωσε τη φωτεινή ομορφιά του
δειλινού: ήταν μια θάλασσα από φως διάσπαρτη με χρυσά νησιά,
με έναν αντικατοπτρισμό στο βάθος. Δεν είχε ξαναδοκιμάσει
ποτέ μια παρόμοια στιγμή μέθης.
Για μια στιγμή μονάχα ο κόσμος είχε αλλάξει όψη. Η γριά την
κοίταζε και μέσα στα γυάλινα μάτια της η μοχθηρία έλαμπε όπως
το νεανικό της κολιέ γύρω από τον σκελετωμένο της λαιμό.
«Λοιπό, τι λέτε ντόνα Νοέμι; Να φύγω ήσυχη κάπως; Θα με
βοηθήσετε, έτσι δεν είναι;»
«Πηγαίνετε», είπε η Νοέμι με ύφος αλλαγμένο, αλλά η γριά δεν
έφευγε γιατί το είχε ρίξει ταπεινά σε ευχαριστίες.
«Το φτωχικό μας ήταν πάντα πλάι στο σπίτι σας, όπως η δούλα
πλάι στην κυρά. Δεν μπορούσε να κρατήσει η έχθρα μας! Ο
Τσουαναντόνι μου κλαίει κάθε φορά που γυρίζω από το κτήμα,
κλαίει και λέει: γιατί οι κυρίες με έδιωξαν; Και παίρνει το
ακορντεόν και έρχεται να παίξει εδώ, πίσω από τον τοίχο. Λέει
πως κάνει σερενάτα στην ντόνα Νοέμι. Τον άκουσε η αφεντιά
σας; Τώρα όλα θα πάνε καλά.»
«Ας το ελπίσουμε∙ όλα θα πάνε καλά», είπε η Νοέμι, αλλά δεν
ήξερε και η ίδια τι θα πήγανε καλά. Αισθανόταν μια ξαφνική
αγάπη για όλους. «Πείτε στον Τσουαναντόνι να έρθει απόψε. Θα
του δώσω κόκκινα αχλάδια.»
Η γριά της άρπαξε το χέρι, το φίλησε και έφυγε κλαίγοντας. Η
Νοέμι γύρισε στη θέση της. Ο ξεθωριασμένος ουρανός στην
ανατολή, πάνω από το βουνό, φλεγόταν ακόμη, λες και όλη η
λάμψη της ημέρας είχε συγκεντρωθεί εκεί πάνω. Επέμενε να
ράβει, αλλά δεν έβλεπε ούτε το πανί , ούτε το βελόνι, μόνο
εκείνη την μεγάλη αναλαμπή, εκείνο τον αντικατοπτρισμό χωρίς
όρια, βαθύ, απέραντο. Νόμιζε ότι ακούει τη σερενάτα του
αγοριού και τραγούδια αγάπης πετούσαν μες στη φλεγόμενη
ατμόσφαιρα του δειλινού. Έβλεπε πάλι τον εαυτό της επάνω στο
χοντροκαμωμένο μπαλκόνι του παπά, εκεί κάτω στην εκκλησία του
Ριμέντιο. Στην αυλή θέριευε η φλόγα και το πανηγύρι οργίαζε.
Κάποια στιγμή όμως κατέβαινε κι εκείνη για να μπει στο χορό
μαζί με τις άλλες γυναίκες, κι εκείνη έπαιρνε μέρος στη
γιορτή και ήταν η πιο τρελή απ’ όλες, σαν την Γκριζέντα και
σαν τη Νατόλια, και αισθανόταν στην καρδιά της τη φλόγα, τη
γλύκα, το πάθος όλων εκείνων των γυναικών μαζί. Ο Τζατσίντο
της έσφιγγε το χέρι και το πανηγύρι τριγύρω, μες στην αυλή,
στον κόσμο ολόκληρο, ήταν γι’ αυτούς….
Σιγά σιγά όμως γύρισε στην πραγματικότητα. Της φάνηκε ότι
έσβησε η φλόγα και το αίμα σταμάτησε να χτυπά με βία μέσα
στις φλέβες της. Ντράπηκε για την ονειροφαντασιά της.
Θυμήθηκε την υπόσχεση που έδωσε στη γριά: «όλα θα πάνε καλά».
Προσπάθησε να βρει τις λέξεις που έπρεπε να πει στον ανιψιό
της για να τον πείσει να μπει στο σωστό δρόμο και να
παντρευτεί την Γκριζέντα. Μακάρι να ζήσουν ευτυχισμένοι! Τώρα
τους αγαπούσε και τους δυο, τη γυναίκα επειδή με την αγάπη
της αποτελούσε ένα κομμάτι του άντρα. Μακάρι να ζήσουν
ευτυχισμένοι μες στη φτώχια και στην αγάπη τους, στο ταξίδι
τους προς τη γη της επαγγελίας. Τους αγαπούσε , γιατί ένοιωθε
τον εαυτό της ανάμεσά τους, κομμάτι δικό τους, ενωμένη με τον
άντρα μέσα από την αγάπης της, ενωμένη με τη γυναίκα μέσα από
τον πόνο της. Τους ευλογούσε, σαν μια γριά μάνα, αλλά
αισθανόταν να την παρασέρνουν μαζί τους, μέσα στη ζωή όλο
μυστήριο, όπως ο Ιησούς ανάμεσα στους γονείς του κατά τη φυγή
προς την Αίγυπτο…..
Και όπως τα μικρά παιδιά και οι γέροι άρχισε να κλαίει χωρίς
να ξέρει το γιατί - από πόνο που ήταν χαρά, και από χαρά που
ήταν πόνος.
Κάποιος όμως χτύπησε πάλι στην εξώπορτα κι εκείνη σκούπισε τα
μάτια της με το πανί και πήγε ν’ ανοίξει. Ένας άντρας μπήκε
κλείνοντας ξωπίσω του την εξώπορτα.
Ήταν ο δικαστικός κλητήρας, ένας αστός αδύνατος με μαυριδερό
πρόσωπο από τα γένια του που δεν τα είχε ξυρίσει εδώ και οχτώ
μέρες. Κρατούσε ένα μακρύ χαρτί διπλωμένο στα δυο. Ανασήκωσε
το πρασινωπό σκληρό καπέλο του από το φαλακρό του κεφάλι,
κοίταξε τη Νοέμι και είπε διστακτικά:
«Δεν είναι εδώ η ντόνα Έστερ;»
«Όχι»
«Θα ήθελα…. θα ήθελα να της εγχειρίσω αυτό. Μπορώ όμως να το
δώσω σ’ εσάς», πρόσθεσε γρήγορα, γράφοντας κάτι με το μολύβι
του στο κάτω μέρος του χαρτιού και συλλαβίζοντας τις λέξεις
που έγραφε.
«Εγ-χει-ρι- εγχειρίζεται εις χει- εις χείρας της αξιοτίμου
αδελφής ντόνας, ντόνας Νο-έ-μι Νοέμι Πιντόρ.»
Εκείνη κοίταξε ψυχρά, τρέμοντας μέσα της. Ένα σωρό ερωτήσεις
έφταναν ως τα χείλη της, αλλά δεν ήθελε να φανεί περίεργη και
αδύναμη μπροστά σ’ εκείνο τον άνθρωπο που όλοι στο χωριό τον
φοβόντουσαν και τον περιφρονούσαν.
Ο κλητήρας με τη σειρά του δίσταζε να της δώσει το χαρτί,
τελικά πήρε την απόφαση να της το δώσει και έφυγε γρήγορα.
Άρχισε να το διαβάζει, με το πανί κρεμασμένο στο μπράτσο και
τα μάτια ακόμη υγρά από τα δάκρια της αγάπης.
«Εν ονόματι της Μεγαλειότητός του Βασιλέως ….» Το χαρτί είχε
κάτι το μυστηριώδες και φοβερό: έμοιαζε να προέρχεται από
κάποια δύναμη του κακού.
Σιγά σιγά, όσο διάβαζε και καταλάβαινε, η Νοέμι νόμιζε ότι
ονειρεύεται. Πήγε πάλι να καθίσει και ξαναδιάβασε καλύτερα. Η
Κατερίνα Κάρτα, επάγγελμα οικιακά, ζητούσε από την ευγένειά
της την Έστερ Πιντόρ, μέσα σε πέντε μέρες από την κοινοποίηση
της πράξης της διαμαρτύρησης της συναλλαγματικής
υπογεγραμμένης υπό της ιδίας, την επιστροφή δυο χιλιάδων
εξακοσίων λιρετών συμπεριλαμβανομένων των εξόδων.
Στην αρχή και η Νοέμι πίστεψε, όπως ο Έφις, σε κάποια
απερίσκεπτη ενέργεια της Έστερ. Κοκκίνισε φευγαλέα το μέτωπό
της∙ σαν μια φλόγα που λάμπει για μια στιγμή μονάχα κι έπειτα
σβήνει μακριά μέσα στο σκοτάδι της νύχτας, ανέβηκε από τα
βάθη της συνείδησής της η βεβαιότητα ότι κι αυτή θα έκανε,
λίγα λεπτά πριν, οποιαδήποτε τρέλα για τον Τζατσίντο. Έπειτα
σιωπή, σκοτάδι. Εκείνη ναι, λίγα λεπτά πριν, αλλά η Έστερ; Η
Έστερ δεν μπορούσε να είχε νοιώσει την ίδια τρέλα μ’ εκείνη,
η Έστερ δεν μπορούσε να καταστρέψει την οικογένεια από αγάπη
για εκείνον τον τυχοδιώκτη.
Η αλήθεια πέρασε τότε σαν αστραπή από το μυαλό της, την έκανε
να πεταχτεί επάνω, να τρέξει εδώ κι εκεί σκοντάφτοντας,
τρεκλίζοντας, σαν να την είχε χτυπήσει ένας σωματικός πόνος.
Οι αδελφές της την βρήκαν σ’ αυτή την κατάσταση.
Η ντόνα Έστερ πήρε το χαρτί, με το χέρι έξω από το σάλι∙ η
ντόνα Ρουθ άναψε το λυχνάρι επειδή είχε κιόλας νυχτώσει.
Κάθισαν και οι τρεις στον πάγκο και η Νοέμι, ήρεμη και ψυχρή,
ξαναδιάβασε με δυνατή φωνή το χαρτί. Τα πρόσωπα των
αδελφάδων, σκυμμένα επάνω στο χαρτί, γυάλιζαν από τον ιδρώτα
της αγωνίας, αλλά η Νοέμι σήκωσε το βλέμμα και είπε:
«Εάν εσύ Έστερ, δεν έχεις υπογράψει τίποτε, δεν οφείλουμε να
πληρώσουμε τίποτε. Είναι σαφές, γιατί να απελπιζόμαστε;»
«Εκείνος θα πάει φυλακή.»
«Τόσο το χειρότερο για εκείνον!»
«Εσύ, Νοέμι, εσύ μιλάς έτσι; Μπορούμε να στείλουμε στη φυλακή
έναν άνθρωπο του Θεού;»
«Τι λες να κάνεις τότε;»
«Να πληρώσουμε.»
«Και μετά να πάμε να ζητάμε ελεημοσύνη;»
«Και ο Χριστός ζήτησε ελεημοσύνη.»
«Ο Χριστός, όμως, τιμωρεί κιόλας, τιμωρεί τους αμαρτωλούς,
τους δόλιους, τους πλαστογράφους….»
«Στον άλλο κόσμο, Νοέμι!»
Η ντόνα Ρουθ σιωπούσε την ώρα που κουβέντιαζαν οι αδελφές
της, ίδρωνε όμως ακουμπισμένη στη ράχη της καρέκλας. με τα
χέρια να κρέμονται σαν νεκρά στα πλευρά της. Πρώτη φορά στη
ζωή της δοκίμαζε ένα παράξενο συναίσθημα: την ανάγκη να
κινηθεί, να κάνει κάτι για να βοηθήσει την οικογένεια.
«Α!» είπε η ντόνα Έστερ και σηκώθηκε, διπλώνοντας το σάλι
επάνω στο στήθος της, «πρέπει να έχουμε υπομονή και φρόνηση.
Θα πάω στης Καλίνα και θα την παρακαλέσω να κάνει υπομονή.»
«Εσύ, αδελφή μου; Εσύ στο σπίτι της τοκογλύφου; Εσύ, η ντόνα
Έστερ Πιντόρ;»
Η Νοέμι την τραβούσε από το σάλι, αλλά η ντόνα Έστερ, παρ’
όλο που συμβούλευε υπομονή και φρόνηση, ξέσπασε.
«Ντόνα Έστερ και κουραφέξαλα! Η ανάγκη, το ξέρεις δα αδελφή
μου, μας κάνει όλους ίσους.»
Και έφυγε.
Τότε ένα έντονο αίσθημα ταπείνωσης και αγανάκτησης κατέλαβε
πάλι τη Νοέμι. Η μορφή του Έφις ξεπήδησε μπροστά της σαν
πρόβατο επί σφαγήν και έτρεξε στην αυλή και βγήκε στην
εξώπορτα περιμένοντας να περάσει κάποιος για να τον
παρακαλέσει να πάει να φωνάξει τον υπηρέτη.
«Εκείνος, εκείνος φταίει για όλα! Εκείνος είχε υποσχεθεί να
προσέχει τον Τζατσίντο και να μας προστατέψει από αυτόν…»
Δεν περνούσε κανείς∙ τριγύρω βασίλευε σιωπή και μέσα στο
σπίτι η ντόνα Ρουθ ήταν σαν νεκρή. Η Νοέμι δεν ξέχασε ποτέ
εκείνη τη στιγμή της αναμονής την ώρα του δειλινού που της
φαινόταν να είναι το δειλινό της ίδιας της της ζωής. Όρθια
επάνω στις σπασμένες πέτρες του κατωφλιού πρόβαλε προς τα έξω
και νόμιζε πως περίμενε ένα μυστηριώδες ον, σωτήρα και τιμωρό
ταυτόχρονα.
Ακούστηκαν βήματα, κάπως αργόσυρτα, κάπως βαριά. Μια μορφή
εμφανίστηκε κάτω στο δρόμο. Ανέβαινε και μεγάλωνε, πρόβαλε
γιγαντιαία στο άχρωμο φόντο του ορίζοντα. Ήταν μαύρη, αλλά
μια φλόγινη κλωστή άστραφτε στο στήθος του, στο μέρος της
καρδιάς.
Έφτασε μπροστά στη Νοέμι και βλέποντάς την αναστατωμένη
σταμάτησε, ενώ εκείνη ακουμπούσε βαριά με το ανοιχτό της χέρι
στον τοίχο για να μην πέσει, τόσο πολύ την είχαν ταράξει η
επιθυμία και ο τρόμος να μιλήσει στον διαβάτη.
Εκείνος όμως ρώτησε.
«Τι συμβαίνει, Νοέμι;»
Κι εκείνη ένιωσε να λιγοψυχά, να θέλει να φωνάξει βοήθεια.
«Πρέντου, κάνε μου μια χάρη. Βρες κάποιον που να μπορεί να
πάει να φωνάξει τον Έφις στο κτήμα.»
«Θα πάω εγώ, Νοέμι»
«Εσύ; Εσύ; Εσύ… όχι.»
«Γιατί όχι;», γρύλλισε. «Φοβάσαι μήπως σου κλέψω τα
καρπούζια;»
Εκείνη συνέχισε να τραυλίζει ασυνείδητα: «Εσύ όχι… εσύ όχι…
εσύ όχι…»
Ο ντον Πρέντου μάντευε το δράμα που παιζόταν εκεί μέσα.
Δεν ήξερε γιατί, εδώ και λίγο καιρό, από το βράδυ εκείνο που
είχε κουβαλήσει το καλάθι, από τότε που ο Τζατσίντο του είπε:
«εσύ μαζεύεις λεφτά σαν να είναι κουκιά που θα τα δώσεις στα
γουρούνια», ένοιωθε μέσα του ένα κενό, έναν περίεργο πόνο,
σαν να του μετέδωσε ο ξένος το δικό του και όταν σκεφτόταν
τις ξαδέλφες του αισθανόταν μια λύπηση ασυνήθιστη. Είδε τη
Νοέμι που έτρεμε και ακούμπησε κι εκείνος το χέρι του στον
τοίχο, πλάι στο δικό της. Τα πρόσωπά τους πλησίασαν, το δικό
του είχε μιαν αρσενικιά μυρωδιά από ιδρώτα, από επιδερμίδα
καμένη από τον ήλιο, από κρασί και ταμπάκο, το δικό της ένα
άρωμα κλεισούρας, λεβάντας και δακρύων.
«Νοέμι», είπε δειλά κα με τρόπο τραχύ, βγάζοντας το καπέλο
και ξαναφορώντας το, «εάν με χρειάζεστε να μου το πείτε. Τι
έγινε;»
Η Νοέμι δεν απάντησε, δεν μπορούσε να μιλήσει.
«Τι έγινε;», επανέλαβε δυνατά.
«Καταστραφήκαμε, Πρέντου…», είπε τελικά και της φάνηκε ότι
μιλούσε παρά τη θέλησή της.
«Ξοφλήσαμε. Ο Τζατσίντο πλαστογράφησε την υπογραφή της
Έστερ….. Και η τοκογλύφος διαμαρτύρησε τη συναλλαγματική…»
«Α, να πάρει ο διάολος!», φώναξε ο ντον Πρέντου, δίνοντας μια
γροθιά στον τοίχο.
Η Νοέμι φοβήθηκε εκείνη τη φωνή και το αίσθημα αξιοπρέπειας
την επανέφερε στην τάξη. Της φάνηκε ότι οι γείτονες βγήκαν
για ν’ ακούσουν το χάλι της.
«Έλα μέσα, Πρέντου. Θα σου τα πω όλα.»
Κι εκείνος μπήκε στο σπίτι που το κατώφλι του είχε να το
περάσει είκοσι χρόνια.
Το λυχνάρι άναβε επάνω στο παλιό κάθισμα και έμοιαζε η μικρή
του φλόγα να κρατά θλιμμένη συντροφιά στην ντόνα Ρουθ που
καθόταν ακόμη ακίνητη με το κεφάλι ακουμπισμένο στη ράχη της
καρέκλας και τα χέρια εγκαταλειμμένα, το ένα από εδώ και το
άλλο από εκεί, και τις αρθρώσεις τους επάνω στο ξύλο. Το μισό
της πρόσωπο ήταν φωτισμένο, χλωμό και το άλλο μισό ήταν στη
σκιά, σκοτεινό. Τα μισόκλειστα μάτια κοίταζαν, ωστόσο, προς
τα επάνω, αλλήθωρα, όπως συμβαίνει στην προσπάθεια να
συγκεντρωθούν σε ένα μόνο μακρινό σημείο.
Μόλις την είδε ο ντον Πρέντου, αναρίγησε και κοντοστάθηκε.
Από την κίνησή του η Νοέμι κατάλαβε την αλήθεια. Τον κοίταξε
τρομαγμένη, έπειτα κοίταξε την αδελφή της και έτρεξε κοντά
της.
«Ρουθ, Ρουθ;», την φώναξε χαμηλόφωνα, σκυμμένη επάνω της και
σφίγγοντάς της τα μπράτσα.
Το κεφάλι της ντόνας Ρούθ έγειρε πρώτα από τη μια μεριά,
ύστερα από την άλλη, έπειτα όλο το σώμα της φάνηκε να
προβάλλει προς τα εμπρός και να σκύβει για ν’ ακούσει τη φωνή
της γης, που την καλούσε κοντά της.
Το παράπονο από το ακορντεόν του Τσουαναντόνι έφτασε βαθειά
στο χάος του πόνου της Νοέμι, σαν ένα μακρινό φως.
Το αγόρι τραγουδούσε, συνοδεύοντας τη μουσική του, και η φωνή
του θλιμμένη από μια ανέκφραστη μελαγχολία γέμιζε τη νύχτα με
γλυκύτητα και λάμψη. Η Νοέμι, γονατιστή ακόμη κοντά στο
κάθισμα όπου βρισκόταν το ξόδι της ντόνας Ρουθ, ανασήκωσε το
βλέμμα και κοίταξε τριγύρω. Ήταν μόνη. Ο ντον Πρέντου έτρεξε
να φωνάξει την ντόνα Έστερ. Θυμήθηκε τα λόγια της γριάς: «ο
Τσουαναντόνι θα έρθει να σας κάνει σερενάτα» και ένα πονεμένο
ουρλιαχτό βγήκε από τα χλωμά της χείλη: ήταν φωνές, βογγητά,
θρήνος που ανακατεύονταν με τις νότες του ακορντεόν και με το
τραγούδι του αγοριού, όπως το αγκομαχητό ενός λαβωμένου στο
δάσος ανακατεμένο με τις τρίλιες ενός αηδονιού.
Ξαφνικά όμως όλα έπαψαν. Έπειτα ακούστηκαν βήματα, φωνές. Η
αυλή γέμισε κόσμο. Η Νοέμι είδε πλάι της το αγόρι με το
πρόσωπό του χλωμό και ορθάνοιχτα τα μεγάλα του μάτια. Έσφιγγε
στο στήθος το ακορντεόν σαν να ήθελε να προφυλαχτεί από
κάποια επίθεση και του είπε στο αυτί:
«Τρέξε. Πήγαινε να φωνάξεις τον Έφις».
Κεφάλαιο δέκατο
Η ντόνα Ρούθ έφυγε και σκιές και σιωπή τύλιξαν πάλι το σπίτι.
Ο Έφις, καθισμένος στο σκαλάκι, με ένα γιασεμί στο χέρι και
το κεφάλι ακουμπισμένο στον τοίχο, περίμενε να γυρίσει ο
Τζατσίντο με ένα ακαθόριστο αίσθημα φόβου.
Ο Τζατσίντο δεν γύριζε. Είχε μάθει, το δίχως άλλο, τη συμφορά
και δίσταζε να γυρίσει. Πού ήταν; Ακόμη στην Ολιένα ή στο
Νούορο ή πιο μακριά;
Ο Έφις προσπαθούσε να βάλει σε τάξη τις σκέψεις του, τις
αναμνήσεις του, τις εντυπώσεις του από εκείνες τις τρεις
τρομαχτικές μέρες. Να, του φαινόταν ότι καθόταν ακόμη μπροστά
στο καλύβι του και άκουγε το αηδόνι που τραγουδούσε εκεί
κάτω, ανάμεσα στα σκλήθρα: ήταν λες η φωνή του ποταμού εκείνο
το κύμα αρμονίας που ξεχύνονταν για να δροσίσει τη νύχτα, και
ήταν τόσο μελωδικό και σπαραξικάρδιο που και τα πνεύματα της
νύχτας ακόμη μαζεύτηκαν στο φρύδι του λόφου και ξεπρόβαλαν
ακίνητα για να το ακούσουν. Ο Έφις ένοιωθε να τον παίρνει
μακριά κάτι που έμοιαζε με ορμή του ανέμου: αναμνήσεις και
ελπίδες τον ανύψωναν. Περίμενε τον Τζατσίντο, και ο Τζατσίντο
ερχόταν τάχα να του φέρει φανταστικά νέα: ότι βρήκε δουλειά,
ότι κράτησε την υπόσχεσή του να είναι η παρηγοριά για τις
ηλικιωμένες θείες του. Και ότι τάχα ο ντον Πρέντου είχε
ζητήσει τη Νοέμι να γίνει γυναίκα του…
Αντί για τον Τζατσίντο όμως ήρθε ο Τσουαναντόνι με κάτι που
μαύριζε επάνω στο στήθος του, σαν ψόφιο όρνιο. Από εκείνη τη
στιγμή ο Έφις είχε την εντύπωση ότι έπεσε σ’ ένα παραλήρημα
πυρετού. Τι εφιάλτης, η δημοσιά ν’ ασπρίζει μέσα στη νύχτα
και ο ήχος του ακορντεόν να κατεβαίνει από το λόφο και να
κάνει να πάψει το αηδόνι! Όλα τα στοιχειά και τα τέρατα
τινάχτηκαν από τον ύπνο και χόρευαν μες στο σκοτάδι,
παίρνοντάς τον στο κατόπι και περιτριγυρίζοντάς τον.
Και να τον πάλι να περιμένει, αλλά ο Τζατσίντο είχε κι
εκείνος πάρει τη μορφή ενός τέρατος, λες και τα πνεύματα της
νύχτας τον είχαν πάρει μαζί τους στο μυστηριώδες βασίλειό
τους κι εκείνος γύριζε από εκεί φρικτά παραμορφωμένος.
Καλύτερα να μη γύριζε ποτέ.
Απ’ την κουζίνα έβγαινε λίγο αμυδρό φως που φώτιζε ένα μέρος
της αυλής. Μέσα ακουγόταν ένας ανεπαίσθητος θόρυβος: η Νοέμι
και η ντόνα Έστερ μετακινιόντουσαν , αλλά φαινόταν να
φοβούνται κι εκείνες, να φοβούνται μην γίνουν αντιληπτές ότι
ζούσαν.
Κάποιος όμως έσπρωξε την πόρτα, και οι τρεις, οι γυναίκες και
ο υπηρέτης, πετάχτηκαν σαν να ξυπνούσαν από έναν ύπνο του
θανάτου.
Ήταν πάλι η γριά Ποτόι που ερχόταν να μάθει νέα του
Τζατσίντο. Προχώρησε σαν σκιά, αλλά θα πρέπει να είχε αφήσει
κάποιον έξω επειδή έστρεψε να κοιτάξει, ενώ οι κυρίες
αποσύρονταν αγανακτισμένες.
«Εδώ και πέντε μέρες το παλικάρι λείπει και κανείς δεν ξέρει
πού βρίσκεται! Πες μου, ψυχούλα μου Έφις, πού είναι.»
«Πώς μπορώ να σας το πω, αφού ούτε εγώ το ξέρω;»
«Πες το μου, πες το μου», επέμενε, σκύβοντας επάνω από το
Έφις, ενώ έπιανε τα κολιέ της λες και ήθελε να τα βγάλει και
να του τα προσφέρει. «Τον διώξατε; Τον έδιωξε η ντόνα
Νοέμι;….. Πες το μου, εσύ το ξέρεις. Η Γκριζέντα μου θα
πεθάνει….»
Έσκυβε, έσκυβε κι επάνω στο μαύρο της προφίλ, όπως σ΄ εκείνο
ενός βουνού, ο Έφις έβλεπε να λάμπει ένα αστέρι.
«Τι μπορώ να σου πω, ψυχούλα μου;»
«Τίποτε, γριά!» της είπε φωναχτά. «Σας ορκίζομαι ότι δεν
ξέρω! Όταν όμως έρθει, θα σας ειδοποιήσω…..»
«Εσύ είσαι καλός, Έφις! Ο Θεός θα σε ανταμείψει. Έλα εδώ,
έξω…. Παρηγόρησέ την…»
Του άρπαξε τα χέρια και τον τράβηξε έξω. Η Γκριζέντα
ακουμπούσε στον τοίχο και έκλαιγε, λες και ήταν έξω από μια
φυλακή που περιέκλειε όλα της τα καλά και όπου εκείνη δεν
μπορούσε να μπει.
«Λοιπόν, τι έχεις; Θα γυρίσει, σίγουρα.»
«Το άκουσες, ψυχή μου;» είπε η γριά τραβώντας το κορίτσι από
τον τοίχο. «Θα γυρίσει! Δεν έφυγε για πάντα, όχι!»
«Θα γυρίσει, ναι, κορίτσι μου!»
Η Γκριζέντα του πήρε το χέρι και το φίλησε με αναφιλητά.
Ένοιωσε επάνω στα δάχτυλά του τα χείλη της βρεγμένα από
δάκρυα σαν να ήταν ένα λουλούδι υγρό από τις σταγόνες της
δροσιάς και ανατρίχιασε. Του φάνηκε ν’ απομακρύνεται ο
εφιάλτης που τον τυραννούσε τρεις μέρες.
«Θα γυρίσει», είπε δυνατά. «Και όλα θα πάνε καλά. Θα βάλει
μυαλό, θα μετανιώσει, θα είστε ευχαριστημένοι και όλα θα πάνε
καλά….»
Οι δυο γυναίκες έφυγαν καθησυχασμένες. Ξαναμπήκε στο σπίτι
και είδε τη Νοέμι να ορθώνεται μπροστά του σαν μια ακίνητη,
μαύρη σκιά, απτή.
«Έφις, τα άκουσα όλα. Έφις, μην σου περνάει από το μυαλό ότι
θα μας πεθάνεις κι εμάς. Ο Τζατσίντο δεν πρέπει να ξαναμπεί
σ’ αυτό εδώ το σπίτι.»
Ο Έφις κρατούσε ακόμη το γιασεμί στο χέρι και το λουλουδάκι
τρεμούλιασε μες στο σκοτάδι, σαν να ένοιωσε το ίδιο πόνο.
«Να σας πεθάνω… εγώ! Και γιατί;»
«Έφις, άκουσα!», επανέλαβε με μονότονη φωνή, αλλά ξαφνικά η
φιγούρα της τινάχτηκε, η σκιά ψήλωσε λες, έγινε τεράστια. Ο
Έφις την αισθάνθηκε επάνω του σαν τίγρη.
«Έφις, κατάλαβες; Εκείνος δεν πρέπει να ξαναπατήσει το πόδι
του εδώ, ούτε στο χωριό! Εσύ, εσύ φταις για όλα. Εσύ τον
άφησες να έρθει, εσύ είπες ότι θα μας προστάτευες από
εκείνον… Εσύ….»
Έβγαλε το σκούφο του όπως κάνει ο μετανοών.
«Ντόνα Νοέμι, συγχωρείστε με! Πίστευα ότι έκανα το καλό…
σκεφτόμουν: όταν δεν θα υπάρχω εγώ, εκείνες θα έχουν
τουλάχιστον κάποιον να τις υποστηρίζει….»
«Εσύ; Εσύ; Εσύ δεν είσαι παρά ένας υπηρέτης! Δεν μας το
συγχωρείς που είμαστε από αρχοντική γενιά και θέλεις να μας
δεις να ζητιανεύουμε με το δισάκι σου. Να ξέρεις όμως πως τα
κοράκια θα σου βγάλουν πρώτα τα μάτια. Δυο από εμάς τις είδες
να φεύγουν από εδώ….. τις άλλες όμως δεν θα τις δεις. Κι εσύ
θα είσαι πάντα ο υπηρέτης κι εμείς τ’ αφεντικά σου….»
Εκείνος σταυροκοπήθηκε σαν να βρισκόταν μπροστά σε μια
δαιμονισμένη και πήγε να πάρει το δισάκι του για να το βάλει
στα πόδια, να πάει στην άκρη του κόσμου. Η ντόνα Έστερ όμως
τον άρπαξε από το χέρι και η Νοέμι, που πήγαινε από πίσω του,
έπεσε βαριά επάνω στον πάγκο, όπως η ντόνα Ρουθ, με τα μάτια
κλειστά και το πρόσωπο μελανό.
Εκείνος πήγε έξω, κάθισε στο σκαλοπάτι και έμεινε όλη τη
νύχτα ακίνητος με το κεφάλι μέσα στα χέρια.
Πριν την αυγή έφυγε για να πάει να βρει τον Τζατσίντο. Και
ανέβαινε και ανέβαινε τη δημοσιά, γκρίζα στην αρχή, έπειτα
λευκή, έπειτα ρόδινη. Η αυγή έμοιαζε να αναδύεται από την
κοιλάδα σαν ένας κόκκινος καπνός που σκέπαζε τις φανταστικές
βουνοκορφές στον ορίζοντα. Το βουνό Κοράσι, το βουνό Ουντέ, η
Μπέλα Βίστα, η Σα Μπαρντία, ο Σάντου Γιουάνε Μόντε Νου
υψώνονταν με τις κορυφές τους φωτεινές σαν να ήταν πέταλα
ενός τεράστιου λουλουδιού ανοιχτού στο πρωινό και ο ουρανός ο
ίδιος φαινόταν να σκύβει χλωμός και συγκινημένος επάνω σε
τόση ομορφιά.
Μόλις πρόβαλε ο ήλιος όμως η μαγεία χάθηκε. Τα γεράκια, με τα
αστραφτερά σαν το μαχαίρι φτερά τους, περνούσαν κρώζοντας, η
Ορτομπένε, πόλη χτισμένη από νουράγκι, απλωνόταν απέναντι από
τις λευκές επάλξεις της Ολιένα κι ανάμεσα στη μια και στην
άλλη έκανε την εμφάνισή του στον ορίζοντα ο καθεδρικός ναός
του Νούορο.
Ο Έφις περπατούσε και ο πυρετός του θόλωνε τα μάτια. Του
φαινόταν πως ήταν νεκρός και πήγαινε, πήγαινε σαν μια
κολασμένη ψυχή που πρέπει να φτάσει στην αιώνια μοίρα της.
Στιγμές στιγμές όμως μια αίσθηση ανταρσίας τον ανάγκαζε να
σταματά, να κάθεται στην άκρη του δρόμου και να κοιτάει
μακριά. Ο δρόμος ανηφορικός ανάμεσα στην κοιλάδα και το
βουνό, ανάμεσα σε βράχους, ελαιόδεντρα και φραγκοσυκιές, όλα
ένα γκρίζο, του φαινόταν, ναι, ότι ήταν ο Γολγοθάς του αλλά
ταυτόχρονα και ένας δρόμος που μπορούσε να τον οδηγήσει σε
έναν τόπο ελευθερίας. Να, σκεφτόταν κοιτάζοντας την
Ορτομπένε, εκεί πάνω είναι μια πόλη από γρανίτη με δυνατά,
σιωπηλά κάστρα. Γιατί να μην βρω καταφύγιο εκεί επάνω μόνος
και να τρέφομαι με χόρτα , με κλεμμένο κρέας, ελεύθερος σαν
τους ληστές;
Αλλά από ένα άνοιγμα της κοιλάδας είδε το Λυτρωτή επάνω στο
βράχο με έναν μεγάλο σταυρό που ένωνε το γαλάζιο ουρανό με τη
γκρίζα γη και γονάτισε με κατεβασμένο το κεφάλι, όλος ντροπή
για τις φαντασιώσεις του.
Ο Τζατσίντο ήταν στην Ολιένα. Ήξερε για τη συμφορά και για το
θάνατο της θείας Ρουθ και γι’ αυτό φοβόταν να γυρίσει στο
χωριό. Ζούσε με τις λίγες λιρέτες που είχε κερδίσει από τη
μεσιτεία της αγοράς του κρασιού για λογαριασμό του Μιλέζου,
δεν ήξερε όμως τι θα έκανε μετά. Κι εκείνος ατένιζε μακριά,
από το παραθυράκι του μικρού του δωματίου, πάνω από μια
κατηφορική αυλίτσα που στο βάθος της, σαν μέσα από μια τρύπα,
φαινόταν η μεγάλη κοιλάδα της Ισποροσίλε με τον καθεδρικό ναό
του Νούορο να προβάλλει ανάμεσα σε δυο βουνά, ψηλά, στον
τριανταφυλλί ουρανό.
Ούτε στο Νούορο όμως αποφάσιζε να πάει. Σαν κάτι να περίμενε,
κάτι που έμελε να γίνει και στο αναμεταξύ γυρόφερνε στο
χωριό, μεθούσε από τον ήλιο μπροστά στην πόρτα της εκκλησίας.
Το χωριό, λευκό κάτω από τα γαλάζια βουνά τα ολοκάθαρα σαν
φτιαγμένα από μάρμαρο και αέρα, φλέγονταν σαν να ήταν
ασβεσταριά. Κάθε τόσο όμως ένα ρεύμα αέρα το δρόσιζε και οι
καρυδιές και ο ροδακινιές μέσα στα περιβόλια ψιθύριζαν
ανάμεσα στο κελάρυσμα του νερού και στο κελάιδισμα των
πουλιών.
Ο Τζατσίντο κοίταζε τις γυναίκες που πήγαιναν στη λειτουργία,
αυστηρές, αλύγιστες, με τετράγωνα, χλωμά πρόσωπα πλαισιωμένα
από γυαλιστερά μαλλιά σαν μαύρο σατέν, με τα σφυρά γυμνά σαν
της ελαφίνας, με όμορφα πασούμια στολισμένα με άνθη.
Καθισμένες στο πάτωμα της εκκλησίας, με τους κόκκινους
κορσέδες τους, σκεπασμένους με κεντημένα μαντήλια, έδιναν την
εντύπωση ενός ανθισμένου κάμπου. Όλη η εκκλησία ήταν γεμάτη
με κορδέλες και είδωλα∙ άγιοι μικροί και μαυριδεροί με μάτια
μαργαριταρένια, άγιοι μεγάλοι και ασουλούπωτοι που έμοιαζαν
περισσότερο με τέρατα παρά με είδωλα.
Μετά τη λειτουργία ο κόσμος πήγαινε σπίτι και ο Τζατσίντο
επέστρεφε στο καταφύγιό του περνώντας μπροστά από μια
ερειπωμένη εκκλησία που του θύμιζε εκεί κάτω το σπίτι από τις
θείες του. Σκεφτόταν περισσότερο τη θεία του Νοέμι παρά την
Γκριζέντα και του ερχόταν να κλάψει, να γυρίσει εκεί κάτω, να
καθίσει πλάι της την ώρα που έραβε μες στην αυλή και ν’
ακουμπήσει το κεφάλι του στα γόνατά της, κάτω από το πανί που
έραβε. Έπειτα όμως ντρεπόταν για το όνειρό του, και γύριζε
στο παραθυράκι της μικρής, μοναχικής του κάμαρης για να δει
τη μητρόπολη του Νούορο. Εκεί πέρα βρισκόταν ίσως η σωτηρία
του.
Χελιδονοφωλιές, που με τον καιρό είχαν πάρει το χρώμα της
πέτρας, βρίσκονταν σε παράταξη, σαν διακόσμηση, ανάμεσα στη
σκεπή και στα παραθυράκια του μικρού σπιτιού. Σε κάθε φωλιά
και μερικά πουλάκια∙ κάθε τόσο ένα γυαλιστερό και σφαιρικό
κεφαλάκι σαν πίνα πρόβαλε έξω, ξεγλιστρούσε ένα χελιδόνι,
έπειτα ένα άλλο, δέκα, είκοσι και ο ουρανός γύρω από το
παραθυράκι του Τζατσίντο γέμιζε από το πέταγμα μικρών μαύρων
σταυρών και από ένα μελαγχολικό τετέρισμα.
Έκανε να πιάσει κανένα, τόσο κοντά πετούσαν στο πρόσωπό του,
και έμενε ακίνητος παραφυλώντας∙ έτσι περνούσε η ώρα. Μια
μέρα όμως είδε ν’ ανεβαίνει, διασχίζοντας την μικρή αυλή, η
κουρασμένη φιγούρα του Έφις και τότε κατάλαβε ότι εκείνον
περίμενε.
Μόλις έφτασε κάτω από το παραθυράκι ο υπηρέτης κοίταξε προς
τα επάνω χωρίς να μιλήσει. Δεν μπορούσε σχεδόν ν’ ανοίξει το
στόμα του, αλλά με το κεφάλι έδειξε το δρόμο, κάνοντας νεύμα
στον Τζατσίντο να τον ακολουθήσει και ο Τζατσίντο τον
ακολούθησε.