Ο Έφις στεκόταν στην πόρτα∙ εκείνη συνέχιζε να τον διώχνει.

«Πρέπει να σου πω ότι δεν μπορώ να κάνω πια υπομονή, έτσι που

με μεταχειρίζεστε. Ή θα με πληρώσετε μόλις λήξη η

συναλλαγματική, τον Σεπτέμβρη, ή θα τη διαμαρτυρήσω. Και εάν

η υπογραφή είναι ψεύτικη, θα το βάλω στη φυλακή το παλικάρι.

Φύγε!»

Έφυγε. Δεν επέστρεψε όμως στο σπίτι, περιπλανιόταν στο έρημο

χωριουδάκι κάτω από τον ήλιο. Σκόνταφτε στις ηφαιστειακές

πέτρες, σκόρπιες εδώ κι εκεί, και του φαινόταν πως ο σεισμός

που ανέφερε η παράδοση έγινε εκείνο το πρωί.

Γυρόφερνε ανάμεσα στα χαλάσματα και είχε την εντύπωση ότι

χρέος του ήταν να σκάψει, να βγάλει τα πτώματα κάτω από τα

ερείπια, τους θησαυρούς του υπεδάφους, αλλά να μην μπορεί,

έτσι μόνος που ήταν, τόσο αδύναμος, τόσο αβέβαιος από το πού

ν’ αρχίσει.

Περνώντας εμπρός από την εκκλησία είδε ότι ήταν ανοιχτή και

μπήκε. Δεν είχε λειτουργία, αλλά η νεωκόρισσα καθάριζε την

εκκλησία και ακουγόταν το θρόισμα της σκούπας στη σιωπή του

μισοσκόταδου, λες και οι αρχαίες πυργοδέσποινες περνούσαν από

εκεί με τα φορέματά τους από μπροκάρ να σέρνονται στο πάτωμα.

Ο Έφις γονάτισε στο συνηθισμένο μέρος κάτω από τον άμβωνα,

ακούμπησε το κεφάλι στην κολώνα και προσευχήθηκε. Το αίμα

άρχισε πάλι να κυκλοφορεί στις φλέβες του, αλλά ζεστό και

βαρύ σαν τη λάβα. Ο πυρετός τον κατάτρωγε, οι λοξές ακτίνες

από ασημί λεπτή σκόνη που έπεφταν από την κατεστραμμένη στέγη

του φαίνονταν να σχηματίζουν άσπρες τρύπες επάνω στο μαύρο

πάτωμα και οι χλωμές φιγούρες των εικόνων κοίταζαν όλες προς

τα κάτω, έσκυβαν, ήταν έτοιμες να ξεκολλήσουν και να πέσουν.

Η Μαγδαληνή προχωράει εμπρός, προβάλλει από το μαύρο της

κάδρο στα όρια του άγνωστου. Η αγάπη, η θλίψη, η τύψη και η

ελπίδα γελούν και κλαίνε μέσα στα βαθειά της μάτια και στο

πικρό της στόμα.

Ο Έφις την κοιτά, την κοιτά και σαν να θυμάται μια

προηγούμενη ζωή, πολύ παλιά και του φαίνεται ότι τον καλεί να

πλησιάσει, να την βοηθήσει να κατέβει, να την ακολουθήσει…..

Έκλεισε τα μάτια. Το κεφάλι του έτρεμε. Του φαινόταν πως

περπατούσε μαζί της επάνω στην άμμο κατά μήκος του ποταμού,

κάτω από το φεγγάρι: πήγαιναν, πήγαιναν σιωπηλοί, φρόνιμοι.

Έφτασαν στη δημοσιά πλάι στο γεφύρι. Εκεί κάτω το όραμα

μπερδευόταν. Υπήρχε ένα κάρο και επάνω του καθόταν η Λία,

κρυμμένη ανάμεσα σε σάκους. Το κάρο εξαφανιζόταν μέσα στη

νύχτα, αλλά επάνω στη γέφυρα, κάτω από το φεγγάρι, έμενε ο

ντον Τζάμε νεκρός, ξαπλωμένος στη σκόνη, με ένα μελανό

εξόγκωμα σαν ρώγα σταφυλιού στο σβέρκο. Ο Έφις γονάτιζε πλάι

στο νεκρό και τον ταρακουνούσε.

«Ντον Τζάμε, αφέντη μου, έλα, έλα! Οι κόρες σου σε

περιμένουν.»

Ο ντον Τζάμε έμενε ακίνητος.

Και ο λυγμός του ήταν τόσο δυνατός που η νεωκόρισσα τον

πλησίασε με τη σκούπα.

«Έφις, τι έχεις; Είσαι άρρωστος;»

Γούρλωσε τα τρομαγμένα του μάτια και νόμισε ότι βλέπει ακόμη

την Καλίνα με το λοστό να του φωνάζει: «Φονιά!».

«Έχω πυρετό….. Μου φαίνεται θα πεθάνω. Θα ήθελα να

εξομολογηθώ…»

«Κι εδώ στην κολώνα βρήκες να το κάνεις; Στο Χριστό να

εξομολογηθείς!», ψιθύρισε η νεωκόρισσα χαμογελώντας ειρωνικά,

αλλά ο Έφις ακούμπησε πάλι το κεφάλι στην κολώνα του άμβωνα

και με τα μάτια στραμμένα προς την Αγία Τράπεζα άρχισε να

ψελλίζει μπερδεμένα λόγια. Χοντρά δάκρυα κυλούσαν στο πρόσωπό

του, κατέβαιναν στο πηγούνι του που έτρεμε και σταγόνα

σταγόνα έπεφταν στη γη.

Ο Τζατσίντο τον περίμενε ξαπλωμένος μπροστά στην καλύβα.

Μόλις τον είδε να ανεβαίνει με το καλάθι στο χέρι που

φαινόταν να τον τραβάει προς τα κάτω παρόλο που ήταν άδειο,

κατάλαβε πως τα ήξερε όλα. Τόσο το καλύτερο! Έτσι μπορούσε να

απελευθερωθεί από το πιο αισχρό μέρος του βάρους που τον

πλάκωνε: από τη σιωπή.

«Λέγε μου», είπε, ενώ ο Έφις πήγαινε να καθίσει στη

συνηθισμένη θέση χωρίς ν’ αφήσει το καλάθι από το χέρι του.

«Λέγε!», επανέλαβε δυνατότερα όταν είδε τον άλλο να σιωπά.

«Τώρα;» ο Έφις αναστέναξε.

«Και τώρα; Οι κυράδες μου ηρέμησαν κάπως επειδή τους

υποσχέθηκα να σε διώξω, καταλαβαίνεις; Πιστεύουν ότι τις

συναλλαγματικές τις υπόγραψε πράγματι ο ντον Πρέντου κι εγώ

δεν είχα το θάρρος να τους πω την αλήθεια επειδή οι υπογραφές

είναι ψεύτικες, έτσι δεν είναι; Λοιπόν, έτσι δεν είναι; Α,

Τζατσίντο, ψυχή μου, τι έκανες! Και τώρα; Θα πας στο Νούορο;

Θα δουλέψεις; Θα ξεχρεώσεις;»

«Πολλά… είναι πολλά τα λεφτά, Έφις… Πώς θα τα καταφέρω;»

Αλλά ο Έφις του μιλούσε χαμηλόφωνα, σκυμμένος επάνω του,

παραληρώντας:

«Φύγε, άνθρωπε του Θεού, φύγε! Θα ήθελα να μη φύγεις, αλλά

εάν εγώ ο ίδιος σου το λέω είναι γιατί δεν υπάρχει άλλη

σωτηρία. Θυμήσου τα ωραία λόγια που έλεγες εκείνο το βράδυ.

Έλεγες: θέλω να είναι καλά οι θείες μου, θέλω ν’ αναστηθεί το

σπίτι… Αυτά σκεφτόμουν κι εγώ, όταν ήταν να έρθεις. Και όμως!

Εάν δεν πληρώσεις, η τοκογλύφος θα βγάλει στο σφυρί το

κτηματάκι ή θα σε κλείσει φυλακή για τις ψεύτικες υπογραφές

κι εκείνες θα πρέπει να βγουν στη ζητιανιά. Αυτά είναι τα

κατορθώματά σου, αυτά! Ξέρω ότι δεν το έκανες από κακία. Εσύ,

που εκείνο το βράδυ υποσχόσουν τόσα ωραία πράγματα, εσύ,

άνθρωπε του Θεού….»

Ο ώμος του Τζατσίντο άρχισε πάλι να τρέμει. Ανασήκωσε το

πρόσωπο κάτω από το σκυμμένο πρόσωπο του Έφις και κοιτάζονταν

απελπισμένα.

«Δεν το έκανα για κακό. Ήθελα να κερδίσω χρήματα. Πώς γίνεται

όμως σ’ αυτό το χωριό να κερδίζει κανείς; Εσύ το ξέρεις, εσύ

που απόμεινες έτσι… έτσι… φουκαράς….»

«Οι θείες δεν θα δώσουν ούτε μια δεκάρα», συνέχισε ύστερα από

μια μικρή παύση όλο αγωνία. «Υπάρχει βέβαια και η υπογραφή

της θείας Έστερ. Αναγκάστηκα να την πλαστογραφήσω επειδή… η

τοκογλύφος δεν με δάνειζε. Θα πληρώσω όμως, θα δεις∙ και αν

δεν τα καταφέρω θα πάω φυλακή. Δεν πειράζει.»

«Φυλακή; Όχι, αυτό δε θα το επιτρέψω, όχι.»

«Εσύ, λοιπόν, Έφις, έχεις λεφτά;»

«Εάν είχα δεν θα ήμουν τώρα εδώ έτσι τσακισμένος! Θα είχα

κιόλας εξοφλήσει τις συναλλαγματικές….».

«Τι κάνουμε τότε, Έφις; Τι κάνουμε;»

«Άκου λοιπόν. Θα πας πάλι στην τοκογλύφο και θα της ζητήσεις

να σου δανείσει εκατό λιρέτες για να πας στο Νούορο. Εκεί θα

ψάξεις δουλειά. Αυτό που έχει σημασία είναι ν’ αλλάξεις

πορεία, τώρα. Να σταθείς στα πόδια σου επιτέλους.

Καταλαβαίνεις;»

Ο Τζατσίντο όμως, που μέχρι την τελευταία στιγμή ήλπιζε στη

βοήθεια του υπηρέτη, δεν απάντησε, δεν ξαναμίλησε.

Κουβαριασμένος σαν άρρωστο ζώο, άκουγε τις ακρίδες να πετούν

θροΐζοντας ανάμεσα στα ξερά φύλλα και παρακολουθούσε με

ηλίθιο βλέμμα το χτύπημα των φτερών τους που ιρίδιζαν. Δυο

ενωμένες έπεσαν στο χέρι του, πράσινες και σκληρές σαν από

μέταλλο. Ανατρίχιασε. Το μυαλό του πήγε στην Γκριζέντα:

σκέφτηκε ότι θα έφευγε χωρίς να την ξαναδεί, έτσι φτωχός που

ήταν θα έπρεπε να απαρνηθεί ακόμη και ένα κορίτσι φτωχό σαν

κι εκείνον. Και έχωσε το πρόσωπο μέσα στη χλόη με αναφιλητά

χωρίς να κλαίει ενώ οι ώμοι του ταράσσονταν από ένα έντονο

τρέμουλο.

Κεφάλαιο όγδοο

Ήταν μια Πέμπτη βράδυ και η τοκογλύφος δεν έγνεθε από το φόβο

της Τζομπιάνα, της γυναίκας της Πέμπτης, που εμφανίζεται σε

όσες γνέθουν το βράδυ και μπορεί να τις βλάψει.

Προσευχόταν όμως, καθισμένη στο σκαλάκι της πόρτας κάτω από

την ασημί και μαύρη γιρλάντα της κληματαριάς στο φεγγαρόφωτο

και κάθε φορά που κοίταζε γύρω τής φαινόταν ακόμη σαν να

έβλεπε, εδώ κι εκεί επάνω στο φράχτη από τις φραγκοσυκιές, τα

μάτια του Έφις πράσινα να πετάνε σπίθες από οργή. Ήταν οι

πυγολαμπίδες.

Ήταν οι πυγολαμπίδες, κι εκείνη όμως πίστευε στα αερικά, στην

υπερφυσική ζωή των νυχτερινών πλασμάτων και θυμόταν τα

παιδικά της χρόνια, όταν ήταν φτωχή και πήγαινε να ζητιανέψει

και να μαζέψει ξερόκλαδα κάτω από τα ερείπια του κάστρου, ενώ

την κυνηγούσαν σαν λυσσασμένα σκυλιά η πείνα και ο πυρετός

της μαλάριας. Μια φορά, την ώρα που κατέβαινε ανάμεσα από τις

πέτρες, κοφτερές σαν μαχαίρια, έχοντας απέναντί της έναν ήλιο

κρεμεζί καρφωμένο πάνω από τα βιολετιά βουνά του ΝτοργΚαλί,

ένας κύριος την έφτασε, σιωπηλός, αγγίζοντάς τη στον ώμο.

Ήταν ντυμένος στα χρώματα του ήλιου και των βουνών και στην

όψη έμοιαζε με έναν γιό του ντον Τζάμε Πιντόρ που πέθανε

νέος.

Τον αναγνώρισε αμέσως: ήταν ο Βαρόνος, ένας από τους τόσους

αρχαίους Βαρόνους που τα φαντάσματά τους ζούσαν ακόμη ανάμεσα

στα χαλάσματα του Κάστρου, μέσα στα υπόγεια που ήταν σκαμμένα

κάτω από τον λόφο και κατέληγαν στη θάλασσα.

«Κορίτσι μου», της είπε με ξενική προφορά, «τρέξε στην Κυρία

της γέννας και παρακάλεσέ την ν’ ανέβει απόψε το βράδυ στο

Κάστρο, επειδή η γυναίκα μου, η Βαρόνη, κοιλοπονά. Τρέξε,

σώσε μια ψυχή. Κράτα το μυστικό. Πάρε αυτό.»

Η Καλίνα όμως έτρεμε στηριζόμενη στο δεμάτι της από ξύλα που

απέναντι από τον κρεμεζί ήλιο της φαινόταν μαύρο σύννεφο. Δεν

μπόρεσε έτσι ν’ απλώσει το χεράκι της και τα χρυσά νομίσματα

που της έδινε εκείνη τη στιγμή ο Βαρόνος έπεσαν καταγής.

Εκείνος εξαφανίστηκε. Εκείνη πέταξε το δεμάτι, μάζεψε τα

χρήματα τρομαγμένη σαν το πουλάκι που τσιμπάει τα ψίχουλα και

το ’σκασε πηδώντας ευκίνητη. Αλλά η Κυρία της γέννας, αν και

είδε τα ζεστά, υγρά νομίσματα μέσα στη χούφτα του κοριτσιού

που έκαιγε, την έφτυσε στο πρόσωπο για να της φύγει ο φόβος

και της είπε γελώντας:

«Πήγαινε, γιατί έχεις πυρετό και παραισθήσεις. Τα νομίσματα

θα πρέπει να τα βρήκες. Ακόμα βρίσκει κανείς εδώ κι εκεί κάτω

από το Κάστρο. Δώστα μου κι εγώ θα σου τα κάνω ν’

αυγατίσουν».

Η Καλίνα της τα έδωσε. Κράτησε μόνο ένα με μια τρύπα και το

κρέμασε στο λαιμό της περασμένο σ’ ένα δερμάτινο κορδόνι,

κόκκινο.

«Πηγαίνετε», είπε στη γυναίκα. «Σώστε μια ψυχή. Κάνετε πως

δεν με πιστεύετε για να κρατήσω το μυστικό. Εγώ όμως θα το

κρατήσω έτσι κι αλλιώς.»

Και έπεσε καταγής σαν νεκρή.

Η μαμή επέμενε όσο ζούσε ότι ήταν παραίσθηση του πυρετού∙

όπως είναι γνωστό όμως, τα έλεγε όλα αυτά για να κρατήσει η

Καλίνα το μυστικό.

Τα νομίσματα στο μεταξύ αυγάτιζαν: αυγάτιζαν κάθε χρόνο και

περισσότερο όπως τα ρόδια που έβλεπε εκείνη πράσινα και

κόκκινα εκεί κάτω, τριγύρω στην αυλή του ντον Πρέντου Πιντόρ.

Έπειτα ένα βράδυ είχε δοκιμάσει, όταν ήταν γριά πλέον, το

ίδιο συναίσθημα χαράς και τρόμου ταυτόχρονα, όπως την πρώτη

φορά. Φάνηκε μπροστά της ένας νεαρός κύριος, ίδιος ο Βαρόνος.

Ήταν ο Τζατσίντο.

Και κάθε φορά που τον έβλεπε, ξαναγεννιόταν μέσα της εκείνη η

αίσθηση σκοτοδίνης, η θολή ανάμνηση μιας προηγούμενης ζωής,

αρχαίας και υπόγειας όπως εκείνη των Βαρόνων στο Κάστρο.

Να τος που έρχεται. Ψηλός, μελαχρινός, με το πρόσωπο χλωμό

στο φεγγαρόφωτο, μπαίνει και κάθεται πλάι της στο κατώφλι.

«Θεια-Καλίνα», είπε με ξενική προφορά, «γιατί μιλήσατε για

τις υποθέσεις μου στον υπηρέτη;»

«Εκείνος το θέλησε. Μου επιτέθηκε και ήθελε να με σκοτώσει.»

«Να σας σκοτώσει; Για το τίποτα; Αχ, αυτός ο άνθρωπος και οι

θείες μου κάνουν τόση φασαρία για μικροπράγματα, ενώ εκεί

πέρα υπάρχει κόσμος που κάνει χρέη εκατομμυρίων και κανείς

δεν το ξέρει!»

Τη γριά όμως δεν την ένοιαζε καθόλου ο κόσμος εκεί πέρα.

«Αναγκάστηκα να πάρω το λοστό για να τον εμποδίσω!

Καταλαβαίνετε, κύριέ μου; Ο υπηρέτης είναι άγριος, μην του

έχετε εμπιστοσύνη!»

Ο Τζατσίντο έμεινε για μια στιγμή ακίνητος κοιτάζοντας τα

χέρια του που επάνω τους τρεμόπαιζε η σκιά μιας κληματίδας.

Έπειτα ανασκίρτησε.

«Δεν θα του έχω εμπιστοσύνη. Θέλω μάλιστα να φύγω. Δεν μπορώ

πια να ζήσω, εδώ….. Θα κερδίσω όμως χρήματα και σε σαράντα

μέρες θα σας τα επιστρέψω όλα, μέχρι την τελευταία δεκάρα.

Τώρα όμως πρέπει να μου δώσετε τα χρήματα για το ταξίδι. Θα

σας δώσω μια άλλη συναλλαγματική.»

«Ποιος την υπογράφει;»

«Εγώ!», είπε με θάρρος. «Εγώ! Έχετέ μου εμπιστοσύνη. Σώστε

μια ψυχή. Ελάτε, γρήγορα! Και φυλάξτε το μυστικό.»

Της έπιασε τον ώμο, όπως ο Βαρόνος, κι εκείνη σηκώθηκε και

πήγε να πάρει τα χρήματα από το σεντούκι: δυο χαρτονομίσματα

των πενήντα λιρετών που τα ψηλάφισε για πολύ, κοιτάζοντάς τα

στο φεγγαρόφωτο, ενώ σκεφτόταν ότι για το ταξίδι του

Τζατσίντο αρκούσε το ένα. Έτσι το άλλο το έβαλε στη θέση του.

Το φεγγάρι ψηλά από το μικρό παράθυρο πάνω από το σεντούκι

έριχνε μια ασημένια λωρίδα φωτός που έφτανε μέχρι το

ξερακιανό της στήθος και από το άνοιγμα του πουκαμίσου

φαινόταν το χρυσό νόμισμα περασμένο στο δερμάτινο κορδόνι που

είχε πια μαυρίσει.

Ο Τζατσίντο όμως δεν έμεινε ικανοποιημένος. Τι ήταν εκείνο το

λεπτό φύλλο χαρτιού σε σύγκριση με τους θησαυρούς των μεγάλων

της Ρώμης; Καθώς όμως η τοκογλύφος του έλεγε ότι δεν ήθελε τη

συναλλαγματική, κατάλαβε ότι εκείνη του έκανε ελεημοσύνη και

τον κυρίεψε ένα αβάσταχτο άγχος. Του φάνηκε ότι βρισκόταν

ακόμη στον προθάλαμο του σπιτιού του λιμενάρχη, ακίνητος, να

περιμένει.

«Λοιπόν, θα σας τα επιστρέψω το αργότερο αύριο», υποσχέθηκε

ενώ σηκωνόταν.

Και πήγε στου Μιλέζου να του πει ότι την επόμενη μέρα θα

έφευγε.

Κι εκεί, στο άνοιγμα της πόρτας φαινόταν η αυλή: λευκή, όπου

την έλουζε το φεγγαρόφωτο, και σκοτεινή, όπου την σκίαζε η

πέργολα. Η πεθερά του Μιλέζου, καθισμένη στην ψηλή της

καρέκλα σαν πρωτόγονη βασίλισσα, δεν έγνεθε από το φόβο της

Τζομπιάνα, φλυαρώντας με την κόρη της που είχε πυρετό και με

τις χλωμές υπηρέτριες που κάθονταν καταγής ακουμπώντας στον

τοίχο.

«Ο γαμπρός μου βγήκε πριν λίγο. Πρέπει να πήγε στον ντον

Πρέντου», είπε στον Τζατσίντο. «Οι θείες σας είναι καλά; Να

τους δώσετε πολλά χαιρετίσματα και να τις ευχαριστήσετε για

το δώρο που έστειλαν στον αδελφό μου το Ρετόρο.»

«Τα μαύρα δαμάσκηνα!», είπε μια λαίμαργη υπηρέτρια. «Η

Νατόλια, ξύλο που της χρειάζεται, τα έφαγε όλα κρυφά.»

«Εάν μου δώσετε και άλλα, ντον Τζατσί, θα κατέβω μαζί σας στο

κτήμα» είπε η Νατόλια προκλητικά.

«Και δεν έρχεσαι….», απάντησε εκείνος, η φωνή του όμως ήταν

λυπημένη και, παρ’ όλο που η ηλικιωμένη κυρά νουθετούσε:

«Καθένας με τους όμοιούς του πρέπει να κάνει συντροφιά,

Νατόλια!», όταν βγήκε στο δρόμο άκουσε τις γυναίκες να γελούν

μιλώντας γι’ αυτόν και την Γκριζέντα.

Ναι, έπρεπε να φύγει, να πάει να βρει την τύχη του.

Για να μην ξαναπεράσει μπροστά από το σπίτι της καλής του,

κατέβηκε ένα στενό, έπειτα ένα άλλο, μέχρι που έφτασε σ’ ένα

πλάτωμα όπου πρόβαλαν τα ερείπια μιας εκκλησίας.

Ο φλόμος μύριζε τριγύρω, το γαλαζωπό φεγγάρι έλαμπε πάνω στα

ερείπια του πύργου σαν φλόγα σε μαύρο κηροπήγιο και έμοιαζε

να μη θέλει να προβάλει ξανά η μέρα σ’ εκείνη τη νεκρή γωνιά

του κόσμου. Αμέσως όμως μετά το πλάτωμα άσπριζε ανάμεσα στις

ροδιές και τους φοίνικες το σπίτι του ντον Πρέντου, όμοιο με

κατοικία Βερβερίνων: με τις αψιδωτές του πόρτες, τις χτιστές

του στοές, τα παράθυρά του σε σχήμα μισοφέγγαρου.

Διασχίζοντας τη μεγάλη αυλή, όπου έλαμπαν κάτω από το φεγγάρι

φαρδιές κρεβατίνες από καλάμια πάνω στις οποίες την ημέρα

ξέραιναν τα όσπρια και τώρα ήταν σκεπασμένες από ψάθες

καμωμένες με βούρλα, ο Τζατσίντο διέκρινε την ογκώδη φιγούρα

του θείου του και την λεπτή του Μιλέζου, ακίνητες εμπρός στο

χρυσαφί φόντο μιας πόρτας με στοά μπροστά. Έπιναν, καθισμένοι

στο ήσυχο δωμάτιο του ισογείου, με τα πόδια σταυρωμένα και

τον αγκώνα στην άκρη του τραπεζιού. Και οι δυο, ο χοντρός και

ο λεπτός, έμοιαζαν ικανοποιημένοι από τη ζωή.

«Πιες, πιες!», είπαν και οι δυο προσφέροντας στον Τζατσίντο

το κρασί τους, αλλά εκείνος αποποιήθηκε και τα δυο ποτήρια.

«Άρρωστος είσαι; Γιατί δεν πίνεις;»

«Άρρωστος είμαι, ναι»

Δεν είπε όμως από τι υπέφερε, έτσι κι αλλιώς δεν θα τον

καταλάβαιναν.

«Σου τις έβρεξε η θεία σου Νοέμι;»

«Δε σε φίλησε αρκετά η Γκριζέντα; Ξύλο που της χρειάζεται!»,

είπε ο Μιλέζος, επαναλαμβάνοντας την κακογλωσσιά της

λαίμαργης υπηρέτριας.

«Ουφ!» ξεφύσησε ο Τζατσίντο ακουμπώντας τους αγκώνες στο

τραπέζι για να κρατήσει το κεφάλι με τα δυο του χέρια και

καθώς ο ώμος του έτρεμε ο ντον Πρέντου το πρόσεξε και

χλόμιασε ελαφρά. Εκείνο το τρέμουλο φαίνεται ότι τον ενόχλησε

τόσο που σηκώθηκε, ακούμπησε το χέρι του στον ώμο λέγοντας:

«Ας βγούμε, πάμε να πάρουμε λίγη δροσιά.»

Πήγαν να δροσιστούν∙ τα βήματά τους αντηχούσαν μέσα στη σιωπή

όπως εκείνα της νυχτερινής περιπόλου. Με τη βόλτα, η κάπως

πικρή ευθυμία των συντρόφων του πέρασε και στον Τζατσίντο.

«Πάμε στο θέατρο, θείε Πιέτρο; Αυτή την ώρα στις πόλεις της

Ιταλίας αρχίζει η ζωή και η διασκέδαση. Μπροστά από τα θέατρα

περνούν πολλές άμαξες, σαν μαύρο ποτάμι. Βλέπει κανείς ακόμη

και κυρίες να κάνουν βόλτα με τα σκυλάκια τους….»

Ο Μιλέζος γέλασε τόσο που τον έπιασε λόξιγκας. Ο ντον Πρέντου

ήταν πιο συγκρατημένος, αλλά το χαμόγελό του, αν το πρόσεχε

κανείς, έκοβε σαν το μαχαίρι.

«Γύρνα τότε εκεί! Και να κουβαλήσεις μαζί σου και την

Γκριζέντα σαν να ήταν σκυλάκι.»

«Ουφ! Τι ανόητοι που είστε σ’ αυτό το χωριό.»

«Όχι όμως τόσο, όσο στο δικό σου.»

Εκείνος έπαψε, αλλά ύστερα συνέχισε:

«Γιατί με λέτε ανόητο; Επειδή είμαι καλόκαρδος; Επειδή θέλω

να γλεντήσω τα νιάτα μου; Κι εσείς τι κάνετε; Ζωή είναι αυτή,

η δική σας; Τη ζωή κάνεις εσύ; Δεν αγαπάς ούτε τη γυναίκα σου

την άρρωστη. Κι εσείς, θείε Πιέτρο; Τι ζωή είναι η δική σας;

Μαζεύετε χρήματα, όπως τα κουκιά πάνω στην ψάθα, για να τα

δώσετε έπειτα στα γουρούνια. Δεν αγαπάτε κανένα, ούτε τον

ίδιο σας τον εαυτό.»

Οι δυο φίλοι σκουντούσαν ο ένας τον άλλο χαμογελώντας.

«Είσαι πραγματικά άρρωστος απόψε∙ άδειο το πουγγί, βλέπεις.»

«Το δικό μου το πουγγί είναι πιο γεμάτο από το δικό σας! Πάμε

στο καπηλειό και θα δείτε», είπε κοκκινίζοντας μες στο

σκοτάδι.

«Δεν θέλησες να πιείς μαζί μας! Και πεθαμένο να σε δω, δε

δέχομαι το κρασί σου!»

Κατέληξαν, ωστόσο, στο καπηλειό που ήταν σχεδόν έρημο. Δυο

άντρες μόνο έπαιζαν σιωπηλοί και ένας τρίτος κοίταζε τη μια

τα χαρτιά του ενός, την άλλη του άλλου, όμως με ένα νεύμα τού

ντον Πρέντου πλησίασε τους νεοφερμένους και κάθισαν και οι

τέσσερεις γύρω από ένα άλλο τραπέζι.

Ο κάπελας, ένας μικρόσωμος χωριάτης που έμοιαζε με Εβραίο της

Βίβλου, με τη μαρσίνα του ξεκούμπωτη πάνω από τις βράκες,

έφερε κρασί μέσα σ’ ένα μπουΚαλί ανατολίτικο και ακούμπησε

ένα μαύρο σιδερένιο λυχνάρι στο μέσο του τραπεζιού. Ο Μιλέζος

με το κεφάλι γερμένο δεξιά ανακάτεψε σκεφτικός τα χαρτιά

κοιτάζοντας πότε τον ένα πότε τον άλλο από τους συντρόφους

του.

«Στα πόσα η μίζα;»

«Πενήντα λιρέτες», απάντησε ο Τζατσίντο.

Έβγαλε το χαρτονόμισμα της τοκογλύφου.

Έχασε.

Πάνω στο μαύρο λυχνάρι η μικρή γαλαζωπή φλόγα, ακίνητη

έμοιαζε με το φεγγάρι πάνω από τα ερείπια του πύργου.

Κεφάλαιο ένατο

Ένα βράδυ, τον Ιούλιο, η Νοέμι καθόταν στο συνηθισμένο μέρος

στην αυλή και έραβε. Η μέρα ήταν πολύ ζεστή και ο ουρανός, με

ένα γκριζωπό γαλάζιο, έμοιαζε να είναι ακόμη σκεπασμένος από

τη στάχτη μιας πυρκαγιάς της οποίας οι τελευταίες φλόγες

έσβηναν στη δύση. Οι φραγκοσυκιές, ανθισμένες τώρα, έδιναν

μια χρυσή νότα στο γκρίζο των περιβολιών και εκεί κάτω, πίσω

από τον πύργο της ερειπωμένης εκκλησίας, οι ροδιές του ντον

Πρέντου έμοιαζαν λεκιασμένες με αίμα.

Η Νοέμι ένοιωθε μέσα της όλο εκείνο το γκρίζο και το κόκκινο.

Η ανοιξιάτικη αναστάτωσή της κάθε χρόνο δεν έπαυε με τον

ερχομό του καλοκαιριού, αντίθετα κάθε μέρα και περισσότερο

μια έντονη ανάγκη μοναξιάς την έσπρωχνε να κρύβεται για να

παραδίνεται καλύτερα στο βάσανό της, όπως ένας άρρωστος που

δεν ελπίζει πια να θεραπευθεί.

Εκείνη την ημέρα ήταν μόνη. Η ντόνα Έστερ και η ντόνα Ρούθ

είχαν αποδεχθεί την πρόσκληση του Ρέτορα να πάρουν μέρος στην

επιτροπή μιας γιορτής και ο Τζατσίντο είχε πάει στην Ολιένα

για ν’ αγοράσει κρασί για λογαριασμό του Μιλέζου. Μάλιστα,

εκεί κατέληξε: να κάνει τον υπηρέτη ενός που ήταν πλανόδιος

έμπορος. Η Νοέμι τον περιφρονούσε, δεν του απηύθυνε το λόγο,

όταν όμως ήταν μόνη τον ξανάβλεπε, σκυμμένο επάνω της, να της

βρέχει το πρόσωπο με το ξύδι και τα δάκρυά του, και ξανάκουγε

την τρεμάμενη φωνή του και τα λόγια του.

«Θεία Νοέμι, θεία μου, θεία μου! Γιατί, γιατί έγινε αυτό;»,

και τα μάτια του, θλιμμένα και φλογερά όπως εκείνος ο

καλοκαιρινός ουρανός, δεν έφευγαν από το μυαλό της.

Νόμιζε πως ένοιωθε επάνω στα χείλη της τη γεύση από τα δάκριά

του – και ήταν η γεύση όλης της θλίψης, όλης της ανθρώπινης

αδυναμίας. Τέτοιες στιγμές η συνηθισμένη εικόνα του με τις

διάφορες καθημερινές της όψεις, εικόνα ενός νέου

βαριεστημένου, απροσάρμοστου, αποθαρρυμένου με τον οποίο δεν

μπορούσε να τα βάλει κανείς επειδή έδινε την εντύπωση ενός

βράχου που έπεσε από το βουνό για να καταστρέψει το σπίτι

τους, εξαφανιζόταν για να πάρει τη θέση της η εικόνα ενός

νέου καλού, μετανιωμένου, παθιασμένου.

Αυτήν την εικόνα, μάλιστα, η Νοέμι την αγαπούσε και μερικές

φορές την αισθανόταν τόσο ζωντανή και αληθινή πλάι της που

κοκκίνιζε και έκλαιγε λες και δέχτηκε την επίθεση ενός εραστή

που είχε τρυπώσει κρυφά μες στην αυλή της.

Τότε η ψυχή της έπαλλε ολόκληρη από πάθος∙ ένας στρόβιλος

επιθυμίας την κυρίευε διώχνοντας όλες τις θλιβερές της

σκέψεις, όπως ο άνεμος περνά και γυμνώνει το δέντρο από όλα

τα νεκρά φύλλα του.

Της φαινόταν σαν να λιγοθυμούσε, όπως εκείνη την ημέρα, και

πως τα δάκρυά της ήταν εκείνα του Τζατσίντο και τα ρουφούσε,

σαν το χυμό ενός ξινού φρούτου, με τα τρεμάμενα χείλη της,

διψασμένα από όλα εκείνα τα φιλιά που δεν έδωσαν ούτε πήραν.

Τα νιάτα, το πάθος, ο πόνος του Τζατσίντο μεταγγίζονταν σ’

εκείνη. Ξεχνούσε την ηλικία της, τη μορφή της, την ουσία της∙

της φαινόταν πως ήταν ξαπλωμένη κάτω από καθάρια νερά σ’ ένα

πυκνό δάσος και πως έβλεπε μια φιγούρα να σκύβει για να πιει,

να πιεί πάνω από το στόμα της: ήταν ο Τζατσίντο, αλλά ήταν κι

εκείνη, η Νοέμι ζωντανή, διψασμένη για αγάπη: ήταν ένα

μυστηριώδες πνεύμα που ρουφούσε όλο το νερό της πηγής, όλη τη

ζωή από το στόμα της, τόσο άσβεστη ήταν η δίψα του∙ και

ύστερα ξάπλωνε στην κοιλότητα της κρήνης, μες στο πυκνό

δάσος, και σχημάτιζε μαζί της ένα ενιαίο ον.

Ένα χτύπημα στην εξώπορτα την επανέφερε στην πραγματικότητα.

Πήγε να ανοίξει πιστεύοντας ότι ήταν οι αδελφές της ή ο ίδιος

ο Τζατσίντο, που η παρουσία του δεν τη φόβιζε γιατί ήταν

αρκετή για να διώξει τη μαγεία, αντίκρισε όμως τη θεια-Ποτόι

και ξαναέκλεισε ενστικτωδώς την εξώπορτα για να την

απομακρύνει. Η γριά έσπρωχνε κι εκείνη από έξω.

«Θέλετε να με λιώσετε σαν αράχνη, ντόνα Νοέ! Δεν έρχομαι για

να σας κάνω κακό.»

Η Νοέμι αποτραβήχτηκε ψυχρή και με περιφρόνηση, κοιτάζοντας

το πανί που κρατούσε στα χέρια της.

«Τι θέλετε;»

«Θέλω να μιλήσω με την αφεντιά σας, αλλά ήρεμα, όπως μια

χριστιανή σε άλλη», είπε η γριά ταχτοποιώντας τα κοράλλια

στον ηλιοκαμένο της λαιμό και έτρεμε, λιπόσαρκη και θλιμμένη

σαν σκελετός.

«Ντόνα Νοέμι, κοιτάξτε με! Μη χαμηλώνετε τα μάτια. Ήρθα να

ζητήσω βοήθεια από σας.»

«Από μένα;»

«Ναι, από σας, από την αφεντιά σας. Τρεις μήνες τώρα οι

αφεντιές σας δεν μ’ αφήνουν να πατήσω το πόδι μου εδώ. Έχετε

δίκιο. Σήμερα το βράδυ, όμως, ονειρεύτηκα την ντόνα Μαρία

Κριστίνα. Την είδα πλάι στο κρεβάτι μου, όπως τότε που είχε

έρθει όταν ήμουν άρρωστη και έλαβα το άγιο μύρο. Ήταν όμορφη

η ντόνα Μαρία Κριστίνα, φορούσε μια μαντίλα άσπρη σαν το

κρίνο. Πήγαινε στη Νοέμι – μου είπε – η Νοέμι έχει την καρδιά

τη δική μου, επειδή η καρδιά των νεκρών μένει στους

ζωντανούς. Πήγαινε, Ποτόι, - μου είπε – θα δεις που η Νοέμι

θα σε βοηθήσει. Αυτά τα λόγια μου είπε.»

Ακίνητη πλάι στην εξώπορτα, η Νοέμι προσπαθούσε πάντα να

ράψει, με το κεφάλι σκυμμένο πάνω από το πανί που

αντανακλούσε το κόκκινο του ουρανού πάνω από το βουνό.

«Τι θέλετε, λοιπόν;»

«Θα σας πω. Εσείς τα ξέρετε όλα. Τα παιδιά αγαπιούνται. Εγώ

λέω: εάν αγαπιούνται, γιατί να τα εμποδίσουμε; Μήπως δεν

αγαπήσαμε κι εμείς όταν ήμασταν νέες; Ο καιρός όμως περνά,

κυρά μου, και το παλικάρι παραξενεύει. Η Γκριζέντα μου έχει

ρέψει. Εκείνος δεν την θέλει να βγαίνει από το σπίτι, να πάει

να δουλέψει, και αν την δει να κάθεται στο κατώφλι της λέει

να μπει μέσα, και όταν η Γκριζέντα παραπονιέται της λέει:

«Για χάρη σου θα κάνω να πεθάνουν οι θείες μου από λύπη και

κυρίως η θεία Νοέμι». Δεν λέει τίποτε άλλο επειδή είναι καλός

και έχει καλή ανατροφή, αλλά τα λόγια αυτά είναι σαν το

φαρμάκι που τρώει τα σωθικά αθόρυβα.»

Αναστέναξε βαθιά και πήρε την άκρη της ποδιάς της Νοέμι

τυλίγοντας το στρίφωμα με τα σκουρόχρωμα δάχτυλά της.

«Ντόνα Νοέμι, κυρά μου, έχετε την καρδιά της μητέρας σας. Σ’

εσάς μπορώ να το πω. Όταν ο πατέρας μου με προειδοποίησε: εάν

ξανασηκώσεις τα μάτια σου στον ντον Τζάμε θα σου τα βγάλω με

τη βουκέντρα, εγώ τα έκλεισα και ο ντον Τζάμε από εκείνη τη

στιγμή και έπειτα ήταν νεκρός για μένα. Με την Γκριζέντα όμως

δεν είναι το ίδιο. Η Γκριζέντα δεν μπορεί να κλείσει τα

μάτια.»

Καλαμιές στον άνεμο · 第 7 / 16 段