Σιωπή. Το πρόσωπο των δυο αντρών το σκέπασε η σκιά και

χαμήλωσαν και οι δυο τα μάτια. Ο ώμος του Τζατσίντο έτρεμε με

σπασμούς, εκείνος όμως τον ανασήκωσε και τον τίναξε, σαν να

ήθελε να απελευθερωθεί από το τρέμουλο και ξανάρχισε με πιο

σκληρή φωνή:

«Ναι, εγώ ήμουν εκείνος, το κατάλαβες. Πήγα στο σπίτι του

λιμενάρχη. Δεν ήταν εκεί, αλλά η υπηρέτρια, ένα χλωμό κορίτσι

που μιλούσε χαμηλόφωνα, μ’ έβαλε νε περιμένω στον προθάλαμο.

Το δωμάτιο ήταν σχεδόν σκοτεινό, αλλά θυμάμαι ότι, μόλις

κάποια πόρτα άνοιγε, το κόκκινο πάτωμα γυάλιζε σαν να το

είχαν πλύνει με αίμα. Περίμενα ώρα πολλή. Επιτέλους ο

λιμενάρχης επέστρεψε. Ήταν με τη σύζυγό του, σωματώδη όπως

εκείνος, καλόκαρδη όπως εκείνος. Έμοιαζαν με δυο τεράστια

μωρά∙ γελούσαν δυνατά. Η κυρία άνοιξε τις πόρτες για να με

δει καλύτερα. Εγώ έβηχα και χασμουριόμουν. Κατάλαβαν ότι

πεινούσα και με κάλεσαν να περάσω στην τραπεζαρία. Εγώ,

θυμάμαι, σηκώθηκα, αλλά ξαναέπεσα στο κάθισμα χτυπώντας το

κεφάλι στη ράχη της πολυθρόνας. Δεν θυμάμαι τίποτα άλλο. Όταν

συνήλθα ήμουν στο κρεβάτι, στο σπίτι τους. Η υπηρέτρια μου

έφερνε μια κούπα με ζωμό πάνω σε έναν ασημένιο δίσκο και μου

μιλούσε με μεγάλο σεβασμό. Έμεινα εκεί περισσότερο από ένα

μήνα, Έφις, καταλαβαίνεις: σαράντα μέρες. Με γιάτρεψαν,

προσπάθησαν να με ξαναβάλουν στη δουλεία, αλλά ήταν δύσκολο

επειδή όλοι ήξεραν πια την ιστορία μου. Έπειτα κι εγώ ήθελα

να φύγω μακριά, πέρα από τη θάλασσα. Το τι τράβηξα όλον

εκείνο τον καιρό κανείς δεν μπορεί να το ξέρει. Πάντα βλέπω

στον ύπνο μου το λιμενάρχη, τη γυναίκα του, την υπηρέτρια,

τους βλέπω και ξύπνιος, ακόμη και τώρα, εκεί, μπροστά μου.

Ήταν καλοί άνθρωποι, αλλά εγώ ήθελα να βυθιστώ για να μην

τους ξαναντικρίσω. Και το χειρότερο ήταν πως δεν μπορούσα να

φύγω από το σπίτι τους. Έμενα εκεί, αποβλακωμένος, καθισμένος

ακίνητος να ακούω την κυρία να μιλάει, να μιλάει, να μιλάει ή

παρέα με την υπηρέτρια που σιωπούσε. Καθόμουν στο τραπέζι

μαζί τους, τους άκουγα να αστειεύονται, να κάνουν σχέδια για

μένα, σαν να ήμουν γιός τους, και όλη αυτή η κατάσταση που

προξενούσε λύπη, με ταπείνωνε, και όμως δεν μπορούσα να φύγω.

Επιτέλους μια μέρα η κυρία, όταν είδε ότι είχα γίνει τελείως

καλά, με ρώτησε ποιες ήταν οι προθέσεις μου. Της είπα ότι

ήθελα να έρθω εδώ, στις θείες μου τις οποίες είχα παρουσιάσει

σαν ευκατάστατες. Τότε μου αγόρασαν το εισιτήριο για το

ταξίδι και μου χάρισαν και ένα ποδήλατο. Κατάλαβα ότι ήταν

καιρός να φύγω και αναχώρησα. Έτσι ήρθα εδώ. Πόσο ένοιωσα

ελεύθερος στην αρχή! Τώρα όμως, στο σπίτι με τις θείες, είμαι

όπως εκεί…. και δεν ξέρω….»

Μια φωνή που είχε κάτι το κοροϊδευτικό διέσχισε τη σιωπή της

πλαγιάς, πάνω από τους δυο άντρες, και ο Τζατσίντο πετάχτηκε

επάνω έκπληκτος νομίζοντας ότι κάποιος είχε ακούσει την

ιστορία του και τον περιγελούσε. Είδε όμως μια μικρή φιγούρα,

γκρίζα και μακρουλή, ακολουθούμενη από μια άλλη σκουρότερη

και κοντύτερη να πηδούν, σαν να πετούσαν, από τον ένα θάμνο

στον άλλο γύρω από την καλύβα και να εξαφανίζονται χωρίς να

τους δίνουν το χρόνο ν’ αρπάξουν καμιά πέτρα για να τις

χτυπήσουν.

Σηκώθηκε και ο Έφις.

«Είναι οι αλεπούδες», είπε χαμηλόφωνα. «Άστες να φύγουν.

Κάνουν έρωτα. Μερικές φορές μοιάζουν με στοιχειά» ξαναείπε,

ενώ ο Τζατσίντο ξάπλωνε πάλι καταγής σιωπηλός. «Είδες τι

μακρουλές που ήταν; Τρώνε τα άγουρα σταφύλια σαν διαβόλοι….»

Ο Τζατσίντο όμως δεν μιλούσε πια. Και ο Έφις δεν ήξερε τι να

πει: να τον παρακαλέσει να συνεχίσει την εξιστόρηση, να τον

παρηγορήσει, να κάνει καλά ή κακά σχόλια σ’ αυτά που είπε; Να

λοιπόν γιατί ήταν λυπημένος όλη την ημέρα, να πώς έχουν τα

πράγματα της ζωής! Τι να πει όμως; Κατά βάθος ήταν

ικανοποιημένος που το πέρασμα των αλεπούδων έκανε τον

Τζατσίντο να σωπάσει, ωστόσο κάτι έπρεπε να πει.

«Λοιπόν…. εκείνος ο λιμενάρχης; Είναι φανερό πως ήταν

φρόνιμος άνθρωπος. Καταλάβαινε πως τα νιάτα… τα νιάτα…..

κάνουν λάθη…. Όταν μάλιστα είναι κανείς και ορφανός! Εμπρός,

σήκω! Θέλεις να φας;»

Μπήκε στο καλύβι και βγήκε ξεφλουδίζοντας ένα κρεμμύδι. Ο

Τζατσίντο έμενε ακίνητος, καταβεβλημένος, ίσως μετανοιωμένος

για την εξομολόγησή του, κι εκείνος δεν τόλμησε πλέον να

ξαναμιλήσει.

Η μυρωδιά του κρεμμυδιού ανακατευόταν με το άρωμα των φυτών

τριγύρω, με του αμπελιού και του σμίλακα. Οι αλεπούδες

ξαναπέρασαν. Ο Έφις δείπνησε, αλλά το ψωμί του φάνηκε πικρό.

Και δυο – τρεις φορές προσπάθησε να πει κάτι, αλλά δεν

μπορούσε, δεν μπορούσε∙ του φαινόταν ένα όνειρο. Τελικά

κούνησε τον Τζατσίντο, προσπάθησε να τον ανασηκώσει, του είπε

γλυκά:

«Άντε, έλα μέσα! Η μαλάρια παραφυλάει….»

Το σώμα όμως του νεαρού έμοιαζε να είναι από σίδερο,

ξαπλωμένο βαρύ, κολλημένο επάνω στη γη από όπου φαινόταν ότι

δεν ήθελε πια να ξεκολλήσει.

Ο Έφις ξαναμπήκε στην καλύβα, αλλά άργησε να κλείσει τα

μάτια, και στον ύπνο ακόμη τον βασάνιζε η ιδέα ότι έπρεπε να

σχολιάσει την ιστορία του Τζατσίντο, αλλά δεν ήξερε πώς: καλά

ή άσχημα.

«Πρέπει να του πω: θάρρος, λοιπόν, θα γυρίσεις στο σωστό

δρόμο! Στο κάτω κάτω παιδί ήσουν ακόμη, ένα ορφανό….»

Ονειρεύτηκε όμως τη Νοέμι που τον κοίταζε με κακία και του

έλεγε ψιθυριστά, μέσα από τα δόντια:

«Τον βλέπεις; Τον βλέπεις τι άνθρωπος είναι;»

Ξύπνησε με ένα βάρος στην καρδιά. Αν και ήταν ακόμη νύχτα

σηκώθηκε, αλλά ο Τζατσίντο είχε κιόλας φύγει.

Δεν ξαναφάνηκε για πολλές μέρες και ο Έφις άρχισε ν’ ανησυχεί

και για τον λόγο ότι τα λαχανικά και τα φρούτα στοιβάζονταν

στη σκιά της καλύβας και δεν ερχόταν κανείς να τα πάρει.

Κάθε απόβραδο ο ντον Πρέντου, που κατείχε μεγάλες εκτάσεις

γης προς τη θάλασσα, περνούσε επιστρέφοντας στο χωριό και

όταν έβλεπε τον υπηρέτη, άπλωνε το δείκτη του χεριού του προς

τη γη των εξαδέλφων του κι έπειτα τον έφερνε στο στήθος του

σαν να ήθελε να πει ότι περίμενε την απαλλοτρίωση και την

κατοχή από αυτόν του μικρού κτήματος, αλλά ο Έφις,

συνηθισμένος σ’ εκείνη τη μιμητική, τον χαιρετούσε και με τη

σειρά του έκανε νόημα με το χέρι και με το κεφάλι πώς «όχι,

όχι».

Μετά την εξομολόγηση του Τζατσίντο ανησυχούσε όταν έβλεπε τον

ντον Πρέντου∙ του φαινόταν πιο ειρωνικός από το συνηθισμένο.

Ένα απόβραδο τον περίμενε πλάι στην αιμασιά, και του είπε:

«Ντον Πρέντου, πείτε μου, είδατε το μικρό μου αφεντικό; Ένα

βράδυ ήρθε εδώ και είχε πυρετό και τώρα ανησυχώ για κείνον».

Ο ντον Πρέντου γέλασε πάνω από το άλογό του, με εκείνο το

βεβιασμένο γέλιο του με το στόμα κλειστό και τα μάγουλα

φουσκωμένα.

«Χθες βράδυ τον είδα να παίζει στου Μιλέζου∙ έχανε μάλιστα!»

«Έχανε!», επανέλαβε ο Έφις χαμένος.

«Όπως το λες! Θέλεις πάντα να κερδίζει;»

«Εμένα μου είπε πως δεν έπαιζε ποτέ….»

«Και τον πιστεύεις; Ακόμη και να τον πυροβολήσεις δεν λέει

την αλήθεια. Δεν είναι όμως κακός: λέει ψέματα, έτσι, επειδή

του φαίνονται αλήθειες, όπως κάνουν τα μικρά παιδιά.»

«Πράγματι, σαν μικρό παιδί….»

«Ένα μικρό παιδί με όλα του τα δόντια όμως! Και πώς μασάει!

Θα σας φάει και το κτηματάκι. Έφις, θυμήσου: εδώ είμαι εγώ!

Διαφορετικά, θα τις φας….»

Ο Έφις τον κοίταζε από κάτω, φοβισμένος κι εκείνος ο ογκώδης

καβαλάρης του φαινόταν, μέσα στο πορφυρό δειλινό, σαν ένα

πουλί της συμφοράς, ένα από τα τόσα νυχτερινά τέρατα που τον

φόβιζαν.

«Χριστέ μου, σώσε μας. Παναγιά μου του Ριμέντιο, φύλαξέ μας…»

Ο ντον Πρέντου είχε κιόλας απομακρυνθεί όταν ο Έφις τον

πρόφτασε στη μεγάλη στράτα προσφέροντάς του με τα δυο του

χέρια ένα καλάθι γεμάτο φρούτα και λαχανικά.

«Ντον Πρέντου, στείλτε αυτό με την υπηρέτριά σας στις κυράδες

μου. Εγώ δεν μπορώ να εγκαταλείψω το κτηματάκι…. και ο ντον

Τζατσίντο δεν έρχεται…»

Στην αρχή εκείνος τον κοίταξε έκπληκτος, έπειτα ένα

καλοσυνάτο χαμόγελο χάραξε στα σαρκώδη του χείλη. Ανασήκωσε

το ένα του πόδι και είπε:

«Κοίτα εκεί, έχει τόπο.»

Ο Έφις έβαλε το καλάθι μέσα στο δισάκι και ενώ ο ντον Πρέντου

απομακρυνόταν χωρίς να πει τίποτε άλλο, επέστρεψε επάνω, στην

καλύβα του. Φοβόταν μήπως οι κυράδες του τού βάλουν τις

φωνές. ΄Ηξερε ότι αυτό που έκανε ήταν σοβαρό, ίσως λάθος,

αλλά δεν μετάνιωνε. Ένα μυστηριώδες χέρι λες και τον έσπρωξε

κι εκείνος ήξερε πως όλα όσα γίνονταν έτσι, κάτω από μια

υπερφυσική δύναμη, ήταν πράξεις καλές.

Περίμενε τον Τζατσίντο μέχρι αργά. Τ’ ολόγιομο φεγγάρι

φώτιζε την κοιλάδα και η νύχτα ήταν τόσο φωτεινή που ξεχώριζε

η σκιά κάθε βλαστού. Ακόμη και τα φαντάσματα εκείνη τη νύχτα

δεν τολμούσαν να βγούνε, τόσο φως υπήρχε τριγύρω. Και το νερό

μουρμούριζε μοναχικό, χωρίς να το συντροφεύουν τα χτυπήματα

από το πλύσιμο των ρούχων των πάνας. Και τα φαντάσματα ήταν

γαλήνια εκείνη τη νύχτα. Ο υπηρέτης μόνο δεν μπορούσε να

κοιμηθεί. Σκεφτόταν την ιστορία του Τζατσίντο και του

λιμενάρχη και δοκίμαζε μιαν ατέλειωτη γλύκα, μιαν ατέλειωτη

θλίψη.

Όλοι σ’ αυτόν τον κόσμο σφάλλουμε, άλλος πιο πολύ, άλλος πιο

λίγο, σήμερα ή αργά ή γρήγορα: τι πάει να πει αυτό; Μήπως ο

λιμενάρχης δεν είχε συγχωρήσει; Γιατί δε θα έπρεπε να

συγχωρήσουν και οι άλλοι; Α, εάν όλοι συγχωρούσαμε ο ένας τον

άλλο! Ειρήνη θα βασίλευε στον κόσμο: όλα θα ήταν καθαρά και

ήρεμα, όπως εκείνη τη φεγγαρόφωτη νύχτα.

Σηκώθηκε και πήγε να κάνει μια βόλτα στο κτηματάκι. Ναι, στο

φωτεινό μονοπάτι διαγραφόταν ακόμη και η σκιά των λουλουδιών.

Τα φύλλα από τις φραγκοσυκιές είχαν τ’ αγκάθια τους στη σκιά,

και όπου το νερό ήταν στάσιμο, κάτω στο ποτάμι,

αντικαθρεφτίζονταν τ’ αστέρια.

Να όμως μια σκιά που κινείται πίσω από την αιμασιά, ανάμεσα

στα σκλήθρα. Είναι ένα ασουλούπωτο ζώο, μαύρο, με ασημένια

πόδια: τρίζει επάνω στην άμμο, σταματά.

Ο Έφις έτρεξε κάτω∙ νόμιζε ότι πετούσε.

«Είσαι εσύ! Είσαι εσύ; Με τρόμαξες.»

Ο Τζατσίντο έφερε στο πλάι του το ποδήλατο και τον ακολούθησε

σιωπηλός. Για άλλη μια φορά όμως, μόλις φτάσανε μπροστά στην

καλύβα, έπεσε καταγής αναστενάζοντας.

«Έφις, Έφις, δεν αντέχω άλλο…. Τι έκανες! Τι έκανες!»

«Τι έκανα;»

«Ούτε εγώ ξέρω καλά καλά. Ήρθε η υπηρέτρια του θείου Πιέτρο

και έφερε ένα καλάθι. Είπε ότι το έδωσες εσύ στο αφεντικό

της. Στο σπίτι ήταν η θεία Ρουθ και η θεία Νοέμι, ενώ η θεία

Έστερ είχε πάει στις παρακλήσεις. Πήραν το καλάθι,

ευχαρίστησαν την υπηρέτρια και της έδωσαν και φιλοδώρημα.

Μετά όμως η θεία Νοέμι λιποθύμησε. Η θεία Ρουθ όμως την

πέρασε για νεκρή και έβαλε φωνή. Τρέξανε να φωνάξουν την θεία

Έστερ που ήρθε τρομαγμένη και για πρώτη φορά κι εκείνη με

κοίταξε άγρια και μου είπε ότι ήρθα για να τις ξεκάνω. Θεέ

μου, Θεέ μου! Εγώ έβρεχα το πρόσωπο της θείας Νοέμι με ξύδι

και έκλαιγα, σου το ορκίζομαι στη μάνα μου, έκλαιγα χωρίς να

ξέρω το γιατί. Τελικά η θεία Νοέμι συνήλθε και με απομάκρυνε

με το χέρι της, ενώ έλεγε: καλύτερα να είχα πεθάνει πριν

έρθει αυτή η μέρα. Εγώ τη ρωτούσα: γιατί; γιατί; θεία Νοέμι,

γιατί; Κι εκείνη με το ένα χέρι με απομάκρυνε και με το άλλο

έκρυβε τα μάτια. Τι βάσανο! Γιατί ήρθα, Έφις; Γιατί;»

Ο υπηρέτης δεν ήξερε τι να πει. Τώρα έβλεπε, ναι, το λάθος

που έκανε δίνοντας το καλάθι στον ντον Πρέντου και σκεφτόταν

πώς να επανορθώσει, αλλά δεν έβρισκε τον τρόπο, δεν ήξερε

γιατί και για άλλη μια φορά αισθανόταν όλο το βάρος των

συμφορών των αφεντικών του να πέφτει επάνω του.

«Ησύχασε», είπε τελικά. «Θα πάω εγώ αύριο στο χωριό και θα τα

ταχτοποιήσω όλα.»

Τότε ο Τζατσίντο ξαναπήρε κουράγιο.

«Πρέπει να πεις στις θείες ότι δεν ήμουν εγώ εκείνος που σε

συμβούλεψε να αναθέσεις στο θείο Πιέτρο να παραδώσει το

καλάθι με τις προμήθειες. Εκείνες αυτό πιστεύουν. Πιστεύουν,

και κυρίως η θεία Νοέμι, ότι εγώ γυρεύω τη φιλία του θείου

Πιέτρο για να τις πάω κόντρα. Εγώ είμαι φίλος με όλους, γιατί

να μην είμαι και με το θείο Πιέτρο; Οι θείες όμως ξέρουν ότι

εκείνος θέλει ν’ αγοράσει το κτηματάκι. Τι φταίω εγώ; Μήπως

εγώ θέλω να το πουλήσω;»

«Κανείς δεν θέλει να το πουλήσει. Γιατί να μιλάμε γι’ αυτά τα

πράγματα; Εσύ όμως, ψυχή μου, εσύ…. εσύ προχθές το βράδυ

έλεγες το ένα, έλεγες το άλλο: έταζες τον ουρανό με τ’ άστρα,

για να κάνεις ευτυχισμένες τις θείες σου. Χθες βράδυ όμως

πήγες να παίξεις….»

«Με το πολύ παιχνίδι κερδίζει κανείς. Θέλω να κερδίσω για

εκείνες, ακριβώς. Όχι, δεν θέλω πια να τους γίνομαι βάρος.

Θέλω να πεθάνω… Βλέπεις,» πρόσθεσε χαμηλόφωνα «τώρα, μετά τη

σημερινή σκηνή, μου φαίνεται πως είμαι ακόμη στο σπίτι του

λιμενάρχη…. Ο Θεός να με βοηθήσει, Έφις!»

Ο Έφις άκουγε με τρόμο: ένοιωθε να βρίσκεται πάλι μπροστά στο

τραγικό πεπρωμένο της οικογένειας με την οποία βρισκόταν

δεμένος όπως είναι κολλημένο το βρύο στην πέτρα, και δεν

ήξερε τι να πει, δεν ήξερε τι να κάνει.

«Ωχ», αναστέναξε βαθειά ο Τζατσίντο. «Σίγουρα όμως θα φύγω

από δω. Δε θα περιμένω να με διώξουν! Δεν έχουν έλεος οι

θείες μου, και κυρίως η θεία Νοέμι. Δε με νοιάζει όμως. Αυτή

δε συγχώρεσε τη μητέρα μου, πώς μπορεί να συγχωρέσει εμένα;

Εγώ όμως, εγώ όμως….»

Χαμήλωσε το κεφάλι και έβγαλε από την τσέπη ένα γράμμα.

«Βλέπεις, Έφις; Τα ξέρω όλα. Εάν η θεία Νοέμι δεν συγχώρεσε

τη μητέρα μου ύστερα απ’ αυτό το γράμμα, πώς μπορεί να έχει

καλή ψυχή; Ξέρεις τι γράφει αυτό το γράμμα, εσύ το έφερες στη

θεία Νοέμι. Κι εγώ της το πήρα: ήταν πάνω στο κρεβάτι την

μέρα που έφτασα. Διάβασα μερικές αράδες, μετά το πήρα από το

ντουλάπι, σήμερα…. Είναι δικό μου, είναι της μητέρας μου,

είναι δικό μου… Δεν αξίζει σ’ αυτό το γράμμα να βρίσκεται

εκεί…»

«Τζατσίντο! Δώστο μου!» είπε ο Έφις απλώνοντας τα χέρια. «Δεν

είναι δικό σου! Δώστο μου: θα το επιστρέψω εγώ στις κυράδες

μου.»

Ο Τζατσίντο όμως έσφιγγε το γράμμα μέσα στα χέρια του και

κουνούσε το κεφάλι. Ο Έφις προσπάθησε να του το πάρει.

Παρακαλούσε, λες και ζητιάνευε.

«Τζατσίντο, δώστο μου. Θα το επιστρέψω εγώ, θα το ξαναβάλω

στο ντουλάπι. Εγώ θα μιλήσω μαζί τους, θα τις ηρεμήσω. Εσύ

περίμενέ με εδώ, αλλά δώσε μου το γράμμα.»

Ο Τζατσίντο τον κοίταξε. Ο ώμος του έτρεμε, αλλά τα μάτια του

ήταν ψυχρά, σχεδόν άσπλαχνα. Τότε ο Έφις πετάχτηκε επάνω, τον

έπιασε από τους ώμους και του ψιθύρισε στο αυτί:

«Κλέφτη!»

Ο Τζατσίντο είχε την αίσθηση ότι τον άρπαξε ένα όρνιο∙ άνοιξε

τα χέρια και το γράμμα έπεσε καταγής.

Κεφάλαιο έβδομο

Με το ξημέρωμα ο Έφις ξεκίνησε για το χωριό.

Τα αηδόνια τραγουδούσαν και όλη η κοιλάδα είχε πάρει ένα

χρυσαφί χρώμα – ένα γαλάζιο χρυσαφί από την αντανάκλαση του

φωτεινού ουρανού. Κάποια φιγούρα ψαρά διαγραφόταν ακίνητη σαν

να ήταν διπλή ζωγραφιά: μια επάνω στο πράσινο της όχθης και

μια άλλη επάνω στο πράσινο του νερού που λίμναζε ανάμεσα στις

άσπρες κροκάλες.

Αν και ήταν νωρίς όταν έφτασε στο χωριό, ο Έφις είδε την

τοκογλύφο να γνέθει στην αυλή της, ανάμεσα στα παχιά

γουρουνάκια και στα ερωτευμένα περιστέρια και τη χαιρέτησε

κάνοντας της νόημα ότι θα περνούσε αργότερα. Εκείνη απάντησε

κουνώντας το αδράχτι: μπορούσε να περιμένει, δεν βιαζόταν.

Πιο πάνω, να η θεια-Ποτόι, με μια γαβάθα γάλα για τα παιδιά.

Ο Έφις προσπάθησε να την προσπεράσει, αλλά η γριά άρχισε να

μιλάει δυνατά και αναγκάστηκε να σταματήσει για να την

ακούσει.

«Λοιπόν, τι σου έκανα; Επειδή τα παιδιά αγαπιούνται, εμείς

οι γέροι πρέπει να μισούμε ο ένας τον άλλο;»

«Βιάζομαι, κυρά Ποτόι.»

«Το ξέρω, έχετε φασαρίες στο σπίτι. Δεν φταίω όμως εγώ. Εγώ

είμαι η χαμένη σ’ αυτή την περίπτωση. Το μικρό σου αφεντικό

θέλει να μένει η Γκριζέντα στο σπίτι, να μην περπατάει πια

ξυπόλητη, να μην πάει πια στο ποτάμι να πλένει. Εγώ πρέπει να

κάνω την υπηρέτρια, αλλά το κάνω με ευχαρίστηση επειδή είναι

για την ευτυχία των παιδιών….»

«Κύριε ελέησον!» αναστέναξε ο Έφις. «Αφήστε με κυρά Ποτόι.

Προσευχηθείτε στο Χριστό, προσευχηθείτε στην Παναγιά μας του

Ριμέντιο…»

«Μέσα μας βρίσκεται η γιατρειά» αποφάνθηκε η γριά. «Καρδιά

πρέπει να έχουμε, τίποτ’ άλλο….»

«Καρδιά πρέπει να έχουμε», μονολογούσε ο Έφις μπαίνοντας στο

σπίτι των κυράδων του.

Στην αυλή ησυχία παντού και ήλιος. Άνθιζαν τα γιασεμιά πάνω

από το πηγάδι και τα κόκαλα των πεθαμένων ανάμεσα στη χρυσή

χλόη του παλιού νεκροταφείου. Το Βουνό περικύκλωνε με τη

λευκοπράσινη κορυφή του το σπίτι. Ένα σκαλιστό κολονάκι είχε

πέσει από το μπαλκόνι και βρισκόταν ανάμεσα στα χαλίκια σαν

το απομεινάρι ενός βλήματος. Παντού ησυχία.

Ο Έφις μπήκε και είδε ότι το καλάθι που είχε στείλει με τον

ντον Πρέντου ήταν σχεδόν άδειο επάνω στο κάθισμα, σημάδι πως

τα κηπευτικά είχαν κιόλας πουληθεί. Είχαν απομείνει μόνο τα

μικρά κίτρινα μήλα του Σαν Τζοβάνι. Του φάνηκε πως

ονειρεύεται. Κάθισε και ρώτησε:

«Πού είναι οι άλλες; Τι έγινε;»

«Η Έστερ είναι στην εκκλησία, η Νοέμι είναι επάνω», είπε η

ντόνα Ρουθ, σκυμμένη επάνω από τον καφέ.

Και δεν είπε τίποτε άλλο μέχρι να έρθουν οι αδελφές της, η

ντόνα Έστερ με το δάχτυλο έξω από τον κόμπο που έκανε το

σάλι, η Νοέμι χλωμή και σιωπηλή με τα μενεξεδιά της βλέφαρα

χαμηλωμένα.

Ο Έφις δεν είχε το θάρρος να τις κοιτάξει. Σηκώθηκε με

σεβασμό μπροστά τους την ώρα που κάθονταν στον πάγκο και μόνο

όταν η ντόνα Έστερ ρώτησε:

«Έφις, ξέρεις τι συμβαίνει;» εκείνος σήκωσε τα μάτια και είδε

την Νοέμι να τον καρφώνει με το βλέμμα, όπως ο δικαστής τον

κατηγορούμενο.

«Ξέρω. Εγώ φταίω. Για καλό όμως το έκανα.»

«Όλα για καλό τα κάνεις εσύ! Φαντάσου να τα έκανες και για

κακό! Στο μεταξύ όμως….»

«Δεν είναι δα και εχθρός! Συγγενής είναι, στο κάτω κάτω!»

«Από συγγενή θα το’βρεις, Έφις!»

«Λοιπόν, δεν θα ξαναγίνει πια!»

«Έφυγε;» ρώτησε τότε η ντόνα Έστερ, ανήσυχη.

«Έφυγε; Ο ντον Πρέντου; Πού πήγε;»

«Ποιος μιλάει για τον Πρέντου; Εγώ μιλούσα για εκείνο τον

άθλιο.»

Ο Έφις κοίταξε το καλάθι.

«Εγώ εννοούσα τον ντον Πρέντου…. για εκείνο που έκανα χθες.»

Η Νοέμι χαμογέλασε με ένα χαμόγελο όμως στραβό που έφερε το

στόμα και το μάτι της προς το αριστερό της αυτί.

«Έφις», είπε με ύφος αυστηρό, «μιλάμε για τον Τζατσίντο. Εσύ,

όταν ήταν να έρθει, είπες: «Εάν η συμπεριφορά του είναι

άσχημη, εγώ θα τον ξαποστείλω». Το είπες ή όχι;»

«Το είπα.»

«Τότε να κρατήσεις τον λόγο σου. Ο Τζατσίντο είναι η

καταστροφή μας.»

Ο Έφις χαμήλωσε για μια στιγμή το κεφάλι. Κοκκίνισε και

ντρεπόταν που κοκκίνιζε, αλλά αμέσως πήρε θάρρος και ρώτησε.

«Μπορώ να πω κάτι; Εάν είναι λάθος, σαν να μην το είπα.»

«Μίλησε.»

«Το παιδί δεν μου φαίνεται κακό. Ανατράφηκε άσχημα μέχρι

τώρα. Έχασε τους γονείς του τη χειρότερη στιγμή γι’ αυτόν και

απόμεινε σαν ένα ολομόναχο παιδί μέσα στους πέντε δρόμους και

έτσι χάθηκε. Πρέπει να τον ξαναφέρουμε στο σωστό δρόμο. Εδώ

τώρα, στο χωριό, δεν ξέρει τι να κάνει. Έχει μαλάρια, πλήττει

και γι’ αυτό πάει να παίξει και να ερωτευτεί. Έχει όμως καλές

ιδέες, είναι ευγενικό. Έδειξε ποτέ να μην σας σέβεται;… »

«Όχι, αυτό όχι…», βιάστηκε ν’ απαντήσει η ντόνα Έστερ, αλλά

και η ντόνα Ρουθ ένευσε αρνητικά. Η Νοέμι όμως είπε με πίκρα,

σφίγγοντας λίγο τις γροθιές και απλώνοντάς τες προς τον Έφις:

«Από τη στιγμή που ήρθε δεν κάνει άλλο από το να μην μας

σέβεται. Μάλιστα, ήρθε χωρίς να μας πει τίποτα… Μόλις έφτασε

άνοιξε παρτίδες με όλους εκείνους που μας περιφρονούν. Έπειτα

άρχισε τους έρωτες με ένα κορίτσι από το χειρότερο σόι του

χωριού. Μια που πάει ξυπόλυτη στο ποτάμι! Είναι και τεμπέλης

και έχει και κακές συνήθειες, εσύ ο ίδιος το είπες. Εάν όλα

αυτά δεν είναι έλλειψη σεβασμού προς εμάς, προς το σπίτι μας,

τότε τι είναι; Πες μου εσύ, με το χέρι στην καρδιά….»

«Είναι αλήθεια», παραδέχτηκε ο Έφις. «Είναι όμως ακόμη παιδί,

το ξαναλέω. Θα πρέπει να τον βοηθήσουμε, να του βρούμε μια

δουλειά. Θέλω όμως να πω και κάτι άλλο….»

«Μίλησε λοιπόν!», είπε η Νοέμι, αλλά με τέτοια περιφρόνηση

που εκείνος πάγωσε. Παρ’ όλα αυτά τόλμησε:

«Πιστεύω ότι θα του έκανε καλό εάν είχε δική του οικογένεια.

Εάν αγαπάει πραγματικά εκείνο το κορίτσι….. γιατί να μην τον

αφήσετε να την πάρει;….»

Η Νοέμι πετάχτηκε επάνω, ακουμπώντας τα πόδια της που έτρεμαν

στον πάγκο.

«Σε πλήρωσε για να τα λες αυτά;»

Τότε εκείνος πήρε το θάρρος να την κοιτάξει μέσα στα μάτια

και μια απάντηση μόνο: «δεν είμαι από εκείνους που

πληρώνονται» γέμισε το στόμα του με πικρό σάλιο, αλλά κατάπιε

τις λέξεις και το σάλιο, επειδή είδε την ντόνα Έστερ να

τραβάει το πανωφόρι της Νοέμι και την ντόνα Ρουθ, χλωμή, να

τον κοιτάζει ικετευτικά και κατάλαβε ότι όλες μάντεψαν την

απάντησή του επειδή ήξεραν ότι δεν ήταν ένας υπηρέτης εκείνος

που μπορούσε να χρηματισθεί ή καλύτερα ήταν, ναι, ένας

υπηρέτης που τίποτε στον κόσμο δεν μπορούσε να τον

ανταμείψει.

«Ντόνα Νοέμι! Λέτε πράγματα χωρίς να σκέφτεστε, ντόνα Νοέμι!

Ο ανιψιός σας δεν έχει χρήματα για να μπορέσει να με

πληρώσει, αλλά και αν ακόμη είχε, δε θα του έφταναν!», είπε

ωστόσο, τρέμοντας από μνησικακία, και η Νοέμι ξανακάθισε

ακουμπώντας τα χέρια επάνω στα γόνατα για να κρύψει το

τρέμουλο.

«Όσο για λεφτά, έχει! Όχι δικά του, αλλά έχει.»

«Και ποιος του τα δίνει;»

Έξι μάτια τον κοίταζαν έκπληκτα. Η Νοέμι ξανάρχισε να

ειρωνεύεται, αλλά η ντόνα Έστερ ακούμπησε το χέρι της στο

χέρι εκείνης και είπε με ήπιο τόνο.

«Του δίνει λεφτά η Καλίνα. Νομίζαμε ότι το ξέρεις, Έφις!

Παίρνει από την Καλίνα με τόκο και ο Πρέντου του υπόγραψε

κάποιες συναλλαγματικές, επειδή ελπίζει έτσι να μας πάρει το

κτηματάκι. Καταλαβαίνεις!»

Καταλάβαινε. Με σκυμμένο το κεφάλι, με τα μάτια κλειστά,

χλωμός, ανοιγόκλεινε τις γροθιές τρομαγμένος και δεν

κατάφερνε να απαντήσει.

«Κι εσείς πιστεύατε ότι εγώ το ήξερα; Πώς και γιατί;»,

διερωτόταν.

«Ναι», είπε η Νοέμι σκληρά. «Πιστεύαμε ότι το ήξερες, και όχι

μόνο, αλλά ακόμη ότι εγγυήθηκες γι’ αυτόν στη φίλη σου

Καλίνα….»

«Φίλη μου;», φώναξε με ορθάνοιχτα τα μάτια από τον φόβο. Και

θόλωσε το μυαλό του. Φώναξε ακόμη μερικές λέξεις, χωρίς να

ξέρει τι λέει και έφυγε τρεχάτος ανεμίζοντας το σκούφο του,

σαν να πήγαινε να σβήσει πυρκαγιά.

Βρέθηκε μέσα στην στη μικρή αυλή της τοκογλύφου.

Ηρεμία επικρατούσε εκεί μέσα, όπως στην Κιβωτό του Νώε. Τα

άσπρα περιστέρια γουργούριζαν, με τα κοραλλένια πόδια τους να

ακουμπούν στο υπέρθυρο της μικρής πόρτας, κάτω από μια

κληματίδα που σχημάτιζε μια χρυσή γιρλάντα πάνω από το

σκοτεινό άνοιγμα της πόρτας. Και μέσα σ’ αυτό το σκηνικό η

τοκογλύφος έγνεθε, με τα μικρά, γυμνά της πόδια μέσα στις

κεντητές παντόφλες και τη μαντίλα διπλωμένη στο κεφάλι.

Η οργή του Έφις τάραξε την ηρεμία του τόπου.

«Πες μου αμέσως πώς πάνε τα πράγματα με τον ντον Τζατσίντο.»

Η τοκογλύφος ανασήκωσε τα άτριχα φρύδια της και τον κοίταξε

ήρεμα.

«Εκείνος σε στέλνει;»

«Ο δήμιος που θα σε κρεμάσει με στέλνει! Μίλα, και γρήγορα

μάλιστα.»

Με μια απειλητική χειρονομία της σταμάτησε το αδράχτι κι

εκείνη φοβήθηκε, αλλά δεν το έδειξε.

«Οι κυράδες σου σε στέλνουν τότε; Να τους πεις, λοιπόν, να

μην ανησυχούν. Υπάρχει καιρός για την πληρωμή, δεν βιάζομαι.

Συνολικά έδωσα τετρακόσια σκούδα στο παλικάρι. Άρχισε να μου

ζητάει λεφτά όταν ήμασταν στο πανηγύρι. Ήθελε να κάνει

εντύπωση. Έλεγε πως περίμενε λεφτά από τη Ρώμη. Μου έδωσε μια

συναλλαγματική υπογραμμένη από τον ντον Πρέντου. Πώς μπορούσα

να πω όχι; Έπειτα γύρισε εδώ. Μου είπε ότι τα λεφτά από τη

Ρώμη τα έπαιξε με τον Μιλέζο και έχασε. Εγώ του είπα ότι θα

πήγαινα την συναλλαγματική στον ντον Πρέντου. Τότε φοβήθηκε

και μου έφερε μιαν άλλη με την υπογραφή της ντόνας Έστερ. Κι

έτσι του έδωσα και άλλα χρήματα. Πώς μπορούσα να πω όχι; Εσύ

δεν ήξερες τίποτα;» κατέληξε ξαναρχίζοντας το γνέσιμο.

Ο Έφις ένοιωσε ταπεινωμένος. Θυμόταν ότι η ντόνα Έστερ είχε

γράψει κρυφά στον Τζατσίντο να έρθει∙ κρυφά μπορούσε να

υπογράψει και τη συναλλαγματική. Πώς θα πλήρωναν; Του

φαινόταν ότι δεν μπορούσε πια να κινηθεί, ότι τα πόδια του

ήταν πρησμένα, βαριά από το αίμα που κατέβαινε προς τα κάτω

αφήνοντας άδεια την καρδιά και το κεφάλι του και τα χέρια του

άπραγα. Πώς θα πλήρωναν;

Και η τοκογλύφος έγνεθε και τα περιστέρια γουργούριζαν και οι

κότες τσιμπούσαν τις μύγες που κάθονταν επάνω στη ροδαλή

κοιλιά από τα γουρουνάκια ξαπλωμένα στον ήλιο: ο κόσμος όλος

ήταν ήρεμος. Εκείνος μόνο αγωνιούσε.

«Α, ώστε δεν το ήξερες; Πίστευα πως ένα μέρος από τα χρήματα

το κράτησαν οι κυράδες σου για να σε πληρώσουν. Ήθελα να

προτείνω στον ντον Τζατσίντο να βγάλει και να μου δώσει τα

δέκα σκούδα που μου χρωστάς, αλλά, μα την πίστη μου, σκέφτηκα

μετά πως δεν ήταν σωστό. Εάν όμως, όταν ανανεώσουμε τη

συναλλαγματική, κάνουμε το λογαριασμό…..»

Ο Έφις κατέβαλε προσπάθεια για να μετακινηθεί. Ξανατράβηξε το

σκούφο από το κεφάλι του και άρχισε να τον χτυπάει στο

πρόσωπό της, τρελός από απελπισία.

«Α, καταραμένη να ’σαι….. α, που να σε δω κρεμασμένη…. α, τι

έκανες;»

Στη μικρή αυλή όλα γίνανε άνω κάτω: τα περιστέρια πέταξαν στη

στέγη, οι γάτες σκαρφάλωσαν στους τοίχους, μόνο η γυναίκα

σιωπούσε για να μην τραβήξει την προσοχή του κόσμου και

έσκυβε για ν’ αποφύγει τα χτυπήματα προστατεύοντας τον εαυτό

της με το αδράχτι. Πετάχτηκε επάνω, έκανε μερικά βήματα πίσω

και όταν βρέθηκε μέσα στην κουζίνα πήγε στη γωνιά πίσω από

την πόρτα, άρπαξε με τα δυο της χέρια ένα σιδερένιο λοστό και

ορθώθηκε με την πλάτη κολλημένη στον τοίχο, τρομερή σαν

Νέμεση με το ρόπαλο.

Και ήταν εκείνη τώρα πού έκανε τον άντρα να υποχωρήσει,

λέγοντάς του χαμηλόφωνα, με ύφος απειλητικό:

«Φύγε, φονιά! Φύγε….»

Εκείνος υποχωρούσε.

«Φύγε! Τι γυρεύεις από μένα, εσύ; Μήπως έρχομαι εγώ να σε

βρω; Όλοι εσείς σ’ εμένα έρχεστε, όταν η πείνα ή το βίτσιο

σας σπρώχνουν. Ήρθε ο ντον Τζάμε, ήρθαν οι κόρες του, ήρθε ο

εγγονός του. Ήρθες κι εσύ, φονιά! Και όταν έχετε ανάγκη είστε

καλοί, μετά όμως γίνεστε άγριοι σαν λυσσασμένοι λύκοι.

Φύγε….»

Καλαμιές στον άνεμο · 第 6 / 16 段