Οι ζητιάνοι σε παράταξη στις άκριες του δρόμου. Φιγούρες

καθισμένες ανακούρκουδα, ωχρόφαιες και μαβιές, μερικές με

φοβερά μάτια λευκά, άλλες με κόκκινες πληγές και μελανά

αποστήματα, με γυμνά τα στήθη σαν γδαρμένα, με τα μπράτσα και

τα ψαχουλευτά δάχτυλα μαυρισμένα σαν καμένα κλαδιά,

διαγράφονταν μεταξύ των θάμνων με φόντο τη γαλάζια και λευκή

γραμμή του ορίζοντα. Πέρα όμως, μακριά, το μάτι ξάνοιγε στο

πράσινο και οι ομάδες των αλόγων και των πουλαριών έδιναν

μεγαλύτερη μεγαλοπρέπεια στο τοπίο.

Ο ήχος του ακορντεόν έφτανε μέχρι εκεί πάνω. Η μουσική,

χαρούμενη και αισθησιακή, καλούσε στο χορό, μερικές φορές

όμως άλλαζε στο παράπονο, σαν να την κούραζε η χαρά, σαν να

ανακαλούσε με νοσταλγία την απόλαυση που περνά και να

θρηνούσε για τη ματαιότητα όλων των πραγμάτων. Τότε και τα

μελαγχολικά μάτια των φοράδων ακόμη έμοιαζε να τα πλημμυρίζει

μια νοσταλγική γλυκύτητα.

Ο Έφις σταμάτησε για μια στιγμή στο μέσο μιας ομάδας χωρικών

από την περιοχή του Νούορο. Οι γυναίκες κάθονταν στη σειρά

εμπρός από τις καλύβες, περιμένοντας ν’ αρχίσει η λειτουργία

και οι άλικοι κορσέδες τους έδιναν μια κόκκινη απόχρωση στη

σκιά του τοίχου.

Η λειτουργία όμως αργούσε. Πάνω στο μπαλκόνι οι ιερείς

γελούσαν και ο δίσκος της Νατόλια πηγαινοερχόταν λάμποντας

ανάμεσα στο γαλάζιο και το μαύρο.

Ο Έφις βρήκε έρημη την καλύβα. Οι κυράδες του ήταν στην

εκκλησία και πήγε να τις βρει, αλλά βρέθηκε χωρίς να το θέλει

ανάμεσα στον ντον Πρέντου, τον Μιλέζο και τον Τζατσίντο,

μπροστά σε κάποιον που πουλούσε κρασί και ξαφνικά είδε τρία

κίτρινα ποτήρια μπροστά στο πρόσωπό του.

«Πιες, βλάκα!»

«Για μένα είναι νωρίς.»

«Ποτέ δεν είναι νωρίς για έναν άντρα γερό. Ή μήπως είσαι

άρρωστος;»

Ο ντον Πρέντου τον χτύπησε τόσο δυνατά στην πλάτη που τον

έκανε να τιναχτεί μπροστά και το κρασί από τα ποτήρια χύθηκε

επάνω του. Σε καλό να του βγει! Σκούπισε τα ρούχα του με το

χέρι και ήπιε∙ και με έκπληξη και ικανοποίηση είδε τον

Τζατσίντο να βγάζει το πορτοφόλι και να δίνει στον πωλητή ένα

χαρτονόμισμα των πενήντα λιρετών. Δόξα να’ χει ο Θεός, αυτό

σημαίνει πως το παιδί έχει πράγματι λεφτά.

Κατά τα άλλα η μέρα κύλησε μες στη χαρά: χαρά αυστηρή και

σχεδόν μελαγχολική για τις γυναίκες προς τις οποίες οι

άντρες, διασκεδάζοντας με θόρυβο μεταξύ τους, έδειχναν κάποια

αδιαφορία.

Όλη την ημέρα έπαιζε το ακορντεόν συνοδευόμενο από τις φωνές

των μικροπωλητών, από τις κραυγές των παιχτών της μόρα [4],

από τα τραγούδια της παρέας ή από στίχους αυτοσχέδιων

ποιητών.

Συγκεντρωμένοι μέσα σε μια καλύβα, καθισμένοι καταγής

σταυροπόδι γύρω από μια νταμιτζάνα προς την οποία έστρεφαν

σαν σε είδωλο, οι ποιητές αυτοσχεδίαζαν οκτάστιχα υπέρ ή κατά

του πολέμου στη Λιβύη. Ήταν αρκετοί και έπαιρναν μέρος με τη

σειρά και τριγύρω τους στριμώχνονταν άντρες και παιδιά. Πότε

πότε κάποιος έσκυβε για να πάρει από το έδαφος ένα ποτήρι

κρασί.

«Πιες, διάολε!»

«Γεια μας!»

«Να ζήσουμε εκατό χρόνια και να’ μαστε καλά για να το

θυμόμαστε αυτό το πανηγύρι.»

«Πιες, που να σε πάρει ο διάολος!»

Ο ποιητής Σεραφίνο Μασάλα από το Μπουλτέι, με ελληνικό προφίλ

και ντυμένος σαν ομηρικός ήρωας, τραγουδούσε:

Ο Τούρκος δε θέλει να παραδοθεί

Για πόλεμο η καρδιά του φτερουγίζει.

Γενναίος ο άγριος Άραβας σπαθίζει

Έτοιμος να ορμήσει, δε λυποτακτεί….

Τα ποτήρια περνούσαν από το ένα χέρι στο άλλο. Πότε πότε

κάποια γυναίκα πρόβαλε δειλά στην πόρτα.

Και ο Γκρεγκόριο Τζορντάνο από το Ντουάλκι, όμορφος νέος

κοκκινομάλλης ντυμένος σαν τροβαδούρος ίσιωνε τα μακριά

μαλλιά του και με τα δυο χέρια, τα τραβούσε πίσω στο σβέρκο

και τραγουδούσε θρηνολογώντας σχεδόν σαν μια μοιρολογίστρα:

Φτάνει, δεν μπορώ πια να σας ανιστορήσω,

Για ό, τι θυμάμαι θα σας μιλήσω.

Μακάρι οι Ιταλοί πάντα να νικούν,

Και όλη την Αφρική να κατακτούν.

Ήσυχοι και γεροί μακάρι να γυρίσουν,

Βοηθούς τους Αγίους της Νίκης να γνωρίσουν,

Και με καλές αναμνήσεις και αρετή

Να γυρίσουν όλοι σπίτια τους γεροί.

Χειροκροτήματα και γέλια αντηχούσαν. Όλοι γελούσαν, αλλά ήταν

συγκινημένοι.

Στην σκιά της εκκλησίας όμως ο Έφις άκουγε άλλες παρέες από

χωριάτες να μιλούν για την Αμερική και τους μετανάστες.

«Η Αμερική; Όποιος δεν την δοκίμασε δεν ξέρει τι πράγμα

είναι. Την βλέπεις από μακριά και νομίζεις ότι είναι αρνί για

κούρεμα. Πας κοντά και σε δαγκώνει σαν σκύλος.»

«Ναι, αδέρφια μου, εγώ πήγα με το δισάκι μου μισογεμάτο και

πίστευα ότι θα το έφερνα πίσω γεμάτο. Το ξανάφερα άδειο!»

Ένας Μπαρονιέζος λεπτός, ψηλός και μελαχρινός σαν Άραβας,

έβαλε στον Έφις να πιει και του διηγήθηκε επεισόδια του

πολέμου όπου πήρε μέρος.

«Ναι», έλεγε κοιτάζοντας τα χέρια του, «ξερίζωσα τη φούντα

ενός Σιρδούσου, ενός που προσκυνούσε το διάβολο. Ορκίστηκα να

του την πάρω ολόκληρη μαζί με το δέρμα και με όλα τα άλλα.

Και του την πήρα . Να μη σώσω, αν σας λέω ψέματα! Την πήγα

στον αρχηγό μου κρατώντας την σαν ένα τσαμπί. Έσταζε μαύρο

αίμα όπως οι ρόγες από το μαύρο σταφύλι. Ο αρχηγός μού είπε:

μπράβο Κοντσίνου!»

Ο Έφις άκουγε κρατώντας ένα αγριοτριαντάφυλλο. Σταυροκοπήθηκε

με το κοτσάνι του λουλουδιού και είπε:

«Να εξομολογηθείς, Κοντζί! Σκότωσες άνθρωπο!»

«Στον πόλεμο, αυτό δεν είναι αμαρτία. Μήπως το έκανα κρυφά;

Όχι.»

Άρχισαν τότε να κουβεντιάζουν και ο Έφις κοίταζε το

αγριοτριαντάφυλλο σαν να μιλούσε μόνο σ’ αυτό.

«Ο Θεός μόνο μπορεί να σκοτώνει.»

Σταμάτησε όμως την κουβέντα επειδή από μακριά η ντόνα Έστερ

του έκανε νόημα να πλησιάσει. Ήταν ώρα για φαγητό. Τον

Τζατσίντο τον είχε καλέσει ο παπάς και όλοι, άλλος

περισσότερο, άλλος λιγότερο, έτρωγαν με καλή συντροφιά. Από

τις καλύβες έβγαινε καπνός η τσίκνα.

Η πιο ήσυχη γωνιά ήταν εκείνη των Πιντόρ. Καθισμένες μέσα

στην καλύβα τους έτρωγαν με τον Έφις ψητό αρνί και μιλούσαν

για τη Νοέμι που βρισκόταν μακριά και για τον Τζατσίντο, για

τον παπά και τον Μιλέζο, χαμογελώντας χωρίς κακία.

«Τις πρώτες μέρες», είπε η ντόνα Ρουθ κόβοντας ένα μικρό

γλύκισμα σε τρία ίσα μέρη, «ο Τζατσίντο έλεγε συνέχεια ότι

ήθελε να φύγει για το Νούορο, όπου τον περίμενε μια θέση στο

μύλο. Τώρα, εδώ και δυο μέρες ούτε που το αναφέρει.»

«Αλλά εδώ και δυο μέρες δεν τον βλέπουμε σχεδόν καθόλου.

Βρίσκεται πάντα με τον Πρέντου και την παρέα.»

«Ας τον αφήσουμε να διασκεδάσει», είπε ο Έφις.

Έξω από την πόρτα φαινόταν η Καλίνα που καθόταν ασυνήθιστα

άπραγη στην πέτρα της και η Γκριζέντα με το μωρό στην

αγκαλιά, χλωμή και θλιμμένη κοίταζε το μπαλκόνι του παπά.

Α, ο Τζατσίντο διασκέδαζε εκεί πάνω και την είχε ξεχάσει και

εκείνης της φαινόταν να κάθεται μαζεμένη στην άκρη μιας

ερήμου, μπροστά σε έναν αντικατοπτρισμό.

Ο Έφις βγήκε και της είπε:

«Γιατί δεν διασκεδάζεις;»

Εκείνη ταχτοποίησε πάνω στη σκούφια του μωρού την κίτρινη

κορδελίτσα για το μάτι και τα μάτια της γέμισαν δάκρυα.

«Για μένα όλα έχουν τελειώσει!»

Οι συγγένισσές της την καλούσαν από τις καλύβες:

«Γκριζέντα, έλα! Τι θα πει η γιαγιά σου όταν σε δει τόσο

αδύνατη; Ότι δεν σε ταΐσαμε;»

«Ε, δεν της φτάνουν μόνο οι μπουκιές», είπε η Καλίνα στον

Έφις κλείνοντάς του το μάτι. «Έλα, Έφις, πιες ένα ποτήρι

κρασί. Ξέρεις ποιος μου το χάρησε; Το μικρό σου αφεντικό.

Καλός κι ευγενικός, αλλά άκουσέ με: πρέπει να του πεις πως η

Γκριζέντα δεν του ταιριάζει!»

«Αφήστε τα παιδιά να διασκεδάσουν! Βρισκόμαστε στο πανηγύρι!»

« Εδώ ερχόμαστε για να προσκυνήσουμε και όχι για να

αμαρτήσουμε. Βέβαια οι συγγενείς δίνουν φαΐ στην Γκριζέντα,

αλλά δεν ξέρουν πού ξημεροβραδιάζεται με τον ντον Τζατσίντο.»

«Και οι κυράδες μου; Δεν το πήραν είδηση;»

«Αυτές; Είναι σαν τους ξύλινους αγίους μέσα στις εκκλησίες.

Κοιτάζουν, αλλά δεν βλέπουν. Γι’ αυτές δεν υπάρχει κακό.»

«Αυτό είναι αλήθεια!», παραδέχτηκε ο Έφις. Ήπιε, αλλά ένοιωσε

λυπημένος και πήγε να ξαπλώσει κάτω από ένα σκίνο του

ερεικώνα.

Από εκεί έβλεπε την ψηλή χλόη να κυματίζει σαν να ακολουθούσε

το μονότονο μοτίβο του ακορντεόν, και τα άλογα ακίνητα στον

ήλιο σαν ζωγραφισμένα επάνω στο γαλάζιο σμάλτο του ορίζοντα.

Οι φωνές χάνονταν μέσα στη σιωπή, οι μορφές έσβηναν μες στο

φως. Να όμως μια γυναικεία πλάι σ’ ένα θάμνο και μια άλλη,

αντρική, που την πλησιάζει τόσο πολύ που σχηματίζουν μια σκιά

μόνο.

Ο Έφις ένοιωσε ένα ρίγος στη ραχοκοκαλιά, έκοψε όμως μια

μικρή μαργαρίτα, μάσησε το κοτσάνι και είδε χωρίς φθόνο την

Γκριζέντα και τον Τζατσιντίνο να αγκαλιάζονται. Ο Θεός να

τους ευλογεί και να τους περιβάλλει πάντα έτσι, με ήλιο και

με φως.

Το απόγευμα το πανηγύρι ζωήρεψε περισσότερο. Οι άντρες ήταν

πιο εκδηλωτικοί με τις γυναίκες παρασύροντάς τες στο χορό,

και ο ήλιος που έριχνε λοξά τις ακτίνες του χρωμάτιζε ροζ το

προαύλιο που βούιζε σαν κυψέλη.

Με το λιόγερμα ο κόσμος συγκεντρώθηκε στην εκκλησία και

χιλιάδες φωνές συγχωνεύθηκαν σε μια, όπως έξω συγχωνευόταν το

άρωμα των θάμνων. Ο Έφις, γονατιστός σε μια γωνιά, είχε

βυθιστεί στη συνηθισμένη πονεμένη έκσταση και πλάι του η

Γκριζέντα, γονατιστή κι αυτή, άκαμπτη σαν ξύλινος άγγελος

έψελνε στενάζοντας από αγάπη.

Το πορφυρό φως του δειλινού, πιο απαλό προς την Αγία Τράπεζα

εξ αιτίας της λάμψης των κεριών, σκέπαζε τους πιστούς σαν

αιμάτινο πέπλο, αλλά σιγά σιγά το πέπλο έγινε μαύρο,

ξανοίγοντας μόλις από το χρυσάφι των κεριών. Ο κόσμος δεν

έλεγε να βγει, παρόλο που ο παπάς είχε τελειώσει τις

προσευχές του, και συνέχιζε να ψάλει ιερούς ύμνους. Ήταν σαν

το μακρινό μουρμούρισμα της θάλασσας, σαν το θρόισμα του

δάσους το δειλινό. Ήταν ένας λαός αρχαίος που προχωρούσε,

προχωρούσε ψέλνοντας απλοϊκούς ύμνους των πρώτων χριστιανών,

προχωρούσε, προχωρούσε, μεθυσμένος από πόνο και ελπίδα, σε

ένα δρόμο σκοτεινό που έβγαζε σε τόπο φωτεινό αλλά μακρινό,

απλησίαστο.

Ο Έφις, με το κεφάλι μες στα χέρια έψελνε και έκλαιγε. Η

Γκριζέντα κοίταζε μπροστά της με μάτια υγρά που αντανακλούσαν

τη φλόγα των κεριών∙ έψελνε και έκλαιγε κι εκείνη. Και ο

πόνος τού ενός ήταν όμοιος με τον πόνο της άλλης, ήταν ο

πόνος ενός ολόκληρου λαού που έφερνε στο νου του, σαν τον

υπηρέτη, ένα σκοτεινό παρελθόν και ονειρευόταν, σαν το

κορίτσι, ένα φωτεινό μέλλον με τα βάσανα της αγάπης.

Έπειτα έπεσε σιγή.

Ο Τσουαναντόνι, ανυπόμονος να ξαναρχίσει το ακορντεόν, ήταν ο

πρώτος που πετάχτηκε έξω με το σκούφο του στο χέρι. Σταμάτησε

όμως στην είσοδο της εκκλησίας, κοίταξε προς τα επάνω και

έβαλε μια φωνή. Όλοι έτρεξαν να δουν. Ήταν το καινούργιο

φεγγάρι που γλιστρούσε πάνω στον τοίχο της αυλής σαν να ήθελε

να κατέβει εκεί μέσα.

Μετά το δείπνο ξανάρχισαν τα τραγούδια και οι φωνές γύρω από

τις φωτιές. Ακόμη και ο ντον Πρέντου χόρευε κάνοντας

ευτυχισμένες όλες τις γυναίκες που έλπιζαν να τις διαλέξει.

Μόνο ο Τζατσίντο δεν χόρευε. Καθισμένος πλάι στην τοκογλύφο

κουνούσε τα χέρια ανάμεσα στα γόνατά του, χλωμός και

κουρασμένος. Ο Έφις στ μεταξύ άκουγε τις γυναίκες να φλυαρούν

για το ποιος ξόδεψε εκείνη την ημέρα περισσότερα χρήματα και

διασκέδασε περισσότερο και κάποια είπε:

«Ο ντον Πρέντου».

«Όχι, ο ντον Τζατσίντο. Ξόδεψε περισσότερες από τριακόσιες

λιρέτες. Είναι πλούσιος. Λένε πως έχει ορυχείο ασημιού. Πόσο

διασκέδασε!»

«Κερνούσε όλους, ακόμη κι εκείνους που δεν γνώριζε.»

«Γιατί το κάνει;»

«Καλή είσαι κι εσύ! Όποιος έχει, ξοδεύει.»

Ο Έφις ένοιωθε ικανοποίηση, αλλά και ανησυχία. Κάθισε πλάι

στον Τζατσίντο και του μετέφερε τα όσα λέγανε οι γυναίκες.

«Ορυχείο ασημιού; Ναι, αποδίδει, όχι όμως όσο μια

πετρελαιοπηγή. Μια κυρία που γνωρίζω ονειρεύτηκε ότι σε

κάποιο μέρος υπήρχε μια, μέσα στην ιδιοκτησία ενός ξεπεσμένου

κυρίου. Αυτός ήταν τόσο απελπισμένος που αποφάσισε να

αυτοκτονήσει, αλλά έσκαψε εκεί που η κυρία είχε ονειρευτεί

και τώρα είναι τόσο πλούσιος που μπορεί να δίνει είκοσι

χιλιάδες λιρέτες σε μα γυναίκα….»

«Γιατί δεν παντρεύτηκε εκείνη που ονειρεύτηκε την

πετρελαιοπηγή; Μήπως ήταν κιόλας παντρεμένη;», ρώτησε

σκεφτικός ο Έφις.

Οι γυναίκες χόρευαν και ανάμεσά τους η Γκριζέντα με το

πρόσωπο ξαναμμένο γελούσε σαν να ήταν η τρελή του πανηγυριού

και ο Έφις ψιθύρισε αγγίζοντας το γόνατο του Τζατσίντο:

«Αφεντικό… λέω… κοίταξε εκείνο το κορίτσι… Είναι καλό, αλλά

φτωχό και έπειτα είναι και ορφανό….»

«Θα την παντρευτώ», είπε ο Τζατσίντο, αλλά κοίταζε καταγής

και έμοιαζε να ονειρεύεται.

Κεφάλαιο έκτο

Τον καιρό της έλλειψης, λίγες εβδομάδες δηλαδή πριν το

θερισμό του κριθαριού, ο κόσμος, έχοντας εξαντλήσει και τα

αποθέματα σιταριού, προσφεύγει στην τοκογλυφία, η γριά Ποτόι

πήγαινε τότε να μαζέψει βδέλλες. Το αγαπημένο της μέρος ήταν

ένας κολπίσκος που σχημάτιζε το ποτάμι κάτω από το Λόφο των

Περιστεριών κοντά στο κτηματάκι των Πιντόρ.

Καθόταν εκεί με τις ώρες ακίνητη στη σκιά ενός σκλήθρου, με

τα πόδια γυμνά μέσα στο διαφανές, πρασινωπό νερό που χρύσιζε

και ενώ με το ένα χέρι κρατούσε σταθερά πάνω στην άμμο μια

μποτίλια, με το άλλο χάιδευε το κολιέ της.

Πότε πότε έσκυβε λίγο, έβλεπε τα πόδια της, μεγάλα και ωχρά,

να κινούνται μες στο νερό, έβγαζε πότε το ένα και πότε το

άλλο και ξεκολλούσε πάνω από το βρεγμένο πόδι ένα μαύρο,

γυαλιστερό βώλο που είχε κολλήσει εκεί και τον έβαζε μέσα

στην μποτίλια σπρώχνοντάς τον με ένα βούρλο. Ο βώλος

ξεδιπλωνόταν, στένευε, έπαιρνε τη μορφή μαύρου δαχτυλιδιού:

ήταν μια βδέλλα.

Μια μέρα, στα μέσα Ιουνίου, ανέβηκε μέχρι το καλύβι του Έφις.

Έκανε πολύ ζέστη και η κοιλάδα ήταν όλη κίτρινη κάτω από έναν

ξεθωριασμένο γαλάζιο ουρανό.

Ο υπηρέτης έπλεκε μια ψάθα στη σκιά των καλαμιών με δάχτυλα

που έτρεμαν από τον πυρετό της μαλάριας. Βλέποντας τη γριά

που καθόταν κοντά στα πόδια του με την μποτίλια στην ποδιά

της, σήκωσε μόλις τα θολά του μάτια και περίμενε με υπομονή,

σαν να ήξερε κιόλας τι ήθελε να του πει.

«Έφις, είσαι άνθρωπος του Θεού και μπορείς να μου μιλήσεις

ειλικρινά. Ποιός είναι ο σκοπός του μικρού σου αφεντικού;

Έρχεται σπίτι μου, στρογγυλοκάθεται, λέει στο μικρό: παίξε το

ακορντεόν (εκείνος του το δώρισε) και έπειτα λέει σ’ εμένα:

θα στείλω τη θεία Έστερ να σας ζητήσει το χέρι της Γκριζέντα.

Η ντόνα Έστερ όμως δεν φαίνεται πουθενά και μια μέρα που πήγα

σπίτι τους η ντόνα Νοέμι μου τα έψαλε για τα καλά∙ άκουσα ένα

σωρό βρισιές. Όταν γύρισα σπίτι μού έβγαλε γλώσσα και η

Γκριζέντα, επειδή δεν θέλει να πηγαίνω στις κυράδες σου. Δεν

ξέρω που να τα πω, Έφις. Δεν είμαστε εμείς που φωνάξαμε το

παλικάρι από το δρόμο∙ ήρθε από μόνος του. Η Καλίνα μου λέει:

διώξτε τον. Εκείνη όμως τον διώχνει όταν πάει σπίτι της;»

Ο Έφις χαμογέλασε.

«Εκεί βέβαια δεν πάει για ερωτοδουλειές!....»

Η γριά σήκωσε εκνευρισμένη το κεφάλι και ο λαιμός της, όλο

νεύρα, φάνηκε να μακραίνει περισσότερο από το συνηθισμένο.

«Και μήπως στο σπίτι μου έρχεται για ερωτοδουλειές; Όχι,

είναι τίμιο παλικάρι. Ούτε το χέρι δεν αγγίζει της Γκριζέντα.

Αγαπιούνται σαν καλοί χριστιανοί που περιμένουν να

παντρευτούν. Μίλησέ μου με τη συνείδησή σου, Έφις, τι σκοπό

έχει; Κάνε μου αυτή τη χάρη. Στο ζητώ στην ψυχή του αφεντικού

σου.»

Ο Έφις έγινε σκεφτικός.

«Ναι, ένα βράδυ, στο πανηγύρι, μου είπε: θα την παντρευτώ….

Για να σου μιλήσω ευσυνείδητα όμως πιστεύω ότι δεν μπορεί να

το κάνει.»

«Γιατί; Αυτός δεν είναι ευγενής.»

«Επαναλαμβάνω, γυναίκα. Δεν μπορεί!», είπε ο Έφις εντονότερα.

«Όσο για λεφτά, έχει∙ αυτό δα φαίνεται. Ξοδεύει ασυλλόγιστα.

Και το συχωρεμένο το αφεντικό σου έλεγε, θυμάμαι, όταν κι

εκείνος ερχόταν σπίτι μας και ήταν νέος και ζούσε η γιαγιά

μου: ο έρωτας δένει τον άντρα με τη γυναίκα και το χρήμα

δένει τη γυναίκα με τον άντρα.»

«Εκείνος; Έτσι έλεγε; Σε ποιόν;»

«Σ’ εμένα, κουφός είσαι; Ναι, σ’ εμένα. Εγώ όμως τότε ήμουν

δεκαπέντε χρονών και απονήρευτη. Η γιαγιά μου έδιωξε από το

σπίτι μας τον ντον Τζάμε και με πάντρεψε με τον Πριάμου

Πίρας. Και ο Πριάμου μου ήταν ένας λεβέντης. Είχε μια

βουκέντρα μ’ ένα σουβλί στην άκρη και μου έλεγε φέρνοντάς το

μπροστά στα μάτια μου: βλέπεις; θα σου τα βγάλω τα μάτια εάν

κοιτάξεις τον ντον Τζάμε όταν σε κοιτά. Κι έτσι πέρασε ο

καιρός. Οι πεθαμένοι όμως γυρίζουν: νατοι, όταν ο ντον

Τζατσιντίνο κάθεται στο σκαμνί και η Γκριζέντα στο κατώφλι,

μου φαίνεται πως είμαι εγώ και ο συγχωρεμένος….»

Όταν άρχιζε εκείνες τις περιπλανήσεις στο παρελθόν δεν

τελείωνε ποτέ και ο Έφις, που το ήξερε, την έδιωξε

ενοχλημένος.

«Πηγαίνετε στο καλό! Ψάξτε κι εσείς έναν καλό γαμπρό με

βουκέντρα για την εγγονή σας!»

Και η γριά, ευχαριστημένη που έμαθε ότι το παλικάρι ένα βράδυ

στο πανηγύρι είπε: «θα την παντρευτώ», έφυγε χωρίς άλλη

κουβέντα. Ο Έφις έμεινε μόνος απέναντι στο κόκκινο φεγγάρι

που ανέβαινε στον ουρανό ανάμεσα στους γκρίζους ατμούς του

απόβραδου, αλλά ήταν ανήσυχος. Μέσα στη χαύνωση που είχε

βυθιστεί όλη η κοιλάδα, ο ψίθυρος του νερού του φαινόταν να

είναι το μουρμουρητό του πυρετού και το τραγούδι των γρύλλων

ένα ατέλειωτο μοιρολόι.

Όχι, η ζωή που έκανε ο Τζατσίντο δεν ήταν εκείνη που αρμόζει

σε έναν έντιμο άνθρωπο που έχει το φόβο του Θεού. Κάθε μέρα

και περισσότερο οι μεγάλες προσδοκίες που έτρεφε γι’ αυτόν

εξαφανίζονταν και τη θέση τους έπαιρναν σοβαρές ανησυχίες.

Ξόδευε χωρίς να κερδίζει, και από το πιο βαθύ πηγάδι,

σκεφτόταν ο Έφις, όταν τραβάει κανείς πολύ νερό, ξηραίνεται.

Κάποια απογεύματα ο Τζατσίντο κατέβαινε στο κτηματάκι για να

μεταφέρει στο χωριό φρούτα και λαχανικά που οι θείες τα

πουλούσαν στο σπίτι κρυφά λες και ήταν κλεμμένα, αφού δεν

ταιριάζει σε γυναίκες ευγενικής καταγωγής να κάνουν τις

μανάβισσες, και αυτό ήταν το πιο χρήσιμο πράγμα που έκανε.

Τον υπόλοιπο καιρό τον περνούσε τεμπελιάζοντας εδώ κι εκεί

στο χωριό. Να τος όμως που ανεβαίνει το μονοπάτι σέρνοντας

στο πλάι, σαν να ήταν σκυλί, το σκονισμένο του ποδήλατο.

Φτάνει λαχανιάζοντας λες και έρχεται από την άλλη άκρη του

κόσμου και αφού πέταξε από μακριά μια σακούλα στον υπηρέτη

ξαπλώνει στη γη φαρδύς πλατύς σαν πεθαμένος.

Και το πρόσωπό του πράγματι ήταν χλωμό σαν πεθαμένου, τα

χείλη του γκρίζα και ένα τρέμουλο συντάραζε τον αριστερό του

ώμο, έτσι που ο Έφις τρομαγμένος έβγαλε από την τσέπη ένα

γυάλινο σωληνάριο, άδειασε στην παλάμη του δυο χάπια κινίνου

και του τα έβαλε στο στόμα.

«Κατάπιε τα. Έχεις μαλάρια!»

Ο Τζατσίντο κατάπιε τα χάπια και χωρίς να ανασηκωθεί έσφιξε

το κεφάλι με τα χέρια του.

«Πόσο είμαι κουρασμένος, Έφις! Ναι, έχω μαλάρια: την άρπαξα

κι εγώ, ναι! Πώς να μην την αρπάξω σ’ αυτό το κωλοχώρι; Τι

χωριό, Θεέ μου!», πρόσθεσε σαν να μιλούσε στον εαυτό του,

κουρασμένος. «Εδώ παθαίνει κανείς, εδώ παθαίνει….»

«Σήκω», είπε ο Έφις σκυμμένος επάνω του. «Μην μένεις εκεί

ξαπλωμένος. Ο απογευματινός αέρας κάνει κακό.»

«Άσε με να ψοφήσω, Έφις! Άσε με! Τι ζέστη! Δεν ξαναείδα

τέτοια ζέστη. Εκεί που ζούσα τουλάχιστον πηγαίναμε στη

θάλασσα….»

Τι να του πει κανείς για να τον παρηγορήσει; «Γιατί δεν

έμεινες εκεί;» Ο Έφις ένοιωθε πολλή λύπηση για όλη αυτή τη

μιζέρια και τον εξευτελισμό που αντίκριζε, για να μιλήσει μ’

αυτόν τον τρόπο.

«Τι έκανες σήμερα;», ρώτησε χαμηλόφωνα.

«Τι ήθελες να κάνω; Δεν έχω τίποτα να κάνω! Έρχομαι εδώ να

σου φέρω ψωμί και γυρίζω πίσω κουβαλώντας τα λαχανικά! Κι

εκείνες που ζουν σαν τρεις μούμιες! Η θεία Νοέμι όμως

ανησύχησε λίγο σήμερα, επειδή η θεία Έστερ μου έλεγε ότι δεν

μπορεί να μαζέψει τα λεφτά για τους φόρους. Έτσι είναι!

Ξοδεύουν για μένα και από μένα δεν θέλουν τίποτα! Εγώ είπα

στη θεία Έστερ: μην ανησυχείτε, θα πάω εγώ στον

φοροεισπράκτορα…- Πόσο θύμωσε η θεία Νοέμι! Τα μάτια ήταν σαν

λυσσασμένης γάτας. Δεν τη φανταζόμουν τόσο ευέξαπτη. Έφτασε

να μου πει: με τα λεφτά σου, εάν έχεις, αγόρασε άλλο ένα

ακορντεόν στην Γκριζέντα. Είναι κακό, Έφις, που πηγαίνω στο

σπίτι εκείνης της κοπέλας; Πού αλλού να πάω; Ο θείος Πιέτρο

με πηγαίνει στο καπηλειό, αλλά εμένα δεν μου αρέσει το κρασί,

το ξέρεις. Ο Μιλέζος θέλει να παίζω (έτσι έκανε περιουσία

εκείνος!) κι εμένα δεν μου αρέσει το παιχνίδι. Πάω εκεί, στο

σπίτι της κοπέλας, επειδή είναι καλή και η γριά λέει

διασκεδαστικά πράγματα. Πού είναι το κακό; Πες μου, πες μου!»

Τον κοίταζε από κάτω προς τα επάνω, ικετευτικά, με τα γλυκά

του μάτια που γυάλιζαν στο φεγγαρόφωτο. Ο Έφις πήρε τη

σακούλα με το ψωμί, αλλά δεν μπορούσε να φάει. Ένοιωθε μια

βαθειά αγωνία να του σφίγγει το λαιμό.

«Κανένα κακό! Η κοπέλα όμως, παρ’ όλο που είναι καλή, είναι

φτωχιά και δεν σου αξίζει.»

«Η αγάπη δεν ξέρει από φτώχια και ευγενική καταγωγή. Πόσοι

άρχοντες δεν παντρεύτηκαν φτωχά κορίτσια; Πού να ξέρεις εσύ

από αυτά. Πόσοι λόρδοι εγγλέζοι και πόσοι εκατομμυριούχοι

αμερικάνοι δεν έχουν παντρευτεί υπηρέτριες, δασκάλες,

τραγουδίστριες….. γιατί; Γιατί αγαπούσαν. Κι εκείνοι είναι

πλούσιοι: είναι οι βασιλιάδες του πετρελαίου, του χαλκού, της

κονσέρβας! Ποιος είμαι εγώ σε σύγκριση μαζί τους; Αλλά και οι

γυναίκες; Οι ρωσίδες πριγκίπισσες, οι αμερικάνες, ποιους

παντρεύονται; Δεν ερωτεύονται φτωχούς καλλιτέχνες και ακόμη

τους αμαξάδες ή τους υπηρέτες τους; Εσύ όμως τι μπορεί να

ξέρεις από αυτά;»

Ο Έφις έσφιγγε στα χέρια του ένα κομμάτι ψωμί και του

φαινόταν πως έσφιγγε την ίδια του την καρδιά ταραγμένη από

τις αναμνήσεις.

«Και λένε πως πιστεύουν στο Θεό, αυτές! Γιατί δεν μ’ αφήνουν

να παντρευτώ την γυναίκα που αγαπώ;»

«Πάψε, Τζατσίντο! Μη μιλάς έτσι γι’ αυτές! Το καλό σου

θέλουν.»

«Να μ’ αφήσουν τότε να κάνω κι εγώ την οικογένειά μου. Εγώ

μπορεί να φέρω την Γκριζέντα στο σπίτι τους κι εκείνη θα τις

βοηθάει. Είναι πλέον γριές. Εγώ θα δουλεύω. Θα πάω στο

Νούορο, θα αγοράσω τυρί, ζώα, μαλλί, κρασί, ακόμη και ξύλα,

ναι, επειδή τώρα, με τον πόλεμο, όλα τα πράγματα έχουν αξία.

Θα πάω στη Ρώμη και θα πουλήσω το εμπόρευμα στο Υπουργείο

Πολέμου. Ξέρεις πόσα θα κερδίσω;»

«Ναι, αλλά το κεφάλαιο;»

«Μην το σκέφτεσαι, το έχω. Αρκεί να μ’ αφήσουν ήσυχο,

εκείνες. Εγώ δεν ήρθα για να τις εκμεταλλευτώ, ούτε να ζήσω

εις βάρος τους. Α, η θεία Νοέμι είναι φοβερή!», αναστέναξε

ξαφνικά κρύβοντας το πρόσωπο μέσα στα χέρια του. «Α, Έφις,

είμαι τόσο πικραμένος! Και έπειτα ντρέπομαι τόσο να τις βλέπω

μες στη μιζέρια, να τις βλέπω να πουλάνε κρυφά τις πατάτες,

τ’ αχλάδια, τα μήλα στα παιδιά που μπαίνουν κρυφά στην αυλή,

με τα χρήματα στο χέρι και ζητούν χαμηλόφωνα να ψωνίσουν, λες

και είναι πράγματα κλεμμένα! Ντρέπομαι, ναι! Αυτά πρέπει να

σταματήσουν. Εκείνες θα ξαναγίνουν εκείνο που ήταν κάποτε,

εάν μ’ αφήσουν να κάνω ό, τι πρέπει. Εάν η θεία Νοέμι ήξερε

πόσο την αγαπώ, δεν θα έκανε έτσι….»

«Τζατσίντο! Δώσε μου το χέρι σου. Είσαι καλό παιδί!», είπε ο

Έφις συγκινημένος.

Σώπασαν∙ έπειτα ο Τζατσίντο άρχισε πάλι να μιλάει με φωνή

απαλή, γλυκιά που παλλόταν μέσα στη φεγγαρόφωτη ησυχία σαν

παιδική φωνή.

«Έφις, εσύ είσαι καλός. Θέλω να σου διηγηθώ μια ιστορία που

συνέβη σ’ έναν φίλο μου. Ήταν υπάλληλος, όπως εγώ, στο

Τελωνείο. Μια μέρα ένας πλούσιος συνταξιούχος λιμενάρχης,

ένας καλός κύριος, σωματώδης αλλά απλοϊκός σαν παιδί, ήρθε να

πληρώσει κάτι. Ο φίλος μου του είπε: Αφήστε τα χρήματα και

περάστε αργότερα να πάρετε την απόδειξη που πρέπει να

υπογραφεί από τον προϊστάμενο. Ο λιμενάρχης άφησε τα χρήματα,

ο φίλος μου τα πήρε, βγήκε έξω, τα έπαιξε και έχασε. Και όταν

ο λιμενάρχης επέστρεψε, ο φίλος μου είπε πως δεν έλαβε

τίποτα! Εκείνος διαμαρτυρήθηκε, πήγε στους ανωτέρους, αλλά

δεν είχε την απόδειξη και όλοι τον κορόιδευαν. Και όμως τον

φίλο μου τον απέλυσαν… ναι, εδώ και τέσσερεις μήνες…. ναι,

θυμάμαι, ήταν απόκριες. Πήγε στο χορό. Το έριξε έξω, ήπιε∙

δεν του έμεινε δεκάρα τσακιστή. Βγαίνοντας από την αίθουσα

του χορού άρπαξε μια πνευμονία και έπεσε επάνω σε ένα παγκάκι

της λεωφόρου. Τον πήγαν στο νοσοκομείο. Όταν βγήκε, αδύνατος

και εξαντλημένος, δεν είχε πού να μείνει ούτε τι να φάει….

Κοιμόταν κάτω από τις καμάρες του λιμανιού, έβηχε και είχε

εφιάλτες. Ονειρευόταν πάντα τον λιμενάρχη που τον

ακολουθούσε, τον ακολουθούσε….. όπως στις σκηνές του

κινηματογράφου. Και να που ένα βράδυ, αυτός ο ίδιος ο

λιμενάρχης πήγε να τον βρει κάτω στις καμάρες του λιμανιού. Ο

φίλος μου νόμιζε ότι ακόμη ονειρευόταν, ο άλλος όμως του

είπε: ξέρετε, εδώ και καιρό σας ψάχνω. Ξέρω ότι σας απέλυσαν

εξ αιτίας των χρημάτων, εμένα όμως μ’ ενδιαφέρει να μάθουν οι

ανώτεροί σας και όλοι οι άλλοι την αλήθεια. Αυτό θα είναι το

καλύτερο και για εσάς. Πείτε, με το χέρι στην καρδιά, σας τα

έδωσα εκείνα τα χρήματα ή όχι; - Ο φίλος μου απάντησε: ναι. –

Τότε ο λιμενάρχης είπε: - Ας προσπαθήσουμε να διορθώσουμε την

κατάσταση. Εγώ δεν θέλω την καταστροφή σας. Ελάτε σπίτι μου,

να η διεύθυνσή μου. Ελάτε αύριο και μαζί θα πάμε στους

ανωτέρους σας. –Εντάξει! Την άλλη μέρα όμως ο φίλος μου δεν

πήγε. Φοβήθηκε. Φοβήθηκε. Κι έπειτα ο καιρός ήταν φοβερός και

δεν μετακινήθηκε από τον τόπο του. Έβηχε, και ένας χαμάλης

του έφερνε πότε πότε λίγο ζεστό γάλα. Τι καιρός ήταν; Τι

καιρός!» επανέλαβε ο Τζατσίντο και σήκωσε το κεφάλι για να

δει γύρω, σαν να ήθελε να βεβαιωθεί ότι η νύχτα ήταν όμορφη.

Ο Έφις άκουγε με τον αγκώνα ακουμπισμένο στο γόνατο και το

πρόσωπο στην παλάμη, όπως τα μικρά παιδιά όταν ακούνε

παραμύθια.

«Μια μέρα όμως το αποφάσισα και πήγα…»

Καλαμιές στον άνεμο · 第 5 / 16 段