Μια μαγική κλωστή έμοιαζε να συνδέει τις γυναίκες

διεγείροντάς τες με τρόπο κόσμιο και φλογερό. Η σειρά των

γυναικών άρχισε να διπλώνεται σχηματίζοντας αργά έναν κύκλο.

Κάθε τόσο μια γυναίκα έμπαινε στο χορό∙ έλυνε τα χέρια από

δυο διπλανές και τα ένωνε με τα δικά της και έτσι μεγάλωνε η

κόκκινη και μαύρη γιρλάντα πίσω από την οποία κινιόταν το

κρόσσι των σκιών. Και τα πόδια σηκώνονταν όλο και πιο

γρήγορα, χτυπούσαν το ένα το άλλο και ταρακουνούσαν τη γη λες

και ήθελαν να την βγάλουν από την ακινησία της.

«Όπα! Όπα!»

Και το ακορντεόν έπαιζε πιο χαρούμενα και πιο ζωηρά. Φωνές

χαράς αντηχούσαν, άγριες σχεδόν, σαν να ζητούσαν από τη

μουσική του χορού περισσότερη ζωντάνια, περισσότερη ηδονή.

«Ούι! Ούιιι!»

Όλοι έτρεξαν να δούνε και εκεί στο βάθος, στη γωνία της αυλής

η Γκριζέντα διέκρινε τα χρυσαφένια μαλλιά του Τζατσίντο

ανάμεσα στις δυο λευκές μαντίλες από τις θείες του.

«Μπαρμπα-Έφις κάντε να χορέψει το βαφτιστήρι σας!», είπε η

Νατόλια.

«Αυτός κι αν είναι ένα βαστάγι!»

«Βάλε τον πλάι στην εκκλησία και θα νομίζεις ότι είναι το

καμπαναριό.»

«Πάψε, Νατόλια, γλωσσού.»

«Τα μάτια σου μιλάνε πιο πολύ από τη γλώσσα μου, Γκριζέ.»

«Φωτιά να σε κάψει!»

«Πάψτε γυναίκες και μπείτε στο χορό.»

Στη γιορτή πήγα….. στη γιορτή….

«Ούι! Ούιιι!»

Η φωνή τρεμούλιαζε σαν χλιμίντρισμα, και οι γάμπες των

γυναικών διαγράφονταν ανάγλυφες κάτω από τις σκουρόχρωμες

φούστες και τα κοντά τους πόδια προεξείχαν από τον κόκκινο

ποδόγυρο που κυμάτιζε και κινούνταν όλο και πιο ζωηρά,

παίρνοντας φωτιά από την ευχαρίστηση του χορού.

«Ντον Τζατσίντο! Ελάτε!»

«Όπα! Όπα!»

«Ελάτε επιτέλους! Ελάτε!»

Όλες οι γυναίκες κοίταζαν προς τα εκεί χαμογελώντας. Τα

δόντια γυάλιζαν στην άκρη από το στόμα τους.

Εκείνος σηκώθηκε σαν να δραπέτευε από τη φυλακή των δυο

γηραιών κυριών, αλλά όταν έφτασε στη μέση της αυλής σταμάτησε

αναποφάσιστος. Τότε ο κύκλος των γυναικών ξανάνοιξε, έγινε

πάλι μια σειρά, προχώρησε να συναντήσει τον ξένο, όπως στα

παιδικά παιχνίδια, τον περικύκλωσε, τον πήρε και τον έκλεισε

μέσα του.

Ανάμεσα στη Γκριζέντα και στη Νατόλια, ψηλός, διαφορετικός

από όλους έμοιαζε να είναι το μαργαριτάρι στο δαχτυλίδι του

χορού και ένοιωθε το χέρι της Γκριζέντα να εγκαταλείπεται

τρέμοντας λιγάκι μέσα στο δικό του, ενώ τα σκληρά και ζεστά

δάχτυλα της Νατόλια μπλέκονταν δυνατά με τα δικά του σαν να

ήταν εραστές.

Και ο παπάς ακόμη βγήκε από την καλύβα του, κοίταξε τριγύρω,

ήρεμος και κόκκινος σαν μωρό φαλακρό ακόμη και στη συνέχεια

πήγε να καθίσει πλάι στις κυρίες Πιντόρ.

«Ωραίο παλικάρι ο ανιψιός σας, ντόνα Ρουθ!»

Έβγαλε την ασημένια ταμπακιέρα, την κούνησε, την άνοιξε και

την πρόσφερε πρώτα στην ντόνα Έστερ, έπειτα στην ντόνα Ρουθ

και τέλος στην ίδια την Καλίνα.

«Ωραίο παλικάρι, ντόνα Έστερ, αλλά προσοχή.»

Σήκωσε το ράσο για να ξαναβάλει στην τσέπη την ταμπακιέρα και

ξαναδίπλωσε και έστριψε το τιρκουάζ μαντήλι του χτυπώντας τις

άκρες του στο στήθος.

«Ντόνα Έστερ, προσοχή. Κι εμείς χορέψαμε όταν είχαμε φτερά

στα πόδια. Και τώρα τι κάνετε, κυρά μου;»

Η ντόνα Έστερ έκλαιγε από χαρά, αλλά προσποιήθηκε ότι

φταρνιζόταν.

«Σαν πιπέρι είναι το ταμπάκο σας, παπα-Πασκά!»

Ο πιο ευτυχισμένος από όλους ήταν ο Έφις. Ξαπλωμένος πάνω σ’

ένα σωρό χόρτα, μέσα σε ένα από τα άδεια κελιά, του φαινόταν

ακόμη πως χόρευε και θαύμαζε τον Τζατσίντο. Και του

χαμογελούσε όπως του χαμογελούσαν οι γυναίκες. Να, η φιγούρα

του «παλικαριού» είχε ήδη πάρει μέσα στη ζωή του την καλύτερη

θέση, όπως στον κύκλο του χορού.

Και με τη σκέψη ξαναγύριζε στη στιγμή που έτρεξε στο σπίτι

των αφεντικών του για να δει το γιο της Λία: τι στιγμή! Ήταν

τόσο μεγάλη η χαρά του που δεν θυμόταν τι είχε πει, τι είχε

κάνει. Ξανάβλεπε μόνο την παγερή αλλά ανήσυχη μορφή της Νοέμι

να τον παρακολουθεί και να του λέει σαν να ήταν μυστικό:

«Πηγαίνετε, άντε, πηγαίνετε στο πανηγύρι…. Πηγαίνετε, σας

περιμένουν».

Τους έδιωξε και το πρόσωπό της φωτίστηκε μόνο την ώρα του

αποχαιρετισμού στην εξώπορτα που την έκλεισε μπροστά της.

Όταν περνούσαν κάτω από το κτηματάκι σταμάτησαν για λίγο και

ο Έφις έδειξε με την τρυφερότητα ενός εραστή τον λόφο του, το

φρύδι του λόφου όπου τα καλάμια τρεμούλιαζαν βαμμένα ροζ από

το ηλιοβασίλεμα, το καλύβι κρυμμένο μέσα στις πρασινάδες να

τον περιμένει.

«Εδώ μένω όλο το χρόνο. Εσείς θα έρθετε όταν θα είναι έτοιμα

τα λαχανικά και τα φρούτα για να τα πάτε στο χωριό… Το άλογό

σας όμως δεν αντέχει το δισάκι!», πρόσθεσε μισοκλείνοντας τα

μάτια μπροστά στη λάμψη του ποδηλάτου.

«Θα φύγω για το Νούορο!», είπε ο Τζατσιντίνο κοιτάζοντας

ωστόσο το κτήμα από κάτω προς τα επάνω, όπως κοιτάζουμε έναν

άνθρωπο.

«Θα έρθετε καμιά φορά! Πριν πιάσουν οι ζέστες, και έπειτα το

φθινόπωρο είναι ωραία στη σκιά εκεί πάνω! Και τη νύχτα; Το

φεγγάρι μας κρατά συντροφιά σαν νύφη και τα καρπούζια εδώ

κάτω στο περιβόλι μοιάζουν τότε σαν κρυστάλλινες φούσκες.»

«Ναι, καμιά φορά θα έρθω», υποσχέθηκε ο Τζατσίντο

κατεβαίνοντας με σβελτάδα από το ποδήλατο σαν πουλί.

Ήταν εκείνος που πρότεινε να επισκεφτούν το κτηματάκι,

παρασυρμένος σχεδόν από τις περιγραφές του συντρόφου του.

Και το επισκέφτηκαν αφήνοντας χαμηλά το άλογο για να βοσκήσει

κανένα κλαδί από την αιμασιά του φράχτη.

Ο Έφις έδειξε στο καινούργιο του νεαρό αφεντικό τα αναχώματα

που κατασκεύασε ο ίδιος με πρωτόγονες μεθόδους και ο νέος

παρατηρούσε με θαυμασμό τις ογκώδεις πέτρες που μάζεψε

εκείνος ο μικροκαμωμένος άνθρωπος και στη συνέχεια κοίταζε

τον ίδιο σαν να ήθελε να υπολογίσει καλύτερα το μεγαλειώδες

της κατασκευής.

«Όλα μόνος; Τι δύναμη! Θα πρέπει να ήσουν δυνατός στα νιάτα

σου!»

«Ναι, ήμουν δυνατός! Και το μονοπάτι, εγώ δεν το ’φτιαξα κι

αυτό;»

Το μονοπάτι σκαρφάλωνε προς τα επάνω, ενισχυμένο και αυτό από

τοιχία ξερολιθιάς. Με αναχώματα υποστηρίζονταν το φρύδι της

πλαγιάς και τα υψώματα του κτήματος. Ήταν ένα έργο υπομονής,

γερό που θύμιζε εκείνα των αρχαίων προγόνων που έχτισαν τα

νουράγκε.

Και ανεβαίνοντας ψηλά σταματούσαν σε κάθε πλατύσκαλο και

έστρεφαν για να θαυμάσουν το έργο του μικροκαμωμένου

ανθρώπου, και ο ξένος είχε απορίες μικρού παιδιού που

διασκέδαζαν τον υπηρέτη.

«Το ποτάμι ξεχειλίζει το χειμώνα;»

«Τι είναι αυτό;» ρωτούσε τραβώντας προς το μέρος του κανένα

κλαδί λεύκας.

Δεν γνώριζε ούτε τα δέντρα ούτε τα χόρτα∙ δεν ήξερε ότι τα

ποτάμια ξεχειλίζουν την άνοιξη! Να η γραμμή σπαρμένη με

ρεβίθια που κιτρίνιζαν ήδη μέσα στον αιχμηρό τους λοβό. Να οι

ντοματιές που σχηματίζουν φράχτη κατά μήκος της υγρής

αυλακιάς, να ένα χωραφάκι από νάρκισσους λες, αλλά είναι από

πατάτες, να τα κρεμμυδάκια που σαλεύουν με το αεράκι σαν να

είναι ασφόδελοι, να και τα λάχανα αυλακωμένα από πράσινες,

φωτεινές κάμπιες. Σύννεφα από άσπρες και κιτρινωπές

πεταλούδες πέταγαν εδώ κι εκεί, κάθονταν και μπερδεύονταν στα

λουλούδια των μπιζελιών, οι ακρίδες πετιόντουσαν και

ξανάπεφταν σαν να τις παρέσερνε ο αγέρας, οι μέλισσες βούιζαν

γύρω από τις ξερολιθιές και έμοιαζαν χρυσές από τη γύρη των

λουλουδιών όπου κάθονταν. Μια σειρά παπαρούνες φλέγονταν

ανάμεσα στο μονότονο πράσινο του χωραφιού με τα κουκιά.

Και μια βαθιά σιγαλιά όλο μυρωδιές έπεφτε με τις σκιές από

τους φράχτες, και όλα ήταν ζεστά και γεμάτα λησμονιά σ’

εκείνη τη γωνιά του κόσμου, περιφραγμένη από τις φραγκοσυκιές

σαν από τείχος βλάστησης, τόσο που ο ξένος, μόλις έφτασε

μπροστά στο καλύβι έπεσε πάνω στη χλόη και επιθυμούσε να μη

συνεχίσει το ταξίδι.

Από το ένα καλάμι στο άλλο επάνω στο λόφο τα σύννεφα του Μάη

περνούσαν λευκά και απαλά σαν γυναικεία πέπλα. Εκείνος

κοίταζε τον καταγάλανο ουρανό και του φαινόταν πως ήταν

ξαπλωμένος σ’ ένα όμορφο κρεβάτι με μεταξωτά σκεπάσματα.

Έβλεπε τον Έφις ν’ ανοίγει το καλύβι, να στρέφει και να τον

καλεί με μια πονηρή χειρονομία, έπειτα να επιστρέφει

κουβαλώντας κάτι κρυμμένο πίσω από την πλάτη και να γονατίζει

κλείνοντάς του το μάτι. Ονειρευόταν;

Ανασηκώθηκε και κάθισε αγκαλιάζοντας τα γόνατα με τα μπράτσα

του κάνοντας τον ακατάδεχτο στην αρχή και παίρνοντας στη

συνέχεια τη ζωγραφισμένη νεροκολοκύθα γεμάτη κίτρινο κρασί

που του πρόσφερε ο υπηρέτης. Τελικά ήπιε: ήταν γλυκό κρασί

και αρωματικό όπως το κεχριμπάρι και πίνοντάς το έτσι, από το

στενό στόμιο της νεροκολοκύθας, του έδινε σχεδόν μια αίσθηση

ηδονής.

Ο Έφις κοίταζε, γονατιστός σαν να προσκυνούσε. Ήπιε κι

εκείνος και του ήρθε να κλάψει.

Οι μέλισσες κάθισαν επάνω στη νεροκολοκύθα. Ο Τζατσίντο έκοψε

το βλαστό μιας βρώμης που βρισκόταν ανάμεσα στα διπλωμένα του

πόδια και κοιτάζοντας καταγής ρώτησε:

«Πώς ζούνε οι θείες μου;»

Είχε φτάσει η στιγμή των αποκαλύψεων. Ο Έφις κούνησε τη

νεροκολοκύθα εδώ κι εκεί, δεξιά και αριστερά.

«Κοιτάξτε, κύριε, μέχρι εκεί που φτάνει το μάτι η κοιλάδα

ήταν της οικογένειάς σας. Ήταν άνθρωποι ισχυροί! Τώρα πια

έχει απομείνει μόνο αυτό το κτηματάκι, αλλά είναι σαν την

καρδιά που χτυπά και στο στήθος των ηλικιωμένων. Ζούμε από

αυτό».

«Μα τι αγύριστο κεφάλι ο παππούς μου! Εκείνος κατέστρεψε την

οικογένεια…..»

«Εάν δεν υπήρχε εκείνος, η αφεντιά σας δεν θα είχε γεννηθεί!»

Ο Τζατσίντο σήκωσε τα μάτια και τα χαμήλωσε πάλι. Μάτια

γεμάτα απελπισία.

«Και γιατί γεννιόμαστε;»

«Καλό και αυτό! Επειδή είναι θέλημα Θεού!»

Ο Τζατσίντο δεν απάντησε∙ κοίταζε πάντα καταγής και τα

βλέφαρά του ανοιγόκλειναν σαν να ήταν έτοιμος να κλάψει. Ήπιε

όμως πάλι, υποχωρητικός, κλείνοντας τα μάτια, ενώ ο Έφις

κάθισε οκλαδόν κρατώντας ένα από τα πέλματα του στα χέρια.

«Δεν είστε ευχαριστημένος που ήρθατε, ντον Τζατσιντί;»

«Μην με λες έτσι», είπε τότε ο νέος. «Εγώ δεν είμαι ευγενής,

δεν είμαι τίποτε! Να μου μιλάς στον ενικό, όπως κάνω εγώ. Εάν

είμαι ευχαριστημένος; Όχι. Ήρθα εδώ γιατί δεν ήξερα πού να

πάω…. Εκεί υπάρχει πολύς κόσμος… Εκεί πρέπει να είναι κανείς

κακός για να κάνει την τύχη του. Δεν μπορείς να καταλάβεις!

Υπάρχουν πολλοί πλούσιοι….. Υπάρχει όμως και πολύς κόσμος…..»

Κουνούσε τα δάχτυλα και είχε το χέρι απλωμένο, σαν να έδειχνε

το πλήθος και ο Έφις κοίταζε το πόδι του και ψιθύριζε με

τρυφερότητα και λύπηση:

«Ψυχή μου!»

Και θα επιθυμούσε να σκύψει επάνω στο απελπισμένο «παλικάρι»

και να του πει: εδώ είμαι εγώ, δεν θα σου λείψει τίποτε! –

αλλά δεν κατάφερε άλλο παρά να του προσφέρει πάλι τη

νεροκολοκύθα όπως η μητέρα προσφέρει το στήθος στο μωρό της

που κλαίει.

«Το ξέρουμε δα τι παλιόκοσμος είναι εκεί! Εδώ όμως είναι

διαφορετικά, μπορεί κανείς να κάνει και την τύχη του ακόμη.

Θα σας διηγηθώ πώς έκαμε ο Μιλέζος….. Ήρθε εδώ μια μέρα σαν

το πουλί που δεν έχει φωλιά….»

Αλλά ο Τζατσίντο άκουγε απογοητευμένος με χαμηλωμένο το

κεφάλι, στραβώνοντας λίγο το στόμα από αηδία, και ξαφνικά

ανάγειρε με τον αγκώνα να στηρίζεται στη χλόη και το κεφάλι

να ακουμπά στο χέρι του, ενώ μασούσε με θυμό το βλαστό της

βρώμης.

«Εάν ήξερες! Τι μπορείς να ξέρεις όμως εσύ; Στη Ρώμη υπάρχει

ένας πρίγκιπας που έχει εκτάσεις όσο είναι όλη η Σαρδηνία και

ένας άλλος, ένας αυτοδημιούργητος, που όταν συμβαίνουν

εθνικές συμφορές προσφέρει περισσότερα χρήματα και από τον

βασιλιά.»

«Και στη Σαρδηνία υπάρχει ένας καλόγερος που έχει τριακόσια

σκούδα εισόδημα την ημέρα», είπε ο Έφις ταπεινά, αλλά μετά

ύψωσε τη φωνή: «Τριακόσια σκούδα, καταλαβαίνετε, κύριε;»

Ο κύριος όμως δεν φάνηκε να εκπλήσσεται. Ύστερα από λίγο όμως

ρώτησε.

«Πού βρίσκεται; Μπορώ να τον γνωρίσω;»

«Βρίσκεται στο Καλαντζάνους, στην Γκαλούρα.»

Πολύ μακριά. Και ο Τζατσίντο, με αφηρημένο βλέμμα, ξανάρχισε

τις ιστορίες για τα μυθικά πλούτη των Στεριανών Κυρίων, για

τις κακές τους συνήθειες και τη διαφθορά τους.

«Και αυτοί είναι άνθρωποι ευχαριστημένοι;» ρώτησε ο Έφις,

σχεδόν θυμωμένα.

«Κι εμείς είμαστε άνθρωποι ευχαριστημένοι;»

«Εγώ ναι, κύριε μου! Πιείτε, πιείτε και κάντε κουράγιο!»

Ο Τζατσίντο ήπιε και ο Έφις έχυσε έπειτα τις τελευταίες

σταγόνες καταγής. Οι μέλισσες πλησίασαν και τριγύρω

σχηματίστηκε ένας γλυκός βόμβος.

Μόλις όμως φτάσανε στο Ριμέντιο το αγόρι φάνηκε να είναι

ευχαριστημένο. Είχε αγκαλιάσει τις θείες του και τις άλλες

γυναίκες, είχε φάει καλά και είχε χορέψει σαν βοσκός στο

πανηγύρι. Τώρα κοιμόταν και ροχάλιζε. Ο Έφις τον είχε δει

λίγο πριν πάνω στο μικρό κρεβάτι κατά μήκος του τοίχου, με τα

βλέφαρα κλειστά, τόσο λεπτά που έμοιαζε να τα διαπερνά το

γαλάζιο των ματιών, με τα πυρόξανθα μαλλιά του πάνω στο λευκό

του μαξιλαριού και τις γροθιές σφιχτές σαν μωρό που

ονειρεύεται. Είχε ξεχάσει καταγής αναμμένο το φως. Ο Έφις

έσκυψε να το σβήσει ενώ σκεφτόταν ότι όλοι οι Πιντόρ τέτοιοι

ήταν: αδιάφοροι για την οικονομία και τον κίνδυνο!

Μπορεί όμως να είναι καλύτερα έτσι στη ζωή! Γύρισε κι εκείνος

ανάσκελα και έκλεισε τις γροθιές. Μέσα από τις τρύπες της

σκεπής πάλλονταν τ’ αστέρια και το τρεμούλιασμά τους καθώς

και τα ασταμάτητο τρεμούλιασμα των γρύλων έμοιαζε το ίδιο

πράγμα.

Μύριζαν οι σκλήθρες και οι μέντες. Όλα είχαν πέσει μέσα σε

μια τρεμάμενη σιωπή όπως μέσα σε τρεχούμενο νερό. Και ο Έφις

θυμόταν τα μακρινά βράδια, τον χορό, τα νυχτερινά τραγούδια,

την ντόνα Λία καθισμένη επάνω στην πέτρα στη γωνιά της αυλής,

αναδιπλωμένη σαν νεαρή φυλακισμένη που ροκανίζει τα δεσμά της

και σιγά σιγά προετοιμάζει την δραπέτευσή της.

Κεφάλαιο πέμπτο

Την άλλη μέρα με την αυγή ο Έφις έφερε πάλι το άλογο στο

χωριό και διηγήθηκε στη νεαρή κυρά του πώς είχαν διασκεδάσει

το προηγούμενο βράδυ. Η Νοέμι φαινόταν ήρεμη∙ μόνο, όταν

εκείνος έφευγε πάλι για το κτηματάκι, έτρεξε στην εξώπορτα

και του ζήτησε να γυρίσει σε τρεις μέρες φέρνοντας προμήθειες

στις αδελφές.

Τρεις μέρες μετά ο Έφις γύρισε και για να μην πληρώσει το

ναύλο για το άλογο φορτώθηκε στην πλάτη το δισάκι και

ξεκίνησε με τα πόδια.

Ο καιρός είχε δροσίσει: από τα βουνά του Νούορο κατέβαινε το

αεράκι των δασών και έτρεχε έτρεχε πάνω στη χλόη κατά μήκος

του ποταμού και έμοιαζε να θέλει να κατέβει μαζί του στη

θάλασσα.

Ο Έφις σταμάτησε στο κτηματάκι, κοντά στη σκλήθρα στο αμμώδες

όριο του χωραφιού με τα καρπούζια και κοιτάζοντας τους

σαρκώδεις βλαστούς που απλώνονταν μπλεγμένοι εδώ κι εκεί σαν

φίδια κάτω από τα φύλλα, του φαίνονταν ότι είχαν, όπως εξ

άλλου όλοι οι θάμνοι που θρόιζαν τριγύρω, κάτι το ζωντανό, το

ζωώδες. Και τους μιλούσε, λες και τον καταλάβαιναν, και τους

έλεγε να προσέχουν μην σπάσουν, μην ξεραθούν, να μεγαλώσουν

καλά και να δώσουν πολλά φρούτα, όπως ήταν το χρέος τους,

αλλά κάποιος θόρυβος στο δρόμο τράβηξε την προσοχή του.

Ο ντον Πρέντου, περήφανος και βαρύς πάνω στο μαύρο, παχύ

άλογό του, περνούσε πίσω από την αιμασιά. Πράγμα ασυνήθιστο,

βλέποντας τον Έφις σταμάτησε..

«Τι κάνεις φορτωμένος μ’ αυτό το δισάκι; Κουκιά έκλεβες;»

Ο Έφις σηκώθηκε με σεβασμό.

«Είναι οι προμήθειες για τις κυράδες μου. Κι εσείς πού πάτε;»

Και ο ντον Πρέντου εκεί κάτω πήγαινε. Από το κεντημένο με

λουλούδια δισάκι του αναδυόταν η μυρωδιά του γκατό [3], που

πήγαινε πεσκέσι στον φίλο του τον Ρέτορα, και πρόβαλε ακόμη ο

βιολετής λαιμός μιας νταμιτζάνας με κρασί.

«Κι εσύ, βλάκα, πας με τα πόδια; Ακόμα και το άλογο σε βάλανε

να κάνεις τώρα; Δώσε μου το δισάκι, θα σου το κουβαλήσω εγώ.

Δεν θα τον σκάσω, μην φοβάσαι! Εάν θέλεις να είσαι πιο

σίγουρος ανέβα στα καπούλια κι εσύ, βλάκα!»

Έκπληκτος ο Έφις, μετά από κάποια παραΚαλία και απειλές,

φόρτωσε το δισάκι του στο άλογο που έμοιαζε να κοιμάται,

έπειτα σκαρφάλωσε στα καπούλια, πίσω από τον ντον Πρέντου,

προσπαθώντας να μην του γίνεται βάρος.

«Τώρα θα ιδρώσει το άλογό σας!»

«Ο διάολος να με πάρει, είναι το πιο γερό άλογο της περιοχής.

Μπορείς να το φορτώσεις με ένα βουνό και θα το κουβαλήσει. Το

βλέπεις; Πηγαίνει σαν να μην ήταν σελωμένο. Για πες μου τώρα

εσύ, τι ήρθε να σΚαλίσει εδώ πέρα ο αλήτης ο ανεψιός μου;»

Ο Έφις του έκανε μια γκριμάτσα πίσω από την πλάτη. Α, να

λοιπόν γιατί τον πήρε καβάλα στο άλογο!

«Γιατί αλήτης; Υπάλληλος ήτανε.»

«Τι έκανε; Έξυνε τα νύχια του;»

«Και όμως, είχε μια πολύ καλή δουλειά! Στο Τελωνείο. Για να

ζήσει όμως κανείς σ’ εκείνα τα μέρη του χρειάζονται πολλά

χρήματα. Εκεί υπάρχουν άρχοντες που έχουν κτήματα όση είναι η

Σαρδηνία και κάποιοι δίνουν μεγαλύτερες ελεημοσύνες και από

τον βασιλιά.»

Ο ντον Πρέντου έσκασε στα γέλια. Ένα σιωπηλό γέλιο, άγριο.

«Α, μάλιστα! Να που έχουν πάρει τα μυαλά σου αέρα!»

«Γιατί μιλάτε έτσι, ντον Πρέντου;» είπε ο Έφις με

αξιοπρέπεια. «Το παλικάρι είναι ντόμπρο και καλό: δεν έχει

ελαττώματα, δεν καπνίζει, δεν πίνει, δεν αγαπά τις γυναίκες.

Θα κάνει περιουσία. Εάν το θελήσει μπορεί να βρει αμέσως

δουλειά στο Νούορο. Έπειτα έχει και λεφτά στην τράπεζα.»

«Τα μέτρησες εσύ, βλάκα; Α, Έφις, μα την πίστη μου σε ταΐζουν

κουτόχορτο, αντί για ψωμί. Πες μου, πόσα σου χρωστάνε τώρα οι

ευγενικές σου κυράδες;»

«Τίποτα δεν μου χρωστάνε. Εγώ χρωστάω τα πάντα σ’ αυτές.»

«Πάψε, γιατί θα σε ρίξω στο ποτάμι. Άκου, τώρα θα συνεχίσετε

να κάνετε χρέη, για να συντηρείτε το νεαρό. Θα πάρετε λεφτά

από την Καλίνα, που να την πάρει ο δαίμονας. Θα πουλήσετε το

κτήμα. Μην ξεχνάς πως το θέλω εγώ. Εάν δεν με ειδοποιήσεις

εγκαίρως, εάν πράξετε όπως τις άλλες φορές που αντί να

πουλήσετε σ’ εμένα στη σωστή τιμή πουλήσατε μισοτιμής σε

άλλους, πρόσεχε, σε προειδοποιώ, Εφισέ, θα σου κόψω το

λαρύγγι. Σε προειδοποίησα.»

Και εκείνος, καθισμένος πίσω, λαχάνιαζε γιατί τον πλάκωνε ένα

βάρος μεγαλύτερο από το δισάκι από το οποίο ο ντον Πρέντου

ήθελε να τον απαλλάξει.

«Θεέ μου! Γιατί μιλάτε έτσι, ντον Πρέντου, σαν εχθρός των

καημένων των ξαδερφάδων σας;»

«Στο διάβολο να πάνε οι ξαδέρφες που έχουν πάρει τα μυαλά

τους αέρα! Εκείνες είναι που με μεταχειρίστηκαν πάντα σαν

εχθρό. Ας γίνει το θέλημά τους. Εσύ όμως να θυμάσαι, Έφις: το

κτηματάκι το θέλω εγώ….»

Το μαρτύριο κράτησε σ’ όλο τον δρόμο, μέχρι που ο Έφις,

περισσότερο κουρασμένος από το αν είχε πάει με τα πόδια,

γλίστρησε από τα καπούλια και τράβηξε κάτω το δισάκι.

Μπαίνοντας στον περίβολο είδε ξανά τη συνηθισμένη σκηνή: οι

κυράδες του κάθονταν στο παγκάκι με τα χέρια σταυρωμένα, η

Καλίνα έγνεθε, με τα πόδια γυμνά μέσα στα πέδιλα∙ μέσα στις

καλύβες οι γυναίκες καθισμένες καταγής έπιναν τον καφέ,

κουνούσαν τα μωρά και πάνω στο μπαλκόνι, με φόντο τον ουρανό

που χρύσιζε, η μαύρη φιγούρα του παπα Πασκάλε χαιρετούσε με

το τιρκουάζ μαντήλι του.

«Διασκεδάζετε;», ρώτησε ο Έφις ακουμπώντας το δισάκι κοντά

στα πόδια των κυράδων του. «Κι εκείνος;»

«Συνέχεια χορεύουμε», είπε η ντόνα Έστερ και η ντόνα Ρουθ

σηκώθηκε για να τακτοποιήσει τα πράγματα.

Για τον Τζατσίντο μίλησε συγκινημένη η τοκογλύφος.

«Τι καταδεχτικό παλικάρι! Είναι λιγομίλητος, αλλά καλός σαν

το μέλι. Διασκεδάζει σαν παιδάκι και έρχεται εδώ για να φάει

το κριθαρένιο ψωμί μου. Νατος που έρχεται με την Γκριζέντα

από τη βρύση.»

Τους διέκριναν πράγματι από μακριά, ανάμεσα στο πράσινο των

θάμνων, εκείνος ψηλός και ωχρός, εκείνη μικρόσωμη και

μελαχρινή, και οι δυο να κουβαλάνε τους κουβάδες που

άστραφταν και πότε πότε χτυπούσαν ο ένας στον άλλο και το

νερό ξεχειλίζοντας ανακατευόταν και έσταζε. Φαίνεται πως τους

ευχαριστούσε εκείνη η επαφή επειδή κοίταζαν τους κουβάδες και

γελούσαν.

Ο Έφις είχε ένα προαίσθημα. Ανέβηκε στο μπαλκόνι για να δώσει

στον ιερέα ένα καλαθάκι με μπισκότα, δώρο από μια χωριάτισσα,

και από εκεί πάνω είδε τον ντον Πρέντου, που είχε σταματήσει

στη βρύση να ποτίσει το άλογό του, να πλησιάζει τον Τζατσίντο

και την Γκριζέντα και να σκύβει να τους πει κάτι. Γελούσαν

και οι τρεις, το κορίτσι με κατεβασμένο το κεφάλι, ο

Τζατσίντο αγγίζοντας το λαιμό του αλόγου.

«Έφις», είπε ο ιερέας, τινάζοντας με το μαντήλι το ταμπάκο

από το στήθος του, «να ο ντον Πρέντου. Καλύτερα, θα έχουμε

και λίγη κακογλωσσιά. Και ο δικός σας ο Τζατσίντο είναι καλό

παιδί∙ έρχεται στη λειτουργία και στις παρακλήσεις. Έχει καλή

ανατροφή και είναι καταδεχτικός. Χρειάζεται προσοχή όμως,

προσοχή!»

Οι υπηρέτριες του ιερέα έτρεξαν έξω για να βοηθήσουν τον

ντον Πρέντου να ξεφορτώσει τα δισάκια, ενώ οι άλλες γυναίκες

πρόβαλαν τα χλωμά τους πρόσωπα στις πόρτες και το σκυλί, αφού

γάβγισε λιγάκι, πηδούσε ψηλά μπροστά στο άλογο σαν να ήθελε

να το φιλήσει.

«Σιγά, γυναίκες!», είπε ο ντον Πρέντου. «Μέσα στα δισάκια

υπάρχει κάτι που σπάει μόλις το αγγίξεις, όπως εσείς….»

«Η σαϊτιά να σας πάρει, ντον Πρέντου!» τον καταράστηκε η

Νατόλια, με βλέμμα ωστόσο λιγωμένο, προσπαθώντας να τον

κατακτήσει.

Α, αν τα κατάφερνε! Θα εκδικούνταν έτσι την Γκριζέντα, που

ήθελε τον ξένο όλον για τον εαυτό της.

Η Γκριζέντα με τη σειρά της φαινόταν αναστατωμένη από την

άφιξη του ντον Πρέντου.

«Αυτός, θα δείτε», είπε χαμηλόφωνα στον Τζατσίντο την ώρα που

διέσχιζαν την αυλή, «αυτός, ο θείος σας, είναι από τους

ανθρώπους που γλεντάνε και ξοδεύουν στα πανηγύρια. Δε

μελαγχολεί όπως εσείς! Εκατό λιρέτες έχει; Τις ξοδεύει και

τις εκατό, για το τίποτα!»

Έβρεξε τα δάχτυλά της με λίγο νερό και του το πέταξε στο

πρόσωπο, δίχως εκείνος να πάψει να χαμογελάει με τα γλυκά του

μάτια γεμάτα από επιθυμία, αφήνοντας να φανούν ανάμεσα από τα

κόκκινα χείλη τα άσπρα δόντια του λες και ήθελε να τη

δαγκώσει.

«Τι αξία έχουν εκατό λιρέτες; Εγώ ξόδεψα χίλιες μέσα σε μια

νύχτα και όμως δεν διασκέδασα….»

Η Γκριζέντα ακούμπησε τον κουβά στο κάθισμα και έπεσε επάνω

στο μωρό που της χαμογελούσε από το στρώμα κουνώντας τα

ποδαράκια του στον αέρα και προσπαθώντας να τα πιάσει με

βρώμικα χεράκια του. Του φίλησε τον ποπό, βυθίζοντας τα χείλη

της στην τρυφερή σάρκα στα σημεία όπου οι αυλακιές σχημάτιζαν

ροζ και βιολετί γραμμές. Το σήκωσε ψηλά, το χαμήλωσε ως τη

γη, το ξανασήκωσε, το έκανε να γελάει, το έφερε έξω

σφίγγοντάς το δυνατά στο στήθος της.

Ο Τζατσίντο κάθισε έξω έχοντας ανοιχτά τα πόδια και

ταλαντεύοντας τα χέρια του ανάμεσά τους, ενώ άκουγε την

Καλίνα που τον προσκαλούσε να φάει μαζί της κουκιά

μαγειρεμένα με γάλα. Μιλούσαν χαμηλόφωνα, σαν να ήταν κάτι

σοβαρό, αλλά η ντόνα Ρουθ εμφανίστηκε στη μικρή πόρτα

κρατώντας στο χέρι ένα αρνίσιο μπούτι λευκό από το λίπος με

την βιολετί νεφραμιά σκεπασμένη από τη μπόλια και διέκοψε τη

συζήτηση.

«Πρέπει να φωνάξουμε τον Έφις για να κάνει μια ξύλινη σούβλα.

Πήγαινε Τζατσίντο!»

Η Γκριζέντα έτρεξε εκείνη να φωνάξει τον υπηρέτη, τρίφτηκε

επάνω του σαν γατάκι και του έδωσε να φιλήσει το μωρό.

«Πόσο χαρούμενη είμαι, μπαρμπα Έφις! Απόψε θα ξαναχορέψουμε!

Κοιτάξτε όμως το μικρό σας αφεντικό. Λες και κάνει κόρτε στην

Καλίνα!»

Ο Έφις την κοίταζε τρυφερά. Είδε τον Τζατσίντο να σηκώνει τα

μάτια γεμάτα έρωτα και επιθυμία και μέσα από την καρδιά του

ευλόγησε τους δυο νέους. Ναι, διασκεδάστε, ερωτευτείτε. Γι’

αυτό είναι τα πανηγύρια και τα πανηγύρια περνάνε γρήγορα……

Καθισμένος στη σκιά του τοίχου άρχισε να φτιάχνει τη σούβλα.

Οι γυναίκες γελούσανε γύρω του, ο Τζατσιντίνο όπως πάντα ήταν

σιωπηλός και φαινόταν να προσέχει στον ήχο του ακορντεόν που

γέμιζε με παράπονο και φωνές την αυλή. Ήρθε όμως κουνάμενη η

Νατόλια.

«Το αφεντικό μου και ο ντον Πρέντου προσκαλούν τον ντον

Τζατσιντίνο σε γεύμα.»

Κι εκείνος σηκώθηκε αφού τίναξε καλά τα μπατζάκια του. Η

ντόνα Έστερ τον ακολούθησε με τα μάτια και έμεινε να κοιτάζει

προς το μπαλκόνι, σαν μαγεμένη από τη λάμψη των ποτηριών και

του ασημένιου δίσκου που η Νατόλια κουνούσε εκεί πάνω σαν να

ήταν καθρέφτης. Η ιδέα ότι ο πλούσιος ξάδελφος έδωσε σημασία

στον φτωχό ξάδελφο ήταν αρκετή για να την κάνει ευτυχισμένη.

Οι γυναίκες επαινούσαν τον Τζατσίντο και η τοκογλύφος,

τραβώντας το νήμα ανάμεσα στον αντίχειρα και στον δείχτη και

γυρίζοντας το αδράχτι πάνω στο γόνατο, έλεγε με ασυνήθιστη

γλυκύτητα:

«Δεν γνώρισα ποτέ ένα αγόρι τόσο φρόνιμο. Είναι και όμορφο!

Μοιάζει με τον μακαρίτη Βαρόνο….»

«Με ποιόν; Με τον πεθαμένο Βαρόνο που ζει ακόμη μέσα στο

κάστρο;»

Η ντόνα Ρουθ όμως έφερε το δείχτη στο στόμα: δεν έπρεπε να

μιλούν για πεθαμένους στο πανηγύρι.

«Ποιο φάντασμα! Είναι ζωντανός και τα χέρια του δεν βρίσκουν

ησυχία, έτσι δεν είναι, Γκριζέντα; Ποιος; Μα ο ντον

Τζατσίντο!»

Η Γκριζέντα όμως, ακουμπισμένη στον τοίχο, με το μωρό να της

βυζαίνει τα κουμπιά της μπλούζας, κοίταζε κι εκείνη το δίσκο

που έλαμπε στο μπαλκόνι και τα μάτια της έμοιαζαν μαγεμένα,

όπως εκείνα της προγιαγιάς της όταν τις νύχτες με φεγγάρι

κατασκόπευαν τα στοιχειά που κατέβαιναν στο ποτάμι.

Ο Έφις ξαναγύρισε μετά τρεις μέρες. Αυτή τη φορά δεν ήταν

μόνος. Όλοι σχεδόν οι χωριανοί κατέβαιναν στο πανηγύρι και οι

γυναίκες κουβαλούσαν στο κεφάλι δίσκους με γλυκίσματα και

καλάθια γεμάτα με κότες δεμένες με κόκκινες κορδέλες.

Τα δεντράκια τριγύρω ήταν γεμάτα με άγουρα φρούτα και το

πανηγύρι έμοιαζε να απλώνεται σε όλη την κοιλάδα.

Όταν έφτασε ο Έφις βρήκε τον φράχτη που περιέβαλε τις καλύβες

γεμάτο από κάρα που έφεραν τέντες από λινάτσα ή σεντόνια και

τους πωλητές γλυκισμάτων και κρασιού να στέκονται πλάι στους

μικρούς πάγκους τους στη σκιά της εκκλησίας.

Καλαμιές στον άνεμο · 第 4 / 16 段