Τα υπόλοιπα μπερδεύονταν στη μνήμη της: ώρες και μέρες

αγωνίας και μυστηριώδους τρόμου όπως όταν έχει κανείς υψηλό

πυρετό…. Ξανάβλεπε μόνο το χλωμό και συσταλμένο πρόσωπο του

Έφις που έσκυβε για να κοιτάξει καταγής σαν να έψαχνε κάτι

χαμένο.

« Κυράδες μου, σιωπή, σιωπή!», μουρμούριζε, αλλά ο ίδιος

έτρεχε εδώ κι εκεί στο χωριό και ρωτούσε σε όλους εάν είχαν

δει τη Λία και έσκυβε να κοιτάξει μέσα στα πηγάδια και

κατασκόπευε στις ερημιές.

Κατόπιν γύρισε ο ντον Τζάμε…..

Όταν το θυμόταν αυτό μια αντάρα σαν από καταιγίδα αχολογούσε

μες στο μυαλό της Νοέμι και κάθε φορά ένοιωθε την ανάγκη ν’

αλλάζει θέση, σαν να ήθελε ν’ απαλλαγεί από έναν εφιάλτη.

Έτσι, σηκώθηκε και ανέβηκε στην κάμαρά της, στην ίδια όπου

κάποτε κοιμόταν με τη Λία. Το ίδιο κρεβάτι από σκουριασμένο

σίδερο στολισμένο με ξεθωριασμένα φύλλα χρυσού, με τσαμπιά

από σταφύλι που κάποια ρόγα εδώ κι εκεί διατηρούσε, όπως στα

αληθινά, άγουρα τσαμπιά, λίγο κόκκινο και βιολετί χρώμα. Οι

ίδιοι τοίχοι ασβεστωμένοι, τα καδράκια με τις μαύρες κορνίζες

και τις παλιές λιθογραφίες που κανείς μες στο σπίτι δεν ήξερε

την αξία τους. Η ίδια σκοροφαγωμένη ντουλάπα που επάνω της

ήταν τοποθετημένα στη σειρά πορτοΚαλία και λεμόνια και

γυάλιζαν με το φως του δειλινού σαν χρυσαφένιοι καρποί.

Η Νοέμι άνοιξε την ντουλάπα για να ξαναβάλει εκεί το

εργόχειρό της και οι μεντεσέδες έτριξαν μες στη σιωπή σαν

χορδή βιολιού, ενώ ο ήλιος, τώρα πια χωρίς ακτίνες, έριχνε

μια ροζ αναλαμπή στα ασπρόρουχα που ήταν τοποθετημένα επάνω

σε ράφια ντυμένα με χαρτί τιρκουάζ.

Όλα ήταν σε τάξη εκεί μέσα: επάνω μερικά φθαρμένα παπλώματα,

μεταξωτά χαλιά, μάλλινες κουβέρτες που από την πολλή χρήση

είχαν πάρει το κίτρινο χρώμα του κρόκου, πιο κάτω τα

ασπρόρουχα που μύριζαν κυδώνι και κάνιστρα φτιαγμένα από

ασφόδελο και βούρλα που στο κιτρινωπό τους φόντο διαγράφονταν

σχέδια σε μαύρο χρώμα βάζων, ψαριών και ειδωλίων της

πρωτόγονης τέχνης της Σαρδηνίας.

Η Νοέμι ξανάβαλε το εργόχειρό της μέσα σε ένα από αυτά τα

κάνιστρα και ανασήκωσε ένα άλλο. Από κάτω ήταν ένα πάκο

χαρτιά, τα χαρτιά της οικογένειας: τα συμβόλαια, οι διαθήκες,

τα πρακτικά μιας δικαστικής διένεξης, όλα δεμένα σφιχτά με

ένα κίτρινο κορδελάκι για το κακό μάτι. Το κίτρινο κορδελάκι,

που δεν εμπόδισε να περάσει η γη τους σε άλλα χέρια και τη

διένεξη να την κερδίσουν οι αντίπαλοι, έδενε με τα άλλα νεκρά

χαρτιά και ένα γράμμα που η Νοέμι, κάθε φορά που σήκωνε το

μικρό πανέρι, το κοίταζε, όπως κοιτάζει κανείς από την ακτή

το πτώμα ενός ναυαγού που το σπρώχνει ελαφρά το κύμα.

Ήταν το γράμμα της Λία μετά την φυγή της.

Εκείνη τη μέρα οι αναμνήσεις τής έκαναν κακό. Η απομάκρυνση

των αδερφάδων της και ένας ενστικτώδης φόβος μοναξιάς την

έφερναν πίσω στο παρελθόν. Το πορτοΚαλί φως του δειλινού, το

Βουνό σκεπασμένο με μαβιά πέπλα, η μυρωδιά του απογεύματος,

όλα οδηγούσαν την ψυχή της είκοσι χρόνια πριν. Σιωπηλή,

σκουρόχρωμη φιγούρα μπροστά στο διάχυτο φως ανάμεσα στο

παραθυράκι και στην ντουλάπα, έμοιαζε η ίδια μια μορφή του

παρελθόντος που βγήκε από το παλιό νεκροταφείο για να

επισκεφτεί το εγκαταλειμμένο σπίτι. Έβαλε πάλι σε τάξη τα

παπλώματα και τα πανέρια, έκλεισε, ξανάνοιξε∙ το ντουλάπι

έτριζε και έμοιαζε να είναι το μόνο ζωντανό πράγμα μέσα στο

σπίτι.

Τελικά το αποφάσισε και τράβηξε το γράμμα από το πάκο των

χαρτιών. Ήταν λευκό ακόμα μέσα στο λευκό φάκελο, σαν να το

είχαν γράψει χθες και να μην το είχε διαβάσει κανείς ακόμη.

Η Νοέμι κάθισε στο κρεβάτι, αλλά μόλις ξεδίπλωσε το χαρτί και

ακούμπησε το χέρι στην μπρούτζινη σφαίρα του κρεβατιού,

κάποιος χτύπησε στην εξώπορτα: στην αρχή ένα χτύπημα, έπειτα

τρία, και μετά συνεχόμενα.

Σήκωσε το κεφάλι και κοίταξε προς την αυλή με τρομαγμένα

μάτια.

«Δεν μπορεί να είναι ο ταχυδρόμος∙ πέρασε ήδη….»

Τα χτυπήματα αντηχούσαν μέσα στη σιωπηλή αυλή. Έτσι χτυπούσε

ο πατέρας της όταν αργούσαν να του ανοίξουν…..

Άφησε το γράμμα και έτρεξε κάτω, αλλά όταν έφτασε στην

εξώπορτα σταμάτησε για ν’ ακούσει. Η καρδιά της χτυπούσε, σαν

να έπεφταν τα χτυπήματα στο στήθος της.

«Θεέ μου! Θεέ μου! Δεν μπορεί να είναι αυτός….»

Τελικά ρώτησε λίγο απότομα:

«Ποιος είναι;»

«Φίλος», απάντησε μια ξένη φωνή.

Η Νοέμι όμως δεν κατάφερνε να ανοίξει, τόσο πολύ έτρεμαν τα

χέρια της.

Ένας νέος άντρας που έμοιαζε με εργάτη, ψηλός και χλωμός,

ντυμένος στα πράσινα, με κίτρινα σκονισμένα παπούτσια και

μικρό μουστάκι στο χρώμα των παπουτσιών, στεκόταν μπροστά

στην εξώπορτα στηριζόμενος σε ένα ποδήλατο. Μόλις είδε την

Νοέμι έβγαλε το σκούφο του που άφησε τα χνάρια του πάνω στα

πυκνά του μαλλιά που χρύσιζαν και της χαμογέλασε αφήνοντας να

φανούν τα όμορφα δόντια του ανάμεσα στα σαρκώδη χείλη.

Εκείνη τον γνώρισε αμέσως από τα μάτια, μάτια μεγάλα,

αμυγδαλωτά με γαλαζοπράσινο χρώμα∙ ήταν τα μάτια των Πιντόρ,

αλλά η αναστάτωσή της μεγάλωσε όταν ο ξένος πήδησε επάνω στα

σκαλιά της εξώπορτας και την έσφιξε στα δυνατά του μπράτσα.

«Θεία Έστερ! Εγώ είμαι…. Οι άλλες θείες;»

«Είμαι η Νοέμι….», είπε λίγο προσβεβλημένη, αλλά αμέσως

σκλήρυνε τη στάση της. «Δεν σε περιμέναμε. Η Έστερ και η Ρουθ

είναι στο πανηγύρι….»

«Έχει πανηγύρι;», είπε σηκώνοντας το ποδήλατο που επάνω του

ήταν δεμένη μια σκονισμένη βαλίτσα. «Α, ναι, θυμάμαι: το

πανηγύρι της Παναγίας του Ριμέντιο. Α, μάλιστα…..»

Του φαινόταν να αναγνωρίζει το μέρος που βρισκόταν. Να το

υπόστεγο της αυλής που τόσες φορές έφερνε στο νου της η

μητέρα του. Έβαλε εκεί το ποδήλατό του και άρχισε να λύνει

την βαλίτσα χτυπώντας την με ένα μαντήλι για αν διώξει τη

σκόνη.

Η Νοέμι σκεφτόταν:

«Πρέπει να φωνάξω την θεια-Ποτόι, να την στείλω στον Έφις….

Πώς να κάνω μόνη μου; Α, εκείνες ήξεραν ότι θα ερχόταν και με

άφησαν μόνη….»

Το αγΚαλίασμα εκείνου του άγνωστου άντρα που ήρθε ποιος ξέρει

από πού, από τους δρόμους του κόσμου, της προκαλούσε έναν

αόριστο φόβο, γνώριζε όμως καλά τις υποχρεώσεις της

φιλοξενίας και δεν μπορούσε να τις παραβεί.

«Μπες μέσα. Θέλεις να πλυθείς; Θα ανεβάσουμε μετά επάνω την

βαλίτσα. Θα φωνάξω μια γυναίκα που μας υπηρετεί….. Τώρα είμαι

μόνη στο σπίτι….. και δεν σε περίμενα…..»

Προσπαθούσε να κρύψει την φτώχια τους, αλλά φαίνεται πως

εκείνος γνώριζε και γι’ αυτήν, επειδή χωρίς να περιμένει να

τον εξυπηρετήσουν, αφού κουβάλησε την βαλίτσα στο δωμάτιο που

η θεία Έστερ είχε ήδη προετοιμάσει γι’ αυτόν – το παλιό

δωμάτιο των ξένων, στο βάθος του μπαλκονιού – ξανακατέβηκε

άνετος και πήγε να πλυθεί στο πηγάδι σαν τον υπηρέτη.

Η Νοέμι τον ακολούθησε με την πετσέτα στο χέρι.

«Ναι, ήρθα από την Τερανόβα. Τι δρόμος! Πετάει κανείς! Ναι,

πρέπει να πέρασα μπροστά από την εκκλησία, αλλά δεν πήρα

είδηση για το πανηγύρι. Ναι, το χωριό μοιάζει ερημικό. Είναι

πολύ ξεπεσμένο, ναι….»

Απαντούσε ναι σε όλες τις ερωτήσεις της Νοέμι, αλλά έδειχνε

πολύ αφηρημένος.

«Γιατί δεν έγραψα; Μετά το γράμμα της θείας Έστερ ήμουν

αβέβαιος. Έπειτα αρρώστησα κιόλας και…. δεν ήξερα…. Για να

σας πω την αλήθεια το αποφάσισα προχθές∙ ήταν και ένας φίλος

που έφευγε… Χθες, λοιπόν, μιας και η θάλασσα ήταν ήρεμη,

αναχώρησα….»

Ενώ σκουπιζόταν κατευθυνόταν προς την κουζίνα. Η Νοέμι τον

ακολουθούσε.

«Η Έστερ του έγραψε! Κι αυτός αναχώρησε, έτσι, σα να πάει σε

γιορτή!»

Εκείνος κάθισε στον παλιό πάγκο, απέναντι από το Βουνό που

έριχνε την βιολετί του σκιά μέσα στην κουζίνα, έβαλε τα

μακριά του πόδια το ένα επάνω στο άλλο, σταύρωσε τα μακριά

του μπράτσα στο στήθος ψαύοντάς τα με τα λευκά του χέρια. Η

Νοέμι παρατήρησε ότι οι κάλτσες του ήταν πράσινες, ένα

πραγματικά περίεργο χρώμα για αντρικές κάλτσες, και άναψε τη

φωτιά μονολογώντας πάλι:

«Ώστε η Έστερ του έγραψε κρυφά; Ας τον περιποιηθεί εκείνη

τώρα!»

Και ένοιωθε έναν αδιόρατο φόβο να στρέψει, να κοιτάξει εκείνη

την αντρική φιγούρα που ήταν κάπως παράξενη, πράσινη και

κίτρινη, ακίνητη πάνω στον πάγκο απ’ όπου λες και δεν θα

ξανασηκωνόταν πια.

Εκείνος όμως ξανάρχισε να μιλά για το ταξίδι, για το μοναχικό

δρόμο και ρώτησε πόση ώρα χρειάζεται για να φτάσει στο

Νούορο. Ήθελε να πάει στο Νούορο όπου υπήρχε ένας

διαχειριστής ενός ατμοκίνητου μύλου, φίλος του πατέρα του,

που του είχε υποσχεθεί μια θέση.

Η Νοέμι σηκώθηκε χαμογελώντας.

«Πόση ώρα; Δεν ξέρω να σου πω πόση ώρα είναι με το ποδήλατο.

Λίγη ώρα. Εγώ πήγα στο Νούορο πριν πολλά χρόνια με το άλογο.

Ο δρόμος είναι όμορφος και η πόλη είναι όμορφη, βέβαια. Ο

αέρας είναι καλός και ο κόσμος είναι καλός. Εκεί δεν έχει

πυρετούς μαλάριας, όπως εδώ, και όλοι μπορούν να δουλεύουν

και να κερδίζουν χρήματα. Όλοι οι ξένοι πλούτισαν εκεί πέρα,

ενώ εδώ λες και είμαστε σε τόπο νεκρών…»

«Ναι, ναι, αυτό είναι αλήθεια!»

Πήγε να πάρει αυγά για να του κάνει μια ομελέτα.

«Βλέπεις, εδώ ούτε κρέας δεν έχουμε κάθε μέρα. Κρασί δεν

βρίσκει πια κανείς…. Και αυτός ο διαχειριστής του μύλου πώς

ονομάζεται; Τον γνωρίζεις;»

Όχι, δεν τον γνώριζε, αλλά ήταν σίγουρος πως όταν πήγαινε στο

Νούορο θα την έπαιρνε τη θέση.

Η Νοέμι χαμογελούσε με μνησικακία και ειρωνεία, σκυμμένη πάνω

από την ομελέτα: έτσι εύκολα βρίσκεται μια θέση! Τόσοι

ψάχνουν μια θέση!

«Μα εσύ εγκατέλειψες την δουλειά που είχες;», ρώτησε βιαστικά

χωρίς να ανασηκώσει τα μάτια.

Ο Τζατσίντο δεν απάντησε αμέσως. Φαινόταν ν’ ανησυχεί για την

κατάληξη που θα είχε η ομελέτα που εκείνη γύριζε προσεχτικά

μες στο τηγάνι.

Μερικές σταγόνες λάδι έπεσαν επάνω στην πυροστιά, γεμίζοντας

την κουζίνα με τσίκνα. Έπειτα το τηγάνισμα συνεχίστηκε ήρεμα

και ο Τζατσίντο είπε:

«Ήταν μια παλιοδουλειά! Και δεν ήταν και σίγουρη…. Με τόσες

ευθύνες!.....»

Δεν είπε τίποτε άλλο και η Νοέμι δεν τον ξαναρώτησε. Η ελπίδα

να φύγει αυτός γρήγορα για το Νούορο την έκανε καλή και

υπομονετική. Έστρωσε το τραπέζι στην τραπεζαρία που ήταν

δίπλα, εγκαταλειμμένη και υγρή σαν καντίνα, και άρχισε να τον

σερβίρει ζητώντας συγνώμη που δεν μπορούσε να του προσφέρει

τίποτα άλλο.

«Σ’ αυτό το χωριό πρέπει να ικανοποιείται κανείς με ό, τι

βρίσκει…..»

Ο Τζατσίντο έσπαζε τα καρύδια με τα δυνατά του χέρια και

έστηνε το αυτί στα κουδουνίσματα των κοπαδιών που περνούσαν

πίσω από το σπίτι. Είχε σχεδόν νυχτώσει. Το Βουνό σκοτείνιασε

και εκεί, μέσα στο υγρό δωμάτιο με τους πράσινους από την

υγρασία τοίχους, ήταν σαν να βρισκόταν κανείς μέσα σε σπηλιά,

μακριά από τον κόσμο. Η περιγραφή του πανηγυριού που έκανε η

Νοέμι τον εντυπωσίαζε. Την κοίταζε λίγο κουρασμένος και

νυσταγμένος, κι εκείνη, μαύρη φιγούρα με φόντο το λαμπερό

ακόμη παράθυρο, με τα πυκνά μαλλιά και τα μικρά χέρια

ακουμπισμένα στο φτωχικό τραπέζι, πρέπει να του θύμιζε τις

νοσταλγικές διηγήσεις της μητέρας του, επειδή άρχισε να

ρωτάει για πρόσωπα του χωριού που είχαν πεθάνει ή που δεν

ενδιέφεραν καθόλου την Νοέμι.

«Ο θείος Πιέτρο; Πώς είναι αυτός ο θείος Πιέτρο; Είναι ο

πλουσιότερος, ε; Πόσα μπορεί να έχει;»

«Είναι πλούσιος, βέβαια, αλλά είναι ένας στριμμένος!

Ξιπασμένος και τσιγκούνης σαν Εβραίος.»

«Δανείζει λεφτά σαν τοκογλύφος;»

Η Νοέμι κοκκίνισε επειδή, παρ’ όλο που οι σχέσεις της με τον

εξάδελφο ήταν τεταμένες, της φαινόταν να την βρίζουν

προσωπικά όταν αποκαλούσαν τοκογλύφο έναν ευγενή Πιντόρ.

«Ποιος σου το είπε αυτό; Μην το ξαναπείς ούτε για αστείο….»

«Ο Ρετόρος και η αδελφή του όμως είναι πραγματικοί

τοκογλύφοι. Είναι πλούσιοι; Πόσα έχουν;»

«Ούτε αυτοί, τι κάθεσαι και λες τώρα; Ίσως ο Μιλέζος, αλλά με

δίκαιο διάφορο∙ τριάντα τοις εκατό, όχι παραπάνω….»

«Και αυτό είναι δίκαιο διάφορο; Τότε τι είναι τα άλλα;»

Τότε η Νοέμι έσκυψε στο τραπέζι και ψιθύρισε:

«Και χίλια τα εκατό… Και καμιά φορά περισσότερο».

Ο Τζατσίντο όχι μόνο δεν εντυπωσιάστηκε αλλά έβαλε να πιεί

και είπε σκεφτικός:

«Ναι, και σ’ εμάς η τοκογλυφία έχει πάρει μεγάλες

διαστάσεις….. Ο ανιψιός του καρδινάλιου Ραμπόλα έτσι

καταστράφηκε!....»

Μετά το δείπνο θέλησε να βγει. Ρώτησε πού ήταν το ταχυδρομείο

και η Νοέμι τον οδήγησε μέχρι τον δρόμο και του έδειξε την

μικρή πλατεία στο βάθος προς το σπίτι του Μιλέζου.

Μόλις εκείνος απομακρύνθηκε, κοίταξε τριγύρω της και κατέβηκε

μέχρι το σπιτάκι της γριάς Ποτόι. Η μικρή πόρτα ήταν ανοιχτή,

αλλά στο εσωτερικό ήταν σκοτάδι και μόνο μετά το δειλό

κάλεσμα της Νοέμι η γριά έκανε την εμφάνισή της μέσα από το

πυκνό σκοτάδι της τρώγλης κρατώντας ένα δαυλί αναμμένο. Το

κοκκινωπό αμυδρό φως έκανε να σπιθοβολούν τα κοσμήματά της.

«Θεια-Ποτόι, εγώ είμαι. Πρέπει να στείλετε εξάπαντος κάποιον

να φωνάξει τον Έφις. Ήρθε ο Τζατσίντο. Μετά να έρθετε να

κοιμηθείτε μαζί μου. Φοβάμαι να μείνω μόνη…. με έναν ξένο…»

«Θα πάω να φωνάξω κάποιον για να τον στείλω στο κτήμα. Εγώ

όμως στο σπίτι σας δεν έρχομαι, όχι. Το σπίτι δεν το αφήνω

στα χέρια του στοιχειού….»

Και για να μην μπει το στοιχειό όσο θα έλειπε, άφησε αναμμένο

το δαυλί στο κατώφλι της πόρτας.

Κεφάλαιο τέταρτο

Μια μεγάλη φωτιά από αναμμένα σχίνα, όπως την είχε δει μικρή

η Νοέμι, άναβε στην αυλή της Παναγίας του Ριμέντιο,

φωτίζοντας τους μαυρισμένους τοίχους του ναού και των

καλυβιών τριγύρω.

Ένα αγόρι έπαιζε το ακορντεόν, αλλά οι πιστοί, που μόλις

είχαν βγει από την παράκληση και προετοίμαζαν το δείπνο ή

έτρωγαν ήδη μέσα στις καλύβες, δεν το αποφάσιζαν ν’ αρχίσουν

το χορό.

Ήταν ακόμη νωρίς∙ στον φωτεινό ουρανό του δειλινού ξεχώριζαν

τα πρώτα αστέρια και πίσω από τον πυργίσκο του μπαλκονιού το

λιόγερμα κοκκίνιζε σβήνοντας λίγο λίγο.

Γαλήνη βασίλευε στο αυτοσχέδιο χωριό και οι νότες του

ακορντεόν, οι φωνές και τα γέλια μέσα στις καλύβες των

προσκυνητών έμοιαζε να έρχονται από μακριά.

Εδώ κι εκεί μπροστά σε μικρές φωτιές αναμμένες κατά μήκος των

τοίχων έσκυβε η μαύρη φιγούρα καμιάς γυναίκας που μαγείρευε.

Οι άντρες, που είχαν έρθει την παραμονή για να μεταφέρουν τις

οικοσκευές, είχαν κιόλας φύγει με τα κάρα και τα άλογά τους.

Έμειναν οι γυναίκες, οι γέροι, τα μικρά και μερικοί έφηβοι

και όλοι αυτοί, παρ’ όλο που πίστευαν πως ήταν εκεί για

μετάνοια, προσπαθούσαν να διασκεδάσουν όσο το δυνατόν

καλύτερα.

Οι κυρίες Πιντόρ είχαν στη διάθεσή τους δυο καλύβες από τις

παλιότερες (κάθε χρόνο κατασκευάζονταν νέες) που ονομάζονταν

επί τούτου sas muristenes de sas damas, επειδή είχαν γίνει

σχεδόν ιδιοκτησία τους σαν αποτέλεσμα δώρων και δωρεών που

έκαναν στην εκκλησία οι πρόγονοί τους από τον καιρό ακόμα που

οι αρχιεπίσκοποι της Πίζας στη διάρκεια επισκέψεων του

ποιμνίου τους στη Σαρδηνία ξεμπάρκαραν στο πιο κοντινό λιμάνι

και έκαναν λειτουργίες στον ιερό τόπο.

Να ακόμη, ανάμεσα στις δυο καλύβες, στη γωνία της αυλής το

πέτρινο κάθισμα ακουμπισμένο στον τοίχο όπου η θεια-Ποτόι

είχε δει την ντόνα Μαρία Κριστίνα περιτριγυρισμένη σαν

Βαρόνη από όλες τις γυναίκες των υποταχτικών που πήγαιναν να

προσκυνήσουν στην εκκλησία.

Τώρα η ντόνα Έστερ και η ντόνα Ρουθ κάθονταν ταπεινές και

ντυμένες στα μαύρα σαν δυο καλόγριες, με τη λευκή μαντίλα στο

κεφάλι και τα χέρια σταυρωμένα κάτω από τις ποδιές τους,

έχοντας στο νου τους τη Νοέμι που βρισκόταν μακριά και τον

Τζατσίντο που κι αυτός ήταν μακριά.

Το δείπνο τους ήταν λιτό: χυλός από γάλα που δεν φούσκωνε το

στομάχι και άφηνε διαυγή και φωτεινή τη σκέψη σαν το μεγάλο

ανοιξιάτικο ουρανό. Και όμως, πότε πότε την ντόνα Έστερ την

κυρίευαν οι τύψεις και από το μυαλό της περνούσε μια κρυφή,

ένοχη σχεδόν, σκέψη. Ο Τζατσιντίνο….. το γράμμα που του

έγραψε κρυφά…. Πλάι τους, καθισμένη καταγής με την πλάτη στον

τοίχο και τα χέρια γύρω από τα γόνατα, η Γκριζέντα γελούσε

κοιτάζοντας το αγόρι που έπαιζε το ακορντεόν. Στη διπλανή

καλύβα οι συγγένισσές της, μαζί με τις οποίες είχε έρθει στο

πανηγύρι, δειπνούσαν καθισμένες καταγής γύρω από ένα δισάκι

απλωμένο αντί για τραπεζομάντιλο και ενώ μια από αυτές

νανούριζε ένα μωρό που αποκοιμιόταν κουνώντας τα χεράκια του,

η άλλη καλούσε το κορίτσι.

«Γκριζέντα, καλή μου, έλα, πάρε τουλάχιστον ένα κομμάτι

τηγανίτα! Τι θα πει η γιαγιά σου; Ότι σ’ αφήσαμε να πεθάνεις

από την πείνα;»

«Γκριζέντα, δεν ακούς που σε φωνάζουν; Κάνε αυτό που σου

λένε», είπε η ντόνα Έστερ.

«Α, ντόνα Έστερ μου! Πεινάω μόνο… για χορό!»

«Τζουαναντό! Έλα να φας! Δεν βλέπεις πως η μουσική σου είναι

σαν τον άνεμο; Έδιωξε όλον τον κόσμο.»

«Περίμενε να γεμίσουν τ’ ασκιά και θα δεις!», είπε η

τοκογλύφος, βγαίνοντας στο πορτάκι δεξιά από τις κυρίες

Πιντόρ και καθαρίζοντας τα δόντια με το νύχι της.

Και εκείνη είχε τελειώσει το δείπνο και για να μην χάνει τον

καιρό της άρχισε να γνέθει στο φως της φωτιάς.

Τότε ανάμεσα σ’ αυτή, στις Πιντόρ, στο κορίτσι και στις

γυναίκες μέσα άρχισε η συνηθισμένη κουβέντα: όπως στο χωριό

όλο το χρόνο μιλούσαν για το πανηγύρι, τώρα που βρίσκονταν

στο πανηγύρι μιλούσαν για το χωριό.

«Δεν καταλαβαίνω πώς αφήσατε μόνο το σπίτι κυρά Καλί, πώς το

αφήσατε μόνο;», είπε ένα ψηλό κορίτσι που κουβαλούσε κάτω από

την ποδιά ένα δοχείο με πηγμένο γάλα, δώρο του παπά στις

κυρίες Πιντόρ.

«Νατόλια, καρδούλα μου! Εγώ δεν άφησα στο σπίτι τους

θησαυρούς που άφησε στο δικό του το αφεντικό σου ο Ρετόρος!»

«Δεν το πιστεύω! Δώστε μου τότε το κλειδί. Θα πάω να ψάξω στο

σπίτι σας και μετά θα το σκάσω για τις μεγάλες πόλεις!»

«Νομίζεις πως στις μεγάλες πόλεις καλοπερνάνε;», ρώτησε η

ντόνα Ρουθ με ύφος σοβαρό και η ντόνα Έστερ, που είχε

αδειάσει στο μεταξύ το γάλα και επέστρεφε το δοχείο στη

Νατόλια με ένα νόμισμα μισής πέζας μέσα για φιλοδώρημα,

σταυροκοπήθηκε:

«Ο Θεός να μας φυλάει!»

Και οι δυο το ίδιο πράγμα σκεφτόντουσαν, τη φυγή της Λία, τον

ερχομό του Τζατσίντο και έκπληκτες άκουσαν την Γκριζέντα να

ψιθυρίζει:

«Μα αφού εκείνοι που μένουν στις μεγάλες πόλεις θέλουν να

έρθουν εδώ!»

Ο κόσμος άρχισε να βγαίνει στην αυλή. Στις μικρές πόρτες

πρόβαλαν οι γυναίκες που σκούπιζαν το στόμα με τις ποδιές

τους και έπειτα κυνηγούσαν τα μικρά παιδιά για να τα πιάσουν

και να τα βάλουν για ύπνο.

Μια από τις συγγένισσες της Γκριζέντα πήγε στον οργανοπαίχτη

και του έδωσε μια τηγανίτα διπλωμένη στα τέσσερα.

«Φάε, αγόρι μου! Τι θα πει η γιαγιά σου; Ότι δεν σε ταΐζω;»

Το αγόρι πρότεινε το πρόσωπο, δάγκωσε μια μπουκιά από την

τηγανίτα και συνέχισε να παίζει.

Κανείς όμως δεν αποφάσιζε ν’ αρχίσει το χορό έτσι που η

Γκριζέντα και η Νατόλια, εκνευρισμένες από την αδιαφορία των

γυναικών, είπαν με αυθάδεια:

«Το ξέρουμε δα! Εάν δεν έχει άντρες δεν διασκεδάζετε!»

«Να ’ταν εδώ τουλάχιστον ο Έφις, ο υπηρέτης της ντόνας Ρουθ!

Ακόμη και αυτός θα σας ήταν αρκετός!»

«Είναι γέρος σαν τις πέτρες! Τι να τον κάνω τον Έφις;

Καλύτερα να χορέψω μ’ ένα κλαδί σκίνου!»

Αλλά ξαφνικά το σκυλί του παπά, αφού γαύγισε επάνω στο

μπαλκόνι, έτρεξε αλυχτώντας έξω από την αυλή και οι γυναίκες

σταμάτησαν να πειράζονται μεταξύ τους και πήγαν να δουν. Δυο

άντρες ανέβαιναν από τη δημοσιά και ενώ ο ένας καθόταν επάνω

σε μια μικρή καμήλα, ο άλλος ήταν σκυμμένος επάνω σε μια

μεγάλη ακρίδα που τα φτερά της έμοιαζε να ανεβοκατεβάζουν τα

μακριά πόδια του καβαλάρη. Η λάμψη της φωτιάς φώτιζε τις

μυστηριώδεις μορφές τους όσο πλησίαζαν ανεβαίνοντας. Η πρώτη

ήταν εκείνη του Έφις επάνω σ’ ένα άλογο φορτωμένο με δισάκια

και μαξιλάρια και η άλλη ήταν ενός ξένου επάνω σε ένα

ποδήλατο που άστραφτε κόκκινο διασχίζοντας σαν βέλος την

αυλή.

Η Γκριζέντα πετάχτηκε όρθια ακουμπώντας στον τοίχο, τόσο πολύ

είχε ταραχτεί. Και το ακορντεόν σταμάτησε να παίζει.

«Ντόνα Έστερ μου! Ο ανιψιός σας.»

Οι αδελφές σηκώθηκαν τρέμοντας και η ντόνα Έστερ μίλησε

χαμηλόφωνα με μια φωνή που έμοιαζε το βέλασμα μικρού

κατσικιού.

«Τζατσιντίνο!....... Τζατσιντίνο!........ Ανιψιέ μου….. Δεν

είναι όραμα αυτό; Εσύ είσαι;…..»

Κατέβηκε από το ποδήλατο μπροστά τους και κοίταζε τριγύρω

σαστισμένος. Ένοιωσε μέσα στα χέρια του τα στεγνά χέρια της

θείας και με φόντο τον μαύρο τοίχο είδε το χλωμό πρόσωπο και

τα μάτια σαν μαργαριτάρια της Γκριζέντα.

Έπειτα όλες οι γυναίκες τον περικύκλωσαν, τον κοίταζαν, τον

άγγιζαν, τον ρωτούσαν. Η ζεστασιά από τα σώματά τους σαν να

τον διέγειρε∙ χαμογέλασε, του φάνηκε ότι βρισκόταν στο μέσο

μιας μεγάλης οικογένειας και άρχισε να τους αγκαλιάζει όλους.

Κάποιες γυναίκες πετάχτηκαν προς τα πίσω, μερικές έβαλαν τα

γέλια σηκώνοντας το πρόσωπο για να τον δουν.

«Το συνηθίζουν στον τόπο σου; Μας μπέρδεψε με την ντόνα Έστερ

και την ντόνα Ρουθ! Νομίζει πως είμαστε όλες θείες του!»¨

Ο Έφις, στο μεταξύ, αφού κατέβασε τα μαξιλάρια, τα κουβάλησε

μέσα στην άδεια καλύβα περνώντας λοξά από το στενό πορτάκι. Η

Γκριζέντα τον βοήθησε να τ’ απλώσει επάνω στο χτιστό πάγκο,

κατά μήκος του τοίχου, και σκούπισε η ίδια το δωματιάκι και

έστρωσε το μικρό κρεβάτι, την ώρα που στο διπλανό καλύβι

ακουγόταν ο Τζατσιντίνο να απαντά με σεβασμό και σχεδόν με

δειλία στις ερωτήσεις που του έκαναν οι θείες του.

«Μάλιστα κυρία, από την Τερανόβα με το ποδήλατο. Σιγά την

απόσταση! Ένα πήδημα είναι! Με έναν δρόμο τόσο επίπεδο και

ήσυχο μπορεί κανείς να γυρίσει τον κόσμο σε μια μέρα. Ναι, η

θεία Νοέμι έμεινε με το στόμα ανοιχτό όταν με είδε. Σίγουρα

δεν με περίμενε και ίσως πίστευε ότι λάθεψα πόρτα!»

Κάθε λέξη του και η ξενική του προφορά έκαναν την καρδιά της

Γκριζέντα να σκιρτάει. Δεν είχε διακρίνει καλά το πρόσωπο του

νέου που ήρθε από τόπο μακρινό, αλλά πρόσεξε την ψηλή του

κορμοστασιά και τα πυκνά μαλλιά του που χρύσιζαν σαν τη

φλόγα. Και ένοιωθε ήδη κάτι σαν ζήλια επειδή η Νατόλια, η

υπηρέτρια του παπά, χώθηκε μέσα στο καλύβι των Πιντόρ και

μιλούσε μαζί του.

Τι ξεδιάντροπη που ήταν η Νατόλια! Για να αρέσει στον ξένο

κορόιδευε ακόμη και τις καλύβες, που στο κάτω κάτω ήταν

ιερές, επειδή τις κατοικούσαν οι πιστοί και ανήκαν στην

εκκλησία.

«Ούτε στη Ρώμη δεν έχει μέγαρα σαν κι αυτά! Κοιτάξτε τι

κουρτίνες! Τις έβαλαν οι αράχνες τζάμπα, με τη θέληση του

Θεού.»

«Και άντε να μετρήσετε τα ποντίκια! Εάν το βράδυ ακούσετε να

σέρνονται πόδια, μην νομίσετε ότι είμαι εγώ, ντον Τζατσί!»

Η Γκριζέντα δάγκωσε τα χείλη και χτύπησε στον τοίχο για να

σωπάσει η Νατόλια.

«Υπάρχουν και τα πνεύματα. Τα ακούτε;»

«Ω, κάποια γυναίκα χτυπάει!», είπε απλά η ντόνα Ρουθ.

«Πνεύματα, ποντίκια και γυναίκες για μένα είναι το ίδιο

πράγμα», απάντησε ήρεμα ο Τζατσίντο.

Και η Γκριζέντα από την άλλη μεριά, ακουμπισμένη στη

μεσοτοιχία, άρχισε να γελά δυνατά. Άκουγε τη φωνή του νέου

όπως πριν λίγο άκουγε τον ήχο του ακορντεόν, και γελούσε από

ευχαρίστηση, και όμως κατά βάθος ήθελε να κλάψει.

Εξ άλλου όλοι ήταν ευτυχισμένοι, αλλά σοβαροί, μέσα στη

φτωχική καλύβα των Πιντόρ.

«Μου φαίνεται πως ονειρεύομαι», έλεγε η ντόνα Έστερ,

σερβίροντας το δείπνο στον ανιψιό, ενώ η ντόνα Ρουθ τον

κοίταζε επίμονα με μάτια λαμπερά και ο Έφις έβγαζε από το

δισάκι ένα βαρελάκι κρασί και έτσι όπως ήταν σκυμμένος

έστρεφε για να χαμογελάσει στα αφεντικά του.

Ο Τζατσίντο έτρωγε καθισμένος στο χτιστό πάγκο που είχε

διάφορες χρήσεις: τραπεζιού και κρεβατιού. Και εκείνος επίσης

πίστευε πως ονειρευόταν.

Μετά την ψυχρή υποδοχή που του έκανε η Νοέμι ένοιωσε εκείνο

που πραγματικά ήταν, ξένος ανάμεσα σε κόσμο διαφορετικό από

εκείνον. Τώρα όμως έβλεπε τις θείες του να τον σερβίρουν όλο

φροντίδα, τον υπηρέτη να του χαμογελά σαν να ήταν μωρό, τα

κορίτσια να τον κοιτάζουν με τρυφεράδα και λαιμαργία, άκουγε

τη μονότονη μουσική του ακορντεόν, διέκρινε τις σκιές που

χόρευαν μες στη λάμψη της φωτιάς και σκεφτόταν ότι η ζωή του

θα έπρεπε να περνά έτσι πάντα, φανταστική και χαρούμενη.

«Χρειάζεται προσαρμογή», είπε ο Έφις προσφέροντάς του να

πιεί.

«Κοίτα το νερό. Γιατί λένε πως είναι σοφό; Επειδή παίρνει τη

μορφή του δοχείου όπου το χύνουμε.»

«Και το κρασί, μου φαίνεται!»

«Και το κρασί, ναι! Μόνο που το κρασί καμιά φορά αφρίζει και

χύνεται, το νερό όχι.»

«Και το νερό, όταν το βάζουμε στη φωτιά να βράσει», είπε η

Νατόλια.

Τότε η Γκριζέντα έτρεξε εκεί μέσα, άρπαξε από το χέρι την

υπηρέτρια και την έσυρε έξω.

«Άσε με! Τι έπαθες;»

«Επειδή δε σέβεσαι τον ξένο!»

«Γκριζέ! Μύγα σε τσίμπησε και σου ’στριψε;»

«Ναι, και γι’ αυτό θέλω να χορέψω.»

Μερικές γυναίκες είχαν κιόλας μαζευτεί γύρω από τον

οργανοπαίχτη, απλώνοντας τα χέρια για ν’ αρχίσουν το χορό. Τα

κουμπιά των κορσέδων τους σπίθιζαν στη λάμψη της φωτιάς, οι

σκιές τους διασταυρώνονταν πάνω στο γκριζωπό έδαφος. Σιγά

σιγά μπήκαν στη σειρά πιασμένες από τα χέρια και σήκωσαν τα

πόδια ξεκινώντας τα πρώτα βήματα του χορού. Ήταν όμως

άκαμπτες και δισταχτικές και έμοιαζε να υποβαστάζουν η μια

την άλλη.

«Είναι φανερό πως λείπει το βαστάγι! Λείπει ο άντρας. Φωνάξτε

τουλάχιστον τον Έφις!», φώναξε η Νατόλια και, μιας και η

Γκριζέντα την τσιμπούσε στο μπράτσο, πρόσθεσε: «Α, που να σε

τσιμπήσει η σφίγγα! Και αυτόν θέλεις να σεβαστώ;»

Αλλά μόλις άκουσε τις φωνές ο Έφις βγήκε έξω και άρχισε να

προχωράει χτυπώντας τα πόδια στο ρυθμό και κουνώντας τα χέρια

σαν πραγματικός χορευτής. Τραγουδούσε συνοδεύοντας το χορό:

Στη γιορτή πήγα….. στη γιορτή….

Όταν έφτασε κοντά στην Γκριζέντα της έπιασε το μπράτσο, μπήκε

στη σειρά με τις γυναίκες που χόρευαν και φάνηκε να

ζωντανεύει πραγματικά το χορό με την παρουσία του. Τα πόδια

των γυναικών κινιόντουσαν ζωηρότερα, ενώνονταν, σέρνονταν,

σηκώνονταν∙ τα σώματα είχαν γίνει πιο ευκίνητα, τα πρόσωπα

έλαμπαν από χαρά.

«Να το βαστάγι. Εμπρός, κουράγιο!»

«Όπα! Όπα!»

Καλαμιές στον άνεμο · 第 3 / 16 段