σκονισμένα. Από τις τρύπες της ξύλινης οροφής έμπαιναν λοξά
φωτεινές ακτίνες ασημί σκόνης που κατέληγαν επάνω στα κεφάλια
των γονατισμένων καταγής γυναικών, και οι κιτρινισμένες
φιγούρες που ξεπηδούσαν από το μαυρισμένο φόντο των
ραγισμένων τοιχογραφιών, που ακόμη κοσμούσαν τους τοίχους,
έμοιαζαν μ’ αυτές τις γυναίκες, ντυμένες στα μαύρα και τα
βιολετιά, όλες χλωμές σαν το φίλντισι, ακόμη και οι πιο
ωραίες, οι πιο λεπτές, με στήθος άσαρκο και την κοιλιά
πρησμένη από της θέρμες της μαλάριας. Και η προσευχή ηχούσε
αργόσυρτη και μονότονη και έμοιαζε να πάλλεται μακριά, πέρα
από τον χρόνο. Η λειτουργία ήταν για τα σαράντα κάποιου και
ένα μαύρο ύφασμα με χρυσές φράντζες σκέπαζε το κάγκελο του
ιερού. Ο παπάς ντυμένος στα άσπρα και μαύρα έστρεφε αργά με
υψωμένα τα χέρια, με δυο ακτίνες φωτός να τον περιβάλλουν,
που λες και ξεπηδούσαν από το κεφάλι του, όμοιο μ’ εκείνο
ενός προφήτη. Αν δεν υπήρχε ο ήχος από το καμπανάκι του
μικρού νεωκόρου που λες και έδιωχνε από τριγύρω τα πνεύματα,
ο Έφις, παρά το φως και το κελάηδα των πουλιών, θα πίστευε
ότι παίρνει μέρος σε μια λειτουργία φαντασμάτων. Να, όλοι
είναι εδώ: ο ντον Τζάμε γονατισμένος στο προσευχητάρι της
οικογένειας και λίγο πιο πέρα η ντόνα Λία χλωμή μέσα στο
μαύρο της σάλι, όπως η φιγούρα ψηλά στην παλιά ζωγραφιά που
όλες οι γυναίκες κοιτάζουν κάθε τόσο και που μοιάζει να
προβάλλει πράγματι σε ένα μαύρο, ετοιμόρροπο μπαλκόνι. Είναι
η φιγούρα της Μαγδαληνής που, όπως λένε, έγινε εκ του
φυσικού: η αγάπη, η θλίψη, οι τύψεις και η ελπίδα γελούν και
κλαίνε μέσα στα βαθειά της μάτια και στο πικραμένο στόμα της…
Ο Έφις την κοιτά και νοιώθει, όπως πάντα μπροστά σ’ αυτή την
φιγούρα που ξεπροβάλλει απ’ τα σκοτάδια ενός παρελθόντος
χωρίς όρια, ζάλη σαν να ήταν εκείνος που αιωρείται σ’ ένα
μαύρο κενό όλο μυστήριο... Σαν να θυμάται μια προηγούμενη
ζωή, παμπάλαια. Του φαίνεται πως ζωντανεύει το κάθε τι γύρω
του, με μια ζωή όμως φανταστική, μυθική. Οι νεκροί
ανασταίνονται, ο Χριστός που βρίσκεται πίσω από το κιτρινωπό
παραπέτασμα του ιερού και δυο φορές το χρόνο μόνο τον
δείχνουν στο λαό, κατεβαίνει από την κρυψώνα του και
περπατάει. Κι Αυτός είναι αδύνατος, χλωμός, σιωπηλός.
Περπατάει και ο λαός τον ακολουθεί και στη μέση του κόσμου
είναι αυτός, ο Έφις, που προχωρά, προχωρά, με το λουλούδι στο
χέρι, με την καρδιά του να σκιρτά από τρυφερότητα… Οι
γυναίκες ψάλλουν, τα πουλιά κελαηδούν. Η ντόνα Έστερ
περπατάει πλάι στον υπηρέτη με γρήγορα μικρά βήματα, με το
δάχτυλο έξω από τον κόμπο που κάνει το σάλι. Η λιτανεία
βγαίνει από το χωριό και το χωριό είναι ολάνθιστο από τις
ροδιές και την αγράμπελη. Τα σπίτια είναι καινούργια, η
εξώπορτα της οικογένειας Πιντόρ είναι καινούργια, από
καρυδιά, γυαλίζει και το μπαλκόνι είναι ανέπαφο….. Όλα είναι
καινούργια, όλα είναι όμορφα. Η ντόνα Μαρία Κριστίνα είναι
ζωντανή και προβάλλει στο μπαλκόνι όπου είναι απλωμένες οι
κουβέρτες από μετάξι. Η ντόνα Νοέμι είναι κοπελίτσα,
αρραβωνιασμένη με τον ντον Πρέντου και ο ντον Τζάμε, που
ακολουθεί κι αυτός την λιτανεία, κάνει, όπως πάντα, τον
θυμωμένο, αλλά είναι πολύ ευχαριστημένος…..
Όμως η ψαλμωδία των γυναικών σταμάτησε και μερικές σηκώθηκαν
για να φύγουν. Ο Έφις, που είχε ακουμπήσει το κεφάλι στην
κολόνα του άμβωνα, τινάχτηκε από τ’ όνειρό του και ακολούθησε
την ντόνα Έστερ που έβγαινε από την εκκλησία για να γυρίσει
σπίτι.
Ο ήλιος από ψηλά χτυπούσε τώρα αλύπητα το χωριουδάκι που ήταν
περισσότερο από κάθε άλλη φορά έρημο μέσα στο εκτυφλωτικό φως
του ζεστού ήδη πρωινού. Οι γυναίκες μόλις βγήκαν από την
εκκλησία σκόρπισαν εδώ κι εκεί, σιωπηλές σαν φαντάσματα, και
απλώθηκε πάλι η μοναξιά και η σιωπή γύρω από το σπίτι των
Πιντόρ. Η ντόνα Έστερ πλησίασε στο πηγάδι για να στηρίξει μ’
ένα ξύλο μια γαριφαλιά, ανέβηκε γρήγορα τις σκάλες και
έκλεισε τα πορτοπαράθυρα. Στο πέρασμά της το ξώστεγο έτριζε
και από τον τοίχο και το φθαρμένο ξύλο έπεφτε μια γκρίζα
σκόνη σαν στάχτη.
Ο Έφις την περίμενε να κατέβει. Καθισμένος στα σκαλοπάτια
κάτω από τον ήλιο, με τον σκούφο του γερμένο για να του κάνει
λίγο ίσκιο στο πρόσωπο, πελεκούσε με το σουγιά του ένα μικρό
κομμάτι ξύλο που η ντόνα Ρουθ ήθελε να βάλει κάτω από την
εξώπορτα, αλλά η ανταύγεια της λάμας στον ήλιο τον ενοχλούσε
στα μάτια και η βιόλα, που είχε κιόλας μαραθεί, έτρεμε πάνω
στο γόνατό του. Μπερδεμένες σκέψεις του περνούσαν από το
μυαλό και σκεφτόταν τις θέρμες της μαλάριας που τον είχαν
ταλαιπωρήσει την προηγούμενη χρονιά.
«Ξαναγυρίζουν οι διαολεμένες;»
Η ντόνα Έστερ ξανακατέβηκε με ένα βαζάκι από φελλό στο χέρι.
Τραβήχτηκε στην άκρη για να την αφήσει να περάσει και σήκωσε
το πρόσωπο που το σκίαζε ο σκούφος.
«Κυρά μου, δεν θα ξαναβγείτε;»
«Πού να πάω τέτοια ώρα; Δεν με κάλεσε κανείς για τραπέζι!»
« Θα ’θελα να σας πω κάτι. Είστε ευχαριστημένη;»
«Για ποιο πράγμα, ψυχή μου;»
Τον συμπεριφερόταν σαν μάνα, χωρίς όμως οικειότητα. Τον
θεωρούσε πάντα απλοϊκό άνθρωπο.
«Που…. που συμφωνείτε όλες για τον ερχομό του Τζατσιντίνο;»
«Ναι, είμαι ευχαριστημένη. Έτσι έπρεπε να γίνει.»
«Είναι καλό παιδί. Θα πλουτίσει. Πρέπει να του αγοράσουμε ένα
άλογο. Όμως…..»
«Όμως;»
«Δεν πρέπει να τον αφήσουμε πολύ ελεύθερο, στην αρχή. Τα
παιδιά είναι πάντα παιδιά… Θυμάμαι όταν ήμουν παιδί. Εάν
κάποιος μου επέτρεπε να του σφίξω το μικρό του δαχτυλάκι εγώ
του έστριβα όλο το χέρι. Και έπειτα οι άντρες της ράτσας
Πιντόρ, το ξέρετε δα ντόνα Έστερ, είναι υπερήφανοι….»
«Εάν έρθει ο ανεψιός μου, Έφις, θα του πω όπως στους ξένους:
κάθισε, είσαι σαν στο σπίτι σου. Θα καταλάβει όμως πως εδώ θα
είναι φιλοξενούμενος….»
Τότε ο Έφις σηκώθηκε τινάζοντας από το παντελόνι του τις
σχίζες του ξύλου. Όλα πήγαιναν καλά, και όμως κάποια ανησυχία
τον τυραννούσε∙ κάτι ακόμη ήθελε να πει αλλά δεν τολμούσε.
Ακολούθησε βήμα βήμα τη γυναίκα, έβγαλε τον σκούφο για να
τοποθετήσει με δύναμη το κομμάτι το ξύλο κάτω από την πόρτα
και περίμενε πάλι με υπομονή να επιστρέψει η ντόνα Έστερ στο
πηγάδι για νερό.
«Δώστε, δώστε σ’ εμένα», είπε παίρνοντάς της τον κουβά από το
χέρι και ενώ ανέβαζε το νερό κοίταζε μέσα στο πηγάδι, για να
μην κοιτάζει κατά πρόσωπο την κυρά του, επειδή ντρεπόταν να
της ζητήσει τα λεφτά που του χρωστούσε.
«Ντόνα Έστερ, δεν βλέπω πια τα δεμάτια με τα καλάμια. Τα
πουλήσατε;»
«Ναι, άλλα πούλησα σε κάποιον από το Νούορο και άλλα τα
χρησιμοποίησα για να επισκευάσω την σκεπή και έτσι πλήρωσα
και τον χτίστη. Ξέρεις ότι την τελευταία μέρα της σαρακοστής
ο αέρας πέταξε τα κεραμίδια.»
Κι έτσι εκείνος δεν επέμενε. Υπάρχουν πολλοί τρόποι να
διορθώσει κανείς τα πράγματα, χωρίς να ταπεινώνει τους
ανθρώπους που αγαπά! Γι’ αυτό πήγε στην Καλίνα, την
τοκογλύφο, σταματώντας να πει μια καλημέρα στην γιαγιά του
αγοριού που του φύλαγε το κτήμα. Ψηλή και λιπόσαρκη, με
πρόσωπο αρχαίας αιγύπτιας πλαισιωμένο από μια μαύρη μαντίλα
που οι άκρες της ήταν δεμένες πάνω στο κεφάλι, η γριά έγνεθε
καθισμένη στο σκαλάκι του χαμόσπιτού της από μαυρισμένες
πέτρες. Είχε μια σειρά κοραλλιών γύρω από τον μακρύ,
κιτρινωπό και ρυτιδιασμένο λαιμό της. Δυο χρυσά σκουλαρίκια
κρέμονταν στ’ αυτιά της σαν λαμπερές σταγόνες που δεν έλεγαν
να πέσουν. Έμοιαζε να έχει ξεχάσει, γερνώντας, να βγάλει από
πάνω της τα κοσμήματα αυτά της νιότης της.
«Η Παναγιά μαζί σου θεια-Ποτόι. Πώς τα περνάτε; Το αγόρι
έμεινε εκεί πάνω, αλλά απόψε θα γυρίσει.»
Τον κοίταζε με τα γυάλινα μάτια της.
«Α, είσαι ο Έφις; Ο Θεός μαζί σου. Λοιπόν, από ποιόν ήταν το
γράμμα; Από τον ντον Τζατσιντίνο; Εάν έρθει, να τον
υποδεχτείτε καλά. Στο κάτω κάτω γυρίζει στο σπίτι του. Είναι
η ψυχή του ντον Τζάμε, επειδή οι ψυχές των γερόντων ξαναζούν
μέσα στους νέους. Κοίτα την Γκριζέντα, την εγγονή μου!
Γεννήθηκε πριν δέκα έξι χρόνια, στη γιορτή του Χριστού, την
ώρα που πέθαινε η μάνα της. Λοιπόν, κοίτα την καλά: δεν είναι
η μάνα της ξαναγεννημένη; Να την….»
Και πράγματι η Γκριζέντα ανέβαινε από το ποτάμι με ένα πανέρι
ρούχα στο κεφάλι, ψηλή, με το μεσοφόρι σηκωμένο πάνω από τις
γάμπες της που γυάλιζαν και ήταν ίσιες σαν της ελαφίνας. Και
τα μάτια της ήταν σαν της ελαφίνας λοξά και υγρά σ’ ένα χλωμό
πρόσωπο σαν παλιό μετάλλιο. Μια κόκκινη κορδέλα στόλιζε το
στήθος της, από την μια άκρη στην άλλη του μικρού κορσέ που
ήταν ανοιχτός πάνω από το πουκάμισο και υποβάσταζε τα άγουρα
στήθη της.
«Μπαρπα- Έφις!», φώναξε, χαδιάρικα και αυστηρά, βάζοντας το
πανέρι πάνω στο κεφάλι του και ψαχουλεύοντας τις τσέπες του.
«Εγώ πάντα σας σκέφτομαι, καλέ μου, κι εσείς δεν έχετε τίποτε
να μου δώσετε…. Ούτε ένα αμύγδαλο!»
Ο Έφις την άφηνε να τον ψαχουλεύει και χαιρόταν τη χάρη της.
Η γριά όμως με ανέκφραστο το πρόσωπο και τα μάτια γυάλινα
είπε με γλύκα:
«Ο μακαρίτης ντον Τζάμε γυρίζει πίσω.»
Η Γκριζέντα κοκάλωσε και το όμορφο πρόσωπο και τα όμορφα
μάτια της πήραν αμυδρά την όψη της γιαγιάς της.
«Γυρίζει πίσω;»
«Αφήστε τα τώρα αυτά!» είπε ο Έφις απιθώνοντας το πανέρι στα
πόδια του κοριτσιού, αλλά εκείνη άκουγε σαν μαγεμένη τα λόγια
της γιαγιάς, και εκείνος κατεβαίνοντας το σοκάκι νόμιζε πως
ξανάβλεπε το παρελθόν σε κάθε γωνιά. Να, εκεί κάτω,
καθισμένος στο πέτρινο παγκάκι που ακουμπά στο γκρίζο σπίτι
του Μιλέζου, ένας μεγαλόσωμος άντρας ντυμένος στα βελούδα. Το
καφέ χρώμα της φορεσιάς του τονίζει το κόκκινο του προσώπου
του και το μαύρο του γενιού του.
Δεν είναι ο ντον Τζάμε; Σαν κι εκείνον προτάσσει το στήθος
του και έχει τους αντίχειρες μέσα στα τσεπάκια του γιλέκου
του. Τα άλλα δάχτυλά του, κόκκινα, συμπλέκονται με τη χρυσή
αλυσίδα του ρολογιού. Κάθεται εκεί όλη την ημέρα για να
κοιτάζει τους περαστικούς και να τους κοροϊδεύει. Πολλοί
αλλάζουν δρόμο επειδή τον φοβούνται και το ίδιο κάνει και ο
Έφις, για να φτάσει στο σπίτι της τοκογλύφου χωρίς να γίνει
αντιληπτός.
Μια αιμασιά από φραγκοσυκιές έζωνε σαν τοίχος βαρύς την αυλή
της θεια Καλίνα. Εκείνη έγνεθε επίσης, ήταν μικροκαμωμένη και
φορούσε κεντητές παντόφλες, χωρίς κάλτσες. Το μικρό της
πρόσωπο ήταν πανιασμένο και τα μάτια της, μάτια αρπαχτικού,
χρύσιζαν και γυάλιζαν στη σκιά της μαντίλας που φορούσε στο
κεφάλι.
«Έφις, καρδούλα μου, πώς είσαι; Και οι κυράδες σου πώς είναι;
Πώς και με θυμήθηκες;. Κάτσε, κάτσε, ξεκουράσου.»
Νωθρές κότες που τσιμπιόντουσαν κάτω από τα φτερά τους, ζωηρά
γατάκια που κυνηγούσαν ροδαλά γουρουνάκια, περιστέρια λευκά
και γλαυκά, ένα γαϊδούρι δεμένο σ’ έναν πάσαλο και τα
χελιδόνια στον αέρα έδιναν στην αυλή την όψη της Κιβωτού του
Νώε. Το σπιτάκι είχε για φόντο το παλιό, ανακαινισμένο σπίτι
του Μιλέζου που ήταν ψηλό, με καινούργια σκεπή, αλλά με τους
τοίχους εδώ κι εκεί φαγωμένους και γδαρμένους λες από τον
χρόνο που πεισματώνει σε όσους θέλουν να του αρπάξουν τη
λεία.
«Το κτήμα;», είπε ο Έφις ακουμπώντας στον τοίχο πλάι στη
γυναίκα. «Καλά πάει. Φέτος θα έχουμε περισσότερα αμύγδαλα
παρά φύλλα. Έτσι θα σε ξεχρεώσω, Καλί! Μην ανησυχείς….»
Εκείνη ζάρωσε τα άτριχα φρύδια της, ενώ παρακολουθούσε το
νήμα από το αδράχτι.
«Δεν ανησυχώ, ξέρεις! Μακάρι να ’ταν όλοι σαν κι εσένα και τα
εφτά σκούδα που μου χρωστάς να ήταν εκατό!»
«Ο διάολος να σε πάρει», σκαφτόταν ο Έφις. «Μου δάνεισες
τέσσερα σκούδα τα Χριστούγεννα και τώρα τα έκανες κιόλας
εφτά!»
«Λοιπόν, Καλί», πρόσθεσε χαμηλόφωνα με σκυμμένο το κεφάλι σαν
να μιλούσε στα γουρουνάκια που μυρίζονταν με επιμονή τα πόδια
του. «Καλί, δώσε μου άλλο ένα σκούδο! Έτσι θα γίνουν οχτώ,
και τον Ιούλιο, μα την αλήθεια, θα σου τα επιστρέψω μέχρι την
τελευταία δεκάρα…..»
Η τοκογλύφος δεν απάντησε αλλά τον κοίταξε για πολλή ώρα από
πάνω μέχρι κάτω, σήκωσε το χέρι και τον μούντζωσε.
Ο Έφις τινάχτηκε και της έπιασε το χέρι, ενώ τα γουρουνάκια
το έσκαγαν τρομαγμένα και από πίσω τους τα γατάκια και μέσα
σ’ αυτή την αναμπουμπούλα οι κότες φτερούγιζαν.
«Καλί, που να σε πάρει ο διάολος, εάν δεν ήταν κάποιοι σαν κι
εμένα, εσύ αντί να κάνεις την τοκογλύφο θα πήγαινες να
μαζέψεις βδέλλες…»
«Καλύτερα να μαζεύω βδέλλες, παρά να μου πίνουν το αίμα
κάποιοι σαν κι εσένα, συφοριασμένε! Ναι, βλάκα, θα σου το
δώσω το σκούδο∙ και δέκα και εκατό θα σου δώσω, εάν θέλεις,
όπως δίνω σε πιο καθωσπρέπει ανθρώπους από σένα, στις κυράδες
σου, στους ευγενείς και τους συγγενείς των Βαρόνων, αλλά τις
μούντζες θα σου τις δίνω πάντα, όσο θα είσαι ηλίθιος, δηλαδή
μέχρι που να πεθάνεις…. Πάντα θα σου τις δίνω….»
Και πήγε να πάρει πέντε ασημένιες λίρες.
Ο Έφις έφυγε, με τα λεφτά στο χέρι, ενώ τον ακολουθούσαν οι
ειρωνικοί αποχαιρετισμοί της γυναίκας.
«Πες στις κυράδες σου να φυλάγονται καλά.»
Εκείνος όμως ήταν αποφασισμένος να υποφέρει τα πάντα, αρκεί
να κάνει καλή εντύπωση στον Τζατσιντίνο όταν φτάσει. Ήθελε ν’
αγοράσει έναν καινούργιο σκούφο για να τον υποδεχτεί και έτσι
κατέβηκε στο μαγαζί του Μιλέζου, συμβιβασμένος ακόμη και με
την ιδέα να χαιρετήσει τον άνθρωπο που καθόταν στο παγκάκι.
Ήταν ο ντον Πρέντου, ο πλούσιος συγγενής των κυριών του.
Ο ντον Πρέντου απάντησε με ένα περιφρονητικό νεύμα της
κεφαλής, από κάτω προς τα επάνω, καταδέχτηκε όμως να στήσει
αυτί για ν’ ακούσει τι αγόραζε ο υπηρέτης.
«Δώσε μου ένα σκούφο, Αντόνι Φραντσί, αλλά να είναι μακρύς
και όχι σκοροφαγωμένος….»
«Δεν τον πήρα δα και από το σπίτι των κυράδων σου», απάντησε
ο κακόγλωσσος Μιλέζος. Και απ’ έξω ο ντον Πρέντου ξερόβηξε,
σημάδι επιδοκιμασίας, ενώ ο μαγαζάτορας σκαρφάλωνε πάνω σε
μια ξύλινη μικρή σκάλα.
«Όλα γερνούν και όλα μπορούν να ξανανιώσουν, σαν τον χρόνο»,
αντέτεινε ο Έφις, παρακολουθώντας με τα μάτια τη λεπτή
φιγούρα του Μιλέζου που φορούσε ακόμη το μακρύ τριχωτό
πανωφόρι του χωριού του.
Το μαγαζάκι ήταν μικρό αλλά γεμάτο έως απάνω. Στα ράφια
κοκκίνιζαν τα τόπια με το σκαρλάτο και πλάι έλαμπε το πράσινο
των μπουκαλιών με τη μέντα. Τα σακιά με το αλεύρι πρότασσαν
τις άσπρες τους κοιλιές ενάντια στις μαύρες καμπούρες των
βαρελιών με τις ρέγκες και στη μικρή βιτρίνα οι γυμνές
γυναίκες των εικονογραφημένων καρτών χαμογελούσαν στα βάζα με
τα μπαγιάτικα ζαχαρωτά και στα ρολά με τις ξεθωριασμένες
κορδέλες.
Ενώ ο Μιλέζος έβγαζε από ένα κουτί τους μακριούς σκούφους από
μαύρο πανί και ο Έφις μετρούσε με ανοιχτή την παλάμη την
περίμετρό τους, κάποιος άνοιξε την μικρή πόρτα που έβγαζε
στην αυλή και στο βάθος, με φόντο γιρλάντες από αμπέλι,
φάνηκε, καθισμένη επάνω σε μια μεγάλη πολυθρόνα, μια
επιβλητική γυναίκα που έγνεθε ήρεμη σαν βασίλισσα του παλιού
καιρού.
«Να η πεθερά μου∙ ρώτησέ την να σου πει εάν αυτά τα σκουφιά
δεν μου κοστίζουν εννιά πέζα», είπε ο Μιλέζος, ενώ ο Έφις
δοκίμαζε ένα τραβώντας επάνω στο μέτωπό του το άνοιγμα του
σκούφου και διπλώνοντας την κορυφή επάνω στο κεφάλι του.
«Διάλεξες τον καλύτερο, δεν είσαι αφελής, όπως λένε! Δεν
βλέπεις ότι είναι ένας γαμπριάτικος σκούφος;»
«Μου είναι στενός.»
«Επειδή είναι καινούργιος, άνθρωπέ μου, παρ’ τον. Εννιά πέζα∙
τζάμπα είναι.»
Ο Έφις τον έβγαλε και τον χάιδεψε σκεφτικός. Στο τέλος έβαλε
πάνω στον πάγκο το νόμισμα που του έδωσε η τοκογλύφος.
Ο ντον Πρέντου έσκυψε να κοιτάξει από την πόρτα. Το γεγονός
ότι ο Έφις αγόραζε ένα τόσο πολυτελή σκούφο τράβηξε την
προσοχή και της πεθεράς του Μιλέζου. Κάλεσε τον υπηρέτη μ’
ένα νεύμα της κεφαλής και τον ρώτησε με μεγαλοπρεπές ύφος πώς
ήταν οι κυράδες του. Στο κάτω κάτω ήταν γυναίκες ευγενικής
καταγωγής και άξιζαν τον σεβασμό του καθωσπρέπει κόσμου. Μόνο
οι τυχοδιώκτες νεόπλουτοι, σαν τον Μιλέζο τον γαμπρό της,
μπορούσαν να μην τις έδειχναν τον πρεπούμενο σεβασμό.
«Δώσε τους τα χαιρετίσματά μου και πες στην ντόνα Ρουθ ότι
σύντομα θα πάω να την επισκεφτώ. Ήμασταν πάντα καλές φίλες με
την ντόνα Ρουθ, αν και εγώ δεν είμαι από ευγενική γενιά.»
«Εσείς έχετε την ευγένεια στην ψυχή», απάντησε γαλαντόμος ο
Έφις, εκείνη όμως έστριψε ελαφρά το αδράχτι σαν να ήθελε να
πει «δεν βαριέσαι!»
«Και ο αδελφός μου ο Ρετόρος εκτιμάει πολύ τις κυράδες σου.
Με ρωτάει πάντα: “πότε θα ξαναπάμε μαζί με τις κυρίες στο
πανηγύρι της Παναγίας του Ριμέντιο;” »
«Ναι», συνέχισε με ένα τόνο νοσταλγίας, «στα νιάτα μας
πηγαίναμε όλοι μαζί στο πανηγύρι. Διασκεδάζαμε με το τίποτα.
Τώρα ο κόσμος φαίνεται ότι ντρέπεται να γελάει.»
Ο Έφις δίπλωνε προσεχτικά τον σκούφο του.
«Πρώτα ο Θεός, φέτος οι κυράδες μου θα πάνε στο πανηγύρι….
για να προσευχηθούν και όχι για να διασκεδάσουν….»
«Χαίρομαι που τ’ ακούω. Πες μου κάτι, εάν επιτρέπεται: είναι
αλήθεια ότι έρχεται ο γιος της Λία; Το λέγανε σήμερα εδώ, στο
μαγαζί.»
Καθώς ο Μιλέζος πλησίασε στην πόρτα και γελούσε με κάτι που
ο ντον Πρέντου του έλεγε χαμηλόφωνα, ο Έφις αναφώνησε με
αξιοπρέπεια.
«Αλήθεια είναι! Βρίσκομαι εδώ, στο χωριό, γιατί πρέπει να του
αγοράσω ένα άλογο.»
«Ένα άλογο από καλάμι;» ρώτησε τότε ο ντον Πρέντου, γελώντας
ηλίθια. «Α, να γιατί σε είδα να βγαίνεις από τη φωλιά της
Καλίνα.»
«Κι εσάς τι σας νοιάζει; Από εσάς δεν ζητήσαμε ποτέ τίποτα!»
«Φυσικά, ανόητε! Δεν θα σας έδινα ποτέ τίποτε! Μια καλή
συμβουλή μόνο, αυτή ναι! Αφήστε αυτό το παλικάρι εκεί που
βρίσκεται!»
Αλλά ο Έφις βγήκε από το μαγαζί με το κεφάλι ψηλά, με το
σκούφο στη μασχάλη, και απομακρυνόταν δίχως να απαντήσει.
Κεφάλαιο τρίτο
Άδικα όμως τις μέρες που ακολούθησαν και για εβδομάδες οι
αδελφές Πιντόρ περίμεναν τον ανιψιό.
Η ντόνα Έστερ ζύμωσε για την περίσταση ψωμί, ένα ψωμί άσπρο
και λεπτό σαν την όστια, όπως συνηθίζεται μόνο στις γιορτές,
και κρυφά από τις αδελφές της αγόρασε και ένα κουτί μπισκότα.
Στο κάτω κάτω ήταν ένας επισκέπτης εκείνος που θα ερχότανε
και η φιλοξενία είναι πράγμα ιερό. Η ντόνα Ρουθ από τη μεριά
της ονειρευόταν κάθε βράδυ τον ερχομό του ανιψιού και κάθε
μέρα κατά τις τρεις, την ώρα που έφτανε η ταχυδρομική άμαξα,
κρυφοκοίταζε από την εξώπορτα. Η ώρα όμως περνούσε και όλα
παρέμεναν ακίνητα τριγύρω.
Στις αρχές του Μάη η ντόνα Νοέμι έμεινε μόνη στο σπίτι επειδή
οι αδελφές της είχαν πάει στο πανηγύρι της Παναγίας του
Ριμέντιο, όπως συνήθιζαν πάντα εδώ και πάρα πολλά χρόνια, για
να προσκυνήσουν – όπως έλεγαν – αλλά και για να διασκεδάσουν
λιγάκι.
Της Νοέμι δεν της άρεσε ούτε το ένα ούτε το άλλο, και όμως,
την ώρα που καθόταν στη ζεστή σκιά του σπιτιού, εκείνο το
μακρόσυρτο, φωτεινό απομεσήμερο, παρακολουθούσε με τη σκέψη
νοσταλγικά το ταξίδι των αδερφάδων της. Ξανάβλεπε την γκρίζα
και στρογγυλή εκκλησούλα όμοια με μεγάλη αναποδογυρισμένη
φωλιά στη μέση της χλόης που σκέπαζε τη μεγάλη αυλή, τις
πέτρινες καλύβες γύρω γύρω όπου στριμωχνόταν ένα πολύχρωμο
και γραφικό πλήθος, σαν τσιγγάνοι, το κακοφτιαγμένο μπαλκόνι
με κολόνες πάνω από την καλύβα του ιερέα και το γαλάζιο βάθος
του τοπίου, τα δέντρα που θρόιζαν και τη θάλασσα που γυάλιζε
εκεί κάτω ανάμεσα στις ασημένιες θίνες. Φέρνοντας στη μνήμη
της όλα αυτά τα ευχάριστα πράγματα της ερχόταν να κλάψει,
αλλά δάγκωνε τα χείλη της γιατί ένοιωθε ντροπή απέναντι στον
εαυτό της για την αδυναμία της.
Κάθε χρόνο η άνοιξη την αναστάτωνε: τα όνειρα της ζωής
ξανάνθιζαν μέσα της, όπως τα ρόδα ανάμεσα στις πέτρες του
παλιού νεκροταφείου, αλλά καταλάβαινε ότι ήταν μια περίοδος
κρίσης, μια αδυναμία που θα περνούσε με τις πρώτες ζέστες του
καλοκαιριού και άφηνε τη φαντασία της να ταξιδεύει σπρωγμένη
από τη νυσταλέα ηρεμία που λίμναζε ολόγυρα, στην κόκκινη από
της παπαρούνες αυλή, στο σκιερό από κάποιο περαστικό σύννεφο
Βουνό, σε όλο το χωριό που οι μισοί του κάτοικοι ήταν στο
πανηγύρι.
Να την λοιπόν με την σκέψη της εκεί κάτω.
Της φαίνεται πως είναι ακόμη κοριτσάκι, επάνω στο μπαλκόνι
του ιερέα, μια βραδιά του Μάη. Ολόγιομο το χάλκινο φεγγάρι
βγαίνει από τη θάλασσα και όλος ο κόσμος μοιάζει να είναι από
χρυσάφι και μαργαριτάρια. Το ακορντεόν με τους
παραπονιάρικους ήχους του γεμίζει την αυλή που την φωτίζει η
φωτιά από τα κιτρινόξυλα με την κοκκινωπή της λάμψη και
προβάλλει επάνω στο γκρίζο του τοίχου την ευκίνητη και
μελαχρινή φιγούρα του μουζικάντη, τα βιολετί πρόσωπα των
γυναικών και των αγοριών που χορεύουν χορούς της Σαρδηνίας.
Οι σκιές κινούνται αλλόκοτες πάνω στην ποδοπατημένη χλόη και
στους τοίχους της εκκλησίας. Λάμπουν τα χρυσά κουμπιά, τα
ασημένια σιρίτια από τις στολές, τα τάστα του ακορντεόν. Όλα
τα άλλα χάνονται μέσα στο μαργαριταρένιο μισοσκόταδο της
φεγγαρόφωτης νύχτας. Η Νοέμι δεν θυμόταν να είχε πάρει ποτέ
ενεργό μέρος στο πανηγύρι, ενώ οι μεγαλύτερες αδελφές της
γελούσαν και διασκέδαζαν. Όσο για τη Λία, εκείνη καθόταν
μαζεμένη σαν το λαγό σε μια χλοερή γωνιά της αυλής∙ ίσως από
τότε σχεδίαζε τη φυγή της.
Το πανηγύρι διαρκούσε εννιά μέρες και οι τρεις τελευταίες
ήταν όλο κυκλικούς χορούς με μουσικές και τραγούδια. Η Νοέμι
στεκόταν πάντα στο μπαλκόνι, ανάμεσα στα απομεινάρια από το
φαγοπότι, γύρω της γυάλιζαν τα άδεια μπουΚαλία, τα σπασμένα
πιάτα, κανένα μήλο με το ψυχρό του πράσινο χρώμα, ένας δίσκος
και ένα κουταλάκι ξεχασμένα. Και τ’ αστέρια ακόμα έλαμπαν
πάνω από την αυλή σαν να τα είχε συνεπάρει ο ρυθμός του
χορού. Όχι, εκείνη δε χόρευε, δε γελούσε, της ήταν αρκετό
όμως να βλέπει τους άλλους να διασκεδάζουν επειδή είχε την
ελπίδα ότι θα μπορούσε κι εκείνη να πάρει μέρος στο πανηγύρι
της ζωής.
Τα χρόνια όμως περνούσαν και το πανηγύρι της ζωής γινόταν
μακριά από το χωριουδάκι, κι έτσι η αδελφή της η Λία, για να
μπορέσει να πάρει μέρος σ’ αυτό, το ’σκασε από το σπίτι...
Εκείνη, η Νοέμι, είχε απομείνει στο ερειπωμένο μπαλκόνι του
παλιού σπιτιού, όπως κάποτε στο μπαλκόνι του ιερέα.
Την ώρα που έγερνε ο ήλιος στη δύση κάποιος χτύπησε στην
εξώπορτα που εκείνη την είχε πάντα κλειστή.
Ήταν η γριά Ποτόι που είχε έρθει να τη ρωτήσει αν χρειαζότανε
τις υπηρεσίες της. Αν και η Νοέμι δεν της ζήτησε να μείνει,
εκείνη κάθισε καταγής, με τους ώμους της στον τοίχο. Έλυσε
την μαντίλα από τον στολισμένο της λαιμό και άρχισε να μιλάει
με νοσταλγία για το πανηγύρι.
«Όλοι είναι εκεί, και τα εγγόνια μου, η Παναγιά μαζί τους.
Όλοι εκεί είναι και δροσίζονται, επειδή βλέπουν τη θάλασσα….»
«Γιατί δεν πήγατε κι εσείς;»
«Και το σπίτι, κυρά μου; Όσο φτωχικό κι αν είναι ένα σπίτι
δεν πρέπει να το αφήνει κανείς μόνο, αλλιώς θα μπει το
στοιχειό. Οι γέροι μένουν, οι νέοι φεύγουν!»
Αναστέναξε και έσκυψε για να δει και να διορθώσει τα κοράλλια
στο στήθος της. Διηγήθηκε για τον καιρό που κι εκείνη πήγαινε
στο πανηγύρι με τον άντρα της, την κόρη της και τις καλές της
γειτόνισσες. Έπειτα σήκωσε το βλέμμα και κοίταξε προς το
παλιό νεκροταφείο.
«Αυτές τις μέρες μου φαίνεται πως βλέπω αναστημένους όλους
τους πεθαμένους. Όλοι πήγαιναν να διασκεδάσουν εκεί πέρα. Σα
να βλέπω τη μητέρα σας, τη ντόνα Μαρία Κριστίνα, καθισμένη
στον πάγκο στη γωνιά της μεγάλης αυλής. Έμοιαζε βασίλισσα με
την κίτρινη φούστα της και το μαύρο, κεντητό της σάλι. Και οι
γυναίκες από πολλά χωριά κάθονταν γύρω της σαν να ήταν
υπηρέτριές της….. Μου έλεγε: Ποτόι, έλα, δοκίμασε αυτόν τον
καφέ, πώς σου φαίνεται, είναι καλός; - Ναι, τόσο καταδεχτική
ήτανε. Α, γι’ αυτό δεν μ’ αρέσει να ξαναπάω εκεί πέρα. Μου
φαίνεται ότι έχω αφήσει κάτι εκεί και δεν θα το ξαναβρώ
πια….»
Η Νοέμι επιδοκίμασε ζωηρά, με το κεφάλι σκυμμένο στο
εργόχειρό της. Η φωνή της γριάς της φαινόταν να είναι η ηχώ
από το δικό της παρελθόν.
«Και ο ντον Τζάμε, κυρά μου; Ήταν η ψυχή του πανηγυριού. Όλο
φώναζε, έμοιαζε με θύελλα, αλλά κατά βάθος ήταν καλός. Το
ουράνιο τόξο έρχεται πάντα μετά την καταιγίδα. Α, ναι, αυτές
τις μέρες ακριβώς, όταν κάθομαι να γνέσω, μου φαίνεται ότι
ακούω ποδοβολητά αλόγου… Να τος, είναι εκείνος, που πάει στο
πανηγύρι, καβάλα στο μαύρο του άτι, με τα δισάκια γεμάτα….
Περνάει και με χαιρετά: Ποτόι, έρχεσαι καβάλα; Εμπρός,
ξελογιάστρα!»
Συγκινημένη μιμούνταν τη φωνή του ευγενούς νεκρού. Έπειτα,
ξαφνικά, συνεχίζοντας τις σκέψεις της, ρώτησε:
«Και ο ντον Τζατσιντίνο δεν θα έρθει;»
Η Νοέμι πήρε αυστηρό ύφος, επειδή δεν επέτρεπε σε κανένα να
ανακατεύεται στα πράγματα του σπιτιού της.
«Εάν έρθει, καλώς να ορίσει», απάντησε ψυχρά, αλλά μόλις
έφυγε η γριά ξανάπιασε το μίτο των συλλογισμών της. Ζούσε
τόσο έντονα το παρελθόν, που το παρόν δεν την ενδιέφερε πια
σχεδόν καθόλου.
Όσο η ζεστή σκιά του σπιτιού σκέπαζε την αυλή κι η μυρωδιά
του φλόμου έφτανε από τον κάμπο, τόσο πιο έντονα θυμόταν την
φυγή της Λία. Να, είναι ένα δειλινό σαν κι αυτό∙ το
λευκοπράσινο Βουνό γέρνει πάνω από το σπίτι, όλος ο ουρανός
χρυσίζει. Η Λία είναι στις επάνω κάμαρες και πηγαινοέρχεται
σιωπηλή. Προβάλλει στο μπαλκόνι χλωμή, μαυροντυμένη με μαύρα
μαλλιά που λες και παίρνουν κάποιες γαλαζόχρυσες ανταύγειες
από τον ουρανό. Κοιτάζει κάτω προς το κάστρο, έπειτα σηκώνει
ξαφνικά τα βαριά βλέφαρα και τινάζεται ολόκληρη κουνώντας τα
χέρια. Μοιάζει με χελιδόνα που ετοιμάζεται να πετάξει.
Κατεβαίνει, πηγαίνει στο πηγάδι, ποτίζει τα λουλούδια και ενώ
το γλυκό άρωμα από τις βιόλες ανακατεύεται με την αψιά
μυρωδιά του φλόμου, τα πρώτα αστέρια ανεβαίνουν πάνω από το
Βουνό.
Η Λία πάει να καθίσει ψηλά στη σκάλα, με το χέρι στην τριχιά
και τα μάτια καρφωμένα στο μισοσκόταδο.
Η Νοέμι την θυμόταν πάντοτε έτσι, όπως την είδε την τελευταία
φορά περνώντας πλάι της για να πάει για ύπνο. Κοιμόντουσαν
μαζί στο ίδιο κρεβάτι, αλλά το βράδυ εκείνο άδικα την
περίμενε. Αποκοιμήθηκε περιμένοντάς την και ακόμη την
περιμένει...