Έρχομαι τώρα εις τον papa Lavergne. Τον ενθυμείσαι, τον εύσωμον

εκείνον και φαιδρόν Ολύμπιον Δία, όστις επιδεικνύων εις την

χορείαν του δωδεκαθέου τας ευσάρκους του κνήμας, ανεφώνει μετά

δικαίας υπερηφανείας: et pas coton! Τον ενθυμείσαι βέβαια· τον

εθαυμάσαμεν μαζή κατά το 1871, ότε απετέλει τον ακράδαντον στόλον

του γαλλικού θεάτρου των Αθηνών. Τον εχειροκροτήσαμεν τότε ως

Général Boum και ως Jupiter, ήλπιζα δε να τον χειροκροτήσω και

εφέτος, ότε η διεύθυνσις του φαληρικού θεάτρου ενόμισε πρόσφορον

να καρυκεύση τα μουσικά της μαγειρεύματα διά των εκ του

παρελθόντος ευαρέστων αναμνήσεων των θεατών. Ήλθε λοιπόν και

πάλιν και ανέβη εις το φαληρικόν σανίδωμα ο Ζευς του 1871. Πόσον

όμως μεταβεβλημένος! Πόσον ισχνός και μαραμμένος ο ταλαίπωρος!

Ούτε παρειαί πλέον στρογγύλαι, ούτε κνήμαι στρογγυλώτεραι, ούτε

κοιλία στρογγυλωτάτη. Πομφόλυγες ήσαν πάντα και διερράγησαν. Και

αυτοί νομίζω οι τρεις τέσσαρες οδόντες του π α τ ρ ό ς

α ν δ ρ ώ ν τε θ ε ώ ν τε, οίτινες επένθουν άλλοτε εν ερημία

την στέρησιν των αδελφών των, μετέβησαν εις εντάμωσιν εκείνων,

και το άσμα του εφετεινού Διός ήτο άναρθρός τις φωνή, βαρεία μεν

ως πάντοτε και ηχηρά, αλλά τίποτε περιπλέον. Φαντάσου την

απογοήτευσιν των παλαιών του θαυμαστών. Φαντάσου δε και την λύπην

αυτών, ότε την επομένην πρωίαν ηκούσθη αίφνης καθ' όλην την πόλιν

η απαισία είδησις, ότι ο Ζευς ούτος ο κατεσκληκώς και ηρειπωμένος,

ούτινος το παρελθόν καν μεγαλείον επέβαλλε τον σεβασμόν, μετηνέχθη

από του χαρτίνου του Ολύμπου εις τας πολιτικάς φυλακάς διά χρέη!

Αστείος τις, αλλά σκληροκάρδιος και απαθής προς το φοβερόν αυτό

δυστύχημα του φαληρικού Ολύμπου, είπεν, ότι εις το νέον του

violon θα εννόησεν ο Ζευς πόσον τερπνόν ήτο και προτιμότερον το

violon του Ορφέως. Το λογοπαίγνιον είνε άσχημον, ως βλέπεις, και

διά τον δυστυχή Lavergne ήτο πολύ ασχημότερον. Ευτυχώς ευρέθη,

φαίνεται, θεός τις από μηχανής ισχυρότερος του Διός, και

απεφυλάκισε τον νεφεληγερέτην. Τον έχομεν λοιπόν και πάλιν,

μέχρις ου φυτρώση κανείς άλλος δανειστής.

Ιδού εξώφλησα τα καθυστερούντα μου, και μεταβαίνω εις τον

τ ρ ε χ ο ύ μ εν ον, ως λέγουσιν οι έμποροι. Επειδή δε είπα την

λέξιν τρεχούμενος, ηξεύρεις ποία είνε σήμερον η π λ έ ο ν

τ ρ ε χ ο ύ μ ε ν η δ ι α σ κ έ δ α σ ι ς (μεταφράζω κατά τον

συρμόν l' amusement le plus courou) των Αθηνών; Η Lilly, αγαπητή

μου. Συ δεν γνωρίζεις βέβαια την Lilly· δυστυχής θνητή! Η Lilly,

φιλτάτη, είνε χαριτωμένη τις Αγγλίς, τραγουδίστρια των εν υπαίθρω

σκηνών, ολίγον χορεύτρια, κάπως μίμος, πολύ πολύ όμως εύμορφη, και

πολύ περισσότερον ευμελής και εύσωμος. Διά να εννοήσης δε πόσον

είνε εύσωμος η νέηλυς αοιδός του Κήπου των Μουσών, αρκεί να σου

αναφέρω, ότι κυρία τις πρό τινων ημερών καθημένη πλησίον μου, —

ομοιάζουσα δε, σημείωσε καλώς, τσίρον της περυσινής εσοδείας, —

δεν ηδυνήθη να καταστείλη την ιεράν της αγανάκτησιν, βλέπουσα τας

τορνευτάς κνήμας της Αγγλίδος διαγραφομένας υπό το ροδόχρουν της

πλέγμα. «Αχ! τι εντροπή!» ανεφώνησεν· εγώ δε εμειδίασα εις

απάντησιν, συλλογιζομένη, ότι η τόσον αιδήμων γείτων μου είνε

τακτική φοιτήτρια του φαληρικού θεάτρου, και ότι πολλάκις είδε

και την Perichole και την Jolie Parfumeuse, και τας λοιπάς

ευωδίας του εφετεινού μας θιάσου. Η Αγγλίς λοιπόν αυτή

εγκατεστάθη εφέτος εις έν των επτά Άντρων, άτινα εφύτρωσαν ένθεν

και ένθεν της ξηράς κοίτης του Ιλισσού, και μετέβαλον, ως λέγει

ενθουσιώδης τις φίλος μου, το μέρος εκείνο της πόλεως εις άλλα

Champs Elysées. Ψάλλει αγγλιστί ελαφρά τινα ασμάτια, εις τα

οποία αναμιγνύει πού και πού και γερμανικάς ή γαλλικάς επωδούς,

και διά του απλού αυτού μέσου καταμαγεύει εις τοιούτον βαθμόν

τους ακροατάς της, ώστε ηρημώθησαν πέριξ και Άντρον των Νυμφών,

και Απόλλων και γερμανικοί θίασοι, και Γιαννούλα — είνε η

σμυρναία αοιδός του αμανέ, περί ης άλλοτε θα σου γράψω — και

αθρόος ο κόσμος συρρέει καθ' εσπέραν εις τους αναριθμήτους —

ολίγους όμως σκάμνους του θεάτρου, και συνωθείται ίνα καταλάβη

θέσιν παρέχουσαν και εις τα ώτα και εις τους οφθαλμούς συγχρόνως

τέρψιν. Το κύριον δε θέλγητρον της Lilly δεν είνε ούτε το μέτριον

άλλως άσμα της, ούτε αι υπέρ το μέτριον κνήμαι της, αλλ' η χάρις

του αναστήματος και της αναβολής αυτής, το εμμελές και αρμονικόν

των κινήσεών της και η περί την ενδυμασίαν της άπειρος τέχνη.

Αδύνατον να την υπολάβη τις Αγγλίδα, πριν ανοίξη το στόμα της.

«Έπιε νερόν του Σηκουάνα η Αγγλίς αυτή», μ' έλεγεν ο ίδιος

εκείνος φίλος μου, και νομίζω ότι δεν είχεν άδικον. Φαντάζεσαι

τώρα ευκόλως, εις ποίας υπερβολάς ωθεί καθ' εσπέραν ο

ενθουσιασμός το ευφάνταστον και ενθουσιώδες κοινόν των Αθηνών. Αι

φιλοφροσύναι γίνονται μεγαλοφώνως διά λόγων και σχημάτων, τα

επιφωνήματα του θαυμασμού ομοιάζουσιν ενίοτε με βρυχηθμούς, αι

ανθοδέσμαι δε και αι περιστεραί βρέχουσι κατά κεφαλής της Lilly,

ήτις ουδεμίαν συνήθως αισθάνεται δυσκολίαν να ανταποδίδη

μεγαλοφώνως επίσης και εκφραστικώτατα τας φιλοφρονήσεις των

θυμάτων της. Περί του συντρόφου της Lavator, κοινοτάτου κωμικού,

τις οίδε τινος ιπποδρόμου της Ευρώπης, ουδέ λόγος δύναται να

γείνη, ειμή μόνον ότι είνε σύζυγος της Lilly, — ως λέγει.

Δεν εξακολουθώ την επιστολήν μου σήμερον, διότι η συνέχεια θα ήτο

λυπηρά. Προτιμώ να σου μείνω και πάλιν χρεώστης.

Ι'.

Εν Αθήναις, τη 2 Αυγούστου 1879.

Ανέβης λοιπόν εις το Ρίγι και δεν ετρόμαξες! Ανερριχήθης διά

τολμηράς και παραδόξου σιδηροδρομικής τροχιάς εις δύο χιλιάδων

περίπου ποδών ύψος, και ούτε ζάλην ησθάνθης, ούτε ιλιγγίασιν,

ούτε φόβον! Καλόν σημείον. Θα ειπή, ότι το νευρικόν σου σύστημα

εδυναμώθη, ότι η επισφαλής εκείνη υγεία σου, — ήτις ως

ενθυμείσαι, δεν ενέπνεεν εις τους φίλους σου τόσους φόβους, όσους

εις σε, — ανέλαβε πάλιν. Δεν ηξεύρω κατά πόσον συνετέλεσεν εις

τούτο η περιηγητική σου θεραπεία· έχω όμως τον εγωισμόν να

νομίζω, ότι και τα ιδικά μου γράμματα ενήργησαν κάπως προς το

ευάρεστον αυτό αποτέλεσμα. Δεν δύνασαι τουλάχιστον να μου

αρνηθής, ότι συμμορφουμένη ακριβώς προς τας οδηγίας σου,

προσεπάθησα μέχρι τούδε πάση δυνάμει να φαιδρύνω τας ώρας της

ξενητείας σου, ότι απέφυγα επιμελώς πάσαν αφήγησιν και πάσαν

περιγραφήν δυναμένην να λυπήση τον πατριωτισμόν σου, και ότε η

αττική εκείνη αύρα, την οποίαν κατά τας ποιητικάς απαιτήσεις σου

προσεπάθουν να αποταμιεύω εκάστην εβδομάδα εντός των επιστολών

μου, περιείχεν ικανήν ποσότητα σκοπίμου φαιδρότητος. Σημείωσε δε,

ότι θα περιείχεν ακόμη περεσσοτέραν, αν μου επέτρεπες να

αναμιγνύω ενίοτε εις την σκευασίαν μου και μικρόν τι srupulum

κακολογίας, και να σου διηγώμαι παραδείγματος χάριν . . . πλην

δεν το θέλεις, μου το απηγόρευσες. N' en parlons plus.

Δι' αυτόν τον λόγον κ' εγώ απέφυγα να σου αναγγείλω διά της

παρελθούσης μου επιστολής λυπηράν τινά είδησιν, και σου έμεινα

και πάλιν χρεώστης, περιμένουσα να την μάθης παρά των εφημερίδων

πρώτον και κατόπιν παρ' εμού. Δεν θα έχη μεν πλέον το θέλγητρον

του νέου, αλλά τοσούτων νέων θέλγητρον ας μην έχη ποτέ κανέν μου

γράμμα. Ναι, φίλη μου, και σήμερον έτι, ότε παρήλθον ήδη δέκα

ημέραι από του απαισίου γεγονότος — και ηξεύρεις πόσα και ποία

πράγματα ψυχραίνονται συνήθως και λησμονούνται παρ' ημίν εντός

δέκα ημερών, — και σήμερον έτι έχω βαρυαλγή την καρδίαν, όχι

πλέον αναγγέλλουσα αλλά γράφουσα και εγώ, ότι ο ποιητής

Αριστοτέλης Βαλαωρίτης απέθανεν. Είμαι δε βεβαία, ότι και εις σε

την αυτήν λύπην θα προξενήσωσιν αι ολίγαι αύται σειραί, όσην σου

επροξένησε το πρώτον του θανάτου άγγελμα, και ότι το δάκρυ το

οποίον θα θολώση και πάλιν τους οφθαλμούς σου δεν θα ήνε

ολιγώτερον θερμόν εκείνου, όπερ εστάλαξεν επί της πρώτης εντύπου

αγγελίας του δυστυχήματος, την οποίαν σου έφεραν αι εφημερίδες.

Είχαμεν και αι δύο το ευτύχημα να γνωρίσωμεν εκ του πλησίον τον

ευγενή εκείνον άνδρα· και αν οι πολλοί πενθούσι σήμερον την

μεγάλην και πρόωρον απώλειαν, ην υπέστησαν τα ελληνικά γράμματα

διά του θανάτου ενός των καλλιτέρων λυρικών ποιητών της νέας

Ελλάδος, ημείς πενθούμεν συγχρόνως και το άωρον τέρμα του βίου

ανδρός ευγενούς και υψηλόφρονος, ούτινος η μεγάλη και ευπαθής

καρδία, πλήρης φλογερού και δυσαπαλλάκτου πατριωτισμού, διερράγη

επί τέλους μοιραίως υπό την βιαιότητα των παλμών της. Ο

Βαλαωρίτης, ως ήξευρες, έπασχεν από πολλού βαρύ καρδιακόν νόσημα,

ούτινος ουδ' αυτόν τον ίδιον διέφευγεν η σπουδαιότης. Από καιρού

ήδη δεν κατεκλίνετο πλέον, και μόλις που κατώρθονε να κλείη τα

βεβαρημένα του βλέφαρα ανακύπτων επί βραχείας ώρας εις το

ανάκλιντρόν του. Η σωματική αυτή βάσανος είχεν εμπνεύσει

αναγκαίως εις τον ταλαιπωρούμενον ποιητήν της Κ υ ρ ά

Φ ρ ο σ ύ ν η ς βαρύθυμόν τινα μισοκοσμίαν· διά τούτο δε φεύγων

πάσαν κοινωνικήν αναστροφήν, είχεν αποσυρθή εις την παρά

τα γαλανά της Λευκάδος ύδατα εκτεινομένην ωραίαν εξοχικήν του

έπαυλιν, και εμόναζεν εις την Μ α δ ο υ ρ ή ν του. Εκεί, θεώμενος

από των παραθύρων του τα μελανά της Ακαρνανίας όρη και βαθύτερον

τας κυανάς κορυφάς του Ζυγού, αναπνέων την βαλσαμώδη αύραν, ήτις

προσέπνεεν από τας ελάτας των ηπειρωτικών βουνών και από τα βάθη

του Αμβρακικού κόλπου, αναπολών την αιματηράν ιστορίαν του Αλή-

Πασσά και τα καρυοφίλια των αρματωλών, ανέπλαττεν εν εκστάσει της

Φροσύνης τον έσχατον στεναγμόν, πνιγόμενον υπό τα κύματα της

Λίμνης, και τους άθλους των Σουλιωτών επί των βράχων της Κιάφας·

έβλεπε το οικτρόν φάσμα του Θανάση Βάγια, και την σεμνήν μορφήν

του Σαμουήλ, ανατινάσσοντος το Κ ο ύ γ κ ι εις τον αέρα, και

έτεινεν άπληστον το ους, οιονεί προς μακρυνήν τινα και μυστηριώδη

μελωδίαν, προς την αρμονικήν λαλιάν των κλεφτών, την οποίαν μετά

τοσαύτης θρησκευτικής ευλαβείας απεταμίευσεν εις τα ποιήματά του.

Ενίοτε η έκστασις εκείνη μετέπιπτεν εις έμπνευσιν, η ρέμβη

μετεβάλλετο εις ενθουσιασμόν, η άφωνος ποιητική θεωρία εξεχύνετο

εις άσμα, και ο από της Λευκάδος άνεμος μας έφερεν εις Αθήνας

νέαν μελωδίαν του πάσχοντος ποιητού. Αλλ' ήσαν σπάνια δυστυχώς τα

ενεργά εκείνα διαλείμματα. Ο Βαλαωρίτης έβλεπε μόνον, ανεπόλει

και ωνειρεύετο. Ωνειρεύετο, φευ! ό,τι δεν του εχάρισεν η μοίρα να

ίδη πραγματοποιούμενον. Ωνειρεύετο τα Γ ι ά ν ν ε ν ά του

ελεύθερα· ωνειρεύετο νέον προσκύνημα εις την ηρωικήν εκείνην γην,

της οποίας υπήρξεν ο ψάλτης· ωνειρεύετο ά σ μ α κ α ι ν ό ν

ως τέρμα των παλαιών του ασμάτων, ωνειρεύετο να εορτάση το Πάσχα

εκεί, όπου ενηστεύθη τεσσάρων αιώνων τεσσαρακοστή. Αλλ' ο θάνατος

έκοψε τα όνειρα του ποιητού, και το αρρενωπόν του άσμα δεν θα

πανηγυρίση της Ηπείρου την ελευθερίαν. Όταν εκεί ποτε την

αιματοβαφή σημαίαν αντικαταστήση η κυανόλευκος και ο σταυρός την

ημισέληνον, όταν τείνη ένθους η Ήπειρος το ους προς την Λευκάδα,

ίνα ακούση την γνώριμον φωνήν πανηγυρίζουσαν την χαράν της, η

Λευκάς θα μείνη βωβή, και τα κύματα της μόνον, εκπνέοντα εις της

Πρεβέζης τον αιγιαλόν, θα φλοισβίσωσι πενθίμως, ότι . . . ο

Βαλαωρίτης δεν ζη πλέον.

Συγχώρει, αν δεν σου γράφω σήμερον περισσότερα και φαιδρότερα.

Άφες την συγκίνησίν μου αμιγή, και ας μείνη και η ιδική σου

τοιαύτη.

ΙΑ'.

Εν Αθήναις τη 8 Αυγούστου 1879

Τίποτε σχεδόν άξιον λόγου δεν έχω να σου αναγγείλω εξ Αθηνών

αυτήν την εβδομάδα, και εντρέπομαι τη αληθεία, όχι εννοείται εις

λογαριασμόν μου, αλλ' εις λογαριασμόν της ελληνικής μεγαλοπόλεως

διά την νεολογικήν αυτής πτωχείαν. Και όμως αι Αθήναι ως και

άλλοτε σου έγραψα, μεγαλύνονται ολονέν, μεγαλύνονται και

αυξάνουσι, το δε μέτρον του σημερινού των μεγαλείου σου παρέχει

τούτο και μόνον το γεγονός, ότι η πρωτεύουσα του ελληνικού

βασιλείου θα εκλέξη εφέτος, κατά τας προσεχείς βουλευτικάς

εκλογάς, όχι πλέον έξ, ως μέχρι τούδε, αλλά οκτώ αντιπροσώπους.

Δεν δύνασαι, πιστεύω, να μου αρνηθής, ότι τούτο είνε πρόοδος,

πρόοδος αληθινή και αδιαφιλονείκητος, την οποίαν ουδ' αυτοί της

Ελλάδος οι εχθροί δύνανται ν' αρνηθώσιν. Ημπορεί τις ίσως, αν ήνε

μάλιστα φύσει δύσκολος άνθρωπος, φιλόψογος και μεμψίμοιρος, να μη

παραδέχεται ως εκφανή μαρτύρια της αναπτύξεως και προόδου των

Αθηνών, κατά την τελευταίαν από του 1870 δεκαετίαν, τον

εγκληματισμόν του γαλλικού θεάτρου παρ' ημίν, την εισαγωγήν των

raoûts και των αθώων questions, τας μονομαχίας χάριν ενός

μανδηλίου μιας γαλλίδος ηθοποιού, τους bals costumés, την Lilly

και άλλα πολλά πειστικώτατα εν τούτοις τεκμήρια, μαρτυρούντα ότι

αι Αθήναι δεν δύνανται να κοιμηθώσιν από την ζηλοτυπίαν των,

ακούουσαι ότι οι Παρίσιοι ονομάζονται ενίοτε nouvelle Athènes,

και προσπαθούσι να γίνωσι Παρίσιοι διά να ήνε άξιαι του ονόματός

των. Όλα αυτά φιλονεικούνται ίσως και δύνανται να φιλονεικηθώσι.

Δύναται τις ίσως μάλιστα· και να ισχυρισθή, ότι αι Αθήναι

απέχουσιν έτι πολύ των Παρισίων, διότι που combles ακόμη

και . . . . πολλά άλλα πράγματα. Τις όμως, σε παρακαλώ, θα

διαμφισβητήση, ότι δεν προώδευσε και δεν ανεπτύχθη καταπληκτικώς

πόλις, ήτις μετά ένα περίπου μήνα θα έχη οκτώ ε κ λ εκ τ ο ύ ς —

δηλ. βουλευτάς — εκ τριάκοντα περίπου κ λ η τ ώ ν ήτοι υποψηφίων,

ενώ είχε τέσσαρας μόνον κατά το 1860, πέντε κατά το 1865 και έξ

κατά το 1871; Φαντάσου επί στιγμήν, ότι μετά ένα αιώνα, αν τα

πράγματα θεού ευδοκούντος βαίνωσιν ως βαίνουσι, και αι Αθήναι μας

προοδεύσωσιν ως προοδεύουσι, θα έχωσι των εγγόνων μας οι εγγονοί

τ ρ ι ά κ ο ν τ α τουλάχιστον βουλευτάς! Δεν ζηλεύεις την δόξαν

των; και δεν λυπείσαι και συ φοβερά, ως εγώ λυπούμαι ενίοτε, ότι

εγεννήθης εκατόν έτη πρωιμώτερα παρ' ότι έπρεπε; Φαντάσου

τριάκοντα αντιπροσώπους, μεριμνώντας ημέραν και νύκτα περί της

ευημερίας και προόδου της κλεινής πόλεως, ωχρούς εκ των

πατριωτικών των αγρυπνιών και ισχνούς εκ της από του βήματος

ρητορείας των, μη τρώγοντας, μη πίνοντας, μηδέ κοιμωμένους χάριν

του κοινού καλού, — και ειπέ μου, σε παρακαλώ, αν μετά εκατόν έτη

δεν θα δικαιούνται να λέγωσιν οι απόγονοί μας, παρωδούντες το

μασσαλιωτικόν λόγιον: si Paris avait trente députés serait une

petite Athènes. Μη αμφιβάλλης δε περί τούτου. Αι Αθήναι έχουσι

μέλλον, και ευδαίμονες εκείνοι δι' ους το μέλλον αυτό θα ήνε

παρόν. Σήμερον όμως, μ' όλον το σχετικόν των μεγαλείον και τους

προσεχείς οκτώ των βουλευτάς, είνε δι' εμέ Σαχάρα αυχμηρά, όθεν

δεν ευρίσκω να συλλέξω προς ψυχαγωγίαν σου ουδέ το ελάχιστον

ειδησείδιον. Αν σου έγραφα πολιτικάς ανταποκρίσεις, και ηγάπας

και συ τα πολιτικά, ως τα τρελλαίνεται μία μας φίλη, θα είχα

πολλά πράγματα να σου γράψω, όχι τόσον αηδή, όσον υποθέτεις, και

πολύ διασκεδαστικώτερα παρ' ό,τι φαντάζεσαι. Ήρκει μόνον να σου

περιγράψω την εκλογικήν εκστρατείαν των υποψηφίων μας βουλευτών,

τα γλυκερά των μειδιάματα, τας μελισταγείς των θωπείας και τας

χονδράς των υποσχέσεις, αίτινες κατά τούτο και μόνον διαφέρουσιν

από τας υποσχέσεις των εκλογέων, ότι είνε κάπως μεγαλείτεραι κατά

το περιέχον και κενότεραι επομένως κατά το περιεχόμενον. Ήρκει να

σου εκθέσω εν συνόψει τα περί εκλογικών συνδυασμών μυστικά

διαβούλια των επαρχιακών υποψηφίων, άτινα εν τούτοις γίνονται εν

Αθήναις, χωρίς να υπάρχη ανάγκη να ερωτηθώσι κάπως και οι

μέλλοντες ψηφοφόροι, οίτινες κατατίθενται απλώς εις την μέλλουσαν

εκλογικήν εταιρείαν, ως κατατίθενται εις κερδοσκοπικόν τινα

εμπορικόν συνεταιρισμόν εκατόν δέματα βακαλάου, είκοσι βαρέλια

σακχάρεως και πεντήκοντα κάσσαι πετρελαίου. Ήρκει τέλος να κάμω

μαζή σου μικρόν τινα περίπατον εις την αγοράν και τας οδούς των

Αθηνών, και να διασκεδάσωμεν ομού, θεωρούσαι αδιακρίτως εις τα

βάθη των υπογείων οινοπωλείων, όπου θα εβλέπαμεν τον μελανόν

επενδύτην προστριβόμενον οικείως εις την λιπαράν εφεστρίδα του

χωρικού, το στίλβον υπόδημα πατούμενον εν φιλική διαχύσει υπό του

λασπωμένου τσαρουχίου, και τους γλαφυρούς δακτύλους κομψού τινος

υποψηφιδίου θωπεύοντας τον πιναρόν τράχηλον οινοβαρούς εκλογέως.

Αλλ' αυτά ως προείπα είνε πολιτικά, και ειξεύρω ότι δεν τα

νοστιμεύεσαι. Αν τουλάχιστον ενοστιμεύεσο τα διασκεδαστικά μεν

αλλά κάπως κακολόγα ανέκδοτα, άτινα τοσάκις ρητώς μου

απηγόρευσες, θα σου διηγούμην πολλά περίεργα της εβδομάδος ταύτης

σκάνδαλα. Αλλά συ λέγεις· Ο υ α ί όχι μόνον δ ι' ο υ αλλά και

ε ι ς ο ν τ ο σ κ ά ν δ α λ ο ν έρχεται, και πτύεις εις τον

κόλπον σου τρις και σταυροκοπείσαι προς την κακολογίαν.

Ανατρέχω λοιπόν εις τα παλαιά, καταβαίνω μαζή σου εις Φάληρον,

εις το μέγα και πολύ Φάληρον, το οποίον κατήντησε πλέον ανάγκη

εις διασκέδασιν του καλού κόσμου των Αθηνών, και σε οδηγώ εις

μίαν των πρώτων παραστάσεων των Cloche de Corville. Το κωμικόν

αυτό μελόδραμα, το οποίον υπήρξε πέρυσι, κατά την Παγκόσμιον

έκθεσιν των Παρισίων, έν των μεγίστων θελγήτρων του παντοδαπού

εκείνου πληθυσμού, όστις συρρέει εις την νέαν Βαβυλώνα, ίνα

δαπανήση τερπνότερον τα αποταμιεύματά του, εδόθη κατ' ανάγκην

εφέτος και από του φαληρικού θεάτρου, ως επεκράτησε να ονομάζεται

το επί των άμμων του Φαλήρου εστημένον ξύλινον παράπηγμα. Λέγω

κ α τ' α ν ά γ κ η ν, διότι εννοείς πολύ καλά, ότι δεν ήτο

δυνατόν να μη χειροκροτήσωσιν αι Αθήναι πράγμα το οποίον

εχειροκρότησαν οι Παρίσιοι. Εχειροκρότησε λοιπόν και επεδοκίμασεν

ενθουσιωδώς το αθηναϊκόν κοινόν το χ α ρ ι έ σ τ α τ ο ν αυτό,

ως ωνομάσθη, μελόδραμα, και το εχειροκρότησε μάλιστα όπως ουδ'

εις τους Παρισίους αυτούς εχειροκροτήθη. Οι σκαιοί παρισινοί, ως

τουλάχιστον ενθυμούμαι, ουδέποτε κατώρθωσαν να εννοήσωσι και

εκτιμήσωσι την κομψήν εκείνην χάριν, μεθ' ης ανατρέπει την

τράπεζαν του ο είς των τριών γραφέων εν αρχή της τρίτης πράξεως,

και συνανατρέπεται μετ' αυτής κυλιόμενος επί της σκηνής. Ημείς

όμως εξετιμήσαμεν εις το Φάληρον και την δραματικήν του γεγονότος

τούτου σπουδαιότητα, και την ρυθμικήν αυτού χάριν και την νοήμονά

του εκτέλεσιν. Διά τούτο δε και το εχειροκροτήσαμεν, και την

επανάληψιν του εζητήσαμεν, και ο ταλαίπωρος Frederic ηναγκάσθη να

πέση εκ νέου και να κυλισθή εκ δευτέρου επί της σκηνής εν μέσω

ραγδαίων χειροκροτημάτων. Ότε όμως το ενθουσιώδες κοινόν εζήτησε

και την εκ τρίτου επανάληψιν του σκηνικού εκείνου επεισοδίου, ο

δυστυχής γραφεύς είχε, φαίνεται, βαρυνθή την κάπως κουραστικήν

αυτήν διά την ράχιν του διασκέδασιν, και παρελθών εις το

προσκήνιον, είπεν ευσεβάστως εις τους θαυμαστάς του: «Si ces

messiers ne sont pas contents, je n' en suis pas non plus». Το

κοινόν τότε ευχαριστήθη και ησύχασεν, αρκεσθέν εκόν άκον εις τα

μουσικά του έργου θέλγητρα. Τα θέλγητρα ταύτα λέγονται πολλά και

ποικίλα υπό του κοινού. Το κατ' εμέ δεν ηξεύρω αληθώς πώς να σου

παραστήσω την εντύπωσιν, ην μοι επροξένησε το παράδοξον αυτό

μουσικόν έργον. Δεν ομιλώ περί του είδους της δραματικής μουσικής

εις την οποίαν ανήκει, διότι δεν κατώρθωσα να το κατατάξω. Ούτε

σπουδαίον μελόδραμα είνε, ούτε εις την ιταλικήν opera buffa

ανήκει, ούτε opéra comique γαλλική δύναται να ονομασθή, ούτε

οφφεμπαχιάς είνε καθαρά. Είνε κάτι τι αμφίβιον και hybride,

ετερόκλιτον και χιμαιροειδές. Είνε είδος τι μωσαϊκού αλλοκότου,

ευάρεστον μεν εν συνόλω ως εκ της ποικιλίας των χρωμάτων και της

συμπλοκής των αραβουργημάτων του, μη έχον όμως οιονδήποτε

σχέδιον, ουδέ σκοπόν, ούτε ιδέαν, ούτε αναλογίας, ούτε

φωτοσκίασιν. Και αυτό το μελωδικόν του περιεχόμενον είνε αβυρτάκη

τις, η ιταλική σαλάτα, κατά την σημερινήν μαγειρικήν γλώσσαν,

όπου αλλαχού μεν αναγνωρίζεις τον Κ ο υ ρ έ α τ η ς

Σ ε β ί λ λ η ς και τους Δ ρ α γ ό ν ο υ ς του Β ι λ λ ά ρ

και την Κ ό ρ η ν της Α γ γ ώ, αλλαχού δε απορείς προς το

γνώριμον του μέλους και δεν κατορθόνεις εν τούτοις να το ενθυμηθής.

Αι πλείσται των μουσικών του φράσεων είνε ράκη γνωστών παλαιοτέρων

μελωδιών, επιδεξίως όμως συνερραμμένα εις τριβώνιον πολύχρωμον,

το οποίον θαμβόνει την όρασιν και την ευχαριστεί εφ' ικανάς

στιγμάς. Η εκτέλεσίς του δεν υπήρξε κακή· πολλοί μάλιστα

διατείνονται ότι ήτο εξαίρετος. Σημείωσε όμως, ότι εις τους

πολλούς τούτους κατατάσσονται οι όχι ολίγοι θαυμασταί των

εφετεινών μας υψιφώνων κυριών, οι πωληταί των ανθοδεσμών και οι

πτηνοπώλαι, νομίζω, ακόμη, οι προμηθεύοντες τας περιστεράς, όσαι

ρίπτονται καθ' εσπέραν εις την σκηνήν, ως τρυφεροί ερμηνείς του

ενθουσιασμού θεατών τινων.

ΙΒ'.

Εν Αθήναις τη 19 Αυγούστου 1879.

Αν την παρελθούσαν εβδομάδα δεν έλαβες γράμμα μου, συλλογίσου,

ότι δεν έλαβα κ' εγώ ιδικόν σου, και συγχώρησόν με, αφού και συ

έχεις ανάγκην συγχωρήσεως. Μην υποθέσης όμως, ότι η έλλειψίς μου

ήτο πληρωμή της ελλείψεώς σου. Όχι· δεν είμαι τόσον εκδικητική.

Αφορμή της σιωπής μου ήτο άλλη, κοινοτέρα πολύ και αθωοτέρα: η

αμέλεια. Δεν ηξεύρω πως και διατί, αλλά τοσαύτη με είχε καταλάβει

την παρελθούσαν εβδομάδα αδράνεια, τόσος βαρεμός κατά την

εκφραστικωτάτην λέξιν του λαού, ώστε όχι μόνον η χειρ μου δεν

ενετείνετο εις εργασίαν οιανδήποτε, αλλά και αυτός ο νους μου

εβαρύνετο να σκεφθή. Δις μόλις και τρις προσεπάθησα να αποσείσω

την οκνηρίαν μου, αλλά και πάλιν δεν το κατώρθωσα. Σ' ενθυμήθην,

ενθυμήθην το χρέος μου, αλλ' αδύνατον ήτο να κρατήσουν οι

δάκτυλοί μου τον κάλαμον. Ο χάρτης έμενεν εμπρός μου λευκός, η

χειρ μου κατέπεσεν αδρανής, εχασμήθην, και . . . Αλλ' αρκεί·

κινδυνεύω να πάθω και τώρα τα ίδια, περιγραφούσα την παλαιάν μου

κατάστασιν. Η ανάμνησις μόνη του παλαιού εκείνου και ηδονικού

χασμήματος διαστέλλει και πάλιν τας σιαγόνας μου εις χάσμημα

νέον. Σήμερον όμως έχω θέλησιν. Αφίνω τον κάλαμον επί στιγμήν·

εγείρομαι, κάμνω δύο τρία βήματα εις το δωμάτιόν μου, πίνω έν

ποτήριον ύδατος ψυχρού και διαυγούς — από το φρέαρ της οικίας

μου, σημείωσε, διότι το ύδωρ της πόλεως δεν πίνεται πλέον — και

αναλαμβάνω την εργασίαν μου, διότι αλλέως, αν σ' άφινα και αυτήν

την εβδομάδα χωρίς επιστολήν, δεν ηξεύρω τι ήθελες μου ψάλει την

επομένην.

Έλα, λοιπόν, πηγαίνωμεν ομού εις το Άντρον των Νυμφών, να

ακούσωμεν την Ειρήνην ψάλλουσαν. Σου την είχα ονομάσει

Γ ι α ν ν ο ύ λ α ν εις μίαν των προηγουμένων μου επιστολών,

αλλ' έκαμα λάθος και σπεύδω να το διορθώσω. Γ ι α ν ν ο ύ λ α

είνε το άσμα και όχι η αοιδός, καθώς θα ιδής μετ' ολίγον.

Εισερχόμενα λοιπόν και πάλιν εις το πολυπαθές εκείνο Άντρον, όπου

προ δύο περίπου μηνών ηκούσαμεν υλακτούσας τας γερμανικάς χάριτας.

Ο θίασος εκείνος ο γερμανικός κατέλιπεν ήδη προ ενός περίπου μηνός

την σκηνήν, επί της οποίας δεν κατώρθονε, φαίνεται, ν' ανανεώση

τους παλαιούς του θριάμβους, και μετεκομίσθη με όλα του τα τύμπανα

και τα κρόταλα εις τον παρά τας στήλας του Ολυμπίου Διός

φυτρώσαντα εντός του ρεύματος Κήπον του Παρθενώνος. Την θέσιν του

δε κατέλαβε συμμιγής τις άλλη, ωδική και μιμική και χορευτική

συγχρόνως, εταιρεία, εξ Ελλήνων συνάμα και Ιταλών και Ανατολιτών

προχείρως συγκροτηθείσα. Ο θίασος δε ούτος ο ποικίλος και

αστειότατος — χωρίς να το θέλη, εννοείται, — ορχήστραν του έχει

ένα και μόνον Άτλαντα, δέροντα ευσυνειδήτως καθ' εσπέραν επί

πέντε συνεχείς ώρας παράφωνον κλειδοκύμβαλον, ούτινος η ηλικία

τουλάχιστον επέβαλλε πλειότερον σεβασμόν (ή ανασκοπήν ως λέγουσι

σήμερον), και αδάμαντά του την σμυρναίαν Ειρήνην, ήτις τετράκις ή

πεντάκις της εσπέρας εναλλάσσει το τουρκικόν σ α β α ί προς το

βαρύ και παθητικόν μέλος δημοτικού τινος άσματος. Το πλείστον

μέρος των θεατών έρχεται ν' ακούση αυτάς ιδίως τας ανατολικάς της

Ειρήνης μελωδίας, μονοτόνους μεν ως επί το πολύ αλλ' οικείας όμως

εις τα ώτα των ακροατών, συνοδευομένας δε δι' ενός βιολίου υπό

σμυρναίου μουσικού, και υπ' αυτής της αοιδού διά παραδόξου τινός

οργάνου, πολλήν έχοντος την ομοιότητα προς το γερμανικόν Zither.

Δι' αυτόν δε τον λόγον είνε συνήθως το κοινόν του Άντρου ικανώς

συμμιγές, ουδ' αποπνέει ως επί το πολύ αρώματα του Lubin και του

Atkinson. Υπάρχουσιν όμως μεταξύ αυτού και θεαταί ευρωπαϊκωτέραν

έχοντες την καλαισθησίαν, οίτινες τέρπονται πλειότερον εκ της

βραχνής κραυγής κολοσσιαίου τινός βαρυτόνου, περιφερομένου εις

την σκηνήν και παθητικώτατα χειρονομούντος μονωδίαν τινα του

Trovatore, ή εκ του οξέος συριγμού μελιταίας τινός υψιφώνου, ην η

πρασινοπόρφυρος ενδυμασία της μεταβάλλει εις αληθή χρυσομυίαν, ή

εκ των στερεοτύπων μορφασμών του αλευρωμένου προσώπου ηλιθίου

τινός pagliaccio, ή τέλος και εκ των χαριεστάτων δύο

αυτοχειροτονήτων χορευτριών, αίτινες ουδεμίαν έχουσι δυσκολίαν να

περιφέρωσι τον δίσκον των εις το κοινόν χωρίς να προσθέτωσιν

ο,τιδήποτε εις την στοιχειώδη αυτών ενδυμασίαν, συνοδευόμεναι

όμως πάντοτε υπό δεκαετούς τινος βρακοφόρου και ανυποδήτου

κ ι σ λ ά ρ - α γ ά.

Αλλ' αυτά αποτελούσι το αστείον μέρος της παραστάσεως. Το

σπουδαίον και ικανώς άξιον προσοχής αποτελεί το ανατολικόν άσμα

της Ειρήνης. Ηξεύρω, ότι η μουσική αυτή δεν σ' ενθουσιάζει τόσον

όσον τον Κ. Ducoudray. Σου φαίνεται, ως πολλάκις μου είπες,

φοβερά μονότονος και παντελώς άρρυθμος, ίσως δε δεν έχεις και

πολύ άδικον. Σημείωσε όμως, ότι δι' αυτόν ακριβώς τον λόγον,

διότι τα ανατολικά μέλη είνε ικανώς μονότονα και άρρυθμα,

απαραίτητον είνε, όπως ευαρεστήσωσι, να άδωνται υπό ψάλτου, όστις

και φωνήν ιδία προς τούτο πεπλασμένην να έχη, και να αισθάνεται

βαθέως, και ησκημένος να ήνε διά μακρών.

Τότε με συγκινεί πολλάκις η ανατολική μελωδία μέχρι μυχών της

καρδίας μου· η μονότονος εκείνη, η κατ' ε λ ά σ σ ο ν α

τ ό ν ο ν (minore) αδιακόπως φερομένη, αλλ' εντέχνως όμως

ποικιλλομένη διά τρομώδους λαρυγγισμού μουσική φράσις μου προξενεί

ανέκφραστόν τινα αλλά γλυκείαν βαρυθυμίαν, και το ους μου όχι

μόνον δεν κουράζεται υπό του βαρέως συρομένου ρυθμού, όστις ούτε

τέλος έχει πολλάκις ούτε αρχήν, αλλά τον παρακολουθεί τουναντίον

ευαρέστως, και όταν το άσμα παύση, τον παρατείνει πολλάκις δι'

ενδομύχου τινός και μυστηριώδους ηχούς.

Αυτό μου συνέβη προχθές, ότε ήκουσα την Ειρήνην ψάλλουσαν τους

ωραίους τούτους δημοτικούς στίχους·

_Όλαις η νηαίς παντρεύονται και πέρνουν παληκάρια, κ' εγώ η

Γιαννούλα η ώμορφη πήρα το μαραζιάρη. Σιμά του πάντα κάθομαι· του

κρένω δεν μου κρένει· ψωμί του δίνω δεν το τρώει, κρασί και δεν

το πίνει._

Η κλαγγή της φωνής της, καίτοι δεν έχει πλέον την δρόσον της

πρώτης νεότητος, έχει όμως σπάνιον αληθώς το κάλλος. Είνε φωνή

μεσοφώνου βαθεία, πλήρης, ηχηρά και ομαλωτάτη, εκφράζει δε πάθος

αληθές και ανεπιτήδευτον, και — όπερ σπανιώτατον εις ανατολίτας

αοιδούς, — είνε καθαρά του στήθους φωνή, ουδέποτε επικαλουμένη

της ρινός την βοήθειαν, ως επικαλούνται την βοήθειαν του fausset

οι ευρωπαίοι ψάλται. Κρίμα αληθώς, ότι τοιαύτη φωνή δεν έτυχεν

ευρωπαίου διδασκάλου ουδ' εμορφώθη διά σπουδών τακτικών.

Μου παραπονείσαι ότι δεν σου γράφω περί του ελληνικού θεάτρου. Αν

σου έγραφα, θα μου παρεπονείσο ότι σου γράφω, και θα μου έλεγες

ότι καταστρέφω την θεραπείαν σου.

ΙΓ'.

Εν Αθήναις τη 14 Ιανουαρίου 1880.

Πέντε ολοκλήρους μήνας είχα να λάβω γράμμα σου, και υπέθετα ότι

με είχες εντελώς λησμονήσει, ότε, επιστρέψασα εις τας Αθήνας,

όθεν έλειψα καθ' όλον σχεδόν αυτό το διάστημα, εύρον επί της

τραπέζης μου τρεις σου συγχρόνως επιστολάς, πλήρεις πικρών μεν

παραπόνων διά την σιωπήν μου, χαριεστάτων δε λεπτομερειών των

περιπλανήσεών σου και του εν Παρισίοις βίου σου. Και εις μεν τα

παράπονά σου άπαντα επαρκώς, ελπίζω, η απουσία μου, ήτις,

ανάγραψε και τούτο εις λογαριασμόν της ειλικρινείας μου, μ' έδωκε

νέαν αφορμήν, όχι μόνον να εκτιμήσω την αγάπην σου, αλλά και να

καμαρώσω πάλιν διά την ευχαρίστησιν την οποίαν σου προξενεί η

αθηναϊκή μου φλυαρία. Αι δε λεπτομέρειαι της κατά το πεντάμηνον

αυτό διάστημα ζωής σου, γραμμέναι μεθ' όλης εκείνης της χάριτος

και της αφελούς ασυναρτησίας, ήτις χαρακτηρίζει την νωχελή σου

φύσιν, με κατεγοήτευσαν αληθώς, και με μετεβίβασαν πολλάκις, ως

εν ονείρω, από της μικράς μου αθηναϊκής φωλεάς εις τον ευρύν

ορίζοντα του ευρωπαϊκού κόσμου. Αι λεπτομέρειαι ιδίως του

παρισινού χειμώνος, η ωραία σου περιγραφή της χιονοσκεπούς

λεωφόρου των Ηλυσίων και του παγωμένου Σηκουάνα, και η οδυνηρά

σου αφήγησις της διαρκούς φρικιάσεως, ήτις σε κατείχεν υπό όλας

σου τας σισύρας και με όλην την σπινθηρακίζουσαν εστίαν σου, μ'

έκαμαν πολλάκις να διαρραγώ εις άσβεστον γέλωτα. Ηξεύρεις διατί;

Ενθυμήθην τας καλοκαιρινάς σου επιστολάς, και την δροσομανίαν

ήτις σε είχε καταλάβει· ανεμνήσθην ότι αφήκες εν μηνί Αυγούστω

την Ελβετίαν, διότι δεν την εύρισκες αρκετά δροσεράν, και ότι

εβάδιζες προς βορράν εις αναζήτησιν ψύχους· εσυλλογίσθην τέλος

την δημώδη ελληνικήν παροιμίαν: τ α μ ι κ ρ ά δ ε ν

ή θ ε λ ε ς τ α μ ε γ ά λ α γ ύ ρ ε υ ες, και ξεκαρδίσθην

σκεπτομένη, ότι δεκαπέντε βαθμοί υπό το μηδέν ευχαρίστησαν επί

τέλους με το παραπάνω την απληστίαν σου.

Ηξεύρεις όμως, ότι και ημείς οι μικροί και άσημοι Αθηναίοι δεν

καθυστερήσαμεν εις την τ ο υ ρ τ ο υ ρ ι σ τ ι κ ή ν αυτήν

συναυλίαν, την οποίαν συνεκρότησαν εφέτος οι πάγοι καθ' όλην την

Ευρώπην; Τετράκις μέχρι τούδε ελεύκανεν η χιών τας οδούς και τους

ορόφους των οίκων μας! Ο βοριάς, του οποίον εθρηνούμεν άλλοτε και

ιδίως πέρυσι την απουσίαν, πνέει αδιακόπως σχεδόν από δύο ήδη

μηνών, και τα ύδατα των υπαίθρων αυλάκων παγόνουσι κατά πάσαν

σχεδόν νύκτα. Ευτυχώς παγόνει μαζή των και ο πηλός των οδών μας,

αίτινες στίλβουσιν ούτω και λαμποκοπούσι την πρωίαν, όσον ουδεμία

δημοτική αρχή ποτέ θα το κατώρθονε.

Δεν 'σου περιγράφω λεπτομερώς τα του χειμώνος μας, διότι τι νέον

δύνανται να αναγγείλωσιν οι δύο μόλις βαθμοί ψύχους, τους οποίους

εζήσαμεν ημείς, εις τους είκοσι, τους οποίους έζησες συ; Τα

συνάχιά μας και τους βήχας μας και τας πορφυράς μας ρίνας τα

είχατε, υποθέτω, και σεις πολύ αφθονώτερα και ποικιλώτερα, και

ουδεμίαν επομένως θα έχης διάθεσιν να μάθης, ποσάκις επταρνίσθην

κατά τον παρελθόντα μήνα, και πώς βασανίζομαι να θεραπεύσω τας

χιονίστρας των χειρών μου. Ό,τι όμως θέλεις να μάθης, ό,τι

απαραιτήτως θέλεις να σου διηγηθώ, είνε το πώς διασκεδάζομεν

εφέτος. Χορεύομεν; Πηγαίνομεν εις το θέατρον; Ακούομεν μουσικήν;

Γίνονται συναστροφαί;

Εις όλα σου αυτά τα ερωτήματα αδύνατον, εννοείς, μου είνε να

απαντήσω διά μιας και μόνης μου επιστολής. Ησύχασε όμως, και δεν

θα σε αφήσω δυσηρεστημένην, αφού θέλεις να τα μάθης όλα.

Σου υπόσχομαι να βαρυνθής επί τέλους την φλυαρίαν μου, επί τω όρω

bien entendu να βαρυνθώ και εγώ την ιδικήν σου. Χορεύομεν;

ερωτάς. Και τι άλλο κάμνομεν, σου απαντώ. Οι χοροί και αι

χορευτικαί εσπερίδες και αι δ ε υ τ έ ρ α ι (θα έπρεπε ίσως

δ ε ύ τ ε ρ α ι κατά σε, ήτις είσαι à cheval sur la grammaire,

αλλά τι να σου ειπώ; δεν μου έρχεται) και αι τρίται ήρχισαν ήδη

από του παρελθόντος μηνός, και φαντάσου τι κακόν έχει να γείνη

μέχρι των απόκρεω, αι οποίαι συμπίπτουν εφέτος την τρίτην Μαρτίου.

Αι χορευτικαί και διασκεδαστικαί μας ορέξεις ανεπτύχθησαν,

βλέπεις, κατ' ευθύν λόγον προς την διάρκειαν των απόκρεω, και από

της α'. Ιανουαρίου, ότε εδόθη ο πρώτος γενικός χορός της Αυλής,

επέρχονται καθ' εβδομάδα αλλεπάλληλοι προσκλήσεις, αι δε ολίγαι

μας ράπτριαι δεν προφθάνουσιν, όχι να μας ράπτωσωσιν αλλ' ουδέ να

μας ακούωσι. Κατήντησαν και αυταί personnages, και πολύ φοβούμαι

μήπως ορίσωσιν επί τέλους ώρας ακροάσεων, καθώς οι υπουργοί μας.

Περί του αυλικού χορού της πρώτης του έτους δεν σου γράφω τίποτε.

Ήτο όμοιος κατά την λαμπρότητα προς τους χορούς των παρελθόντων

ετών, τους οποίους γνωρίζεις, διότι είδες πολλούς· επιφυλάσσομαι

δε να σου γράψω λεπτομερέστερον περί του μικρού χορού, όστις

δίδεται απόψε, διά της προσεχούς μου επιστολής. Ας σου είπω

σήμερον ολίγα τινά περί του χορού της Κας Σ., και αυτά όχι μεθ'

όλης της λεπτομερείας, την οποίαν ποθεί η άπληστός σου

περιέργεια, διότι ούτε τα όρια απλής επιστολής θα εχώρουν όσα

θέλεις συ, ούτε ο κάλαμος της φίλης σου θα επήρκει. Περί την

χορευτικήν αυτήν εσπερίδα — διότι ούτω την ωνόμαζον μετριοφρόνως

τα προσκλητήρια — εγένετο πολύς εκ προοιμίων ο πάταγος, και

αμύθητον υπήρξε το πλήθος — άρρεν και θήλυ — το οποίον έφερε την

προχθές εσπέραν ένδυμα γάμου. Ούτω δε το μέγα εκείνο μέγαρον, του

οποίον εθαυμάσαμεν, ενθυμείσαι, άλλοτε ομού τας ημιτελείς μεν

αλλ' ευρείας και συνεχείς αιθούσας, επληρώθη μέχρι και αυτών των

τελευταίων γωνιών του μεσορόφου, κ' ενόμιζεν ο περί την δεκάτην

ώραν του προχθές Σαββάτου εισερχόμενος εις τα κατάκοσμα εκείνα

δώματα, ότι παρίσταται εις δημοσίαν τινά αγόρευσιν του νέου ημών

ιεροφάντου Μακράκη, πολύ πριν ή ο εισαγγελεύς μετριάση κάπως τον

ενθουσιασμόν του νοήμονος κοινού· της πρωτευούσης, το οποίον

ετίμησεν εσχάτως τον προφήτην, κατά τας τελευταίας βουλευτικάς

εκλογάς, δι' επτά χιλιάδων ψήφων, εις δόξαν της καθολικής

ψηφοφορίας! Η πληθύς δε αυτή, κατά την ομόφωνον της ιδίας πληθύος

γνώμην, υπήρξε το μόνον ελάττωμα της λαμπράς εκείνης εσπερίδος,

καθ' ην ημιλλώντο η αμίμητος καλλιτεχνική του οίκου διακόσμησις,

ο άπλετος φωτισμός των περιχρύσων αιθουσών, η της ορχήστρας

τελειότης, ο πλούτος και η κομψότης των εσθήτων, η χάρις των

χορευτριών, η κοινωνική σημασία των προσκεκλημένων, του δείπνου η

άφθονος και αριστοτεχνική ποικιλία, και επί πάσιν η προσηνής

ευγένεια και περιποιητικότης των οικοδεσποτών. Δεν επιχειρώ,

φιλτάτη, να σου περιγράψω τα θαυμάσια της οικίας, ουδέ τον

καλλίτεχνον ευτρεπισμόν των ωραίων αιθουσών του μεγάρου, θα

εχρειαζόμην πολλάς σελίδας, ίνα σου καταδείξω διά λέξεων την

βαθείαν εντύπωσιν του θαυμασμού, τον οποίον μου επροξένησεν η

κατάλευκος και δι' αναγλύφων εκ ναστοχάρτου περίκοσμος αίθουσα

κατά την βορειοανατολικήν πρόσοψιν του μεγάρου, η διαιρουμένη εις

δύο διά κομψοτάτων στηλών εκ λευκού πεντελικού μαρμάρου, η παρ'

αυτή δεξιόθεν μικροτέρα, διακεκοσμημένη διά γραφών και επίπλων

κατά τον επί Λουδοβίκου του ΙΕ'. συρμόν, η άλλη παρακειμένη, επί

των τοίχων της οποίας ανευρίσκει τις τον ρυθμόν και τας γραφάς

των πομπηιανών δωμάτων, το περαιτέρω μαγευτικόν μικρογράφημα των

αραβουργημάτων της Αλάμβρας, και τέλος το εκ ξύλου δρυός

περίγλυφον εστιατόριον, όπου διαρκώς εστρωμένον κυλικείον ανέψυχε

τους διψώντας και ενεδυνάμου τους απαύστως σχεδόν πεινώντας

στομάχους των προσκεκλημένων, χορευόντων και μη.

Άλλως δε η περιέργεια σου επιθυμεί αναντιρρήτως λεπτομερεστέραν

και φλυαροτέραν την περιγραφήν των κυριών και των ενδυμασιών των.

Και δι' αυτό όμως . . . τι να σου είπω; εντρέπομαι, αλλ' η

αλήθεια είνε, ότι ολίγα ενθυμούμαι, διότι ολίγα είδα. Ήμεθα τόσον

πολλαί και τόσον πυκναί, ώστε σε βεβαιώ, ότι πολλάς μας φίλας

μόλις κατώρθωσα να ιδώ και να χαιρετίσω εις το τέλος του χορού.

Σου αναφέρω μόνον εν γένει, ότι αι εσθήτες των χορευτριών ήσαν

βαρείαι ως επί το πολύ και όλαι σχεδόν πλούσιαι, εκτός ολιγίστων

— δυστυχώς! — εξαιρέσεων. Τρίχαπτα πανταχού, πλημμύρα de points

d' Angleterre et de point de Bruxelles, κεντήματα βαρύτιμα,

φορέματα εξ επικρόκου, αδάμαντες και μαργαρίται εις σχήματα

περιδεραίων και πτίλων και χρυσαλλίδων, άνθη χαριέστατα,

ωραιότερα των αληθινών, και ουραί . . . ουραί . . . ουραί . . .

τόσον μακραί, ώστε εσχίσθησαν, εσχίσθησαν και πάλιν έμειναν. Και

ποίαι ήσαν αι ωραιότεραι του χορού; θα μ' ερωτήσης βέβαια. Τι να

σου ειπώ; Ηξεύρεις, ότι έχω το φοβερόν ελάττωμα να ήμαι δύσκολος,

και ότι σπανίως τολμώ ν' απονέμω τίτλους καλλονής. Πρέπει όμως

οπωσδήποτε να διακρίνω μεταξύ του πλήθους την ζωηρότητα και την

χάριν της Κυρίας Κ., το επιβάλλον παράστημα της Κυρίας Σ., την

ήρεμον μεγαλοπρέπειαν της Κυρίας Λ. και το αφελές εκείνο αλλ'

ανθηρότατον κάλλος της Κυρίας Ν., όπερ κρίμα αληθώς ότι ατελώς

εκτιμά η ράπτριά της. Εκ των δεσποινίδων μου ήρεσαν πολύ δύο

μικρά αλλά χαριέστατα κοράσια, άτινα διατηρούσιν επί του αφελούς

των προσώπου όλην την χάριν της νεαράς των ηλικίας, και

ανατέλλουσιν επί της ερυθριώσης μορφής των όλον εκείνο το

ανέκφραστον της αθωότητος γόητρον, το οποίον δυστυχώς εξαλείφει

παρ' ημίν από ημέρας εις ημέραν η μετάγγισις του πολιτισμού της

Εσπερίας. Η δεσποινίς Κ. και η δεσποινίς Κ. είνε κομψόταται

κόραι, και πεποίθησιν έχω, ότι θα γείνωσιν έτι κομψότεραι και

ωραίαι κυρίαι.

Ο χορός υπήρξε ζωηρότατος και πλήρης αδιαπτώτου ευθυμίας απ'

αρχής μέχρι τέλους· το δε ακροτελεύτιον cotillon διέκριναν

ωραιόταται εικόνες — σου μεταφράζω ούτω τας figures — ων δύο

ιδίως παρήγαγαν αληθώς μαγευτικόν αποτέλεσμα. Κατά την μίαν εξ

αυτών ευρέθησαν διά μιας οι πλείστοι των χορευτών περιβεβλημένοι

πολυχρώμους και ποικίλας εκ σιγαροχάρτου ενδυμασίας, ας εξήγον αι

χορεύτριαί των εκ μικρών περιχρύσων κιλίνδρων διανεμηθέντων εις

αυτάς επί τούτω· περιεδινούντο δε ούτω τα χορεύοντα ζεύγη εντός

της καταφώτου αιθούσης, και το θέαμα μοι ανέμνησε τοιχογραφίαν

τινά παριστάνουσαν τας απόκρεω της Βενετίας, την οποίαν είδα ποτέ

εν Ιταλία. Κατά την άλλην έθραυον αι χορεύτριαι κατά της κεφαλής

των χορευτών των λευκάς εκ λεπτού χαρτίου σφαίρας, και ανεπήδα εξ

αυτών νέφος ολόκληρον μικρών τεμαχίων χάρτου λευκού, άτινα

επλήρουν ως χιόνος νιφάδες τον αέρα, το έδαφος, τας κόμας των

κυριών και των κυρίων τα μελανά φορέματα. Ενόμιζες ότι χιών

κατέπιπτε την στιγμήν εκείνην πυκνή, και ηπόρεις ότι δεν ησθάνεσο

παγωμένους τους λοβούς των ωτίων σου.

Την πέμπτην ώραν μετά το μεσονύκτιον το μέγαρον ήτο σκοτεινόν,

και τους λοβούς των ωτίων μας επάγονεν αληθώς η παγερά ατμοσφαίρα

των Αθηνών, εν μέσω των κλειστών αμαξών, αίτινες μας μετέφερον

οίκαδε.

ΙΔ'.

Εν Αθήναις τη 20 Ιανουαρίου 1880.

Σου υπεσχέθην διά της τελευταίας μου επιστολής περιγραφήν του

πρώτου μικρού βασιλικού χορού, όστις εδόθη εφέτος, και σπεύδω να

εκπληρώσω την υπόσχεσίν μου, πριν ή έλθη του ταχυδρομείου η

ημέρα, ωφελουμένη από θερμήν αλλά παροδικήν βεβαίως ηλίου ακτίνα,

ήτις εισδύει την στιγμήν αυτήν διά του παραθύρου μου, και

ζωογονεί κάπως τους παγωμένους μου δακτύλους. Τι χειμών, αδελφή

μου, είνε ο εφετεινός! Υπεδέχθημεν προ ενός και ημίσεος μηνός την

χιόνα μετ' ευθύμου σχεδόν εκπλήξεως, και την συνελέξαμεν ιδίαις

χερσίν από της φλιάς των παραθύρων μας, και εσφαιροβολήθημεν δι'

αυτής, και την κατεπατήσαμεν χαίρουσαι, πριν ή έτι αναλυθή εις

ρύπον και πηλόν, ελπίζουσαι ότι, ως συνήθως, ουδέν άλλο ήτο η

ωραία τις χειμερινή σκηνογραφία, παρασκευασθείσα εις στιγμιαίαν

ημών διασκέδασιν υπό του αθηναϊκού χειμώνος, και μέλλουσα να

διαλυθή την επαύριον υπό το φαιδρόν του ηλίου θάλπος. Και διελύθη

μεν αληθώς, αλλά τι το όφελος, αφού μετ' ολίγας ημέρας

υπεδέχθημεν την δευτέραν της έκδοσιν; Εξεπλάγημεν και τότε,

εννοείται, αλλ' η έκπληξίς μας ουδέν είχε πλέον το εύθυμον. Ότε

δε μετά μίαν μόλις εβδομάδα ελεύκανε τας στέγας εκ τρίτου η χιών,

και μετ' ολίγας πάλιν ημέρας εκ τετάρτου, και επάγωσαν των ρυάκων

τα ύδατα, και είδαμεν τας λεμονοπορτακαλλέας των κήπων μας

φυλλορροούσας και μ ε λ α γ χ ο λ ι κ ά ς — κατά την ωραίαν

έκφρασιν, ην μετεχειρίσθη προχθές ο βασιλεύς, ομιλών εν τω χορώ

μετά τινος των προσκεκλημένων, — τότε πλέον η έκπληξίς μας

εκορυφώθη εις αδημονίαν, και η παιδική εκείνη από των πρώτων

χιόνων χαρά μετετράπη εις αγανάκτησιν, ην από ενός ήδη μηνός

μαρτυρούμεν δι' επιφωνημάτων και βηχός, διά πατάγου ρινών και

χ ο υ χ ο υ λ ι σ μ ά τ ω ν.

Και μ' όλα αυτά εν τούτοις, και μ' όλας τας απαισίας προρρήσεις

των αστρονόμων μας, αίτινες προεικάζουσι βαρύτερον έτι το

επερχόμενον ψύχος, διασκεδάζομεν εφέτος πολύ περισσότερον παρ'

όσον διεσκεδάζομεν πέρυσι, ότε δεν είδαμεν σχεδόν χειμώνα και

ολίγον έλειψε να μεταβληθώμεν εις αμφίβια, υπό τας αδιακόπους

βροχάς, δι' ων μας εφιλοδώρει ο νότος. Είπα: μ' ό λ α α υ τ ά,

ενώ έπρεπεν ίσως ορθότερον να είπω· δ ι' ό λ α α υ τ ά. Αφού οι

χοροί και αι συναναστροφαί και αι παννυχίδες είνε διασκεδάσεις

χειμεριναί, δεν είνε φυσικόν ν' αυξάνωσι και να πληθύνωνται όσον

αυξάνει κ' επιτείνεται ο χειμών; Τούτο συνέβη και εφέτος, ως σου

έγραφα την παρελθούσαν εβδομάδα. Ηνοίχθησαν τα διάκοσμα δώματα

των πλουσίων μεγάρων, και άλλα μεν καθ' ημέρας τακτάς, άλλα δ'

εκτάκτως συναθροίζουσιν επί του λείου δαπέδου των τον πυκνόν και

φαιδρόν όμιλον των χορευτών και χορευτριών, οίτινες, ενώ έξω

συρίζει ο βορράς και λευκαίνονται υπό την χιόνα οι δρόμοι,

αποζημιούσι τας εκ της αργίας του παρελθόντος αιμωδιώσας κνήμας

των, παρατείνοντες το cotillon μέχρι πρωίας. Και αυτοί δε οι

χοροί της Αυλής, τους οποίους, χάρις εις την ευμενή των βασιλέων

αγαθότητα, συνείθισεν ήδη ν' αναμένη τακτικώς ανά πάντα χειμώνα η

καλή των Αθηνών κοινωνία, προϋπολογίζουσα την εξ αυτών

διασκέδασαν ως ωρισμένον ευθυμίας εισόδημα, και αυτοί υπήρξαν

εφέτος εκτάκτως ωραίοι και ζωηροί.

Ο την παρελθούσαν Δευτέραν δοθείς μικρός χορός — ή συναστροφή, ως

καλεί αυτόν η αυλική γλώσσα, — υπήρξεν αναντιρρήτως είς των

ωραιοτέρων χορών όσους περιέλαβον ποτέ αι υψόροφοι εκείναι και

αληθώς λαμπραί αίθουσαι, ας γερμανοί αρχιτέκτονες και ιταλοί

ζωγράφοι κατεσκεύασαν και διεκόσμησαν εν έτει 1848 εν μέσω των

βασιλικών ανακτόρων των Αθηνών, και τας οποίας θαυμάζουσι δικαίως

και αυτοί οι την πρωτεύουσαν επισκεπτόμενοι ξένοι.

Εις τας αιθούσας αυτάς δίδονται υπό της νέας βασιλείας ου μόνον

οι μεγάλοι αλλά και οι μικροί χοροί.

Είνε δε βεβαίως προτιμότερος ο χώρος ούτος διά πολυπληθή και

μάλιστα χορευτικήν ομήγυριν ή τα μακρά εκείνα και υποτρέμοντα

πολλάκις δώματα του τρίτου ορόφου, όπου η βασίλισσα Αμαλία

συνεκάλει τον παλαιόν καιρόν την ευάριθμον και αραιάν ομάδα των

εκλεκτών, οίτινες ήσαν συνήθως οι κλητοί των μικρών χορών της

πρώην Αυλής. Προτιμώ δε και προτιμώσι μαζή μου, είμαι βεβαία, τας

αιθούσας των μεγάλων χορών πάντες οι προσκεκλημένοι, διότι πρώτη

και απαραίτητος ανάγκη παντός χορού, — είτε χορός καλείται είτε

συναναστροφή είτε ο,τιδήποτε άλλο — είνε αίθουσα ευρεία,

αδιάσειστον έχουσα το έδαφος, υψηλή και ευάερος. Είνε τόσον

ευχάριστον να χορεύης ανέτως, χωρίς να πνίγεσαι εντός του

πλήθους, μηδέ να κινδυνεύης να πατηθής ή να πατήσης ανά πάσαν

στιγμήν, μηδέ να αισθάνεσαι ότι ενδίδει το έδαφος υπό τους πόδας

σου, μηδέ να δυσκολεύεσαι ν' αναπνεύσης εντός πνιγηράς και θερμής

ατμοσφαίρας. Τα προσόντα δε ταύτα συνενούσιν άπαντα εν ωραιοτάτω

συνδέσμω αι ανακτορικαί αίθουσαι των μεγάλων χορών. Όταν μάλιστα

αναλογίζωμαι ιδιωτικάς τινας αιθούσας, τας οποίας αρέσκονται

συνήθως οι προσκαλούντες να πληρώσι μέχρι και των προθαλάμων,

φρονούντες ίσως μετά του K. de Montlucar Scribe «qu il vaut mieux

entasser ses amis dans l' antichambre . . . et quel-ques-uns

même sur l' escalier», και μεριμνώντες ως εκείνοι ουχί πώς να

διασκεδάσωσιν οι ξένοι των, αλλά πώς μάλλον να επιδείξωσιν αυτοί

το πλήθος των σχέσεών των, αισθάνομαι αληθινήν χαράν και

ανακούφισιν, ούτως ειπείν, οσάκις ευρίσκομαι εν μέσω των

περιχρύσων εκείνων και υψηλών δωμάτων, και φέρομαι ανάρπαστος υπό

του χορού διά της δροσεράς των ατμοσφαίρας, προς το γοργόν και

εναρμόνιον μέλος τελείας ορχήστρας, υπό το άπλετον φως των

πολλαπλών πολυελαίων, ων η άνωθεν καταπεμπομένη λάμψις μαγεύει

χωρίς να κουράζη τους οφθαλμούς.

Εννοείς επομένως ευκόλως πόσον διεσκέδασα την παρελθούσαν

δευτέραν, αν και δεν εχόρευσα πολύ, διότι ήμην κουρασμένη εκ

προηγουμένων αγρυπνιών. Οι αντίχοροι και οι στρόβιλοι δεν

παρετάθησαν, ως άλλοτε, πέραν του μεσονυκτίου, διότι η

ενδιαφέρουσα, ως λέγεται, θέσις της βασιλίσσης δεν επέτρεπεν αυτή

να μετάσχη του χορού, μήτε να παρατείνη πέραν του προσήκοντος την

νυκτερινήν αυτής αγρυπνίαν. Καίτοι όμως η Α. Μεγαλειότης απείχε

της χορευτικής διασκεδάσεως των προσκεκλημένων της, ήτο

περιχαρής, ως πάντοτε, και φαιδροτάτη, προσηνής και ομιλητική, η

δε αγαθή της μορφή, εφ' ης τοσούτον εύχαρις θάλλει έτι της

νεάνιδος η αφέλεια, υφ' όλην την αίγλην της ηγεμονικής

μεγαλειότητος, ενεθάρρυνε διά διαρκούς ιλαρού μειδιάματος τον

εύπτερον όμιλον, όστις ήρχετο και παρήρχετο στροβιλίζων ενώπιόν

της. Εφόρει χαριεστάτην μελανήν εσθήτα, διάκοσμον διά βαρυτίμων

λευκών τριχάπτων και ορμαθού όλου αδαμάντων· φαντάζεσαι δε, πόσον

η ανθηρά αυτής χροιά ανεδεικνύετο έτι ανθηροτέρα υπό της αμαυράς

εκείνης αναβολής. Ηξεύρεις βεβαίως συ η παρισινή, πόσον τα μελανά

φορέματα είνε εφέτος του συρμού κατά τους χορούς και τας

εσπερίδας· αγνοείς όμως, ότι και ημείς αι οσημέραι

τελειοποιούμεναι κατηντήσαμεν πλέον τόσον ενήμεροι εις τους

νόμους του Κ. Worth, ώςτε μετεφυτεύσαμεν ήδη τας μελανάς εσθήτας

εν Αθήναις, χωρίς ν' αφήσωμεν να παλαιώση μηδ' ένα καν χειμώνα ο

συρμός των. Ούτω δε πλησίον της βασιλικής τέσσαρες άλλαι μελαναί

ενδυμασίαι ανέπτυσσον άλλη μεν τα λευκά της τρίχαπτα, άλλη δε

τους διανθείς της στεφάνους, και άλλη τους πολυχρώμους θυσάνους

της, αλλ' ήσαν όμως όλαι σχεδόν άκομψοι και εζητημέναι,

προκαλούσαι μεν το βλέμμα αλλά μη ευχαριστούσαι αυτό. Περί άλλων

φορεμάτων μη μ' ερωτάς. Όχι διότι δεν ήσαν ωραία· τουναντίον,

ήσαν ωραιότατα, πλουσιώτατα, βαρυτιμότατα τα πλείστα· αλλά δι'

αυτό ίσα ίσα σου λέγω, μη μ' ερωτάς. Δεν ηξεύρω ποίον είνε το

ιδικόν σου φρόνημα· το κατ' εμέ όμως λυπούμαι φοβερά, και

ελεεινολογώ τον τόπον μας και το μέλλον του, οσάκις βλέπω εις

ποίον ύψος πολυτελείας ανήγαγε την ενδυμασίαν μας η ούτω

καλουμένη αλλά κακώς εννοουμένη — κοινωνική ανάγκη.

Το βλέπω δε δυστυχώς πολύ συχνά το φαινόμενον αυτό, και εις τον

τελευταίον ανακτορικόν χορόν το είδα τοσούτον ανεπτυγμένον, ώστε

αι λυπηραί σκέψεις, τας οποίας μου εγέννησε, μ' έρριψαν εις

δυσθυμίαν παράδοξον, την οποίαν μάτην προσεπάθησα ν' αποδιώξω

καθ' όλην την εσπέραν. Ανελογίσθην τους δυστυχείς συζύγους των

κυριών, αίτινες έφερον χιλίων φράγκων εσθήτας εις την ράχιν των,

τους ταλαιπώρους πατέρας των δεσποινίδων, αίτινες έσυρον διά της

αιθούσης τας πλουσίας και μακράς ουράς πολυτελών μεταξωτών

φορεμάτων, ων ήτο πρόδηλος η παρισινή καταγωγή, και είπα κατ'

εμαυτήν . . . — περιττόν να σου το επαναλάβω, διότι καμμίαν

βεβαίως δεν έχεις όρεξιν ν' αναγνώσης τας μελαγχολικάς σκέψεις

της πρεσβυτιζούσης φίλης σου.

Τώρα θα μ' ερωτήσης βεβαίως, ποίαι ήσαν αι ωραιότεραι του χορού,

διότι συ, — το ηξεύρω — δεν αρκείσαι εις την ερώτησιν, ποίαι ήσαν

αι ωραιότεραι toilettes, ήτις μόνη σήμερον είνε του συρμού εν

Αθήναις. Η απάντησίς μου θα ήνε απαράλλακτος με την απάντησιν,

την οποίαν έδωκα την παρελθούσαν εβδομάδα εις το ίδιόν σου

ερώτημα. Η Κυρία Κ., η Κυρία Λ., και πάσαι κατά δεύτερον λόγον αι

άλλαι. Συλλογήν ωραίων γυναικών δεν έχει δυστυχώς άφθονον η

ελληνική πρωτεύουσα, και την πλειάδα εκάστου χορού και πάσης

εσπερίδος αποτελούσιν ως επί το πλείστον τα ίδια πρόσωπα.

Το δείπνον παρετέθη ενωρίτερον ή άλλοτε, περί το μεσονύκτιον, εν

τη μεγάλη αιθούση, ης εσύρθησαν αίφνης, προς δοθέν σημείον, αι

διά των διαμέσων στηλών ανηρτημέναι αυλαίαι, και απεκάλυψαν διά

μιας τας εστρωμένας τραπέζας, ων ηκτινοβόλουν τα κρύσταλλα υπό

τους πολυφώτους λυχνούχους. Έγεινε τότε . . . . . η φοβερά

έφοδος, και μετά μικρόν πάταγος σιαγόνων συγκρουομένων διεδέχθη

τους σιγήσαντας φθόγγους της ορχήστρας. Ότε ο πάταγος εκείνος

εκόπασεν, ήκουσα τινάς σχολιάζοντας τα του δείπνου και

παραπονουμένους, ότι οι κούρκοι δεν ήσαν αρκετά παχείς, ουδ' ο

καμπανίτης λίαν άφθονος. Οι παραπονούμενοι ήσαν γνωστοί μου·

γνωρίζουσα δε, ότι οι κούρκοι και ο καμπανίτης δεν έχουσι συνήθη

των διαμονήν τας τραπέζας των, εμειδίασα και σχεδόν ανεκάγχαζον.

Η ευάρεστος αυτή τροπή διέλυσε την προτέραν μου δυσθυμίαν, και

ότε επέστρεψα εις την οικίαν μου, εμειδίων ακόμη με τους

δυσκόλους εκείνους συνδαιτυμόνας.

Συ χορεύεις; πώς δεν μου γράφεις τίποτε;

ΙΕ'.

Εν Αθήναις, τη 28 Ιανουαρίου 1880.

Αν δεν εφοβούμην μη καταντήσω μονότονος ως μυθολόγος γραία και

πληκτική ως αγγλικόν μυθιστόρημα, θα ήρχιζα και την σημερινήν μου

επιστολήν από την νέαν εισβολήν του χειμώνος, της οποίας προ

πέντε ήδη ημερών είμεθα θύματα, και ήτις μας απειλεί διά νέων

πάλιν χιόνων και νέων παγετών. Αλλ' εσκέφθην και θα σκεφθής

ομοίως ελπίζω, ότι αρκετά είνε πλέον τα χειμερινά μας μυρολόγια,

αφού ούτε μας παρηγορούν ούτε το κακόν εξορκίζουν. Τι όμως να σου

γράψω, διά να μη γείνω μονότονος, αφού χειμών και χοροί επλήρωσαν

δύο μου ήδη γράμματα, χειμών δε μόνον και χοροί είνε και αυτής

της εβδομάδος τα νέα; Χορός παρά τω γραμματεί της γαλλικής

Πρεσβείας, ούτινος θα ενθυμείσαι βεβαίως τον ωραίον bal costumé,

τον οποίον έδωκε πέρυσι κατά την αυτήν εποχήν χορός — ο δεύτερος

ήδη — της εν Αθήναις γερμανικής παροικίας εν τη Philadelphia·

χορός τέλος πάντων masqué et paré εν τω θεάτρω, — ιδού εν

ολίγοις ο χορευτικός ισολογισμός των τελευταίων ημερών. Ο πρώτος

εξ αυτών υπήρξεν ωραία αληθώς εσπερίς, συναθροίσασα εκατόν

περίπου προσκεκλημένους εκ των κορυφών της αθηναϊκής κοινωνίας·

είχε δε τούτο ιδίως το ευάρεστον χαρακτηριστικόν, ότι δίκην

ανθοδέσμης, αποτελουμένης εξ ευωδών μόνον ανθέων, περιελάμβανε

νεαρά μόνον πρόσωπα και χορευτικάς μόνον κνήμας. Tapisserie, ήτοι

στασίδια, ως προσφυώς μετέφρασέ ποτε την λέξιν ο κ. Σκυλίσσης,

έλειπον σχεδόν εντελώς, και πάντες περίπου όσοι παρεκάθισαν εις

το μεσονύκτιον δείπνον το είχον κερδίσει αληθώς εν ι δ ρ ώ τ ι

τ ο υ π ρ ο σ ώ π ο υ τ ω ν. Ο γερμανικός χορός της

Ρhiladelphia, όστις από έτους εις έτος λαμβάνει μεγαλοπρεπεστέρας

τας διαστάσεις, ήτο αφελεστάτη ως πάντοτε και χωρίς τινος

αυστηράς εθιμοτυπίας συνάθροισις, όπου οι νεαροί χορευταί και αι

εύπτεροι χορεύτριαι, ξανθόκομοι Τεύτονες οι πλείστοι, εχόρευον

μετά προδήλου ευχαριστήσεως και ακάματοι απ' αρχής μέχρι τέλους,

διακοπτόμενοι μόνον ενίοτε όπως πίωσι ποτήριον ζύθου ή φάγωσι

τεμάχιον χοιρομηρίου.

Τας ατελείς αυτάς και ανεπαρκείς βεβαίως διά σε πληροφορίας σου

δίδω ουχί εξ ιδίας όψεως, αλλ' εξ ακοής μόνον και εκ παραδόσεως

νεαρού χορευτού, όστις μου εξωμολογήθη, ότι ουδαμού διεσκέδασε

τόσον, όσον εν μέσω της απροσποιήτου εκείνης και ανεπιτηδεύτου

ομηγύρεως, όπου άλλως δεν ήτο υποχρεωμένος, έλεγε, να προσέχη

αδιακόπως, πού θέτει τον πόδα του, εκ φόβου μη σχίση την ουράν

βαρυτίμου τινός μεταξωτού φορέματος δισχιλίων φράγκων.

Η διασκεδαστική όμως συνάθροισις της παρελθούσης εβδομάδος,

εκείνη εις ην ομοθύμως — και δικαίως ως φαίνεται — απένειμαν την

δάφνην, ουχί τόσον οι χορευταί όσον οι θεαταί της, είνε ο εν τω

χειμερινώ θεάτρω των Αθηνών δοθείς χορός μετημφιεσμένων.

Ηξεύρεις, υποθέτω, ουχί βεβαίως εξ όψεως, αλλ' εκ πιστής τινος

και λεπτομερούς αφηγήσεως, τι πράγμα είνε περίπου οι διδόμενοι εν

Αθήναις κατά τας απόκρεω χοροί μετημφιεσμένων, ων κερδοσκόποι

συνήθως αμφιτρύωνες είνε διευθυνταί τίνες καφενείων ή

ξενοδοχείων, τρέφοντες την εύλογον ελπίδα να εξοδεύσωσιν εν μέσω

της χορευτικής τύρβης τα αμφίβολα και ουχί εκτάκτως ελκυστικά

ποτά και όψα των ερμαρίων των, ή ευσυνείδητοι χοροδιδάσκαλοι,

υπολαμβάνοντες καθήκον αυτών να παράσχωσιν εις τους επιμελείς

τελειοφοίτους των μαθητάς, άπαξ καν κατά το τέλος των μαθημάτων

και δίκην ευσήμου ή βραβείου, την ασυνήθη χορευτικήν απόλαυσιν

ετεροφύλων χορευτριών, θα ήκουσες αναμφιβόλως, όποίος τις είνε ως

επί το πλείστον ο τας ομηγύρεις αυτάς αποτελών όμιλος, όστις κατά

τούτο ιδίως δύναται να ονομασθή μετημφιεσμένος, ότι το ήμισυ των

ανδρών του φορεί γυναικεία ενδύματα. Θα εγέλασες δε βεβαίως εξ

όλης σου καρδίας, φανταζομένη τους αρειμανείους των χορευτών

μύστακας προκύπτοντας ενίοτε του προσωπείου και ελέγχοντας το

αληθές γένος των κατ' επιφάνειαν χορευτριών, ή τον απαραίτητον

του χορού διευθυντήν, όρθιον επί καθέδρας εν τω μέσω της αιθούσης

και εκφωνούντα μετ' απανθρώπων στρεβλώσεων τα γαλλικά προστάγματα

των αντιχόρων, ή το συμμιγές εκείνο της χορευτικής ατμοσφαίρας

άρωμα, εν ώ επικρατεί ιδίως η οσμή του υπό των στομάχων των

χορευτών χωνευομένου οίνου.

Και τοιούτος λοιπόν ήτο, θα ερωτήσης βεβαίως, ο εις το θέατρον

δοθείς χορός μετημφιεσμένων; — Όχι ακριβώς, σου απαντώ, αλλά

περίπου τοιούτος. Κατά βάθος ολίγον διέφερε των άλλων εκείνων,

περί ων ήκουσες διηγούμενα όσα έλεγα προ μικρού· ήτο δε μόνον

κατά τι επηυξημένος και διωρθωμένος, ως πάσαι αι νεώτεραι

εκδόσεις. — Και τον είδες λοιπόν; θα εξακολουθήσης ερωτώσα. — Τον

είδα βέβαια· διατί να μην τον ιδώ; και τι άλλο θέλεις να ιδώ εγώ

εν Αθήναις, όταν συ βλέπης τους bal de l' Opéra εν Παρισίοις; Η

μόνη διαφορά μεταξού εμού και σου είνε, ότι συ μεν, διά να ίδης

τους χορούς του παρισινού μελοδράματος, θα ηναγκάσθης πιθανώς να

φορέσης δ ό μ ι ν ο ν και προσωπείον, εγώ δε ανυπόκριτος και

αμεταμφίεστος ενεθρονίσθην εις έν θεωρείον, και απήλαυσα ανέτως

το περίεργον και αστειότατον εκείνο θέαμα, εφ' όσον, εννοείται,

μου το επέτρεπεν ο πυκνός καπνός, τον οποίον έστελλον εις την

αίθουσαν οι από των διαδρόμων του θεάτρου καπνίζοντες χορευταί,

και ο υπό τους πόδας των χορευόντων αδιακόπως αναδιδόμενος

κονιορτός. Κύριον θέλγητρον του χορού επρόκειτο να ήνε κατά το

πρόγραμμα του θεατρώνου, και υπήρξεν εν μέρει, η παρουσία του

προσωπικού του θεάτρου en costume, και η μετοχή αυτού εις τον

χορόν. Ο κ. Moreau είχε πεισθή, ως φαίνεται, μετά δίμηνον πείραν,

ότι οι ψάλται και αι ψάλτριαι, τους οποίους από δύο ήδη μηνών

έτρεφε διά μόνης της πρωινής δρόσου, — ίνα μη πάθη πιθανώς η φωνή

των — ου μόνον δεν κατώρθοναν να μεταβληθώσιν εις τέττιγας, μ'

όλην την ανακρεόντειον δίαιταν, εις την οποίαν τους υπέβαλλεν,

αλλ' εμαρτύρουν τουναντίον ορχηστικήν τινα ειδικότητα, αξίαν

μείζονος προσοχής και εμψυχώσεως. Απεφάσισε λοιπόν να

χρησιμοποιήση δημοσία τα κεκρυμμένα του θιάσου του προτερήματα

και, tirant deux moutures du même sac, να πληρώση συνάμα την

συνήθως κενήν αίθουσαν του θεάτρου του. Πρώτην φοράν εφέτος ο κ.

Moreau είχε την τύχην να φανή ευφυής· και το θέατρον επληρώθη

όσον ουδέποτε το παρελθόν Σάββατον, και οι ηθοποιοί του εχόρευσαν

όπως ουδέποτε είχον τραγουδήσει. Ο αντίχορος μάλιστα, τον οποίον

επί το κορδακικώτερον συνεκρότησαν οι αποτυχόντες τέττιγες του

θεατρώνου μας, υπήρξε γραφικώτατος και ζωηρότατος, προς μεγίστην

του κοινού ευχαρίστησιν, ο δε κωμικός Gregoire, ενδυμένος

παράδοξον και ιδιότροπον ιπποκόμου στολήν, απέδειξεν ότι ηδύνατο

να διαπρέψη ως homme caoutchouc εις οιονδήποτε ιππόδρομον της

Ευρώπης.

Η Κ. Minelli ως οδαλίσκη και η Κ. Νeuville ως folie ήσαν επίσης

κομψόταται, και πολλοί των θεατών ελησμόνησαν το άσμα των

βλέποντες τας ενδυμασίας των. Το υπόλοιπον θεατρικόν τάγμα έμεινεν

ως επί το πολύ μετριοφρόνως incognito υπό τα πολύχρωμα dominos

της θεατρικής ιματιοθήκης, και απέβαλλε μόνον ενίοτε τα

προσωπεία, οσάκις η ανάγκη π ό σ ι ο ς η δ' ε δ η τ ύ ο ς ωδήγει

αυτό εις το κυλικείον του θεάτρου. Την ανάγκην δε αυτήν πολλάκις,

φαίνεται, συνησθάνθησαν καθ' όλην την εσπέραν οι συνήθως

νηστεύοντες τρόφιμοι του Κ. Moreau, διότι περί τα τέλη της

νυκτερινής του πανηγύρεως ήρχισαν κάπως να λησμονώσιν οι πόδες

των τα βήματα του χορού, και η ζωηρότης αυτών και των προ μικρού

συνδαιτυμόνων των κατεδεικνύετο δι' εκχύσεων οικειότητος

παραδόξου, της οποίας αδιάκριτοι πλέον παρίσταντο θεαταί οι εν

τοις θεωρείοις περίεργοι. Τότε κατέλιπον και εγώ το θέατρον· ώστε

δεν δύναμαι, βλέπεις, να σου αφηγηθώ το τέλος της χορευτικής

εορτής του κ. Moreau, ήτις πρόκειται, ως ακούω, να

επαναλαμβάνεται κατά παν Σάββατον μέχρι του τέλους των απόκρεω.

Α! είδες; ολίγου δειν ελησμόνουν την κωμικωτέραν μορφήν του

θεατρικού χορού. Ήτο Άγγλος τις, αληθής και γνήσιος, εκ των

αμιμήτων εκείνων, ους απηθανάτισεν η γραφίς του Doré και ο

κάλαμος του Féval, και τους οποίους παρακολουθούσι συνήθως οι

αγυιόπαιδες των Παρισίων. Ο άνθρωπος είχε προδήλως ακατάσχετον

επιθυμίαν να διασκεδάση· τι δε φαντάζεσαι, ότι έκαμεν; Έκοψε τον

ερυθρόν του μύστακα και τας δαυκόχρους παραγναθίδας του, ενεδύθη

γυναικείαν εσθήτα decolletée, ήλειψε την απαθή του φυσιογνωμίαν

διά πυκνού στρώματος poudre de riz, τους ηρακλείους του ώμους δι

αφθόνου γ ά λ α κ τ ο ς π α ρ θ ε ν ι κ ο ύ, και ήλθεν εις τον

χορόν, όπως αντιτάξη, φαίνεται, τα στερεά κάλλη των ευσάρκων του

βραχιόνων προς τα λαγαρά θέλγητρα των εγκαθέτων χορευτριών του

θεάτρου. Νομίζω δε ότι το επέτυχεν· αν τουλάχιστον ερωτηθώσιν οι

βραχίονές του, εφ' ων πολλαπλά και ποικίλα απέμειναν τα ίχνη

τολμηρών τινων δακτύλων, αναντιρρήτως θα είπωσι το ίδιον. Ίσως

επόνεσεν ολίγον ο ιδιότροπος Άγγλος· αλλά ε μ π ρ ό ς 'ς τ α

κ ά λ λ η τ' ε ί ν' ο π ό ν ο ς! κατά την δημώδη παροιμίαν.

Υποθέτεις ότι θα το ξανακάμη το ερχόμενον Σάββατον; Τις οίδε!

That is very comical, θα είπε καθ' εαυτόν, και θα επαναλάβη

πιθανώς την διασκέδασιν.

ιΣΤ'.

Εν Αθήναις, τη 10 Φεβρουαρίου 1880.

Δεν σου έγραψα την παρελθούσαν εβδομάδα, διότι εβαρύνθην πλέον να

γράφω περί χορών και διασκεδάσεων, περισσότερον ίσως παρ' ό,τι

εβαρύνθην να χορεύω και να διασκεδάζω. Και όμως χοροί και

διασκεδάσεις είνε το μόνον πράγμα, περί του οποίον δύναταί τις

σήμερον να λαλήση εν Αθήναις, αφ' ότου μας απεχαιρέτισεν ο δριμύς

χειμών, όστις επάγονε μεν, είνε αληθές, τας ρίνας και τους

δακτύλους μας, αλλά μας παρείχε τουλάχιστον ύλην ομιλίας.

Περί πολιτικών δεν σου έγραψα ποτέ, και ουδέ σήμερον θα σου

γράψω, μολονότι τα πράγματα, ως λέγουσιν οι αρμόδιοι, είνε

σπουδαία, διότι πρόκειται, φαίνεται, και πάλιν να πέση το

Υπουργείον.

Περί των απόκρεω δεν είνε καιρός ακόμη να γείνη λόγος, διότι,

μολονότι ήρχισε σήμερον το τριώδιον, και ανυπόμονοί τινες

μετημφιεσμένοι ενεφανίσθησαν ήδη εις την οδόν Σταδίου, και η

περιλάλητος κ α μ ή λ α εθεάθη προχθές ορχουμένη προ του

Σολωνείου εν μέσω πυκνού ομίλου περιέργων, ουχ ήττον ο κόσμος ο

πολύς επιφυλάσσεται ακόμη, τα δε μικρά μαγαζεία των οδών Αιόλου

και Ερμού, άτινα εκ του προχείρου μετεβλήθησαν εις εμπορεία

προσωπίδων και μεταμφιέσεων, μάτην αναπτύσσουσιν από των θυρών

και παραθύρων των τα πολύχρωμα εκείνα και πολύσχημα ράκη, άτινα,

μ' όλα της υπηρεσίας των τα έτη και τας πολυαρίθμους αυτών

πληγάς, δεν απεφάσισαν οι απάνθρωποι ενοικιασταί των να

κατατάξωσιν εις απομαχίαν. Φαίνεται εν τούτοις, ότι θα έχωμεν

εφέτος ζωηροτάτας απόκρεω, περιεργοτέρας πολύ των παρελθόντων

ετών, και μετά τινων μάλιστα νεωτερισμών. Αν τουλάχιστον πιστεύσω

εις ακριτόμυθά τινα εκμυστηρεύματα φίλων μας, των οποίων δεν μου

επετρέπεται σήμερον να σου γράψω τα ονόματα, οργανίζεται είδος τι

corso διά των οδών Σταδίου και Πατησίων, ούτινος τα κυριώτερα

πρόσωπα θα είνε ηρωίδες μάλλον ή ήρωες. Λέγεται μάλιστα, . . αλλ'

αρκετά και ίσως πλέον του δέοντος εφλυάρησα. Αν και όταν γείνη το

πράγμα, θα σου το περιγράψω εν πάση λεπτομερεία, και η περιέργειά

σου θα κερδήση μάλλον ή θα ζημιωθή αναμένουσα.

Η εχεμυθία αυτή με στενοχωρεί, έσο βεβαία, πολύ περισσότερον ή

σε, διότι θα ηδυνάμην άλλως να γεμίσω σήμερον εξαίρετα την

επιστολήν μου, και δεν θα ευρισκόμην εις την φοβεράν αυτήν

αμηχανίαν του να μη έχω τι να σου γράψω, και να αναγκάζωμαι επί

τέλους, αποφεύγουσα τα περί χορών και εσπερίδων και διασκεδάσεων,

να σου ομιλήσω σήμερον . . . περί του υ π ο β ρ υ χ ί ο υ

π λ ο ί ο υ, διά του οποίου πρόκειται, καθ' όλα τα φαινόμενα, να

συνταράξη εντός ολίγου τον ευρωπαϊκόν κόσμον η μικρά Ελλάς.

— «Υποβρυχίου πλοίου!» θ' ανακράξης βέβαια, διακόπτουσα την

ανάγνωσιν των γραμμών αυτών. «Πώς! έχετε υποβρύχιον πλοίον εις

την Ελλάδα;»

— Όχι, κυρία μου, δεν έχομεν ακόμη, αλλά θα έχωμεν, ελπίζω,

εντός ολίγου, και τότε πλέον, εννοείς, gare aux cuirrassés! Μη

γελάς! Το μέγα πρόβλημα, ούτινος η λύσις τοσάκις μάτην απησχόλησε

τους μεγαλειτέρους ναυπηγούς της Αγγλίας, της Γαλλίας και της

Αμερικής, και θα μετέβαλλεν ίσως, αν επετυγχάνετο, τον χάρτην της

Ευρώπης εντός ολίγων ετών, το πρόβλημα αυτό πλησιάζει, ως λέγουν,

να λύση παρ' ημίν ουχί ναυτικός τις, ουχί επιστήμων, μαθηματικός,

μηχανικός ή άλλος, αλλ' άνθρωπός τις κοινός, απλούς, απαίδευτος,

περικλείων όμως, φαίνεται, εις τα προνομοιούχα του στήθη το θείον

εκείνο πυρ, όπερ μετέβαλεν άλλοτε τους αλιείς εις αποστόλους, και

τοσαύτας ενεργεί παραδόξους μεταβολάς και σήμερον έτι εν Ελλάδι,

χώρα κατ' εξοχήν προνομιούχω. — «Αλλά, θα μου παρατηρήσης μεθ'

όλης της δυνατής δειλίας του χαρακτήρος σου, αλλά νομίζω, ότι ίνα

επιτύχη μηχανική τις εφεύρεσις δεν αρκεί μόνον το θείον πυρ αλλά

χρειάζεται και κάποια επιστημονική προπαίδευσις, διότι άλλως, αν

π. χ. δεν ηξεύρη τις ότι δύο και δύο κάμνουν τέσσαρα, δύναται να

υποθέση, παραπλανώμενος υπό του θείου πυρός, ότι κάμνουν πέντε,

και τότε;» — Αι, φιλτάτη! πιθανόν να έχης δίκαιον, διότι έχεις

υπ' όψιν σου την Ευρώπην· εις την Ελλάδα όμως το πράγμα είνε

κάπως διαφορετικόν, και ότι είνε διαφορετικόν απέδειξαν τα μέχρι

τούδε γενόμενα πειράματα, άτινα επέτυχον πληρέστατα.

Πριν δε με διακόψης και πάλιν, άκουσε. Ο μέλλων εφευρέτης του

υποβρυχίου πλοίου, αφού πολλάκις πρότερον, παρόντων ευαρίθμων

μόνον θεατών, κατεβύθισε το υποβρύχιον σκάφος του εν τω όρμω του

Φαλήρου, και διαμείνας ικανήν ώραν υπό τα ύδατα, ανέδυ πάλιν σώος

και υγιής, προσεκάλεσε πρό τινων ημερών διά δημοσίας αγγελίας

κόσμον πολύν εις το Φάληρον, και ενώπιον πυκνού ομίλου περιέργων

και δυσπίστων κατεβυθίσθη αυτός και τα τέκνα του εντός του

υποβρυχίου σκάφους του, διέμεινε πέντε περίπου ώρας υπό τα ύδατα,

και ανέδυ μετά ταύτα υγιέστατος, εν μέσω των παταγωδών ευφημιών

των παρισταμένων. Συγκεκινημένος τότε ανέβη εις έν τραπέζιον του

καφενείου, και απέτεινε θερμοτάτην και πλήρη πεποιθήσεως

προσφώνησιν εις τους θεατάς του, ήτις κατέληξε διά της δηλώσεως,

ότι προς τελειοποίησιν της εφευρέσεώς του του εχρειάζοντο τρεις

χιλιάδες φράγκων, άτινα ήλπιζεν, είπεν, ότι προθύμως ήθελον

συνεισφέρει οι ενδιαφερόμενοι υπέρ της επιτυχίας του. Η

προσφώνησις αύτη εκορύφωσεν, εννοείς, τον ενθουσιασμόν του κοινού·

είς των παρισταμένων αντεφώνησε τον εφευρέτην, πολλαί κυρίαι

ησθάνθησαν υγραινομένους τους οφθαλμούς των και ήρχιζαν να τους

σπογγίζωσι διά των ρινομάκτρων των, επιτροπή δε πάραυτα

συνεκροτήθη, όπως μεριμνήση περί συλλογής των τρισχιλίων φράγκων.

Η επιτροπή ανέλαβε προθύμως το έργον, ωργάνωσε λαχείον, και είνε

πάσης αμφιβολίας εκτός, ότι το χρήμα θέλει ταχέως συμποσωθή, και

ότι η σπουδαία εφεύρεσις θα τ ι μ ή σ η τ ο ν τ ό π ο ν. Τι

λέγεις τώρα παρακαλώ; Μη με διακόψης και πάλιν, παρατηρούσα

μικρολόγως, ότι η υπό την θάλασσαν βύθισις οιουδήποτε σκάφους δεν

καθιστά ήδη αυτό υποβρύχιον πλοίον, ότι το σπουδαίον είνε να

κινήται το υποβρύχιον σκάφος όπως θέλει ο εντός αυτού κυβερνήτης,

να διαμένη εις ωρισμένον βάθος, να βλέπη και να ενεργή υπό το

ύδωρ και άλλα τοιαύτα μικρολογήματα, οποία ήκουσα να παρατηρώσι

τινές φύσει φιλοκατήγοροι. Αυτά τα λέγουν όσοι δεν έχουσι

πατριωτισμόν, όσοι δεν αισθάνονται αναπτερούμενον τον νουν των

και θερμαινομένην την καρδίαν των προς το μεγαλείον και την δόξαν

της πατρίδος των, όσοι τέλος πάντων νομίζουσιν, ότι επιδεικνύουσι

σοφίαν, αμφιβάλλοντες περί πάντων και προς πάντα δυσπιστούντες.

Συ όμως είσαι αγνή πατριώτις, και τοιούτοι λόγοι δεν αρμόζουν εις

τα χείλη σου. Εύχου μόνον υπέρ της επιτυχίας του έργου και

πίστευε, διότι ηξεύρεις ότι η πίστις μεταθέτει όρη, και πληροί

κοιλάδας, και . . . . . κατασκευάζει υποβρύχια πλοία· — διατί

όχι;

Απόψε δίδεται μουσική συμφωνία εις το Ωδείον, υπό του εν Αθήναις

προ τινος χρόνου εγκατεστημένου ιταλού κλειδοκυμβαλιστού

Lacalamita. Το πρόγραμμα του είνε αρκετά ελκυστικόν. Επεθύμουν

ιδίως ν' ακούσω την περιλαμβανομένην εν αυτώ ωραίαν τετραφωνίαν

του Mozart, και περιπαθές τι Andante apassionato, έργον

διακεκριμένου έλληνος μουσουργού και μελοποιού, του κ. Αυγερινού,

ον είχες, υποθέτω, την ευτυχίαν ν' ακούσης συ άλλοτε εν Αγγλία.

Έγραψα, επεθύμουν, διότι δυστυχώς δεν θα υπάγω· όχι διότι μ'

επηρεάζει το άδικον λογοπαίγνιον, όπερ διά της παρατονίσεως του

ονόματος εδημιούργησεν άλλοτε ευφυολόγος τις αθηναίος εις βάρος

του κ. Lacalamita, αλλά διότι . . . πρέπει να χορεύσω και απόψε!

Madame, . . . ah! Madame . . . plaignez mon tourment.

ΙΖ'.

Εν Αθήναις τη 17 Φεβρουαρίου 1880

Δόξα τω θεώ, έχω σήμερον να σου γράψω και κάτι άλλο, εκτός χορών

και εσπερίδων· τόσον δε περισσότερον χαίρω, ότι με ηυνόησεν αυτήν

την φοράν η τύχη, όσον γνωρίζω, πόσον ενδιαφέρεσαι εις

φιλολογικάς ομιλίας, και πόσον σ' αρέσκει η καλή και αληθής

μουσική. Επιχειρώ λοιπόν να σου μεταδώσω ατελώς την ευχαρίστησιν,

την οποίαν ησθάνθην την παρελθούσαν εβδομάδα εκ φιλολογικής

μελέτης, την οποίαν απήγγειλε την εσπέραν της τετάρτης ο κύριος

Γ. Βερναρδάκης εν τω φιλολογικώ συλλόγω Π α ρ ν α σ σ ώ, και εκ

μουσικής εσπερίδος, εις την οποίαν ο κοινός ημών φίλος κ. Δ.

συνεκάλεσε την επαύριον Πέμπτην ευάριθμον ομήγυριν φίλων.

Και αι δύο αυταί εσπεριναί διατριβαί υπήρξαν δι' εμέ ου μόνον

ευχάριστος ανακούφισις από του χορευτικού πανδαιμονίου, το οποίον

κατέκλυσεν εφέτος τας Αθήνας, αλλά και απόλαυσις αληθής, εξ

εκείνων αίτινες και διαρκούσαι θέλγουσι την ψυχήν και την

καρδίαν, και παύουσαι καταλείπουσιν οπίσω των ανάμνησιν ιλαράν

και γλυκύθυμον, ήτις αυτή καθ' εαυτήν είνε τέρψις, ως είνε τέρψις

το ηδύπνουν άρωμα, όπερ αφίνει κατόπιν της ωραία γυνή, ως είνε

τέρψις η διάβασις χλοεράς ατραπού,

où le vent balaya des roses,

κατά την ωραιοτάτην έκφρασιν του Sully Prudhomme.

0 Κ. Βερναρδάκης, τον οποίον δεν είνε απίθανον να εγνώρισες εις

Παρισίους, όθεν προ δύο περίπου μηνών κατήλθεν εις Αθήνας, είνε

νεώτερος αδελφός του γνωστού ποιητού της Μ ε ρ ό π η ς και

άλλοτε διαπρεπούς καθηγητού της ιστορίας εν τω Πανεπιστημίω.

Δόκιμος δ' επίσης φιλόλογος και διά σπουδαίων ήδη έργων τιμήσας

τα ελληνικά γράμματα, κατέδειξε την παρελθούσαν τετάρτην εν τω

Π α ρ ν α σ σ ώ, ότι και ποιητικήν έχει την ψυχήν, ως ο πρεσβύτερος

αυτού αδελφός, και την χάριν του λόγου ίσην σχεδόν προς εκείνον.

Θέμα του λόγου του ή μάλλον αφορμήν αυτού έλαβεν ανέκδοτόν τι

απόσπασμα του Ευριπίδου, το οποίον δημοσιευθέν πρό τινος εν

Παρισίοις πολύ φυσικώς επροξένησε πάταγον μεταξύ των ελληνιστών

της Δύσεως, και πολλάς προεκάλεσε συζητήσεις, και μεγάλως διήρεσε

τας γνώμας των σοφών, περίπου τις ήτο άρα γε η απολεσθείσα

τραγωδία του τραγικωτάτου των αρχαίων ποιητών, ης απετέλει αέρος

το ανευρεθέν λείψανον. Δεν περιμένεις βέβαια να σου μνημονεύσω

τας γνώμας των ξένων φιλολόγων, ούτε τους λόγους δι' ων

κατεπολέμησεν αυτάς ο έλλην συνάδελφός των. Το πράγμα θ' απέβαινε

πολύ σοφόν, σοφώτερον αναμφιβόλως και σου και εμού. Όταν σου

αναφέρω απλώς, ότι κατά την γνώμην του κ. Βερναρδάκη το

δημοσιευθέν απόσπασμα ανήκει εις τραγωδίαν του Ευριπίδου

«Α ν δ ρ ο μ έ δ α ν», της οποίας υπάρχουσιν ήδη γνωστά και

δημοσιευμένα πεντήκοντα περίπου άλλα αποσπάσματα, πολύ όμως

μικρότερα και ασημότερα, είνε νομίζω τούτο αρκετόν διά την

φιλολογικήν σου περιέργειαν. Ίσως ίσως δε και αυτό θα σου ήνε

αδιάφορον, διότι ουδείς πιθανώς υπάρχει λόγος να ανησυχής, αν εις

τα σωζόμενα μέχρι τούδε δίστιχα ή τετράστιχα αποσπάσματα

απολεσθείσης αρχαίας τραγωδίας προσετέθη και άλλο νέον, έστω τούτο

και τεσσαρακοντάστιχον, έστω και ωραίον αληθώς υπό πάσαν έποψιν.

Ό,τι όμως βεβαίως δεν θα σου ήνε αδιάφορον, ό,τι πολύ θα επεθύμεις

να ήκουες και συ όπως ήκουσα και εγώ, είνε αυτή η απολεσθείσα

τραγωδία του Ευριπίδου, ης προδήλως — κατά την ταπεινήν μου

γνώμην — απετέλει μέρος το δημοσιευθέν εσχάτως τεμάχιον.

Και πού λοιπόν, θ' αναφωνήσης, ευρέθη αυτή η τραγωδία, και πώς

δεν μου το λέγεις τόσην ώραν; — Δεν ευρέθη, φίλη μου, δυστυχώς·

ευτυχώς όμως ανεπλάσθη συγκολληθείσα εκ των αμόρφων εκείνων

λειψάνων, ανεδημιουργήθη ούτως ειπείν εκ του μη όντος υπό της

καλλιτέχνου χειρός του νεαρού φιλολόγου, άρτιον δε σχεδόν ούτω

και καλλίμορφον ανεπτύχθη προ των εκθάμβων ακροατών το ωραίον

εκείνο έργον του μεγάλου τραγικού, όπερ ομοφώνως κατέτασσον οι

αρχαίοι μεταξύ των αριστουργημάτων του. Δεν ηξεύρω, αν σ' έτυχέ

ποτε — και θα σ' έτυχε βεβαίως — να ιδής που αναπλαστικήν εικόνα

αρχαίου μνημείου, εξ εκείνων τας οποίας οι Γερμανοί ιδίως

επιτηδεύονται, οι επιστημονικώς ως επί το πλείστον παιδεύοντες

την καλλιτεχνικήν των γραφίδα. Το κατ' εμέ ενθυμούμαι πάντοτε

μετ' ίσης συγκινήσεως την βαθείαν και γοητευτικήν αληθώς

εντύπωσιν, την οποίαν μου επροξένησεν ωραία τις τοιαύτη εικών της

Ακροπόλεως, γεγραμμένη υπό του Graeb άνωθεν της εισόδου της

ελληνικής αιθούσης του εν Βερολίνω Μουσείου. Ώρας ολοκλήρους

έμεινα θεωμένη την χαριεστάτην εκείνην και πλήρη εμπνεύσεως

ανάπλασιν των αμιμήτων αριστουργημάτων, άτινα εκάλλυνον προ

αιώνων τον ιερόν βράχον της Αθήνας· και τοσούτον επί στιγμήν

ελησμόνησα και τα κύκλω μου γύψινα εκμαγεία ελληνικών αγαλμάτων

και την μακράν μου — επί της πατρίας γης — λυπηράν των ερειπίων

πραγματικότητα, τοσούτον εν παραδόξω εκστάσει ανυψώθην

ανεπαισθήτως εις των ονείρων τον κόσμον, ώστε υπέλαβον την εικόνα

πιστήν μάλλον της αληθείας αντιγραφήν ή ανάπλασιν του μη

υπαρχοντος, και ήλπισα, ότι επανερχομένη εις τας Αθήνας ήθελα

επανεύρει την Ακρόπολίν μου λαμπράν και απαστράπτουσαν εκ κάλλους

και νεότητος, οποίαν είχε φαντασθή και γράψει αυτήν ο γερμανός

ζωγράφος επί του τοίχου του βερολινείου Μουσείου. Τοσαύτη ήτο η

μαγική δύναμις της ευλαβούς εμπνεύσεως του καλλιτέχνου, ούτινος η

γόησσα και ειδήμων γραφίς είχεν εμφυσήσει ζωήν εις τους

συντετριμμένους λίθους, ανιδρύουσα επί του βάθρου της την

Πρόμαχον, αναστηλούσα τους πεπτωκότας κίονας του Παρθενώνος,

επαναφέρουσα εις την ζωφόρον αυτών τα συλήματα του Έλγιν, και

συμπληρούσα τον απωρφανωμένον όμιλον των σεμνών Καρυατίδων, ως

λέγει που έλλην ποιητής, ον παρέτρεψε δυστυχώς εις ακανθώδεις

τρίβους η δημοσιογραφία·

_Του Παρθενώνος θεωρών τας στήλας πετωκυίας,

τον πλάττω ως τον έπλασεν ακμαίον ο Φειδίας,

ο πλάστης ούτος των θεών,

και παν εκπλύνων λείψανον των δουλικών κηλίδων,

κοσμώ και με την λείπουσαν εκ των Καρυατίδων

του Ερεχθέως τον ναόν._

Τοιαύτη περίπου υπήρξε και η εντύπωσις, ην μοι επροξένησε την

παρελθούσαν τετάρτην η υπό του Κ. Βερναρδάκη ανάπλασις της

«Ανδρομέδας» του Ευριπίδου. Ακούσασα αυτόν συνθέτοντα μετ'

ευλαβείας το απολεσθέν δράμα εκ των περισωθέντων λειψάνων του,

συγκολλώντα ούτως ειπείν και προσαρμόζοντα τα μικρά εκείνα

συντρίμματα, αναπληρούντα τα κενά διά λόγου ποιητικού, εγκρατούς

και αρχαιοπρεπές έχοντος το κάλλος, υποβάλλοντα εκάστοτε τον

προσήκοντα λόγον εις του Περσέως, της Ανδρομέδας και του Κηφέως

το στόμα, και την προσήκουσαν συμβουλήν και κρίσιν εις τα χείλη

του κορυφαίου του χορού, ενόμισα προς ώραν, ότι ανέλυε μάλλον

υπάρχουσαν και σωζομένην τραγωδίαν ο ρήτωρ και εφαντάσθην ότι

επανερχομένη εις την οικίαν μου και ανοίγουσα τον Ευριπίδην θα

ανεύρισκον εντός αυτού την «Ανδρομέδαν» ολόκληρον, οποίαν προ

μικρού είχεν αναπλάσει αυτήν ο κ. Βερναρδάκης. Τοσούτον είχε το

γόητρον η επιστήμων φαντασία του λαλούντος, τοσαύτην είχε την

χάριν ο λόγος του, τοσούτον ήτο αληθής και βαθεία η εν τη ψυχή

αυτού ενσάρκωσις του δράματος.

Τι λέγεις τώρα; Δεν θα επεθύμεις και συ να ήσο εκεί και να τον

ήκουες; Παρηγορήσου όμως. Ο λόγος του νεαρού αλλά διακεκριμένου

ήδη φιλολόγου θέλει δημοσιευθή προσεχώς, και δύνασαι τότε ν'

απολαύσης εκ της αναγνώσεως όσην εγώ απήλαυσα εκ της ακροάσεως

ευχαρίστησιν. Θέλεις δε βεβαίως πεισθή και συ, ως εγώ επείσθην,

ότι ο τόπος ημών ο πάντων αφθονών αλλά και πάντων σπανίζων,

απέκτησεν επιστήμονα των γραμμάτων ουχί συνήθη, ουδέ όμοιον προς

το πολύ πλήθος των ημετέρων φιλολόγων, ων η περί τας λέξεις σοφία

ουδέν σχεδόν άλλο κατώρθωσε δυστυχώς μέχρι τούδε, ή να εμπνεύση

εις τους πολλούς αποστροφήν μάλλον ή έρωτα προς τα αθάνατα έργα

των παλαιών, άτινα εις τούτο και μόνον κρίνονται ως επί το

πλείστον χρήσιμα, εις το ν' ασκώσι δίκην πτωμάτων τα μικροσκόπια

της κριτικής και τα μαχαίρια της γραμματικής ανατομίας.

Έχει και ο Κ. Βερναρδάκης μικροσκόπιον, και διά πολλών ήδη

κατέδειξεν, ότι διαυγέστατος είνε του μικροσκοπίου του ο φακός·

αλλ' έχει όμως και οφθαλμόν, οφθαλμόν ψυχής συνάμα και καρδίας,

και τούτο είνε δι' εμέ, την μη σοφήν, η μεγίστη του σοφία.

Δεν μου περισσεύει, βλέπεις, χάρτης διά την μουσικήν εσπερίδα.

Αλλά ce qui est différé n' est pas perdu. Επιφυλάξου διά την

προσεχή εβδομάδα.

ΙΗ'.

Εν Αθήναις τη 24 Φεβρουαρίου 1880.

Τι κόσμος! τι θόρυβος! τι οχλοβοή! Τι πλήθος συνωθουμένων εις

τους δρόμους! Πόσοι και ποίοι μετημφιεσμένοι! Πόσαι και ποίαι

φωναί, και πόσος πάταγος, και πόσα συρίγματα, και πόσος

κονιορτός! — Και κονιορτός; — Και κονιορτός, αγαπητή μου, μ' όλην

την προ τριών ημερών βροχήν, ήτις είχεν απελπίσει τους Αθηναίους,

βλέποντας πνιγομένην σχεδόν εντός του πηλού την από των Κρονίων

προσδοκωμένην διασκέδασίν των.

Προ μικρού μόλις επέστρεψα παραζαλισμένη και κεφαλαλγούσα εις την

οικίαν μου, αφού επί δύο σχεδόν ολoκλήρους ώρας περιήλθον την

οδόν Αιόλου από της πλατείας της Ομονοίας μέχρι της μακαρία τη

λέξει Ω ρ α ί α ς Ε λ λ ά δ ο ς, και εκείθεν την οδόν Ερμού

μέχρι της πλατείας του Σ υ ν τ ά γ μ α τ ο ς, και εκείθεν την

οδόν Σ τ α δ ί ο υ μέχρι του Σ ο λ ω ν ε ί ο υ, και εκείθεν

πάλιν την οδόν Αιόλου, και πάλιν την οδόν Ερμού, και καθεξής και

καθεξής, ως έλεγεν ο μακαρίτης Ασώπιος. Το τι επατήθην κατ' αυτήν

μου την περιήγησιν, το τι διεσκέδασα, και εξεκωφάθην, και

εγέλασα, και . . . . αηδίασα, δεν περιγράφεται. Φαντάσου, . .

πλην είνε αδύνατον να φαντασθής. Έπρεπε να ήτο μαζή μου προ

ολίγων ωρών, να πάθης ό,τι έπαθα, να ιδής ό,τι είδα, να ακούσης

ό,τι ήκουσα, διά να συλλάβης αμυδράν τινα ιδέαν της διασκεδάσεως,

την οποίαν απήλαυσεν η αθηναία φίλη σου κατά τας εφετεινάς

απόκρεω. Θα προσπαθήσω μολοντούτο να σου μεταδώσω ατελώς τας

εντυπώσεις μου, διότι τας έχω νωπάς ακόμη, και μη με συνερισθής,

αν σου γράψω άτακτα και συγκεχυμένα, διότι συγκεχυμένον και

άτακτον είνε εις την κεφαλήν μου ό,τι ούτε τάξιν ηδύνατο να έχη,

πολύ φυσικώς, ούτε ειρμόν, ούτε μέθοδον.

Εν πρώτοις και προ πάντων γενική και όχι λίαν ευχάριστος

εντύπωσις των Κρονίων της σημερινής Κυριακής είνε δι' εμέ η

παντελής σχεδόν έλλειψις ευφυών μεταμφιέσεων. Εκτός δύο ωραίων

εξαιρέσεων, τας οποίας θ' απαντήσωμεν μετ' ολίγον, το πολύ και

αμέτρητον πλήθος των εφετεινών ειδώλων περιελάμβανε

μεταμφιεσμένους κοινούς, ουδέν παριστάνοντας, ουδέν λέγοντας,

νομίσαντας δε, φαίνεται, ότι αρκετή διασκέδασις ήτο και δι'

αυτούς και διά το θεώμενον πλήθος, να φορέσουν έν ενοικιασμένον

domino, κατά το μάλλον ή ήττον κομψόν και καθάριον, να

ακριβοπληρώσωσι μίαν άμαξαν, και να περιέρχωνται ούτω τας

λεωφόρους σκορπίζοντες φασόλια κατά του πλήθους — η σπατάλη των

δεν προέβη μέχρι κ ο υ φ έ τ ω ν — ή μοιράζοντες τυπωμένην την

ευφυίαν των δι' επισκεπτηρίων φερόντων την φράσιν· «Μ. Rigolopulo

et Cie· Ν α μ α ς γ ρ ά φ ε τ ε», και ακούοντες κύκλω του τα

πλήθη φωνούντα εν χορώ την φράσω του συρμού Κ ό φ' τ ο!

Κ ό φ' τ ο! Μη μ' ερωτάς επί του παρόντος, τι σημαίνει η

περίεργος αύτη φράσις, την οποίαν, μιμούμενον τους παρισινούς,

καθιέρωσεν εφέτος το αθηναϊκόν κοινόν. Θα την ακούσωμευ μετ'

ολίγον εντονωτέραν, και τότε θα σου την εξηγήσω.

Αν θέλης δος μου τώρα διανοητικώς τον βραχίονά σου, και

πηγαίνωμεν προς στιγμήν ν' αναμιχθώμεν εις το ρεύμα του πλήθους,

όπερ φέρεται πυκνόν από της πλατείας της Ο μ ο ν ο ί α ς προς

την οδόν του Α ι ό λ ο υ. Προσοχή μη μας πατήσουν, ή μη

πατήσωμεν ημείς κανέν εκ των απειραρίθμων νηπίων, τα οποία

σύρουσι κατόπιν των αι φιλόστοργοι αυτών μητέρες διά να τα

διασκεδάσωσι.

Περιττόν, υποθέτω, να σταθώμεν ενώπιον του μικρού αυτού

θεατριδίου, το οποίον περικλείει ολόκληρον μία και μόνη ρυπαρά

σινδών, και εις του οποίου την ανοικτήν θυρίδα κινούνται ένθεν

κακείθεν δυο τρεις πλαγγόνες, συνδιαλεγόμεναι ακατανόητα διά του

στόματος του κινούντος αυτάς θεατρώνου. Είνε τόσον αδέξιαι, ώστε

ουδέ να δαρώσι καν προσηκόντως δεν κατορθόνουσιν. Ας

προχωρήσωμεν. Α! Ιδού ευθύς έν κ ά ρ ρ ο ν, του οποίου οι

κάτοικοι διασκεδάζουσιν αναντιρρήτως, αδιαφορούντες αν

διασκεδάζουν και οι θεαταί των. Ηλείφθησαν προχείρως ό,τι χρώμα

είχε πρόχειρον ο γείτων των βαφεύς, άλλος κυανούν, άλλος ερυθρόν,

άλλος κίτρινον, και άλλος ολιγαρκέστερος ολίγην ασβόλην από της

εστίας του. Εφόρεσαν ό,τι εύρον· οι μεν το πάπλωμά των, οι δε των

συζύγων των τα φορέματα, άλλοι πίλους υψηλούς, και άλλοι σπυρίδας

ανεστραμμένας. Έζευξαν εις το ταραχώδες των άρμα έν έτι άλογον

περιπλέον, εκάθισαν επ' αυτού ένα των σύντροφον, όστις σοβαρός

και ατάραχος επιδεικνύει τας μέχρι μηρού γυμνάς και κιτρινοβαφείς

ρωμαλέας του κνήμας, και αφού δι' ολίγων οκάδων ρητινίτου

εκανόνισαν προσηκόντως την ψυχικήν των διάθεσιν, εκίνησαν

θριαμβευτικοί, άδοντες και αλαλάζοντες, ουδόλως δε ανησυχούντες

περί του παρισταμένου πλήθους, όπερ ουδέ να κυττάξωσι καν

καταδέχονται. Δεν ειξεύρω διατί, αλλά μ' αρέσκουσιν οι

μιλτοπάρειοι αυτοί αρματηλάται. Ουδέν εμπαίζουσιν, ουδ' έχουσι

την αξίωσιν να εμπαίξωσι. Διασκεδάζουσι μόνον, διότι τούτο και

μόνον ηθέλησαν, και εννοούσι τας Απόκρεω κατά την αληθή και

φυσικήν αυτών σημασίαν, απαράλλακτα όπως εννόουν τα Κρόνια του οι

παλαιοί Ρωμαίοι. Τους προτιμώ μυριάκις των ανόστων δομινοφόρων,

δι' ων ο αύξων πολιτισμός του ελληνικού και η ξενική μίμησις

αντικατέστησαν σήμερον τους παλαιοτέρους μ α κ η δ ό ν ο υ ς,

τους κ ο υ δ ο υ ν ά τ ο υ ς, τους δ ι α β ό λ ο υ ς, τους

ψ α ρ ά δ ε ς και τους τ ο υ ρ κ α λ ά δ ε ς.

Ολίγον περαιτέρω, επί της πλατείας της Τραπέζης, παίζουσι τα

πασίγνωστα ρ ό π α λ α. Τα γνωρίζεις βεβαίως εν πάση αυτών τη

αηδία και ρυπαρότητι, ώστε περιττόν είνε να σταματήσωμεν. Non

guarda e passa· ας ρίψωμεν δε μόνον, αν θέλης, μίαν δεκάραν εις

τον τενεκέν του θεατρώνου. Παρέκει προφαίνεται από της παρόδου

των Αγίων Θεοδώρων το γεγηρακός ήδη αλλά παραδόξως ανανεωθέν

εφέτος Γ α ϊ τ α ν ά κ ι. Κερδοσκοπική και αυτή μεταμφίεσις, ως

τα ρ ό π α λ α και το διά πλαγγόνων θέατρον, άτινα προ μικρού

απηντήσαμεν. Διαφέρει δε μόνον κατά τούτο εκείνων, ότι οι

θιασώται του είνε εφέτος καθαριώτερον και ευπρεπέστερον

ενδυμένοι, μολονότι τα λευκά σανδάλια των κυριών των, όσον

ευρείας και αν έχωσι τας διαστάσεις, υποφέρουσι τα πάνδεινα υπό

των έτι ευρυτέρων ποδών τους οποίους περικλείουσι.

Δόξα τω Θεώ! Ιδού και είς ευφυής μασκαράς. Είνε αψόγως

ενδεδυμένος μελανήν αναξυρίδα και μελανόν επενδύτην, κομβωμένον

μέχρι πώγωνος, φορεί υψηλά μέχρι γονάτων υποδήματα, φέρει

πτερνιστήρας ηχηρούς και μεγάλους, και κρατεί μάστιγα. Έχει το

ήθος αύταρκες και το βήμα βαρύ, πάλλει δε την μάστιγά του, ως

άνθρωπος έτοιμος να μαστίση τον πρώτον, ούτινος ήθελε τον

δυσαρεστήσει το ήθος. Αντί παντός προσωπείου, καλύπτει την

κεφαλήν αυτού ολόκληρον ωραία και επιτυχεστάτη όνου κεφαλή.

Μαντεύεις βεβαίως, τι ήθελε να σατυρίση· πολύ φοβούμαι όμως, μη

το μαντεύσωσι και άλλοι εντός ολίγου, και ο τολμηρός σατυριστής

επιστρέψη εις την οικίαν του μώλωπας φέρων πολλούς από τινός

αρειμανίου χειρός και μετάνοιαν πλείονα της τόλμης του.

Ας προχωρώμεν εν τούτοις, καταστέλλουσαι όσον δυνατόν την

περιέργειάν μας, διότι το πλήθος είνε πυκνόν, και το ρεύμα του

δεν επιτρέπει ανέτους παρατηρήσεις. Άλλως τε και δεν έχομεν τι

περίεργον να παρατηρήσωμεν. Ούτε ο νεανίσκος αυτός, όστις θέλει

δήθεν να σατυρίση τους γυναικείους συρμούς, και περιεβλήθη προς

τούτο παν δυνατόν και ακατονόμαστον ράκος· ούτε οι εφ' αμάξης

εκείνοι δύο, οίτινες έκρυψαν τας μικράς των κεφαλάς εντός

μεγαλειτέρων εκ ναστοχάρτου, τας οποίας αναγκάζονται να

υποκρατώσι διά των χειρών των· ούτε ο μείραξ αυτός, όστις εφόρεσε

πορφυρούν επώμιον και πορφυράν φενάκην και διευθύνει μόνος του το

κομψόν του αμάξιον, είνε θεάματα παρατηρήσεως άξια. Ας κάμψωμεν

λοιπόν την γωνίαν της Ω ρ α ί α ς Ε λ λ ά δ ο ς, και ας

τραπώμεν την οδόν Ε ρ μ ο ύ.

Πλήθος συμπαγές, εντός του οποίον μόλις κατορθόνει να κινήται η

δεξιά πάντοτε βαίνουσα σειρά των αμαξών, εξώσται πλήρεις

περιέργων, αλλ' ουδ' είς σχεδόν μετημφιεσμένος, εκτός των

εποχουμένων δομινοφόρων. Αδύνατον να στραφώμεν προς τα οπίσω· ας

αφήσωμεν να μας κινή το ρεύμα.

Α! τέλος πάντων ας αναπνεύσωμεν! εφθάσαμεν εις την πλατείαν του

Συντάγματος. Εδώ ημπορούμεν κάπως να κινηθώμεν και μόναι μας.

Ημπορούμεν δε και να σταθώμεν εις καμμίαν γωνίαν, διά ν'

απολαύσωμεν την χαριτωμένην θέαν του θαυμασίου αυτού επικηδείου

ρήτορος, όστις οτέ μεν εν περιπαθεί κατανύξει οτέ δε μετά ζωηρού

ενθουσιασμού εκφωνεί επικήδειον λόγον εις τεθνεώτα . . . . όνον,

τον οποίον σύρει μεθ' εαυτού εντός κάρρου, και εξαίρει τας

πολυειδείς του μακαρίτου υπηρεσίας προς την πατρίδα. Σημείωσε και

αυτόν ως δεύτερον ευφυά μετημφιεσμένον, και ας προχωρήσωμεν προς

την οδόν Σ τ α δ ί ο υ.

Τι είνε αυτοί; Φουστανελλοφόροι αρειμανείς, πάλλοντες τα κυρτά

των ξίφη, στρήφοντες τον μύστακά των, και περικυκλούντες εν

αλαλαγμώ τον αρχηγόν αυτών, όστις ιππεύων σοβαρώτατον όνον και

ανέτως επί μαλακών προσκεφαλαίων αναπαυόμενος, αρκείται καπνίζων

την καπνοσύριγγά του εν πλήρει ψυχική γαλήνη. Τίνα εκστρατείαν

άρα γε παρωδεί η κωμική αυτή πομπή; Το παριστάμενον πλήθος

φαίνεται κατενθουσιασμένον. Φωνάζει, επευφημεί, κροτεί τας

χείρας, και κραυγάζει μετά παραφοράς την φράσιν του συρμού:

Κ ό φ' τ ο! Κ ό φ' τ ο!

Αλλά τι λοιπόν σημαίνει η παράδοξος αυτή φράσις; Ουδέν άλλο ή: Α

ρ κ ε ί! Φ θ ά ν ε ι! Αρμόζει δεν αρμόζει, ο λαός υποδέχεται δι'

αυτής και συνοδεύει πάντα παρερχόμενον μετημφιεσμένον και ιδίως

τους κομψούς δομινοφόρους των αμαξών, προς τους οποίους, μα την

αλήθειαν, δεν φαίνεται αδίκως αποτεινομένη η κραυγή του πλήθους.

Είνε τόσον άνοστοι! τόσον άνοστοι! . . . Αν δε θέλης να μάθης και

πόθεν η καταγωγή του Κ ό φ' το, λυπούμαι μη δυναμένη να σου

μεταδώσω ακριβές τι και οριστικόν. Συζήτησις γίνεται μεγάλη τας

ημέρας αυτάς εν Αθήναις, γνώμαι συγκρούονται πολλαί περί της

φύτρας και ρίζης του πράγματος, λογομαχία αυτόχρημα βυζαντηνή

ανεπτύχθη μεταξύ των αρμοδίων, αλλά δεν κατωρθώθη έτι να

δ ι α λ ε υ κ α ν θ ή, ως λέγουσιν οι φιλόλογοι, το ζήτημα.

Πιθανώτατον φαίνεται, ότι αφορμήν έδωκε πρώτην εις το Κ ό φ' το

γηραιός τις εφημεριδοπώλης, αγαπών υπερβολικά τα πνευματώδη ποτά,

και σταματών συχνά πυκνά προς της θύρας των οινοπωλείον, ίνα

δροσίζη τον κουραζόμενον λάρυγγά του δι' αλλεπαλλήλων ρακοποτίων.

Τα ζιζάνια των οδών, άτινα εβαπτίσθησαν προσφάτως επί το

ποιητικώτερον υ π ο δ η μ α τ ο σ μ ή κ τ α ι, — οι άλλως

αμαθέστερον και ευνοητότερον λ ο ύ σ τ ρ ο ι καλούμενοι, —

ήρχισαν φωνούντα Κ ό φ' το εις τον δυστυχή εφημεριδοπώλην, και

εκ τούτου η φράσις. Άλλοι, ως προείπον, λέγουσιν άλλα· αλλ' ημείς

και αι δύο είμεθα απερίεργοι, και δεν ανησυχούμεν, εννοείται,

πολύ προς την τύρβην των πολυπραγμονούντων, εις τους οποίους πολύ

φοβούμαι, ότι πρέπει επί τέλους, αρμοδιώτατα αυτήν την φοράν, να

φωνήση τις Κ ό φ 'το.

ΙΘ'.

Αθήναις τη 2 Μαρτίου 1880.

Είνε σήμερον η τελευταία Κυριακή των Απόκρεω, και η πόλις

ολόκληρος, μεταμφιεσθείσα σύσσωμος από της χθες εσπέρας . . .

καλύπτεται σήμερον διά παχείας χιόνος. Μετημφιέσθη, βλέπεις, η

πόλις αντί των κατοίκων της, οι δε κάτοικοί της θρηνούσι και

ολοφύρονται και κόπτονται και βλασφημούσι, διότι ο καιρός εχάλασε

τας διασκεδάσεις των.

Αν ανήκον εις τους ευλαβείς εκείνους και θεοσεβεστάτους

θεολόγους, οίτινες προτείνουσι να κρεμασθή ο καθηγητής Ζωχιός,

διότι αναπτύσσει τας θεωρίας του Δαρβίνου από της πανεπιστημιακής

καθέδρας, και τον πρόσφατον θάνατον χρηστού ανδρός απέδωκαν εις

οργήν του θεού, τιμωρήσαντος δήθεν τον υποστηρίζοντα την διάλυσιν

των μοναστηριακών κηφηνείων, θα απέδιδα και εγώ τον αιφνίδιον

αυτόν χειμώνα εις οργήν θεϊκήν, τιμωρούσαν επί τη παραλυσία των

τους από ενός ήδη και ημίσεος μηνός διασκεδάζοντας και μη

χορτάσαντας ακόμη Αθηναίους. Αν ήμην μετεωρολόγος, θα έλεγον το

πράγμα φυσικόν και προσδοκώμενον, συνδυάζουσα, εννοείται, το

βαρόμετρον και τα μετεωρολογικά τηλεγραφήματα, τα ρεύματα των άνω

και κάτω στρωμάτων της ατμοσφαίρας, και δεν ηξεύρω πόσα άλλα

πράγματα ακόμη. Αλλ' ουδέν εκ τούτων είμαι, και αρκούμαι επομένως

οδυρομένη και εγώ διά τον αιφνίδιον αυτόν και φοβερόν χειμώνα,

όστις μας περιετύλιξε διά μιας εις σινδόνα λευκήν, και εσαβάνωσεν

ούτως ειπείν τας εφετεινάς απόκρεω, πριν ακόμη ξεψυχήσωσι.

Παράδοξος βεβαίως θα σου φανή η αρχή της επιστολής μου, και

απροσδόκητος η αγγελία της πέμπτης και έκτης εκδόσεως χιόνος, την

οποίαν εδημοσίευσεν αναχωρών ο Φεβρουάριος. Τι θα ειπής όμως,

όταν μάθης ότι εντός μιας και μόνης εβδομάδος είχαμεν όλα τα είδη

των καιρών, αιθρίαν και ήλιον, άνεμον και βροχήν, χιόνα και

πάγους;

Την παρελθούσαν Κυριακήν χ α ρ ά θ ε ο ύ, ως λέγει ο λαός·

ήλιος λάμπων και θερμαίνων, ουρανός αθηναϊκός, και πλήθος φαιδρόν

εις τους δρόμους. Την Δευτέραν άνεμος φοβερός, και την νύκτα

θύελλα αληθινή, αναρπάζουσα τας καπνοδόχας των οικιών, εκριζούσα

δένδρα και αναποδογυρίζουσα τας κεράμους των ορόφων. Την

Τρίτην . . . αλλοίμονον εις όσους εξήλθον της οικίας των! Οι πίλοι

των ίπταντο επί πτερύγων του βορρά ως φύλλα φθινοπώρου, αι ράβδοι

των εκυλίοντο εις τας οδούς ως κάρφη αχύρων, αι κνήμαι των

απέμενον αδρανείς εν μέσω του πεζοδρομίου, και η αναπνοή των

εκόπτετο ως υπό αντλίαν πνευματικήν. Την τετάρτην και την πέμπτην

ημέραι πάλιν φωτειναί και χλιαραί, ημέραι έαρος, μεταγγίσασαι τας

Αθήνας ολοκλήρους εις τας εξοχάς των περιχώρων και τους αγρούς,

όπου τρυφερός εσείετο ο νεογενής χόρτος υπό την μαλακήν πνοήν

ανεπαισθήτου αύρας. Έλεγέ τις ότι ο Μάιος, ωφελούμενος από τας

Απόκρεω, περιεφέρετο incognito εις την χλοεράν πεδιάδα, όπου

ευφυείς τινες ανεμώναι τον εννόησαν και προέκυψαν πρώιμοι εις

προϋπάντησίν του. Ηπατάτο όμως όστις το έλεγεν. Ήτο ο

Φεβρουάριος, ο ελεεινός και δύστροπος Κ ο υ τ σ ο φ λέ β α ρ ο ς

του λαού, όστις εμασκαρεύετο και αυτός προσωρινώς και υπεκρίνετο

τον Μάιον, αλλ' έμενεν όμως πάντοτε κατά βάθος ο παροιμιακός μην

του ψύχους και του βορρά. Την ιδίαν ευθύς εσπέραν μας έφερε

βροχήν παγετώδη, και την επομένην πρωίαν ελαφραί χιόνος νιφάδες

απεπειρώντο να στρώσωσι λευκάς των οικιών μας τας στέγας. Δεν το

κατώρθωσαν την ημέραν εκείνην, αλλά το κατώρθωσαν όμως την

επομένην, καθ' ην ο ορίζων των Αθηνών μετεβλήθη διά μιας εις

ορίζοντα του Βερολίνου, και το θερμόμετρον κατέβη εις 6 βαθμούς

υπό το μηδέν, και αι μύται μας εκοκκίνησαν ως μήκωνες ανθηραί.

Σήμερον τέλος εξυπνήσαμεν, και αι Αθήναι είχον την όψιν

πλακούντος αφρώδους, εκ των ωραίων εκείνων, τους οποίους,

ενθυμείσαι, τόσον λαιμάργως άλλοτε κατεπίναμεν εις Αϊδελβέργην.

Μιας σπιθαμής, — ακούεις; — μιας σπιθαμής είχε πάχος η χιών· και

καθ' ην ώραν σου γράφω,

_εν πέντε σισύραις εγκεκορδυλημένη,_

πίπτει πάντοτε πυκνή και αδρά, ως πίπτουσιν από τινος αι ιδέαι

πυκναί και αδραί εντός του ελληνικού βουλευτηρίου, όπου θα έμαθες

βέβαια εκ των εφημερίδων, οποίον ηρωικόν θόρυβον παρήγαγεν

εσχάτως μία μας ομόφυλος, ανανεώσασα τας παραδόσεις της παλαιάς

αγοράς, και τακτικόν συνάψασα διάλογον από των ακροατηρίων προς

τους εν τη αιθούση . . . αγορεύοντας.

Φαντάζεσαι οποίαν λύπην, οποίαν αγανάκτησιν, οποίαν απόγνωσιν

παρήγαγεν η παράδοξος αυτή και απευκταία του χειμώνος εμφάνισις

εν τέλει των αθηναϊκών Κρονίων. Εκτός ίσως των οικοδεσποτών και

των αμφιτρυώνων, οίτινες εύρον ευπρόσδεκτον αφορμήν να κλείσωσι

τους οίκους των προς τον βορράν και τους . . . μετημφιεσμένους,

πάντες οι άλλοι, οι θέλοντες να χορεύσωσιν, οι θέλοντες να

μεταμφιεσθώσιν, οι θέλοντες να σ ε ρ ι α ν ί σ ω σ ι ν, οι

θέλοντες να ίδωσι τέλος πάντων, είνε απαρηγόρητοι. Δεν σου λέγω

το φ υ σ ο ύ ν και δεν κ ρ υ ό ν ε ι, κατά την παροιμίαν,

καθότι περί του τελευταίου τούτου φροντίζει ο βορράς και η χιών,

αλλ' αναντιρρήτως το φυσούν και δεν ζ ε σ τ α ί ν ε τ α ι. Δεν

εννοούν, πώς είνε δυνατόν να μη διασκεδάσωσι την τελευταίαν

Κυριακήν των Απόκρεω, αφού διεσκέδασαν ήδη έξ άλλας Κυριακάς, και

έξ άλλα Σάββατα, και έξ άλλας εβδομάδας. Και πώς διεσκέδασαν, και

πώς μετημφιέσθησαν! Το γνωρίζεις ήδη αρκετά, διότι όλα μου τα

γράμματα από δύο σχεδόν μηνών δεν ήσαν άλλο τίποτε ή χρονικά των

αθηναϊκών διασκεδάσεων, και χρονικά ατελή — σημείωσε, — διότι εν

μέσω του κατακλυσμού εκείνου της ευθυμίας και της τέρψεως, όπου

επί έξ όλας εβδομάδας έπλεεν αμέριμνος η χορευτική των Αθηναίων

κιβωτός, πολλάς κατ' ανάγκην ελησμόνησα εσπερίδας και πολλούς

παρέλειψα χορούς. Ούτε τας ωραίας εσπερίδας της Κυρίας Σ. σου

εμνημόνευσα, αίτινες ανά πάσαν Δευτέραν συνεκέντρουν εντός

πολυτελεστάτων αιθουσών το άνθος του αθηναϊκού κόσμου, ούτε τας

συναστροφάς της Κυρίας Δ., όπου ολίγος μεν αλλ' οικείος και

εύθυμος όμιλος παρέτεινε μέχρι της τετάρτης πρωινής ώρας το

ταραχώδες cotillon, ούτε άλλας μεμονωμένας και μικροτέρας

νυκτερινάς ομηγύρεις, των οποίων και τώρα πλέον, — κατόπιν εορτής

— θ' απέβαινε μακρά και η απλή μόνον απαρίθμησις.

Και αυτήν όμως την τελευταίαν εβδομάδα, ης αι άπληστοι Αθήναι

θρηνούσι σήμερον χιονοσκεπείς την τραγικήν καταστροφήν, δεν

εμείναμεν άγευστοι πλακούντων ουδέ άποτοι λεμονάδων. Πλην του

ωραίου χορού της Κυρίας Λ., δι' ου φαιδρώς εωρτάσθησαν οι

πρόσφατοι αρραβώνες ζεύγους νεαρού, πλην του δευτέρου χορού της

εν Πειραιεί Λέσχης, όστις επέτυχεν, ως λέγεται, πολύ περισσότερον

του πρώτου, η παρά τη Κυρία Ν. Σ. λαμπρά εσπερίς της παρελθούσης

πέμπτης υπήρξεν αληθώς η μεγαλοπρεπεστέρα προπομπή των εφετεινών

απόκρεω, και αφήκεν ανεξάλειπτον την μαγευτικήν της εντύπωσιν εις

πάντων των προσκεκλημένων την μνήμην. Ούτε των ωραίων αιθουσών η

πλήρης καλαισθησίας διακόσμησις, ούτε η χάρις των κυριών και των

εσθήτων αυτών ο πλούτος, ούτε η περί πάντα τάξις και ευρυθμία,

αίτινες εμαρτύρουν ότι τοιούτου είδους υποδοχαί ουδέν ήσαν το

ασύνηθες διά τους οικοδεσπότας, ούτε το ωραίου διπλούν δείπνον

και το πρωτοφανές διπλούν cotillon ήσαν τα κύρια θέλγητρα της

μοναδικής εκείνης συναναστροφής. Υπέρ πάντα ταύτα επέλαμπε και

εζωογόνει και εφαίδρυνε την ομήγυριν η ανέκφραστος εκείνη χάρις,

ης η οικοδέσποινα κατέχει το μυστήριον, η φυσική εκείνη και

εγγενής ούτως ειπείν προσήνεια του ήθους, το ανεπιτήδευτον και

όμως διακεκριμένου των τρόπων, η αβρά εκείνη φιλοφροσύνη, ήτις

vous met si bien a votre aise, όπως λέγουσιν οι Γάλλοι, και όπως

δυστυχώς δεν δυνάμεθα να είπωμεν ημείς ακόμη ελληνιστί,

στερούμενοι πιθανώς την έκφρασιν διότι στερούμεθα εν γένει και το

πράγμα.

Ως προς τους μετημφιεσμένους, ή μάλλον ειπείν τους θέλοντας να

μεταμφιεσθώσι, μη νομίσης ότι τους εζημίωσε και πολύ η χθεσινή

και σημερινή χιών. Αν απέκλεισεν αυτούς από τον δρόμον, προς

μεγίστην λύπην των κεχηναίων, οίτινες μόνον προς τον συννεφή

ουρανόν δύνανται σήμερον ν' αποτείνωσι το ε υ φ υ έ ς των

Κ ό φ' τ ο, ήνοιξεν όμως εις αυτούς τας οικίας, όπου εκόντες

άκοντες ανοίγουσι τας θύρας του οι οικοδεσπόται προς τα χιονόπαστα

στίφη, άτινα, καίτοι ριγούντα και τρέμοντα, εννοούσι να

αναπτύξωσιν υπό το προσωπείον τον πενιχρόν της ευφυίας των σπόρον.

Τινές μάλιστα των αμφιτρυώνων και προσεκάλουν ήδη προ ημερών τους

κομψούς δομινοφόρους διά της ανεκτιμήτου ταύτης φράσεως· «Αύριον

δεχόμεθα μασκαράδες. Έρχεσθε και σεις;»

Εννοείς λοιπόν τι έγεινε χθες την νύκτα, και τι θα γείνη

πιθανώτατα και απόψε. Φαντάζεσαι οποία ποσότης ευφυολογίας έχει

να δαπανηθή, και πόσον θα διασκεδάσουν οι συνάγοντες υπό την

στέγην των τα πολύχρωμα εκείνα και πολύστομα σμήνη, άτινα

εισέρχονται, τρώγουσι, πίνουσι, χορεύουσι, λέγουσιν ό,τι

φθάσωσιν, εντείνοντα μέχρι κρωγμού την φωνήν των, και απέρχονται

άγνωστα και κατευχαριστημένα.

Κατευχαριστημένα; Όχι πάντοτε δυστυχώς, διότι και η διασκέδασις

αυτή έχει ενίοτε την σκιεράν της όψιν. Άκουσε, να γελάσης. Προ

ολίγων ημερών ευάριθμος αλλά φαιδρά δομινοφόρων ομάς περιήρχετο

εσπέραν τινά τας οδούς των Αθηνών ζητούσα διασκέδασιν και χορόν

εις πάσαν οικίαν, της οποίας έβλεπε φωτισμένα τα παράθυρα.

Τοιαύτη έτυχε την εσπέραν εκείνην και οικία τις, όπου κατώκει

άλλοτε γνώριμον εις τους φίλους μας πρόσωπον. Οι εύθυμοι

νυκτοπλάνητες είδον φως εις τα παράθυρα, υπέθεσαν φυσικώς ότι ο

φίλος των έδιδε συναναστροφήν, και χωρίς τινος δισταγμού εζήτησαν

διά του αμαξηλάτου των την άδειαν να αναβώσιν. Η άδεια,

εννοείται, τοις εδόθη, και μετ' ολίγον οι μετημφιεσμένοι μας

ευρίσκοντο εν μέσω ομηγύρεως κυρίων και κυριών, των οποίων . . . .

παραδόξως ουδένα κατώρθωσαν ν' αναγνωρίσωσιν. Οι θορυβωδώς

υποδεχθέντες αυτούς είχον άψογον την ενδυμασίαν, αλλ' ουχί

εντελώς άψογον και την γλώσσαν, ουδέ τους τρόπους υπερβαλλόντως

κοσμίους.

— Πού διάβολον επέσαμεν! εψιθύριζεν ο είς των δομινοφόρων.

— Πού είνε ο κύριος Λ; έλεγεν ο άλλος, και εννόει τον προ

τεσσάρων μηνών μετοικήσαντα οικοδεσπότην.

— Δεν γνωρίζω ψυχήν! παρετήρει τρίτος, και πάντες έμενον βωβοί

και κατάπληκτοι, ότε είς των χορευτών, ρωμαλέος και πορφυρούς την

όψιν Ηρακλής, πλησιάζει εις τον παρείσακτον όμιλον, και ερωτά διά

βροντώδους φωνής·

— Έχετε άδειαν;

— Βέβαια. Εζητήσαμεν άδειαν, πριν αναβούμεν.

— Καλέ άδειαν από τον οικοκύρην . . . έχετε;

— Δεν ειξεύρομεν πού είνε ο οικοκύρης· ημείς εστείλαμεν τον

αμαξάν μας, και μας είπεν ότι ειμπορούμεν . . .

— Α! έτσι; πολύ καλά! Καθίσατε παρακαλώ!

Αλλά πού να καθίσουν οι φίλοι! Τα πράγματα ελάμβανον όψιν

παράδοξον και ικανώς ανησυχητικήν. Ως δροσιστικά προσεφέροντο εις

τους χορευτάς αμύγδαλα, πορτοκάλλια και ριζόγαλον μετά πολλής

κανέλλας, η δε ορχήστρα αποτελουμένη εκ δύο ζ υ γ ι ώ ν

β ι ο λ ί ο υ και μ π ο υ ζ ο υ κ ί ο υ ήρχισε μέλπουσα

σ υ ρ τ όν! Ούτε ο χορός ούτε τα δροσιστικά ήσαν φαίνεται της

ορέξεώς των, ενώ δε η λοιπή ομήγυρις συνεκρότει περί την αίθουσαν

τον ορχηστικόν της κύκλον, οι δομινοφόροι ετρέποντο αψοφητί ως

φαντάσματα προς την θύραν, και ητοιμάζοντο ήδη να διαβώσι την

φλιάν, ότε κυρία τις αποσπάται του συρτού, τοποθετείται δίκην

Κερβέρου προ της θύρας, και ερωτά επιχαρίτως μειδιώσα·

— Και πώς, κύριοι, έτσι θα φύγετε, χωρίς να ιδούμεν τα χρυσά σας

μούτρα;

— Αλλά, κυρία μου, απαντά είς των νέων, ον είχε φαίνεται

περισσότερον προσβάλει ο απρεπής του προσώπου του χαρακτηρισμός,

τα μούτρα μας έχουν, βλέπετε, μουτσούναις, και ο αμαξάς μας μας

είπεν, ότι είμεθα ελεύθεροι να μη ταις 'βγάλωμεν.

— Κυρ Γιάννη! φωνεί τότε η κυρία πρός τινα των χορευτών, αυτό το

πράγμα δεν γίνεται! πρέπει κάποιος να βγάλη την μάσκα του.

— Έννοια σας, κυρία Ουρανία, λέγει σοβαρός προσερχόμενος ο

πορφυρούς την όψιν Ηρακλής. Έννοια σας! αφήστε το πράγμα επάνω

μου, και θα ιδήτε.

Στρεφόμενος δε προς τους δομινοφόρους, οίτινες πολύ πιθανώς είχον

αρχίσει να οσφραίνωνται δυσάρεστα, παρατηρεί μεθ' ικανού

μεγαλείου·

— Η κυρία έχει δίκαιον. Ένας τουλάχιστον από σας πρέπει να βγάλη

την μάσκα του.

— Αλλά ο αμαξάς μας . . .

— Ο αμαξάς σας, ο αμαξάς σας! Πούν' τος αυτός ο αμαξάς σας;

— Νικόλα! κραυγάζει τότε στεντόρειον από της κλίμακος είς των

μετημφιεσμένων, έλα γρήγορα επάνω! Και μετά στιγμήν εμφανίζεται ο

Νικόλας.

— Καλό 'ς τον κυρ Νικόλα! φωνεί αίφνης, σύμπασα η ομήγυρις, και

ο πορφυρούς την όψιν Ηρακλής τω προσφέρει ποτήριον οίνου.

— Τι σόι πράγμα είν' αυτοί οι λεβέντες; τον ερωτά.

— Καλά παιδιά, κυρ Γιάννη! 'Σ την υγειά σας, αδέλφια, και ο θεός

'ς το καλό!

— Α έτσι; Πολύ καλά, κύριοι! Ευχαριστούμεν και να μας συγχωρήτε!

Οι φίλοι κατέβησαν, εννοείται, τας βαθμίδας ανά δύο, δεν αναφέρει

δε η ιστορία αν εξηκολούθησαν την νυκτερινήν αυτών εκδρομήν.

Μαντεύεις τι είχε συμβή; Ο μάγειρος του οικοδεσπότου, λαβών παρά

του κυρίου του την άδειαν, είχε συγκαλέσει εν τη κενή οικία τους

συναδέλφους και φίλους του εις χορόν. Τα λοιπά εξηγούνται.

Η χιών έπαυσε να πίπτη καθ' ην ώραν κλείω την επιστολήν μου.

Ανοίγω το παράθυρόν μου, και βλέπω σχεδόν αίθριον τον ουρανόν.

Φαντάσου, αν αύριον είνε ωραία ημέρα! Ας χαίρουν τα Κούλουμα και

το Φάληρον.

Κ'.

Εν Αθήναις, τη 9 Μαρτίου 1880.

Δόξα τω θεώ και προσκύνημα τω Κυρίω των Δυνάμεων, ότι μας

απήλλαξε τέλος πάντων της φοβεράς βασάνου, ήτις ονομάζεται

ενδυμασία προς χορόν, της έτι φοβερωτέρας, ήτις ονομάζεται χορός,

και της φοβερωτάτης πασών, ήτις ονομάζεται αγρυπνία μέχρι πρωίας

και cotillon διαρκούν τέσσαρας ώρας.

Ησυχάσαμεν επί τέλους, αγαπητή μου φίλη, και δυνάμεθα τώρα εν

πάση ανέσει, διά μ ε τ α ν ο ι ώ ν και χαβιαροφαγίας, να

καθαρισθώμεν από πάσης χορευτικής αμαρτίας και να αποπλύνωμεν

πάντα τα από των απόκρεω και των μεταμφιέσεων κρίματα ημών. Θα το

κάμωμεν όμως άρα γε; Ή τουλάχιστον θα το κάμωμεν όλαι; Αμφιβάλλω

πολύ· και θ' αμφιβάλης και συ μαζή μου, όταν μάθης, ότι χθες

ακόμη, σάββατον μόλις της πρώτης εβδομάδος της τεσσαρακοστής,

εχόρευον — όχι εγώ, θεός φυλάξη! — αλλά πολλαί φίλαι μας . . . .

μέχρις της τρίτης μετά το μεσονύκτιον. Και πώς λοιπόν! θ'

αναφωνήσης βέβαια· δεν εχόρτασαν επί δύο ήδη μήνας sandwichs και

λεμονάδας; δεν εκουράσθησαν οι πόδες των; δεν εβαρύνθησαν οι

ρώθωνές των ροφώντες καπνόν κηρίων και κονιορτόν; δεν εβαρύνθησαν

αι γλώσσαι των ομιλούσαι μεταξύ δύο αντιχόρων περί βροχής και

ηλίου, περί χειμώνος και αιθρίας, περί υπουργικής κρίσεως και

Κωστοπούλου, περί της οδού Πατησίων και του ελληνικού ζητήματος;

Όχι, αγαπητή μου! ούτε εκουράσθησαν, ούτε εβαρύνθησαν. Απόδειξις

δε τούτου το φοβερόν χθεσινόν πραξικόπημα, το οποίον, ως μανθάνω,

πρόκειται να επακολουθήσωσι και άλλα όμοια εντός ολίγου. Δεν

ηξεύρω, αν ο κόσμος εν γένει ελωλάθη εφέτος, ή εγώ παραδόξως

πρεσβυτίζω. Το βέβαιον όμως είνε, ότι η μανία των διασκεδάσεων,

των εσπερίδων και των χορών δεν εξεθύμανεν ακόμη, μ' όλον το

δυσάρεστον douche, το οποίον έρριψε κατά των κεφαλών μας ο

ανεκδιήγητος χειμών της παρελθούσης εβδομάδος. Ούτω δε, μολονότι

κ' εφέτος καθ' όλους τους τύπους εωρτάσαμεν τα Κ ο ύ λ ο υ μ α,

μολονότι, ως εμάντευον εις το τέλος της παρελθούσης μου

επιστολής, ηθρίασεν αίφνης την Καθαράν Δευτέραν ο καιρός, οιονεί

από σκοπού καταδεικνύων, ότι ετραχύνθη μεν ίνα κόψη τας αμαρτωλάς

ημών διασκεδάσεις, εγλυκάνθη δε πάλιν εν μια νυκτί, ίνα καλέση

ημάς εις πανηγυρικήν προϋπάντησιν των νηστειών και της μετανοίας,

ημείς όμως ο υ β ο υ λ ό μ ε θ α σ υ ν ι έ ν α ι, ούτε σημεία

εκτιμώμεν ούτε οιωνούς, εμμένομεν δε σκληροτράχηλοι εις την

παραλυσίαν, και ο θεός πλέον. . . . ε λ ε ή σ α ι κ α ι

ο ι κ τ ε ι ρ ή σ α ι η μ ά ς. Αυτά δε περίπου έλεγε και σήμερον

εν πολλή κατανύξει καλοθρεμμένος τις ιεροκήρυξ, όστις εφρόντισεν

επί τέλους να μνημονεύση επιδεξίως προς τους ακροατάς του και

μικρόν τι αυτού συγραμμάτιον, ορίζων συνάμα και το βιβλιοπωλείον,

όπου ηδύνατο να το αγοράση ο βουλόμενος προς ψυχικήν αυτού

οικοδομήν, αντί ε υ τ ε λ ο ύ ς τι μ ή ς. Γνωρίζετε σεις αυτού,

εν Παρισίοις, το είδος αυτό της Réclame, το οποίον υπερβαίνει, ως

βλέπεις, παν ό,τι ομοειδές επενόησαν μέχρι τούδε οι Αμερικανοί;

Ουχ ήττον, μολονότι και νηστεύοντες χορεύομεν, μολονότι και

μετανοούντες εν τεσσαρακοστή διασκεδάζομεν ως εν απόκρεω,

εσπεύσαμεν όμως ως άνθρωποι κατ' εξοχήν τυπικοί ν'

αποχαιρετίσωμεν δήθεν τα Κρόνια και πάσαν την πομπήν αυτών, άλλοι

μεν εις τας στήλας του Ολυμπίου Διός, άλλοι δε εις το Φάληρον.

Εννοείς, ότι αφότου η ακτή του νέου Φαλήρου ήρχισε να κάμνη

ανταγωνισμόν εις τας στήλας του Ολυμπίου Διός, ο κόσμος των

καθαυτό Κουλούμων έγεινεν αραιότερος και από έτους εις έτος

ελαττούται. Μάτην ήθελέ τις και εφέτος αναζητήσει επί των

γραφικών καίτοι φαλακρών λόφων, οίτινες δεσπόζουσι των οχθών του

ξηρού Ιλισσού, τας ποικίλας εκείνας συστάδας των σταυροποδητί

καθημένων πέριξ τρυβλίου ελαιών, κρομμύων, θριδάκων και της

απαραιτήτου π λ ώ σ κ α ς· μάτην ήθελέ τις ζητήσει τα παλαιά

εκείνα και παροιμιακά όρη των στραγαλίων, άτινα έφρασσε

κυκλοειδής πορτοκαλλίων παράταξις, και το απειράριθμον τάγμα των

κ ο υ λ ο υ ρ τ ζ ή δ ω ν, πέριξ των οποίων εσκίρτων εκ χαράς των

νηπίων τα ροδοπάρεια στίφη, και τους σκοροδοστεφείς

β ι ο λ ι σ τ ά ς, και τους όπισθεν της κεφαλής των φέροντας την

προσωπίδα μετημφιεσμένους, και των υπό τας στήλας του Ολυμπιείου

ορχουμένων παλληκαρίων τον όμιλον, και το πυκνόν, πυκνότατον

εκείνο πλήθος των θεατών, οίτινες κατέκλυζον τον πέριξ χώρον,

δίκην μυρμήκων στρατιάς. Όλα εκείνα τα παλαιά, όλη εκείνη η

φαιδρά αληθώς πανήγυρις, ήτις έτι τοσαύτα έτη αντείχεν επίμονος

εις παν εκκλησιαστικόν ανάθεμα και πάσαν επισκοπικήν προγραφήν,

παρήλθε πλέον σήμερον ανεπιστρεπτεί, και ό,τι δεν κατώρθωσεν η

εκκλησία κατώρθωσεν ούτως ειπείν ο πολιτισμός. Λέγω ούτως ειπείν,

διότι μετέθηκεν απλώς ό,τι μάτην εκείνη προσεπάθει να εξοντώση.

Δεν γίνεται πλέον εις τας στήλας του Ολυμπίου Διός το προσκύνημα

της Καθαράς Δευτέρας, αλλά γίνεται όμως από πέντε ήδη ετών εις το

Φάληρον. Εις τους λόφους του Ιλισσού απέμειναν πιστοί αποδημηταί

ολίγιστοι μόνον, μη πολιτισμένοι και εις τας κατωτέρας του λαού

τάξεις ανήκοντες. Αυτοί μεταφέρουσιν ακόμη εκεί, ως είχον

μεταφέρει την παρελθούσαν Δευτέραν, τας ελαίας των και τα σκόροδά

των και τα πενιχρά των όστρεα και τον απαραίτητον ρητινίτην, και

τραγουδούσιν ακόμη εύθυμοι, και χορεύουσι προς τον ήχον βραχνού

τινος και παραχόρδου βιολίου. Αλλ' είνε ολίγοι δυστυχώς, ως είνε

ολίγοι και οι θεαταί των. Οι πολλοί, ων η πολιτιζομένη και

νεωτερίζουσα στρατιά πληθύνεται οσημέραι, καταβαίνουσιν εις το

Φάληρον, όπου υπάρχει εστιατόριον της Εταιρίας του σιδηροδρόμου,

όπου υπάρχει καφενείον, όπου κτίζονται μέγαρα εξοχικά, όπου

δύναταί τις τέλος να περιπατήση ώρας ολοκλήρους εις διακοσίων

μέτρων έκτασιν, θαυμάζων τας πασσαλοστοιχίας, ας οι φαληρισταί

αποκαλούσι κήπους, το μελαγχολικόν παράπηγμα, όπερ το θέρος

ονομάζεται θέατρον, και . . . . . την περίεργον ανεμαντλίαν, ήτις

ως γίγαντος σκελετός αναπτύσσει προς την θαλασσίαν αύραν τας

ερυθράς της πτέρυγας. Τα πολλά ταύτα και ποικίλα θέλγητρα του

Φαλήρου, εις τα οποία μη λησμονήσης να προσθέσης το μέγιστον

εκείνο, όπερ συνοψίζουσιν αι γαλλικαί λέξεις: voir et être vu,

συγκαλούσι συνήθως την Καθαράν Δευτέραν παρά τον φαληρικόν

αιγιαλόν τον ούτω καλούμενον καλόν κόσμον των Αθηνών, όστις, αφού

περιπατήση ώρας τινάς, και ακούση ρακένδυτόν τινα και άνιπτον

ιταλόπαιδα παίζοντα διά της άρπας του την Mandolinata και την

Stelle Confidente, επιστρέφει οίκαδε κατευχαριστημένος, και

διηγείται την επιούσαν ότι επέρασε θαυμάσια εις το Φάληρον.

Εφέτος όμως και του Φαλήρου τα Κ ο ύ λ ο υ μ α ήσαν πενιχρά και

μέτρια. Ο κόσμος ήτο ολίγος, ίσως διότι ο άφθονος πηλός των οδών

εμπόδισε τους περισσοτέρους να επιχειρήσωσι την από της οικίας

των εις τον σιδηροδρομικόν σταθμόν οδοιπορίαν, πολύ μακροτέραν

και δυσαρεστοτέραν της από του σταθμού εις το Φάληρον· το δε

εστιατόριον του σιδηροδρόμου ήτο κλειστόν, διότι πιθανώς η χιών

της προτεραίας είχε παγώσει τους κερδοσκοπικούς υπολογισμούς του

ξενοδόχου. Ούτω πάσαι αι διασκεδάσεις, τας οποίας προ μικρού

ανέφερα, έγειναν μεν, αλλ' έγειναν κατά πολύ μικροτέρας

διαστάσεις, και ως greatest attraction της ημέρας έμεινεν η

ανεμαντλία του σιδηροδρόμου, ήτις αντικατέστησεν από τινων μηνών

το δυστυχές ονάριον, ούτινος οι αφιλοκερδείς αγώνες επότιζον

άλλοτε τον κήπον της Εταιρείας.

Θέλεις τώρα και έν νέον; Έφθασε προχθές ο ιταλικός μελοδραματικός

θίασος, όστις πρόκειται να τέρψη τα αθηναϊκά ώτα κατά την

τεσσαρακοστήν από της σκηνής του χειμερινού θεάτρου. Λέγεται δε

ήδη περί αυτού ότι η πρώτη κυρία είνε . . . . πολύ ωραία. Συ θα

ερωτήσης ίσως, αν τραγουδεί εύμορφα. Περί τούτου ουδείς έγεινε

λόγος μέχρι τούδε υπό του φ ι λ ο μ ο ύ σ ο υ κοινού.

Α! αλήθεια· ολίγου δειν να λησμονήσω και έν άλλο νέον. Έπεσε το

Υπουργείον.

ΠΤΩΧΕΙΑ ΚΑΙ ΠΛΟΥΤΟΣ,

ΛΙΤΟΤΗΣ ΚΑΙ ΠΟΛΥΤΕΛΕΙΑ (11)

Ο αναγινώσκων τας τέσσαρας ταύτας λέξεις της επιγραφής της

προκειμένης μελέτης θέλει κατά πάσαν πιθανότητα συνάψει αυτάς

φυσικώς και κατά τάξιν ανά δύο, την μεν πτωχείαν μετά της

λιτότητος, την πολυτέλειαν δε μετά του πλούτου. Σκεπτόμενος

βεβαίως κατά λογικωτάτην ακρίβειαν, ότι οι νεοφανείς ασπάραγοι

τιμώνται τριών δραχμών κατά δέσμην, ότι οι ασπάραγοι είνε

λίχνευμα μάλλον ή φαγητόν, και ότι τα λιχνεύματα προϋποθέτουσι τα

φαγητά, θέλει συμπεραίνει, κατά λογικωτάτην επίσης ακρίβειαν, ότι

εκείνοι μόνον δύνανται να τρώγωσι και τρώγουσι συνήθως νεοφανείς

ασπαράγους, όσοι περισσεύουσι φαγητού και αφθονούσιν, εννοείται,

χρήματος. Περί ορέξεως δεν πρόκειται, καθότι η όρεξις των

προσφάτων ασπαράγων δεν είνε προνόμιον εξαιρετικόν τάξεώς τινος

ανθρώπων, και αν η μοίρα εδημιούργησε διάφορα τα βαλάντια και το

περιεχόμενον αυτών, η φύσις όμως εδημιούργησεν ομοίους τους

ουρανίσκους των ανθρώπων και ομοίους σχεδόν αυτών τους στομάχους.

Αν δε μετά της αυτής λογικής ακριβείας εξακολουθήση σκεπτόμενος ο

ημέτερος αναγνώστης, θέλει επίσης σκεφθή, ότι, επειδή αι

μεταξωταί εσθήτες και τα τρίχαπτα είνε ακριβαί συνήθως και

βαρύτιμοι, δεν είνε δυνατόν να φορώσιν αυτάς ειμή μόνον των

πλουσίων αι γυναίκες, εκείνων δηλαδή, οίτινες τοσούτον έχουσι

στρογγύλον το πουγγίον αυτών, ώςτε, αφού φάγωσι μέχρι κόρου

προσφάτους ασπαράγους, δύνανται να ενδύσωσι και τας συζύγους

αυτών μέχρι κόρου δι' εσθήτων μεταξωτών.

Τας σκέψεις ταύτας επιβάλλει η λογική· και δι' αυτό ελέγομεν

ανωτέρω, ότι ο λογικός ημών αναγνώστης θέλει συνάψει τον πλούτον

μετά της πολυτελείας και την πτωχείαν μετά της λιτότητος,

αναλογιζόμενος και συμπεραίνων, ότι, όπως η πολυτέλεια είνε

ακολούθημα του πλούτου, ούτω και η λιτότης είνε της πτωχείας

ανάγκη. Δυστυχώς όμως η λογική δεν συμφωνεί πάντοτε και πανταχού

προς τα πράγματα· εν Ελλάδι δε ιδίως, και μάλιστα εν Αθήναις,

ψεύδει συνήθως η των πραγμάτων αλήθεια την αυστηρότητα της

λογικής. Είνε δε φυσική η τοιαύτη παρ' ημίν ανωμαλία, ουδέ πρέπει

να ξενίζη τον προσεκτικόν παρατηρητήν. Όπως τα εν ζυμώσει

διατελούντα ρευστά φέρουσι συνήθως επί της επιφανείας αυτών όλην

εκείνην την ιλύν, ήτις εις τρύγα μεταβαλλομένη θέλει μετ' ολίγον

καταβή εις τον πυθμένα — την φυσικήν αυτής θέσιν, — ούτω και εις

τας αστάτους και ζυμουμένας έτι κοινωνίας ανατρέπεται ως επί το

πολύ η φυσική των πραγμάτων θέσις, και πολλά γίνονται άνω κάτω,

και απορεί προς το παράδοξον ο επιπολαίως τα πράγματα μελετών.

Τοιούτο τι συμβαίνει σήμερον και εν τη ελληνική κοινωνία, ιδίως

δε τη Αθηναϊκή, ήτις ως πρωτευούσης κοινωνία ου μόνον ευλόγως

αξιοί να νομοθετή και διά την λοιπήν Ελλάδα, αλλά και ήρχισεν από

τινος πράγματι να γίνεται πρότυπον των επαρχιών.

Η ανατροπή αυτή της φυσικής των κοινωνικών φαινομένων αναπτύξεως

είνε δυστύχημα πάντως όπου και αν επέλθη, πολύ δε μείζον και

λυπηρότερον αναντιρρήτως, οσάκις επέρχεται εις έθνη μικρά, εις

πολιτείας πτωχάς και μόλις την βρεφικήν αυτών ηλικίαν

καταλιπούσας. Τοιαύτη νηπιώδης έτι κοινωνία είνε η ελληνική, και

διά τούτο μέγα δι' αυτήν δύναται να κληθή δυστύχημα το φαινόμενον

εκείνο, περί ου επιλαμβανόμεθα να ανακοινώσωμεν εις τον

αναγνώστην ολίγας σκέψεις και παρατηρήσεις.

Η πολυτέλεια εκρίθη πάντοτε και κρίνεται σήμερον έτι διαφόρως και

ποικίλως υπό των κοινωνιολόγων. Πολλοί αποκαλούσιν αυτήν λέπραν

εν πάση οιαδήποτε περιπτώσει, και παρ' αυτοίς έτι τοις πλουσίοις,

και την καταδικάζουσιν ανεπιφυλάκτως, ισχυριζόμενοι, ότι η εφ' α

μη δει δαπάνη, η θεραπεία ουχί πραγματικών αλλ' ανυπάρκτων,

συνθηματικών και φαντασιωδών μόνον αναγκών, και αυτή τέλος η εκ

του περιττού των περιττών προμήθεια είνε νόσημα κοινωνικόν,

παραλύον τα νεύρα και την παραγωγικήν δύναμιν των εθνών, μαραίνον

τα ευγενή των αισθήματα, καταστρέφον διά της αβροδιαίτης το

γενναίον του φρονήματος και αποπνίγον εν εκείναις μάλιστα ταις

πολιτείαις, όσων ο εθνικός προορισμός διατελεί έτι ανεκπλήρωτος,

πάσαν περί του μέλλοντος σκέψιν και πάσαν περί εθνικού μεγαλείου

μέριμναν.

Άλλοι δε τουναντίον, ουχί δυστυχώς οι ασημότεροι ούτε οι

ολιγώτερον έχοντες το κύρος του λόγου, αντεδοξούσιν ότι η

πολυτέλεια είνε ου μόνον ανάγκη των πλουσίων κοινωνιών, αλλ'

αυτόχρημα καθήκον των ευπορούντων.

Η πολυτέλεια, λέγουσιν ούτοι, ανοίγει πόρους εις την βιομηχανικήν

των εθνών παραγωγήν, προκαλούσα την άμιλλαν των βιομηχάνων και

κεντρίζουσα την εφευρετικότητα του πνεύματός των, ασχολούσα τας

εργατικάς δυνάμεις της πολιτείας, πληρούσα εκ του περισσεύματος

των πλουσίων ταμείων το κενόν του πτωχού βαλαντίου, και

διατιθεμένη τα ψιχία της αφθονούσης τραπέζης εις χορτασμόν του

πεινώντος πένητος.

Αλλ' οπωςδήποτε και αν κρίνωσι περί της πολυτελείας οι περί τας

κοινωνίας σήμερον φιλοσοφούντες, αι περί αυτών κρίσεις των δεν

ανάγονται εις το προκείμενον ημών θέμα του λόγου, καθότι

περιστρέφονται εις την εύλογον και φυσικήν και ευεξήγητον

πολυτέλειαν, την εκ του περιττού πολυτέλειαν των ευπόρων και

πλουσίων. Το να δαπανά ο πλούσιος όσα και όπου και όπως θέλει,

είνε λίαν φυσικόν. Δεν βλάπτει μεν εαυτόν, ωφελεί δε μάλλον ή

ζημιοί, αμέσως τουλάχιστον, τους άλλους. Κάμνει μεν την επίδειξίν

του, διότι τέλος πάντων είνε κύριος να ζη κάλλιον των άλλων, να

τρώγη ό,τι θέλει, να ενδύεται όπως θέλη, να έχη αμάξας και

θεωρεία, να δίδη γεύματα και χορούς· αλλ' η επίδειξις αύτη, όσον

αυστηρώς και αν κριθή υπό βαθυτέραν ηθικολογικήν έποψιν, δεν

δύναται να καταλογισθή εις κοινωνικόν έγκλημα, εν μέσω

τουλάχιστον μεγάλων και κατηρτισμένων κοινωνιών, όπου και αι

κοινωνικαί κλάσεις εισίν ακριβώς και δυσυπερβάτως διακεκριμέναι,

και ο της μιμήσεως πειρασμός δεν είνε πλέον νόσημα κοινωνικόν,

και οι άνθρωποι εν γένει ου μόνον γνωρίζουσι τι είνε και τι

έχουσιν, αλλά και αν το λησμονήσωσιν ενίοτε, αναγκάζονται να το

ενθυμηθώσιν υπό την χλεύην και την επιτακτικήν πίεσιν της κοινής

γνώμης.

Παρ' ημίν όμως σπανίζει μεγάλως η φυσική εκείνη και εύλογος

πολυτέλεια, αφθονεί δε τουναντίον η άλογος και η παράδοξος. Παρ'

ημίν δαπανώσιν ως επί το πολύ αφθόνως και σπατάλως οι

δυσαναλόγους προς την σπατάλην ταύτην έχοντες τους οικονομικούς

αυτών πόρους, οι πτωχοί απλώς ειπείν ή καν μετρίας περιουσίας

άνθρωποι, οι πλούσιοι δε τουναντίον φειδωλεύονται και

χρηματίζονται έτι μάλλον.

Πλην ολίγων, ολιγίστων εξαιρέσεων, αίτινες παρέχουσιν εν τη καθ'

ημάς κοινωνία το θέαμα της ελλόγου πολυτελείας, ο πλούτος εν

Ελλάδι σπανίως που συναντάται μετ' αυτής, και αν που συναντηθή,

αφορμή ως επί το πλείστον της τοιαύτης συμπτώσεως είνε η οψιμότης

του πλούτου, ή επιδείξεως πυρετός, ή κενόδοξον σχέδιον πολιτικής

και κοινωνικής προαγωγής. Ουδέν σχεδόν απαντά τις παρ' ημίν

παράδειγμα του σοβαρού εκείνου, του εαυτόν σεβομένου και την

αποστολήν του συνειδότος πλούτου, όστις εν ταις ανωτέραις τάξεσι

των ευρωπαϊκών κοινωνιών μεταβάλλει σχεδόν πάντοτε τους οίκους

των πλουσίων διά της λογικής και ευκόσμου πολυτελείας εις κυψέλας

ευεργετικάς, αφ' ων ου μόνον αμέσως ή εμμέσως σιτίζεται κόσμος

ολόκληρος εργατικός και βιομήχανος, αλλά και άλλος κόσμος,

ανώτερος μεν διανοητικώς αλλά πενιχρόν παρά της μοίρας λαχών του

χρήματος το τάλαντον, αποδέχεται φως και θερμότητα, εμψύχωσιν

υλικήν και νοήμονα υποστήριξιν. Σπάνιον δυστυχώς εύρημα είνε παρ'

ημίν έστω και πενιχρά τις βιβλιοθήκη εις οίκον πλουσίου, έτι δε

σπανιώτερον πινακοθήκη εξ ολίγων αλλά καλών εικόνων ή εύμορφόν τι

γλυπτικόν καλλιτέχνημα. Και αυτά δε τα εξωτερικά και

καταφανέστερα του πλούτου δείγματα, τα ανετωτέραν μεν την

απόλαυσιν του υλικού βίου μαρτυρούντα, κατελέγχοντα δε συνάμα και

την συναίσθησιν της φυσικής εκείνης ανάγκης του πλούτου εις

μετάδοσιν αυτού και κοινολόγησιν, είνε επίσης σπάνια εν τη

ελληνική κοινωνία, ή, αν που αναφαίνωνται, υπεμφαίνουσιν, ουχί

την ειλικρινή εκείνην πολυτέλειαν των πλουσίων, αλλά τον τύφον

μάλλον και τον επιδεικτικόν πυρετόν των οψιπλούτων.

Τι τούτο βλάπτει; ίσως ερωτήση τις. Ουδέν, αποκρινόμεθα, ουδέ

μνημονεύομεν του πράγματος όπως το κατακρίνωμεν. Είνε μεν αληθές,

ότι est modus in rebus, ήτοι ότι το κ α λ ό ν ο υ κ έ σ τ ι

κ α λ ό ν ε ά ν μ η κ α λ ώ ς γ έ ν η τ α ι, και ότι επομένως

και αυτή η των πλουσίων πολυτέλεια, κακώς γινομένη, ζημιοί μάλλον

ή ωφελεί την κοινωνίαν, διότι και τον φθόνον κινεί, και της

μιμήσεως τον πειρασμόν διεγείρει, και εις ευολίσθους παράγει

ατραπούς τους ανοήτους. Αλλά τέλος πάντων, τ ι μ α ς

μ έ λ ε ι, δύνανται ευλόγως να παρατηρήσωσιν οι ούτω δαπανώντες

πλούσιοι, τι μας μέλει, αν υπάρχουσι φθονεροί και ανόητοι, τι

πταίομεν ημείς αν σκάσωσιν ολίγοι βάτραχοι, διότι θέλουσι και καλά

να γείνωσι βόες ως ημείς. Ουδέν βεβαίως τους μέλει, ούτε πρέπει να

τους μέλη εκ της ατομικής των επόψεως. Μέλει όμως πολύ τον πολύν

κόσμον, έτι δε περισσότερον μέλει και πρέπει να μέλη τον περί της

εν γένει καλής ή κακής, υγιούς ή νοσηράς καταστάσεως της ημετέρας

κοινωνίας μελετώντα και ευλόγως περί αυτής ενδιαφερόμενον.

Αλλά το θέμα τούτο, όπερ μακράς και σπουδαίας μελέτης ηδύνατο να

καταστή υποκείμενον, είνε ξένον της σημερινής ημών διατριβής. Δεν

αδιαφορούμεν μεν, αν και πώς δαπανώσιν οι πλούσιοι παρ' ημίν,

αφίνομεν όμως εις άλλην ευκαιρίαν την περί τούτου μελέτην,

επιλαμβανόμεθα δε του δευτέρου μέρους του κοινωνικού ημών

παραδόξου, τουτέστι της πολυτελείας των μη πλουσίων, ήτις και

παριστά τα συμπτώματα πολύ σπουδαιοτέρας και κινδυνωδεστέρας

κοινωνικής νόσου, θέλει δε, δεινουμένη, καταστή αναποδράστως

θανατηφόρος γάγγραινα της Ελλάδος.

Εις βεβαίωσιν του λυπηρού τούτου φαινομένου αρκεί μικρά τις

μόνον, έστω και επιπολαία, παρατήρησις της αθηναϊκής κοινωνίας,

κατά τας δημοσίας αυτής συναθροίσεις. Ας εξέλθη ο παρατηρητικός

ημών αναγνώστης κυριακήν τινα ή μουσικής ημέραν εις τας πλατείας

του Συντάγματος και της Ομονοίας· ας παρακολουθήση τον περίπατον

των Πατησίων· ας πορευθή θερινήν τινα εσπέραν εις του Απόλλωνος

και του Φαλήρου τα ύπαιθρα θέατρα· ας παραμείνη τέλος εν αυτή τη

αιθούση του χειμερινού ημών θεάτρου, περιάγων επί τινας στιγμάς

το βλέμμα του από θεωρείου εις θεωρείον. Είμεθα ολίγοι δυστυχώς

και γνωριζόμεθα. Γνωριζόμεθα δε ου μόνον προσωπικώς, αλλά και

βαθύτερον έτι και λεπτομερέστερον, σπανίως αγνοούντες τις έκαστος

και πόθεν, τι πράττει, και — το σπουδαιότερον — τι έχει.

Ας παρατηρήση ο αναγνώστης ημών ο περίεργος. Εκεί μεν θα ίδη

διακοσιοδράχμου τινος δημοσίου μισθοφόρου την σύζυγον

μετακαλούσαν εις εσθήτα μεταξωτήν ολόκληρον του ανδρός της

μηνιαίον· εδώ δε της πλυντρίας αυτού την θυγατέρα — εκείνην

ακριβώς, ήτις χθες έτι το εσπέρας του έφερεν εντός κανίστρου τα

υποκάμισά του, και εις ην εδώρησεν ολίγα κέρματα διά τον κόπον

της, μεταμορφωμένην μεν εις περίκοσμον κυρίαν, και φέρουσαν επάνω

της τους κόπους εβδομάδων όλων της ταλαίνης μητρός της,

ελέγχουσαν όμως συνάμα διά της χροιάς της μορφής της — αν τυχόν

δεν είνε και αυτή εορτάσιμος — ότι μακράς ημέρας ενήστευσε χάριν

του κυριακού εκείνου περιπάτου. Παρέκει θ' απαντήση μικρόν τινα

υπάλληλον εμπορικού γραφείου, αναβοκαταβαίνοντα μόνον εντός

αμάξης του Σταδίου και των Πατησίων την λεωφόρον με άνθος εις την

κομβιοδόχην και την λαβήν του ραβδίου του εις τα χείλη, οφείλοντα

δε, βεβαίως μεν τον κομψόν του επενδύτην εις δυστυχή τινα ράπτην,

πιθανώτατα δε και εβδομάδων όλων γεύματα εις ελεήμονα τινα

ξενοδόχον. Εις του Φαλήρου την ακτήν και του θεάτρου τα εδώλια θα

εύρη συχνότατα ο παρατηρητής ημών πολυπληθείς οικογενείας —

πατέρα, μητέρα, θυγατέρας και υιούς, μικρούς και μεγάλους —

προσέχοντας εις το άσμα της σκηνής ή τρώγοντας παγωτά, ενώ

βεβαίως ανεπαρκώς εγευμάτισαν. Εις του χειμερινού μας τέλος

θεάτρου τα θεωρεία θα ίδη ανέτως αναπαυομένας και επιχαρίτως

μειδιώσας οικοδεσποίνας, αίτινες κατέλιπον βεβαίως οίκοι σωρείαν

παιδίων ατημελήτων και φωνασκούντων, κυλιομένων πιθανώς επί του

εδάφους εν μέσω τεμαχίων άρτου και τυρού, υπό την επιτήρησιν

ρυπαράς τινάς ανδρίας υπηρέτιδος. Πανταχού δε απλώς ειπείν,

πανταχού όπου αν στρέψη το βλέμμα, θα καταπλαγή προς την

μεγαλοπρεπώς κεκοσμημένην και επιδεικτιώσαν πτωχείαν, την υπό

αυτάρκες μειδίαμα σοβούσαν εν μέσω του πλήθους, την εκ της

ελλείψεως του άρτου δαπανώσαν εις το περίσσευμα της εσθήτος, την

αφελώς πιστεύουσαν, ότι εκλαμβάνεται αντί πλούτου. Τις όμως εν τη

μικρά ημών κοινωνία, απατάται εκ της προς το θεαθήναι παράφρονος

δαπάνης; τις ο αγνοών το περιεχόμενον και θαμβούμενος εκ του

περιέχοντος; τις ο αφελής εκείνος, όστις παραγνωρίζει το σεσηπός

ξύλον υπό τον καλύπτοντα ψευδόχρυσον; Ουδείς βεβαίως, διότι, ως

προείπομεν, είμεθα ολίγοι δυστυχώς και γνωριζόμεθα. Διά τούτο δε,

όσον και όπως αν ενδυθώσιν, όσον και όπως αν επιδειχθώσι δημοσία,

όσον και όπως αν καλύψωσιν αληθή και έντιμον πολλάκις πενίαν υπό

πλούτον ψευδή οι νομίζοντες αρκούσαν των πολλών την γνώμην εις

ευτυχίαν των ολίγων, ματαία πάντως είνε η προσπάθεια, και

ανωφελείς οι αγώνες των· διότι βλέποντες αυτούς μειδιώσι μεν εξ

οίκτου οι απαθέστεροι, ερωτώσι δε περιέργως αλλήλους οι

νευρικώτεροι: «Πού τα βρίσκει λοιπόν κ' εξοδεύει;» οι δε

απερισκεστότεροι και αναφωνούσιν ίσως δυσάρεστόν τι και προπετές

επιφώνημα εν μέσω της οδού. Πάντες δε γελώσιν, οι μεν ενδομύχως,

οι δε και εκφανώς προς την παράδοξον εκείνην μωρίαν, ήτις αφίνει

νήστιν τον ίδιον στόμαχον, ίνα τέρψη τους ξένους οφθαλμούς. Ίσως

και διά τους γελώντας γελώσιν οι άλλοι. Ουδέν παράδοξον, διότι ο

μύθος της ξένης δοκού, όσον παλαιός και αν ήνε, έχει επίκαιρον

πάντοτε και πανταχού την εφαρμογήν. Τούτο όμως αποδεικνύει, ότι

οι ανοήτως παρ' ημίν σπαταλώντες είνε πολύ πλείονες των

υποτιθεμένων, και ότι η επιδημία είνε πολύ μάλλον διαδεδομένη.

Και ταύτα μεν περί της νόσου και της αιτιολογίας της, ίνα

λαλήσωμεν επί το παθολογικώτερον. Τα δε περί της προγνώσεως αυτής

και της εκβάσεως, ως λέγουσιν οι ιατροί, είνε βεβαίως πολύ

δυσαρεστότερα και απαισιώτερα. Αν η ανόητος πολυτέλεια είνε

καθόλου λέπρα και φαγέδαινα των μικρών και ασυμπήκτων έτι

κοινωνιών, η των απόρων όμως σπατάλη, η εκ χρεών συνήθως, εκ

στερήσεως των αναγκαίων και εξ ασιτίας πολλάκις ή εκ κρυφίων

άλλων και δυσομολογήτων ενίοτε μέσων τρεφομένη, είνε νόσημα

κοινωνικόν ανίατον, φέρον εις παντελή εκφαύλισιν ηθικήν, εις

σήψιν και διάλυσιν την ατυχή εκείνην κοινωνίαν, ης υπονομεύει το

σώμα.

Πόθεν — αληθώς — επληρώθη χθες, ή πόθεν θα πληρωθή αύριον ή

μεθαύριον, ή την άλλην εβδομάδα το μεταξωτόν εκείνο φόρεμα της

συζύγου του διακοσιοδράχμου υπαλλήλου; Σήμερον ίσως εκ της

τοκογλυφικής προεξοφλήσεως του μισθού του, αύριον εκ βαρυτόκου

συναλλάγματος, μεθαύριον εκ καταχρήσεως, και την άλλην εβδομάδα

εξ άλλης αρρήτου πηγής.

Πώς επληρώθη ή θα πληρωθή ο αμαξηλάτης, ο ράπτης, ο ξενοδόχος του

μικρού εκείνου υπαλλήλου εμπορικού γραφείου; Διά μικράς τινος

σήμερον προκαταβολής, δι' υποσχέσεων και ψεύδους αύριον, διά

κρυπτού μεθαύριον, και μετ' ολίγον διά δικαστικού κλητήρος.

Πώς κατορθόνει ο ταλαίπωρος εκείνος οικογενειάρχης να οδηγή τρις

και τετράκις της εβδομάδος την οικογένειάν του εις τα θερινά

θέατρα, και να παρέχη αυτή απαραιτήτως την διασκέδασιν εκείνην,

ης κάλλιστα εστερούντο άλλοτε οι αθηναίοι αστοί, — ότε δεν είχον

αι Αθήναι Φάληρον και Απόλλωνα — ήτις όμως κατέστη πλέον

αναπόφευκτος εις την υγείαν των; Ουδ' αυτός ακριβώς το γνωρίζει.

Γνωρίζει τούτο μόνον· ότι χρειάζεται πάσαν εσπέραν τοιαύτης

θεατρικής ψυχαγωγίας δέκα περίπου δραχμάς, ότι δαπανά ούτως

έκαστον μήνα υπέρ τας διακοσίας, ότι εσπατάλησε βαθμηδόν μικρόν

τι αποταμίευμα, όπερ είχε διαφυλάξει δι' απευκταίαν ενδεχομένην

ανάγκην, και ότι . . . . πρό τινων εβδομάδων έχασεν έν τέκνον

του, διότι δεν είχε τα μέσα να το νοσηλεύση. Χάριν της υγείας των

άλλων, τα φέρει εις το θέατρον του Φαλήρου!

Πόθεν τέλος στολίζεται η δέσποινα εκείνη, και ενοικιάζει πάσαν

σχεδόν εσπέραν θεωρείον; Ερωτήσατε τα πολυπληθή της τέκνα, άτινα

κατακλίνονται άδειπνα και οιμώζοντα· ερωτήσατε τον σύζυγόν της,

όστις αναγκάζεται να επαιτή δεξιά και αριστερά κλειδία θεωρείου,

όστις χθες έτι σας εζήτησε δάνειον πεντήκοντα δραχμών, και αύριον

θα έχη μόλις να προμηθευθή τα τρόφιμα της ημέρας.

Πού δε απολήγει ούτως η ποικιλότροπος αυτή αλλά μία πάντοτε κατά

βάθος και η αυτή πανταχού παραφροσύνη, η διά της ανοήτου δαπάνης

κενή και ματαία επίδειξις, η χωρίς τινος λόγου δημιουργία

φανταστών αναγκών και η εκ παντός τρόπου προσπάθεια εις θεραπείαν

των;

Εις την ταπείνωσιν εν πρώτοις· κατόπιν εις τον εξευτελισμόν· μετ'

ολίγον εις την κοινήν περιφρόνησιν, και τέλος εις τα άρθρα του

ποινικού νόμου.

Εις ταύτα δε δυστυχώς και πάντοτε, ταχέως ή βραδέως, λήγει

συνήθως το στάδιον της εν τη πτωχεία σπατάλης· τοιαύτη ως επί το

πλείστον είνε η λυπηρά έκβασις της μανίας εκείνης, ης τα ατυχή

θύματα ουδέν άλλο επιδιώκουσιν ή την στίλβουσαν επιφάνειαν και

προς ουδέν άλλο ζώσιν ή προς απάτην του κόσμου.

Πλην, «τι σε μέλει περί των απολωλότων τούτων;» θα αναφωνήσωσιν

ίσως πολλοί των αναγνωστών μου. «Τι μεριμνάς περί ανθρώπων

προφανώς παραφρόνων, οίτινες πάσχουν μεν βεβαίως ηθικώς και

διανοητικώς, αλλ' επί τέλους είνε κύριοι να δαπανώσιν όσα και

όπως θέλουσιν, όσα και όπως ευρίσκουσι;» Δικαιοτάτη και ορθή η

παρατήρησις· σπεύδω δ' ευθύς να διαβεβαιώσω τους περιέργους μου

τούτους αναγνώστας, ότι ουδ' ελαχίστην έχω περί αυτών φροντίδα,

ούτε έχω την απλότητα να φρονώ, ότι δύναταί τις, ο,τιδήποτε λέγων

και οιαδήποτε μαντευόμενος, να συνετίση αυτούς ή διδάξη· οι

παθόντες άπαξ το ηθικόν τούτο νόσημα εισίν ανίατοι δυστυχώς, και

μάτην ήθελε τις προσπαθήσει να αποτρέψη το βήμα των της εις το

βάραθρον αγούσης. Η οδός είνε τόσον ολισθηρά αλλά και τόσον

συνάμα ευάρεστος και ωραία, ώστε εν πλήρει γοητεία διέρχονται

αυτήν συνήθως οι της πολυτελείας προσκυνηταί, και όταν η ώρα της

απογοητεύσεως σημάνη, το βήμα δεν οπισθοχωρεί πλέον διότι άλλως

και ματαία θα ήτο πάσα οπισθοχώρησις. Ουδείς λοιπόν προς αυτούς ο

λόγος εις οικοδόμησιν ή συνετισμόν. Non ragioniam di lor.

Αφίνομεν τους νεκρούς θάπτειν τους εαυτών νεκρούς, και

παρερχόμεθα. Δεν λησμονούμεν όμως τους παλαιούς εκείνους και

βαθυσόφους Σπαρτιάτας, οίτινες εμέθυσκον τους είλωτάς των και

τους εξέθετον κατόπιν οινοβαρείς και παραπαίοντας εις τα όμματα

των υιών των, εις σωτήριον αυτών παραδειγματισμόν. Ο άνθρωπος εν

γένει είνε ζώον μιμητικόν· πολύ δε μιμητικώτερον είνε ο Έλλην,

και κατά μείζονα έτι λόγον μιμητής είνε ο όμοιος του ομοίου του.

Παρ' ημίν δε μάλιστα, όπου και πολιτεύματος πλημμέλειαι και

πολιτικής και ηθικής ανατροφής έλλειψις από καιρού ήδη ήρχισαν

καταπίπτουσαι και καταρρίπτουσιν οσημέραι τα περισωζόμενα έτι

οπωςδήποτε παρ' άλλοις λαοίς διαχωριστικά των κοινωνικών τάξεων

όρια, και όπου η ισότητος αξίωσις σπανιώτατα μεν γεννά την ευγενή

εκείνην άμιλλαν προς απόκτησιν μείζονος ικανότητος και μαθήσεως,

συχνότατα δε τουναντίον παράγει εις την δουλικήν απομίμησιν των

εξωτερικών μόνον τρόπων, του ήθους και της ενδυμασίας, παρ' ημίν

ο εκ της μιμήσεως του κακού κίνδυνος είνε μέγας και εγκυμονεί

αναπόδραστον όλεθρον. Αν δε ανωτέρω, περί της πολιτείας των

πλουσίων λαλούντες, εφοβήθημεν τον πειρασμόν της μιμήσεως, και τα

απευκταία του επί των απόρων αποτελέσματα, προκειμένου όμως περί

της σπατάλης των μη πλουσίων δεν γεννάται πλέον φόβος εν ημίν,

αλλ' αυτόχρημα βεβαιότης, ότι το μίασμα της νόσου θέλει διαδοθή

εις τα υγιά έτι όμοια στρώματα της κοινωνίας, αν μη πάντες οι

δυνάμενοι συντελέσωσιν εις την χάραξιν βαθείας υγειονομικής

γραμμής μεταξύ υγιών και νοσούντων. Αποχωρίσωμεν, όπως είνε

δυνατόν, τους προσβεβλημένους από των απροσβλήτων, εμπνεύσωμεν

εις τούτους τον τρόμον της ασθενείας και των συνεπειών αυτής·

εργασθώμεν τέλος να σώσωμεν το δυνάμενον έτι να σωθή, ίνα μη

ταχέως μεταβληθή η αθηναϊκή κοινωνία σύμπασα εις «Ηοspice d'

Incurables».

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΝΥΠΟΜΟΝΗΣΙΑ (12)

Όστις ποτέ, υπομονής περισσεύων και θάρρους ευπορών, θελήση να

συγγράψη την ηθικήν νοσολογίαν της νέας ελληνικής κοινωνίας, και

ιδίως των ούτω καλουμένων ανωτέρων αυτής στρωμάτων, βεβαίως και

αναποδράστως θέλει τάξει μεταξύ των πρώτων και κυριωτάτων αυτής

ηθικών αρρωστιών την α ν υ π ο μ ο ν η σ ί α ν. Το νόσημα είνε

γενικόν δυστυχώς, ευρύτατα διαδεδομένον, ως επιδημία μεγάλη και

πολυπλόκαμος, αλλ' εθνικώτατον όμως και ενδημικώτατον. Μηδέ τις

υπολάβη, ότι εισήχθη και αυτό μετά πολλών άλλων φραγκικών — ως

λέγομεν — πληγών εκ της αλλοδαπής, και παρηγορήση μεν ούτω

προχείρως την εθνικήν αυτού φιλαυτίαν, καταρασθή δε πατριωτικώς

της ελληνικής διοικήσεως, ότι ωλιγώρησε δήθεν καθάρσεων και

υγειονομικών φραγμών κατά της εισβολής του μολύσματος. Πάσχει και

η σύγχρόνος ευρωπαϊκή κοινωνία ανυπομονησίαν· αλλ' η ανυπομονησία

αυτή είνε ειδική ειδικωτάτη εκδήλωσις του καθολικού νοσήματος,

όπερ λυμαίνεται τον ελληνικόν κόσμον. Ανυπομονούσιν εν τη Δύσει

οι άνθρωποι· αλλ' ανυπομονούσιν ιδίως να πλουτήσωσι. Του

εκατομμυρίου το όνειρον είνε της νόσου αυτών η αιτιολογία, και αν

από μικρών έως μεγάλων, από γερόντων μέχρι παίδων, φέρονται

πάντες ακατάσχετοι υπό του στροβίλου της κερδοσκοπίας και

αναρριχώνται τετραποδητί πολλάκις την ανάντη κλιτύν του

χρυσοφόρου βουνού, και σχίζουσιν· ασθμαίνοντες τας χείρας των εις

τας τριβόλους και τας ακάνθας της ατραπού, και παρακάμπτουσιν

οσάκις δεν δύνανται να υπερβώσι τους σκοπέλους του νόμου, και

φιμούσιν οσάκις δεν δύνανται να στραγγαλίσωσι την ηθικήν, ένα

πάντες έχουσι σκοπόν: το χρήμα, το πολύ χρήμα. Εκεί από μακρού

ήδη λέγεται, ότι το χρήμα δεν έχει οσμήν, και ολίγοι πλέον

περισώζονται μωροί αμφισβητούντες του ρητού την ορθότητα. Διά

τούτο εκεί των πολλών ο βίος είνε συνεχής και ακάματος κερμάτων

θήρα· διά τούτο, — πλην ολίγων, ολιγίστων εξαιρέσεων,

προκατακλυσμιαίων ίσως λειψάνων άλλης εποχής — πάντες εκεί των

νέων ιδεών οι άνθρωποι, επιστήμονες και βιομήχανοι, καλλιτέχναι

και έμποροι, ποιηταί και τραπεζίται, γραμμάτων άνθρωποι και

κυβευταί, μίαν μόνην έχουσι του σταδίου αυτών βαλβίδα: το τι

ε ξ ο δ ε ύ ε τ α ι, και ένα μόνον πάσης των εργασίας σκοπόν: τα

εκατομμύρια. Ανυπομονούσι δε φυσικώ τω λόγω να τα αποκτήσωσι,

διότι κάλλιστα γνωρίζουσι και εκ των καθ' ημέραν παραδειγμάτων

διδάσκονται, ότι διά της χρυσής εκείνης κλειδός πάσης δόξης το

τέμενος ανοίγεται και πάσης δυνάμεως αλίσκεται η ακρόπολις.

Την ειδικήν ταύτην ανυπομονησίαν πάσχομεν εν μέρει και ημείς,

αλλά πάσχομεν αυτήν εν μικρώ. Μη κατορθώσαντες έτι — ευτυχώς ή

δυστυχώς, αδιάφορον — να φθάσωμεν εις την περιωπήν εκείνην του

δυτικού πολιτισμού, καθ' ην πάντα σχεδόν διατιμώνται εις χρήματα,

καθ' ην πάσα ευφυία και πάσα ικανότης, παν αίσθημα και παν

φρόνημα, και αυτή η αρετή και αυτή η κακία εισίν αξίαι

ανταλλακτικαί, έχουσαι την θέσιν αυτών εν τοις τιμολογίοις

ειδικών εμπόρων, και εν τοις καταλόγοις χρηματιστηρίων,

υπολειπόμεθα βεβαίως του ευρωπαϊκού μεγαλείου ως προς την ειδικήν

ταύτην όψιν του γενικού εκείνου νοσήματος. Υπάρχουσι μεν και παρ'

ημίν αραιά τινα, πού και πού παρατηρούμενα κρούσματα

χρηματιστικής ανυπομονησίας, ολίγα εκ πλειόνων περισωθέντα, μετά

το προ διετίας μέγα θ α ν α τ ι κ ό ν· αλλά δεν είνε, ως

λέγουσιν οι ιατροί, περιπτώσεις άξιαι της κλινικής νοσολόγου,

ουδ' έχουσι σημασίαν καθιστώσαν επίφοβον την εις επιδημίαν τροπήν

του νοσήματος.

***

Η ανυπομονησία ημών, ως προείπομεν, είνε γενική της κοινωνίας

ημών αρρώστια· εγγενής ούτως ειπείν εις τον εθνικόν ημών

χαρακτήρα, τον ελαφρόν και αψίκορον, εκδηλουμένη δε επί πάσης

σχεδόν οιασδήποτε εργασίας του νεωτέρου Έλληνος, και λυμαινομένη

δίκην φυτού παρασίτου πάντα μεν κλάδον υλικής και διανοητικής

παραγωγής και δραστηριότητος, ιδία δε και προ πάντων την ανίκανον

αδράνειαν και την αυτάρκη αργίαν. Και δεν άγει μεν ταχέως εις

βιαίαν καταστροφήν η καθολική αυτή καχεξία, ως ο κακοήθης εκείνος

πυρετός της χρηματιστικής ανυπομονησίας, περί ου ανωτέρω

ελέγομεν· αλλ' υπονομεύει όμως δυστυχώς την εθνικήν ημών ύπαρξιν,

και εκλύει παντελώς τας ασυντάκτους έτι και σχεδόν ασυνειδήτους

παραγωγικάς ημών δυνάμεις. Αν δεν κεραυνοβολεί ως αποπληξία,

τήκει όμως ως φθίσις.

***

Δύο απλαί και σύντομοι αλλά βαρείαν έχουσαι την έννοιαν φράσεις

δύνανται ασφαλώς να θεωρηθώσιν ως παριστώσαι τα μικρόβια ή

βακτηρίδια της πρώτης και αρχικής μορφής του νοσήματος, αι

φράσεις· Δ ε ν π ε ι ρ ά ζ ε ι! και Δ ε ν β α ρ η έ σ α ι!

Σπόροι μικροί, μικροί ως κόκκοι σινάπεως, εφύησαν εις δένδρα

ακμαία, χάρις εις την παχείαν γην της ελληνικής φυγοπονίας και

απαθείας, ανεκλαδώθησαν εις εύρος και ύψος, και κινδυνεύουσι να

πνίξωσιν υπό την βαρείαν αυτών σκιάν πάσαν υγιά και εύρωστον

βλάστησιν.

— Δεν πειράζει, λέγει ο ανυπομονήσας να περάνη οπωσδήποτε το

έργον του και ατελές παραδίδων αυτό εις τον παραλαμβάνοντα,

πεποίθησιν έχων αδιάσειστον, ότι το δ ε ν π ε ι ρ ά ζ ε ι

εκείνο καλύπτει πάσαν της εργασίας του ατέλειαν.

— Δεν βαρηέσαι! απαντά ο παραλαμβάνων, ανυπομονών και αυτός να

αποκτήση το παραγγελθέν όπως όπως, και χριστιανικόν αυτού καθήκον

υπολαμβάνων να διαλύση πάσαν τυχόν ανησυχίαν του παραδίδοντος.

Σφίγγουσιν ούτως εν κατανυκτική ευφροσύνη τας χείρας η

ανυπομονησία του παραγωγού και του καταναλωτού η ανυπομονησία,

κυρούται της ημιμαθείας το κράτος και ανακηρύσσεται της

ημιτελείας το βασίλειον.

***

Ποσάκις άρα γε οι τας γραμμάς αυτάς αναγινώσκοντες δεν

ηγανάκτησαν, ακούσαντες αίφνης, εν παραδείγματι, τον ράπτην των

λέγοντα μετά ιλαρού μειδιάματος· δεν π ε ι ρ ά ζ ε ι! διότι

παρετήρησαν εις αυτόν, ότι αι χειρίδες του καινουργούς των

επενδύτου ήσαν βραχύτεραι του πρέποντος, ή ότι τα κομβία του ήσαν

παράχροα; Ποσάκις δεν ωργίσθησαν, ακούσαντες το αυτό παρά του

χρωματιστού της οικίας των, κηλιδώσαντος διά του χονδρού του

χρωστήρος τας ζωγραφίας του τοίχου, ή παρά του κηπουρού των,

καταστρέψαντος εν βία διά της σκαπάνης του τρυφερόν δενδρύλλιον,

ή παρά του υπηρέτου των αλλ' αντ' άλλων εκτελέσαντος;

Πάντες εν παντί το ευλογημένον αυτό δεν π ε ι ρ ά ζ ε ι φέρουσι

διά στόματος, ως πανάκειαν πάσης αυτών παραδρομής και βίας, ως

αλεξιτήριον πάσης κατακρίσεως και μομφής. Δ ο υ λ ε ι ά ν α

γ ί ν ε τ α ι, λέγει ο Έλλην, επειγόμενος να περάνη ή κάλλιον

ειπείν να καταπαύση την εργασίαν του. Εμπρός και γρήγορα, ιδού το

γενικόν σχεδόν σύνθημα του παρ' ημίν εργαζομένου. Τι το άπορον,

αν η εργασία γίνεται ως επί το πολύ κακή και ατελής, αφού

κεντρίζει μεν αυτήν αδιαλείπτως η ανυπομονησία, σκέπει δε και

προστατεύει η ανοχή, ήτις και αυτή, ως ελέγομεν, την

ανυπομονησίαν έχει ρίζαν και φύτραν;

Διότι, αν ηγανάκτησε και εξωργίσθη πολλάκις ο αναγνώστης ημών,

ακούσας το φοβερόν εκείνο δ ε ν π ε ι ρ ά ζ ε ι χωρίς να το

περιμένη, δεν πρέπει, αν είνε δίκαιος, να λησμονήση, ποσάκις

είπεν αυτός: δ ε ν β α ρ η έ σ α ι, χωρίς να το προσδοκά ο εις

ον απετείνετο.

— Δεν βαρηέσαι, αδελφέ!

Γλυκεία και μελιτώδης φράσις, αναπαύουσα προχείρως την συνείδησιν

του Έλληνος, βαυκαλώσα την αβελτηρίαν αυτού, παρηγορούσα την

ατέλειαν των έργων του, εγκαρδιούσα το αψίκορόν του, και

αδελφούσα των ανυπομόνων την ποίμνην εις αιωνίαν μακαριότητα.

— Ανέγνωσες το βιβλίον του Χ . . . ; έχει πολλάς απροσεξίας.

Εβιάσθη, φαίνεται, ο συγγραφεύς, αλλέως ημπορούσε να τας

αποφύγη . . . και η γλώσσα του είνε εις πολλά μέρη . . .

— Δεν βαρηέσαι!

— Είδες το νέον πατριωτικόν ποίημα του Ψ . . . ; Το εννόησες;

— Δεν βαρηέσαι!

— Καλέ πού τα έκαμες αυτά τα υποδήματα; τι σχήμα είνε αυτό; πώς

τα εκράτησες;

— Δεν βαρηέσαι!

— Είδες δα, τι λαμπράν θέσιν επέτυχεν ο Κ . . ., χθεσινό μόλις

παιδί; Πώς τα κατάφερε; Δεν νομίζεις ότι κάπως γρήγορα . . .

— Δεν βαρηέσαι!

Και διά της φράσεως ταύτης συγχωρούμεν παν αμάρτημα, και

απολύομεν πάντα πταίστην. Α φ ί ε ν τ α ί σ ο ι α ι

α μ α ρ τ ί α ι λέγομεν περί παντός λέγοντος καθ' εαυτόν: δεν

πειράζει. Αφίενταί σοι αι αμαρτίαι, διότι βιαζόμεθα και ημείς ως

και συ. Αν συ δεν έχεις καιρόν να εργασθής όπως πρέπει, νομίζεις

ότι έχομεν καιρόν ημείς να σε κρίνωμεν όπως πρέπει; Συ βιάζεσαι να

παραγάγης, και ημείς βιαζόμεθα ν' απολαύσωμεν. Αλλά παράγεις και

συ κακώς και ημείς κακώς απολαύομεν· αδιάφορον· το σπουδαίον είνε

να τελειόνωμεν γρήγορα. Κάμε ό,τι θέλεις και άφινέ μας ησύχους.

Ούτω δε αφίνομεν και ημείς ησύχους πάντας τους ασθενείς αλλ'

ανυπομόνους σταδιοδρόμους, και αν ενίοτε γελώμεν βλέποντες αυτούς

παραπατούντας και πίπτοντας, ουδόλως όμως ξενιζόμεθα, ως επί το

πλείστον, οσάκις θεωρούμεν αυτούς ορθουμένους αίφνης εν μέση τη

οδώ, ισχυριζομένους ότι επέραναν τον δρόμον των, και αξιούντας να

τύχωσι του άθλου.

***

Γνήσιος και αναγκαίος τόκος της αδελφικής συναντήσεως των δύο

εκείνων φράσεων υπήρξεν η δευτέρα και κυριωτάτη φάσις της νόσου·

η προς την δόξαν και τα μεγαλεία, προς την ισχύν και τας υψηλάς

δημοσίας λειτουργίας ακράτητος ανυπομονησία της νέας ελληνικής

γενεάς.

Αν δόξα και πλούτος, θέσεις και τιμαί, είνε συνήθως πανταχού του

πολιτισμένου κόσμου το δίκαιον έπαθλον μακράς, συντόνου και

τελειοκάρπου εργασίας, αν αλλαχού αναγκαίον και απαραίτητον είνε

να ευφημηθή τις πρώτον ίνα διακριθή, και να φωτίση πρώτον ίνα

τεθή επί την λυχνίαν, παρ' ημίν απλουστεύει πάντα ταύτα και

ευκολύνει η ευλογημένη εκείνη σύμπτωσις του Δ ε ν

π ε ι ρ ά ζ ε ι και του Δ ε ν β α ρ η έ σ α ι.

Άλλοτε, εν παλαιοτέροις χρόνοις, είχον και εδώ κάπως άλλως τα

πράγματα, ουδ' ενομίζετο συζητήσεως αντικείμενον, ότι αναγκαίον

ήτο να βαδίση τις, ίνα φθάση εις το άκρον της οδού. Η εργασία

εκρίνετο αναγκαίος πρόδρομος της επιτυχίας, ουδ' εφαντάζοντο οι

άνθρωποι δυνατόν το Πάσχα χωρίς προηγουμένης τεσσαρακοστής.

Σήμερον όμως αι νηστείαι κατελύθησαν, και ήλλαξαν φυσικώς οι

φυσικοί πάσης προόδου όροι. Σήμερον εννοούσιν οι πολλοί να

θερίσωσιν άνευ σποράς, και ν' απολαύσωσιν άνευ κόπου. Και διατί

να μη το εννοώσι;

Πόσοι παρ' ημίν ήνυσαν το στάδιον αυτών ωθούμενοι μάλλον ή

περιπατούντες! Πόσοι πενιχρά πάντως φέροντες της ευφυίας ή της

ικανότητος τα εφόδια, έφθασαν εν τούτοις, οτέ μεν έρποντες, οτέ

δε υπό φίλης χειρός μετεωριζόμενοι, εις ύψη ου μόνον δυσανάβατα

αλλά και δυσθεώρητα εις τους συνωστιζομένους κάτω αληθείς

εργάτας! Πόσοι από μηδενικών ορμηθέντες και διά μηδενικών

βαδίσαντες σοβούσι σήμερον ως πολυψήφιοι αριθμοί! Πόσοι τέλος,

βιώσαντες εν τη μακαρία ραστώνη του Δ ε ν π ε ι ρ ά ζ ε ι,

επροχώρησαν πάντοτε και έφθασαν οπού έφθασαν, ακούοντες οπίσω των

την διαρκή ενθάρρυνσιν του Δ ε ν β α ρ η έ σ α ι!

Τι ηθέλατε να διδάξη τους νεωτέρους το ποικίλον τούτο και

πολυμερές φαινόμενον, ούτινος καθ' εκάστην επαναλαμβάνονται τα

παραδείγματα; Τι άλλο, ή ότι μωρία είνε πάσα ενδελεχής εργασία,

και βλακεία πας κόπος καρποφόρος; Τι άλλο, ή ότι προτιμότερον

είνε να σαλπίζη τις την ικανότητά του διά των εφημερίδων — οσάκις

δεν υπάρχει πρόχειρος φίλος σαλπιγκτής — , να ζητή τον στέφανον

πριν αθλήση, και να καταράται της απαθείας της ελληνικής, αν

τυχόν ο στέφανος βραδύνη, κεραυνοβολών ενίοτε και την κυβέρνησιν,

ότι δεν παραμερίζει τον μόδιον ίν' ανεύρη τον άγνωστον λύχνον;

Και ταύτα δυστυχώς τους εδίδαξε, και ταύτα βλέπομεν καθ' εκάστην

πέριξ ημών, όπου αν στρέψωμεν το βλέμμα.

***

Ο κύριος Τάδε χθες μόλις επανήλθεν εξ Ευρώπης, όπου κατώρθωσε

μόνον ίσως να απομάθη την γλώσσαν του χωρίς να την αντικαταστήση.

Εν τω ατμοκινήτω, όπερ τον μετεκόμισεν, επρονόησε να βαπτίση

εαυτόν εις την κολυμβήθραν επιστημονικής τινος ειδικότητος,

εκείνης περίπου ην υποθέτει δυναμένην να εξοδευθή εν Αθήναις.

Εφρόντισε δε και ν' αναγγείλη εγκαίρως εις το κοινόν διά του

τύπου την άφιξιν αυτού, μη παραμελήσας, εννοείται, να πληροφορήση

αυτό και περί των διασήμων καθηγητών του.

Παρήλθον μόλις ολίγοι μήνες, και απορεί πώς δεν συνεκινήθησαν έτι

αι Αθήναι.

Παρήλθον ακόμη ολίγοι, και εξίσταται πώς η κυβέρνησις δεν τον

διώρισεν . . . ουδ' εγώ δεν ηξεύρω τι.

Ο κύριος Δείνα είνε διδάκτωρ της νομικής — αδιάφορον πώς έγεινε.

Δικηγορεί από τινων ετών, οσάκις τον ζητήσουν — πράγμα σπάνιον·

προτιμά δε μάλλον να αναμιγνύεται εις την διαδικασίαν των

πτωχεύσεων, όπερ συχνότερον και μάλλον, φαίνεται, προσοδοφόρον.

Έντυπα οιαδήποτε, πλην των εφημερίδων, ήνοιξεν ολίγα μετά το

πέρας των σπουδών αυτού. Προτιμά το σφαιριστήριον και την

πολιτικολογίαν. Θέλει όμως θέσιν δημοσίαν, και την θέλει μεγάλην.

Αγανακτεί δε η ανυπομονησία του, ότι δεν την έλαβεν ακόμη. — Είνε

κυβέρνησις αυτή; εκφωνεί πολλάκις εν τω καφενείω· και οι φίλοι

του απαντώσιν εν χορώ: Βεβαίως δεν είνε κυβέρνησις.

Του τρίτου εκείνου, αποσχόλου μόλις νεανίου, είνε έτι πρωιμωτέρα

και η ανυπομονησία. Είνε γραφεύς υπουργικός· αλλά του υπουργείου

μόνον κατά τας αρχάς εκάστου μηνός πατεί την φλιάν, και τούτο διά

δύο λόγους· πρώτον διότι τότε συνήθως εκδίδονται τα μισθοδοτικά

εντάλματα, δεύτερον δε διότι, ως λέγει, δεν εννοεί να εργασθή, αν

δεν τον εκτιμήση — και αυτόν — η κυβέρνησις και τον προαγάγη κατά

την αξίαν του. Λαλών περί του τμηματάρχου του, πολιού λειτουργού,

από τριακονταετίας υπηρετούντος, αρκείται να μειδιά.

Ανάλεκτα Τόμος Πρώτος Διηγήματα - Κοινωνικαί εικόνες και μελέται · 第 13 / 14 题