ήρχισαν ήδη να εξοδεύωνται κατά χιλιάδας αντιτύπων.
Ούτος δημοσιογραφεί — ανωνύμως· απορεί δε ότι το κοινόν δεν
μαντεύει τα άρθρα του, ουδέ αρπάζει βαθέος έτι όρθρου τα φύλλα
της εφημερίδος, ήτις τα δημοσιεύει.
Εκείνος θαυμάζει, πώς η Comédie Française δεν παρήγγειλεν έτι
να μεταφρασθώσι τα δραματικά του έργα, ίνα χειροκροτηθώσι παρά
γάλλων πλειότερον ή μέχρι τούδε παρ' ελλήνων.
Αυτός θέλει να γείνη ονομαστός εντός εικοσιτεσσάρων ωρών, εκείνος
ένδοξος εντός μιας εβδομάδος, άλλος, υπομονητικώτερος, φθάνει
μέχρι του μηνός.
Ως τα παιδία, ων δεν εξικνείται εις ύψος η χειρ αναβαίνουσιν επί
καθέδρας και υπολαμβάνουσι προς στιγμήν ότι ηυξήθησαν εις άνδρας,
ούτω και οι ανυπόμονοι ημών σταδιόδρομοι νομίζουσιν ότι αληθώς
μεγεθύνονται, βαίνοντες επί των καλοβάθρων της εθελοφημίας.
***
Και πόση την ανυπομονησίαν έπειτα διαδέχεται απογοήτευσις
πολλάκις και πικρία! Διότι, όσον ευθηνή και αν ήνε παρ' ημίν η
φήμη, όσον ευκόλως και αν μαυλίζεται η δόξα, αδυνατεί τέλος και
αυτή να στέφη όλων τας κορυφάς, ουδ' αρκούνται οι πρακτικότατοι
έλληνες εις απλά δάφνης . . . ή εφημερίδων φύλλα. Εννοούσι κάπως
ψηλαφητήν την δόξαν, και την φήμην ουσιαστικωτέραν. Ναι . . . δεν
λέγουσι, καλή είνε και η δάφνη, και οι πανηγυρισμοί νόστιμοι, και
το θυμίαμα ευώδες· αλλ' ιδανικά όλ' αυτά . . . πολύ ιδανικά· διά
τούτο δε ίσως και τόσον ευκόλως χορηγούνται. Οι μεγάλοι άνδρες,
όσον μεγάλοι και αν ήνε, δεν δύνανται να τραφώσι διά δόξης μόνον
και λιβανωτού. Έπρεπε, . . και αρχίζει τότε μακρά ανάπτυξις και
συζήτησις περί του τι έπρεπε να πράξη, — τι λέγω, να πράξη; να
έχη ήδη πεπραγμένον η κυβέρνησις, περί του καθήκοντος όπερ
επεβάλλετο εις τους πλουσίους ομογενείς, περί του πατριωτικού
αισθήματος όπερ έπρεπε να φλέγη υπέρ της εθνικής δόξης τας
καρδίας των έξω ελλήνων, και να αναλύεται από καιρού εις καιρόν
εις χρηματικά τινα χορηγήματα υπέρ της προαγωγής και της
αποκαταστάσεως των διακεκριμένων έσω ελλήνων. Καλά ταύτα πάντα
και βεβαίως ευκταία· αλλ' υστερούσι δυστυχώς ως επί το πλείστον·
αντηχεί δε τότε μέχρι τρίτου ουρανού κραυγή αγανακτήσεως κατά της
απαθείας και αδιαφορίας του κοινού, κατά της αβελτηρίας και
ακαλαισθησίας των ευπορούντων, κατά της ακατονομάστου ψυχρότητος
της Κυβερνήσεως. Είνε δυνατόν να παραμελήται ο φωστήρ αυτός; Είνε
επιτετραμμένον να αγνοήται η μεγαλοφυία εκείνη; Υποφέρεται ν'
αναξιοπαθή τούτου η ικανότης και να πένεται του άλλου το
τάλαντον; Εχάθη μία καθηγεσία δι' αυτόν η μία θέσις
αμεριμνομερίμνης δι' εκείνον;
Και πολύς, εννοείται, ο κοπετός και μέγας των ανυπομονούντων ο
πάταγος.
***
Υπομονή, υπομονή ολίγη! Δεν διορθούνται δυστυχώς άλλως τα
πράγματα. Είνε βεβαίως λυπηρόν, ότι δεν διαγινώσκονται ούτε
διατιμώνται παρ' ημίν τοσούτον πρωίμως αι εξοχότητες, όσον
αλλαχού — καθ' α λέγουσι τουλάχιστον οι ανυπόμονοι. Αλλ' ας
ευδοκήσωσιν ούτοι ν' αναλογισθώσιν, ότι το ελληνικόν έθνος είνε
ολίγον δυστυχώς και πτωχόν, και εκτιμά μεν ευκόλως, διατιμά όμως
δυσκόλως και πληρόνει έτι δυσκολώτερον· ότι τα ιδιωτικά βαλάντια,
αμιλλώμενα κατά τούτο προς το δημόσιον, μόλις επαρκούσιν εις τα
απαραίτητα, ουδέ περισσεύουσιν εις ελευθεριότητας· και ότι παρ'
ημίν πολύς έτι θα παρέλθη χρόνος, έως ου κατορθωθή να
νομισματοκοπήται η δόξα, και μάλιστα η άωρος.
Υπομονή λοιπόν, αφού άλλως δεν γίνεται.
ΑΡΤΟΣ ΠΙΤΥΡΙΤΗΣ (13)
«Δεν γίνεται, παιδί μου, ψωμί με πίτυρα», μ' έλεγε ποτε ο
μακαρίτης Ράμφος, ο ευφυής εκείνος του Χαλέτ-Εφένδη συγγραφεύς,
ο τοσούτον έχων το μυθιστοριογραφικόν τάλαντον. Το σοφόν δε τούτο
απόφθεγμα του συνετού ανδρός, το περιβάλλον τύπον δημοτικής
παροιμίας εις αιωνίαν και αιωνίως έγκυρον αλήθειαν, συνώψιζε μεν
τότε, ότε το έλεγεν εκείνος, εν ώρα βαρυθύμου πολιτικής
απογοητεύσεως, την πολιτικήν ημών κατάστασιν, είμαρτο δε πολλάκις
έκτοτε να χρησιμεύση ως πικρόν επίγραμμα της κοινωνικής ημών
ζυμώσεως, καθ' ην εφέρετο διαρκώς η ιλύς από του πυθμένος εις την
επιφάνειαν. Σήμερον όμως ιδίως, ότε βαρύς επελθών ο τυφών
διέλυσεν εν μια στιγμή τας ροδίνας νεφέλας των χρηματιστικών ημών
ονείρων, σήμερον, ότε δριμύς έπνευσεν ο βορράς και ετράπη εις
ρίγος κρυερόν αχρηματίας πάσα εκείνη της υπερτιμήσεως και της
κερδοσκοπίας η θέρμη, σήμερον είν' ευκαιρία να επιγραφώσιν αι
λέξεις αύται πάσης οιασδήποτε μελέτης περί της καταστάσεως ημών,
ήτις ουδέν άλλο είνε ή οξεία εμφάνισις ενός και του αυτού χρονίου
νοσήματος, από μακρού ήδη κατατρύχοντος την κοινωνικήν ημών
ύπαρξιν.
***
Ας αναδράμωμεν ολίγον προς το παρελθόν, και ας επισκοπήσωμεν
ποσάκις μέχρι τούδε εφαντάσθημεν, ότι ήτο δυνατόν να
κατασκευάσωμεν ψ ω μ ί μ ε π ί τ υ ρ α, ποσάκις το εζυμώσαμεν,
και ποσάκις εκηρύξαμεν άρτον το αηδές αυτό φύραμα.
Αφίνομεν κατά μέρος την πολιτικήν· ούτε σκοπός ημών είνε ούτε
διάθεσιν έχομεν επί του παρόντος να εξετάσωμεν, αν και κατά πόσον
δύναται να ονομασθή ευπροσώπως άρτος η συνταγματική και
κοινοβουλευτική κουραμάνα, ην επροίκισαν την Ελλάδα δύο μεγάλαι
της νεωτέρας ημών ιστορίας εποχαί. Σημειούμεν απλώς, ότι από
τεσσαρακονταετίας ήδη την τρώγομεν και ακόμη δεν επαχύναμεν.
Ανοίγομεν την βίβλον του κοινωνικού ημών βίου του τε δημοσίου και
του ιδιωτικού, και φυλλομετρούμεν αυτήν εική και τυχαίως. Είνε
πολύ μάλλον πρόχειρος και πολύ διδακτικωτέρα· παρέχει δε κατά
πάσαν σχεδόν αυτής σελίδα το θέαμα μερίδος τινός Ελλήνων, σήμερον
αυτής και αύριον εκείνης, ασχολουμένων ανενδότως και καλή τη
πίστει να ζυμόνωσιν άρτον πιτυρίτην, εις τροφήν εαυτών και των
άλλων.
Αλλ' ουδέ ήτο δυνατόν να γείνη άλλως.
Εφαντάσθημεν πάντοτε — και σήμερον ακόμη το φανταζόμεθα, και
κύριος οίδε πόσον έτι χρόνον θα το νομίζωμεν — ότι είμεθα ο
περιούσιος λαός του κυρίου· ότι περιεσώθημεν κατά θείαν ευδοκίαν
εκ του κατακλυσμού των χρόνων εις πλήρωσιν μεγάλης και υψηλής
αποστολής, και ότι πρώτιστον ημών καθήκον ήτο, όχι να ζήσωμεν —
αφού είχαμεν την τύχην ν' αναγεννηθώμεν — αλλά να διακριθώμεν προ
πάντων και να λάμψωμεν.
Μωρά έτι και νήπια ηρχίσαμεν να ομιλώμεν περί τελεολογικών
ζητημάτων πριν ή οδοντοφυήσωμεν, και τετραποδίζοντες έτι
περιεβάλομεν κράνος την ασθενή ημών κεφαλήν.
Ετράπημεν την περίβλεπτον αλλά τραχείαν και ανάντη ατραπόν της
δόξης, αντί να πατήσωμεν την άσημον αλλ' ασφαλή και ομαλήν οδόν
της εργασίας. Εφροντίσαμεν πώς να ενδυθώμεν και στολισθώμεν, πριν
ή μεριμνήσωμεν πού να κατοικήσωμεν και τι να φάγωμεν. Ούτω δε,
κατά φυσικήν και αναπόδραστον συνέπειαν, ελησμονήσαμεν τας
αληθείς ημών βιωτικάς και εθνικάς ανάγκας, ανάγκας ζωτικάς, ων η
θεραπεία ήτο κύριος και απαραίτητος όρος της κοινωνικής ημών
ευημερίας, και αμιλλώμενοι προς τους ξένους εν τη εξάψει του
εκπολιτιστικού ημών πυρετού, εδημιουργήσαμεν εις ημάς αυτούς
ανάγκας ψευδείς, φανταστικάς, ανυπάρκτους, και κατηναλώσαμεν και
καταναλίσκομεν έτι εις πλήρωσιν αυτών το κράτιστον και κάλλιστον
κεφάλαιον των εθνικών ημών δυνάμεων.
***
Τα επελθόντα έπρεπεν αναγκαίως να επέλθωσιν.
Ανάγκαι επακταί διά δανείων μόνον θεραπεύονται.
Απηξιώσαμεν να εργασθώμεν πάντες εις παρασκευήν του εθνικού ημών
άρτου διά του εθνικού ημών αλεύρου, και επροτιμήσαμεν ν'
ασχοληθώμεν, ολίγοι χάριν ολίγων, εις παρασκευήν άρτου ευρωπαϊκού
δι' αλεύρου των Τριών Σίγμα, και εζητήσαμεν την άχνην αυτήν, ήτις
μας έλειπε, δάνειον παρά της Ευρώπης.
Αλλά το άλευρον αυτό το ευρωπαϊκόν πόσοι το εγνώριζον, και πόσοι
ηδύναντο να το διακρίνωσιν; Ολίγοι μόλις. Οι άλλοι εδανείσθησαν
πίτυρα και τα εξέλαβον ως άχνην. Εζύμωσαν πλακούντας δυσπέπτους
και τους ενόμισαν άρτον, και ετράφησαν δι' αυτών, και τους
εμάσσησαν ηδονικώτατα, χαίροντες ίσως και εναβρυνόμενοι, ότι δεν
έτρωγον το μ α ύ ρ ο ν σ π ι τ ι κ ό ν ψ ω μ ί του
απολιτίστου Έλληνος, . . αυτοί οι εκ του προχείρου και τόσον
ακόπως πολιτισθέντες.
***
Επολιτίσθησαν ούτω κατ' αρχάς ολίγοι, ενόμισαν δηλαδή ότι
επολιτίσθησαν, και παρακολούθησαν αυτούς κατόπιν οι ασμένως
πιθηκίζοντες πάντοτε το καινόν και το στίλβον.
Και εισεκομίζοντο ούτω αφθονώτερα πάντοτε τα ευρωπαϊκά άλευρα εις
Αθήνας, κ' εζυμούντο δι' αυτών ευρωπαϊκοί πλακούντες εις
κατανάλωσιν του φιλοπροόδου Έλληνος.
Η ζήτησις κατά φυσικόν λόγον επετείνετο, διότι οι Έλληνες ήθελον
ολόιδια μιας να γείνωσιν Ευρωπαίοι, και η από της εσπερίας
προμήθεια εσπάνιζε πολλάκις, και το σπανίζον υπερετιμάτο.
Ήλθε τότε η νοθεία επίκουρος, και τα εγχώρια πίτυρα ήρχισαν
παρεισαγόμενα εις την κατασκευήν των πλακούντων του νεοελληνικού
πολιτισμού. Κατ' αρχάς ανεμίχθησαν με τα ξένα· είτα δε βαθμηδόν
και κατ' ολίγον αντικατέστησαν εκείνα εντελώς.
Πίτυρα και πίτυρα, ολίγον διέφερον αλλήλων κατά την γεύσιν.
***
Πτωχοί, αμαθείς, άτεχνοι, χθες μόλις απαλλαγέντες του
βδελυρωτάτου των ζυγών, και φέροντες έτι — πώς άλλως; — της
δουλείας τους μώλωπας επί του κοινωνικού ημών σώματος,
ελησμονήσαμεν δυστυχώς, κατ' αυτά τα πρώτα βήματα του ελευθέρου
ημών βίου, ότι πρώτον ημών καθήκον ήτο να ζήσωμεν, και ότι προς
τούτο απαραίτητον ήτο να κρατύνωμεν ημάς αυτούς διά της εργασίας,
και ν' αναρρώσωμεν διά της εγκρατείας και της φειδούς.
Ορέξεις είχομεν πολλάς, και ήτο φυσικόν να τας έχωμεν, διότι
χρόνους μακρούς είχομεν πεινάσει και διψήσει εν δουλεία. Αλλ' όχι
μόνον αυτάς ηθελήσαμεν πάσας διά μιας να θεραπεύσωμεν, αλλά και
νέας άλλας ησθάνθημεν αίφνης, ως πάντες οι οψίδοξοι και
οψίπλουτοι, και ωρμήσαμεν ακατάσχετοι εις πλήρωσιν αυτών, δίκην
στρατού βαρβάρων νικηφόρου, εισελαύνοντος εις δορυάλωτον χώραν
και σπεύδοντος να λεηλατήση αυτήν μέχρι του εσχάτου των τριόδων
της κάρφους, εκ φόβου μη δεν εύρη πλέον τίποτε την επαύριον.
Δεν εσυλλογίσθημεν, ότι ανεβλέπομεν από τυφλότητος μακράς, και
ότι το φως το άπλετον ηδύνατο ν' αποβή ολέθριον εις την νέαν και
ασθενή ημών όρασιν.
Δεν εσκέφθημεν, ότι όπως απολαύσωμεν όσων ωρεγόμεθα, είχομεν
πόρων ανάγκην και πόρων πολλών, ενώ ήμεθα γυμνοί έτι από της
δουλείας και ρακένδυτοι από της βαρβαρότητος.
Αντί να μεριμνήσωμεν εγκρατώς και περιεσκεμμένως περί της
προχείρου παρασκευής απερίττου ενδυμασίας, δυναμένης να καλύψη τα
ριγούντα ημών μέλη, ωνειρεύθημεν αμέσως ενδύματα πολυτελή και
χρυσοποίκιλτα, ως μόνην αναβολήν αξίαν των ενδόξων απογόνων του
Περικλέους, δυναμένην ανεπαισχύντως να επιδειχθή εις των
Ευρωπαίων τα όμματα. Είχομεν, βλέπετε, να κ ρ α τ ή σ ω μ ε ν
τ η ν θ έ σ ι ν μ α ς, ως λέγει ο μωρός εκατοντάδραχμος
υπάλληλος, ο νηστεύων μήνας όλους, ίνα πληρώση, — αν πληρώση —
την μεταξωτήν εσθήτα της συζύγου του.
Ούτω δε, αντί να περιορίσωμεν εξ αρχής τας ανάγκας ημών αναλόγως
των πόρων μας, ηγωνίσθημεν και αγωνιζόμεθα έτι δυστυχώς να
αυξήσωμεν τους πόρους ημών αναλόγως των αναγκών μας, και τούτων
ουχί αληθών και πραγματικών, αλλά ψευδών ως επί το πολύ και εκ
μωράς συνθήκης υπαγορευομένων.
Ηθελήσαμεν και θέλομεν να φανώμεν πλούσιοι, ενώ είμεθα
πτωχοί, . . . και ζυμόνομεν άρτον με πίτυρα, διότι άλευρον δεν
έχομεν.
***
Ουδ' ευρέθη τις εν μέσω του αγνώτος και απερισκέπτου πλήθους,
όστις να οδηγήση τα πρώτα του βήματα, ή να φωνήση καν εις τους
προς την άβυσσον χωρούντας τυφλούς, ότι βάραθρον χαίνει προ των
ποδών των.
Τουναντίον. Εκείνοι παρ' ων έπρεπεν άλλως να προσδοκάται σωτήριος
τις απόπειρα προς ανακοπήν του γεύματος, όπερ παρέσυρε τα πλήθη,
εκείνοι ακριβώς υπήρξαν οι συντελέσαντες εις αύξησιν αυτού και
εξόγκωσιν.
Οι μεν αυτών επέστρεφον εκ της Εσπερίας, κομίζοντες, πλην ολίγων
απέπτων και συγκεχυμένων γνώσεων, βαθυτάτην του ελληνικού βίου
περιφρόνησιν και χλεύην προς τα ήθη των πατέρων αυτών, οίτινες
είχον δαπανήσει εις μόρφωσίν των.
Οι δε, όψιμοι πλέον παραφυάδες παλαιοτέρων κ' ευρωστοτέρων
κορμών, καλύπτοντες υπό αξιώσεις αμέτρους αδράνειαν γεροντικήν
και παντελή βιωτικήν εξάντλησιν, διετήρουν έτι ως κειμήλιον τας
ξενοτρόπους του παρελθόντος αυτών παραδόσεις, και ανέπτυσσον
αυτάς εις ολέθριον πειρασμόν του πλήθους.
Άλλοι τέλος, από παντοίων επεισάκτων αναγνωσμάτων φθειρόμενοι,
και τους νοσηρούς αυτών πόθους ως αληθείς ανάγκας υπολαμβάνοντες,
σκοπόν του βίου των προετίθεντο την εκ παντός τρόπου πλήρωσιν
αυτών, εις ταύτην και μόνην συνοψίζοντες του πολιτισμού των το
ευαγγέλιον.
Ούτω δε κατήρξαντο πρώτοι της ολισθηράς πορείας όσοι έπρεπε να
οδηγήσωσιν εις την ευθείαν τους πολλούς, και ηκολούθησαν εκ
τούτων όσοι υπέλαβον ότι ηδύναντο να εξισώσωσι τους πόρους αυτών
προς τας δαπάνας της νέας διαίτης, μεθ' όσης ευκολίας εξισούντο
αι ορέξεις των προς τας ορέξεις των άλλων.
Ο άνθρωπος είνε μιμητής, και ο Έλλην είνε ο μιμητικώτατος των
ανθρώπων.
***
Και δεν υπήρξε σχεδόν φάσις μία του κοινωνικού ημών βίου, καθ'
ην, λησμονούντες όλως τι ηδυνάμεθα και ωφείλομεν να πράξωμεν εξ
ιδίων, να μη εμιμήθημεν τους ξένους.
Και δεν υπήρξε σχεδόν στιγμή, καθ' ην να μη ωνειρεύθημεν βοός
μεγαλεία, μικρά ημείς βατραχίδια, και να μη ηγωνίσθημεν, πάσας
ημών εντείνοντες τας δυνάμεις, να ογκωθώμεν εις μέγεθος και
περιωπήν.
Είνε ίσως θαύμα ότι δεν διερράγημεν ακόμη· αλλά πόσον διαρκούσι
πλέον σήμερον τα θαύματα;
***
Εν άλλη παλαιοτέρα εποχή, πριν έτι γείνωμεν ελεύθεροι, πρώτη και
κυρία των γονέων ημών μέριμνα ήτο να μάθωσι τα τέκνα των
ελληνικά· και τα εμάνθανον αληθώς, όσον ηδύναντο τότε να τα
διδάξωσιν οι διδάσκαλοι του καιρού. Αλλά την εποχήν εκείνην
διεδέχθη εποχή πολιτισμού, και αι υποχρεώσεις, ας εφαντάσθημεν
ότι επέβαλεν ημίν η τροπή των χρόνων, ήσαν φοβεραί και μεγάλαι.
Τι να τα κάμωμεν πλέον τα ελληνικά; Τι να κάμωμεν τον υγιά και
άγιον των πατέρων υμών άρτον, δι' ου εν χρόνοις δουλείας και
σκότους περιέσωσαν εκείνοι από του κατακλυσμού την εθνικότητα
αυτών και ημών; Ήτο πλέον δυνατόν να ζήσωμεν χωρίς γαλλικά;
Ενομίσαμεν ούτω απαραίτητον, όπως αποδειχθώμεν άξιοι της
περιβλέπτου θέσεως ην εκλήρου ημίν η θεία πρόνοια, να μάθωμεν
γαλλικά, πριν ή διδαχθώμεν την πατρικήν ημών γλώσσαν. Και
παρεδώκαμεν επί τούτω τα τέκνα ημών, από νεαράς αυτών ηλικίας,
εις ξένας παιδαγωγούς, ων αι πλείσται πάντη αλλοίαν έχουσιν ως εκ
του παρελθόντος αυτών την ειδικότητα, και ερυθριώμεν σχεδόν εξ
υπερηφανείας, όταν τα ακούωμεν στρεβλούντα μετά πολλών μορφασμών
ολίγας γαλλικάς λέξεις, και υπολαμβάνομεν εαυτούς αληθώς
ευδαίμονας, οσάκις τα βλέπομεν κρατούντα γαλλικόν βιβλίον, όπερ
ως επί το πλείστον είνε μυθιστόρημα.
Και έχομεν πλήρη και αδιάσειστον την πεποίθησιν, ότι δίδομεν
τοιουτοτρόπως καλήν ανατροφήν εις την νέαν γενεάν.
Δεν είνε τούτο άρτος πιτυρίτης, και χειρίστης μάλιστα πoιότητος;
***
Παρατηρήσατε εις τας οδούς και τας πλατείας των Αθηνών τον κομψόν
εκείνον νεανίσκον, όστις υπό τα στενά του ενδύματα φαίνεται ως
αλεξιβρόχιον εντός της θήκης του. Δεν θα δυσκολευθήτε να τον
εύρετε, διότι είνε πολλοί και ομοιάζουν όλοι απαράλλακτα. Είνε
υιός καλής οικογενείας, ήτις αφού μάτην εδαπάνησεν εκούσα εις
εκπαίδευσίν του, δαπανά σήμερον άκουσα εις ενδυμασίαν αυτού και
διασκέδασιν. Αν είχε το ευτύχημα να γεννηθή εις χρόνους παλαιούς,
θα επεμελείτο χαίρων των πατρικών κτημάτων, θα εφρόντιζε περί
ευρέσεως τελειοτέρου τινος λιπάσματος, και θα προσεπάθει ν'
αυξήση το ετήσιον από γης εισόδημά του. Σήμερον πράττει άλλως,
διότι άλλως ανετράφη. Τρώγει, μόνος αυτός, την μείζονα μερίδα της
πατρικής προσόδου, και προεξοφλεί το υπόλοιπον εις τους
τοκογλύφους. Αριστεί ως επί το πλείστον εν τω ξενοδοχείω, διότι
ευρίσκει πενιχράν την εν οίκω τράπεζαν, παίζει θαυμάσια
σφαιριστήριον, ομιλεί περί των πολιτικών πραγμάτων της Ευρώπης
μεταξύ ενός καφέ και ενός κονιάκ, τρέφει βαθυτάτην περιφρόνησιν
προς οιουδήποτε είδους εργασίαν, και ονειρεύεται διπλωματικήν
τινα θέσιν, ανάλογον των ολίγων σολοίκων γαλλικών φράσεων, δ' ων
καρυκεύει την ομιλίαν του.
Πιτυρίτης και αυτός, και πιτυρίτης αφθονότατος σήμερον εν τη
Αθηναϊκή αγορά.
Η αγαθή αυτή κυρία, ήτις φοιτά τακτικώτατα εις τας παραστάσεις
του εν Φαλήρω γαλλικού θεάτρου — χωρίς να γνωρίζη γαλλικά — μετά
της θυγατρός της, ήτις γνωρίζει τόσα μόνον, ώστε να εννοή τας
σεμνάς χειρονομίας των ηθοποιών, πιτυρίτην άρτον τρώγει και αυτή.
Πόθος της ενδόμυχος — ιερός και άγιος πόθος μητρός — είνε να
νυμφεύση την κόρην της. Δεν θέλει όμως όσους την θέλουν. Έχει
ιδέας μεγάλας. Αυτή θέλει πλούσιον τον γαμβρόν, και η κόρη της
τον θέλει κομψόν. Εκείνη τον θέλει από γένος, και η κόρη της τον
θέλει με θέσιν κοινωνικήν. Φαντάζεται η καλή μήτηρ ότι του είδους
αυτού οι νυμφίοι ψαρεύονται ευκόλως όπου συνάζεται ο καλός
κόσμος, και ότι δέλεαρ άπταιστον και ασφαλές είνε οι καλοί
τρόποι. Τι δε εννοεί καλούς τρόπους μανθάνει τις ευκόλως,
παρατηρών επί τινας στιγμάς το ήθος της κόρης και την αναβολήν
αυτής, ακούων τους λόγους της οίτινες οφθονούσι, και παρακολουθών
τα βλέμματά της τα αεικίνητα. Πάντα ταύτα η μήτηρ της τα
εδίδαξεν. Έπεισε την κόρην, ότι θα εφαίνετο βλαξ αν ήτο
σεμνοτέρα, και θα υπελαμβάνετο εντελώς αμόρφωτος, αν ελάλει
ολιγώτερα και σωφρονέστερα.
Τον χειμώνα δέχονται το βράδυ και φιλεύουσι τους προσκεκλημένους
τέιον και πλακούντια, άτινα πληρόνονται πολλάκις εκ του
υστερήματος του στομάχου των, η δε κόρη γυμνάζεται εις την
αλιείαν.
Το δίκτυόν της δεν συνέλαβεν ακόμη τίποτε, και ο γέρων πατήρ της
— ωρίμου πείρας άνθρωπος — εκφράζει πολλούς δισταγμούς περί της
αποτελεσματικότητος της μητρικής μεθόδου.
Αλλά τις τον ακούει! Όταν ομιλή, μήτηρ και θυγάτηρ ανταλλάσσουσι
βλέμματα πολυσήμαντα, και όταν απέρχεται, γελώσιν ενίοτε εις
βάρος του.
***
Ο οψοπώλης μου και ο κουρεύς σας και ο ράπτης του φίλου σας ήσαν
έντιμοι άνθρωποι, ζώντες ανέτως από του έργου των και τρώγοντες
εγχώριον άρτον από εγχωρίων αλεύρων. Ολίγα εκέρδαινον από της
εργασίας αυτών, αλλά τα κέρδη των ήσαν προϊόν ιδρώτος και κόπων,
και η εξ αυτών αυτάρκης απόλαυσις είχε την άρρητον εκείνην
γλυκύτητα, ην παρέχει η εσπερινή ανάπαυσις μετά ημερήσιον μόχθον.
Αλλ' ο γείτων αυτών ο υποδηματοποιός έκλεισε μίαν ημέραν το
εργαστήριόν του, και φήμη διέτρεξε την γειτονίαν ότι επλούτησεν
αίφνης από τας μετοχάς. Οι γείτονες ηρώτησαν, έμαθον τας
λεπτομερείας, και εσκέφθησαν φυσικότατα ότι πολύ ανόητοι ήσαν να
κοπιώσιν ημέρας και νυκτός δι' έν τεμάχιον άρτου, ενώ το
χρηματιστήριον ήνοιγεν εκεί πλησίον τας αγκάλας του. Ο δρόμος ήτο
εύκολος, γνωστός και πλήθων κόσμου. Ηκολούθησαν το πλήθος.
Εφαντάσθησαν και αυτοί — τις δεν το εφαντάσθη; — ότι
προχειρότατον ήτο να τραφώσι μαγειρεύοντες αέρα και ακοπώτατον να
πλουτήσωσιν από μηδενικών. Ο πρώτος αυτών πλους διά του πελάγους
των χαρτίνων εκατομμυρίων υπήρξεν αίσιος, και ο πρώτος πιτυρίτης
άρτος τον οποίον εμάσσησαν εφάνη εις αυτούς του γλυκυτέρου
πλακούντος γλυκύτερος. Τι βλάκες ήσαν τόσον καιρόν! Ήλλαξαν
έξεις, και αντί να πίνωσιν, ως άλλοτε, τον καφέν και τον ναργιλέν
των εις το μικρόν γειτονικόν των καφενείου, κατά την μεσημβρινήν
της εργασίας των ανάπαυλαν, εφοίτησαν εις του Χαραμή, ανέγνωσαν
εφημερίδας και συνεζήτησαν περί των ενδεχομένων αποτελεσμάτων της
εν Τσερνιέβιτς συνεντεύξεως των τριών αυτοκρατόρων.
Αλλά δυστυχώς . . .
Ας συμπληρώση ο αναγνώστης την φράσιν. Το πράγμα είνε ευκολώτατον
σήμερον, ότε γενική σχεδόν πάντων ασχολία είνε η απόδοσις του
φοβερού αυτού α λ λ ά.
Το κακόν είνε ότι οι αγαθοί εκείνοι άνθρωποι απέμαθον πλέον να
εργάζωνται, και περιφέρονται ακόμη, αληθή κ α μ ό ν τ ω ν
είδωλα, εις τας παρόδους του χρηματιστηρίου, ονειρευόμενοι ενίοτε
το παρελθόν, και πλάττοντες πάντοτε πιτυρίτην άρτον διά της
φαντασίας των.
Και όμως αυξάνουσιν ολονέν τα πίτυρα εν Αθήναις.
Χθες έτι μόλις ενέσκηψεν ως τυφών επί τας κεφαλάς ημών το άκουσμα
του βουλγαρικού τολμήματος, ούτινος κατά μέγα μέρος είμεθα ημείς
πρώτοι συνένοχοι· διότι επί μακρόν χρόνον εφαντάσθημεν, — ίσως δε
το φανταζόμεθα και σήμερον ακόμη — ότι το ασφαλέστερον μέσον προς
ενίσχυσιν και προαγωγήν του ελληνισμού εν Μακεδονία και Θράκη
είνε να στέλλωμεν αποφοίτους τινάς του Αρσακείου εις νηπιαγώγησιν
των βουλγαροφώνων ελληνοπαίδων, — ούτως αποκαλούμεν
συγκαταβαίνοντες τους βουλγαρόπαιδας, — να γράφωμεν χαρτία πολλά
και υπομνήματα προς διεκδίκησιν των εν Μακεδονία προπατορικών
ημών δικαιωμάτων, και να ζητώμεν εθνικούς εράνους, όπως
εκτυπώσωμεν εις μυριάδας αντιτύπων τας εικόνας του μεγάλου
Αλεξάνδρου και του Αριστοτέλους, και διανείμωμεν αυτάς εις τους
κατοίκους της, προς αναρρίπισιν εθνικού φρονήματος. Διά τοιούτων
μωρών πιτύρων εφαντάσθημεν, ότι ήτο δυνατόν να παρασκευάσωμεν
ελληνικόν άρτον εν Μακεδονία. Διά τοιούτων πιτύρων υπεθέσαμεν και
σήμερον έτι εν τω αφελεί ημών ενθουσιασμώ, ότι ήτο δυνατόν να
εξορκίσωμεν τον κίνδυνον και να αποτρέψωμεν την καταιγίδα. Οι
βυζαντηνοί έκαμνον λειτουργίας· ημείς κάμνομεν συλλαλητήρια. Οι
βυζαντηνοί συνέτασσον τροπάρια· ημείς συντάσσομεν ψηφίσματα.
Συναζόμεθα το εσπέρας, επιστρέφοντες από του περιπάτου, περίεργοι
και μη περίεργοι, περί την εξέδραν της μουσικής. Διώκομεν τους
μουσικούς και ανάπτομεν αυθαιρέτως τους φανούς, πραξικοπούντες
και ημείς εν μικρώ, ως λαός ενθουσιώδης εννοών να υποτάξη τα
πάντα εις τον πατριωτικόν αυτού πυρετόν, και . . . χαίνομεν
έπειτα προς τους λόγους του πρώτου τυχόντος υπαιθρίου ρήτορος,
όστις μας διαβεβαιοί, εν πάση σπουδαιότητητι και κατανύξει, ότι ο
θεός και η πατρίς και η συνείδησίς του παρήγγειλαν εις αυτόν να
υπομνήση τους Έλληνας, ότι η Μακεδονία είνε χώρα ελληνική.
Χειροκροτούμεν έξαλλοι εκ πατριωτισμού — τι άλλο να κάμωμεν; —
ψηφίζομεν έπειτα ψηφίσματα φλογερά, διατρέχομεν τας οδούς εν
φωναίς και σημαίαις, και την επαύριον αρχίζομεν πάλιν τα ίδια,
και αι επαρχίαι μας μιμούνται, και φρονούμεν αδιστάκτως, ότι η
Ευρώπη αδύνατον είνε να μη λάβη υπ' όψιν τα ελληνικά
συλλαλητήρια. Αν δε τυχόν εν ώρα μικροψυχίας διστάσωμεν επί
στιγμήν περί της εντυπώσεως, ην δύνανται να παραγάγωσιν εν Ευρώπη
τα πατριωτικά ημών ψηφίσματα, εύκολον πρόκειται και πρόχειρον του
δισταγμού ημών το ιατρικόν. Στέλλομεν τους υπαιθρίους ημών
ρήτορας αποστόλους του ελληνισμού εις την Εσπερίαν, και
αναμένομεν εν ιλαρά προσδοκία την άφθονον συγκομιδήν ευρωπαϊκών
συμπαθειών, απαράλλακτα ως οι επίτροποι των εκκλησιών αναμένουσι
προ του παγκαρίου των τα διά των δίσκων περισυναγόμενα κέρματα
των πιστών.
Δεν είνε πιτυρίτης και αυτός;
***
Αλλ' αρκεί.
Όπου και αν στρέψη τις κύκλω βλέμμα παρατηρητικόν, πανταχού
σχεδόν θα απαντήση μικρόν ή μέγα εργαστήριον παρασκευάζον άρτον
εκ πιτύρων, πανταχού θα ίδη μικράν ή μέγα οπτανείον, μαγειρεύον
το ψεύδος ίνα κενώση αυτό ως αλήθειαν. Αδύνατον είνε να τ'
αριθμήση τις όλα· τι δ' άλλως ήθελεν ωφελήσει και η απαρίθμησις;
Να προφυλάξη τους καταναλωτάς; αλλ' οι πλείστοι των καταναλωτών
τούτο ιδίως θέλουσι· να σιτίζωνται αέρα και να φαίνωνται
τρώγοντες ουσίαν, να ενδύωνται ψεύδος και να υπολαμβάνωνται
περιβεβλημένοι αλήθειαν. Μήπως κ' εξ αυτών οι πλείστοι δεν
παράγουσι πιτυρίτην, όπου και όπως έκαστος δύναται; Μη δεν είνε
και μένει και θα μένη πάντοτε η ελληνικωτάτη των παροιμιών:
Γ έ λ α μ ε ν α σ ε γ ε λ ώ;
Πομφόλυγες στιλπναί και μεγάλαι, φυσώμεναι καθ' εκάστην υπό της
ιδίας ημών μωρίας, αντιπαρερχόμεθα αλλήλους εν ταις οδοίς και
ταις τριόδοις, και θαυμαζόμεθα, και φθονούμεν αι μικρότεραι τας
μεγαλειτέρας.
Ενίοτε πνέει αίφνης ο άνεμος, και διαρρήγνυνται μερικαί και
γελώσιν αι άλλαι.
Το δε τέλος;
Το αγνοώ, αλλά το εύχομαι. Έστω οιονδήποτε.
ΦΙΛΕΛΛΗΝΕΣ ΚΑΙ ΜΙΣΕΛΛΗΝΕΣ (14)
Α'.
Αι δύο αύται λέξεις, και αι έννοιαι ας εκφράζουσιν, αποτελούσιν
αναντιρρήτως εν των περιεργοτέρων φαινομένων εν τω βίω της
νεωτέρας Ελλάδος.
Δεν γνωρίζω, αλλ' αμφιβάλλω ειλικρινώς, αν υπάρχει έθνος εκ των
συγχρόνων οίον δήποτε, όπερ να διήρεσε πάντας σχεδόν τους
αλλοεθνείς εις τας δύο ταύτας κατηγορίας, και κατατάσσον έκαστον
εις μίαν εξ αυτών να παρεδέχθη, ότι αδύνατον είνε να υπάρχη ξένος
οίος δήποτε, όστις να μη ήνε φίλος του ένθερμος και φανατικός ή
εχθρός του θανάσιμος. Και σημειωτέον ότι αι απλαί αύται και
άκακοι λέξεις φ ί λ ο ς κ α ι ε χ θ ρ ό ς ουδόλως αποδίδουσι
την ειδικήν εκείνην έννοιαν, ην συνδέομεν ημείς οι νεώτεροι
Έλληνες προς τας πολυσημάντους και βαρείας λέξεις φ ι λ έ λ λ η ν
και μ ι σ έ λ λ η ν, ας και εδημιουργήσαμεν, βλέπετε, επίτηδες
προς έκφρασιν του πράγματος.
Εδημιουργήσαμεν, είπον, καίτοι εύρομεν αληθώς τας λέξεις ετοίμους
εν τη γλώσση, από των κλασικών ήδη χρόνων πλασθείσας υπό των
ημετέρων προγόνων. Αλλά μετεχειρίζοντο άρα γε και εκείνοι τους
όρους αυτούς, όπου και όπως εφαρμόζομεν ημείς αυτούς σήμερον; Ήτο
άραγε ο πρώτος αυτών φιλέλλην Άμασις και ο πρώτος των μισέλλην
Τισαφέρνης ό,τι είνε οι σημερινοί φιλέλληνες και μισέλληνες;
Αληθεύει και επί του προκειμένου ό,τι έλεγέ ποτε γάλλος τις
πρόξενος εις τον λόρδον Βύρωνα, ότι δηλαδή είμεθα πάντοτε la
même canaille que temps de Périclès; Καλή ή κακή, θα ήτο
παρηγορία όπως δήποτε, αν ηλήθευεν η ρήσις. Αλλ' έχω, το κατ'
εμέ, πολλούς περί τούτου δισταγμούς· φρονώ δε μάλλον, ότι
παραλαβόντες τας λέξεις εκείνας, παρελάβομεν αυτάς ως και τόσας
άλλας, μεταβαλόντες το νόημά των. Εδημιουργήσαμεν νέας εννοίας
και τας ενεδύσαμεν διά των παλαιών λέξεων. Πόσον δε νέαι αληθώς
και ειδικαί και πάντη άσχετοι προς την γραμματικήν των λέξεων
σημασίαν είνε αι έννοιαι ας αποδίδομεν εις αυτάς οι νεώτεροι
Έλληνες, θέλει αμέσως μετ' ολίγον καταδειχθή. Ας μείνωμεν λοιπόν
και των λέξεων δημιουργοί. Δεν βλάπτει.
Ούτε οι Γάλλοι, ούτε οι Άγγλοι, ούτε οι Γερμανοί, ούτε αυτοί οι
Ιταλοί οι πλείστην έχοντες προς ημάς ομοιότητα, έχουσιν εν τη
γλώσση αυτών λέξεις ανάλογους προς τας λέξεις εκείνας, διά τον
απλούστατον λόγον, ότι ουδέποτε συνέλαβον τας εννοίας, αίτινες
ήθελον υπαγορεύσει την δημιουργίαν των λέξεων. Διακρίνουσι
βεβαίως μεταξύ των ξένων τους ορθώς ή εσφαλμένως περί αυτών
κρίνοντας, τους μάλλον ή ήττον γνωρίζοντας τα κατ' αυτούς, τους
πλειότερον ή ολιγώτερον ασχολουμένους εις τα του βίου των υφ'
οιανδήποτε έποψιν, πολιτικήν, φιλολογικήν ή άλλην. Αλλ' ουδέποτε
όμως διενοήθησαν να χωρίσωσι τους ξένους εις δύο μεγάλας τάξεις,
να ορύξωσι τάφρον μεταξύ αυτών, και ν' απονείμωσιν εις τούτους
μεν τιμητικάς εις εκείνους δε ονειδιστικάς προσωνυμίας. Ουδέν
ποτε έθνος, πλην του νεωτέρου ελληνικού, εθεώρησε τους ξένους ως
μη δυναμένους να κριθώσιν άλλως ή κατ' αναφοράν προς αυτό και
μόνον, ως ει αυτό κατ' εξοχήν απετέλει το κέντρον του πλανητικού
συστήματος των εθνών.
Αλλά διατί λοιπόν πράττομεν τούτο ημείς;
Διατί κατηντήσαμεν σήμερον, από ετών τελειοποιούμενοι, εις το
αναντιρρήτως κωμικόν σημείον να μη ακούωμεν όνομα ξένου
προφερόμενον, χωρίς να ερωτώμεν αμέσως αν είνε φιλέλλην, και να
χαρακτηρίζωμεν αυτόν μισέλληνα εν περιπτώσει αποφατικής
απαντήσεως;
Υπολαμβάνομεν άρα γε ημάς αυτούς τοσούτον μεγάλους και
σημαντικούς, ώστε να υποθέτωμεν ότι αδύνατον είνε να υπάρχωσι και
άνθρωποι αδιαφορούντες περί ημών; Ή μη τυχόν ομοιάζομεν τους
παροδίους εκείνους επαίτας, τους τείνοντας διαρκώς την χείρα προς
τους διαβάτας, και διακρίνοντας φυσικώ τω λόγω ολόκληρον το
ανθρώπινον γένος εις δύο μόνον μεγάλας τάξεις, εις δίδοντας και
μη δίδοντας;
Ηδύνατό τις ίσως να πιστεύση το δεύτερον μάλλον ή το πρώτον· αλλ'
ασφαλέστερον και ορθότερον, πάντως δε πατριωτικώτερον νομίζω να
παραδεχθή τις αμφότερα τα κατ' επιφάνειαν τοσούτον δυσσυμβίβαστα
φαινόμενα μέρη του διλήμματος. Ολίγοι τάχα είνε οι μεγάλην μεν
και επιβάλλουσαν έχοντες την αναβολήν, επαιτικόν δε κατά βάθος το
φρόνημα; Μήπως δεν έχομεν και λέξιν ελληνικήν, την
π τ ω χ α λ α ζ ο ν ε ί α ν, θαυμασίως εκφράζουσαν τον περίεργον
αυτόν σύνδεσμον εννοιών τοσούτον αντιθέτων, και αμετάφραστον εις
οιανδήποτε ξένην γλώσσαν;
Αλλά περί της νεοελληνικής πτωχαλαζονείας άλλοτε και ευκαιρότερον
πλείονα.
Επί του παρόντος τούτο και μόνον αρκεί να σημειωθή, εις εξήγησιν
της εθνολογικής ημών εκείνης ιδιοσυγκρασίας, περί ης έλεγον εν
αρχή των γραμμών τούτων· ότι, μη παραδεχόμενοι δυνατήν την
ύπαρξιν ξένου οιουδήποτε, πλην των φιλελλήνων ή μισελλήνων, και
επαιτούμεν χωρίς να το αισθανώμεθα, και κομπούμεθα εις όγκον,
ούτινος ουδ' η σκιά καν μας προσήκει.
***
Πριν ή δε προχωρήσω εξετάζων το νοσολογικόν τούτο φαινόμενον του
νεωτέρου ελληνισμού, — διότι νόσος αληθώς πρέπει τούτο να κληθή —
ανάγκην απαραίτητον αισθάνομαι να εξαιρέσω ευθύς εν αρχή του
πολυαρίθμου τάγματος των νεοτευχών φιλελλήνων, ους
εδημιουργήσαμεν οι νεώτεροι Έλληνες εις θεραπείαν ημών αυτών, την
σεμνήν εκείνην χορείαν των ευγενών ξένων, οίτινες δραμόντες από
περάτων του κόσμου εις αρωγήν της αγωνιζομένης ημών ελευθερίας,
εβάπτισαν αυτοί εαυτούς φιλέλληνας εν αίματι και πυρίτιδι, και
έσπειραν προ εξήκοντα ετών τα οστά των εν Πέτα και Χαϊδαρίω, εν
Καρύστω και Καματερώ. Ιερά έστω αυτών η μνήμη, και εύφημον εις
αιώνας το όνομα!
Αλλ' άλλοι τότε ήσαν οι καιροί, και πολύ έκτοτε μετεβλήθησαν.
Τότε εφονεύετο εν Σφακτηρία ο Σάντα Ρόζας και έθνησκεν ο Νόρμαν
εν Μεσολογγίω. Σήμερον. . . .
Αλλά μη προτρέχωμεν.
Οι σημερινοί φιλέλληνες, εκείνοι δηλαδή ους ημείς ούτω καλούμεν,
διαφέρουσι πολύ των παλαιών, περί ων κυρίως ο σοφός μου φίλος κ.
Κουμανούδης τοσαύτα εχαριτολόγησεν άλλοτε εν τω Αθηναίω. Εκείνους
έπλαττε φιλέλληνας αληθείς η αληθινή των προς την Ελλάδα αγάπη,
και την προσωνυμίαν των ταύτην, ην μόνοι των αυτοί ελάμβανον εν
υπερηφανεία, εκύρουν μεν περιφανώς τα έργα αυτών, εταμειεύομεν δ'
ημείς κατόπιν ευγνώμονες εν τη ημετέρα καρδία. Ήσαν εκείνοι
φαινόμενα επί του πολιτικού ορίζοντος της ποιητικής εποχής της
παλινορθώσεως, ούτινος η αίγλη ωχράνθη μικράν κατά μικρόν, και
εσβέσθη τέλος μετά της σεμνής κορυφής του φαεινότατου αυτής
αντιπροσώπου, του Βίκτωρος Ουγώ. Ήσαν ούτως ειπείν
αυτοχειροτόνητοι μεσαιωνικοί ιππόται, στρατεύοντες πάνοπλοι εις
ανόρθωσιν της αδικίας και προστασίαν των τυραννουμένων, διότι
ήσαν τότε καιροί, καθ' ους υπήρχον και άνθρωποι αισθανόμενοι την
ανάγκην ταύτην.
Τους σημερινούς όμως φιλέλληνας, τους ακόπους φιλέλληνας των
εφημερίδων και των περιηγήσεων, τους δημιουργούμεν ημείς ως επί
το πλείστον· ημείς τους βαπτίζομεν, και ημείς επί τέλους, διά του
υπουργείου των Εξωτερικών, τους χειροτονούμεν και ιππότας.
Ουδόλως απίθανον, πιθανώτατον δε μάλιστα είνε, ότι οι παλαιοί
εκείνοι, οι αφιλοκερδείς, οι πλήρεις ποιητικού ενθουσιασμού και
γενναίων αισθημάτων φίλοι της Ελλάδος, παρήγαγον βαθμηδόν την
φυλήν των σημερινών φιλελλήνων· αλλ' εξεφυλίσθη κατά μικρόν το
είδος από γενεάς εις γενεάν, και οι σήμερον ούτω καλούμενοι είνε
επίγονοι αληθείς, ως επίγονοι είμεθα ημείς των παλαιών εκείνων
ανδρών της μεγάλης εποχής του μεγάλου ημών αγώνος.
***
Τους φιλέλληνας της σήμερον δημιουργούμεν, ως προέλεγον, ημείς
αυτοί ως επί το πλείστον, κατά φυσικήν και αναπόδραστον ανάγκην
της νοσηράς ημών εθνικής ιδιοσυγκρασίας. Ημείς αυτοί
δημιουργούμεν και τους μισέλληνας. Οι πλείστοι και τούτων και
εκείνων ουδ' ενόησαν ίσως ουδέ συνησθάνθησαν την ιδιότητα, ην
απεδώκαμεν ημείς εκάστοτε εις αυτούς, πριν ή μάθωσιν εξ ελληνικής
φήμης τας υπό της δημοσιογραφίας ημών διασαλπισθείσας αρετάς των,
ή τας κακίας όσας εφορτώσαμεν εις την ράχιν των. Πολλοί δε και
ηπόρησαν ίσως βαθυτάτην απορίαν, ακούσαντες τους πανηγυρισμούς
ημών ή ονειδισμούς, και ηρώτησαν εαυτούς, τι αγαθόν άρα ή κακόν
εποίησαν, όπως αξιωθώσι τοσούτου πάταγου τα ονόματά των,
συνειδότες οι ταλαίπωροι, ότι δεν
mérité
ni cet excès d' honneur ni cette indignité.
Aλλά τι ταύτα προς ημάς; Hμείς είχομεν και έχομεν απαραίτητον
ανάγκην φίλων και εχθρών, και τους πλάττομεν και τους φανταζόμεθα
οσάκις μας λείπουσιν, ως οι μικρομέγαλοι εκείνοι άνθρωποι,
οίτινες ονειρεύονται παντού προστάτας και πάτρωνας και
υπερασπιστάς και φίλους, και τόσον σπουδαίως κατορθόνουσιν επί
τέλους να πείσωσιν εαυτούς περί της αληθείας των ονείρων των,
ώστε υπολαμβάνουσιν εχθρούς των ασπόνδους πάντας τους οπωσδήποτε
αγνοούντας αυτούς. Ότι είμεθα και ημείς μικροί, ουδείς δύναται ν'
αμφισβητήση, ουδ' αυτοί οι αισιοδοξότατοι του ελληνισμού
υμνογράφοι. Αλλ' ουδ' έγκλημα είνε τούτο, ουδ' αμάρτημα καν·
ατύχημα μόνον. Το κακόν είνε ότι είμεθα μικροί και φανταζόμεθα
ότι είμεθα μεγάλοι, το δε χείριστον ότι έχομεν πάσας τας κακίας
της αληθούς ημών μικρότητος και της ψευδούς ημών μεγαλειότητος.
Του λυπηρού δε τούτου κράματος αποτέλεσμα υπήρξε και υπάρχει η
περί των ξένων πάντων γενική ημών γνώμη, η διαιρέσασα αυτούς εις
ποίμνην προβάτων και ποίμνην αιγών, εις τάγμα φιλελλήνων και
τάγμα μισελλήνων.
***
Τίνες δε και ποίοι είνε οι σημερινοί φιλέλληνες;
Ας εξετάσωμεν το πράγμα λεπτομερέστερον, εξαιρούντες, εννοείται,
της μεγάλης αυτών στρατιάς, — διότι μεγάλην και πολυάριθμον
έπλασεν αυτήν πάντοτε και πλάττει και σήμερον έτι η εθνική ημών
φιλοτιμία — τους σπανίους εκείνους και αληθείς της Ελλάδος
φίλους, τους αγαπήσαντας τα άξια ημών αγάπης και κατακρίναντας τα
άξια κατακρίσεως, τους προμαχήσαντας ημών εν δικαίω αλλά και
παραινέσαντας και επιτιμήσαντας ημάς μωραίνοντας. Ούτοι
εσπούδασαν και εγνώρισαν ημάς, και την αλήθειαν λαλήσαντες, αυτής
μάλλον ή υμών υπήρξαν φίλοι. Αν δ' επρόκειτο να υποστώσι τον
νεοελληνικόν βάπτισμα, μισέλληνας μάλλον ή φιλέλληνας θα τους
εκάλουν οι περί την κολυμβήθραν ετοίμους ορέγοντες τας χείρας
πολυάριθμοι ανάδοχοι, ων τα ευγενή στήθη επινέμεται ακοίμητον το
άγιον πυρ του νεοελληνικού πατριωτισμού.
Φιλέλληνες σήμερον είνε, ή κάλλιον και ορθότερον ειπείν
φιλέλληνες σήμερον καλούνται παρ' ημών οι γράφοντες και
δημοσιεύοντες εν τω ευρωπαϊκώ τύπω άρθρα οιαδήποτε και οσαδήποτε
υπέρ Ελλάδος· οι εξυμνούντες τας προπατορικάς ημών αρετάς,
εξηγούντες δε και δικαιολογούντες τας απογονικάς ημών κακίας —
όσας γνωρίζουσιν· οι εκ μικράς ή μεγάλης εν Ελλάδι διαμονής,
πολλάκις δε και από του μαλακού κλιντήρος του σπουδαστηρίου των,
θαυμάσαντες τας ποικίλας αποχρώσεις του αττικού ορίζοντος περί
ηλίου δυσμάς, και του Παρθενώνος τα χρυσίζοντα ερείπια και την
φωταυγή διαφάνειαν της αθηναϊκής ατμοσφαίρας· οι ανακηρύξαντες
καταπληκτικάς και μονονού θαύματος αποτέλεσμα τας κοινωνικάς
προόδους της νέας Ελλάδος· οι αφειδώς σπαταλήσαντες πάντα του
λεξιλογίου αυτών τα κοσμητικά επίθετα υπέρ παντός Έλληνος
ποτίσαντος αυτούς εν κύπελλον τεΐου· οι ετοίμως χειροκροτήσαντες
και ακόπως πανηγυρίσαντες όσα ουδέποτε ανέγνωσαν νεοελληνικά
συγγράμματα· οι επιχειρήσαντες τέλος να γράψωσι περί των καθ'
ημάς πολιτικών ή κοινωνικών ή φιλολογικών πραγμάτων, χωρίς να
γνωρίζωσι καν την γλώσσαν ημών, μόνον δε και μόνον όπως καύσωσιν
ολίγον και ευθηνόν θυμίαμα υπό την ρίνα των νεολληνικών
Σαλμωνέων, και ευφημηθώσιν έπειτα υπ' αυτών, προθύμως
ανταποδιδόντων τα ίσα.
Πόσων εκ τούτων τα ονόματα, δημοτικώτατα παρ' ημίν και κοσμούμενα
καθ' εκάστην υπό των εφημερίδων διά των ευηχοτάτων του ελληνικού
λεξικού επιθέτων, εισίν άγνωστα σχεδόν εν τη ιδία αυτών χώρα!
Πόσοι των υμνητών μας εκείνων εξέλεξαν ως φιλολογικόν των αγρόν
την νέαν Ελλάδα και τους νέους Έλληνας, μόνον και μόνον διότι
ηδύναντο να γράφωσιν ό,τι ήθελον περί πραγμάτων αγνώστων εις τους
αναγνώστας των, και να πιστεύωνται μεν υπ' εκείνων
παραδοξολογούντες, να πιστεύωνται δε και υφ' ημών κολακεύοντες;
Μηδένα τούτο ξενίση. Η νέα Ελλάς είνε και σήμερον έτι, μ' όσα και
αν εγράφησαν περί αυτής, ή μάλλον διότι τόσα περί αυτής
εγράφησαν, χώρα άγνωστος εις τους Ευρωπαίους. Υπάρχουσιν εξ αυτών
πολλοί, απολαμβάνοντες τον τόπον ημών αποτελούντα μέρος της άκρας
Ανατολής (Extrême Orient), άλλοι νομίζοντες ότι η Ελλάς είνε
ακόμη μέρος της Τουρκίας, και άλλοι πεποίθησιν έχοντες
αδιάσειστον, ότι οι νέοι Έλληνες τρώγουσιν έτι διά των δακτύλων.
Ήκουσα εν τη Εσπερία, ανθρώπους ερωτώντας με αν αι οικίαι ημών
έχουσι παράθυρα, και είδον εν Αθήναις ξένους απορούντας ότι αι
γυναίκες εξέρχονται ακωλύτως εις περίπατον. Ουδέν επομένως
άπορον, ότι πιστεύονται ως επί το πολύ οι ο,τιδήποτε περί ημών
γράφοντες ξένοι, και ότι τόσον ημείς τιμώμεν και ευλογούμεν τους
υπέρ ημών γράφοντας.
***
Και τι δεν εγράφη υπέρ ημών κατά τους τελευταίους τούτους
χρόνους! Αν από χρόνου ήδη μακρού δεν είχομεν απομάθει
_τον υπό βλεφάροις
φοίνικ' ερύθημα προσώπου,_
ως λέγει που ο Ευριπίδης, βαθείαν και οχληροτάτην έπρεπε να
αισθανώμεθα εντροπήν, αναγινώσκοντες όσους ετόλμησαν και τολμώσιν
έτι να γράφωσιν αίνους εις δόξαν ημών οι της Εσπερίας φιλέλληνες.
Αλλ' ημείς ομοιάζομεν δυστυχώς τας ασχήμους εκείνας και
ερωτοτρόπους γυναίκας, αίτινες ου μόνον ευκόλως πιστεύουσιν ότι
είνε Ασπασίαι και Αφροδίται, όταν ακούωσι τούτο λεγόμενον υπό των
μαλακοκολάκων, αλλά και θαυμάζουσιν ενδομύχως τους λέγοντας, ως
ανθρώπους λεπτήν έχοντας την καλαισθησίαν και άπταιστον την
παρατήρησιν. Η άκομψος και σκαιά κολακεία είνε προς τους νοήμονας
πολύ πολλάκις επαχθεστέρα του ψόγου και της κατακρίσεως.
Υπάρχουσιν όμως ρώθωνες, — και τοιούτους έχουσι δυστυχώς αι ρίνες
αι νεοελληνικαί — οι ευαρέστως οσφραινόμενοι και αυτής της
χονδροειδεστάτης κολακείας το πυκνόν και ασφυκτικόν θυμίαμα,
χωρίς καν να πταρνίζωνται, πλήρη δε και αδιάσειστον έχοντες την
πεποίθησιν, ότι ο υπ' αυτούς καιόμενος λίβανος είνε προσήκων και
οφειλόμενος φόρος εις το τηλαυγές πρόσωπον, ούτινος έχουσι και
αυτοί την τιμήν ν' αποτελώσι μέρος.
Οι ρώθωνες δε ημών ούτοι και η ιδιοσυγκρασία αυτών αποδεικνύουσι,
πόσον δίκαιον είχεν ο Μολιέρος, ειπών ότι πάσαν αυθάδειαν και
πάσαν μωρίαν δύναταί τις να καταστήση ευκατάποτον, καρυκεύων
αυτήν εις κολακείαν.
Διά τούτο δε και ημείς ου μόνον δεν εντράπημεν ουδ' εντρεπόμεθα,
ου μόνον δεν ηγανακτήσαμεν ουδ' αγανακτούμεν δι' όσα μωρά και
ανούσια κολακεύματα σιτίζουσιν ημάς οι από της Δύσεως νεοφώτιστοι
ημών φίλοι, αλλά και κομπάζομεν επ' αυτοίς και βρενθυόμεθα, και
απορούμεν πολλάκις, πώς δεν γράφονται περισσότερα και θερμότερα
υπέρ του περιουσίου λαού του Κυρίου, και θηρεύομεν αίνους και
λιβανωτόν πάση δυνάμει και διά παντός μέσου, και γράφομεν
επαιτούντες, και οδοιπορούμεν οδοιπορίας μακράς εις αναζήτησιν
συμπαθειών και φίλων, κ' ευτελιζόμεθα εκλιπαρούντες ευνοίας και
θωπεύματα, και χαίρομεν χαράν ανεκλάλητον, οσάκις κατορθώσωμεν να
αυξήσωμεν δι' ευγενούς τινος νεοσυλλέκτου το τάγμα των
φιλελλήνων, και δημοσιευθή που της Ευρώπης νέον άρθρον εις ύμνον
των απογόνων του Περικλέους και της περικαλλούς αυτών χώρας.
Ποίος δε τότε και πόσος ο αλαλαγμός ημών και η αγαλλίασις!
Ο νέος και διαπρεπής της Ελλάδος φίλος αίρεται φυσικώ τω λόγω
μέχρι τρίτου ουρανού, και πανηγυρίζεται όπως μας επανηγύρισεν. Η
νοημοσύνη αυτού και η πολυμάθεια, η του καλάμου του δεινότης και
των ιδεών αυτού η αδρότης και η δύναμις, ιδίως δε και προ πάντων
η της κρίσεως αυτού ευμένεια και τα φ ι λ ε λ λ η ν ι κ ά
τ ο υ α ι σ θ ή μ α τ α — το κυριώτατον αυτού προσόν, —
περιάδονται και διασαλπίζονται εν χορδαίς και οργάνοις, το δε
κοινόν κροτεί τας χείρας, ή, αν βαρύνεται να πράξη τούτο, παρατρίβει
καν αυτάς εξ ευχαριστήσεως, και κρατύνεται φρονούν ακραδάντως, ότι
μέγα μέλλον έχει ο λαός ο τοιούτους έχων φίλους, ότι αδύνατον είνε
να παρίδη εις τέλος η Ευρώπη την έντονον έκφρασιν της κοινής γνώμης,
και ότι περιττή και ανωφελής θα ήτο οιαδήποτε εθνική του εργασία
υπέρ βελτιώσεως της τύχης του, αφού περί τούτου μεριμνώσιν
άλλοι . . . και μεγάλοι.
Τα ονόματα των νέων εκάστοτε δημοσιογραφικών προμάχων του
ελληνισμού ταμιεύει ούτω ευγνώμων η ελληνική δημοσιογραφία, και η
μνήμη αυτών αξιοί ευλόγως να καταλάβη θέσιν τιμητικήν εν τω
μεγάλω καταλόγω των φίλων της Ελλάδος.
Ως προς τούτο δυνάμεθα καν να παρηγορηθώμεν, ως παρηγορούνται
πολλάκις οι πάσχοντες, ακούοντες παρά των ιατρών ότι κληρονομικόν
είνε το νόσημά των, και πειθόμενοι, ότι αν νοσούσι, τουλάχιστον
δεν πταίουσι. Το ελάττωμα είνε προγονικόν· ουδ' ευρέθη τις μέχρι
τούδε, ουδέ θα ευρεθή τις ίσως, ουδέ θα κατορθώση να μας πείση,
αν ευρεθή,
_ξενικοίς λόγοις μη λίαν εξαπατάσθαι,
μηδ' ήδεσθαι θωπευομένους μήτ' είναι χαυνοπολίτας,_
ως έλεγεν ο ποιητής των Αχαρνέων. Όπως δε οι παλαιοί του εκείνοι
Αθηναίοι, ους
_από των πόλεων οι πρέσβεις εξαπατώντες . . ιοστεφάνους εκάλουν, . .
ευθύς διά τους στεφάνους επ' άκρων των πυγιδίων εκάθηντο,_
ούτω και ημείς σήμερον ου μόνον πιστεύομεν όσα μας λέγουσιν οι τη
μωρία ημών χαριζόμενοι ξένοι, αλλά και αλαζονευόμεθα επί τω
πανηγυρισμώ, και ευθηνόν ευρίσκοντες των επαίνων το νόμισμα,
προθύμως ανταποδίδομεν αυτό πολλαπλάσιον.
Μηδέ τις φοβηθή, ότι είνε δυνατόν να αμελήση η νεοελληνική
ευγνωμοσύνη του προσήκοντος αντιπανηγυρισμού της ευρωπαϊκής
φιλελληνικότητος. Περί την εκπλήρωσιν του ιερού τούτου καθήκοντος
είμεθα ακριβέστατοι, και την οφειλήν ημών αποδίδομεν έγκαιρον
πάντοτε και έντοκον και δεκαπλήν. Αν δε — ό μη γένοιτο —
λησμονήσωμεν ημείς ή οκνήσωμεν, ευκολύνουσιν ημάς εις το έργον,
ενίοτε δε και μας αναπληρούσιν αυτοί οι φιλέλληνες φίλοι μας. Ο
γράφων τας γραμμάς ταύτας είδεν, ουχί προ πολλού, αρθρίδια
επαινετικά μεγάλου φιλελληνικού άρθρου, γεγραμμένα υπ' αυτού του
φιλέλληνος συγγραφέως, και αποσταλέντα εις Αθήνας, όπως
μεταφρασθώσι και δημοσιευθώσι διά του ελληνικού τύπου εις
εγκώμιον του διαπρεπούς ημών φίλου.
Η μέθοδος, βλέπετε, τελειοποιείται βαθμηδόν, ως τελειοποιείται
κατά τους χρόνους τούτους και προοδεύει πάσα βιομηχανία.
Β'.
Τα είδη των φιλελλήνων είνε ποικίλα και ανάλογα προς τας
νεοελληνικάς ημών ανάγκας. Αλλά τα ακμαιότερα εξ αυτών είνε δύο·
πολιτικοί φιλέλληνες, και φιλέλληνες λόγιοι. Έμποροι και
βιομήχανοι φιλέλληνες δεν ανεπτύχθησαν εισέτι, ουδ' υπάρχει ελπίς
ν' αναπτυχθώσιν εν τω μέλλοντι, ενόσω, τουλάχιστον δεν εξευρεθή
τρόπος να τρέφεται η βιομηχανία και το εμπόριον δι' ευγνωμοσύνης
και παρασήμων.
Οι φιλέλληνες πολιτικοί είνε οι αφθονώτεροι, διότι και αι ανάγκαι
ημών αι πολιτικαί είνε πλειότεραι και σπουδαιότεραι των άλλων.
Εννοείται ότι οι πλείστοι εξ αυτών ουδεμίαν απολύτως έχουσι
καθαράν και ητιολογημένην συνείδησιν του φιλελληνισμού αυτών·
αλλά τούτο είνε προς ημάς πάντη αδιάφορον. Ο μεν έγραψέ ποτε — αν
δεν υπέγραψε μόνον — ολίγας υπέρ της Ελλάδος σειράς εν οιαδήποτε
ευρωπαϊκή εφημερίδι, και ηυχήθη εκ μέσης καρδίας υπέρ της
πληρώσεως των πόθων του ελληνισμού· ο δε προέπιεν εν συμποσίω υπέρ
των Ελλήνων, ως μόνου εκπολιτιστικού στοιχείου της Ανατολής.
Άλλος απηύθυνεν επιστολήν είς τινα των πολιτικών ημών ανδρών,
γνώμην αποφαινόμενος, ότι εις ημάς μόνους ανήκει η κληρονομιά του
Βυζαντίου· άλλος ενθουσιωδέστερος ελάλησεν από του
κοινοβουλευτικού βήματος υπέρ της πολιτικής ζωτικότητος του
έθνους ημών, και άλλος τέλος — κυβερνήτης αυτός ξένου Κράτους,
ύψωσε την φωνήν αυτού υπέρ των απαράγραπτων ημών δίκαιων, ή
διεβεβαίωσε καν απόστολόν τινα οιονδήποτε του ελληνισμού περί των
προς την νέαν Ελλάδα θερμών αυτού συμπαθειών.
Πάντες ούτοι, κατά τας νεοελληνικάς εννοίας, ιδίως δε οι
τελευταίοι, εκινήθησαν εκ πλατωνικού και μόνον έρωτος προς την
Ελλάδα, εξ ενθουσιασμού ενδομύχου και διαπύρου προς την χώραν του
Πλάτωνος και τους απογόνους του Μιλτιάδου, εκ πεφωτισμένης και
αμερολήπτου εκτιμήσεως των αρετών αυτών. Ουδέν άλλο πλάγιον,
πάτριον και ίδιον συμφέρον εκίνησε την γλώσσαν αυτών ή τον
κάλαμον. Τουναντίον μάλιστα· πάσα οιαδήποτε σκέψις περί των
συμφερόντων της ιδίας αυτών πατρίδος υπετάγη κατ' ανάγκην εις
τους φιλελληνικούς της καρδίας των παλμούς. Άλλως πώς θα ήσαν
φιλέλληνες;
Τοιούτος είνε ο πήχυς δι' ου μετρούμεν τον φιλελληνισμόν.
Ανάλογοι δε προς τον πήχυν αυτόν είνε και αι ημέτεραι αξιώσεις.
Πώς; Είνε δυνατόν, είνε επιτετραμμένον, όταν ομιλή τις ξένος περί
της νέας Ελλάδος και των νέων Ελλήνων, περί των κληρονομικών
αυτών δικαιωμάτων και των εθνικών αυτών ελπίδων, να μη πλύνη
πρώτον, κατά το δημοτικόν λόγιον, το σ τ ό μ α τ ο υ μ ε
ρ ο δ ό σ τ α μ ο ν;
Είνε δυνατόν, ασχολούμενοι περί της νέας Ελλάδος οι ξένοι, να
λησμονώσιν, ότι η ευγενής αυτή και ένδοξος χώρα επότισε την
βάρβαρον Ευρώπην τα νάματα του πολιτισμού, και ότι καθήκον
επομένως έχουσι, καθήκον ευγνωμοσύνης ιερόν και απαράβατον, να
εργασθώσιν υπέρ του μεγαλείου της;
Είνε επιτετραμμένον εις οιονδήποτε πολιτικόν άνδρα της αλλοδαπής,
— εξ ανωτέρας, εννοείται, ηθικής και ποιητικής επόψεως
εξεταζομένου του πράγματος, — να συλλογίζεται κατά πρώτον λόγον
τα συμφέροντα της πατρίδος του και κατά δεύτερον τα της Ελλάδος,
και να προτιμά τούτων εκείνα, αν τυχόν συμπέση να μη
συμβιβάζονται;
Τοιαύται έννοιαι δεν χωρούσιν εις Έλληνος κεφαλήν, ουδέ δύναται
ποτε ελληνική καρδία να παραδεχθή και επιτρέψη τοιαύτην πώρωσιν.
Διά τούτο απαιτούμεν να ενδιαφέρωνται υπέρ ημών οι ξένοι
περισσότερον ή όσον ημείς αυτοί υπέρ εαυτών ενδιαφερόμεθα, να
εργάζωνται υπέρ της πραγματοποιήσεως της εθνικής ημών ιδέας πολύ
συντονώτερον ημών των ιδίων, να πράττωσιν εκείνοι πλειότερα όσων
ημείς λέγομεν, και απλώς ειπείν να ήνε των Ελλήνων ελληνίστεροι.
Διά τούτο οσάκις ακούομεν ή αναγινώσκομεν τρεις λέξεις υπέρ ημών,
τις οίδε πόθεν και πώς λεχθείσας ή γραφείσας, τις οίδε τίνα
εχούσας σκοπόν ή κρυφίαν υπαγόρευσιν, ενθουσιώμεν ευθύς και
αλαλάζομεν και πλαταγούμεν, και δράττοντες τα εθνικά ημών
κατάστιχα ανοίγομεν αμέσως μερίδα εις τον νέον φιλέλληνα.
Συμβαίνει ενίοτε, — και ποσάκις μέχρι τούδε συνέβη! — να
ανακαλύψωμεν βραδύτερον ότι ηπατήθημεν, η ευγενής δ' εκείνη φωνή,
ην είχον έτι έναυλον τα πατριωτικά ημών ώτα, να σιγήση αίφνης
αγενώς ή και ν' αλλάξη σκοπόν, γινομένη κατήγορος από υμνητού και
επαινέτου.
Λυπούμεθα βεβαίως διά το εθνικόν ατύχημα, αλλά δεν ταραττόμεθα
και πολύ. Ανοίγομεν και πάλιν το εθνικόν ημών καθολικόν,
εγγράφομεν τον αποστάτην εις την μερίδα των μισελλήνων, και
παραδίδομεν αυτόν εις τας αράς και το μίσος του έθνους.
Αν όμως συμβή το αντίστροφον! Αν, χάρις εις την παντοδύναμον
ευγλωττίαν ειδικών τινων arguments sans replique ως έλεγεν ο Δον
Βασίλειος, ακουσθή αίφνης ότι μετενόησαν αμαρτωλοί, και χρόνιοι
εχθροί ετράπησαν εις φίλους, και ανταποκριταί φοβεροί παγκοσμίων
εφημερίδων ανέμελψαν αίφνης το Ω σ α ν ά, ενώ χθες μόλις
εκραύγαζον σ τ α ύ ρ ω σ ο ν, σ τ α ύ ρ ω σ ο ν α υ τ ο ύ ς, ω!
η αγαλλίασις ημών τότε ούτε λέγεται ούτε περιγράφεται. Μη δεν
είπεν ο Χριστός, ότι «ούτω χαρά έσται εν τω ουρανώ επί ενί
αμαρτωλώ μετανοούντι ή επί ενενήκοντα εννέα δικαίοις, οίτινες
χρείαν ουκ έχουσι μετανοίας;»
***
Των λογίων φιλελλήνων το γένος δεν είνε μεν βεβαίως τοσούτον
επίσημον ουδέ περιφανές, όσον οι πολιτικοί φιλέλληνες, αλλ'
αφθονεί όμως επίσης και ακμάζει, αυξάνει δε διαρκώς διά των νέων
προσηλύτων, ους βαπτίζουσιν εκάστοτε οι παρ' ημίν λόγιοι, ουχί
πάντες βεβαίως, αλλ' εκείνοι ιδίως, εις ους απονέμουσι προχείρως
ευρωπαϊκής αθανασίας διπλώματα οι της δύσεως σοφοί.
Αφ' ότου της εθελοφημίας η νόσος απέκτησε και παρ' ημίν ενδημικόν
χαρακτήρα, οι δε λογογραφούντες Έλληνες ήρχισαν αλιεύοντες δόξαν
από των τελευταίων σελίδων των εφημερίδων, και απ' αυτών έτι των
γωνιών των οδών διά πολυχρώμων τοιχοκολλημάτων, ήνοιξε φυσικώ τω
λόγω και η όρεξις αυτών, η δε φιλοδοξία των ωνειρεύθη άλλον
ευρύν, ευρύτερον του ελληνικού ορίζοντα.
Do ut des, είπομεν τότε προς τους ξένους, όσοι εφαίνοντο
ορεγόμενοι νεοελληνικής δόξης. Σας κηρύττομεν φιλέλληνας, — και
ηξεύρετε πόσον μυρίπνουν και ιερόν είνε αυτό το όνομα — αλλά
πρέπει να μας κηρύξετε και σεις μεγάλους συγγραφείς. Και το
πράγμα έγεινε, και των αλλοδαπών φιλελλήνων λογίων η στρατιά
πληθύνεται οσημέραι εις δόξαν και κλέος των νεοελληνικών
γραμμάτων.
Διά τούτο δε βλέπομεν και αναγινώσκομεν καθ' εκάστην εις τας
εφημερίδας και τα περιοδικά ημών συγγράμματα, ότι ο δείνα σοφός,
υπό των φ ι λ ε λ λ η ν ι κ ω τ ά τ ω ν α ι σ θ η μ ά τ ω ν
ε μ π ν ε ό μ ε ν ο ς, εδημοσίευσεν εν τω δείνα ευρωπαϊκώ περιοδικώ
επαινετικήν διατριβήν περί ταύτης ή εκείνης της νεοελληνικής
συγγραφής· ότι ο άλλος εκείνος διάσημος φιλέλλην, ο ύ τ ι ν ο ς
τ ό σ ο ν ε υ φ ή μ ω ς κ α τ έ σ τ η σ α ν γ ν ω σ τ α ί αι
περί την μεσαιωνικήν ή την νέαν ημών φιλολογίαν μελέται,
μετέφρασεν εις την γαλλικήν ή γερμανικήν, ενίοτε και την δανικήν
ή την ρωσικήν ή τις οίδε ποίαν άλλην ευρωπαϊκήν ή και σημιτικήν
γλώσσαν, την τάδε πραγματείαν νεοελληνικού σοφού· ότι ο ονομαστός
ελληνιστής και φιλόλογος Άλφα εμνημόνευσε μετ' επαίνων τούτου ή
εκείνου του νεοελληνικού βιβλίου, και ότι η διαπρεπής εν τω κόσμω
των γραμμάτων κυρία Βήτα απένειμε τον στέφανον της αθανασίας εις
τούτο ή εκείνο το ποίημα.
Και ταύτα πάντα διαθρύπτουσι την εθνικήν φιλοτιμίαν ου μόνον των
πολλών, οίτινες γνωρίζουσιν ίσως τα επαινούμενα έργα, αλλά και
των ολίγων, οίτινες, πλην αυτών, γνωρίζουσι και τους επαινέτας.
Αυξάνουσι δε ούτω και κορυφούνται αι εν τη νέα Ελλάδι φιλολογικαί
επισημότητες, κλεϊζόμεναι υπό των αλλοδαπών σοφών, αυξάνει δε
συγχρόνως και κραταιούται η ευγενής των λογίων φιλελλήνων τάξις,
απαθανατιζομένη υπό των δι' αυτής απαθανατισθέντων.
Είνε αληθές — ας μείνη δε τούτο μεταξύ μας — ότι οι πλείστοι των
κρινόντων και θαυμαζόντων ή και μεταφραζόντων έτι τα προϊόντα της
νεωτέρας ημών φιλολογίας αλλοδαπών, έχουσι το ατύχημα να αγνοώσι
την γλώσσαν ημών, ή να γνωρίζωσι καν αυτήν τοσούτον ατελώς, ώστε
να διαφεύγωσιν αυτούς τα κάλλη των συγγραμμάτων άτινα
πανηγυρίζουσιν. Αλλά τούτο ο υ δ έ ν π ρ ο ς τ ά λ φ ι τ α. Η
δ ο υ λ ε ι ά μας να γίνεται, λέγομεν οι ευφυείς και επιτήδειοι
ημείς, δουλειά μας δε είνε να υπολαμβανώμεθα εκ παντός τρόπου
μεγάλοι και σημαντικοί, να έχωμεν κολάκων εσμόν και φίλων
πλημμύραν, και οι φιλέλληνές μας να αγαπώσι πάντοτε τους Έλληνάς
των.
***
Περιττόν ίσως θα ήτο μετά τα ρηθέντα να λεπτολογηθώσι τα έξοχα
προτερήματα, άτινα κατά τας εννοίας ημών κοσμούσιν απαραιτήτως
πάντα φιλέλληνα. Δεν βλάπτει όμως και το περιττόν, οσάκις
χρησιμεύει μεν εις τελείωσιν της εικόνος, δύναται δε ίσως — τις
οίδε — να στρατολογήση και νέους άλλους του ευγενούς αγώνος
μαχητάς.
Πας φιλέλλην είνε εν πρώτοις και προ πάντων ευφυέστατος άνθρωπος.
Αλλά τι σημαίνει τούτο και μόνον δι' ημάς τους Έλληνας, τους
ευφυεστάτους των ανθρώπων; Θα ήτο το αυτό και αν ελέγομεν, ότι
πας φιλέλλην έχει δύο οφθαλμούς και μίαν ρίνα. Δεν αρκούμεθα
επομένως εις αυτό και μόνον. Οι φιλέλληνες είνε άνδρες
μεγαλοφυείς, φαινόμενα έκτακτα εν τω διανοητικώ κόσμω των εθνών,
υ π ά ρ ξ ε ι ς π ρ ο ν ο μ ι ο ύ χ ο ι, ως λέγουσι σήμερον επί
το ελληνογαλλικώτερον αι νεοελληνικαί εφημερίδες. Οι φιλέλληνες
έχουσιν ευρείαν την διάνοιαν και μεγάλην την καρδίαν, υψηλόν το
φρόνημα και το αίσθημα ευγενές.
Οι φιλέλληνες έχουσι τον νουν αυτών απρόσιτον εις πάσαν ιδέαν
μικράν και ταπεινήν, τα δε στέρνα αυτών κεκλεισμένα προς παν
αίσθημα αδικίας. Οι φιλέλληνες είνε και φιλελεύθεροι· ουδέ είνε
δυνατόν να ήνε οπισθοδρομικοί, αφού είνε φιλέλληνες. Είνε προς
τούτοις αναγκαίως και αναποδράστως άνθρωποι πολυμαθείς,
ποτισθέντες τα νάματα της υγιούς παιδείας εν τη μελέτη των
κλασικών μνημείων της προγονικής ημών φιλολογίας, άτινα
κατανοούσι και εκτιμώσιν, εννοείται, κάλλιον παντός άλλου. Είνε
πεφωτισμένοι λάτρεις του καλού, νοημονέστατοι και αδέκαστοι
κριταί της αρετής και της αξίας, όντα ενί λόγω τέλεια και
ιδανικά.
Και πώς άλλως; Μόνον τοιούτοι άνθρωποι δύνανται να ήνε φίλοι μας.
***
Οι δε μισέλληνες;
Οι μισέλληνες είνε πολλοί. Πολύ πλείονες δυστυχώς των φιλελλήνων,
διότι είνε πάντες οι μη φιλέλληνες.
Τούτους μεν κατορθούμεν οπωςδήποτε ν' αριθμώμεν, διότι τους
ακούομεν· τους αναγινώσκομεν, τους γνωρίζομεν, τους θυμιώμεν και
τους λατρεύομεν. Αλλά τους δυστυχείς εκείνους παρίας, ων η
πεπωρωμένη καρδία ουδέποτε έπαλεν υπέρ της Ελλάδος και των
Ελλήνων, ων ουδέποτ' εξέφυγε τα χείλη κ α λ ό ς λ ό γ ο ς υπέρ
ημών, πού να τους μάθωμεν ίνα τους αριθμήσωμεν;
Ακούομεν τους κατακριτάς ημών και κατηγόρους, τους εξ οιουδήποτε
λόγου μη θελήσαντας να δρέψωσι δάφνας εκ του φιλελληνικού
λειμώνος, τους υπολαβόντας εκ κακίας ή συμφέροντος οιουδήποτε, εκ
γνώσεως ή εξ αγνοίας, ότι ουδεμιάς συμπαθείας ή ενδιαφέροντος
είμεθα άξιοι, τους εξευτελίζοντας και προπηλακίζοντας ημάς.
Γνωρίζομεν εκείνους, οίτινες μας εγνώρισαν κ' ετόλμησαν να μας
χαρακτηρίσωσιν ως φυλήν πτωχαλαζόνων επαιτών, φλυαρούντων μεν
αγερώχως περί των προγονικών αρετών και μασσώντων αδιακόπως τας
δάφνας των πατέρων των, ως οι Αμερικανοί τα φύλλα του καπνού των,
αλλά τεινόντων συγχρόνως την χείρα προς τον έλεον της Ευρώπης και
εκλιπαρούντων τον οβολόν των ισχυρών, απαράλλακτα ως πολλοί των
μεγάλων ημών αγωνιστών απόγονοι τείνουσι διαρκώς την χείρα προς
τον δημόσιον προϋπολογισμόν, καυχώμενοι ότι είχον την δόξαν να
γεννηθώσι παρ' ανδρών αποθανόντων υπέρ της πατρίδος.
Αλλά οι τοιούτοι κατακριταί ημών και κατήγοροι είνε ολίγοι και
ευάριθμοι, ουδ' είνε δυνατόν να μας αρκέσωσι. Τι σημασίαν θα
είχαμεν, αν τόσον ολίγους μόνον είχαμεν εχθρούς; Εχθροί μας
επομένως, τουτέστι μισέλληνες, είνε όχι μόνον εκείνοι, αλλά και
πάντες όσοι μας αγνοούσι και αδιαφορούσιν εντελώς περί ημών. Οι
προπάτορες ημών οι παλαιοί έλεγον εν αυταρκεία γνησίως ελληνική:
π α ς μ η Έ λ λ ην β ά ρ β α ρ ο ς, και είχον ίσως δίκαιον
κατ' εκείνους τους χρόνους. Ημείς, οίτινες δεν τολμώμεν έτι να
φθάσωμεν έως εκεί, αρκούμεθα εις την παρωδίαν του παλαιού λογίου,
και λέγομεν απλούστερον: π α ς μ η φ ι λ έ λ λ η ν
μ ι σ έ λ λ η ν.
Είνε δυνατόν, λέγομεν, να αγνοή τις σήμερον την νέαν Ελλάδα και
τους νέους Έλληνας, εκτός αν το κάμνη επίτηδες; Είνε
επιτετραμμένον εις οιονδήποτε καθώς πρέπει άνθρωπον να μη μας
γνωρίζη, δηλαδή να μη μας επαινή; Και τι λοιπόν άλλο, ή εχθροί
της Ελλάδος πρέπει να ονομασθώσιν οι αμαθείς και βάρβαροι, οι
απαίδευτοι και ανόητοι εκείνοι, οι νομίζοντες ότι είνε ποτέ
δυνατόν να γείνη οιοσδήποτε περί αυτών ονομαστί λόγος, χωρίς
αυτοί να λαλήσωσι περί των νέων Ελλήνων;
Ούτω δε πάντες οι δυστυχείς αυτοί θνητοί, οι περί πολλά ίσως άλλα
ασχοληθέντες και διακριθέντες και εν τη πατρίδι αυτών ευφήμως
μνημονευόμενοι, αλλ' αμαρτήσαντες όμως το θανάσιμον αμάρτημα να
μη ανησυχήσωσι περί ημών, κατατάσσονται εις των μισελλήνων το
τάγμα, και αυξάνουσιν αυτό εις στρατιάν πυκνήν και μεγάλην.
Και τους χαρακτηρίζομεν μεν ευλόγως πάντας αυτούς όπως τους
πρέπει, και αγανάκτησιν αισθανόμεθα πατριωτικήν διά τον
μισελληνισμόν των, αλλά, τι τα θέλετε; η αγανάκτησις ημών μετέχει
πως και υπερηφανείας. Οργιζόμεθα μεν ότι αδιαφορούσι περί ημών,
ως οργίζεται η ερωτότροπος γεροντοκόρη παρερχομένη ενώπιον απαθών
ομμάτων και ουδέν ακούουσα θαυμαστικόν επιφώνημα, αλλά
παρηγορούμεθα όμως, ως εκείνη, ενδομύχως, πεποίθησιν έχοντες
ασφαλή, ότι οι ούτω προσφερόμενοι κινούνται τις οίδεν έκ τινος
ταπεινού αισθήματος φθόνου ή κακίας, και κομπάζομεν διά το πλήθος
των εχθρών ημών, αναλογιζόμενοι θυμοσόφως, ότι μόνον οι μέγα
σημαίνοντες έχουσι πολλούς εχθρούς, διότι
_εις ταπίσημα ο φθόνος πηδάν φιλεί._
***
Εννοείται ότι δεν υπάρχει λέξις δυσώνυμος ην δεν εκολλήσαμεν εις
την ράχιν των κακών αυτών ανθρώπων, και ότι μόνον ίσως το
ευρωπαϊκής φήμης απολαύον υβριολόγιον του Κ. Κόντου θα ήρκει εις
προσήκουσαν έκφρασιν των αισθημάτων, άτινα προξενεί εις τας
πατριωτικάς των Ελλήνων καρδίας η μοχθηρία των μισελλήνων.
Εκείνους μάλιστα, όσοι μη αρκούμενοι εις περιφρονητικήν
αδιαφορίαν, ελέγχουσιν ημάς ασυστόλως και κατακρίνουσι και
κατηγορούσιν, εκείνους οίτινες υποτιμώσι το παρόν και
καταστρέφουσι το μέλλον του ελληνισμού, ω! αυτούς τους πνίγομεν
βεβαίως, αν πέσωσι ποτε εις τας χείρας μας.
Τους πνίγομεν εν εθνικώ συλλαλητηρίω, και αμφίβολον είνε αν θα
ευρεθή κατά την μεγάλην εκείνην και ιεράν στιγμήν Έλλην άνθρωπος,
όστις να εγείρη την φωνήν αυτού υπέρ των θυμάτων,
υπεραπολογούμενος αυτών οπωςδήποτε ενώπιον της εξωργισμένης
εθνικής ημών συνειδήσεως.
Και όμως — εντρέπομαι αληθώς και καλύπτω το πρόσωπον διά των
χειρών μου, πριν εκστομίσω την βλασφημίαν — και όμως εις τους
εχθρούς ημών και τους κατηγόρους οφείλομεν οι νέοι Έλληνες πολύ
πλείονα ή εις τους ξένους φίλους και κόλακας.
Αν έχομέν τι σήμερον αγαθόν, — και έχομεν ολίγα, μάρτυς μου ο
θεός — , αν κατωρθώσαμέν τι άξιον λόγου αφ' ης ανεγεννήθημεν, οι
μισέλληνες ημών εχθροί είνε οι κύριοι αυτού εργάται και οι λόγοι
των οι πικροί. Αυτοί μας εξώργισαν και μας δυσηρέστησαν, αλλ'
αυτοί και επαίδευσαν και εσωφρόνισαν ημάς.
Στομάχους αργούς και αρρώστους δεν ιαίνει αφέψημα γλυκυρρίζης,
αλλά πικρά κασία και άψινθος. Έχομεν δε δυστυχώς ασθενείς και
παραλύτους τους διανοητικούς ημών στομάχους, οσαδήποτε και αν
μεγαλορρημονούμεν εν ώραις πατριωτικής αυταρκείας
_αυτός αυτού κόλαξ έκαστος ων και πρώτος και μέγιστος,_
οσαδήποτε και αν ψάλλωσιν εις ήχον τρίτον οι των αθηναϊκών
τριόδων κομπολακύθαι και οι των ευρωπαϊκών αγορών φιλέλληνες.
Ουδέν ποτε εκερδήσαμεν, ουδ' αγαθόν εμάθομεν ουδ' απεμάθομεν
κακόν παρά των ευμενών ημών αλλοδαπών φίλων. Ενανουρίσθημεν υπ'
αυτών εν τη νάρκη του μεγαλοπρεπούς ημών ύπνου, και ετανύσαμεν εν
οκνηρία τας κνήμας ημών και εχασμήθημεν προ του θάλπους του ηλίου
της προγονικής ημών δόξης. Αλλ' ουδέν άλλο.
Οι εχθροί ημών, οι μοχθηροί και κακότροποι μισέλληνες μας
επετίμησαν, είν' αληθές, και μας εκακολόγησαν, μας επροπηλάκισαν
πολλάκις και μας εξηυτέλισαν, αλλ' η μάστιξ των λόγων αυτών
παρήγαγεν επί της νωθράς και πλαδαράς ημών σαρκός οίον παράγει
αποτέλεσμα η υπό της θεραπευτικής παραγγελλομένη ενίοτε
μαστίγωσις των εξηντλημένων γεροντίων. Εκραυγάσαμεν εξ οδύνης υπό
τας πληγάς, κατηράσθημεν τους μαστιγούντας, και διεμαρτυρήθημεν
ενώπιον Θεού και ανθρώπων κατά της αδικίας και βαρβαρότητος· αλλ'
εξήγειραν όμως και εσωφρόνισαν και ωκοδόμησαν ημάς οι
παιδεύοντες, ευηργέτησαν δε αναντιρρήτως οι υβρίζοντες και
εξουθενούντες.
Αδύνατον είνε οι αναγινώσκοντες τας γραμμάς ταύτας να μη
ενθυμώνται, ότι και επηνέθησαν πολλάκις και κατεκρίθησαν.
Παραδέχομαι δε προς χάριν των, ότι και δικαίως πάντοτε επηνέθησαν
και αδίκως κατεκρίθησαν· αδιάφορον. Θα συνομολογήσωσιν όμως μετ'
εμού, εν πάση ειλικρινεία, συνειδήσεως, ότι από των κατακρίσεων
ιδίως εκαρπώθησαν όσα, τους επαινέτας πιστεύοντες, επελάμβανον
κεκτημένα.
Το κατ' εμέ τουλάχιστον, και εξομολογούμαι τούτο εν πάση
σπουδαιότητι, ουδέν ποτε εδιδάχθην ουδ' ωφελήθην από των φιλικών
επαίνων, πολλά δε τουναντίον οφείλω εις τας εχθρικάς κατακρίσεις,
και αυτάς τας από δυσμενεστάτης γνώμης.
Πότε θα εννοήσωμεν πάντες, ως έθνος, ότι οι μισέλληνες ημών
εχθροί μας ωφελούσι πλειότερον των φιλελλήνων ημών φίλων; Πότε δε
τέλος θα παύσωμεν διακρίνοντες τους περί ημών λαλούντας ή μη
λαλούντας εις τας δύο εκείνας μεγάλας τάξεις, περί ων έλεγον
αρχόμενος του λόγου; Πότε θα μάθωμεν ότι μόνη η α λ ή θ ε ι α
σ ώ σ ε ι η μ ά ς;
Μόνον όταν παύσωμεν ημείς αυτοί προς εαυτούς καταψευδόμενοι και
τας σκιάς των προγόνων περισαίνοντες· μόνον όταν αισθανθώμεν ότι
είμεθα μικροί υιοί πατέρων μεγάλων, και ότι χειρίστη δίαιτα προς
αύξησιν ημών και ανάρρωσιν είνε η δίαιτα εκείνη, ην θαυμασίως
ωνόμαζεν ο Πλάτων ο ψ ο π ο ι ϊ κ ή ν κ ο λ α κ ε ί α ν.
ΣΥΡΜΟΣ Ή ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ; (15)
Εσπέραν τινά του παρελθόντος Ιουνίου επέστρεφον αργά εις την
πόλιν από μακρυνού περιπάτου. Δεν ήμην μόνος· αγαθός φίλος, ον
είχον συναντήσει μονήρη πλανώμενον πέραν των κήπων των Πατησίων,
επέστρεφε μετ' εμού. Η εσπέρα ήτο αστροφεγγής και γλυκεία.
Ασθενής αλλά δροσώδης ανέβαινε πάντοτε από του Φαλήρου η αύρα του
Σαρωνικού, ο γρύλλος ετερέτιζε μελαγχολικώς την μονότονον αυτού
ωδήν υπό τα ξηρά χόρτα, και μακρόθεν, πού και πού, ως σβεννυμένη
απήχησις, έφθανεν εις τας ακοάς μας το άσμα πλανήτιδος αηδόνος,
μάτην ίσως αναζητούσης δροσερόν καταφύγιον εις τους κήπους της
ωραίας εξοχής, ην οι φιλόκαλοι νάξιοι κηπουροί μετέβαλον βαθμηδόν
εις κριθοσπάρτους αγρούς και φυτώριον χρυσομήλων.
Η λεωφόρος ήτο ευτυχώς έρημος περιπατητών, και η κυκλούσα
γοητευτική ερημία εβράδυνε το βήμα ημών χωρίς να το θέλωμεν.
Επεριπατούμεν ως άνθρωποι προσπαθούντες να παρατείνωμεν μάλλον ή
να συντάμωμεν τον δρόμον, κ' εβαίνομεν εφ' ικανόν σιωπώντες,
αναλικνίζοντες ρυθμικώς δι' εκατέρας των χειρών τους πίλους ημών
και τας ράβδους, και αναπνέοντες δι' απλήστων πνευμόνων την
δρόσον της ελαφράς αύρας, ήτις μόλις εσάλευε το φύλλωμα της
γηραιάς και ραχιτικής δενδροστοιχίας της οδού.
— Κύτταξε, τι ερημία! είπον τέλος, λύων εγώ πρώτος την σιωπήν.
Περίεργον πράγμα, να μην ήνε ψυχή γεννητή αυτήν την ώραν εις τον
ωραίον αυτόν περίπατον, ενώ άλλοτε ήσαν γεμάτα τα πεζοδρόμιά του,
και όταν ακόμη έκαιεν ο ήλιος και έπνιγεν ο κονιορτός.
— Διατί σου φαίνεται το πράγμα περίεργον, απήντησεν ο φίλος μου,
ενώ τουναντίον είνε, νομίζω, φυσικώτατον. Την ποιητικήν ερημίαν
ολίγοι αγαπούν, διότι ολίγοι αισθάνονται τα θέλγητρά της. Οι
πολλοί προτιμούν τον κόσμον, το πλήθος, τον θόρυβον· και δι' αυτό
αυτήν την ώραν, αντί να έλθουν εδώ να ιδούν σε ή εμέ, ή
πιθανώτερον κανένα, και ν' ακούσουν τον γρύλλον, πηγαίνουν
καλλίτερα εις το θέατρον των Ολυμπίων ν' ακούσουν τας Δύο
Ορφανάς, εις το Φάληρον ν' ακούσουν την μουσικήν της Victorieuse
και ολίγην κακολογίαν, ή και εις το Άντρον των Νυμφών εν εσχάτη
ανάγκη, να ιδούν τον Καλλίστην. Υποθέτεις άρα γε, ότι εις άλλον
τόπον είνε τα πράγματα διαφορετικά;
— Όχι βέβαια εντελώς, αλλά κάπως· αλλού, και το ηξεύρεις ως το
ηξεύρω, υπάρχει μεγάλη του κοινού μερίς, ήτις κάμνει ό,τι λέγεις,
διότι ο συρμός είνε φοβερός δεσπότης, και το κράτος του θα ήτο
μηδενικόν, αν οι άνθρωποι δεν παρηκολούθουν ο είς τον άλλον·
υπάρχουν όμως και άλλοι, ολιγώτεροι βεβαίως, αλλ' αρκετοί
πάντοτε, οι οποίοι νομίζουν ότι ημπορούν να διασκεδάσουν, έστω
και αν δεν ευρίσκωνται μεταξύ χιλίων ή δισχιλίων ομοίων των, και
των οποίων την τέρψιν δεν αποτελεί απαραιτήτως η ακρόασις
παραφώνου άσματος ή το θέαμα της αλευρωμένης μορφής προστύχου
γελωτοποιού.
— Εδώ, εις τας Αθήνας, είνε αυτοί πολύ ολιγώτεροι, ή μάλλον είνε
πολύ ολίγοι. Ιδού η μόνη διαφορά.
— Α! εφώνησα ευχερώς θριαμβεύων. Είμεθα σύμφωνοι. Αλλά διατί
τόσον ολίγοι; Τόσον άρα γε εξηπλώθη και εις τον τόπον αυτόν το
εκπολιτιστικόν κράτος του συρμού, ώστε να μη τολμώμεν πλέον και
να διασκεδάσωμεν παρά τους κανόνας και τας απαιτήσεις του;
— Δεν ηξεύρω, υπέλαβεν εκείνος μετά τινα δισταγμόν, τι να σου
απαντήσω. Μου γενικεύεις πολύ το ζήτημα, και θα πέσωμεν εις
θεωρίας κοινωνιολογικάς, αι οποίαι, προκειμένου περί της ιδικής
μας κοινωνίας, δεν μου είνε, σου τ' ομολογώ ειλικρινώς, ούτε
παρήγοροι ούτε ευάρεστοι.
— Αδιάφορον· αν θέλη κανείς σήμερον να ομιλή μόνον περί
πραγμάτων ευαρέστων και παρηγόρων, πρέπει να σιωπαίνη.
— Αι, τότε . . . . ας ήνε! απήντησε μειδιών ο συνοδός μου. Διατί
όμως προ μικρού μου ωνόμασες το κράτος του συρμού εκπολιτιστικόν;
Μήπως ταυτίζεις συρμόν και πολιτισμόν; Το κατ' εμέ δεν το
παραδέχομαι, τουλάχιστον διά την αθηναϊκήν κοινωνίαν.
— Πώς δηλαδή; Δεν παραδέχεσαι συ συρμόν του πολιτισμού;
— Βεβαίως τον παραδέχομαι· αλλά παραδέχομαι και κάτι άλλο·
παραδέχομαι και πολιτισμόν του συρμού· παραδέχομαι δε και κάτι
περισσότερον ακόμη· ότι ημπορεί κανείς εξαίρετα να ήνε
πολιτισμένος, χωρίς ν' ακολουθή τον συρμόν, και τουναντίον,
ημπορεί ν' ακολουθή πιστότατα τον συρμόν, χωρίς ν' αποδεικνύη
τούτο ότι είνε πολιτισμένος. Εις αυτήν δε την τελευταίαν
κατηγορίαν νομίζω ότι κατατάσσεται το πλείστον μέρος της ιδικής
μας κοινωνίας, εκείνης, εννοώ, η οποία θέλει να φαίνεται
πολιτισμένη.
— Φρονείς λοιπόν, υπέλαβον, ότι είνε δυνατόν να υπάρξη που
πολιτισμός χωρίς συρμόν, ή συρμός χωρίς πολιτισμόν;
— Βεβαιότατα. Απόδειξις του πρώτου πολλαί πόλεις της Γερμανίας·
απόδειξις του δευτέρου η πόλις των Αθηνών.
— Αλλά τότε λοιπόν αρνείσαι, ότι ο συρμός είνε προϊόν του
πολιτισμού;
— Διόλου δεν το αρνούμαι.
— Αλλά τότε . . .
— Μη βιάζεσαι· ηξεύρω τι θέλεις να ειπής. Πώς είνε δυνατόν οι
Αθηναίοι να έχουν συρμόν και να ήνε πιστοί του λάτρεις, χωρίς να
έχουν αληθή πολιτισμόν; Πώς γίνεται να έχουν το προϊόν του, χωρίς
να έχουν εκείνον; Τούτο δεν ήθελες να ειπής;
— Ακριβώς.
— Απλούστατον. Ο συρμός των Αθηναίων εισάγεται εκ της αλλοδαπής·
ούτε αυτοφυής εδώ είνε, ούτε προϊόν εγχωρίου καλλιεργείας. Όπως
πίνομεν τέιον χωρίς να καλλιεργώμεν το φυτόν του, όπως φορούμεν
βελούδα χωρίς να τα κατασκευάζωμεν, τοιουτοτρόπως έχομεν και
συρμόν χωρίς να τον παράγωμεν. Ας ήνε καλά η ευάριθμος εκείνη
ομάς των λεγομένων πολιτισμένων ή φιλοπροόδων, ως τους εβάπτισεν
η εφημερίς των, οι οποίοι φροντίζουν να κάμνουν εγκαίρως την
προμήθειάν των από το εξωτερικόν χάριν των εγχωρίων καταναλωτών,
και να εξοδεύουν το περιζήτητον εμπόρευμα όχι μόνον προς ίδιον
κέρδος, αλλά και προς ωφέλειαν ψυχοσωτήριον της πολυαρίθμου
πελατείας των.
— Θα μου επιτρέψης όμως μίαν παρατήρησιν.
— Όσας θέλης· το θέμα είνε άξιον συζητήσεως, και πολύ
διασκεδαστικόν· αφού δε το ηρχίσαμεν άπαξ, ας το εξαντλήσωμεν
όσον το δυνατόν. Λέγε.
— Αφού λέγεις, ότι οι εισαγωγείς αυτοί του ξένου συρμού έχουν
τόσον πολυάριθμον πελατείαν, ότι μ' άλλους λόγους όλος σχεδόν ο
κόσμος εις τας Αθήνας ακολουθεί τον συρμόν, παρεδέχθης δε ήδη προ
ολίγου, ότι υπάρχει πολιτισμός τις του συρμού, διατί δεν
παραδέχεσαι, ότι οι Αθηναίοι είνε πολιτισμένοι;
— Διότι, όταν λέγω π ο λ ι τ ι σ μ έ ν ο ς περί ανθρώπου
οιουδήποτε ή περί λαού, δεν εννοώ τον πολιτισμόν αυτόν του
συρμού, τον οποίον μου ενθύμισες, τουτέστι δεν εννοώ την
επιφάνειαν, ούτε το φόρεμα, ούτε τον τρόπον του χαιρετισμού, ούτε
το κόψιμον των μαλλιών, ούτε το σχήμα της μύτης των υποδημάτων.
Όλα αυτά είνε προσωπείον εύμορφον, το οποίον, ως όλα τα
προσωπεία, δεν καλύπτει πάντοτε και εύμορφον πρόσωπον. Όλα αυτά
αγοράζονται προχείρως δι' ολίγων κερμάτων, και είνε εις την
διάθεσιν του πρώτου ξυλοσχίστου, όστις νομίση φιλοτιμίας ζήτημα
να καταβάλη το αντίτιμόν των εκ του περισσεύματός του ενίοτε, ή
πολύ συχνότερα εκ του υστερήματος αυτού. Υποθέτει βεβαίως αυτός —
και διά τούτο το κάμνει, — ότι τοιουτοτρόπως πολιτίζεται,
εξευγενίζεται, ως λέγει, και θαυμάζει ίσως ενδομύχως πόσον
εύκολος είνε ο πολιτισμός. Αλλά πολιτισμός είνε αυτό; Είνε αυτό
μαρτύριον επαρκές της μορφώσεως εκείνης του νου, του εξευγενισμού
εκείνου της καρδίας, της ημερώσεως εκείνης των ηθών, τα οποία όλα
ομού είνε απαραίτητα συστατικά στοιχεία του αληθούς πολιτισμού;
Ομολογώ, ότι δεν ετόλμησα να απαντήσω, ουδέ ηθέλησα να διακόψω
καν τον συνοδόν μου, ούτινος κατεφέρετο ήδη ζωηρότερος ο λόγος
και βιαιότερον ανεπάλλετο η ράβδος.
— Και είνε δυνατόν, εξηκολούθησε, να ονομασθή μία κοινωνία
πολιτισμένη, απλώς και μόνον διότι έχει γαλλικόν θέατρον, ή διότι
συγκροτεί χορούς εις τα ξενοδοχεία, ή διότι παίζει Croquet και
Rally Papers, ή διότι απέκτησεν ιπποδρόμια και λεμβοδρομίας, ενώ
υπάρχουν μεταξύ αυτής άνθρωποι, και είνε οι περισσότεροι
δυστυχώς, οι οποίοι καίουν τα δάση διά ν' αποκτήσουν χόρτον τα
πρόβατά των, και λατομούσι την Πνύκα διά να κτίσωσιν αχυρώνας; οι
οποίοι αποσπώσι τους τρυφερούς κλάδους των δενδρυλλίων της οδού
διά να μαστίσωσι τους όνους των και ρίπτουσι τα καθάρματα των
οικιών αυτών προ της θύρας των διά να ευωχώνται οι ανέστιοι
σκύλοι της γειτονίας; οι οποίοι αποκαθηλούσι τα καθίσματα των
πλατειών, και χύνουσιν από τα παράθυρα τα ρυπαρά των ύδατα επί
της ράχεως των διαβατών, και σχίζουσι με τα μαχαίριά των τα
καθίσματα των αμαξών του σιδηροδρόμου; Ή μη τυχόν είνε δείγμα
πολιτισμού το να ραπίζωσι τους ανθρώπους οι φρουροί της δημοσίας
ασφαλείας, ή το να εισέρχωνται έφιπποι αξιωματικοί εις τα ύπαιθρα
καφενεία, ή το να θηρεύωνται κατά τον χρόνον της επωάσεως τα
πτηνά, διά το Μ ο υ σ ε ί ο ν δήθεν και δυνάμει επισήμου αδείας
της αρχής, ή το να καίωνται το Πάσχα αι Αθήναι από τα σ μ π ά ρ α
των α ν τ ά μ ι δ ω ν;
Και περάνας την αποστροφήν του ο φίλος μου, έστη ενώπιόν μου
προκλητικός ως ερωτηματικόν σημείον.
— Δεν τ' αρνούμαι όλ' αυτά, υπέλαβον εγώ δειλώς, πολύ δειλώς,
διότι είνε δυστυχώς αλήθεια· αλλά νομίζω ότι το συμπέρασμά σου
είνε κάπως υπερβολικόν.
— Πώς; υπερβολικόν; εφώνησεν εκείνος, και η ράβδος του εδούπησεν
επί του πεζοδρομίου.
— Νομίζω, τοιαύτα δείγματα βαρβαρότητος απαντώνται και εις τους
πλέον πολιτισμένους τόπους . . .
— Μάλιστα, φίλτατε, απαντώνται· αλλ' απαντώνται ως εξαίρεσις,
και οσάκις απαντώνται αποδοκιμάζονται υπό της κοινής συνειδήσεως,
καταδιώκονται υπό της αρχής, και τιμωρούνται υπό της δικαιοσύνης.
— Και μήπως εδώ; . . .
— Διόλου! διέκοψεν ατίθασος ο φίλος μου, πριν ή περάνω την
φράσιν μου. Διόλου. Εδώ όχι μόνον οι πολλοί, αλλά και οι ολίγοι,
οι κάπως πολιτισμένοι, τ' ακούομεν και αδιαφορούμεν ως επί το
πλείστον· η αρχή δεν τα καταδιώκει, και οσάκις τα καταδιώξη θα
ήτο καλλίτερον να μη τα κατεδίωκε, διότι η καταδίωξίς της
τελειόνει συνήθως εις την συνοπτικήν διαδικασίαν των ραπισμάτων·
της δε δικαιοσύνης ποσάκις δεν δεσμεύομεν πάλιν τας χείρας ημείς,
οι δήθεν πολιτισμένοι και ισχύοντες, εγώ ο δημοσιογράφος, συ ο
βουλευτής . . .
— Α! όσον δι' αυτό, διαμαρτύρομαι!
— Αδιάφορον· αν δεν το κάμνεις συ, το κάμνει άλλος συναδελφός
σου, και είνε το ίδιον. Μη ζητής λοιπόν παραβολάς και ομοιότητας
μεταξύ των εδώ συμβαινόντων και των γινομένων αλλαχού του
πολιτισμένου κόσμου. Ημείς εδώ, φίλτατε, είμεθα ακόμη
απολίτιστοι, και αν δεν είμεθα βάρβαροι εντελώς, είμεθα
ημιβάρβαροι, το οποίον είνε πολύ χειρότερον, διότι απατά.
— Αλλά τέλος πάντων, ανέκραξα εν απογνώσει, δεν είμεθα όλοι.
Είνε και άνθρωποι . . .
— Αληθώς πολιτισμένοι. Συμφωνότατος. Αλλ' ο πολιτισμός των
ανθρώπων αυτών, των πολύ ολίγων — σημείωσε — δεν είνε πολιτισμός
εθνικός, δεν είνε γέννημα της πατρίου γης ουδέ προϊόν πατρίου
ατμοσφαίρας. Απεκτήθη επί ξένης γης ως επί το πολύ, ή διά ξένης
μορφώσεως, και ομοιάζει προς τα φυτά των θερμοκηπίων, τα οποία
θάλλουσιν εν μέσω του χειμώνος στεγόμενα υπό των υέλων κατά του
βορρά και του ψύχους και θαλπόμενα διά μυστικών θερμαγωγών
σωλήνων. Αποτελούσι και αυτά μέρος του κήπου, αλλ' ο κήπος κύκλω
είνε κατάξηρος και χέρσος.
— Ω! δεν είνε πάλιν τόση η διαφορά . . .
— Αν δεν είνε τόση ακριβώς, είνε σχεδόν τόση. Δι' αυτό γελώ, εγώ
τουλάχιστον, όταν ακούω τους πολιτισμένους αυτούς κυρίους να
παραπονώνται και ν' αγανακτούν, ότι δεν έχομεν αυτό και ότι
στερούμεθα εκείνο, ότι μας λείπει τον χειμώνα γαλλικόν θέατρον ή
ότι δεν ευρίσκει τις εις τας Αθήνας τσάι της προκοπής. Υποθέτουν
ότι ο πολύς κόσμος αισθάνεται και πρέπει να αισθάνεται τας ιδικάς
των ανάγκας, και λησμονούν, ότι αυτοί μεν είνε εμπρός, πολύ
εμπρός, οι δε άλλοι οπίσω, διότι αυτοί μεν διήνυσαν την οδόν διά
του σιδηροδρόμου, οι δε άλλοι παρέπονται πεζοί.
Ωμίλει έτι ο φίλος μου, ότε εισήλθομεν εις την πόλιν. Ήτο ήδη
νυξ· ευάριθμος δε νέων ομάς, αδόντων μεγαλοφώνως, επρόβαλλε την
στιγμήν εκείνην εις την λεωφόρον από πλαγίας οδού. Το βήμα των
ήτο ασταθές και το άσμα των όμοιον.
— Ιδού, είπε σταματήσας ο συνοδός μου, έν πρόχειρον δείγμα του
πολιτισμού μας. Και όμως οι κύριοι αυτοί είνε του συρμού, διότι
και στενάς περισκελίδας φορούν και μυτερά υποδήματα.
Και εχωρίσθημεν.
ΤΟ ΣΥΜΠΟΣΙΟΝ ΤΩΝ ΣΚΥΛΩΝ (16)
Όστις πρωινός εξέρχεται του οίκου του εν Αθήναις έχει πολλάς
διασκεδάσεις και τέρψεις ποικίλας, τας οποίας στερούνται συνήθως
οι μεσημβρίζοντες οκνηροί. Αλλ' υπέρ πάσας όμως τας άλλας, υπέρ
την ορθρίζουσαν μουσικήν των ερρίνων κραυγών των σαλεπτζήδων και
τας οξείας φωνασκίας των εφημεριδοπωλών, όπερ το εύχαρι και
πλήρες ζωής θέαμα των εις τα σχολεία ταχυβατούντων παιδίων και
κορασίων, και των από της αγοράς ερχομένων οψοκόμων, έν ιδίως
ανεκλάλητον και απερίγραπτον, αλλά τακτικώς όμως καθ' ημέραν
επαναλαμβανόμενον θέαμα ελκύει το βλέμμα του διαβάτου και
ανακόπτει πολλάκις το βήμα του. Το θέαμα δε τούτο το εξόχως
διασκεδαστικόν, εν όλη αυτού τη κακόσμω πολλάκις ρυπαρία, είνε το
κατά πάσαν πρωίαν προ πάσης σχεδόν εξωθύρας των οικιών τελούμενον
πανηγυρικόν συμπόσιον των αστέγων και φερεοίκων σκύλων των
Αθηνών. Της κυνικής δε ταύτης πανδαισίας χορηγός μεν είνε
πανταχού ρυπαρά τις και λιπαρόχειρ μαγείρισσα, ευμενείς δε και
ανεκτικοί προστάται και οιονεί τραπεζοκόμοι η αστυνομία της
πρωτευούσης και η δημοτική αρχή Αθηναίων.
Πρωί, λίαν πρωί, μόλις χαράξη και ανοίξη η εξώθυρα του οίκου, θα
ιδήτε, αν έχετε διάθεσιν και είσθε πρωινός, προβάλλουσαν της
θύρας νυσταλέαν τινά και άνιπτον ανδρίαν ή ναξίαν μέγαιραν,
κρατούσαν εις την ευτραφή και σπαργώσαν αυτής αγκάλην ευμέγεθες
εκ λευκοσιδήρου δοχείον. Το οκτάγωνον αυτό κιβώτιον περιείχεν
άλλοτε πετρέλαιον. Εταξείδευσε μακρόθεν, εξ Αμερικής, καθ' υψηλήν
κυβερνητικήν παραγγελίαν, εν πομπή και παρατάξει, σεσημασμένον με
βασιλικάς σφραγίδας, συνοδευόμενον κατά την πορείαν αυτού διά
δηλωτικών και πιστοποιήσεων απειραρίθμων, και εταμιεύθη εις
αποθήκας δημοσίας, όθεν εξήλθεν υπερήφανον επί τη πενταπλασία
υπερτιμήσει της αξίας του περιεχομένου του. Αλλά το πολύτιμον
αυτού αίμα εξέρρευσε βαθμηδόν, φωτίσαν τις οίδε πόσας αγρυπνίας
και πόσην εργασίαν, πόσας χαράς ή αγωνίας και πόσα όργια ή πένθη,
το δε πρόστυχον αυτό κέλυφος, κενόν και περιφρονηθέν, αφού
ερρίφθη από γωνίας εις γωνίαν του μαγειρείου και εδέχθη εις τους
κόλπους αυτού παν κάθαρμα και πάντα φορυτόν, κατήντησεν επί
τέλους το τακτικόν δοχείον των σαριδίων του μαγειρείου και των
αποτραπεζίων αυτού λειψάνων.
Εκεί ταμιεύεται πλέον παν οστούν γυμνωθέν υπό τους οδόντας της
οικοσίτου γαλής, και παν άρτου κατάρρυπον θρύμμα, σαρωθέν από
πάσης γωνίας του οίκου. Εκεί παν λαχάνου εξώφυλλον και πάσα
δαυκίου ουρά. Εκεί των κενών ωών τα κελύφη και τα σπογγίσαντα το
τηγάνιον τεμάχια χαρτιού. Εκεί τέλος παν απόβλημα της τραπέζης
και όλα των ερμαρίων τα περιττώματα. Και το πολύτιμον αυτό
ταμίευμα φυλάσσεται εις την γωνίαν εκεί, μέχρις ου σημάνη εκ της
οδού ο κώδων της δευτέρας αυτού παρουσίας εν τω κάρρω της
αστυνομίας.
Αλλ' ο καρραγωγεύς της καθαριότητος δεν είνε δυστυχώς πάντοτε και
πανταχού πρωινός. Τις οίδεν εις ποίον πρωινώτερον αυτού
οινοπωλείον καταγίνεται να στομώση τον στόμαχόν του προς τας
μελλούσας αναθυμιάσεις του κάρρου του. Άλλως δε και προς τι να
σπεύση; Μήπως θα τιμωρηθή αν βραδύνη, ή μήπως κινδυνεύει να
επανέλθη κενός; Το φορτίον του είνε πάντοτε έτοιμον και τον
περιμένει. Ας περιμείνη λοιπόν. Το φορτίον όμως δεν τον περιμένει
εις την γωνίαν του, αλλ' εξέρχεται εις την οδόν.
Η μαγείρισσα επρόβαλεν εις την θύραν, κατεσκόπησε δεξιά και
αριστερά την οδόν, ουχί μήπως ανακαλύψη ερχόμενον το αμάξιον της
καθαριότητος, αλλά μήπως ίδη που κοκκινίζοντα πρωινόν τινα
κλητήρα, και αφού επείσθη, ότι πάντα ηρεμούσιν, ότι ουδέν
εχθρικόν βλέμμα την κατοπτεύει, ανέτρεψε διά μιας τον τενεκέν της
— όχι προ της εξωθύρας του οίκου εν ώ υπηρετεί, αλλά προ της
γειτονικής συνήθως, ίνα σώση οπωςδήποτε την φιλοτιμίαν των κυρίων
της — και εξηφανίσθη ταχεία εις τα βάθη της οικίας.
Δεν επρόφθασε να στρωθή η ύπαιθρος τράπεζα, κ' επέδραμον ήδη οι
συνδαιτυμόνες, ως εξ αοράτου τινος αλλ' ουχί και αόσμου
συνθήματος συνεννοηθέντες. Οι πλείστοι εξ αυτών είνε τακτικοί
πελάται του πρωινού αυτού συσσιτίου, Stammgäste, ως λέγουσιν οι
γερμανοί, της πενιχράς εκείνης ευωχίας, δι' ης κατορθούσιν οι
ταλαίπωροι να συγκρατώσι την λιπότριχα αυτών επιδερμίδα επί των
ατροφικών των οστών. Αλλ' είνε όμως πού και πού μεταξύ αυτών και
έκτακτοι ξένοι, διαβάται τυχηροί, ων είλκυσε τον βουλιμιώντα
στόμαχον η οσμή, ή παρέτρεψε το πλανητικόν βήμα η όψις του
απροσδοκήτου θηράματος. Όρμησαν όλοι διά μιας συνωθούμενοι και
γρύζοντες επί τον σωρόν, και ο σωρός διεσκορπίσθη αμέσως εις
σκύβαλα και εκάλυψε την οδόν, υπό τον τριγμόν των σιαγόνων και
τον βρυγμόν των οδόντων του πειναλέου εκείνου σκυλολογίου. Ουδείς
εξ αυτών εστρώθη κατά γης, διότι πού να ευρεθή εκεί τεμάχιον
άξιον χρονιωτέρας ασχολίας και καθιστικής καταναλώσεως!
Καταβροχθίζουσιν όλοι όρθιοι και βιαστικοί, σπεύδοντες να
τελειώσωσι, πριν ή — ως συμβαίνει δυστυχώς ενίοτε — αιφνίδιον
λάκτισμα διακόψη την πανδαισίαν αυτών ή ράβδου επιφοίτησις ταράξη
την χώνευσίν των. Σκαλίζουσιν ανυπόμονοι τον φορυτόν διά των
ονύχων των, εκλέγουσι τούτο, περιφρόνούσιν εκείνο, — διότι είχεν
η μαγείρισσα την κακοήθειαν να ταμιεύση εντός του τενεκέ και
πράγματα άξια της περιφρονήσεώς των — αναπνέουσι μόνον και
πνευστιώσι θορυβωδώς, αλλ' ουδεμία διακόπτει υλακή την φοβεράν
των σιαγόνων των λειτουργίαν.
Εκτός μόνον αν συμπέσωσι δύο ή και τρεις πολλάκις επί το αυτό
οστούν. Τότε . . . . χαίρε πλέον συμπόσιον και χαίρε ευωχία! Την
ειρήνην διεδέχθη ο πόλεμος, το ανενόχλητον κοκκάλισμα ρήξις
αιματηρά, την κατανυκτικήν σιγήν υλακαί οργής και απειλών, και οι
οδόντες καρφόνονται εις των εχθρών τας ράχεις, όσοι φρονιμώτεροι
δεν ετράπησαν εις φυγήν, εκ του φόβου μεγαλειτέρων συμφορών.
Τι απομένει εις την οδόν, ευκόλως το φαντάζεταί τις, αν δεν το
είδε.
Το κάρρον της καθαριότητος παρέρχεται μετ' ολίγας ώρας — ενίοτε
και μετ' ολίγας ημέρας — και αναλαμβάνει τα σαπρά λείψανα του
συμποσίου των σκύλων, αφού έμειναν εκεί τόσον χρόνον, όσος
ακριβώς εχρειάζετο διά να αρωματίσωσι την οδόν.
Και του συμποσίου τούτου, ως ελέγομεν εν αρχή, επίσημοι
τραπεζοκόμοι είνε αφ' ενός μεν ο δήμος Αθηναίων, όστις πληρόνει
μόνον τα αμάξια της καθαριότητος, αλλά δεν έχει, φαίνεται, και το
δικαίωμα να τα εξελέγχη, και η αστυνομία των Αθηνών, ήτις τα
επιτηρεί μεν και τα εξελέγχει, αλλά δεν έχει και το δικαίωμα να
τα πληρόνη μεν, όταν καθαρίζωσι την πόλιν, να μη τα πληρόνη δε,
όταν αφίνωσι τα καθάρματα της πόλεως εις ύπαιθρον συμπόσιον των
σκύλων της.
ΤΑ ΕΜΠΟΡΙΚΑ ΚΑΙ ΑΙ ΚΥΡΙΑΙ (17)
Τίποτε δεν τας πτοεί, ούτε τας αναχαιτίζει.
Ούτε το δριμύ ψύχος των ημερών αυτών, το μεταβάλλον εις άμορφα
κουβάρια τους διαβάτας, ούτε η ακατάσχετος μανία του βορρά, η
απειλούσα κατά παν αυτών βήμα να ανατρέψη τα ελαφρά των και
ευλύγιστα σώματα.
Αν εξέρχεσθε πρωί εις τας οδούς, θα τας απαντήσητε, και το βράδυ,
αργά, όταν επιστρέφετε εις τας οικίας σας, τας επαναβλέπετε
πάλιν.
Διατρέχουσι συνήθως έν μέγα τρίγωνον, αρχόμενον από της πλατείας
της Ομονοίας, αναβαίνον διά της οδού Σταδίου προς την πλατείαν
του Συντάγματος, καταβαίνον διά της οδού Ερμού προς την αοίδιμον
Ωραίαν Ελλάδα, και καταλήγον πάλιν προς την πλατείαν της Ομονοίας
διά της οδού Αιόλου.
Ομοιάζουσι πολλάκις — τόσον παρακολουθούσι πυκναί η μία την
άλλην, μόναι, ή ανά δύο, ή κατά συστάδας — τους εις θήραν τροφής
εκστρατεύοντας μύρμηκας· μόνον ότι δεν τρίβουσιν, ως εκείνοι,
προς αλλήλας τας πορφυράς εκ του βορρά ρίνας των. Σταματώσιν
όμως, οσάκις συναντήσωσιν ομοφύλους και γνωρίμους, αδιαφορούσαι
προς την κρυεράν αναπνοήν της Πάρνηθος, ήτις κυματίζει τας
εσθήτας των, και προδίδει τους μικρούς καμπύλους των πόδας, και
βάπτει ιανθίνους τας δροσεράς των παρειάς. Ανταλλάσσουσιν έν
μειδίαμα και μίαν χειραψίαν, ερωτώσιν η μία την άλλην πόθεν
έρχεται και πού υπάγει, και αποχωρίζονται φαιδραί και σπεύδουσαι
εις εκπλήρωσιν της υψηλής αυτών αποστολής.
***
Πόθεν έρχονται και πού υπάγουσιν;
Ως να μη το εγνώριζον!
Έρχονται από τας οικίας των, όπου αφήκαν πρωί πρωί το θάλπος και
τα κλειστά παράθυρα, την ανημμένην εστίαν και τον διαρραφή των
κοιτωνίτην, και εξήλθον εις τους παγερούς δρόμους και τας
αναπεπταμένας πλατείας, άλλαι με τας σισύρας και τα βαρέα των
περιώμια και τους πτιλωτούς των β ό α ς, και άλλαι,
ευσταλέστεραι εξ ανάγκης ή φιλαρεσκείας, επιδεικνύουσαι ασκεπή
την γλαφυράν των οσφύν και αψηφώσαι το δριμύ πνεύμα του ανέμου,
εν πλήρει πεποιθήσει εις την αντοχήν των τοσάκις αγωνισθέντων
ώμων των.
Πηγαίνουσι δε όλαι, ή σχεδόν όλαι, εις . . τα εμπορικά! Εις του
Βουγά και του Χουτοπούλου, εις του Κατελούζου και του Πατσιφά,
και εις όλων των άλλων φιλομειδών και επιχαρίτων βαλαντιοσκόπων
τας ελκυστικάς και πολυωνύμους παγίδας, όσας έχει στήσει ο συρμός
εκατέρωθεν των μεγάλων εμπορικών αρτηριών της πρωτευούσης.
Πηγαίνουσιν ίσως — θα υποθέσετε όσοι τας βλέπετε μεν αλλά δεν τας
γνωρίζετε — διά να αγοράσωσιν;
Ενίοτε ναι, αλλ' ως επί το πλείστον όχι, — ευτυχώς!
Αλλοίμονον, εις τους αθηναίους, αν όλαι αυταί αι αθηναίαι
μετέβαινον εις τα εμπορικά, ίνα κενώσωσι τα βαλάντιά των! Τα
δυστυχή αυτά, τα ρικνά και χρόνιον ατροφίαν πάσχοντα βαλάντια προ
καιρού ήδη πολλού θα είχον εντελώς κενωθή, πολύ έτι πριν επιτείλη
το σύστημα των οικονομικών συνδυασμών εις τον ελληνικόν ορίζοντα,
πολύ πριν ή ανακηρυχθώσι χωρίς ποτέ να βασιλεύσωσι τα περιλάλητα
ισοζύγια, πολύ πριν ή σημάνη η πρώτη Δεκεμβρίου 1893 το Δ ι'
ε υ χ ώ ν των αγίων εις τας ελληνικάς περιουσίας.
***
Όχι, ευτυχώς!
Δεν πηγαίνουσιν αι αθηναίαι εις τα εμπορικά διά να αγοράσωσιν.
Αγοράζουσιν ενίοτε, αλλ' εν παρέργω ή εν εσχάτη ανάγκη· ένα πήχυν
ίσως ταινίας οιασδήποτε ή ημίσειαν δωδεκάδα κομβίων, αν μετά
δίωρον βάσανον του δυστυχούς εμπόρου και ατελείωτον λογοκοπίαν
αισθανθώσι το ερύθημα της εντροπής· ή ακριβώς μεν εκείνο, διό
εξεκίνησαν πρωί από της οικίας των, αλλά μετά πεντάωρον ριζικήν
ανασκάλευσιν όλων των εμπορικών καταστημάτων από του πρώτου μέχρι
του τελευταίου.
Αι κυρίαι των Αθηνών μεταβαίνουσι κυρίως εις τα εμπορικά διά να
διασκεδάσωσιν. Η εκδρομή των είνε είδος τι περιπάτου, είδος τι
α λ ε π ο ύ ς, της οποίας η σύλληψις γίνεται πολλάκις παραδόξως
εις το ζαχαροπλαστείον του Γιαννάκη, είδος τι προσκυνήματος εις
τας προθήκας των εμπορικών, ων η εξωτερική λατρεία, ελκύει μεν ως
επί το πολύ τας ευλαβεστέρας και εις τα ενδότερα του τεμένους,
αλλ' όχι πάντοτε και εις απόθεσιν του οβολού των εις τον κορβανάν
των ιερέων του Ερμού.
***
Τι να κάμωσι το πρωί εις την οικίαν των; Τα παιδία των, αν έχουν,
επήγαν ήδη εις το σχολείον· η μαγείρισσα επέστρεψεν από την
αγοράν· το μυθιστόρημά των θα το αναγνώσωσι το εσπέρας· η
υπηρέτρια ήνοιξε τα παράθυρα της οικίας και ξεσκονίζει.
Ο οίκος των είνε αυτόχρημα ακατοίκητος.
Έπειτα, τι απίθανον να έφερε διά του τελευταίου ατμοπλοίου κανέν
νέον ύφασμα ο Πατσιφάς ή κανέν νέον κόσμημα της αιθούσης ο
Χουτόπουλος; Είνε δίκαιον να μη το ίδωσι, και το βράδυ, όταν
συναντηθώσι που περί το μικρόν τραπέζιον του τεΐου ή την
μεγαλειτέραν τράπεζαν του Μ ά ο υ ς, να φανώσιν αυταί
διδασκόμεναι παρ' άλλων τα νέα;
***
Τας γνωρίζουσιν όλας οι δυστυχείς έμποροι, τας γνωρίζουσιν εκ
μακράς, ορθίας και κοπιώδους πείρας.
Δι' αυτό εκφράζει ανεκλάλητον χριστιανικήν εγκαρτέρησιν το
οξύμωρον εκείνο μειδίαμα, το οποίον διαστέλλει τα προσηνή των
χείλη, οσάκις νέα προσκυνήτρια προσέλθη, αυξάνουσα το άλλο πλήθος
των συνηγμένων ήδη εντός του τεμένους εκείνου του συρμού.
Τας γνωρίζουσι· και εν τούτοις τας υποδέχονται προσκλίνοντες την
σπονδυλικήν αυτών στήλην, προσφέροντες εις αυτάς κάθισμα, και
ερωτώντες γλυκερώτατα·
— Τι προστάζετε;
Αλλ' εις την ερώτησιν αυτήν σπανίως δίδεται απάντησις. Η νέηλυς
κάθηται εν πρώτοις, εξάγει κατόπιν το ρινόμακτρόν της και
σπογγίζει την ρίνα της — ήτις, όσον γυναικεία και αν ήνε, είνε
όμως ρις ανθρωπίνη — και αρχίζει έπειτα ατελείωτον διάλογον προς
τας παρακαθημένας της·
— Τι κάμνετε;
— Πώς είσθε;
— Πόσον καιρόν έχω να σας ιδώ!
— Πώς είνε τα παιδιά;
— Το μικρό ήτον ολίγον κρυωμένο. Τώρα είνε καλλίτερα. . . .
Ευχαριστώ. Και ο κύριος αδελφός σας;
— Και η νύμφη σας;
— Καλέ θα φύγετε, έμαθα! μ' αυτόν τον καιρόν;
— Δεν απεφασίσαμεν ακόμη τίποτε. Ίσως μετά τας εορτάς, . . Και
σιγώτερα, εις το ους·
— Καλέ, πώς σας εφάνη; η κυρία Κ . . . ν' αφήση τον άνδρα
της! . . .
— Η κυρία Α . . . θέλετε να ειπήτε.
— Μπα! και η κυρία Α . . . ; περίεργον. Και πώς αυτό;
— Πολλά λέγονται . . . . .
Και λέγονται αληθώς πολλά, αναρίθμητα, ατελείωτα.
Έχουσι, βλέπετε, και αι κυρίαι τα καφενεία των, ως οι άνδρες.
Τα δε ταλαίπωρα γ α ρ σ ό ν ι α ίστανται εκεί όρθια προ των
καταφόρτων τραπεζών, όπου υπό τους δυσκόλους δακτύλους των
ανορέκτων πελατίδων ανεπτύχθησαν ήδη μεταξωτά και μάλλινα,
επίκροκα και ταινίαι, στηθόδεσμοι και περιτραχήλια, εις μάτην
προσμένοντα την εκλογήν των.
Ανοίγει τέλος το στόμα της η νέηλυς, αφού είπεν όσα είχε και
ήκουσεν όσα ήθελε, και ζητεί κάτι, αλλ' εική, ασκόπως, ως θα
εζήτει ο,τιδήποτε άλλο. Αι χάρτιναι θήκαι καταβαίνουσι ταχείαι
από των θέσεών των, οι υπάλληλοι αρχίζουσι τον πανηγυρισμόν του
περιεχομένου των, και αι μικραί της κυρίας χείρες αναδιφώσι,
παραμερίζουσι, σκαλεύουσι, πασπατεύουσι, και καθ' ην στιγμήν
εφάνη σαν τέλος ότι κάτι εξέλεξαν, και ηκτινοβόλησε του υπαλλήλου
ο οφθαλμός, και προσέκλινεν ο καταστηματάρχης επιδοκιμάζων την
καλαισθησίαν της εκλογής, αι μικραί χείρες αποσύρονται αδρανείς,
η κυρία εγείρεται, — αφού εξεκουράσθη ήδη εντελώς — και λέγει
χαριέστατα μειδιώσα·
— Ευχαριστώ . . . . θα ξαναπεράσω!
***
Και ξαναπερνά δυστυχώς, ως τοσάκις ήδη εξαναπέρασε.
Και το προσκύνημα αυτό το ατελείωτον επαναλαμβάνεται καθ'
εκάστην· αρχίζει την πρωίαν και λήγει την μεσημβρίαν ή και την
εσπέραν πολλάκις, χωρίς ποτέ να κουρασθώσιν αι προσκυνήτριαι,
χωρίς να βαρυνθώσι, χωρίς να πεινάσωσιν, όταν σημαίνη μεσημβρία,
χωρίς να πτοηθώσι το σκότος, όταν ανάπτωνται πλέον οι σπάνιοι
φανοί των οδών.
Και επιστρέφουσιν εις τας οικίας των, κατευχαριστημέναι ότι
καταδιεσκέδασαν, ενώ οι ταλαίπωροι σύζυγοι, οι αδελφοί ή οι
πατέρες των αναμένουσι πεινώντες την επιστροφήν των, ίνα
καθίσωσιν εις την τράπεζαν.
ΑΝΑ ΤΑΣ ΟΔΟΥΣ ΤΩΝ ΑΘΗΝΩΝ (18)
Ας μην ανησυχήση ο κύριος Δήμαρχος Αθηναίων.
Δεν έχομεν σκοπόν να επιθεωρήσωμεν τας οδούς της πόλεως.
Την επιθεώρησιν αυτών θα επιχειρήσωμεν ίσως άλλην τινά ημέραν,
όταν παρέλθη ο καιρός των βροχών και του βορβόρου, και καταστή
ούτως ακίνδυνος οπωσδήποτε η ευσυνείδητος του έργου ημών
εκπλήρωσις. Δεν θα αναμείνωμεν, εννοείται, τον κονιορτόν του
θέρους, διότι θα έχωμεν ανάγκην κάτι να ίδωμεν χωρίς να
τυφλωθώμεν. Θα εκλέξωμεν μίαν των σπανίων ημερών, καθ' ην να μη
υπάρχη κονιορτός μήτε βόρβορος. Επειδή δε αι ημέραι αύται είνε
σπάνιαι, σπανιώταται εν Αθήναις, διότι και όταν ήνε κονιορτός,
ηξεύρουσι την τέχνην οι καταβρέκται του Δήμου να μεταβάλλωσιν
αυτόν εις βόρβορον, μειδιά ήδη βεβαίως εν μακαριότητι ο κύριος
Δήμαρχος, συλλογιζόμενος ότι μακρόν καιρόν θα αναμείνωμεν την
ανατολήν της εξαιρετικής εκείνης ημέρας,
Αι! τις οίδεν; Ο μέγας της Ελλάδος θεός, ο θεός ο δωρήσας εις
τους Έλληνας το κοινοβουλευτικόν πολίτευμα και το γαλλικόν
θέατρον, ο εισαγαγών παρ' ημίν το θείον δώρον του χρηματιστηρίου
και πολιτίσας ημάς μέχρι του Κυνηγίου της Αλώπεκος και των bals
calicot, θα ευδοκήση να χαρίση και εις τας Αθήνας μίαν ημέραν
άνευ βορβόρου και άνευ κονιορτού.
Δεν την περιμένομεν, βλέπετε, από τους ανθρώπους, αλλά την
περιμένομεν από τον θεόν, όστις σήμερον τουλάχιστον, εκεί όπου
κατηντήσαμεν, αφού δεν ευδοκεί να μας βρέξη ολίγον χρυσόν διά τα
τοκομερίδια, ημπορεί επί τέλους και να παύση βρέχων νερόν δι'
ολίγας ημέρας.
Μίαν από τας ημέρας αυτάς θα επιθεωρήσωμεν και ημείς τας οδούς
της πρωτευούσης και την κατάστασιν αυτών.
***
Σήμερον σκοπόν μόνον έχομεν να μεταδώσωμεν εις τους αναγνώστας
ημών ολίγας εκ των προχείρων διασκεδάσεων και τέρψεων, τας οποίας
παρέχουσι δωρεάν αι οδοί των Αθηνών εις πάντα κάτοικον ή
διαβάτην, αστόν ή ξένον, επαρχιώτην ή αλλοδαπόν.
Διά να τας απολαύση τις όλας, δεν είνε πάντοτε ανάγκη να εξέλθη
εις την οδόν. Ενσκήπτουσιν αύται από της οδού κατά του μόλις
εξυπνήσαντος ή και κοιμωμένου έτι ακάκου θνητού, απαράλλακτα όπως
κατά την οθωμανικήν παροιμίαν μεταβαίνει το βουνόν προς τον
Μωάμεθ, οσάκις αυτός δεν ευκαιρεί να μεταβή προς εκείνο.
Ας παρέλθωμεν τους δυστυχείς σαλεποπώλας, οίτινες, αν δεν
ανήκουσιν ήδη εις το παρελθόν, είνε όμως αναντιρρήτως εκπεσούσα
πλέον μεγαλειότης. Ηνάγκασε και αυτούς ο προβαίνων ολονέν
πολιτισμός των Αθηναίων να γείνωσι πολύχειρες και πολυτεχνίται,
να προσθέσωσιν εις το αρχικόν και πατριαρχικόν των επιτήδευμα
πολλά άλλα, να μεταβληθώσιν από πλανοδίων πωλητών εις καθιστικούς
εμπόρους, να γείνωσι χαλβαδοπώλαι και βουτυροπώλαι, να ανοίξωσι
τέλος εμπορικά καταστήματα και να γείνωσιν επιτηδευματίαι
φορολογούμενοι, προς αγαλλίασιν του οικονομικού εφόρου, αφού δεν
ηδύναντο άλλως να κερδήσωσι τον ολιγαρκή και πενιχρόν αυτών βίον.
Διότι . . . . τις πίνει πλέον σαλέπι εν Αθήναις, όπου και αυτός ο
καφές κινδυνεύει να εκθρονισθή υπό του τεΐου; Μόλις που
βρογχοπαθής τις γραία, ή μαθητής επαρχιώτης προσκείμενος εις τα
παλαιά, ουδ' αποτριβείς έτι την μικροπολιτικήν σκωρίαν υπό του
θεάτρου των Ποικιλιών.
Δι' αυτό και σπανία, βραχνή, δειλή και εξησθενημένη ακούεται από
της οδού η φωνή του εωθινού σαλεποπώλου.
***
Αλλ' αντ' αυτής όμως ποία — Θεέ και Κύριε! — είνε η φοβερά εκείνη
κραυγή, η σχίζουσα τα ώτα ως μελωδικόν κορύφωμα νεοβαγνερικής
μουσικής, και καλύπτουσα τον κυλιόμενον πάταγον των τροχών
παρελαύνοντος αμαξίου; Είνε σάλπισμα δαίμονος κρυολογημένου, ή
απαίσιος ήχος σχιζομένου πανίου; είνε ροκάνας υπερμεγέθους
κρωγμός ή υλακή θηρίου τινός της Αποκαλύψεως; Είνε ζώου μυκηθμός
ή παράφρονος άναρθρος κραυγή;
Τίποτε απ' όλ' αυτά.
Είνε απλούστατα η μουσική πρόσκλησις του αρτοπώλου της οικίας.
Ο οιονεί από θριαμβικού δίφρου και δίκην γηίνου τοποτηρητού της
θείας προνοίας περιφέρων εις των πελατών του τους οίκους τον
επιούσιον αυτών άρτον εσταμάτησε προ της θύρας σας τον ταχύν
τριποδισμόν του ασθματικού του ιππαρίου, και φυσά φυσίγναθος την
ορειχαλκίνην του βυκάνην. Δεν ομοιάζει αυτός τον ράθυμον
καραγωγέα της καθαριότητος, όστις αδιαφορεί εντελώς αν ακουσθή·
θέλει τουναντίον να τον ακούσωσιν όλοι, και ο οξύς του φοβερού
του σαλπίσματος ήχος, κλονίζων τας υέλους των παραθύρων, σχίζων
τα ώτα των ενοίκων, παροξύνων εις σπαρακτικάς ωρυγάς τον σκύλον
της οικίας και εις αγωνίας κακαρίσματα τας όρνιθας της αυλής,
φθάνει τέλος διάτορος εις το μαγειρείον,
Εσώθημεν! Η μαγείρισσα εξήλθεν εις την οδόν και παρέλαβε το
σιτηρέσιον της οικίας.
Ο σαλπιστής παρήλθε, και η παράφωνος ηχώ της σάλπιγγός του
ακούεται περαιτέρω αναστατούσα την γειτονίαν.
Και όμως υπάρχει που άρθρον του ποινικού Νόμου, τιμωρούν την
διατάραξιν της οικιακής ειρήνης των πολιτών.
***
Να μείνωμεν ακόμη εντός του οίκου, διά να ακούσωμεν
αλληλοδιαδόχως τας ποικίλας κραυγάς του αγοράζοντος
μ π ο τ ί . . . λ ι α ι ς, του ζητούντος χ α λ κ ώ μ α τ α ν α
γ α ν ώ σ η και του ισχνού γυρολόγου, του πανηγυρίζοντος δι'
ερρίνου ψαλμωδίας το περιεχόμενον του ονοφορήτου εμπορικού του
καταστήματος;
Ας μας λείψη.
Αρκετά ήδη μας εξεκώφανεν ο αρτοφόρος. Ας εξέλθωμεν εις τας
οδούς, όπου άλλαι και πολλαί μας περιμένουσι ψυχαγωγίαι.
Εν πρώτοις αδύνατον είνε να μη απαντήσωμεν κάπου νωπήν τινα
τάφρον ανορυσσομένην προ των ποδών μας.
Οι αθηναίοι εσυνείθισαν εκ μακράς ανοχής των αρχών να θεωρώσι
τους δρόμους της πόλεως των ως ιδιόκτητον αγρόν, τον οποίον
αροτριώσι και άνασκάπτουσι και διβολίζουσιν, ως αν επρόκειτο να
τον φυτεύσωσιν όλον σπαράγγια. Ο είς εδώ ανοίγει χάνδακα, διά να
φέρη εις την οικίαν του το ύδωρ ή το φωταέριον, ο άλλος παρέκει
ανοίγει μεγαλείτερον διά να μεταγγίση εις τας γηραιάς και
απωστεωμένας πλέον αρτηρίας των υπονόμων της πόλεως τας περιττάς
ευωδίας του μαγειρείου και . . . . άλλων μερών του οίκου του.
Και όλα αυτά γίνονται ελευθέρως, ακωλύτως, όπως θέλει και κρίνει
πρόσφορον έκαστος συνταγματικός πολίτης των Αθηνών, δικαίαν
αξίωσιν έχων, ως τακτικώς ψηφοφορών και ατάκτως πληρόνων τους
φόρους του, να ασκή ανεξελέγκτως όσα νομίζει ελευθέρου πολίτου
δικαιώματα.
Αν μετά τινας ημέρας παρέλθετε πάλιν εκεί προ της τάφρου, θα
ίδετε αντ' αυτής ένα λόφον βορβόρου, και μετά τινας άλλας ημέρας,
ότε τον βόρβορον απεκόμισαν ήδη των διαβατών οι πόδες ή απέπλυνεν
η βροχή, ευρύ ρυπαρόν αυλάκιον.
***
Ας προχωρήσωμεν.
Θέλετε το πεζοδρόμιον ή την οδόν;
Αλλ' εκείνο είνε δυστυχώς ονόματι μόνον πεζοδρόμιον, πράγματι δε
ό,τι άλλο θέλετε.
Εκεί έχει σωρεύσει προ της θύρας του όλας αυτού τας κοφίνους ο
οπωροπώλης, και ο παντοπώλης όλα του τα σαρδελλοβάρελα. Εκεί έχει
παρατάξει ο καφεπώλης τα σιδηρά του τραπεζάκια και τας χωλάς του
καθέδρας. Εκεί πολλάκις το θέρος αναπτύσσονται εν υπαίθρω
ολόκληρα εστιατόρια. Εκεί θα προσκρούσετε ίσως προς το κομψόν
χειραμάξιον, εφ' ου η τροφός διακεκριμένου οίκου εξάγει εις
περίπατον το μαμμόθρεπτον νήπιον. Εκεί θ' ανακόψη παν βήμα σας
όμιλος αργών διερωτούντων αλλήλους τα νέα της ημέρας. Εκεί
κινδυνεύετε να κρημνισθήτε πολλαχού εις τα ταρτάρεια βάθη των
υπογείων αποθηκών των εμπορικών καταστημάτων, ων την χαίνουσαν
καταπακτήν ελησμόνησε να κλείση ο υπηρέτης, ή να ανατραπήτε υπό
γιγαντιαίας κενής κιβωτού, όθεν προ μικρού εξήχθησαν οι
τελευταίοι νεωτερισμοί των Παρισίων. Τα πεζοδρόμια χρησιμεύουσιν
εν Αθήναις εις πάντα και πάντας· μόνον εις τους πεζούς διαβάτας
δεν χρησιμεύουσιν. Άπορον δε είνε αληθώς, πώς εξέφυγον μέχρι
τούδε την προσοχήν των ποδηλατών. Δεν εννοώ τι θα τους εμπόδιζε
να εισβάλωσι και εις αυτά. Ίσως τους αποθαρρύνει κάπως η ιδέα,
ότι καλλίτερον είνε να π έ φ τ η κ α ν ε ί ς ε ι ς τ α
μ α λ α κ ά.
***
Δόξα τω Θεώ!
Ιδού τέλος και έν πεζοδρόμιον κενόν.
Παρέρχεσθε αργά, βραδυπατών, ελευθέρως αναπνέων. Είσθε αμέριμνος,
συλλογίζεσθε τις οίδε τι ωραία πράγματα, αναπάλλετε ησύχως το
ραβδίον σας, και ροφάτε ηδονικώς τον καπνόν του σιγάρου σας, ότε
αίφνης . . . Π ρ α φ! διά μιας αφ' υψηλού, τρία βήματα εμπρός σας
— αν είσθε τυχηρός — ή επί της κεφαλής σας αυτής αν είσθε ατυχής,
χύνεται βαρύς και ρυπαρός Νιαγάρας. Κατάπληκτος, διάβροχος και
βλασφημών υψούτε το βλέμμα, και βλέπετε υψηλά εκεί φαιδράν και
γυμνόποδα υπηρέτριαν, σφογγαρίζουσαν τον εξώστην της οικίας και
βρέχουσαν αμερίμνως επί της κεφαλής σας τον υγρόν αυτής βόρβορον.
Φωνάζετε, αν είσθε τολμηρός, και ακούετε εις απάντησιν τους
γέλωτάς της, συνοδευόμενους πολλάκις εν χορώ υπό των παρερχομένων
διαβατών. Σιωπάτε, αν είσθε δειλός, και παρέρχεσθε, μακαρίζοντες
την πρωτεύουσαν και τας αρχάς της. Δεν είσθε ο πρώτος, ούτε θα
ήσθε ο τελευταίος.
***
Δεν ειξεύρω, τι θα κάμη από πρώτης Ιανουαρίου η στρατιωτική
αστυνομία. Αλλ' ό,τι έκαμε μέχρι τούδε η διοικητική, διά να
καταστήση τας οδούς της πρωτευούσης εν ασφαλεία προσιτάς εις τους
κατοίκους αυτής, δεν παρέχει βεβαίως ύλην εις επικόν ποίημα ή εις
λόγον πανηγυρικόν. Ίσως τις των νεωτέρων συμβολιστών αντλήση εξ
αυτών το θέμα βαθείας τινός αλληγορίας. Το βέβαιον όμως είνε, ότι
η παροιμιακή δόξα της ελευθέρας Κερκύρας ωχρίασεν από πολλού προ
της αίγλης των Αθηνών.
ΟΙ ΤΡΑΓΟΥΔΙΣΤΑΙ ΤΟΝ ΟΔΩΝ (19)
Δεν ειξεύρω πότε ανεκάλυψε και πώς δικαιολογεί η νεωτέρα
ψυχολογία την ανακάλυψιν, ότι το άσμα είνε ενδόμυχος ανάγκη και
αυτόματος ούτως ειπείν έκχυσις τοιαύτης τινός ή τοιαύτης ψυχικής
καταστάσεως, ιδίως δε των δύο άκρως αντιθέτων, της φαιδρότητος
και της μελαγχολίας. Το βέβαιον όμως είνε, ότι τον μελαγχολώντα
Έλληνα — δεν εννοώ τον περισσότερον ή ολιγώτερον εξευρωπαϊσμένον,
τον ερρύθμως στενάζοντα προς την σελήνην και υποκώφως
διακιθαρίζοντα την ψυχικήν αυτού βαρυθυμίαν, αλλά τον γνήσιον και
ανεπίπλαστον και ημιβάρβαρον μεν αλλ' ελληνίστατον Έλληνα του
λαού σπανιώτατα ή μάλλον ειπείν ουδέποτε κινεί εις άσμα η
μελαγχολία. Άλλως η Ελλάς ολόκληρος θα είχεν από πολλών ήδη μηνών
μεταβληθή εις απέραντον ύπαιθρον ωδείον, οπού οι ελέω
ο ι κ ο ν ο μ ι κ ώ ν σ υ ν δ υ α σ μ ώ ν πτωχυνθέντες και
λιμοκτονηθέντες Έλληνες θα εξεθύμαινον εις ήχον μάλλον ή ήττον
βαρύν την μελανήν χολήν του στήθους των.
Ο ελληνικός λαός ψάλλει συνήθως όταν ήνε εύθυμος. Επειδή δε
τούτο, σήμερον ιδίως, σπανίως του συμβαίνει, αναζητεί την
ευθυμίαν εντός του πλήρους οίνου ποτηρίου, και όταν την εύρη —
πράγμα όχι δύσκολον — την διαλαλεί μεγαλοφώνως και μουσικώς, είτε
δι' ενός αμανέ είτε διά μιας καντάδας, αναλόγως πλέον της
καταγωγής αυτού, της μουσικής του ανατροφής, της καλαισθησίας του
ή της ειδικωτέρας ψυχικής του καταστάσεως. Την διαλαλεί δε τότε
οξυφωνότατα αληθώς και παταγωδέστατα, ξελαρυγγιζόμενος αυτόχρημα
και ογκούμενος μάλλον ή άδων. Έχει βεβαίως την ιδέαν ότι
τραγουδεί, αλλά κραυγάζει μόνον και ουδέν άλλο.
Ο Έλλην δεν επλάσθη υπό της φύσεως μουσικός. Τούτο είνε λυπηρά
αλήθεια, της οποίας μόνον χάριν της επικρατούσης προλήψεως και
προς αποφυγήν μακρολογίας δύναταί τις να παραδεχθή τους
Επτανησίους ως εξαιρέσεις. Ο Έλλην δεν έχει δυστυχώς ούτε το ους
μουσικόν ούτε την φωνήν μουσικήν. Πλην δε σπανίων εξαιρέσεων
ξεφωνίζει μεν συνήθως άδων, παραφωνεί δε ως επί το πλείστον ως
ραγισμένος οξύαυλος.
***
Και οσάκις μεν ο έλλην τραγουδιστής εκχύνει εις τόνους μάλλον ή
ήττον αμούσους και τραχείς και εις κραυγάς μάλλον ή ήττον οξείας
την τεχνητήν αυτού φαιδρότητα εκεί όπου την ηγόρασε, τουτέστι
παρά την τράπεζαν του οινοπωλείου, meno male, ως λέγουσιν οι
Ιταλοί· το κακόν είνε υποφερτόν. Τραγουδισταί και ακροαταί είνε
συνήθως οι αυτοί, ή, αν ήνε διάφοροι, ισοπεδούνται όμως ταχέως
υπό του ρητινίτου και ώτα και φωναί, η συναυλία ευρύνεται, και
όσοι δεν ψάλλουσιν, υποκρούουσιν επί τέλους διά των ποτηρίων ή
των γρόνθων αυτών επί της τραπέζης. Όλοι των είνε προδήλως
ευχαριστημένοι, και υπέρ πάντας αναντιρρήτως ο οινοπώλης, ο εκ
μακράς πείρας γινώσκων, αν μη υπό του Ευαγγελίου διδαχθείς, πότε
συνήθως εξοδεύεται ο ε λ ά σ σ ω ν οίνος.
Αλλ' όταν όμως οι ατμοί του οίνου γεμίσωσι τας κεφαλάς των
τραγουδιστών, και θερμανθή κατ' ολίγον μέχρι πνιγμού η ατμοσφαίρα
του οινοπωλείου, και στενοχωρηθέντες οι οινόφλυγες ψάλται
ποθήσωσιν ύπαιθρον δροσερόν αέρα και εκχυθώσιν εις τας οδούς εν
ώρα μεσονυκτίου, τότε — οίμοι! — αρχίζει το βάσανον των ειρηνικών
κατοίκων της πόλεως.
***
Επεστρέψατε αργά εις την οικίαν σας, αφού ημέραν όλην, από πρωίας
μέχρι βαθείας πολλάκις νυκτός, ηγωνίσθητε τον ατερπή και
βαρύμοχθον αγώνα του βίου. Μόλις το δείπνον κατορθοί να διαλύση
κάπως την δυσθυμίαν σας, και τις οίδε ποίαι σκέψεις και ποίαι
περί της αύριον μέριμναι παρακολουθούσι τας έλικας του καπνού,
τας αναδιδομένας υπό του σιγάρου, το οποίον ανάπτετε μηχανικώς.
Ποθείτε ανακούφισιν, ανάπαυσιν. Το αισθάνεσθε, και κατακλίνεσθε
τέλος, καλούντες εκ μέσης ψυχής τον παρήγορον ύπνον επί τα
βλέφαρά σας. Αργεί να έλθη, αλλά τέλος έρχεται, και αρχίζετε ήδη
να αισθάνεσθε την ευχάριστον εκείνην έκλυσιν των σωματικών σας
δυνάμεων, την ποθητήν εκείνην σύγχυσιν των ιδεών, ήτις τον
προαγγέλλει, ότε . . . . . αίφνης φοβερά φωνασκία μουσολήπτων
δαιμόνων αντηχεί από της οδού. Δεν είνε είς, κλαυθμηρίζων
ερρίνως, ως άλλοτε, τον αμανέν του. Είνε πολλοί, είνε συμμορία
ολόκληρος, είνε χορός αποτελών συναυλίαν, και αναμιγνύων εις
σπαρακτικόν των ώτων σας κράμα πάσαν δυνατήν και αδύνατον ζώου
φωνήν, από του βαρέος ογκηθμού γεγηρακότος όνου μέχρι της οξείας
υλακής δερομένου κυναρίου, από του μυκηθμού του βοός μέχρι του
γρυλλισμού του χοιριδίου. Άλλοι εξ αυτών είνε δήθεν βαθύφωνοι και
άλλοι μεσόφωνοι, άλλοι βαρύτονοι και άλλοι, οι νεώτεροι και
αμύστακες, παρωδούσιν απαισίως γυναικείας φωνάς, συστέλλοντες εις
οξύν συριγμόν τον οινοβραχή των λάρυγγα. Άδουσι δήθεν εν
τετραφωνία, και μέλπουσιν, ως φρονούσιν, ευρωπαϊκούς σκοπούς.
Είνε οι πλείστοι εξ αυτών θαμισταί των ωδικών καφενείων, και εξ
αυτών εταμίευσεν η μουσική των μνήμη όσα βρυχάται το άμουσον
αυτών στόμα.
Ανασκιρτάτε σπασμωδικώς επί της κλίνης σας, ως από φοβερού
εφιάλτου εγειρόμενοι, αγανακτείτε, βλασφημείτε, συλλογίζεσθε ότι
πληρόνετε τακτικώτατα τους φόρους σας, και ότι επομένως έχετε
αναμφήριστον το δικαίωμα της οικιακής ειρήνης και ασφαλείας,
στέλλετε μυριάκις εις τον διάβολον τους νυκτερινούς συναυλητάς
και τους νεοφωτίστους αστυφύλακας, αλλά μ' όλα ταύτα ή μάλλον
ειπείν δι' όλα ταύτα ο ύπνος σας επέταξε. Μένετε μ' ανοικτούς
οφθαλμούς, . . . και ελπίζετε ίσως ότι θα παρέλθη ταχύς ο φοβερός
εκείνος μουσικός χείμαρρος προ των παραθύρων σας, και θα μεταβή
τέλος περαιτέρω, να εξυπνήση και άλλον άκακον χριστιανόν. Αλλ' οι
συμμορίται παραμένουσι και ξελαρυγγίζονται εναμίλλως, τις οίδεν
εις τίνος σκληράς μαγειρίσσης την άτεγκτον καρδίαν προσφέροντες
τον μουσικόν λιβανωτόν των ακαταπονήτων λαρύγγων των.
***
Αλλ' ίσως δεν κοιμάσθε, ότε αντήχησεν έξωθεν της οικίας σας
il rauco suon della tartarea tromba
Εργάζεσθε όμως, ή προσπαθείτε καν να εργασθήτε. Ανάψαντες τον
λύχνον σας εστρώσατε τον χάρτην εμπρός σας, ελάβατε τον κάλαμον
εις χείρας, και ηρχίσατε κάπως να συγκεντρόνετε τας ιδέας
σας, . . . ότε εκρήγνυται διά μιας της μεθύσου ομάδος ο
απροσδιόνυσος πάταγος. Συμμαζεύσατε τότε πλέον τας ιδέας σας, αν
ημπορείτε! Έφυγαν όλαι μικραί και μεγάλαι, και μένετε με τον
κάλαμον εις την μίαν χείρα και με την άλλην χείρα ξύουσαν την
άγονον πλέον και ανέλπιδα κεφαλήν σας.
Αλλ' ίσως έχετε το ατύχημα μήτε να κοιμάσθε, μήτε να εργάζεσθε,
αλλά να ασθενήτε, ή να έχετε πλησίον σας εκεί ασθενούντα ένα των
οικείων σας. Στενάζετε, ή βλέπετ' εκείνον στενάζοντα υπό τον
πυρετόν, τυραννούμενον υπό της αϋπνίας και κυλιόμενον εν αγωνία,
επί της κλίνης του. Φαντάσθητε δε, — και διατί να το φαντασθήτε,
αφού πολλάκις βεβαίως το επάθετε — το φοβερόν επί του ασθενούς
αποτέλεσμα της αιφνιδίας εκείνης των μαινομένων λύκων ωρυγής!
***
Και διατί ταύτα πάντα;
Διά να μη προσβληθή ίσως η συνταγματική ελευθερία του έλληνος
πολίτου;
Ή διά να μη παρακωλυθή η ανάπτυξις της μουσικής εν Αθήναις;
Ή διά να διασκεδάζωσιν ελευθέρως οι αθηναίοι ψηφοφόροι,
αποσπώμενοι πάσης άλλης πολιτικής σκέψεως και μερίμνης περί της
αύριον;
Δι' ουδέν τούτων βεβαίως, αλλ' απλώς και μόνον διά να μη
κοπιάζωσιν υπερανθρώπως τα αστυνομικά όργανα.
Ενθυμούμεθα εν τούτοις τα κ α ϋ μ έ ν α τα ευζωνάκια του εν
μακαρία τη λήξει Μπαϊρακτάρη, άτινα επί μήνας πολλούς είχον
αληθώς ειρηνεύσει τας αθηναϊκάς νύκτας, αδυσωπήτως συλλέγοντες
από πάσης αγυιάς και λεωφόρου και ρύμης της πρωτευούσης πάσαν
μεγαλόφωνον μουσικήν συμμορίαν, και ευσυνειδήτως ταμιεύοντες τα
παραπαίοντα μέλη της εντός των δροσερών κατωγείων των αστυνομικών
κρατητηρίων, . . . και ευλογούμεν την ωραίαν εκείνην εποχήν.
Είνε τόσον δύσκολον άραγε να απαγορευθή αυστηρώς εν Αθήναις δι'
αστυνομικής διατάξεως ό,τι εις ουδεμίαν, ούτε πρωτεύουσαν ούτε
δευτερεύουσαν ούτε τριτεύουσαν πόλιν του πολιτισμένου κόσμου
επιτρέπεται, και η αστυνομική αυτή διάταξις να μη μείνη απλώς επί
του χάρτου;
Είνε άραγε υπερβολική η αξίωσις των φιλησύχων αστών της πόλεως να
τεθώσιν αν μη εν κρείττονι αλλ' εν ίση καν μοίρα προς τους
φιλοταράχους, και να καταστώσιν ελεύθεροι να κοιμώνται, να
εργάζωνται ή και ν' ασθενώσιν εν ειρήνη, όπως εκείνοι δύνανται
κάλλιστα ν' αφεθώσιν ελεύθεροι να ξεφωνίζωσι και να
ξελαρυγγίζωνται όπου αλλού θέλουσιν, αλλ' όχι ανά τας οδούς της
πόλεως και υπό τα παράθυρα των οικιών;
Ας σκεφθή, παρακαλούμεν, περί τούτου κατά τας ώρας της σχολής
αυτής η στρατιωτική αστυνομία.
Η ΚΥΡΙΑ ΔΕΧΕΤΑΙ (20)
Δέχεται δηλαδή άπαξ της εβδομάδος διαρκούντος του χειμώνος, εις
ώραν ωρισμένην, από της πέμπτης συνήθως μέχρι της εβδόμης· έχει
τουτέστι την ημέραν της, son jour, ως λέγουσιν οι γάλλοι, κατά
την οποίαν κάθηται εις την οικίαν της, είτε βρέχει είτε δεν
βρέχει, είτε ωραίος καιρός είνε ή παγετώδης βορράς.
Μη τυχόν υποθέσετε όσοι δεν παρακολουθείτε την εν Ελλάδι εξέλιξιν
του δυτικού πολιτισμού, ούτε διατελείτε ενήμεροι εις τας εν
Αθήναις προόδους του, ότι η Κυρία μένει εξαιρετικώς την ημέραν
αυτήν εις την οικίαν της, διότι έχει — ως άλλοτε εις χρόνους
βαρβαρότητος η μήτηρ αυτής ή προμήτωρ — να φροντίση περί των εν
τω οίκω, να επιστατήση εις την παρασκευήν του γεύματος, να
εποπτεύση την μελέτην των τέκνων της, ή να ευτρεπίση την
ιματιοθήκην των. Αυτά είνε γηραιάς εποχής παρωχημένα ασχολήματα,
μόλις που σήμερον μνημονευόμενα υπό των παλαιών· είνε αναμνήσεις
ευρωτιώσαι καιρών παρελθόντων, καθ' ας αι κυρίαι ελέγοντο επί το
προστυχώτερον οικοκυραί, και ιδρύουσαι οίκον διά του γάμου των
ήσαν υπερήφανοι διοικούσαι αυτόν ως σύζυγοι και μητέρες.
Σήμερον αι κυρίαι — αι πολιτισμέναι, εννοείται, αι αναγινώσκουσαι
τον Bourget και τον Delpit, αι έχουσαι λεύκωμα και ομιλούσαι
αταράχως περί πραγμάτων, άτινα δεν ετόλμων να ακούσωσιν αι
μητέρες των, — έχουσιν άλλα πολύ μεγαλείτερα καθήκοντα προς τον
κόσμον και την εν αυτώ κοινωνικήν των θέσιν. Ζώσι διά τον κόσμον
μάλλον ή διά τον οίκον των και τους εν αυτώ. Και αυτό δε το
κάλλιστον του οίκου των μέρος, η αίθουσα, ήτις από τινος απέκτησε
μάλιστα και τέκνον — το σ α λ ο ν ά κ ι, αν αγαπάτε — είνε διά
τον κόσμον ιδίως και την υποδοχήν αυτού παρεσκευασμένη. Εκεί
έχουσι συμφορηθή πάντα του οίκου τα ανάκλιντρα και τραπεζάκια·
εκεί τα μεταξωτά ή βελούδινα μικρά προσκεφάλαια, άτινα εκέντησαν
κατά τας ώρας της αφθόνου σχόλης των η οικοδέσποινα ή αι
θυγατέρες της, και τα χρυσοποίκιλτα παλαιά υφάσματα, περιδεδεμένα
καλλιτεχνικώς περί τας φωτογραφίας των οικείων και φίλων· εκεί
επί παντός τραπεζίου παντοία μικρολογήματα, κρυστάλλινα αγγεία
κλονιζόμενα προς παν βήμα, λαμπτήρες μικροσκοπικοί περιστεφόμενοι
υπό των εκ τριχάπτου σκιαδίων των, ανθοδοχεία ναννοφυή μόλις
χωρούντα έν ίον, βιβλία εδώ, λευκώματα εκεί, και φόρτος παντοίος
βαρύτερος της ράχεως των βασταζόντων αυτόν τραπεζίων, και
κινδυνεύων να ανατραπή χαμαί εις άμορφον σωρόν κατά την πρώτην
αποτόμου επαφήν αγκώνος ή κνήμης. Εκεί τέλος παν κόσμημα και παν
στολίδιον δυνάμενον να καλλύνη το οπλοστάσιον αυτό του συρμού,
όπου αναμένει από της πέμπτης μετά μεσημβρίαν ώρας η
οικοδέσποινα, πάνοπλος προς πάσαν ενδεχομένην μάχην φιλαρεσκείας,
κενολογίας ή πνεύματος.
***
Εις γωνίαν τινά της αιθούσης αυτής — ήτις παρέχει πολλάκις εν
συνόλω την όψιν βιομηχανικού μουσείου ή συμμιγούς παλαιοπωλείου —
αχνίζει επί κομψής λευκοστρώτου τραπέζης ή τεϊοδόχη, και παρ'
αυτήν παρατάσσονται πινάκια ποικιλομεγέθη, άλλο μεν με το φοβερόν
εκείνο Cake, το απαραίτητον πλέον διά πάσαν οικοδέσποιναν
σεβομένην εαυτήν και τους ξένους της, άλλο με σακχαροπήκτους
καρπούς, και άλλα με παντοία τραγήματα, εις καλλιτέχνους
πυραμίδας συντεταγμένα, ων την συμμετρίαν ελαθροχείρησαν πού και
πού, παρεισφρήσαντες προ της ώρας, οι δίποδες ποντικοί της
οικίας.
Να εισέλθωμεν ημείς πρώτοι εις επίσκεψιν της κυρίας, καθ' ην ώραν
αναμένει έτι τους ξένους της, και τείνει έμπλεον προσδοκίας το
βλέμμα προς την θύραν, και προσέχει ανυπόμονον το ους προς πάντα
κρότον του κώδωνος της θύρας;
Καλλίτερα όχι. Δεν είνε ευχάριστον να περιμένη τις, και ακόμη
ολιγώτερον να βλέπη άλλον περιμένοντα. Ενθυμηθήτε τον ταλαίπωρον
Σουφλερύ, όσοι δεν ηκούσατε τον Λεπορέλλον ψάλλοντα το αμίμητον
εκείνο Aspettare e non venire. Είνε στιγμαί αγωνίας πολλάκις αι
στιγμαί εκείναι, καθ' ας η κυρία, μάτην περιμένουσα και μάτην
κατασκοπούσα από του παραθύρου της τον καιρόν και τους διαβάτας,
αναμετρεί εν συντριβή πόσων γνωρίμων της συναδέλφων τας
η μ έ ρ α ς παρημέλησεν, εις πόσους των ξένων της δεν εμειδίασεν
επαρκώς κατά την παρελθούσαν Πέμπτην ή Παρασκευήν, όπως τους
ενθαρρύνη εις εξακολούθησιν του προσκυνήματος, και συγκυκά εν τη
αεικινήτω φαντασία της πολυποίκιλα και συγκρουόμενα σχέδια
μετανοίας ή εκδικήσεως.
Το θέαμα θα ήτο ίσως ψυχολογικώς ενδιαφέρον, αλλ' όχι και
ευχάριστον.
***
Ας βραδύνωμεν ολίγον, και ας εισέλθωμεν in medias res, ως
πράττουσιν οι μυθιστοριογράφοι, οι συμμορφούμενοι προς του
Ορατίου τα παραγγέλματα. Ας εισέλθωμεν εις την πλήθουσαν ήδη
αίθουσαν, θερμήν από των αχνιζόντων κυπέλλων και ζωηράν από της
συνομιλίας. Μη φοβήσθε. Δεν θα ταράξωμεν κανένα. Η μεν γενική
ομιλία δεν έχει ούτε αρχήν ούτε τέλος, ούτε αντικείμενον
ωρισμένον, οι δε κατ' ιδίαν εις τας γωνίας των ανακλίντρων
συνημμένοι διάλογοι δεν θα διακοπώσι προς χάριν μας. Θα
δυσκολευθώμεν ίσως μόνον να εύρωμεν θέσιν, αλλά θα το
κατορθώσωμεν επί τέλους, προσέχοντες, εννοείται, μη ανατρέψωμεν
κανέν τραπέζιον και τον επ' αυτού λαμπτήρα, και διολισθαίνοντες
διά μέσου σκαμνίων και γονάτων μέχρι της κενής εκείνης καθέδρας.
Εκαθίσαμεν τέλος, επήραμεν εκόντες άκοντες το τσάι μας, και
φαιδρύναντες ευσυνειδήτως το πρόσωπον ημών διά του ιλαρωτάτου των
μειδιαμάτων, αποπειρώμεθα να μετάσχωμεν και ημείς της συνομιλίας.
Το πράγμα δεν είνε τόσον εύκολον, όσον φαίνεται. Αν μάλιστα η
πλειονοψηφία της ομηγύρεως είνε, ως συνήθως συμβαίνει, γυναικεία,
μακρά θα ήνε η απόπειρα και ίσως μάταιος επί τέλους ο κόπος.
Ομιλούσι τόσον ευχαρίστως αι γυναίκες! Έπειτα δε και προς τι άλλο
δέχεται η κυρία, παρά διά να ομιλήση και ν' ακούση; Τέλος
κατορθόνομεν και ημείς ν' αρπάσωμεν έν άκρον ενός οιουδήποτε
μίτου της συνομιλίας, και συμπαρασυρόμεθα μετά των άλλων εις τον
συμμιγή εκείνον βόμβον λέξεων, φωνών, γελώτων, επιφωνήματων, —
ενίοτε και ιδεών.
Τι λέγουσι και τι λέγομεν!
Δυσκολώτατον είνε να το αντιληφθή τις καθαρώς, και αδύνατον να το
σημειώση στενογράφος. Εδώ μιας φράσεως αρχή, και εκεί το τέλος
άλλης. Εδώ ερώτησις μένουσα χωρίς απάντησιν, διότι δεν ηκούσθη,
και εκεί απάντησις εις ερώτησιν μη γενομένην. Εδώ επιφωνήματα
θαυμασμού προς ευφυολογίαν την οποίαν κανείς δεν εννόησε, και
παρέκει διήγησις την οποίαν κανείς δεν ακούει. Εδώ απαγγέλλει τις
αίφνης, οιονεί εν υπνωτισμώ μονολογών, δύο στίχους του Κοππέ από
του παρακειμένου χρυσοδέτου τομιδίου, και άλλη παρ' αυτόν
συγχρόνως μεγαλοφωνεί έν βαθύσοφον απόφθεγμα από του λευκώματος
της οικοδεσποίνης. Εδώ ψιθυρισμοί και εκεί γέλωτες. Εδώ
επιτιμήσεις και αιτήσεις συγγνώμης, και παρέκει φιλοφροσύναι και
μετριόφρονες διαμαρτυρήσεις. Και εν μέσω του συμμιγούς αυτού
βόμβου, του αναμιμνήσκοντος αμυδρώς το συγχορδιστικόν
προανάκρουσμα πολυπληθούς ορχήστρας, τολμά τις ενίοτε αφελής να
διηγηθή την υπόθεσιν του τελευταίου μυθιστορήματος το οποίον
ανέγνωσεν, ή να αναλύση το κωμειδύλλιον του φίλου του ως αν ήτο
εχθρός του, ή να περιγράψη την ενδυμασίαν της κυρίας δείνα εις
τον τάδε χορόν. Η τελευταία του αυτή απόπειρα επιτυγχάνει κάπως
περισσότερον, και αι κυρίαι τουλάχιστον σιωπώσι προς στιγμήν.
Αλλοίμονον, αν καθίση αίφνης μία εξ αυτών προ του κλειδοκυμβάλου,
ή αν νεαρός τις ποιητής αρχίση παρακληθείς την απαγγελίαν του
τελευταίου του αριστουργήματος! Ευτυχώς συμβαίνουσιν ενίοτε και
τα δύο συγχρόνως, . . . πολλάκις δε της φαιδράς ομηγύρεως τα
χειροκροτήματα δεν περιμένουσιν ούτε της μιας ούτε του άλλου το
τέλος.
***
Εις τας γωνίας της αιθούσης, απομεμονωμένοι σχεδόν ανά δύο,
ψιθυρίζουσιν ατάραχοι οι νεώτεροι και αι νεώτεραι. Ομιλούσι σιγά,
αλλ' ακούονται μεταξύ των, διότι δεν ακούουσι τον θόρυβον. Ημείς
δεν είνε δυνατόν να τους ακούσωμεν, αλλά και αν τους ηκούαμεν δεν
ηθέλαμεν ίσως τους εννοήσει. Έχουσι την ευδαίμονα ηλικίαν του
ονείρου και της ελπίδος, και πλάττουσι δι' αυτών ακόπως και
προχείρως τόσα ωραία πράγματα, και μειδιά το χείλος αυτών το
νεαρόν, και ακτινοβολούσιν οι διαυγείς των οφθαλμοί, τους οποίους
δεν εθόλωσεν ακόμη της σκέψεως το σύννεφον.
Δι' αυτούς είνε αληθής τέρψις και απόλαυσις αι πέμπται της
οικοδεσποίνης. Κρατούσι σειράν, τας ενθυμούνται, τας περιμένουσι,
και συνεχίζουσιν εις την επομένην ό,τι δεν ετελείωσαν κατά την
παρελθούσαν.
Τις οίδε δε; ίσως κατά βάθος οι νεώτεροι αυτοί και αι νεώτεραι
είνε ο κύριος λόγος δι' ον η Κ υ ρ ί α δέχεται.
***
1) Εδημοσιεύθη το πρώτον υπό αλλοίαν πως μορφήν εν τη
Π α ν δ ώ ρ α της 15 Σεπτεμβρίου 1867.
2) Εδημοσιεύθησαν το πρώτον εν τω Α θ η ν α ϊ κ ώ
Η μ ε ρ ο λ ο γ ί ω (Δ. Κορομηλά) του έτους 1874.
3) Εδημοσιεύθησαν το πρώτον εν τη Ε σ τ ί α του έτους 1883.
4) Το διήγημα τούτο, υπό αλλοίαν όλως μορφήν, εδημοσιεύθη το
πρώτον εν τη Π α ν δ ώ ρ α του έτους 1860.
5) Εδημοσιεύθη το πρώτον εν τη Ε σ τ ί α του έτους 1884.
6) Εδημοσιεύθη το πρότον εν τη Ε σ τ ί α του έτος 1886.
7) Εδημοσιεύθη το πρώτον εν τη Ε σ τ ί α του έτους 1885.
8) Εδημοσιεύθη το πρώτον εν τη Ε φ η μ ε ρ ί δ ι των
Σ υ ζ η τ ή σ ε ω ν της 8 Δεκεμβρίου 1893.
9) Εδημοσιεύθη το πρώτον εν τη Ε φ η μ ε ρ ί δ ι των
Σ υ ζ η τ ή σ ε ω ν της 11 Δεκεμβρίου 1893.
10) Εδημοσιεύθη το πρώτον εν τω Ημερολογίω Π ο ι κ ί λ η
Σ τ ο ά του έτους 1884.
11) Εδημοσιεύθη το πρώτον εν τη Ε σ τ ί α του έτους 1878.
12) Εδημοσιεύθη το πρώτον εν τω Η μ ε ρ ο λ ο γ ί ω της
Ε σ τ ί α ς του έτους 1887.
13) Εδημοσιεύθη το πρώτον εν τη Α κ ρ ο π ό λ ε ι της 25
Δεκεμβρίου 1885.
14) Εδημοσιεύθη το πρώτον εν τη Α κ ρ ο π ό λ ε ι της 4 και
5 Φεβρουαρίου 1886.
15) Εδημοσιεύθη το πρώτον εν τω ημερολογίω Π ο ι κ ί λ η
Σ τ ο ά του έτους 1887.
16) Εδημοσιεύθη το πρώτον εν τη Ε φ η μ ε ρ ί δ ι των
Σ υ ζ η τ ή σ ε ω ν της 18 Δεκεμβρίου 1893.
17) Εδημοσιεύθη το πρώτον εν τη Ε φ η μ ε ρ ί δ ι των
Σ υ ζ η τ ή σ ε ω ν της 20 Δεκεμβρίου 1893.
18) Εδημοσιεύθη το πρώτον εν τη Ε φ η μ ε ρ ί δ ι των
Σ υ ζ η τ ή σ ε ω ν της 24 Δεκεμβρίου 1893.
19) Εδημοσιεύθη το πρώτον εν τη Ε φ η μ ε ρ ί δ ι των
Σ υ ζ η τ ή σ ε ω ν της 30 Ιανουαρίου 1894
20) Εδημοσιεύθη το πρώτον εν τη Ε φ η μ ε ρ ί δ ι των
Σ υ ζ η τ ή σ ε ω ν της 31 Δεκεμβρίου του έτους 1893.