Ο κ. Λευκόπουλος ητένισε βαθύ βλέμμα επί την μορφήν του μικρού

υπηρέτου του, και τω είπεν ευμενώς·

— Καλά σου παρήγγειλε. Να πας εις το σχολείον, παιδί μου, . . . .

να πας.

Ε'.

Μετά ένα μήνα ο Γεώργης έλυεν εν τω υπερώω, όπου κατεκλίνετο, την

μικράν εκείνην δέσμην των κιτρίνων χαρτίων, άτινα είχε δωρήσει

εις αυτόν η θεία του, και προσεπάθει να αναγνώση το πρώτον εξ

αυτών. Αλλά τα γράμματα δεν ωμοίαζον δυστυχώς μ' εκείνα τα οποία

εμάνθανεν εις το σχολείον. Εκοπίασε πολύ, πλην εκοπίασεν εις

μάτην.

Έδεσε πάλιν τα πολύτιμα χαρτία του, και μετά τρεις μήνας

επανέλαβε την απόπειραν. Κατώρθωσε κάτι περισσότερον αυτήν την

φοράν, εσυλλάβισεν επιπόνως ολίγας λέξεις, αλλά να τ'

αναγνώση, . . . αδύνατον.

Η τρίτη απόπειρα έγεινε μετά έν έτος.

Α! τώρα ετελείωσαν τα ψεύματα.

Ο Γεώργης ανέγνωσε τα πολύτιμα έγγραφα, και τ' ανέγνωσεν όλα.

Εξημερώθη παρά την πενιχράν του λυχνίαν, και ότε ετελείωσε την

ανάγνωσιν του τελευταίου, το φως της ημέρας εχάραζεν ήδη διά των

ρωγμών του παραθύρου του.

Ολίγα εννόησεν εκ της αναγνώσεως των παλαιών εκείνων κιτρινωπών

χαρτίων, αλλά και τα ολίγα αυτά απεκάλυψαν άγνωστον και παράδοξον

ορίζοντα προ της παιδικής του διανοίας.

Ο τόπος αυτός όπου έζη, η Ελλάς, η χώρα εκείνη όπου είχε γεννηθή,

η Κόρινθος, είχον πολεμήσει εναντίον ανθρώπων κακών, βαρβάρων,

τυράννων, ως τους έλεγον τα παλαιά εκείνα χαρτία.

Ο πάππος του είχε πολεμήσει και αυτός, και είχε μάλιστα ακουσθή

— τα χαρτία το έλεγον. Δεν ήτο λοιπόν ασήμαντος άνθρωπος ο πάππος

του. Είχε προσφέρει εις την πατρίδα τον βραχίονά του, όστις είχε

κολοβωθή υπό σφαίρας, την οικίαν του, την οποίαν κατέκαυσαν οι

Τούρκοι, την περιουσίαν του, ήτις εδαπανήθη εις τας ανάγκας του

πολέμου. Τα παλαιά χαρτία τα έλεγον όλ' αυτά.

Διατί όμως μ' όλας αυτάς τας θυσίας του είχε μείνει ο πάππος του,

ιδιώτης, και απέθανε καλλιεργών τους αγρούς του διά της μιας

αυτού χειρός;

Ο Γεώργης αμυδρώς μόλις ενθυμείτο τον γέροντα, αλλά τον ενθυμείτο

κάλλιστα απλούν γεωργόν και μονόχειρα.

Διατί ο πατήρ του έζησε και εκείνος πτωχός γεωργός, και απέθανε

χωρίς ν' αφήση άλλην κληρονομίαν ή τα κίτρινα αυτά πιστοποιητικά;

Ο ταλαίπωρος παις ουδεμίαν εύρισκεν εν τη διανοία του απάντησιν

εις τας απορίας αυτού.

Ανεμιμνήσκετο και πάλιν την γραίαν του θείαν, ήτις από της

εσχάτης της κλίνης του εκληροδότησε τα πολύτιμα αυτά έγγραφα,

ενθυμείτο την παραγγελίαν της, να μάθη γράμματα, και ανελογίζετο

τι ήτο αυτός ο ίδιος προ τεσσάρων ετών, ότε εστίλβονε, γονυπετών

επί του χώματος, τα υποδήματα των διαβατών αντί ενός πενταλέπτου.

Κόσμος ιδεών νέων κατέκλυσε τον μικρόν αυτού εγκέφαλον, και πόθοι

παράδοξοι ανέβησαν εις την καρδίαν του.

Εστήριξε την κεφαλήν αυτού επί των δύο του χειρών, και η από της

αγρυπνίας κόπωσις εκάλει ήδη βαρύν τον ύπνον επί των βλεφάρων

του, ότε αντήχησεν οξεία μέχρι του υπερώου η φωνή του κυρίου του,

ζητούντος τον καφέν του.

ΣΤ'.

Μετά τρία έτη ο Γεώργιος ετελείονε το ελληνικόν σχολείον, και

ειργάζετο ως γραφεύς παρά τινι των συμβολαιογράφων των Αθηνών.

Μετά άλλα τρία κατετάσσετο εις την ιατρικήν σχολήν του

πανεπιστημίου, και ελάμβανε εξηκοντάδραχμον υποτροφίαν, πρωτεύων

εν διαγωνισμώ.

Μετά πέντε δε άλλα ήτο ιατρός εν τη πατρίδι του, και ανακομίζων

εξ Αθηνών τα λείψανα της θείας Βαγγελής, έθαπτεν αυτά υπό τάφον

κοινόν μετά των οστών του πατρός, της μητρός και των δύο του

μικρών αδελφών, τας οποίας τοσάκις είχε νανουρίσει, ότε ήσαν

βρέφη.

Η ΜΠΟΓΑΤΣΑ

Ανατολικός μύθος (8)

Είνε χειμώνος εσπέρα.

Πυκναί και αδιάκοποι καταπίπτουσι της χιόνος αι νιφάδες,

σαρονόμεναι υπό του βορρά διά των οδών της πόλεως, εις τας οποίας

μόλις πού και πού προκύπτει βραδύνας διαβάτης, σπεύδων εις τον

οίκον του, όπου προσδοκά να εύρη θάλπος παρά την φλέγουσαν εστίαν

και άρτον επί της τραπέζης. Συσπειρούμενοι υπό τους επενδύτας των

και κύπτοντες την κεφαλήν υπό την δριμείαν πνοήν του νυκτερινού

ανέμου, παρέρχονται ταχείς οι παροδίται, προσέχοντες μόνον μη

ολισθήσωσιν επί της χιόνος, ουδ' έχοντες καιρόν ή διάθεσιν να

σταματήσωσι δεξιά ή αριστερά προ των ανοικτών έτι οψοπωλείων,

όπου μεγαλοφωνούσιν οι μεταπράται, καλούντες εις μάτην τους

παρερχομένους αδιαφόρως πελάτας, κωφούς υπό του ψύχους και του

κενού στομάχου.

Αλλ' αν το ψύχος και η ασφαλής προσδοκία του αναμένοντος δείπνου

κωφαίνει, η πείνα όμως εξεγείρει το ους, και η απελπισία του

κενού στομάχου κεντρίζει την προσοχήν και νικά τον βορράν.

Πολλοί παρήλθον αδιάφοροι προ του ανοικτού εκείνου φούρνου, την

προθήκην του οποίου κοσμούσι θερμοί έτι και ευωδιάζοντες άρτοι,

και κουλούραι ξανθαί, και πλακούντια προκλητικά, εν μέσω δε

πάντων και προ πάντων ταψίον μπογάτσας, αχνιζούσης έτι από του

πυρός και μυροβολούσης από του βουτύρου. Το ταψίον είνε μέγα και

η μπογάτσα παχεία και ζακχαρόπαστος. Αναπτύσσει εκεί προς τους

παρερχομένους πειναλέους διαβάτας τα θερμά αυτής κάλλη, και η

κνίσσα της η ακαταμάχητος, υπερβαίνουσα της προθήκης το ανοικτόν

παράθυρον, εισβάλλει θριαμβικώς εις την οδόν και σαγηνεύει τον

δυστυχή εκείνον και ρακένδυτον αχθοφόρον, όστις μόλις κατορθόνει,

υπό της πείνης και της εξαντλήσεως, να σύρη επί του παγοστρώτου

πεζοδρομίου τους κατακόπους αυτού πόδας. Πολλοί διήλθον και

παρήλθον· αλλ' αυτός δεν κατώρθωσε να παρέλθη. Ο κενός του

στόμαχος είχε την δύναμιν να τον σύρη έως εκεί· αλλ' εκεί, προ

του ανοικτού παραθύρου του φούρνου και της αχνιζούσης μπογάτσας,

ο στόμαχός του απέκαμε και οι πόδες του παρέλυσαν.

Εστάθη, και εμειδίασε μειδίαμα ονείρων και προσδοκίας. Οι

οφθαλμοί του διεστάλησαν και ηκτινοβόλησαν, ο στόμαχός του

ησθάνθη ανεκλάλητον σπασμόν ηδονής, και τα χείλη του

συνεδιπλώθησαν λείχοντα το έν το άλλο, εν ευφροσύνω παραισθησία.

Τι ήτον εκείνο το οποίον έβλεπεν! Ουδέν είχε φάγει άλλο από

πρωίας, ή μικρόν, μικροσκοπικόν τεμάχιον άρτου, αλιευθέν επιπόνως

εκ των αποβλήτων περιτριμμάτων προστύχου μαγειρείου. Μάτην ώρας

πολλάς συνεστέλλετο αλγεινώς ο στόμαχός του και διεστέλλοντο εξ

επιθυμίας οι οφθαλμοί του. Πανταχού ερημία και χιών και βορράς.

Και τώρα, εν μέσω της ερημίας η όασις εκείνη η μυροβόλος, . . .

εν μέσω του ψύχους το θάλπος εκείνο της ευώδους κνίσσης!

Έμεινεν εκεί βωβός, ακίνητος, απολιθωμένος υπό του θάμβους και

της επιθυμίας, συνθλίβων διά των χειρών τους σπασμούς του κενού

του στομάχου, και ανεκλάλητον ομιλών ερωτικήν γλώσσαν προς το

λιπαρόν και κολοσσιαίον εκείνο ταψίον. Εφαντάζετο ήδη εαυτόν

καθισμένον προ του θερμού και μοσχοβολούντος πλακούντος, και την

πήτταν αυτήν κτήμα του, ιδιοκτησίαν του, υποκειμένην άνευ όρων

και περιορισμών εις την θέλησιν των οδόντων και την βουλιμίαν της

κενής του κοιλίας. Εφαντάζετο την μαλακήν εκείνην και γλυκείαν

ζύμην κοπτομένην και αναρπαζομένην, όχι διά μαχαιρίου και

περόνης, αλλά διά των δακτύλων του αυτών και των μακρών του

ονύχων. Εφαντάζετο την εύχυλον εκείνην και λιπαράν μάζαν

αναλυομένην διά των οδόντων του, και οι σιελοποιοί του αδένες

ωγκούντο και εξεχείλιζον επί το ατημέλητον και λευκόν εκ της

χιόνος γένειόν του. Αλλά τι το όφελος! Αυτός έβλεπε και έβλεπε,

και ο στόμαχός του εστέναζε και ωλόλυζε διαμαρτυρόμενος. Ας

φ ύ γ ω μ ε ν! του έλεγεν εμπιστευτικώς. Αλλά πού να φύγη ο πεινών

εκείνος ιέραξ! Και έμενεν ατενίζων επί το απρόσιτον θύμα του, και

μάτην βασκαίνων αυτό διά των απορροφητικών του βλεμμάτων.

Αίφνης παρέρχεται προ αυτού η νυκτερινή περίπολος της αστυνομίας,

και ο οδηγός αυτής ίσταται προ του παραδόξου και δραματικού

θεάματος. Τον ετρόμαξεν ίσως η εις πραξικόπημα ήδη κορυφουμένη

απόγνωσις του λιμώττοντος Παρίου, η από των οφθαλμών του

αστράπτουσα, ή τον εκίνησεν εις οίκτον το εις καμπύλην εκ της

πείνης κυρτούμενον σώμα του.

— Τι κυττάζεις, μωρέ, αυτού;

— Αχ! τη μπογάτσα, αφέντη μου!

— Σ' αρέσει το λοιπόν η φρέσκα μπογάτσα;

Ο αχθοφόρος δεν απήντησεν, αλλά προσείδε μόνον τον αστυνόμου. Και

το βλέμμα του εκείνο ήτο δίωρος κοινοβουλευτική ρητορεία.

— Κόψ' του ένα κομμάτι! διέταξεν ο οικτίρμων δημόσιος λειτουργός

τον οπτανέα. Δος του να φάη του κακομοίρη!

— Αμ' ένα κομμάτι μοναχά, αφεντικούλη μου; Τι να το κάμω ένα

κομμάτι;

— Μα πόσο θέλεις το λοιπόν; Μη θες να τη φας ολάκερη;

— Την τρώγω, αφέντη μου, υπέλαβε μετριοφρόνως ο γυμνήτης, και

υ λ ά κ τ ε ι, ως λέγει ο Όμηρος, ο στόμαχός του εξ αγαλλιάσεως.

— Κι' αν δεν τη φας;

— Αν δεν τη φάω . . φτύσε με, αφέντη μου.

Και ένευσεν ο αστυνόμος, και ήρχισεν ο πόλεμος.

Τις να περιγράψη την γιγάντειον εκείνην μονομαχίαν της

κολοσσιαίας μπογάτσας και του απειροβαθούς στομάχου;

Ενέπηξε τους όνυχάς του εις το ταψίον ο βουλιμιών αχθοφόρος, ως

αν επρόκειτο να αποσπάση τα εντόσθια θανασίμου εχθρού του, και η

πρώτη του δραξ κατεβροχθίσθη ως αν ήτο καταπότιον. Την πρώτην

παρηκολούθησεν άλλη, και ταύτην άλλη, και αι βουκιαί διεδέχοντο

αλλήλας ως στροφαί ηλεκτρικής δυναμομηχανής, και ο ακένωτος

στόμαχος κατεβρόχθιζεν αυτάς πριν ή προφθάση καν να τας ίδη ο

κατάπληκτος χορηγός της παραδόξου εκείνης ευωχίας.

— Μωρέ στάσου, και θα πνιγής! Ετόλμησεν άπαξ να είπη ο πτωχός

αστυνόμος, βλέπων ότι το αστείον του πείραμα εκινδύνευε να γείνη

σοβαρά του βαλαντίου του τραγωδία.

Αλλά πού να πνιγή ο λύκος! Εκείνος δεν έτρωγε· κατέπινε. Και

κατέπινεν αδηφάγος, ταχύς, οιονεί διωκόμενος, και κατεβρόχθιζε

πασαλείφων και μύστακα και γένειον, και έλειχεν εν τω μεταξύ τα

χείλη και τους δακτύλους, πότε της μιας και πότε της άλλης των

χειρών, και το ταψίον απεγυμνούτο βαθμηδόν, και το ήμισυ της

μπογάτσας είχεν ήδη μεταβή εις τους μακαρίτας, . . ότε η

καταβρόχθισις εφάνη πως ανακοπείσα. Οι δάκτυλοι του ορνέου

εφάνησαν βραδύνοντες, το γένειον του αχθοφόρου έμενε λιπαρόν και

ασπόγγιστον, η κατάποσις ήρχισεν αραιουμένη, και η μάχη . . διά

μιας εσταμάτησεν. Επροσπάθησεν ο δυστυχής να καταπίη ένα έτι

βλωμόν, έφερε την χείρα προς το ταψίον . . . αλλ' η χειρ του

κατέπεσεν αδρανής, και το αλαμπές του βλέμμα υψώθη προς τον

γενναίον χορηγόν.

— Φτύσε με, αφέντη μου! κατόρθωσε μόλις να ψελλίση. Δεν μπορώ

πεια!

Και σταυρώσας τας χείρας επί του πληρωθέντος στομάχου του

ανέμεινε χριστιανικώς ο αχθοφόρος το πτύσμα του αφελούς χορηγού,

προς ον ητένιζεν εναγώνιον βλέμμα ο ανήσυχος οπτανεύς.

Επιμύθιον

Ελπίζομεν ότι η ευφυία των ημετέρων αναγνωστών δεν θα ζητήση παρ'

ημών, αλλά θ' αναπληρώση μόνη της το ελλείπον επιμύθιον. Και θα

το κατορθώση ευκόλως, υποθέτομεν, αρκεί μόνον να ενθυμηθή μερικά

προγράμματα υποψηφίων βουληφόρων και μερικάς επαγγελίας δημοσίων

αρχόντων.

Ο ΕΠΤΑΨΥΧΟΣ ΓΑΤΟΣ

Αλληγορία (9)

Ήμην παιδίον, επτά ίσως μόλις ή οκτώ ετών.

Αλλά τον ενθυμούμαι ακόμη ζωηρότατα, και θαρρώ ότι τον βλέπω

εμπρός μου ζωγραφιστόν, ολοζώντανον, με το λευκόν του τρίχωμα, το

οποίον έστιζον εδώ και εκεί ολίγαι κίτριναι κηλίδες, με την

μεγάλην του κεφαλήν, την κιτρίνην του ουράν, τους κιτρίνους του

οφθαλμούς, και το ύπουλον αθόρυβον βήμα του — αληθές βήμα

νυκτοκλέπτου.

Και ήτο νυκτοκλέπτης ο άθλιος, αλλά και ημεροκλέπτης ακόμη, και

ληστής αληθινός, όχι μόνον του μαγειρείου και οψοφυλακίου του

οίκου μας, αλλά και πάντων έτι των μαγειρείων και οψοφυλακίων των

γειτονικών οικιών. Κυνηγός μόνον δεν ήτο. Περιεφρόνει άρα γε

πλέον τους ποντικούς, ως ανάξιον άθυρμα της ωρίμου του ηλικίας, ή

μη επροτίμα του ζώντος εκείνου και πως κοπιώδους θηράματος την

ευκολωτέραν και ετοίμην λείαν των τηγανιστών οψαρίων, των

μαγειρευμένων ή και αμαγειρεύτων κρεάτων, και παντός λειψάνου της

χύτρας ή των πινακίων; Άγνωστος ο λόγος της προτιμήσεως. Το

βέβαιον μόνον είνε, ότι ο γάτος μας δεν εδίωκε ποντικούς, και το

βεβαιότερον ακόμη, ότι και αν ήθελε να τους κυνηγήση, δεν θα

εύρισκε κανένα, διότι βραδέως μεν αλλ' ασφαλώς τους ελιμοκτόνησεν

όλους, καθαρίζων εκάστοτε το μαγειρείον από παντός ψιχίου, πριν ή

προβάλωσιν εκείνοι το μυστακοφόρον αυτών ρύγχος διά της οπής των

φωλεών των.

Το στρογγύλον και παχυνθέν εκ της κλοπής σώμα του έλαμπεν υπό

βαθύ και λάσιον τρίχωμα, οι οφθαλμοί του, κλειστοί συνήθως από

της ραστώνης, ηνοίγοντο και διεστέλλοντο προ της ασθενεστάτης

οσμής οιουδήποτε λιχνεύματος, και το αδρανές και συρόμενον βήμα

του μετεβάλλετο αίφνης εις τίγρεως άλμα από του εδάφους επί την

τράπεζαν και απ' αυτής εις την οδόν εκεί, αναρριχώμενος ταχύς επί

την κορυφήν του πρώτου προστυχόντος τοίχου, ετρωγάλιζε μακαρίως

την λείαν του, ένιπτεν έπειτα διά του ποδός την λιπάραντον

μορφήν, και εξηπλούτο κατόπιν προς τον ήλιον, διά να κάμη την

χώνευσίν του, ουδέ βλέμματος αξιών τα περιιπτάμενα πτηνά ή τας

ενοχλούσας αυτόν μυίας.

Αλλ' αι κλεπτικαί του έφοδοι δεν ετελείονον πάντοτε τόσον αισίως.

Είχεν από μακρού επικηρυχθή ο ληστής υφ' όλων των μαγειρισσών της

γειτονίας, και πολλάκις είχον στηθή ενέδραι κατά των κλεπτικών

του κατορθωμάτων, και πολλάκις η καταδίωξίς του δεν απέβη ματαία.

Πόσαι πυράγραι είχον κατά καιρούς σφεγδονισθή κατά της κεφαλής

του, πόσα ματσούκια είχον θραυσθή κατά της ράχεώς του, και πόσαι

χύτραι ζέοντος ύδατος είχον χυθή επί το παχύ του τρίχωμα! Είχε

μαδήσει πολλαχού και γυμνωθή πελιδνόν το δέρμα του, η κεφαλή του

είχε παραμορφωθή εκ των μωλώπων και των πληγών, πότε ο είς και

πότε ο άλλος των ποδών του εσύροντο μετέωροι και παραλυτικοί, και

ο είς των οφθαλμών αυτού από πολλού είχε κλεισθή προς το φως της

ημέρας υπό το ζεμάτισμα της μαγειρίσσης μας.

Αλλ' ήτο αδιόρθωτος ο αμαρτωλός γέρων. Κλέπτης εκ γενετής, και

λαίμαργος εκ φύσεως. Το κατ' εξοχήν και προχειρότατον εις αυτόν

πεδίον των ληστροπραξιών του ήτο, εννοείται, η πάτριος αυτού γη,

το μαγειρείον της οικίας μας, όπου πρωίαν τινά χειμώνος είχε

γεννηθή εντός της ανθρακοθήκης. Εκεί ηνδραγάθει και δις και τρις

πολλάκις της ημέρας, εκεί είχε συλλέξει και τας πλείστας των

πληγών, αίτινες εκόσμουν το ηρωικόν αυτού σώμα, εκεί δ' επήλθε

τέλος και η φοβερά τραγωδία, της οποίας ημέραν τινά παρέστηυ

ακούσιος μάρτυς.

Η μαγείρισσά μας, κολοσσιαίον ανδρογύναικον εκ Νάξου, χείρας έχον

αχθοφόρου και πόδας ελέφαντος, κατεγίνετο καίουσα τον παρά την

εστίαν ευμεγέθη φούρνον, όπως ψήση το ζυμωτόν της εβδομάδος. Την

παλαιάν εκείνην απολίτιστον εποχήν ο άρτος εζυμούτο και εψήνετο

συνήθως εν τω οίκω. Ισταμένη προ του χαίνοντος και φλογοβόλου

στομίου του φούρνου και κρατούσα ανά χείρας την κολοσσιαίαν αυτής

π ά ν α ν εν μέσω σωρού φρυγάνων, όθεν ετροφοδότει την καίουσαν

κάμινον, παρίστατο την στιγμήν εκείνην η μέγαιρα αγριωπή, πορφυρά

εκ των φλογών, με λυτήν την κόμην και κάθιδρον το μέτωπον, ως

δαίμων τις της κολάσεως, τσιγαρίζων αμαρτωλούς εντός κολοσσιαίας

χύτρας. Εστραμμένη προς το πυρ δεν επρόσεχε τι συνέβαινεν εκεί

πλησίον της, όπισθέν της, επί της τραπέζης του μαγειρείου, όπου

κατέκειντο απαράσκευα έτι τα όψα της ημέρας, κρέατα και ιχθύς και

τυρός και άρτος και λάχανα, ανάμικτα πάντα εις άμορφον σωρόν.

Αίφνης επεστράφη, και είδε τον ληστήν πηδήσαντα ήδη επί της

τραπέζης.

Δεν ηξεύρω πώς και εις πόσον καιρόν συνέβη ό,τι κατόπιν είδα. Ήτο

αστραπή συγχρόνως και κεραυνός. Ήκουσα μόνον κλειομένην παταγωδώς

την θύραν του μαγειρείου, και είδα συγχρόνως τον γάτου σφαδάζοντα

εν μέσω των ηρακλείων χειρών της μεγαίρας. Τον εκράτει από των

οπισθίων του ποδών και κατέφερε ταχεία την κεφαλήν του επί το

πλακοστρώτον του μαγειρείου. Μία, δύο, τρεις, και ο κλέπτης

κατέκειτο εκτάδην ακίνητος, παράλυτος, με κλειστούς οφθαλμούς, μ'

αιμόφυρτον το στόμα και τας σιαγόνας σπασμωδικώς

ανοιγοκλειομένας.

— Α! εφώνησε θριαμβικώς η ναξία Νέμεσις. Τώρα πεια σε γλυτόνω

μια για πάντα!

Και δεν ηρκέσθη εις τούτο η φοβερά Μορμώ. Ήρπασε το πτώμα του

ληστού, το έρριψεν εις την χαίνουσαν πυρακτωμένην κάμινον, το

εστρηφογύρισεν εντός αυτής δις και τρις διά της π ά ν α ς της,

το έσυρεν έπειτα έξω, και πυρίκαυστον, μελανόν, παράμορφον,

έδραμε και το επέταξεν επί μεγάλου λίθων σωρού, όστις απέκειτο

προς οικοδομήν εις γωνίαν τινά της αυλής.

Ήμην κατάπληκτος, απολιθωμένος, και μόνον ότε συνετελέσθη η

τραγωδία, ερράγην εις φωνάς και κλαυθμούς. Είχα συμπάθειαν προς

τον ατυχή εκείνον ήρωα των μαγειρείων. Τον είχα ιδεί νεογέννητον,

μικρόν, φιλοπαίγμονα· πολλάκις τον είχα σιτίσει από του

περισσεύματός μου παρά την τράπεζαν, και πολλάκις τον είχα

κοιμίσει επί των γονάτων μου, ακούων εν εκστάσει τον αρμονικόν

ρόγχον του λασίου του στήθους. Τον επένθησα αληθώς, και πολλάς

ημέρας εξηκολούθουν να τον αναζητώσιν εις μάτην τα βλέμματά μου,

ότε ημέραν τινά — τις το πιστεύει; — βλέπω εισερχόμενον εις το

μαγειρείον τον παλαιόν μου γνώριμον. Ήτο ή δεν ήτο εκείνος

αληθώς; Ουδείς κατ' αρχάς τον ανεγνώρισεν άλλος πλην εμού και του

δημίου του.

— Χριστέ και Παναγία! Εκραύγασε το ανδρογύναικον και

εσταυροκοπήθη. Καλέ να τον πάλι! Ξαναζωντάνευσε ο εφτάψυχος!

Βρουκολάκιασε! Παναγία μου βοήθησε! . . .

Και ήτο αληθώς αγνώριστος ο δυστυχής. Εκ του τριχώματός του ολίγα

τινά μόλις περιεσώζοντο λείψανα, φαιά, μελαψά και πυρίκαυστα, η

κεφαλή του ήτο σχεδόν γυμνή και κατάμαυρος, η σιαγών του εκρέματο

σιελώδης, οι πόδες του μόλις εσύροντο . . . — αλλ' εσύροντο όμως,

εκινούντο, περιεπάτουν, και ο μόνος και μονάκριβος κίτρινος

οφθαλμός του, ουδέν μαθών ουδ' απομαθών, περιεσκόπει κλοπίως το

μαγειρείον, «ζητών τίνα καταπίη», ως ο λέων της Γραφής.

— Καλέ, εστοίχειωσε ο μαγκούφης! εφώνησεν η μαγείρισσά μας, και

εσφενδόνισε πάλιν την πυράγραν της κατά του δυστυχούς βρυκόλακος,

όστις αγνοώ αληθώς πού εύρε την δύναμιν να τραπή δρομαίος εις

φυγήν.

Και ο γάτος μας απεκλήθη έκτοτε εις όλην την γειτονίαν ο

ε π τ ά ψ υ χ ο ς γ ά τ ο ς, και μυθική παράδοσις μεγάλη και

πολύστομος περιέβαλε την καψαλισμένην του μορφήν. Αλλ' η παράδοσις

εκείνη και η απαισία φήμη, ήτις εδόξασε το πολύπαθές του γήρας,

επέφεραν το αληθές πλέον και αμετάκλητον αυτού τέλος.

Τα παιδία της συνοικίας ήρχισαν να διώκωσιν όλα εναμίλλως και να

λιθοβολώσιν ασπλάχνως τον ταλαίπωρον βρυκόλακα. Ουδ' έλεος πλέον

ουδέ χάρις προς το υπερφυσικόν εκείνο και απαίσιον ον, όπερ

ετόλμησε να επανέλθη από τον κάτω εις τον επάνω κόσμον. Πόλεμος

ακήρυκτος εξολοθρευμού εκινήθη εναντίον του υπό του συρφετού των

αγυιοπαίδων. Όπου εφαίνετο τον υπεδέχοντο λίθοι, και όπου ίστατο

τον εδίωκε λάκτισμα. Άνελπις, απειρηκώς και μόλις αναπνέων

ετρύπωσε μίαν ημέραν εις μίαν γωνίαν, και εκεί, ακίνητος, άμαχος,

— τις οίδεν αν μετανοήσας ή μη διά το ληστρικόν αυτού παρελθόν —

ετάφη υπό σωρείαν λίθων, τους οποίους εσφενδόνισαν αλλεπαλλήλως

κατά της λιπότριχος κεφαλής του οι αδυσώπητοι αυτού διώκται.

ΠΡΩΗΝ ΚΑΙ ΝΥΝ ΑΘΗΝΑΙ (10)

Όσοι, γνωρίσαντες τας Αθήνας προ τριάκοντα περίπου ετών,

κατέλιπον αυτάς και επανέρχονται σήμερον εις την πρωτεύουσαν του

ελληνικού βασιλείου, τρίβουσιν έκπληκτοι τους οφθαλμούς των, και

δεν δύνανται να τας αναγνωρίσωσιν.

Αναζητούσιν οι παλαιότεροι εξ αυτών το απέναντι της Τραπέζης —

ήτο μία μόνη τότε — ευρύ ξύλινον παράπηγμα, όπερ έστεγε τα

πανηγυρίζοντα πάσαν βασιλικήν εορτήν ευάριθμα ορειχάλκινα

τηλεβόλα, και πού να τα εύρωσιν! Εξέλιπεν εκείνο, και τούτων

απώλετο μετ' ήχου η μνήμη. Προχωρούσι περαιτέρω, παρέρχονται το

παλαιόν Σολωνείον, και απορούσι μη ανευρίσκοντες πλέον εκεί

πλησίον τα μικρά εκείνα σανιδόπηκτα καφενεία, πέριξ των οποίων

συνηθροίζοντο τότε αι άφθονοι έτι φουστανέλλαι των αγωνιστών.

Προβαίνουσιν ολίγα βήματα, και δεν ευρίσκουσι το Τίβολι·

προχωρούσιν ακόμη, και δεν βλέπουσι πλέον το Παυσίλυπον. Έκθαμβοι

πάντοτε τρέπουσιν αλλαχόσε το βήμα, και ιστάμενοι προ του

χειμερινού θεάτρου, όπερ φρουρεί έτι ο κέρβερος Μίμης,

αισθάνονται το παράδοξον εκείνο κράμα λύπης και χαράς, όπερ

αισθάνεται ο αναβλέπων γέροντα και κατεσκληκότα τον παλαιόν

φίλον, ον εγνώρισεν άλλοτε ακμαίον και σφριγώντα.

— Πώς χαίρω, ότι σ' επαναβλέπω! Τι καλά στέκεις! λέγουσι τα

χείλη.

— Πώς κατεβλήθης, ταλαίπωρε! Περίεργον να ζης ακόμη! λέγει η

καρδία.

Και αισθάνονται πιθανώς, ότι η καρδία των

recht angenehm verblutet,

ως λέγει ο Heine και ενθυμούνται την Comminoti και τον Caprile

και — οι αρχαιότεροι ίσως και την Ritta Basso, και τους

γεροντικούς έρωτας του μακαρίτου Λόντου, και τας σατύρας του

Ορφανίδου, — και παρέρχονται ηδέως βαρυθυμούντες, και

ε υ α ρ έ σ τ ω ς α ι μ ά σ σ ο ν τ ε ς τ η ν κ α ρ δ ί α ν.

Ενθυμούνται τότε, ότι εκεί πλησίον, ευθύς μετά το θέατρον,

εξετείνοντο κατάσπαρτοι αγροί και αλώνια θεριστών και άμπελοι

περαιτέρω χλοάζουσαι, και τρέπονται προς την πεδιάδα, ίν'

αναπνεύσωσιν αέρα καθαρώτερον. Αλλ' ανακόπτει ευθύς το βήμα των

κωδωνίζουσα τριάς, και παρελαύνει ενώπιόν των βαρεία η άμαξα του

ιπποσιδηροδρόμου. Θεωρούσιν αντικρύ, και αντί αγρών και αλωνίων

και θημωνιών βλέπουσιν οικίας τριωρόφους και εν μέσω αυτών το

τηλεγραφείον, εκτείνον διά των αέρων τους πολυμίτους σιδηρούς του

βραχίονας.

Έκπληκτοι πάντοτε, ενεοί και ως εν ονείρω, αναβαίνουσι την οδόν

Πειραιώς, φράσσοντες τα ώτα των προς τους συμμιγείς μουσικούς

θορύβους του ωδείου, και φθάνουσιν εις την Πλατείαν της Ομονοίας,

ήτις, δεν ενθυμούνται καλώς, αλλά νομίζουσιν ότι είχεν άλλο ποτέ

όνομα. Βλέπουσιν εκεί βρίθον πλήθος εορτάσιμον, εσθήτας μεταξωτάς

ανακινούσας άφθονον κονιορτόν, αμάξας πλήρεις γυναικών

εψιμυθιωμένων, νήπια ενδεδυμένα ως πλαγγόνας, νεανίσκους

σεισοπυγίζοντας δίκην εταιρίδων, και ακούουσι την στρατιωτικήν

μουσικήν παίζουσαν τα μέλη του Boccace, και τρίβουσι πάντοτε τους

οφθαλμούς των, και δεν πείθονται ότι γρηγορούσι.

Μάτην αναζητούσι γνώριμον μορφήν μεταξύ του πλήθους εκείνου του

ποικίλου. Οι πλείστοι περί αυτούς είνε νέοι, οι δε γέροντες, όσοι

αγνοούσιν έτι το ύδωρ της Allen, παρήλλαξαν τόσον! Ουδ' αναβολή

τις καν εκ των παλαιών ευφραίνει πλέον το βλεμμάτων. Φουστανέλλας

μόλις που σπάνιον απολείπεται ίχνος, είνε δ' από πολλού ήδη

πρόσωπα ιστορικά οι ν τ ο υ μ α ν ά δ ε ς, οι εορτάσιμοι των

υπηρετριών κατακτηταί, με τα γαροφαλλοκέντητα πορτοκάλλιά των και

τας ερυθράς των καλαμάτας.

Όλα κύκλω των μετεβλήθησαν· όλα! Και ό,τι ακούουσι και ό,τι

βλέπουσι. Μόνον ο κονιορτός, ευσταλής και ακμαίος ως άλλοτε, και

των οδών η ακαθαρσία και οι ρακένδυτοι στραγαλοπώλαι

αναμιμνήσκουσιν αυτούς αμυδρώς τας παλαιάς των Αθήνας, και

αναπαύουσι τα βλέμματά των ως μεμονωμένα νησίδια εν μέσω της

κυκλούσης αυτούς εκπολιτιστικής πλημμύρας.

***

Ας φαντασθή τις επί μικρόν τοιούτον τινα Επιμενίδην, όχι

κοιμηθέντα επτά και πεντήκοντα έτη, ως ο σοφός της Κνωσσού, αλλά

διαμείναντα μακράν της πρωτευούσης του ελληνικού βασιλείου

τριάκοντα, εικοσιπέντε, ή και είκοσι μόνον χρόνους. Δεν λέγομεν

τεσσαράκοντα ή πεντήκοντα, διότι εξ αυτών παρήλλαξαν ήδη τον βίον

οι πλείστοι, αφού εμερίμνησαν, εννοείται, άλλοι μεν να

κληροδοτήσωσι το χρήμα των εις το εθνικόν Πανεπιστήμιον, ίνα οι

σοφοί του πρυτάνεις αναλώσωσιν αυτό εις γελοιογλυφίας του Ρήγα

και του Γρηγορίου, άλλοι δε θυμοσοφώτεροι να ορίσωσι την χρήσιν

αυτού εις ίδρυσιν φρενοκομείου, και άλλοι να τάξωσι την πρόσοδόν

του εις μόρφωσιν διδασκάλων της εβραϊκής γλώσσης ή ερμηνευτών του

Σειράχ.

Ο Επιμενίδης ούτος δεν επανέρχεται, ως προείπομεν, εις τας

Αθήνας, αλλά τας διέρχεται μόνον. Δεν έρχεται να καταλύση τον

βίον υπό τον γλαυκόν ουρανόν του άστεος της Παλλάδος, ουδέ να

διαθέση το αποταμίευμά του εις κοινωφελείς επιχειρήσεις, ουδέ να

συνοικίση τας ακανθοσπάρτους χέρσους των περιχώρων, ουδέ να

διδάξη τους Αθηναίους την χρηματιστικήν. Δεν παρώξυνε τοσούτον η

νοσταλγία τον πατριωτισμόν αυτού, ουδ' εκορύφωσε τοσούτον την

φιλογένειάν του η μακρά εξ Ελλάδος απουσία. Ο ανήρ πάσχει

περιέργειαν μόνον πατριωτικήν και ουδέν άλλο. Είνε δε η

περιέργειά του άκακος, αθόρυβος, ξένη πάσης υστεροβουλίας,

αμέτοχος επιλογισμού ή πλαγίου σκοπού οιουδήποτε. Εγνώρισε

νεανίας την αθηναϊκήν πρωτεύουσαν, ελληνικήν έτι μικρόπολιν, και

επανέρχεται να ίδη και θαυμάση την μακρόθεν φημισθείσαν εις τα

ώτα του ευρωπαϊκήν μεγαλόπολιν. Εγνώρισε, φοιτών εις το

πανεπιστήμιον προ ετών πολλών, τας στενάς ατραπούς, ας διέβαινε

πρωινός τον χειμώνα, σπεύδων να καταλάβη θέσιν εις τον

Παπαρρηγόπουλον. Εγνώρισε και ενθυμείται ακόμη την μεγάλην

τάφρον, την εκτεινομένην προ του Υπουργείου των Οικονομικών, και

τον βραχώδη προς το Πανεπιστήμιον ανήφορον, ον ανερριχάτο

ασθμαίνων και περιπόρφυρος. Εγνώρισε και συνηλλάχθη πολλάκις προς

τους ορθρίους περιάκτας καφέ και ζακχάρεως, οίτινες αντί μιας

μόνης πεντάρας προσέφερον εις τους μαθητάς στενόμακρον χάρτινον

κώνον, περιέχοντα τα ακριβότερα του καφέ των συστατικά.

Ενθυμείται του Βαρνάβα το εστιατόριον, όπου εχόρταινε πολλάκις την

μαθητικήν του κοιλίαν δαπανών ογδοήκοντα μόνον λεπτά. Ενθυμείται

έτι της κυρίας Ρομπέρ το ήρεμον καφενείον, και τους ατελευτήτους

αγώνας του domino, οίτινες ετελούντο εν αυτώ χάριν ενός

τ ρ ι γ ώ ν ο υ. Ενθυμείται τους στύλους του Ολυμπίου Διός, όπου

ανέπνεε κατά τας εσπέρας του θέρους την αύραν του Σαρωνικού, και

τα ν ε ρ ά άτινα έφερεν αδιακόπως ο υπηρέτης, ατελείωτον συνέχειαν

ενός λουκουμίου ή μιας μαστίχης. Διατηρεί έτι την μνήμην των αφελών

εκείνων εσπερινών συναναστροφών, αίτινες ήρχιζαν εις τας οκτώ και

ετελείοναν εις τας δέκα, συνεκροτούντο δε προχείρως εκ των

τυχόντων φίλων, και ηρτύοντο δι' ενός μεν ενίοτε μόνου καφέ αλλά

διά πολλής και ακόπου πάντοτε φαιδρότητος. Δεν ελησμόνησε τα

δίτροχα μικρά αμάξια της αγοράς, ουδέ το: ά λ λ ο ς δ ι ά κ ά τ ω!

των αμαξηλατών, οίτινες επί ώρας μακράς ηγωνίζοντο να

συμπληρώσωσι διά τον Πειραιά το έμψυχον αυτών φορτίον. Ενθυμείται

ακόμη τας χονδράς ράβδους των αστυνομικών κλητήρων και τον

κυανόλευκον χρωματισμόν των, και την κεχαραγμένην επ' αυτών

Ι σ χ ύ ν τ ο υ Ν ό μ ο υ. Ενθυμείται, . . . και τι δεν

ενθυμείται! Αλλ' ουδέν σχεδόν — είπον φίλοι προς αυτόν — σώζεται

πλέον εξ όσων ενθυμείται. Εξέλιπον, τω είπον, πάντα εκείνα τα παλαιά

της μικροπόλεως γνωρίσματα, και αι Αθήναι ήλλαξαν όψιν. Αι οδοί των

ηυρύνθησαν, και αι οικίαι των ηύξησαν εις όγκον και ύψος. Τα

καφενεία των επληθύνθησαν περίκομψα και μεγάλα, οι δε φοιτηταί

των εδεκαπλασιάσθησαν, όσον σχεδόν και του Πανεπιστημίου οι

φοιτηταί. Ολίγοι μόνον πρεσβύται και πρεσβυτίζοντες παίζουσιν έτι

δόμινον εις τα καφενεία· οι άνδρες και οι νέοι παίζουσιν ε κ α ρ τ έ

και β α κ κ α ρ ά εις την λέσχην, και η ενθήκη δεν είνε πλέον

έν τρίγωνον, αλλά πολλαί δραχμών νέων χιλιάδες. Εξηφανίσθησαν τα

δίτροχα αμάξια, και αι άμαξαι της ελληνικής πρωτευούσης είνε

σήμερον αι ωραιότεραι της Ευρώπης. Το ά λ λ ο ς δ ι ά κ ά τ ω

δεν ακούεται πλέον, διότι αι Αθήναι έχουσι σιδηρόδρομον, δέκα

όλων χιλιομέτρων. Αι συναναστροφαί αρχίζουσι σήμερον ότε

ετελείονον άλλοτε, οι δε αστυνομικοί κλητήρες δεν φέρουσι πλέον

ράβδους χονδράς αλλά προφυράς εφεστρίδας.

Πάντα ταύτα είπον εις τον περίεργον πατριώτην νεήλυδες εξ Αθηνών

φίλοι, και άλλα δε πολλά θαυμασιώτερα τω διηγήθησαν περί της

αγαπητής πόλεως των νεανικών του χρόνων.

Έρχεται λοιπόν να ίδη και αυτός τα συντελεσθέντα θαύματα, και να

θαυμάση ιδίοις όμμασι την εις Αθήνας αθρόαν εισβολήν ουχί πλέον

του πολιτισμού, αλλά των πολιτισμών της Εσπερίας. Έρχεται να ίδη

την προ τριακονταετίας άμορφον κάμπην μεταμορφωθείσαν εις

περικαλλή χρυσαλλίδα. Έρχεται να ανανεώση εις εφόδιον των

πρεσβυτικών του ημερών την εις τας δέλτους της μνήμης του

ταμιευμένην παλαιάν εικόνα του άστεος, ως ανανεούσιν, από ηλικίας

εις ηλικίαν, τα φωτογραφήματα των τέκνων των οι φιλόστοργοι

πατέρες.

***

Ο αγαθός ούτος παλαιός αθηναίος κατέπλευσε νύκτα εις Πειραιά, και

ανήλθεν, εννοείται, εις τας Αθήνας διά του σιδηροδρόμου.

Ανησύχησεν ολίγον, ότε ήκουσε τους αμαξηλάτας προσφωνούντας τα εξ

αμάξης αληθώς προς αλλήλους, ίνα κατορθώσωσι να εξέλθωσι της

αυλής του σταθμού· αλλά τούτο ανέμνησεν αυτόν τας παλαιάς του

Αθήνας, και το γνώριμον του πράγματος εμετρίασε κάπως το τραχύ

του ακούσματος. Ηπόρησεν έπειτα, ότι η από του σταθμού εις το

ξενοδοχείον μετάβασις διήρκεσε περισσότερον του σιδηροδρομικού

του ταξειδίου.

— Αληθώς αι Αθήναι έγειναν μεγαλόπολις, διενοήθη μετ' ενδομύχου

ευχαριστήσεως.

Ούτω δε, αναπνέων δι' όλων αυτού των πνευμόνων τον ικανώς άοσμον

κονιορτόν της Αιολικής οδού και κατόπιν της Ερμαϊκής, προκύπτων

ανά παν βήμα διά της θυρίδος της αμάξης, ίνα θεωρήση τα

εκατέρωθεν κατάφωτα εργαστήρια, και μετ' ανεκφράστου θυμηδίας

θεώμενος τους διαβάτας, έφθασεν εις το ξενοδοχείον της Μασσαλίας

— ήτοι της Ανατολής, ως αυτός εκ παλαιού το εγνώριζε — κ' εζήτησε

δωμάτιον επί της οδού.

Δεν κατεκλίθη, καίτοι ήτο αργά και πολλήν ησθάνετο κόπωσιν.

Ήνοιξε το παράθυρον κ' εθεώρησεν έξω. Εδίψα Αθήνας. Μάτην όμως

εκάλει το βλέμμα του η υπέρ τον Παρθενώνα φεγγοβολούσα

πανσέληνος, και μάτην τω προσεμειδία ο έναστρος ουρανός. Αυτά

ήσαν παλαιά και γνώριμα. Αυτός ήθελε νέα και άγνωστα. Ήθελε να

ίδη διαβάτας πυκνούς πληρούντας την οδόν, και αμάξας

αλλεπαλλήλους παρερχομένας, και καταστήματα πλήρη αγοραστών και

περιέργων, και θόρυβον πολύν, και ζωήν, και κίνησιν. Ήθελε ν'

αγρυπνήση άκων εκ της τύρβης της μεγαλοπόλεως. Αλλ' η προσδοκία

του απέμεινεν εσφαλμένη, και ταχέως κατενόησεν, ότι μάτην

ηγρύπνει. Ήκουσεν από τινων οψοπωλείων τους σαρδελλοπώλας παίδας

πανηγυρίζοντας μεγαλοφώνως το έωλον εμπόρευμά των, ήκουσε τον

κρότον μιας αμάξης κατευθυνομένης αργά εις τον σταύλον της,

ήκουσε το παροίνιον άσμα διαβατών τινων, παράδοξον εχόντων την

αναβολήν, είδε και δύο αστυνομικούς κλητήρας, μειδιώντας

ευσυνειδήτως προς τας βωμολόχους ευφυολογίας των αδόντων. Αλλά

τόσον μόνον.

Τέλος εκουράσθη, ενύσταξε, κατεκλίθη και απεκοιμήθη.

Είδε καθ' ύπνους, ότι αι Αθήναι είχον μεταβληθή εις Φλωρεντίαν,

και μετά μικρόν ότι ωμοίαζον τας Βρυξέλλας. Κατεγίνετο δε ήδη να

τας μεταμορφώση εις Παρισίους, ότε εξύπνησεν.

Ενεδύθη ταχύς και κατέβη να πίη τον καφέν του εις έν καφενείον,

κατά την παλαιάν νεανικήν του συνήθειαν. Εισήλθε δε εις το

πρώτον, όπερ έτυχε δεξιά του, απέναντι της μεγάλης οικίας του

Μελά.

Ήλπιζε να ήνε μόνος, ή σχεδόν μόνος — ήτο ακόμη πολύ πρωί — και

ν' αναγνώση εν ησυχία δέσμην όλην πρωινών εφημερίδων, ας επί

τούτω είχεν αγοράσει προ μικρού, άμα εξελθών του ξενοδοχείου.

Αλλά το καφενείον ήτο πλήρες ανθρώπων ορθίων και καθημένων, ων οι

περισσεύοντες απέφρασσον και τας εισόδους, κατέκλυζον δε και αυτό

το πεζοδρόμιον. Μη εννοών πόθεν και πώς τοσούτω πυκνόν το πρωινόν

εκείνο σμήνος των αέργων, μόλις κατώρθωσε να εύρη θέσιν εγγύς

ενός τραπεζίου, και πολλάκις ζητήσας, να λάβη τέλος τον β α ρ ύ ν

και γ λ υ κ ύ ν, ον από τριάκοντα ήδη ετών μάτην επόθει η καρδία

του.

Εστενοχωρείτο κάπως, αλλ' ήτο ευχαριστημένος. Το πλήθος εκείνο

όπερ τον περιεκύκλου, ο συμμιγής των φωνών του θόρυβος, αι

κραυγαί των παρερχομένων εφημεριδοπωλών, η τύρβη των αεικινήτων

υπηρετών του καφενείου, ετάραττον μεν την ανάγνωσίν του, αλλά τον

έτερπον ενδομύχως, διότι επλήρουν τας προσδοκίας του.

— Αλήθεια έγειναν μεγαλόπολις αι Αθήναι, διελογίσθη και

εξηκολούθησε ροφών μεν τον καφέν του, προσπαθών δε ν' αναγνώση

και τας εφημερίδας του.

Αίφνης ίσταται ενώπιόν του ανήρ ομήλιξ, τον βλέπει επί τινας

στιγμάς ατενώς, και τείνων προς αυτόν την χείρα,

— Δεν με γνωρίζεις; λέγει προς αυτόν μειδιών.

— Ο Γιαννάκης! αναφωνεί Ο νέηλυς Δημητράκης — εις ον πρέπει

τέλος να δώσωμεν έν όνομα.

— Ολόκληρος. Αλλά πώς εδώ; πόθεν έτσι έξαφνα; πότε ήλθες;

— Χθες το βράδυ, από το Παρίσι, διά να ιδώ τας Αθήνας μου.

— Πάντοτε φιλαθήναιος! Σ' ενθυμούμαι από τους μαθητικούς μας

χρόνους, ότε ανέβαινες δις της εβδομάδος εις την Ακρόπολιν διά να

θαυμάσης το πανόραμα των Αθηνών.

— Τώρα τας θαυμάζω απ' εδώ. Τι μεταβολή! Και συ τι γίνεσαι, τι

κάμνεις;

— Το βλέπεις, τι κάμνω.

— Δεν το βλέπω διόλου.

— Πώς; δεν εννόησες ακόμη πού ευρίσκεσαι;

— Εις καφενείον, υποθέτω.

— Ναι, αλλά εις καφενείον μεσιτών.

— Μεσιτών; Έγεινες μεσίτης λοιπόν από υπάλληλος;

— Τι να κάμω, αγαπητέ; Η κυβέρνησις μ' έτρεφε πολύ μέτρια, εγώ

δε καμμίαν διάθεσιν δεν είχα να γείνω ασκητής. Εβαρέθην επί

τέλους την πείναν κ' έγεινα μεσίτης.

— Κερδίζεις τώρα περισσότερα;

— Κερδίζω κατά μήνα όσα έπαιρνα κατ' έτος από το δημόσιον.

— Λαμπρά· και όλοι αυτοί είνε συνάδελφοι σου;

— Οι περισσότεροι. Άλλοι παλαιοί υπάλληλοι ως εγώ· άλλοι νέοι

επιστήμονες, τους οποίους άφινε νηστικούς η επιστήμη· άλλοι

φοιτηταί, οι οποίοι ευρίσκουν περισσότερον προσοδοφόρον να

φοιτούν εδώ παρά εις το Πανεπιστήμιον. Άλλοι είχαν έργον και το

άφησαν, άλλοι δεν είχαν και ηύραν. Όλοι των τέλος πάντων τους

οποίους βλέπεις εδώ συναθροισμένους, πάσχουν μίαν κοινήν

ασθένειαν . . . δίψαν χρημάτων.

— Να την έχουν οι άνδρες και οι γέροντες, δεν απορώ.

Όταν κανείς δεν έχη πλέον πόθους, ούτε ελπίδας, ούτε φιλοδοξίαν

οιανδήποτε, εννοώ να κυνηγά τα χρήματα. Όταν ξηρανθή η καρδία,

μόνον με χρήματα ποτίζεται, συμφωνώ· αλλά να πάσχουν δίψαν

χρημάτων και οι νέοι. . . .

— Είνε κάπως περίεργον, θα ειπής.

— Περίεργον; Είνε λυπηρόν, πολύ λυπηρόν διά το μέλλον του τόπου.

Ποίους άνδρας του ετοιμάζουν οι νέοι αυτοί, οι οποίοι εγήρασαν

τόσον πρόωρα; Ποίας ηθικάς δυνάμεις του φυλάττουν οι αμύστακες

αυτοί μεσίται, τους οποίους εξήντλησεν ή θα εξαντλήση βέβαια ο

πυρετός των χρημάτων; Ποίον ευγενές αίσθημα θα μείνη εις την

καρδίαν των, όταν γείνουν άνδρες, αφού όλη των η ύπαρξις

συνεκεντρώθη από τώρα εις το υλικόν κέρδος; Τι κεφάλαιον γνώσεων,

μαθήσεως, εργασίας, ηθικότητος θα ταμιεύσουν αυτοί οι ίδιοι διά

το μέλλον των;

— Ενδιαφέρεσαι, φίλε μου, διά πράγματα, διά τα οποία αυτοί πολύ

ολίγον ενδιαφέρονται. Συ εταμίευσες αρκετήν ποίησιν από την

νεότητά σου. Αυτοί εργάζονται να ταμιεύσουν χρήματα, διότι τα

χρήματα μόνον σήμερον κάμνουν τον άνθρωπον.

— Αυτού κατηντήσατε και σεις; σας συγχαίρω.

— Διατί να μη καταντήσωμεν, αφού κατήντησεν αυτού όλος ο κόσμος;

— Διότι ο άλλος κόσμος είνε γέρων, και η Ελλάς είνε ακόμη νέα·

νά, διατί! Αν ο άλλος κόσμος έσπασεν αλληλοδιαδόχως όλους τους

πήχεις με τους οποίους εμέτρει άλλοτε την αξίαν, και την μετρεί

μόνον σήμερον με τα χρήματα, είχε καιρόν να το κάμη, διότι ζη προ

αιώνων. Σεις όμως είσθε ακόμη νήπια. Εβγήκατε χθες από το αυγόν·

δεν έχετε βιομηχανίαν, δεν έχετε εμπόριον, δεν έχετε σχολεία, δεν

έχετε κλήρον, δεν έχετε τίποτε, και νομίζετε ότι το άλφα και το

ωμέγα του πολιτισμού είνε τα πλήρη χρηματοκιβώτια.

— Είσαι κάπως υπερβολικός. Λησμονείς, ότι οι άνθρωποι σήμερον

έχουν πολύ περισσοτέρας ανάγκας, παρ' όσας είχαν προ τριάκοντα

ετών, και ότι αι ανάγκαι αυταί δεν θεραπεύονται με δρόσον, με

σύννεφα και με πανσέληνον.

— Δεν το λησμονώ διόλου. Βλέπω μάλιστα με λύπην μου, ότι

ηυξήσατε τας ανάγκας σας εκείνας, αι οποίαι θεραπεύονται μόνον με

χρήματα, και αι οποίαι δεν είνε βέβαια αι ευγενέστεραι ανάγκαι

του ανθρώπου. Διατί όμως τας ηυξήσατε; Ποίος σας εβίασε;

— Ο πολιτισμός, φίλτατε· ο πολιτισμός! Δεν ηξεύρεις, ότι αι

Αθήναι έγειναν μεγαλόπολις; ότι δεν έχουν πλέον σαράντα, αλλά

εκατόν χιλιάδας κατοίκους; ότι . . .

— Όλ' αυτά μου τα είπαν, και ήλθα να τα ιδώ. Αλλά τι να σου

ειπώ; το πρώτον σημείον του πολιτισμού σας, το οποίον βλέπω, δεν

είνε πολύ ορεκτικόν.

— Ιδέ και τα άλλα, και ελπίζω να μεταβάλης γνώμην. Αλλά τώρα με

συγχωρείς να σ' αφήσω, προσέθηκεν ο Γιαννάκης μειδιών. Οι πελάται

μου βλέπεις ανησυχούν. Πλησιάζει η εκκαθάρισις του μηνός, και

έχομεν εργασίας· το εσπέρας όμως σε θέλω· θα έλθω να σε πάρω από

το ξενοδοχείον σου. . . . Πού κατέλυσες;

— Εις την Μασσαλίαν.

— Λοιπόν αναβλεπώμεθα.

Και οι δύο φίλοι εχωρίσθησαν.

***

Ο Δημητράκης έμεινε μόνος, αλλά δεν έμεινεν εν τω καφενείω· τα

πέριξ αυτού γινόμενα δεν εκίνουν πλέον την περιέργειάν του,

ετάραττον δε την πατριωτικήν του χολήν. Είχε τόσους γνωρίσει

οικείους και φίλους, καταποθέντας εις την άβυσσον των

χρηματιστηρίων! Ενθυμείτο άλλους, και αυτοί ήσαν οι ολιγώτεροι,

ων είχε ρικνώσει την καρδίαν το από της κυβείας χρήμα, και

εθεώρει τον κύκλω τυρβάζοντα όμιλον ως αγέλην θυμάτων, αγομένην

ταχέως ή βραδέως αλλ' αναποδράστως πάντοτε εις τα σφαγεία δύο ή

τριών μεγάλων κερδοσκόπων.

Συνήγαγε τας εφημερίδας του, εταμίευσεν αυτάς διά τον μεσημβρινόν

του ύπνον εις το θυλάκιόν του, και εξήλθεν εις την οδόν.

Ουδένα είχε σκοπόν το βήμα του. Ήθελεν απλώς να περιέλθη την

πόλιν, και να ίδη τας εξωτερικάς και ορατάς ούτως ειπείν προόδους

της.

Κατέβη ούτω προς την οδόν Πατησίων, εσταμάτησεν ολίγον προ του

πλήθους των διασταυρουμένων αμαξών και της παρερχομένης αμάξης

του ιπποσιδηροδρόμου, και μόλις κατώρθωσε να αναγνωρίση πού

ευρίσκετο, βλέπων δεξιά του την αμετάβλητον παλαιάν οικίαν του

Μαυροκορδάτου, πιεζομένην υπό τον όγκον των πέριξ οικοδομών. Είδε

κύκλω, και εθαύμασε το άπειρον πλήθος των εν υπαίθρω καθημένων,

ων άλλοι μεν έπινον τον καφέν των, άλλοι εκαθαρίζοντο τα

υποδήματα, άλλοι ανεγίνωσκον εφημερίδας, άλλοι συνωμίλουν, και

άλλοι, οι ενεργητικώτεροι, εθεώρουν τους παρερχομένους.

— Πολύ πρέπει να επλούτησαν αι Αθήναι, διελογίσθη, διά να έχουν

τόσους αργούς και τόσα καφενεία.

Και ετράπη δεξιά, αναβαίνων την οδόν Σταδίου.

Εδώ αληθώς τα έχασε.

Ούτε τάφρος πλέον, ούτε γεφύρια συνδέοντα τας βραχώδεις πλευράς

της, ούτε μάνδραι κατηρειπωμέναι, ως άλλοτε, ούτε οικόπεδα

αναπεπταμένα εις πάσαν του παροδίτου ανάγκην.

Οικίαι εκατέρωθεν μεγάλαι, και πεζοδρόμια πλακόστρωτα, και

σύρματα πολλαπλά τηλεγράφων, και δενδροστοιχίαι, και ικριώματα

κολοσσιαία μεγάρων οικοδομουμένων.

Είνε αληθές, ότι ολίγου δειν εξώρυττε τον οφθαλμόν του η λατύπη

των επί του πεζοδρομίου μαρμαροκοπούντων οικοδομών, και εκηλίδου

τον ιματισμόν αυτού το άνωθεν καταπίπτον κονίαμα. Αλλά τι

εσήμαινον τα παροδικά ταύτα μικρολογήματα απέναντι της

καλλιμαρμάρου οικοδομής;

Περαιτέρω τον εξένισε κάπως το οικτρόν θέαμα των ξηρών πεύκων,

άτινα δίκην ανεστραμμένων σαρωμάτων παρετάσσοντο εκατέρωθεν της

οδού, και εφαίνοντο παρακαλούντα τους διαβάτας να πτύσωσιν εις

τας ρίζας των, ίνα δροσισθώσιν, ενώ εγγύς αυτών έρρεε διαρκώς

βρύσις κατακλύζουσα την οδόν. Προσεπάθησε να εύρη πατριωτικήν

τινα εξήγησιν του πράγματος, αλλά δεν το κατώρθωσεν, ως δεν

κατώρθωσεν επίσης να εννοήση, διατί η μεν οδός ήτο πλήρης πηλού

εκ του καταβρέγματος, τα δε πεζοδρόμια πλήρη κονιορτού και

χωμάτων και σκυβάλων.

Έφθασεν ούτω απορών προ του Πανεπιστημίου, και εσταμάτησεν εκεί

μικρόν, και μετά συγκινήσεως ανεπόλησεν ημέρας αρχαίας. Περιήλθε

χαίρων το θαλερόν του κηπάριον, εντράπη ολίγον, ιδών δι' οποίων

αγαλμάτων ετίμησεν η ελληνική επιστήμη την μνήμην του Ρήγα και

του Γρηγορίου, και εισήλθεν εις τον αριστερά πευκώνα, ίνα επανίδη

τον τάφον των ιερολοχιτών. Εδώ κατεξανέστη η καρδία του, — αφού

κατεξανέστη πρότερον η όσφρησίς του — και εκάλυψεν εξ αισχύνης το

πρόσωπον, βλέπων οποίον φόρον σεβασμού εκλήθησαν οι παροδίται και

οι φοιτηταί του Πανεπιστημίου να προσφέρωσιν εις τους ήρωας του

Δραγατσανίου.

Κατέλιπε βαρυθυμών τον δυσώδη περίβολον, και χαιρετίσας διά

τρυφερού βλέμματος την απέναντι μεγάλην οικίαν, ης μαθητής ποτε

προ χρόνων πολλών είχε κατοικήσει έν στενόν δωμάτιον, επροχώρησεν

αναβαίνων την λεωφόρον Πανεπιστημίου.

Ωραία, πολύ ωραία του εφάνη η Ακαδημία.

— Τι θα το κάμουν άραγε το κατάχρυσον αυτό οικοδόμημα; είπε καθ'

εαυτόν, και ενθυμηθείς τους στίχους του Bodenstedt

Geld lieber ohne Taschen

als Taschen ohne Geld,

— Καλλίτερα, είπε παρωδών, να είχαμεν ακαδημαϊκούς χωρίς

Ακαδημίαν, παρά Ακαδημίαν χωρίς ακαδημαϊκούς.

Παρήλθε τους βασιλικούς σταύλους, ους εύρεν ως τους είχεν αφήσει,

και θαυμάζων πάντοτε τα εκατέρωθεν της οδού νεόδμητα μέγαρα,

έφθασεν εις την πλατείαν των ανακτόρων.

Τι ήτο αυτό! Ατμομηχανή συρίζουσα, και άμαξαι κατόπιν συρόμεναι

πλήρεις ανθρώπων, και σιδηρά ελάσματα επί της οδού!

— Μνήσθητί μου, Κύριε! ανέκραξεν ο Δημητράκης, και

εσταυροκοπήθη.

Κυκεών αληθής έγεινεν ο εγκέφαλός του, και έστη ενεός και άλαλος,

μη δυνάμενος να συμβιβάση ό,τι έβλεπε με ό,τι είδε προ μικρού.

— Μα το ναι, είπε, περίεργον πολιτισμόν έχουν αι Αθήναι.

Πολιτισμόν Λονδίνου και πολιτισμόν χωρίου της Βουλγαρίας.

Αλλ' ο ήλιος των Αθηνών ο καυστικός και απολίτιστος ήρχιζεν ήδη

να φλέγη την φαλακράν κεφαλήν του νεήλυδος πατριώτου.

— Το εσπέρας βλέπω τα άλλα με τον Γιαννάκην! διελογίσθη, και

επανέκαμψεν εις το ξενοδοχείον του.

Ας αφήσωμεν τον ξένον ημών να αναγνώση ήσυχος τας πρωινάς του

εφημερίδας, χωρίς ν' αναγράψωμεν τας εξ αυτών εντυπώσεις του περί

της γλωσσικής και δημοσιογραφικής προόδου των Αθηνών.

Ας τον αφήσωμεν επίσης να κοιμηθή τον μεσημβρινόν του ύπνον μ'

όσην αταραξίαν τω επιτρέπουσιν αι μυίαι, οι σκνίπες και οι

κώνωπες της κλασικής πόλεως, και ας παρακολουθήσωμεν αυτόν την

εσπέραν, εξερχόμενον εις περίπατον μετά του Γιαννάκη.

Ο Γιαννάκης, ως μεσίτης σεβόμενος εαυτόν και τους πελάτας του,

έχει, εννοείται, δίφρον κομψότατον, εις ον επιβιβάζει τον φίλον

του, αναφωνούντα φαιδρώς·

— Έχεις και αμάξι, βλέπω.

— Μεσίτης και ιατρός χωρίς αμάξι δεν κάμνει σήμερον δουλειά εις

τας Αθήνας, αγαπητέ.

Και φωνεί προς τον αμαξηλάτην·

— Τράβα εις τα Πατήσια!

— Εδώ είνε το Πολυτεχνείον, λέγει μετά μικρόν εις τον νεήλυδα

φίλον· θα το ενθυμείσαι βέβαια.

— Το εθεμελίοναν, νομίζω, όταν έφυγα· πώς; δεν ετελείωσεν ακόμη;

— Ετελείωσαν τα χρήματα.

— Δεν ημπορούσατε να το κάμετε μικρότερον μ' όσα χρήματα είχατε;

θα εχωρούσε, υποθέτω, πάντοτε την αθηναϊκήν καλλιτεχνίαν. Και

αυτό το άλλο, τι είνε;

— Το αρχαιολογικόν Μουσείον.

— Και αυτό ατελείωτον. Ας ήνε! ελληνική ασθένεια. Μεγάλα τα

σχέδια και μικρά τα πράγματα. Αλλ' ας αφήσωμεν τας οικοδομάς, να

ιδούμεν ολίγον και τον ζωντανόν κόσμον. Ποία είνε αυτή η κυρία

εις το αμάξι;

— Είνε μία κυρία . . . κάπως . . . δηλαδή . . . πώς να σου

ειπώ . . .

— Εννόησα. Περίεργον να ήνε τόσον σεμνά ενδυμένη. Εγώ θα

εξελάμβανα ως τοιαύτην εκείνην εκεί, η οποία περιπατεί δεξιά εις

το πεζοδρόμιον.

— Αυτή; είνε κυρία πολύ καθώς πρέπει.

— Και διατί ενδύεται έτσι;

— Είνε συρμός, φαίνεται.

— Ο συρμός είνε πολλών ειδών, αγαπητέ· αλλ' αι κυρίαι σας,

βλέπω, δεν εκλέγουν τον καλλίτερον. Και αυτή η άλλη κυρία εις το

αμάξι, ποία είνε;

— Ό,τι ήτον η πρώτη.

— Αι! να σου ειπώ, καλά προωδεύσατε. Με το έλεγαν . . .

Αλλά διακόπτει αίφνης τους λόγους του αγαθού ξένου θόρυβος φωνών,

κραυγών, ύβρεων, ανταλλασσομένων μεταξύ κ α ρ ρ α γ ω γ έ ω ς

ελαύνοντος το αμάξιόν του από ρυτήρος και κλητήρος αστυνομικού

διατάσσοντος αυτόν να σταματήση. Ο αμαξηλάτης φαίνεται πως

υποβεβρεγμένος, ο δε κλητήρ δεν φαίνεται νήστις.

Τι προσφωνούσιν αλλήλους εν τοιαύτη καταστάσει, ευκόλως δύναταί

τις να φαντασθή. Το αμάξιον τρέχει πάντοτε, ο κλητήρ μονολογεί,

χειρονομών τραγικώς ως πρωταγωνιστής του ελληνικού θεάτρου, διότι

ουδεμίαν έχει αυτός διάθεσιν ούτε αι κνήμαι του δύναμιν να

τρέξωσι κατόπιν του παραβάτου των αστυνομικών διατάξεων, οι δε

διαβάται υποχωρούσι μεν φρονίμως προ του καλπάζοντος ιππαρίου,

συναγείρονται δε περί τον κλητήρα και σχολιάζουσι πατριωτικώς τα

συμβαίνοντα. Αλλά διά μιας η σκηνή μεταβάλλεται. Το αμάξιον

τρέχον πάντοτε ανατρέπει εν μέση οδώ αμέριμνον χωρικόν,

μεταβαίνοντα επί του όνου του εις την πόλιν, και το ιππάριον

σταματά, έκπληκτον και αυτό προ του κατορθώματός του. Ο κλητήρ

καταφθάνει τότε δρομαίος, επιτίθεται κατά του αμαξηλάτου, δέρει,

δέρεται, και εν μια στιγμή ευρίσκεται χαμαί ανάσκελος δι' ενός

λακτίσματος του αμαξηλάτου, όστις τρέπεται εις φυγήν.

— Πού θα μου πας! λέγει στωικώς ο κλητήρ εγειρόμενος και

τινάσσων τον κανιορτόν από της πρώην πορφυράς εφεστρίδος του. Πού

θα μου πας!

Και επιβαίνων μεγαλοπρεπώς του κ ά ρ ρ ο υ, δράττεται των

χαλινών, και οδηγεί αυτό εις την Αστυνομίαν, αφίνων εις τους

διαβάτας να μεριμνήσωσι περί του μωλωπισθέντος χωρικού.

— Πώς σου εφάνη η σκηνή; ερωτά ο μεσίτης τον φίλον του.

— Ας επιστρέψωμεν, απαντά εκείνος, χωρίς ν' απαντήση.

— Εις τα Ολύμπια! διατάσσει ο Γιαννάκης τον αμαξηλάτην ταυ, και

ο δίφρος διαβαίνων ταχύς την οδόν Πατησίων και την οδόν Σταδίου,

διελαύνει την πλατείαν του Συντάγματος.

Η στρατιωτική μουσική παίζει από της κεντρικής εξέδρας, και

κόσμος πολύς πληροί την πλατείαν. Οι μεν κάθηνται κύκλω, ροφώντες

μετά του κανιορτού τον καφέν των, οι δε περιπατούσιν άνω και

κάτω, και ολίγοι, πολύ ολίγοι κυκλούσι την εξέδραν, προσέχοντες

εις την μουσικήν.

— Ο δήμος, λέγει ο Δημητράκης, πρέπει να κερδίζη αρκετά απ' αυτά

τα καφενεία.

— Πώς, δηλαδή;

— Πόσον τους ενοικιάζει το μέρος της πλατείας το οποίον τους

παραχωρεί διά την τοποθέτησιν των τραπεζίων των;

— Ο δήμος δεν ενοικιάζει τίποτε. Αυτό δα έλειπε, να μας

ενοικιάζη τόρα ο δήμος και τους δρόμους. Οι άνθρωποι βάζουν τα

τραπέζια των εμπρός εις τα καταστήματά των, και κανείς δεν τους

εμποδίζει.

— Α! έτσι εννοείτε σεις εδώ τας πλατείας. Πολύ καλά· ως προς

τούτο δεν εγείνατε, βλέπω, ακόμη παρισινοί, ενώ τους επεράσατε ως

προς τας αγγελίας των δημοσίων θεαμάτων.

Και ο νέηλυς Αθηναίος δεικνύει εις τον μεσίτην υπερμεγέθη

θεατρικήν ειδοποίησιν, κυκλοφορούσαν διά του πλήθους επί των ώμων

μικρού γεροντίου.

Η άμαξα διέρχεται μετά μικρόν την οδόν Φιλελλήνων, κάμπτει την

αγγλικήν εκκλησίαν και καταβαίνει προς τους παριλισσίους κήπους.

— Δεν αφίνομεν το αμάξι, να περιπατήσωμεν ολίγον; παρα...

[λείπουν οι σελίδες 223 233 - Όνομα νέου πεζογραφήματος: Αθηναϊκαί

επιστολαί]

_πάψε κ' εβαρεθήκαμε,

κάμε και λίγη κάψα!

Την ώρα δεν εβλέπαμε

ναρθής, για να μπορέσουμε

τουλάχιστον τα ρούχα μας

τα άλλα να φορέσουμε.

Αλλά και συ κλαψόμηνας,

απ' ό,τι βλέπω, γένεσαι.

Μα ταις μοσκαίς και τάνθη σου.

για Μάης δε μου φαίνεσαι!_

Αγνοώ αν οι εξορκισμοί του κ. Αβλίχου επτόησαν τον χειμερινόν μας

Μάιον, ή αν συνεκίνησεν αυτόν η περίφρων σιγή των λοιπών βάρδων

του ελληνικού Παρνασού. Το βέβαιον είνε, ότι πρό τινων ημερών

ήλλαξε πάλιν γνώμην, και έγεινεν ό,τι ήτο πάντοτε, τουτέστι

θέρους και καύσωνος μην. Εννοείς, ότι ημείς και πάλιν

παραπονούμεθα διά τον καύσωνα, όπως παρεπονούμεθα προ μιας

εβδομάδος διά το ψύχος. Αλλ' ο Μάιος δεν έχει βεβαίως σκοπόν να

μεταβληθή εις φούρνον του Νασρεδίν-Χότζα, διά να ευχαριστήση

τας ιδιοτροπίας μας· και θα ψηθώμεν επομένως τακτικά, ως πάντοτε,

ακούοντες την ημέραν τους τέττιγας και την εσπέραν τας γαλλίδας

τραγουδιστρίας του Φαλήρου ή τον Νικηφόρον και τον Αλεξιάδην των

ιλισσίων θεάτρων. Αυτά όλα τα ζηλεύεις συ, και θα τα ποθής

βεβαίως εντός ολίγου από της Ω ρ α ί α ς Ν ή σ ο υ της λίμνης

σου. Μη απελπίζεσαι όμως, και εγώ σου στέλλω προσεχώς ένα

αθηναίον τέττιγα, ίνα παρηγορή, διά της θέας του καν, τας ώρας

της ανίας σου.

— Τι άλλο να σου γράψω; Α! έχω έν νέον, πένθιμον όμως και βαρύ,

το οποίον θα θολώση βεβαίως τους οφθαλμούς σου και θα σφίγξη την

καρδίαν σου. Ο Επαμεινώνδας Δεληγεώργης απέθανε! Ο νέος έτι και

ακμαίος πολιτικός ανήρ ο γλυκύς και απτόητος ρήτωρ ο ακάματος και

χρηστός κυβερνήτης, ανηρπάγη εντός τεσσάρων ημερών υπό νόσου

οξείας, ήτις και άλλοτε προ δώδεκα ετών τον είχεν επιβουλευθή,

καθ' ης όμως δεν κατώρθωσε να παλαίση εκ δευτέρου το εξηντλημένον

σώμα του ατυχούς τέκνου του Μεσολογγίου. Τέσσαρες ημέραι αγωνίας,

καθ' ας συνηγωνία μετ' αυτού ολόκληρος η πόλις των Αθηνών,

ήρκεσαν να νεκρώσωσιν την μελίρρυτον εκείνην γλώσσαν, ήτις

τοσάκις είχε γοητεύσει τα ακροατήρια της Βουλής. Ενθυμείσαι, . . .

ότε προ τεσσάρων ετών συνωθούμεναι και αι δύο διά της στενής

κλίμακος, κατωρθώσαμεν μετά κόπον πολύν να εύρωμεν θέσιν εντός

του μικρού ακροατηρίου, και προσμένουσαι ανυπομόνως να τον

ακούσωμεν εκινούμεν τα ριπίδιά μας ως μηχαναί, διά να μη

λιποθυμήσωμεν εκ του καύσωνος και της στενοχωρίας; «Ο Δεληγεώργης

θα ομιλήση! θα ομιλήση ο Δεληγεώργης!» εψιθύριζον πέριξ ημών τα

πυκνά ακροατήρια, και μετ' ολίγον αληθώς τον είδομεν

εγκαταλείποντα την θέσιν αυτού και αναβαίνοντα εις το βήμα.

Ενθυμείσαι, ποία βαθεία σιωπή έκλεισεν ευθύς τα ουχί συνήθως

σιωπηλά στόματα των βουλευτών και ακροατών· ενθυμείσαι, πώς

εισώρμησαν αίφνης διά μιας εις τας κενάς των έδρας οι απόντες,

εχθροί του και φίλοι του, και κατέλαβον εν ησυχία τας θέσεις των,

και ώπλισαν τα ώτα των διά των χειρών των, ίνα μη χάσωσι μίαν του

συλλαβήν. Δεν είχαν δίκαιον; Το κατ' εμέ ουδέποτε θα λησμονήσω

την στιγμήν εκείνην, την οποίαν ουδέ συ, είμαι βεβαία,

ελησμόνησες. Το υπερήφανον εκείνο παράστημα, η ευγενής μορφή, η

σεμνή αναβολή, το εγκρατές και μεμετρημένον των κινήσεων, το

ιλαρόν και ατάραχον βλέμμα του ρήτορος με εγοήτευσαν αληθώς, πριν

ή εκείνος ανοίξη τα χείλη του. Και όμως ποία με ανέμενεν ακόμη

γοητεία, ότε ήνοιξε το στόμα! Δεν ήτο, έλεγες, φωνή εκείνη, αλλά

γλυκεία τις και μυστηριώδης απήχησις κώδωνος κρυσταλλίνου,

μαγεύουσα την ακοήν και κρατούσα υπό διαρκές και ακαταμάχητον

θέλγητρον τον ακροατήν. Ουδέποτε ήκουσα γλυκυτέραν ανθρώπου

φωνήν, σπανίως δε και ήχου οιανδήποτε κλαγγήν, ήτις να έχη τόσην

την μυστηριώδη της μαγείαν. Μετά τας πρώτας του λέξεις δεν

εννόουν πλέον τι έλεγε, διότι — σου εξωμολογήθην το πάθημά μου —

δεν επρόσεχον πλέον εις την έννοιαν των λεγομένων — μου ήρκει η

διαρκής εκείνη μουσική, ην απλήστως κατέπιναν ούτως ειπείν τα ώτα

μου, μου ήρκει η μελωδία εκείνη του λόγου, η αρμονία της φράσεως,

η ουδέποτε προσκόπτουσα, ο ρυθμός εκείνος, όστις ενετείνετο και

εχαλαρούτο, παλλόμενος ως βαρβίτου χορδή υπό τόξον αριστοτέχνου,

το μυστηριώδες εκείνο μέλος, όπερ εξέπνεεν ηρέμα εις το τέλος της

φράσεως, ως ο επί της λείας άμμου εκπνέων φλοίσβος του κύματος.

Έκλεισα, ενθυμούμαι, τους οφθαλμούς, και μ' εφάνη ότι από γλυκύ

εξύπνησα όνειρον, ότε μ' επρότεινες ν' αναχωρήσωμεν, διότι ο

Δεληγεώργης είχε καταβή από το βήμα. Τα ενθυμείσαι όλα αυτά; τα

ενθυμείσαι βεβαίως, διότι πολλάκις μ' επερίπαιξες διά το πάθημά

μου εκείνο, το λίαν ποιητικόν, ως το απεκάλεσες. Αλλοίμονον! δεν

θα το πάθω πλέον αυτό το πάθημα, διότι θ' αργήση πολύ ν' αποκτήση

άλλον Δεληγεώργην το βήμα της βουλής. Πόσον βαθέως συνησθάνθη την

απώλειάν του ο λαός των Αθηνών! Είδα, φίλη μου, πένθος αληθινόν

και εγκάρδιον εικονισμένον εις όλων τας μορφάς, είδα τας θύρας

και τα παράθυρα των εμπορικών καταστημάτων ενδυμένας μελανά

παραπετάσματα· είδα τριάκοντα στεφάνους σωρευμένους επί του

φερέτρου του· είδα δάκρυα ανεπίπλαστα σταλάζοντα επί του ψυχρού

του μετώπου!

Κλείω βαρύθυμος την επιστολήν μου, ήτις και εις σε βεβαίως

βαρυθυμίαν θέλει προξενήσει. Αλλ' ήτο δυνατόν να σου γράψω, και

ν' αποσιωπήσω το φοβερόν αυτό δυστύχημα, το οποίον απωρφάνωσεν

όχι μόνον μίαν οικογένειαν, αλλ' έθνος ολόκληρον;

Ευχήσου να ήμαι φαιδροτέρα την ερχομένην εβδομάδα, και μη με

μαλώσης πλέον διότι βλέπεις πώς σε τιμωρώ· αντί επιστολής σου

γράφω . . . σωστόν σύγγραμμα.

Β'.

Εν Αθήναις τη 30 Μαΐου 1879

Θα μείνης, μου γράφεις, ακόμη ημέρας τινάς εις Φλωρεντίαν, διά ν'

απολαύσης ανέτως τα παντοειδή θέλγητρα της τοσκανικής

μεγαλοπόλεως. Θέλεις να θαυμάσης μέχρι κόρου την Α φ ρ ο δ ί τ η ν

και τους Π α λ α ι σ τ ά ς της Tribuna, τας θαυμασίας γλυφάς

του Γιβέρτη επί των ορειχαλκίνων πυλών του Βαπτιστηρίου, την

περιώνυμον Κ α θ η μ έ ν η ν Π α ν α γ ί α ν του Ραφαήλου εν

τω μεγάρω Πίττη και την Ν ύ κ τ α, το γλυπτικόν αριστούργημα του

Μιχαήλ Αγγέλου, εν τη εκκλησία του Αγίου Λαυρεντίου. Θέλεις να

επανίδης εκ τετάρτου και πέμπτου το σύμπλεγμα των Νιοβιδών, να

παραδράμης τον Άρνον υπό την δροσεράν σκιάν των πυκνών

δενδροστοιχιών των Cascine, να καθίσης άπαξ έτι υπό την ερυθράν

σκιάδα του Bello Sguardo και να εκδράμης πρωί, πριν ή ανατείλη ο

ήλιος, εις το Φιέζολε, διά της μυροβόλου φλωρεντινής πεδιάδος,

την οποίον κοσμεί αυτοφυής η αγριορροδή και ο ίασμος. Όλα αυτά

μου τα γράφεις με τόσην αυτάρκη ευχαρίστησιν, ώστε μα την

αλήθειαν θα επίστευα, ότι το κάμνεις διά να κινήσης τον φθόνον

μου, αν συγχρόνως δεν μου εζήτεις και νέα αθηναϊκά. Δεν

επαναλαμβάνεις μεν πλέον τας επιτιμήσεις της πρώτης σου

επιστολής, ουδέ πνέει πλέον το γράμμα σου θυμόν και αγανάκτησιν,

αλλ' ο φιλαθηναϊσμός σου, αν και δεν έχει την πρώτην εκείνην

αγρίαν του έξαψιν, έγεινεν όμως επιμονώτερος, και κινδυνεύει να

μεταβληθή εις νόσον χρονίαν. Τι κάμνουν αι Αθήναι; Ήρχισε το

Φάληρον; εκτίσθη το νέον θέατρον του Απόλλωνος; Ήλθεν ο θίασος

του Ταβουλάρη; Έγειναν αι εξετάσεις του Ωδείου; Όλα σου αυτά τα

ερωτήματα παρατάσσονται κομβολογηδόν εις την επιστολήν σου, και

ζητούν απάντησιν ταχείαν και λεπτομερή.

Ας σου απαντήσω λοιπόν, αφού

Il n' est pas avec toi des accommodements,

ως θα έλεγε φίλος μου τις επιφυλλιδογράφος, παρωδών χάριν σου τον

στίχον του Μολιέρου.

Και εν πρώτοις, τι κάμνουν αι Αθήναι. Αι Αθήναι προ παντός,

αγαπητή μου, ομιλούν πολιτικά. Ερωτούν, αν έφθασεν ο Φουρνιέ εις

την Κωνσταντινούπολιν, αν προσεκλήθη η κυβέρνησις να διορίση εκεί

αντιπρόσωπον, αν και πότε πρόκειται να διαταχθούν αι νέαι

βουλευτικαί εκλογαί, αν έγειναν οι συνδυασμοί της δείνα και δείνα

επαρχίας, αν το δάνειόν μας καλύπτεται ταχέως, και τα λοιπά, και

τα λοιπά.

Περί αυτών όμως πάντων ευτυχώς συ δεν ενδιαφέρεσαι. Ο Θεός σ'

επροφύλαξεν από την λύμην της πολιτικής. Τα κύρια άρθρα των

αθηναϊκών εφημερίδων δεν κινούσιν ευτυχώς τον θαυμασμόν σου· δεν

αναγινώσκεις συ τον Μακώλαιϋ, ουδέ τους λόγους του Κικέρωνος εις

γαλλικήν μετάφρασιν, και προτιμάς να ομιλής περί της βροχής και

του κονιορτού μάλλον ή περί της προσεχούς εκβάσεως των

βουλευτικών εκλογών.

Δεν σου ομιλώ λοιπόν περί πολιτικών, διότι άλλως ούτε τα ηξεύρω

ούτε τα εννοώ. Σου σημειόνω μόνον εν παρόδω, ότι οσάκις οι

Αθηναίοι δεν ομιλούν περί πολιτικών, ασχολούνται σπογγίζοντες τον

ιδρώτα όστις περιρρέει τα πρόσωπά των, ροφώντες, ουχί ευχαρίστως

εννοείται, τον κονιορτόν, όστις, κατά το βαθύ λόγιον της πρώην

δημοτικής αρχής, θα μείνη εν Αθήναις εφ' όσον θα μείνη και η

ομίχλη εν Λονδίνω, παγωτοφαγούντες και γλωσσωλγούντες το εσπέρας

εν τω Σολωνείω, και μη κατορθόνοντες πολλάκις μ' όλην αυτών την

παταγώδη και ασθματικήν αναπνοήν να δροσίσωσιν ολίγον τον αέρα,

όστις την παρελθούσαν εβδομάδα ήτο αληθώς πνιγηρός.

Τώρα, — προχωρώ βλέπεις κατά τάξιν — τι κάμνει το Φάληρον;

Το Φάληρον ήρχισε τας πανηγύρεις του την προχθές Κυριακήν. Τα

λουτρά, εννοείται, δεν ήρχισαν ακόμη, αρκείται δε ο κόσμος

αναπνέων από της ακτής την ιωδούχον αύραν των κυμάτων, πλην ενός

μόνου κυρίου, εις τον οποίον οι ιατροί, ένεκα της πασχούσης

υγείας των ροδίνων του παρειών, παρήγγειλαν, ως λέγει, να κάμνη

ενενήκοντα λουτρά και να τρώγη ενενηκοντάκις την mayonnaise του

φαληρικού εστιατορίου, και όστις επομένως αρχίζει πρώτος πάντοτε

τα λουτρά του και τα τελειόνει τελευταίος. Διηγούνται μάλιστα,

ότι πέρυσιν, ότε περί τας αρχάς Σεπτεμβρίου απεφασίσθη να

αφαιρεθώσιν οι λουτήρες ένεκα ελλείψεως λουομένων, εύρον αυτόν εν

τούτοις οι εργάται εντός ενός λουτήρος, ενδυμένον, εννοείται, ως

ο Αδάμ προ της αμαρτίας, κρατούντα σφιγκτά τας δοκούς του

παραπήγματος, και μη συναινούντα να παύση τα λουτρά του, διότι . .

του έλειπαν ακόμη δύο προς συμπλήρωσιν των ενενήκοντα. Αν δεν

ήρχισαν όμως ακόμη τα λουτρά, ήρχισαν αι παραστάσεις.

Παραστάσεις! θα αναφωνήσης βέβαια. Και εφέτος λοιπόν πάλιν

παραστάσεις; Μάλιστα! και εφέτος πάλιν παραστάσεις εις το πείσμα

σου, διά να ζηλεύης. Τι τάχα ενόμισες, ότι επειδή πέρυσι και

προπέρυσι απέτυχε κάπως το θέατρον του Φαλήρου, ηθέλαμεν αποκάμει

εφέτος και βαρυνθή; Διόλου· και ηπατήθης πολύ, αν το ενόμισες.

Έχομεν λοιπόν και εφέτος θέατρον εις το Φάληρον, και θέατρον

μάλιστα γαλλικόν, και συρρέομεν πάλιν εκεί αθρόοι από της προχθές

Κυριακής, άνδρες γυναίκες και παιδία, και συνωθούμεθα να

ακούσωμεν την Ω ρ α ί α ν Μ υ ρ ο π ώ λ ι δ α, και απολαύομεν

πάλιν μετά το τέλος της παραστάσεως του θορυβώδους μεν αλλά

διασκεδαστικού εκείνου θεάματος, το οποίον παρέχουσιν οι επί του

κρηπιδώματος του σιδηροδρόμου συσσωρευόμενοι άνδρες, οι ως επί το

πλείστον ηρωικώς αγωνιζόμενοι προς προκατάληψιν θέσεως εν τη

αμαξοστοιχία. Ο εφετεινός θίασος δεν είνε κακός εν συνόλω, ούτε

δικαιούται τις να έχη μείζονας παρ' αυτού απαιτήσεις, όταν

αναλογισθή ότι είνε θίασος υπαιθρίου θεάτρου, και ότι μία δραχμή

είνε η τιμή της εισόδου. Είνε αληθές ότι άλλοτε η εταιρεία του

σιδηροδρόμου μας είχε συνειθίσει να πληρόνωμεν δέκα μόνον λεπτά

διά το θέατρον, και ότι ενθυμούμεθα την ευδαίμονα εκείνην εποχήν.

Λέγουν μάλιστα, ότι ο χρυσούς εκείνος αιών υπήρξε και διά την

εταιρίαν χρυσούς. Αλλ' οπωςδήποτε η δεκάρα εκείνη ήτο απλώς

αστειότης, και δεν δύναται τις ευλόγως να ζητή καθ' εκάστην

αστειότητας. Το βέβαιον είνε, ότι η φαληρική εκείνη διασκέδασις

είνε μία των ωραιοτέρων μας θερινών διασκεδάσεων, αίτινες άλλως

δεν είνε λίαν άφθονοι· οσάκις δε μάλιστα, ως εφέτος, δεν λαμβάνει

τας τραγικάς διαστάσεις του Φ ά ο υ σ τ, της Λ ο υ κ ί α ς, της

Ν ό ρ μ α ς και των Κ α θ α ρ ι σ τ ώ ν, αλλά περιορίζεται εις

πινάκια ελαφρά και ευκατάποτα, οποία είνε μ' όλα των τα ελαττώματα

αι Οφφεμπαχιάδες, δύναται τις να λησμονήση ευαρέστως παρά το

γλαυκόν κύμα του Φαλήρου, υπό την θερινήν πανσέληνον, και προς

ορχηστικήν τινα μελωδίαν του γαλλικού θεάτρου, τον καύσωνα και τον

κονιορτόν της πρωτευούσης.

Περί του θεάτρου του Απόλλωνος και των άλλων παραλισσίων

διασκεδάσεων δεν σου γράφω σήμερον, διότι δεν κατώρθωσα ακόμη να

τας ίδω. Ο ιατρός μου, όστις, σημείωσε, φορεί ακόμη το εσπέρας

τον επενδύτην του, δεν μου επιτρέπει να μεταβώ εκεί την εσπέραν,

διότι, λέγει, είνε πολλή υγρασία. Δεν θα τον ακούσω όμως — σου το

εξομολογούμαι υπό πάσαν εμπιστοσύνην — και η προσεχής μου

επιστολή θα ήνε πλήρης γερμανικών ασμάτων, και πάθους ελλήνων

υποκριτών, και αμανέ ανατολικού, αν, ως ελπίζω, έλθη έως τότε ο

ανυπομόνως εκ Σμύρνης προσδοκώμενος θίασος.

Εις το Ωδείον τώρα, το οποίον βλέπεις αφήκα τελευταίον pour la

bonne bouche. Ότε προ οκτώ ετών συνεστήθη ο μουσικός και

δραματικός σύλλογος εν Αθήναις, και σκοπόν αυτού εκήρυξε την

μόρφωσιν Ελλήνων αοιδών και ηθοποιών, και την διάδοσιν εν γένει

του ευρωπαϊκού μουσικού αισθήματος εις τόπον όπου απόλυτος σχεδόν

κύριος εδέσποζεν ο αμανές, οι πλείστοι, ενθυμούμαι, εχαιρέτισαν

την σύστασιν αυτού με δυσπιστίας μειδίαμα, ολίγοι δε μόλις

πλήρεις ελπίδων αισιόδοξοι επίστευσαν εις την επιτυχίαν του νέου

ιδρύματος. Τα πράγματα σήμερον δεν εδικαίωσαν μεν εισέτι τους

αισιοδόξους, διέψευσαν όμως ήδη τους δυσκόλους εκείνους, οίτινες

αφθονούσι δυστυχώς παρ' ημίν, και νομίζουσι πάντοτε, ότι

παρέχουσι δείγματα βαθείας κρίσεως και δυνάμεως μαντικής, αν εκ

προοιμίων φανώσι δυσπιστούντες προς την επιτυχίαν γενναίας τινός

επιχειρήσεως, και καταδικάσωσιν εκ προκαταβολής, ως ματαίαν ή

πρόωρον, την παρ' ημίν εισαγωγήν των στοιχείων εκείνων του

νεωτέρου πολιτισμού, άτινα αποτελούσι τα υγιέστερα των συστατικών

του. Το Ωδείον των Αθηνών, ήτοι το κύριον ίδρυμα του μουσικού και

δραματικού συλλόγου, δεν παρήγαγεν ακόμη, είνε αληθές, ηθοποιούς,

διότι αρχήθεν, αγνοώ έκ τινων σκέψεων ορμώμενος, επέστησεν ο

σύλλογος την προσοχήν αυτού εις καταρτισμόν και μόρφωσιν του

μουσικού ιδίως τμήματος. Παρήγαγεν όμως ήδη ικανώς μορφωμένους

μουσικούς και αοιδούς εκατέρου του φίλου, εξεπαίδευσεν ορχήστραν

ολόκληρον, εκ τεχνιτών συγκειμένην και βιομηχάνων, εδίδαξε την

μουσικήν και την ωδικήν τους τροφίμους του Ορφανοτροφείου Χατζή

Κώστα, έδωκε πολλάς μέχρι τούδε συναυλίας, ακουσθείσας μετ'

ευχαριστήσεως και δικαίας, εννοείται, επιεικείας, και τέλος

πάντων — τώρα ετοίμασε το μεγαλείτερον των επιφωνημάτων σου —

εξετέλεσε πρό τινων ημερών ολόκληρον μελόδραμα — την Βετλήν του

Δονιζέττη — από της μικράς σκηνής του θεάτρου του. Το επερίμενες

αυτό; Εγώ, σε βεβαιώ, δεν το επερίμενα. Δεν σου γράφω περί του

κειμένου του μελοδράματος, όπερ είς των καθηγητών του Ωδείου

μετέφρασεν ελληνιστί, διότι είνε αυτό καθ' εαυτό ασήμαντον, και

ολίγη επομένως η βλάβη, αν η ελληνική μετάφρασις ηύξησε κάπως την

ασημαντότητά του· εκτός δε τούτου ευτυχώς αι λέξεις δεν

ακούονται, και ο ακροατής, ευχαριστούμενος εκ της ελαφράς

μελωδίας και του υποπτέρου ρυθμού της μουσικής, δεν προσέχει εις

τας περιέργως περιπαθείς φράσεις, τας οποίας ανταλλάσσουσιν οι

δύο ερασταί. Ό,τι όμως πρέπει να σου γράψω, διότι μεγάλην και

απροσδόκητον μ' επροξένησεν εντύπωσιν, είνε η επιτυχία των χορών

κατά πρώτου λόγου και της ορχήστρας κατά δευτέρου. Η επιτυχία

αύτη είνε καθαρόν και αναντίρρητον προϊόν της διδασκαλίας του

Ωδείου, και αληθή παρήγαγεν έκπληξιν εις τους ακροατάς. Νέοι και

νέαι, από δύο μόλις ή από τριών ετών διδασκόμενοι εν τω Ωδείω,

εξετέλεσαν τους χορούς και τας ομοφωνίας του μελοδραματίου με

πολλήν και τονικήν και χρονικήν ακρίβειαν, και ουδόλως ήσαν

υπερβολικά τα χειροκροτήματα των θεατών, άτινα επεδοκίμασαν και

ενεθάρρυναν τον νεαρόν εκείνον θίασον. Δικαία επίσης ήτο η

επιδοκιμασία και ενθάρρυνσις της πρωταγωνιστρίας δεσποινίδος

Βέσσελ, ήτις δεν έχει μεν πλήρη και τελείαν φωνήν υψιφώνου,

έψαλεν όμως αψόγως το μέρος της, και θέλει βεβαίως καταστή

δόκιμος ελαφρά υψίφωνος, αν εξακολουθήση ασκουμένη μετά του αυτού

ζήλου, και αποφεύγη ιδίως να κουράζη την φωνήν αυτής. Περί των

δύο ανδρών, του υψιφώνου και βαρυφώνου, non ragioniam, ως λέγει ο

Δάντης· προθυμίαν είχον πολλήν και οι δύο αλλ' ενθυμείσαι τι

λέγει το γραφικόν ρητόν.

Τέλος πάντων, φιλτάτη, ηκούσαμεν εν Αθήναις μελόδραμα ελληνιστί

αδόμενον υπό ελλήνων. Το πράγμα είνε άξιον λόγου, φαντάζομαι δε

ποίος ενθουσιασμός θα καταλάβη σε την πατριώτιδα, και ποίος

διθύραμβος θα ήνε η απάντησίς σου εις την επιστολήν μου.

Γ'.

Εν Αθήναις τη 30 Μαΐου 1879.

Έχεις δίκαιον. Τα Μεδιόλανα είνε αναντιρρήτως η ωραιοτέρα πόλις

της Ιταλίας. Δεν έχουν βεβαίως ούτε την ζωηρότητα της Νεαπόλεως,

ούτε το κλασικόν γόητρον της Ρώμης, ούτε την επιβάλλουσαν εκείνην

σεμνότητα της Φλωρεντίας. Δεν έχουσιν όμως επίσης ούτε τον

επαιτικόν και ρυπαρόν πληθυσμόν της πρώην πρωτευούσης του παλαιού

νεαπολιτικού βασιλείου, ούτε τους ρασοφόρους και τας

κωδωνοκρουσίας και τους λοιμώδεις πυρετούς της ουρανίας πόλεως,

ούτε την ερημίαν εκείνην της βασιλίδος της Τοσκάνης, ήτις εμπνέει

σήμερον αληθή λύπην εις τον γνωρίσαντα την Φλωρεντίαν άλλοτε

ποτε, εις ημέρας δόξης παρελθούσης. Ολίγας ημέρας έμεινα προ ετών

εις Μεδιόλανα. Με ηύφρανεν όμως, σε βεβαιώ, κατά το βραχύ αυτό

διάστημα, το εξωτερικόν εκείνο ήθος της ευτυχίας, το οποίον

βλέπει ευθύς πρώτον ο επισκεπτόμενος την πόλιν, και το οποίον

διαθέτει τόσον ευχαρίστως του θεατήν, οπουδήποτε και αν το

απαντήση, είτε εις πόλιν ολόκληρον, είτε εις οικίαν είτε εις

άτομον απλούν. Είσελθε εις ολλανδικήν οικίαν, και θα ιδής πόσην

θα αισθανθής ευχαρίστησιν, βλέπουσα πάντα τα εν αυτή καθάρια και

εν τάξει, το έδαφος στίλβον, τας υέλους των παραθύρων

αστραπτούσας από το τρίψιμον, τα παραπετάσματα λευκά ως χιόνα, τα

κλείθρα λάμποντα ως κάτοπτρα. Αισθάνεσαι ευθύς, ότι ο ιδιοκτήτης

ου μόνον ευπορεί, αλλά και γνωρίζει πώς πρέπει να ζήση εν

ευπορία· τον μακαρίζεις ενδομύχως, η ευημερία εκείνη αντανακλάται

εις την ψυχήν σου και ανατέλλει κατόπιν επί του προσώπου σου, και

η καρδία σου ευρύνεται υπό ανεξήγητόν τι αλλ' ευάρεστον

συναίσθημα, όμοιον προς εκείνο το οποίον μας προξενεί το άρωμα

ευόσμου άνθους.

Δεν ηξεύρω, αν ερμηνεύω καλώς την ιδικήν σου ευχαρίστησιν, αλλ'

εις εμέ τουλάχιστον τοιαύτην τινά επροξένησεν εντύπωσιν η πόλις

σου, ότε κατά πρώτον την είδα. Η καθαριότης των οδών και των

κατοίκων, η αυτάρκης εκείνη ευχαρίστησις η λάμπουσα επί της

χρηστής αυτών και ακάκου μορφής, το σπεύδον και συγχρόνως

μετρημένον βήμα των, εκ του οποίου εσυμπέραινέ τις ευθύς, ότι οι

βαδίζοντες ούτε κηφήνες ήσαν, ούτε περίεργοι, αλλά μετέβαινον εις

το έργον των, όλα αυτά ως και η παντελής έλλειψις επαιτών και

αργών ανθρώπων, μου επροξένησαν εντύπωσιν, οποίαν εις ουδεμίαν

άλλην ησθάνθην ευρωπαϊκήν πόλιν.

«Αλλά, θα εκφωνήσης βέβαια, εγώ σου ζητώ νέα εξ Αθηνών, και συ

μου γράφεις διά τα Μεδιόλανα!» Συγχώρει με, αγαπητή μου· έχεις

δίκαιον. Ελησμονήθην προς στιγμήν, αλλά δεν σου γράφω και διατί

ελησμονήθην, διότι . . . γνωρίζω ότι θέλεις επιστολάς couleur de

rose, και αν σου έγραφον την αιτίαν της λήθης μου, πολύ

διαφορετικόν θα είχεν η αιτιολογία μου το χρώμα.

Νέον εξ Αθηνών δεν έχω άλλο μεγαλείτερον και σπουδαιότερον να σου

γράψω, ειμή ότι ο θίασος του Ταβουλάρη ήρχισε τέλος πάντων τας

παραστάσεις του παρά τας όχθας του Ιλισσού. Λέγω όχθας εξ απλής

παραδόσεως, χωρίς να εννοώ παντάπασι να προσβάλω τον ειρηνικόν

μας Ιλισσόν, ονομάζουσα αυτόν ποτάμιον. Είνε αληθές, ότι η επί

του καλλωπισμού της πόλεως επιτροπή έκρινεν αναγκαίον να εγείρη

παρόχθια τείχη, ίνα προφυλάξη, φαίνεται, τα χώματα της οδού

εναντίον της κατακτητικής ορμής του κλασικού ρύακος. Αλλ' ο

πτωχός — τω ύδατι — Ιλισσός δεν έχει αναντιρρήτως κακούς σκοπούς,

και ομοιάζει, νομίζω, αυτήν την φοράν με κράτος τι, κλασικόν

επίσης, το οποίον εμπόδιζαν άλλα μεγαλείτερα κράτη να πολεμήση,

ενώ εκείνο το ταλαίπωρον ουδέ καν εσυλλογίζετο τοιαύτα κινδυνώδη

εγχειρήματα. Ήρχισε λοιπόν ο κλασικός Μένανδρος τας κλασικάς του

παραστάσεις παρά το κλασικόν ποτάμιον, ή κυριολεκτικώτερον παρά

τα χαλίκια του κλασικού ποταμίου, επί θεάτρου ανακαινισθέντος εκ

βάθρων, υπό την λάμψιν αεριόφωτος αυτήν την φοράν, και απέναντι

κοινού, το οποίον τίποτε άλλο δεν θέλει καλλίτερον, ειμή να

ανατριχιάζη εκατοντάκις της εσπέρας προς τας φοβεράς σκηνάς των

οικογενειακών δραμάτων του Dennery, να μοσχεύη τέσσαρα

τουλάχιστον μανδήλια διά των δακρύων, άτινα προκαλεί η περιπαθής

απαγγελία της πρωταγωνιστρίας, και να χειροκροτή εκθύμως la prose

του κ. Ταβουλάρη, όστις από τινος έγεινε και μεταφραστής, και, —

μα τον θεόν, νομίζω και συγγραφεύς. Εις αυτού τουλάχιστον τον

κάλαμον απέδωκε το κοινόν την προκήρυξιν, δι' ης ο θίασός του

εδήλωσεν εις τους Αθηναίους την έναρξιν των παραστάσεων αυτού.

Υποθέτω, ότι θα έχης την φυσικήν και πατριωτικήν περιέργειαν να

την αναγνώσης· επειδή δε μου είνε αδύνατον να την αντιγράψω

ολόκληρον εντός επιστολής, σου μεταδίδω μόνον την αρχήν της.

«Αφιππεύοντες», λέγουσιν οι έλληνες ηθοποιοί, «εκ του Πηγάσου,

όστις εν τω παρελθόντι κατά την νηπιώδη της ελληνικής σκηνής

κατάστασιν συμπαρέσυρεν ημάς πολλάκις εις αιθέρια ύψη, εις

ελπιδοφόρα και ψυχοτερπή όνειρα, αλλά και εις απροσπελάστους τοις

πλείστοις κορυφάς, ένθα αι μούσαι μεθύσκουσι τους θνητούς εκ των

αθανάτων ναμάτων της Ιπποκρήνης, λέγομεν ξηρά ξηρά . . . κ. τ.

λ.» Σου ορκίζομαι, ότι ούτε παρέλειψα ούτε προσέθηκα συλλαβήν εις

το αυθεντικόν της προκηρύξεως κείμενον. Δεν προσθέτω δε σχόλιον

κανέν, διότι . . . ουδέ διότι, νομίζω, χρειάζεται.

Πρώτη παράστασις υπήρξεν η του Μ ά ξ β ε λ, «εξόχου δράματος του

Ιουλίου Βαρβιέ», ως λέγει η θεατρική προκήρυξις, «εις πράξεις

πέντε και ένα πρόλογον, μεγάλην εμποιήσαντος αίσθησιν εν

Παρισίοις, διότι παριστά την πάσχουσαν και πεπλανημένην

δικαιοσύνην». Φέρουσα δε ο πρόλογος και αι πέντε του δράματος

πράξεις τας εξής φοβεράς επιγραφάς· «Θ α ν α τ ι κ ή

ε κ τ έ λ ε σ ι ς, Ο υ ι ό ς τ ο υ δ ο λ ο φ ό ν ο υ,

Α δ ε λ φ ό ς κ α ι α δ ε λ φ ή, Τ ο ε γ χ ε ι ρ ί δ ι ο ν,

Τ ο ό ρ α μ α, Η τ ι μ ω ρ ί α». Φοβείσαι; εγώ φοβούμαι, αγαπητή,

και δι' αυτό, σου εξομολογούμαι την αμαρτίαν μου, μόλις κατώρθωσα

να ακούσω τον πρόλογον. Η φρίκη μου υπήρξε τόση, ώστε τα νεύρα μου

ήρχισαν να χορεύουν, και ανεχώρησα ευθύς με σφοδρόν πονοκέφαλον.

Αναντιρρήτως αι σφοδραί συγκινήσεις δεν με στέργουν. Ήμην πάντοτε

κράσεως ασθενούς, και δι' αυτό κάμνω ακόμη ψυχρολουσίαν.

Πλην τι τα θέλεις; μ' όλην αυτήν την τακτικήν θεραπείαν, των

νεύρων μου, είνε ακόμη απρόσιτοι εις εμέ αι συγκινήσεις των

«ο ι κ ο γ ε ν ε ι α κ ώ ν δ ρ α μ ά τ ω ν» του Μενάνδρου. Δεν

δύναμαι λοιπόν, βλέπεις, να σου γράψω λεπτομερέστερον τα κατά την

πρώτην παράστασιν του Απόλλωνος, επιφυλάττομαι δε να σου λαλήσω

εκτενέστερον περί του ελληνικού μας θεάτρου, όταν δοθή καμμία

κωμωδία ή άλλη τις παράστασις ηρεμωτέρα, την οποίαν να καταπίνη

ευκολώτερον ο ασθενής μου στόμαχος.

Εξελθούσα του Απόλλωνος ηξεύρεις τι έκαμα; μετέβην ευθύς απέναντι

εις το Άντρον των Νυμφών, όπου ψάλλει σήμερον και μουσουργεί

θίασος γερμανών και γερμανίδων, ή κυριολεκτικώτερον βοημών και

βοημίδων. Quantum mutatum ab illo το ταλαίπωρον αυτό Άντρον! Ούτε

άνθη πλέον, ούτε σκιαί, ούτε υδάτων ψίθυρος, ούτε παράσχειον

μονοπάτι! Καθίσματα μόνον ξύλινα τριγύρω και τραπέζια με ποτήρια

ζύθου, ναργιλέδες πού και πού αναδίδοντες τας κυανωπάς των έλικας

διά του αραιού φυλλώματος των ολίγων περισωθέντων δένδρων, και

σανίδωμά τι, απομιμούμενον δήθεν σκηνήν, και μεταφερόμενον εδώ

και εκεί κατά τας εκάστοτε ανάγκας και συμφωνίας του ιδιοκτήτου.

Αφ' ότου το πρώτον, προ οκτώ ετών, εισέβαλεν εις τον ποιητικόν

εκείνον χώρον ο πρώτος επισκεφθείς τας Αθήνας γερμανικός μουσικός

θίασος, ήτοι η Μ α ρ ί κ α ι ς, ως επωνόμασεν αυτόν το πυκνόν

πλήθος των θαυμαστών του, τι δεν είδε το πτωχόν αυτό Άντρον, και

τι δεν ήκουσεν! Ήκουσε την Risette τραγουδούσαν διά της ανδρικής

της φωνής την Femme du sapeur· ήκουσε την Stella del nostro amore

εν ιταλική δυωδία, και τας κωμικάς προσλαλιάς του έλληνος clown

Μανώλη· είδε τον Φραντζήν και την αμερικανήν σχοινοβάτιδα, ήτις

ανήρτα από του τραχήλου της εκατόν οκάδων βάρος· ήκουσεν αμανέν

και είδε ταχυδακτυλουργίαν! Όλα τα είδε, και σήμερον πάλιν

επανέρχεται εις τα πρώτα του,

comme on revient toujours

a ses prémieres amours,

και έχει βοημούς μουσουργούς, οίτινες πίνουσι τον ζύθον των

απαθέστατα, οσάκις δεν παίζουσι, και αοιδούς βοημίδας, αίτινες,

οσάκις δεν ψάλλουσι, περιφέρουσι το ιλαρόν τον μειδίαμα και το

πινάκιόν των εις τους θεατάς.

_Άλλαξαν όμως οι καιροί ς' τον κόσμον εδώ κάτω!_

Δεν βρέχει πλέον αργυρά νομίσματα ούτε χαρτονομίσματα αιδημόνως

συνεπτυγμένα η περιπαθής λατρεία των θεατών· δεν φωλεύουσι πλέον

εις τα άδυτα των αδύτων του συμφύτου άλλοτε κήπου οι γηραιοί

λάτρεις της Τούμπλας και της Άννας, αναμένοντες έν των μειδίαμα

ως δρόσον του ουρανού· ουδέ υπάρχει πλέον ανάγκη να συνοδεύωσι

τας μουσουργούς νεάνιδας εις τας οικίας των κλητήρες και

χωροφύλακες μετά το τέλος της παραστάσεως, ίνα προφυλάττωσιν

αυτάς κατά του εξημμένου ενθουσιασμού των ακροατών. Οι χρυσοί

χρόνοι της ποιητικής εκείνης νηπιότητος του αθηναϊκού κοινού

παρήλθον ανεπιστρεπτεί, και σήμερον μόλις που τολμά η δεκάρα να

περιφρονήση το πεντάλεπτον επί του λευκού χειρομάκτρου του

πινακίου, μόλις δε το χείλος των αδιαφόρων ακροατών ανοίγεται εις

ανάλατόν τινα φιλοφροσύνην προς την χαλκολογούσαν μουσουργόν, και

το περικαθήμενον κοινόν δυσκόλως μόλις συγκατατίθεται να μειδιάση

προς την τετράφωνον μελωδίαν του

Auf der Au, Au . . Au, Au . . Au!

την οποίαν υλακτούσιν εναμίλλως τέσσαρες γερμανικαί χάριτες,

φορούσαι κατά παράδοξον καλαισθησίαν όλα της ίριδος τα χρώματα.

Γινόμεθα βλέπεις πρακτικώτεροι οσημέραι και ημείς οι εν Αθήναις.

Επαύσαμεν προ καιρού να τρεφώμεθα με ατμούς και αισθήματα·

αποβλέπομεν εις την ουσίαν κυρίως· ανάγομεν όλα εις την

υ π ε ρ τ ί μ η σ ι ν ή υ π ο τ ί μ η σ ι ν, και φιλολογικώς

κινδυνεύομεν, μα την αλήθειαν, να γείνωμεν οπαδοί της πραγματικής

σχολής του Assomoir ή του Α υ τ ο κ τ ο ν ε ί ο υ (!!), αν

προτιμάς την πρόσφατον ελληνικήν μετάφρασιν.

Απέρχεσαι τέλος, μου γράφεις, εις την λίμνην του Κόμου, και εκεί

θα σου διευθύνω την προσεχή μου επιστολήν. Μη λησμονήσης, ότι

θέλω λεπτομερή έκθεσιν των πρώτων σου εντυπώσεων.

Δ'.

Εν Αθήναις, τη 11 Ιουνίου 1879.

Σου γράφω και σήμερον εις Μεδιόλανα, διότι, μη λαβούσα επιστολήν

σου αυτήν την εβδομάδα, δεν ηξεύρω πού αλλού να διευθύνω το

γράμμα μου. Είμαι τουλάχιστον βεβαία τοιουτοτρόπως, ότι η

επιστολή μου θα σε πάρη το κατόπιν, και θα σε φθάση επί τέλους

όπου ευρίσκεσαι, χωρίς να πάθη ό,τι φοβούμαι ότι έπαθεν η ιδική

σου εις το ελληνικόν ταχυδρομείον. Τι τα θέλεις όμως; ήθελα πολύ

να είχες φθάσει εις την λίμνην του Κόμου. Πρώτον, διότι θα

επέγραφα με αρχαιολογικήν υπερηφάνειαν την επιστολήν μου: Εις

Λ ά ρ ι ο ν Λ ί μ ν η ν, και θα σου εδείκνυα τοιουτοτρόπως σοφίαν

γεωγραφικήν, την οποίαν βεβαίως δεν θα επερίμενες, διότι δεν

υποπτεύεις συ — η άκακος και ενθουσιώδης φύσις — ότι αρκεί τις να

φυλλομετρήση επ' ολίγα μόνον λεπτά τον πρώτον τυχόντα

ερυθρόφυλλον Οδηγόν, διά να μάθη πώς έλεγον οι παλαιοί την

λίμνην, της οποίας αι όχθαι θα ακούσουν εφέτος τα θαυμαστικά σου

επιφωνήματα. Δεύτερον, διότι θα είχα αφορμήν, απαντώσα εις τας

ιδικάς σου εντυπώσεις, να φλυαρήσω και εγώ ολίγον περί της

μαγευτικής εκείνης λίμνης, και να γεμίσω κάπως το σημερινόν μου

γράμμα, το οποίον κινδυνεύει τώρα να μείνη κενόν, κενότατον και

πτωχόν. Διότι — τι να σου το κρύπτω αγαπητή μου; — αι Αθήναι,

όσον και αν εξογκούνται, όπως ομοιωθώσι με τας ευρωπαϊκάς

μεγαλοπόλεις, όσον και αν αντιγράφουν — με στραβόν, εννοείται,

χάρακα, — τον δυτικόν πολιτισμόν, όσον και αν ετελειοποιήθησαν

κατά το φαγητόν, την ενδυμασίαν και τας διασκεδάσεις, μένουσιν

όμως πάντοτε και είνε πόλις μικρά, μικροσκοπική, μικρόσοφος και

μικρολόγος· μ' όλας δε τας εβδομήκοντα δύο χιλιάδας κατοίκων, τας

οποίας έχουν σήμερον κατά την τελευταίαν απογραφήν, δεν

παρέχουσιν όμως ύλην δι' επιστολάς εβδομαδιαίας, οποίας τας

θέλεις συ . . . — φλυάρους δηλαδή, λεπτομερείς και παραγεμισμένας

με νέα, — με νέα, εννοείται, περίεργα και ενδιαφέροντα, άσχετα με

την πολιτικήν, μη μετέχοντα κακογλωσσίας, αποτασσόμενα δε τω

Σατανά και πάση τη πομπή αυτού.

Πού να τα εύρω λοιπόν εγώ, αυτά τα νέα; Να τα δημιουργήσω; Ούτε

το θέλεις, ούτε, αν το ήθελες, έχω αυτήν την ικανότητα. Δεν μου

μένει άλλο, ή να επιχειρήσω λεπτομερή ανάλυσιν της Perichole και

του Oeil crevé, τα οποία δίδει τώρα ο γαλλικός θίασος του

Φαλήρου. Αλλά και γνωρίζεις και γνωρίζω και γνωρίζομεν όλοι, εκ

της ενδόξου ιστορίας του εν Αθήναις γαλλικού θεάτρου, τα μουσικά

αυτά αριστουργήματα, των οποίων δικαιοί τον τίτλον αυτόν

αναντιρρήτως η καθ' εκάστην εσπέραν πυκνή συρροή του κοινού επί

των αναπαυτικών σκάμνων του θεάτρου. Να σου απαριθμήσω τα

παντοειδή πολεμικά πλοία, άτινα σταθμεύουσι τώρα εις Φάληρον; Να

σου περιγράψω το cricket των άγγλων ναυτών, οίτινες με

απαραμείωτον ευσυνειδησίαν παρέχουσι καθ' εσπέραν σχεδόν εις το

περίεργον κοινόν το διασκεδαστικόν αυτό θέαμα, ως θεατρικόν τινα

πρόλογον, ούτως ειπείν, των εσπερινών παραστάσεων; Αλλ' η

περιγραφή μου δεν θα είχε κανέν θέλγητρον διά σε, ήτις ηξεύρω

πόσον αηδιάζεις τους άνδρας, όταν παίζωσιν ως παιδία. Ώστε, αφού

και καλά θέλεις νέα αθηναϊκά, ηξεύρεις τι συλλογίζομαι; Να πάρω

κατά σειράν τα σχολεία και τα παντοειδή εκπαιδευτήρια των Αθηνών,

τα οποία κάμνουν τώρα τας εξετάσεις των, και να σου καταστρώσω

λεπτομερεστάτην έκθεσιν του αποτελέσματός των. Το πράγμα δεν θα

ήτο πληκτικόν όσον υποθέτεις, ούτε διδακτικόν μόνον, αλλά και

κωμικόν εν μέρει και πολύ οπωςδήποτε ευάρεστον. Θα ήρχιζα,

φαντάσου, από τας αγγελίας των διευθυντών και τα εκ προκαταβολής

επαινετικά διάφορα των εφημερίδων· θα μετέβαινα κατόπιν εις τους

πανηγυρικούς λόγους των διδασκάλων, οίτινες, ως μεγάλα παιδία,

έχουσι και αυτοί την αθώαν επιθυμίαν να κάμωσι την επίδειξίν των·

θα σου ανέφερα μερικάς φράσεις των διδασκαλικών αυτών αγορεύσεων,

αίτινες μου ενθύμισαν τον θαυμάσιον εκείνον ορισμόν: «Παιδεία

εστί γνώσις συνειδήσεων της ανθρωπότητος καθόλου φύσεως», δι' ου

γυμνασιάρχης τις ποτέ επροοιμίασε τον εναρκτήριον των εξετάσεων

λόγων του· θα σου απεμνημόνευα των διδασκάλων τας ερωτήσεις και

τας απαντήσεις των μαθητών, τας συγκινήσεις των γονέων και των

θεατών τα σχόλια· δεν θα παρέλιπα να σου περιγράψω τας

λευχείμονας ως περιστεράς μαθητρίας, και την ενδυμασίαν των

διδασκαλισσών, προσπαθούσαν να συμβιβάση την διδασκαλικήν

σοβαρότητα προς την κοσμικήν φιλαρέσκειαν· θα σου ανήγγελλα κ'

εγώ, ως αι εφημερίδες, τα ονόματα των τάδε μαθητών και των δείνα

μαθητριών, όσαι εγοήτευσαν τους ακροατάς διά των ευφυών των

απαντήσεων, και επί τέλους θα ανέγραφα τους θριάμβους εκάστου

εκπαιδευτηρίου, συμφώνως προς όσα δημοσιεύουσι συνήθως περί αυτών

οι διευθυνταί των, οι διδάσκαλοι, οι φίλοι, και των παιδίων αυτών

οι γονείς, οίτινες νομίζουσιν, ότι δεν είνε αρκετή η επιτυχία των

τέκνων των, αν δεν τυπωθή και το όνομά των εις την εφημερίδα.

Αλλά όλος αυτός ο κόπος μου θα ήτο περιττός διά σε, ήτις

λαμβάνεις όλας σχεδόν τας καθημερινάς εφημερίδας των Αθηνών, και

θα έχης επομένως εγκαίρους και νωπάς και λεπτομερείς όλας τας

περί των εξετάσεων των σχολείων μας ειδήσεις.

Τι λοιπόν να σου γράψω, αφού πρέπει οπωςδήποτε να γεμίση η

επιστολή μου; Να σου γράψω, ότι, αφ' ότου ήρχισαν να πνέωσιν οι

ετησίαι, έχομεν πάλιν τόσον εν Αθήναις κονιορτόν, ώστε, αφού αι

εβδομήκοντα δύο χιλιάδες κάτοικοι της πρωτευούσης τρώγουσι και

ροφούσι καθ' ημέραν τρισμέγιστον αυτού ποσόν, μένει πάλιν τόσον

πολύς, ώστε κινδυνεύει να μας θάψη όλους; Το πράγμα δεν είνε

νέον. Είνε τόσον παλαιόν, ώστε, ως ηξεύρεις, οι προπάτορές μας

γηγενείς Αθηναίοι εκαυχώντο ότι εφύτρωσαν από την κόνιν αυτήν της

πατρίδος των, όπως επίστευον ότι εφύτρωσαν και οι τέττιγες, και

εκόσμουν την κόμην των διά τούτο με τέττιγας χρυσούς, όπως ημείς

με πολύ ολιγωτέραν καλαισθησίαν κοσμούμεν αυτήν με ταριχευμένα

πτηνά και με χρυσοκανθάρους. Τι τα θέλεις όμως, φιλτάτη μου;

παλαιόν ή νέον, το πράγμα είνε οχληρότατον και αηδέστατον. Έχουσι

και η Νεάπολις και η Αλεξάνδρεια και άλλαι πόλεις κονιορτόν, αλλ'

ο ιδικός μας κονιορτός, ο κονιορτός εκείνος, από τον οποίον

υπάρχει φόβος ότι θα φυτρώσουν μίαν ημέραν οι μέλλοντες κλασικοί

κάτοικοι των Αθηνών, είνε κάτι τι ξεχωριστόν και μέχρις

απελπισίας αφόρητον. Είνε εχθρός φοβερός και ακαταμάχητος, όστις

σε πολεμεί και μακρόθεν και εκ του συστάδην, μετά παρρησίας

συνάμα και υπουλότητος, και κατά του οποίον ουδεμία είνε δυνατή

υπεράσπισις. Σου τυφλόνει τους οφθλαμούς, σου παραγεμίζει το

στόμα, σου φράττει τα ώτα, σου ξηραίνει και αυτόν σου τον

λάρυγγα, διότι αναγκάζεσαι επί τέλους να τον αναπνεύσης θέλουσα

και μη θέλουσα. Εις μάτην κλείεσαι εις την οικίαν σου· σε

παρακολουθεί διά της θύρας, εισέρχεται διά των παραθύρων, εισδύει

διά των υέλων, και μα την αλήθειαν, νομίζω ότι και διά των τοίχων

αυτών εισχωρεί. Σημείωσε δε, ότι όπως ο ανατολίτης υπό το

πεπρωμένον, κύπτομεν και ημείς οι δυστυχείς την κεφαλήν υπό το

παντοδύναμον κράτος της θεομηνίας, υποτασσόμεθα εις την μάστιγα

του κονιορτού, και ουδ' επιχειρούμεν καν πλέον να τον

πολεμήσωμεν. Απεπειράθημεν άλλοτε να τον συναθροίζωμεν από τας

οδούς και να τον ρίπτωμεν έξω της πόλεως· αλλ' αφού είδαμεν ότι ο

αδάμαστος ημών εχθρός επανήρχετο και πάλιν οργίλος επί πτερύγων

ανέμων, εδώκαμεν τόπον τη οργή, και παρητήθημεν της ανίσου και

ανωφελούς πάλης, σκεφθέντες φρονιμώτατα ως ο ευφυής εκείνος

υπηρέτης, όστις δεν εκαθάριζε τα λασπωμένα υποδήματα του κυρίου

του, διότι εσυλλογίζετο, ότι έμελλον και πάλιν μετ' ολίγον να

λασπωθούν. Τώρα καταβρέχομεν μόνον ενίοτε. Ημέραν παρ' ημέραν

μόλις, ή κάλλιον ειπείν νύκτα παρά νύκτα, διότι και τούτο γίνεται

πολύ μετά την δύσιν του ηλίου (τοσούτος βλέπεις είνε ο φόβος

μας!) — περιφέρονται είς τινας των δρόμων ισχνοί τινες,

κατεσκληκότες και πεφοβισμένοι ημίονοι, σύροντες όπισθέν των

σαθρά τινά βαρέλια, τα οποία λασπόνουν πού και πού τον δρόμον,

σέβονται δε θρησκευτικώς το πλείστον μέρος του κονιορτού, όστις

ευθύς κατόπιν των εγείρεται θυμώδης και περικαλύπτει και

ημιονηλάτην και ημίονον και βαρέλιον. Έχουσι δε τότε οι διαβάται

διπλήν διασκέδασιν· την μίαν θερινήν, τον κονιορτόν, και την

άλλην χειμερινήν, την λάσπην. Λέγουν εν τούτοις πολλοί, ότι δεν

είνε δεισιδαίμων φόβος η αιτία της προς τον κονιορτόν ανοχής μας,

αλλ' άλλη τις πεζοτέρα και πραγματικωτέρα, . . . . η έλλειψις

ύδατος. Ίσως έχουσι δίκαιον. Φοβούμαι όμως μη και τα δύο

συμπίπτουσι. Διότι τέλος πάντων δεν ήτο δυνατόν με το ολίγον

νερόν το οποίον έχομεν διαθέσιμον να καταβρέχωμεν περισσοτέρους

δρόμους καθ' εκάστην, παρά να λασπόνωμεν ολιγωτέρους ημέραν παρ'

ημέραν; Η σκέψις μου, βλέπεις, δεν έχει αξιώσεις επιστημονικής

βαθύτητος, αλλ' είνε απλή τις και πρόχειρος ιδέα, η οποία απορώ

πώς δεν έρχεται και εις των αρμοδίων τον νουν.

Οπωσδήποτε το ζήτημα των υδάτων της πόλεώς μας αποκτά καθ' ημέραν

μεγαλειτέραν σπουδαιότητα, και πολύ επικαίρως εδημοσιεύθη εσχάτως

επί του αντικειμένου τούτου πραγματεία τις αληθούς επιστήμονος,

του κ. Κορδέλλα. Δεν ανέγνωσα ακόμη το βιβλίον. Θα το αναγνώσω

όμως αυτήν την εβδομάδα και θα σου γράψω την προσεχή.

Ε'.

Εν Αθήναις τη 20 Ιουνίου 1879.

Είσαι κατενθουσιασμένη, μου γράφεις, και εννοώ κάλλιστα τον

ενθουσιασμόν σου, και θα τον υπέθετα, αν δεν μου τον έγραφες.

Φαντάζομαι δε πού θ' αναβή ο ενθουσιασμός σου αυτός ακόμη, όταν

σιγά σιγά περιπλεύσης ανέτως, όχι δι' ατμοκινήτου αλλά διά μικράς

λέμβου, την λίμνην ολόκληρον, ή περιέλθης ανέτως τας όχθας της,

και επισκεφθής και θαυμάσης τας μαγευτικάς εκείνας επαύλεις,

αίτινες κοσμούσι τους χλοερούς των λόφους. Τότε θα ιδής . . . —

δεν εξακολουθώ, διότι είμαι βεβαία ότι θα θυμώσης, ως εθύμονες

άλλοτε κωμικώτατα, ότε με κατελάμβανεν — ενθυμείσαι; — η σατανική

επιθυμία να σου διηγούμαι το τέλος μυθιστορήματος, ούτινος συ

ανεγίνωσκες την αρχήν. Ας έλθω λοιπόν εις τας Αθήνας μας, και ας

αφήσω την Ιταλίαν σου. Ας υποταχθώ εκούσα άκουσα εις τον φοβερόν

σου εγωισμόν, όστις δεν αρκείται μόνον εις τας εκ της ξενιτείας

απολαύσεις, αλλά θέλει ως καρύκευμα εβδομαδιαίον και τας από της

πατρίδος ειδήσεις, και τας θέλει ευαρέστους πάντοτε και τερπνάς.

Ευαρέστους πάντοτε και τερπνάς! Αυτό δα είνε! Ηξεύρεις, ότι

κατήντησες τυραννική; Δεν θέλεις, λέγεις, να σου αναφέρω τα

δυσάρεστα των Αθηνών, ούτε να ακονίζω την ευφυίαν μου — ευχαριστώ

διά την φιλοφροσύνην — εις τας ελλείψεις της ελληνικής

πρωτευούσης· τας γνωρίζεις, λέγεις, και επιθυμείς να τας

λησμονήσης· δι' αυτό ίσα ίσα εταξείδευσες, διά να μη βλέπης το

θέαμα των μικρών μας ασχημιών, και ν' ατενίζης μόνον μακρόθεν την

Ελλάδα, ως ωραίον σκηνογράφημα, το οποίον δι' αυτό ακριβώς

εζωγραφήθη, διά να βλέπεται μακρόθεν. Σου ταράττει, γράφεις, τα

νεύρα σου, η έστω και ανώδυνος και αθώα κακολογία· σ' εμποδίζει

να χωνεύης τακτικά τα ωραία ελβετικά χαμοκέρασα, τα οποία σου

παραθέτει ο προγάστωρ και φαιδρός σου ξενοδόχος, και τέλος

πάντων, kurz und gut, ως λέγει πάλιν ο γερμανός σου υπηρέτης,

θέλεις να σου γράφω τα ωραία πράγματα των Αθηνών, τα ευχάριστα

μόνον και τα ιλαρά, διότι αυτό σε ωφελεί εις την υγείαν! Έχεις εν

μέρει δίκαιον. Ταξειδεύεις χάριν θεραπείας . . . νοσήματος το

οποίον αγνοείς και συ, ως το αγνοούσι και οι . . ιατροί σου, αλλ'

αδιάφορον — και εννοείς, πολύ λογικώς και συνεπώς, να αποτελώσι

και αι επιστολαί μου μέρος ολοκληρωτικού της θεραπείας σου: τρις

της εβδομάδος λουτρά, πάσαν πρωίαν τυρόγαλα, δύο ώρας περιπάτου

καθ' ημέραν, και άπαξ της εβδομάδος . . . μίαν φαιδράν επιστολήν

εξ Αθηνών! Ωραία, μα την αλήθειαν, ετακτοποίησες την υγιεινήν σου

δίαιταν, και θα είχα μαύρην αληθώς την καρδίαν, αν εγώ μόνη εκ

κακής μου θελήσεως ετάραττα την συνταγήν σου.

Πλην, φίλη μου, . . . — αλλ' έστω· ουδέ δικαιολογούμαι καν, διότι

συλλογίζομαι τα πορφυρά σου ευώδη χαμοκέρασα, και την ενδεχομένην

κακήν των χώνευσιν. Τούτο μόνον συλλογίσου· ότι αν έξαφνα καμμίαν

εβδομάδα δεν λάβης επιστολήν μου, δεν πρέπει να το αποδώσης εις

κακήν μου θέλησιν, μήτε εις αμέλειαν, μήτε εις οκνηρίαν, αλλά

μόνον και απλούστατα εις εξάντλησιν ή προσωρινήν τουλάχιστον

έλλειψιν των συστατικών του χαροποιού αερίου, όπερ επιθυμείς και

καλά να φέρωσιν υπό την ρίνα σου τα γράμματά μου. Où le peuple

n' a rien, le roi perd ses droits λέγουν οι γάλλοι, συ δε βεβαίως

δεν έχεις την αξίωσιν να δεσπόσης των αδυνάτων, ούτε θα οργισθής

διότι δεν σου δίδεται το μη υπάρχον. Αλλά και αν οργισθής, θ'

ακούσης το «ουκ αν λάβοις παρά του μη έχοντος», και θα ησυχάσης.

Αυτήν ευτυχώς την εβδομάδα έχω κάτι να σου διηγηθώ, και χαίρω ότι

η υγεία σου είνε ακόμη εξησφαλισμένη δι' οκτώ ημέρας.

Την παρελθούσαν ή μάλλον ειπείν την προπαρελθούσαν τρίτην κατέβην

με τον I . . . εις το Φάληρον. Μη με μαλώσης, σε παρακαλώ, ότι

καταβαίνω συχνά εις το Φάληρον, μήτε υποθέσης άλλ' αντ' άλλων. Το

εσπέρας δεν έχομεν τι άλλο να κάμωμεν, όσοι δεν θέλομεν να

μείνωμεν εις το Σολωνείον καθήμενοι ή εις την πλατείαν του

Συντάγματος περιπατούντες, παρά να καταβώμεν εις το Φάληρον, ή να

υπάγωμεν εις τον Απόλλωνα, ή να μείνωμεν θαυμάζοντες την σελήνην

εις το καφενείον των Ολυμπίων. Εγώ προτιμώ το πρώτον, όχι μόνον

διότι είνε δροσερώτερον, αλλά και διότι είνε μακρύτερα από τα

περιπαθή άσματα των γερμανίδων. Κατέβην λοιπόν εις το Φάληρον,

εγευμάτισα εκεί, και άμα έδυσεν ο ήλιος ετράπην με τον σύντροφόν

μου προς την Μουνυχίαν, διά να διασκεδάσω θεωρούσα τα

πυροτεχνήματα, τα οποία επρόκειτο να καώσι προ των βασιλικών

οικημάτων επί τοις γενεθλίοις του βασιλόπαιδος Γεωργίου, όστις

την 12 υπερμεσούντος συνεπλήρου το δέκατον της ηλικίας του έτος.

Οι βασιλείς, ως γνωρίζεις ήδη πιθανώς εκ των εφημερίδων,

κατοικούσι και εφέτος θερινά τινα οικήματα, εκ των ωραίων εκείνων

και κομψών, άτινα κατεσκεύασε πρό τινων ετών επί του

μεσημβρινοανατολικού λόφου της Μουνυχίας και αντικρύ της

Φρεαττύος ο φιλόκαλος γερμανός αρχιτέκτων Τσίλλερ. Η από του νέου

Φαλήρου άγουσα εκεί οδός, ήτις πρό τινων ετών περιωρίζετο εις

ανώμαλον και θαμνόσπαρτον ατραπόν, τέμνουσα ελικοειδώς τον παρά

την παραλίαν υψούμενον λόφον, είνε σήμερον ωραία αμαξιτός

λεωφόρος περικάμπτουσα τον λόφον, παρατρέχουσα τον αιγιαλόν,

διερχομένη κάτωθεν του ερημικού πύργου του πρωθυπουργού ημών, και

καταλήγουσα διά κομψοτάτης καμπής εις την Μουνυχίαν.

Πρό τινων ετών, ως ενθυμείσαι, ουδέν άλλο υπήρχεν εκεί, ή γυμνοί

τινες μόνον βράχοι, όπου ουδέ άκανθαι εύρισκον τροφήν, παραλία

κάτωθεν αμμώδης και παντέρημος, και μόλις που το εσπέρας κάρρα

τινά μεταφέροντα εις τα γαλανά του Φαλήρου και της Μουνυχίας

κύματα τέκνα τινά του λαού, άτινα, επόμενα εις τον παντοκράτορα

συρμόν, ενόμιζον και αυτά απαραίτητον εις την υγείαν των την

χρήσιν των λουτρών. Σήμερον ήλλαξαν τα πράγματα· και το μεν

Φάληρον μεταμορφούται από ημέρας εις ημέραν εις χαριεστάτην

θερινήν διαμονήν, της οποίας επιφυλάττω την περιγραφήν εις κανέν

άλλο μου γράμμα — οικονομούσα ως βλέπεις τα γλυκύσματά μου, ώςτε

να έχω με τι να τρέφω την πεινώσαν υγείαν σου, — ο δε παρ αυτό

λόφος, ούτινος την κορυφήν κατέχει δίκην σκοπιάς ο πύργος του κ.

Κουμουνδούρου, ήρχισε και αυτός να στολίζεται, να οικοδομήται και

να αποκτά κατοίκους και λάτρεις. Την εσπέραν μάλιστα εκείνην η εξ

αυτού θέα ήτο αληθώς μαγευτική.

Δεν αισθάνεσαι τώρα κάπως τον εαυτόν σου καλλίτερα; Αι; Η βραδυά

ήτο γαληναία και δροσερά, τα δε νερά του Φαλήρου και της

Μουνυχίας ουδέ καν εσείοντο πέριξ των παντοειδών πολεμικών

πλοίων, τα οποία σταθμεύουσιν από τινος προ του όρμου της

Καλλιθέας, και των οποίων τους προτόνους εκόσμουν από τινος

πολύχρωμοι σημαίαι, οιονεί ανθόπλεκτοι στέφανοι. Πέραν εις το

βάθος διεγράφετο καθαρώς ο φαληρικός κόλπος, όστις μίαν ημέραν θ'

αμιλλάται ίσως προς τον ονομαστόν κόλπον της Νεαπόλεως, και

ούτινος τον αιγιαλόν διέστιζον ήδη πού και πού τ' αναπτόμενα φώτα

των επ' αυτού οικιών και καφενείων. Μακρότερον δε προς ανατολάς

ανέδυεν έτι από της εσπερινής ομίχλης το ποικίλον πανόραμα των

Αθηνών, ούτινος εδέσποζον τα απαράμιλλα του Παρθενώνος ερείπια,

χρυσούμενα υπό των ακτίνων της νέας σελήνης. Πολλάκις εσταμάτησα

καθ' οδόν και εστράφην προς τα οπίσω, ίνα θαυμάσω το αμίμητον

εκείνο πανόραμα, πάντοτε δε, οσάκις εστάθην, εσυλλογίσθην σε την

ξενιτευμένην, και επόθησα να σε είχα την στιγμήν εκείνην πλησίον

μου. Μετά ημισείας ώρας δρόμον εφθάσαμεν τέλος πάντων εις το

μικρόν καφενείον της Καλλιθέας, όπου προ δέκα μεν περίπου ετών

εφύετο ρικνή τις και νανοφυής αγριαπιδιά, σήμερον δε υπάρχουν

δένδρα σκιερά, και καθίσματα αναπαυτικά παρά την θάλασσαν, και

παίγνια γυμναστικά, ως εκείνα τα οποία θ' απαντήσης μετά τινας

εβδομάδας εις όλα τα χωρία της Ελβετίας, και κόσμος τέλος πάντων,

κόσμος καπνίζων το σιγάρον του και πίνων τον ζύθον του εν

ευαρέστω λήθη των κόπων της ημέρας. Επί του ωραίου τούτου λόφου

κατοικεί από τριών ήδη περίπου εβδομάδων η βασιλική οικογένεια. Ο

βασιλεύς, αληθής ναυτική φύσις, ως γνωρίζεις, αγαπά, λέγουσι,

πολύ το μέρος τούτο, όπερ αποτελεί ούτως ειπείν trait d' union

μεταξύ Φαλήρου και Πειραιώς, και το πλείστον σχεδόν της ημέρας

και της εσπέρας διατρίβει επί της θαλάσσης, οτέ μεν κολυμβών οτέ

δε αλιεύων, άλλοτε κωπηλατών και άλλοτε επισκεπτόμενος και

εξετάζων ως εμπειροπράγμων τα προ της Καλλιθέας ορμούντα πολεμικά

πλοία, ελληνικά ή ξένα. Μεταξύ τούτων ευρίσκετο την εσπέραν

εκείνην και η ωραία ρωσσική θαλαμηγός «Μ έ γ α ς

Κ ω ν σ τ α ν τ ί ν ο ς» εκείνη ακριβώς, ήτις μετήγαγε προ μικρού

την βασίλισσαν ημών από της Κριμαίας, και ήτις, ως ελέγετο,

επρόκειτο να αποπλεύση μετά τινας ημέρας εις Νεάπολιν, ίνα

παραλάβη και μεταφέρη εις Κωνσταντινούπολιν και Βάρναν τον

πρίγκιπα Βάτεμβεργ.

Δύσκολον ήτο να σταθή τις επί του λόφου την εσπέραν της

προπαρελθούσης τρίτης· τόσον πολύς ήτο ο κόσμος των περιέργων.

Επέβημεν λοιπόν χάριν πλειοτέρας ανέσεως εις μικράν αλιευτικήν

λέμβον, και κωπηλατήσαντες μέχρι του στομίου της Μουνυχίας,

εστάθημεν εκεί, ίνα απολαύσωμεν το θέαμα των πυροτεχνημάτων,

άτινα είχον παρασκευασθή τη επιμελεία της δημαρχίας Πειραιώς, και

του ηλεκτρικού φωτός, διά του οποίον ο κ. Τιμολέων Αργυρόπουλος

έμελλε να φωτίση τα πέριξ. Ηκούσαμεν δε τοιουτοτρόπως μακρόθεν

και πολύ ευαρεστότερον τας μουσικάς της φρουράς και του

Φιλαρμονικού θιάσου Πειραιώς, αίτινες συνηλλάσσοντο μουσουργούσαι

καθ' όλον της φωταψίας τον χρόνον. Τα πυροτεχνήματα δεν σου τα

περιγράφω, διότι ήσαν μεν ωραία, αλλ' ουδέν είχον το καινοφανές.

Και είδες και είδαμεν πολλάκις εις τας στήλας του Ολυμπίου Διός

και εις το Φάληρον τους τυπικούς μύλους και τας τυπικωτέρας

ρ ο υ κ έ τ α ς. Το ηλεκτρικόν όμως φως, ούτινος η εστία είχε

τοποθετηθή εις το απέναντι της βασιλικής επαύλεως κτήμα του κ.

Μελετοπούλου, και απετελείτο, ως μοι είπον, εκ μεγάλου

παραβολοειδούς επαργύρου κατόπτρου, παρήγαγε μαγευτικήν αληθώς

εντύπωσιν εις τους παρεστώτας, ων πολλοί το έβλεπον βεβαίως

πρώτην φοράν, και δι' αυτό δεν κατώρθωσαν να κρατήσουν την

μεγαλόφωνον του θαυμασμού των εκδήλωσιν. Υπό την λευκήν και

άπλετον λάμψιν του, ήτις επλημμύρισε διά μιας την επιφάνειαν των

ηρέμων υδάτων, διέκρινα επί στιγμήν εντός μικράς λέμβου τον

βασιλέα και την βασίλισσαν, επί άλλης δε τους βασιλόπαιδας

εκδηλούντας εν παιδική φαιδρότητι την χαράν των.

Είδαμεν άλλοτε μαζή, αν ενθυμείσαι, τους πίδακας των Βερσαλλιών

φωτιζομένους, τους κήπους του Schönbrun της Βιέννης καταφώτους

επίσης υπό ηλεκτρικών ακτίνων, τοξευομένων άνωθεν από της οροφής

των ανακτόρων, και πέρυσι μόλις την Avenue de l' Opera των

Παρισίων ηλεκτρόφωτον.

Τι να σου ειπώ, όμως; Τα κύματα της Μουνυχίας υπό την λευκήν

εκείνην μαρμαρυγήν είχαν άλλην τινά μαγείαν. Μη νομίσης δε, ότι

σου λέγω και τούτο χάριν της υγείας σου. Όχι! είνε αληθής μου

εντύπωσις.

Εν Αθήναις, τη 27 Ιουνίου 1879.

Αψίκορος και συ, ως όλαι μας αι αδελφαί, ως όλαι της Εύας αι

απόγονοι. Μόλις είδες την Λ ί μ ν η ν τ ο υ Κ ό μ ο υ, — και

αμφιβάλλω αν την είδες καλά, διότι ουδεμίαν σχεδόν μου γράφεις

περί αυτής λεπτομέρειαν, — μόλις ανέπνευσες την δρόσον των

διαυγών της υδάτων, την οποίαν εγώ ματαίως ποθώ και ονειρεύομαι

καθ' εσπέραν από της φλογεράς καμίνου των Αθηνών, μόλις απήλαυσες

το θέαμα των πρασίνων οχθών της, και θέλεις πάλιν να φύγης, και

σχεδιάζεις ταξείδια προς βορράν, και επιθυμείς κλίματα

δροσερώτερα. Δροσερώτερα κλίματα! Είσαι τη αληθεία ανεκτίμητος.

Δεν σε αρκεί λοιπόν η δρόσος της βορείου Ιταλίας, δεν σε φθάνει η

ζωογόνος εκείνη αύρα, την οποίαν σου στέλλουν αι χιονοσκεπείς των

Άλπεων κορυφαί, αλλά θέλεις άλλην, ακόμη δροσερωτέραν διαμονήν.

Έπρεπε να σε είχα εδώ εις τας Αθήνας αυτάς τας ημέρας, και τότε

να έβλεπα τι ήθελες ποθήσει! Τριάκοντα βαθμοί Ρεωμύρου εις την

σκιάν, αγαπητή μου, ηξεύρεις τι θα ειπή; θα ειπή ένα βαθμόν

περισσότερον από τα θερμά σου εκείνα λουτρά, τα οποία, ως

ενθυμείσαι, σου επροξένουν σχεδόν λειποθυμίαν. Δεν ομιλώ περί του

καύσωνος εν υπαίθρω, διότι δεν τον ησθάνθην και αποφεύγω να τον

αισθανθώ. Ιδιαιτέραν κλίσιν προς τας καθέτους του ηλίου ακτίνας

δεν έχω δόξα τω Θεώ, ουδέ ομοιάζω τον καλόν μας εκείνον φίλον,

όστις εξήρχετο την μεσημβρίαν εις τας οδούς ασκεπής, και εμειδία

παράδοξον οίκτου μειδίαμα προς τους φορούντας πίλον και

κρατούντας αλεξήλιον. Άλλως τε και τίποτε δεν με αναγκάζει να

εξέρχωμαι την ημέραν εις τας οδούς των Αθηνών· αφίνω τον Βουγάν

και τα εμπορικά διά το εσπέρας, και λυπούμαι εκ βάθους καρδίας

τας δυστυχείς εκείνας, τας οποίας βλέπω από τα παράθυρά μου

περιφερομένας εις τα μαγαζιά εν μέση μεσημβρία διά μισήν πήχην

κορδέλλα, ως πολλάκις — entre-nous εννοείται, — μου συνέβη και

σου συνέβη. Λέγουσιν όμως, ότι ο υπό τον ήλιον καύσων των τριών

τεσσάρων τελευταίων ημερών ήτο αληθής καμίνου πνοή· ότι εξ όσων

τον περιεφρόνησαν μετενόησαν πολλοί, και ότι τινών μάλιστα εκ των

τολμηροτέρων έπαθεν η υγεία — άλλων, εννοείται, η σωματική και

άλλων η πνευματική. Εις του καύσωνος τουλάχιστον την επίδρασιν

αποδίδονται υπό των αρμοδίων έκτακτα τινά γεγονότα, οποία δεν

συμβαίνουσι συνήθως εις τας ηρέμους και μονοτόνους Αθήνας, και

των οποίων ήρωες — ή θύματα αν θέλεις — ήσαν ως επί το πλείστον

ομόφυλοί μας. Ούτως εν παραδείγματι προχθές απεπειράθη, ως

ήκουσα, τρυφερά τις νεάνις να αυτοκτονήση, λόγω μεν ότι η

περιπαθής της καρδία, από καιρού ήδη ψάλλουσα μόνη, δεν κατώρθονε

να ψάλη εν δυωδία, πράγματι όμως, ως έμαθον, διότι την προτεραίαν

επί τέσσαρας όλας ώρας είχε περιέλθει τας οδούς Αιόλου και Ερμού,

διά να εύρη κομβία αρμόζοντα εις το μακρόν corsage της à la

Pompadour ενδυμασίας της. Άλλης τινός κομψής θεραπαινίδος τοσούτο

εξηρέθισε, λέγουσι, την ζηλοτυπίαν ο καύσων του ηλίου, προστεθείς

εις του μαγειρείου τον καύσωνα, ώστε ολίγου δειν εξερρίζονε τον

μύστακα του σπαθάτου της δορυφόρου, εις ώραν παροξυσμού, αν

προλαμβάνων εκείνος δεν εδρόσιζε κάπως τας παρειάς της διά της

επαφής των στιβαρών του χειρών. Τρίτη τις άλλη ερρίφθη πρό τινων

ημερών εις το φρέαρ της οικίας, ζητούσα όχι τον θάνατον, υποθέτω,

ως έγραψαν αι εφημερίδες, αλλ' απλώς μόνον ολίγον ύδωρ δροσερόν.

Βλέπεις λοιπόν πού ευρισκόμεθα, και ευλόγει μάλλον τον Θεόν, ότι

δεν είσαι εις τας Αθήνας, αντί να αγνωμονής προς την δρόσον και

την χλόην της λίμνης σου.

Εν τούτοις μ' όλον αυτόν τον καύσωνα και τους σπουδαίους του

κινδύνους ετόλμησα την παρελθούσαν εβδομάδα να εξέλθω της οικίας

μου, διά να παρευρεθώ εις τας εξετάσεις του προτύπου σχολείου, το

οποίον συνέστησεν προ ενός έτους το Υπουργείου της Παιδείας ως

παράρτημα του Διδασκαλείου, προς πρακτικήν άσκησιν των νεοφύτων

διδασκάλων. Πρέπει δε να σου ομολογήσω, εξ ιδίου ενθουσιασμού

αυτήν την φοράν και όχι χαριζομένη εις την πατριωτικήν σου

αισιοδοξίαν, ότι με κατέπληξαν αληθώς τα ευχάριστα αποτελέσματα

του νέου συστήματος της διδασκαλίας, το οποίον εφηρμόσθη εις το

νεοσύστατον σχολείον. Το σχολείον αυτό είνε μακράν της πόλεως,

όπισθεν του βασιλικού κήπου, και οι μαθηταί του είνε κατ' ανάγκην

παίδες αγροτών και χωρικών. Αι εξετάσεις εν τούτοις των χωρικών

εκείνων παίδων, οίτινες ούτε εορτάσιμα εφόρουν, ούτε υπερτροφίαν

έπασχον, κατέδειξαν εμφανώς και πάλιν — αν υποτεθή ότι υπήρχεν

ανάγκη νέας του πράγματος αποδείξεως, — δύο τινά· πρώτον ότι η

αγάπη των γραμμάτων δεν είνε συνήθως του πλούτου περίσσευμα, και

δεύτερον ότι ανάγκη ριζικής μεταβολής του συστήματος, το οποίον

διέπει έως σήμερον την δημοτικήν μας εκπαίδευσιν. Τα παιδία δεν

πρέπει να διδάσκωνται ως παπαγάλλοι, αναγκαζόμενοι να

αποστηθίζωσι πράγματα τα οποία δεν εννοούσιν, αλλά να

εκπαιδεύωνται απ' αυτού του αλφαβήτου τοιουτοτρόπως, ώστε να

εξυπνά η νεαρά των διάνοια, αναβαίνουσα βαθμίδα προς βαθμίδα την

κλίμακα των γνώσεων, και να μορφούται η εύπλαστος καρδία των,

αποκτώσα βαθμηδόν την αγάπην του καλού και του αγαθού. Αλλέως . . .

— πλην θα εξολισθήσω εις φιλοσοφίαν, την οποίαν και συ

βαρύνεσαι και εγώ, ιδίως τώρα, ότε περιρρέομαι από ιδρώτα διά να

σου γράψω τας ολίγας αυτάς γραμμάς.

Το παρελθόν σάββατον εκηδεύθη εν Αθήναις μετά μαρασμόν

πολυχρόνιον και νόσον ήτις είχε μικρόν κατά μικρόν εκμυζήσει

πάσαν ζωικήν της δύναμιν . . . , τις νομίζεις; Η χήρα του

Οδυσσέως Ανδρούτσου! Ουδέ καν εφαντάζεσο ίσως, ότι έζη έτι εις

τας Αθήνας ενενηκοντούτις περίπου, έρημος, μόνη και λησμονημένη

εντός πενιχράς — όχι οικίας, αλλά σχεδόν καλύβης, η περικαλλής

ποτε εκείνη αμαζών, ην θαλεράν έτι νεανίδα είχε συζεύξει μετά του

οπλαρχηγού του Οδυσσέως ο φοβερός της Ηπείρου τύραννος Αλή-Πασάς,

ήτις όλον τον μέγαν αγώνα του 1821 παρηκολούθει πότ' εγγύθεν και

πότε μακρόθεν τον πολυπλάνητον σύζυγόν της, μέχρις ου τον

εθρήνησε τέλος κρεμάμενον από των προμαχώνων της Ακροπόλεως,

και της οποίας ο βίος ολόκληρος υπήρξε σειρά δυστυχημάτων και

δοκιμασιών. Μη βαρυθυμής όμως διά την άγνοιάν σου, διότι πολλοί,

οι πλείστοι σχεδόν των εν Αθήναις ηγνόουν ως και συ μέχρι του

προχθές σαββάτου, ότι η Ελένη Ανδρούτσου, η Ο δ υ σ σ έ α ι ν α,

ως την εκάλει του αγώνος η γενεά, έζη έτι εν Αθήναις. Ολίγοι,

ολίγιστοι μόλις το εγνώριζον, και μεταξύ των ολίγων αυτών ήσαν οι

υπάλληλοι του λογιστηρίου του Υπουργείου των Εσωτερικών, οίτινες

της έδιδον κατά μήνα μικρόν τι ένταλμα βοηθήματος χρηματικού, δι'

ου κατώρθωσεν η μαραμμένη χήρα να συρθή σιγά σιγά προς τον τάφον.

Είνε τόσον άνετον πράγμα η άγνοια! Τόσον εύκολον και ευπρόσιτον

παρέχει την πρόφασιν εις τον αδιαφορούντα, αν η χήρα του Οδυσσέως

Ανδρούτσου κατεκλίνετο πολλάκις εν σκότει και εκοιμάτο νήστις!

Προ ολίγων μόλις ετών είχαμεν αναγκασθή, είνε αληθές, να την

ενθυμηθώμεν, και οιονεί αφυπνισθέντες έν πρωί ηκούσαμεν, ότι έζη

έτι η χήρα του Οδυσσέως, και ετέλει — αυτή μόνη, διότι τις άλλος

είχε καιρόν να φροντίση περί τούτου — την ανακομιδήν των οστών

του πεφιλημένου συζύγου της, του ήρωος της Γραβιάς. Έκτοτε όμως

την είχαμεν λησμονήσει εντελώς! Αλλ' η κόρη εκείνη άλλης γενεάς,

η γυνή του 1821, το γέννημα των Καλαρρυτών της Ηπείρου, η θυγάτηρ

του Χρήστου Καρέλη, δεν ελησμόνει εν τη πενιχρά της και σκοτεινή

καλύβη την Ελλάδα. Ότε δε προ ενός και ημίσεος έτους ευοίωνα τινα

αλλ' απατηλά δυστυχώς σημεία υπέδειξαν, ότι επρόκειτο να εξαναστή

το Ελληνικόν, και οι άνδρες ωπλίζοντο και εβάδιζον προς τα

σύνορα, ημείς δε αι γυναίκες, υπακούοντες εις το ευγενές φώνημα

της ελληνικής μας βασιλίσσης, ερράπτομεν χιτώνας και εξαίναμεν

μοτόν διά τους μέλλοντας τραυματίας του νέου ιερού αγώνος, η χήρα

του Οδυσσέως ησθάνθη και πάλιν την γηραιάν της καρδίαν

θερμαινομένην· εμνήσθη ημερών αρχαίων, ενθυμήθη την υπό τον ζυγόν

πατρίδα της, ωνειρεύθη την σοβαράν μορφήν του απαγχονισθέντος

ήρωός της, και έμεινε νύκτας πολλάς αγρυπνούσα υπό το αμυδρόν φως

της διψώσης λυχνίας της, ίνα . . . ξαίνη μοτόν δ ι ά τ α

π α λ λ η κ ά ρ ι α!

Ότε δε τέλος απέκαμον οι ισχνοί της δάκτυλοι και οι οφθαλμοί της

δεν έβλεπον πλέον, παρέλαβε της εργασίας της το προϊόν η

ενενηκοντούτις γραία και μεταβάσα εις τα ανάκτορα παρέδωκεν αυτό

εις την Βασίλισσαν, λέγουσα· «Στείλ' το, βασίλισσά μου! να ζούσε

ο Λεωνίδας μου, το πήγαινε 'κείνος!» Ο Λεωνίδας της ήτο ο

αγαπητός της υιός, ον δωδεκαετή μόλις είμαρτο να θάψη η δυστυχής

χήρα προ τεσσαράκοντα δύο ετών εν Μονάχω, όπου εξεπαίδευεν αυτόν

η μεγαλοδωρία του γηραιού φιλέλληνος βασιλέως Λουδοβίκου.

Αυτή λοιπόν η γυνή απέθανε την παρελθούσαν παρασκευήν εν Αθήναις,

και εκηδεύθη την επαύριον, προπεμφθείσα εις τον τάφον . . . . υπό

εικοσάδος ανθρώπων, και τούτων εκ των λαϊκών στρωμάτων. Ναι,

αγαπητή μου! Ημείς, οι ευγενείς και πεφωτισμένοι και τοσούτον

ευαίσθητοι κάτοικοι της πρωτευούσης του ελληνικού βασιλείου,

οίτινες συνοδεύομεν πυκνοί και πρόθυμοι την πρώτην κηδείαν ήτις

θα παρέλθη προ των παραθύρων μας — όταν μάλιστα έχη και μουσικήν

— ωκνήσαμεν να πληρώσωμεν εις του Οδυσσέως την χήραν ένα έσχατον

φόρον συμπαθείας και ελέου, τον οποίον εχρεωστούσαμεν, εννοείς;

εχρεωστούσαμεν και εις αυτήν και εις τον άνδρα της. Δεν το

εσυλλογίσθημεν, βλέπεις. Είμεθα τόσον πολυάσχολοι! Έπειτα, . . .

μήπως είχε μουσικήν; Μήπως είχαμεν αφορμήν να ακούσωμεν και να

κρίνωμεν κανέν νέον πένθιμον εμβατήριον του αρχιμουσικού μας;

Ζ'.

Εν Αθήναις τη 5 Ιουλίου 1879

Είχες δεν είχες λοιπόν, έφυγες από την Ιταλίαν, και προχωρείς, ως

μου γράφεις, προς βορράν, αγνοείς δε και συ ακόμη που θα

σταματήσης, απαράλλακτα ως τα εκδημητικά εκείνα πτηνά, τα οποία

διώκει εναλλάξ πότε το θέρος και πότε ο χειρών προς κλίματα

ευκραέστερα. Σε κατέλαβε και πάλιν, βλέπω, η κινητική σου εκείνη

μανία, διά την οποίαν ο μεν σοφός σου φίλος Ξ. σε ωνόμαζεν άλλοτε

perpetuum mobile, ημείς δε οι άλλοι οι μη σοφοί σ' ελέγαμεν

αεικίνητον, και σε εσυμβουλεύαμεν, ενθυμείσαι, αστειευόμενοι να

ζητήσης brevet d' invention από την κυβέρνησιν, πριν ή σε προλάβη

ο ατυχής εκείνος νέος Κ., ούτινος η μεγαλοφυής εφεύρεσις επέπρωτο

τέλος να εξατμισθή εντός . . . φρενοκομείου. Αλλά την μονομανίαν

σου αυτήν μας την ενδύει τώρα με το ωραίον πρόσχημα της επιθυμίας

δροσερωτέρας διαμονής. Έστω και τούτο· δεν φιλονεικώ μαζή σου διά

τόσον μικρόν πράγμα. Είμαι όμως περίεργος να ιδώ, αν ο λόγος

αυτός της αδιάκοπου σου κινήσεως δεν θα σε ωθήση επί τέλους μέχρι

της βορείου θαλάσσης. Πολύ φοβούμαι, μήπως λάβω καμμίαν ημέραν

επιστολήν σου, ήτις να μου αναγγέλλη, ότι επεβιβάσθης εις

ατμοκίνητον εκπλέον εις τας βορείους ακτάς της Νορβηγίας. Μη

μειδιάς· σε βεβαιόνω, ότι η είδησις δεν θα με εκπλήξη διόλου.

Οπωσδήποτε εγώ διευθύνω το γράμμα μου εις την παλαιάν σου

διαμονήν, και είμαι ήσυχος ότι κάπου θα σ' εύρη.

Σου είχα υποσχεθή εις μίαν των τελευταίων μου επιστολών να

αναγνώσω το περί των υδάτων της πόλεώς μας βιβλίον του Κ.

Κορδέλλα, και να σου γράψω περί αυτού. Υπέθεσα τότε και υποθέτω

ακόμη εν τω εγωισμώ μου, ότι θα σ' ενδιέφερε να γνωρίζης, αν ο

λάρυγξ της φίλης σου είνε υγρός ή ξηρός, και αν υπάρχει ελπίς να

εξασφαλισθή τουλάχιστον εν τω μέλλοντι το επιούσιον ύδωρ εις τους

κατοίκους της πόλεως, εις την οποίαν θα σταματήση επί τέλους μίαν

ημέραν και το πολυπλάνητον βήμα σου. Το ανέγνωσα λοιπόν απ' αρχής

μέχρι τέλους, αλλά δεν σου γράφω περί αυτού, και προτιμώ να σου

το στείλω υπό ταινίαν, ως λέγει παρ' ημίν η επίσημος των γραφείων

γλώσσα.

Δεν σου γράφω εν εκτάσει περί αυτού, και αρκούμαι μόνον να

συστήσω εις την προσοχήν σου το πολύτιμόν του περιεχόμενον, διότι

αδύνατον μου είνε δυστυχώς να συνοψίσω εντός επιστολής τας

πολυειδείς και ποικίλας ειδήσεις περί της γεωλογικής και

υδρογραφικής καταστάσεως των Αθηνών, όσας ο συγγραφεύς εταμίευσεν

εντός αυτού, διά πολλών κόπων και μελέτης μακράς. Σου σημειόνω

μόνον εν παρόδω, και τούτο διά να λάβης εγκαίρως τα μέτρα σου,

πριν ή αποκατασταθής οριστικώς εν Αθήναις, ότι κατά τον κύριον

Κορδέλλαν απαιτείται δαπάνη τριών περίπου εκατομμυρίων δραχμών,

ίνα διοχετευθώσιν εις τας Αθήνας τα αναγκαία εις τους κατοίκους

της ύδατα. Σημείωσε δε και τούτο, το οποίον δεν περιλαμβάνεται

εις το βιβλίον του Κ. Κορδέλλα, είνε όμως ουχ ήττον αληθές, διότι

περιλαμβάνεται εις τα λογιστικά βιβλία του δήμου Αθηναίων· ότι

δηλαδή ο αρχοντικός ούτος δήμος, — όστις κατά τούτο ομοιάζει τους

άρχοντας, ότι τα χρέη του είνε εξαπλάσια περίπου των εισοδημάτων

του — έχει ήδη τριών περίπου εκατομμυρίων χρέη, και ότι απέναντι

αυτών πληρόνει κατ' έτος εις τους δανειστάς του τόκον . . έν

σχεδόν τοις εκατόν. Υποθέτεις συ, ότι είνε εύκολον εις τοιούτον

οφειλέτην να εύρη και νέον δάνειον; Εγώ δυσκολεύομαι να το

ελπίσω, και διά τούτο εφρόντισα ήδη εγκαίρως να ανοίξω φρέαρ

εντός της οικίας μου, ίνα προλάβω την κόρυζαν, από την οποίαν

πολύ φοβούμαι ότι είνε προωρισμένοι ν' αποθάνωσι μίαν ημέραν

επιδημικώς οι κάτοικοι των Αθηνών.

Αι ειδήσεις αύται δεν θα σου ήνε βεβαίως πολύ ευχάριστοι, και

φοβούμαι μη πειράξουν την επισφαλή σου υγείαν. Διά τούτο δε και

ως ευάρεστον αντίδοτον σου στέλλω συγχρόνως σήμερον, υπό την

αυτήν ταινίαν, περίεργόν τι και διασκεδαστικώτατον βιβλίον,

επιγραφόμενον: «Η σύγχρονος Ελλάς, ήτοι απάντησις τω γάλλω

Edmonton About, μετάφρασις εκ του χειρογράφου της αγγλίδος F. Ε.

Μ.» Το μικρόν αυτό τομίδιον, το οποίον, ως βλέπεις, περιέχει

μετάφρασιν ανεκδότου χειρογράφου, θα σε διασκεδάση τρομερά· διότι

ηξεύρω εγώ πώς διατίθεται ο φύσει εύθυμος χαρακτήρ σου προς τα

παράδοξα, ή τα παράξενα, ως κοινότερον λέγομεν. Σε παρακαλώ μόνον

να μη σταματήσης εις την επιγραφήν· να μην ερωτήσης, διατί άραγε

και πόθεν και πώς και προς τι η απάντησις αύτη εις τον ευφυή

γάλλον μετά εικοσιπέντε όλα έτη από της δημοσιεύσεως της δηκτικής

εκείνης σατύρας κατά της Ελλάδος, ήτις κατέστησεν εν τούτοις

αυτήν πολύ γνωστοτέραν εις τον ευρωπαϊκόν κόσμον ή όλοι των φίλων

της οι ύμνοι· να μην απορήσης διατί, πριν ή δημοσιευθή το

πρωτότυπον, δημοσιεύεται η ελληνική μετάφρασις· να μη κινήσουν

τέλος την περιέργειάν σου. τα τρία αρχικά στοιχεία, υπό τα οποία

έκρυψεν αιδημόνως ο μεταφραστής την συγγραφέα. Εις όλας σου αυτάς

τας απορίας ηδυνάμην εγώ να σου δώσω λεπτομερή απάντησιν· δεν το

κάμνω όμως, πρώτον μεν διότι νομίζω, ότι πρέπει τις να σέβεται τα

ξένα μυστικά, όσον διασκεδαστική και αν είνε η αποκάλυψίς των,

και δεύτερον διότι η λύσις των αποριών εκείνων ουδόλως είνε

αναγκαία όπως διατεθής ευθύμως. Άνοιξε μόνον, σε παρακαλώ, κατά

τύχην το βιβλίον και σταμάτησε το βλέμμα σου όπου θέλης. Πρόσεξε

δε ιδίως εις την εξής περίοδον, την οποίαν σου αντιγράφω κατά

λέξιν από την ενενηκοστήν ογδόην σελίδα — σου λέγω κατά λέξιν,

διά να μη καταλογίσης τυχόν εις βάρος μου την γλαφυρότητα της

μεταφράσεως — «Αμέσως, λέγει η φιλέλλην αγγλίς περιγράφουσα την

εις Πειραιά απόβασίν της, περιεστοιχήθην υπό πλήθους

παραγγελιοδόχων και διερμηνέων, οίτινες, φαίνεται, μαντεύσαντες

ότι ήμην ξένη μοι προσέφεραν τας λέμβους των και παν ό,τι

αναγκαίον προς υπηρεσίαν μου, ου μην αλλά δριμέως κρίνουσα περί

αυτών εκ της σκληράς φήμης, και έχουσα πείραν των Ιταλών κλεπτών,

προσεποιήθην ότι δεν ενόησα την νεωτέραν ελληνικήν, σφάλμα δι' ό

ουδέποτε θέλω συγχωρήσει εμαυτήν . . . Τα των λεμβούχων και τα

τελωνειακά μπαξίς εισίν όλως άγνωστα ενταύθα . . . Ίσως οι

σφοδροί κατήγοροι των Ελλήνων επί του αντικειμένου τούτου

εκφράσωσιν αμφιβολίας. Αλλ' ιδού πώς έχουν τα πράγματα· οι

λεμβούχοι διακηρύττουσιν, ότε η απλή ευχαριστία του ν'

αποβιβάσωσεν εις την ξηράν ξένον τινά ήτο αρκούσα αμοιβή διά τους

κόπους του, αφού μάλιστα πληρόνονται τακτικώς έκ τινος ωρισμένου

τιμολογίου. Όλαι αι υπηρεσίαι αύται εφαίνοντο ότε μοι

προσεφέροντο δωρεάν, έτι δε και καθ' ην στιγμήν επατούμεν τον

πόδα επί της ξηράς πας διαβάτης ίστατο και με ηρώτα αν είχον

ανάγκην των υπηρεσιών του. Μετά τούτο δε δύο αχθοφόροι έλαβον την

αποσκευήν μου, . . . (και) ηρνήθησαν να λάβωσι το ανήκον αυτοίς,

λέγοντες ότι ουδείς ποτέ Αθηναίος ζητεί να πληρωθή όπως πράξη το

καθήκον του, αυτοί δε ουδέν άλλο έπραξαν ή τούτο, ιδόντες ότι

ήμην ξένη. Την αυτήν σχεδόν απάντησιν έλαβον παρά των υπαλλήλων

του σιδηροδρόμου . . . Δεν εδέχθησαν ποσώς, λέγοντες, ότι ήσαν

υποχρεωμένοι να παρέχωσι πάντοτε ελευθέραν διάβασιν εις τους

ξένους τους επισκεπτομένους την πατρίδα των». Σταματώ κατ'

ανάγκην, διότι μ' εμποδίζει ο γέλως να σου αντιγράψω περισσότερα.

Πώς σου φαίνεται, εις σε την ελληνίδα, την ζήσασαν . . . (μη

φοβήσαι, δεν λέγω πόσα) έτη εις την Ελλάδα, η θαυμαστή αυτή

ανακάλυψις λεμβούχων και αχθοφόρων μη δεχομένων πληρωμήν, και

σιδηροδρομικών υπαλλήλων παρεχόντων δωρεάν εισιτήρια;

Τι πρέπει άρα γε να υποθέση ο αναγινώσκων την διασκεδαστικήν

αυτήν μυθολογίαν; ότι είνε σκόπιμον μαγείρευμα προς αποστόμωσιν

των κατηγόρων της Ελλάδος, ή μάλλον ότι είνε αποτέλεσμα αστείας

τινός παιδιάς φιλόφρονος μεν αλλ' ιδιοτρόπου συνοδοιπόρου, όστις

επλήρωσεν αυτός τα μικρά έξοδα της Αγγλίδος, και της επώλησεν

έπειτα, ότι οι αχθοφόροι, οι λεμβούχοι και ο σιδηρόδρομος δεν

λαμβάνουσιν εν Ελλάδι πληρωμήν παρά των ξένων; Το κατ' εμέ

υποθέτω αδιστάκτως το δεύτερον, διότι άλλως θα ευρισκόμην εις την

δυσάρεστον ανάγκην να παραδεχθώ, ότι η φιλέλλην συγγραφεύς,

μυθολογούσα τοιαύτα πράγματα προς τους αναγνώστας της, νομίζει

φοβερόν πράγμα και πάσης μομφής άξιον το να πληρόνωνται οι

λεμβούχοι και οι αχθοφόροι και οι σιδηρόδρομοι, και εν τω ακράτω

της φιλελληνισμώ βλέπει 'ς τον ο υ ρ α ν ό φ ε γ γ ά ρ ι εν

πλήρει μεσημβρία κατά το κοινόν λόγιον. Αλλ' ό,τι δήποτε και αν

υποθέση τις, δεν έχει άδικον η ιταλική εκείνη παροιμία: Dagli

amici mi guardi. Iddio che dai nemici mi guardo io, ούτε η άλλη

εκείνη ισπανική: Quien te cubre te descubre.

Ευτυχώς το βιβλίον αυτό, το οποίον, δεν αμφιβάλλω, θα συντελέση

εις την ευθυμίαν σου πλειότερον όλων σου των ταξειδίων, δεν

εδημοσιεύθη ακόμη αγγλιστί, και οι ευρωπαίοι, ευτυχέστεροι ημών

και κατά τούτο, αγνοούσιν έτι τους υπέρ της Ελλάδος πανηγυρισμούς

της συγγραφέως. Χαίρω φοβερά δι' αυτό, και από βάθους καρδίας

εύχομαι εις τον Θεόν να παρέλθη από της Ελλάδος το ποτήριον

τούτο· διότι εντρέπομαι τη αληθεία συλλογιζομένη, πώς θα

ξεκαρδισθώσιν οι αναγνώσται της κυρίας F. Ε. Μ. εις βάρος της

Ελλάδος, ουδέ παρηγορούμαι σκεπτομένη ότι θα γελάσωσιν ολίγον και

εις βάρος της.

Δεν τους θέλω τοιούτους φίλους, αδελφή! ας μου λείπουν! Μας

ξεσκεπάζουν αντί να μας σκεπάζουν, ως λέγουσιν οι Ισπανοί· και

συμφωνώ με τους Ιταλούς, οίτινες επικαλούνται κατ' αυτών την

προστασίαν του θεού. Πόσα ημείς ιδίως οι ταλαίπωροι Έλληνες

επάθαμεν έως τώρα από τον άκρατον και φιλελληνικόν έρωτα πολλών

φίλων μας! Τι να γείνη! On n' est trahi que par les siens! και

ομοιάσαμεν πολλάκις τα άκακα εκείνα πιθηκίδια, άτινα πνίγει διά

των πολλών της φιλημάτων εις τας αγκάλας αυτής η φιλόστοργος

μήτηρ των. Ας μας λείπουν, ας μας λείπουν τοιούτοι φίλοι.

Προτιμότεροι, μα τον Θεόν, εχθροί ως τον About παρά φίλοι ως την

κυρίαν F. Ε. Μ.

Η'.

Εν Αθήναις τη 16 Ιουλίου 1879

Δεν σου έγραψα την παρελθούσαν εβδομάδα διά πολλούς και διαφόρους

σπουδαίους λόγους, των οποίων ο σπουδαιότερος είνε, ότι δεν είχα

τι να σου γράψω. Η εξομολόγησίς μου αυτή με απαλλάττει, ελπίζω,

της απαριθμήσεως των άλλων, ως απηλλάγη ποτέ ομοίας απαριθμήσεως

ο αφελής εκείνος δήμαρχος, όστις υποδεχόμενος τον βασιλέα του και

δικαιολογουμένος ότι δεν διέταξε πυροβολισμούς επί τη ελεύσει

του, ήρχισε μεν λέγων πανηγυρικώς, ότι εβδομήκοντα ήσαν οι λόγοι

της ελλείψεώς του, προσέθηκε δε μετά τούτο εν πάση ταπεινότητι,

ότι ο πρώτος αυτών ήτο η έλλειψις πυρίτιδος. Ο μεγάθυμος βασιλεύς

τον απήλλαξε τότε της απαριθμήσεως των υπολοίπων εξήκονταεννέα

λόγων· ελπίζω δε ότι και η ιδική σου μεγαλοθυμία θα δειχθή

τουλάχιστον ίση, αν όχι και ανωτέρα της βασιλικής.

Μεγαθυμία; Ιδική σου μεγαθυμία . . . Ενθυμούμαι την τελευταίαν

σου επιστολήν, και αι ελπίδες μου καταβαίνουσιν υπό το άρτιον,

πολύ περισσότερον και από του ταλαιπώρου Λαυρίου τας μετοχάς. Συ

μεγάθυμος; κάθε άλλο! Αν είχες συ την χριστιανικήν αυτήν αρετήν,

δεν θα μου έγραφες βεβαίως την επιστολήν, την οποίαν μου έγραψες.

Αν κόκκον και μόνον συμπαθείας ησθάνετο η τρυφερά σου καρδία προς

την δυστυχή Αθηναίαν, ήτις κατ' αυτήν την ευδαίμονα των Αθηνών

εποχήν ψήνεται αλληλοδιαδόχως από τον καύσωνα και πασπαλόνεται

από τον κονιορτόν, δεν θα της περιέγραφες με τόσην θριαμβευτικήν

ευχαρίστησιν τας λεπτομερείας του θελκτικού σου ταξειδίου από την

Μείζονα Λίμνην εις την Λίμνην της Λυκέρνης. Θα περιωρίζεσο μόνον

να καταρασθής τα πυκνά του κονιορτού σύννεφα, τα οποία σ'

ετύφλωσαν, ως μου γράφεις, μεταξύ της Βιάσκας και του Αϋρόλου, θα

ηρκείσο εις την κωμικήν περιγραφήν του Μεγάλου Ξενοδοχείου της

Βιάσκας, το οποίον εδυσκολεύεσο, λέγεις, να ανεύρης μεταξύ των

περικυκλούντων αυτό οικίσκων, και θ' ανελογίζεσο ίσως, ότι ζώσα

εγώ εν μέσω των κυνικών καυμάτων των Αθηνών, δεν θα υπεδεχόμην

βέβαια με μειδίαμα ευχαριστήσεως την λεπτομερή αφήγησιν των

ιδικών σου διασκεδάσεων και τέρψεων, ούτε τον ποιητικόν σου

πανηγυρισμόν των χιόνων του Αγίου Γοθάρδου, επί των οποίων

έτρεμες συ εκ του ψύχους εν μέσω Ιουλίω! Αλλά είσαι άσπλαγχνος

και εγωιστική φύσις. Ούτε την περιγραφήν του αμιμήτου δρόμου

παρέλειψες, όστις υπεραναβαίνων το γιγάντειον όρος διαγράφει 46

καμπάς μόνον εντός της κοιλάδος της Τρέμολας, ούτε την εκατέρωθεν

της οδού εστιβασμένην εξ αμνημονεύτων χρόνων και άλυτον πλέον

χιόνα, ούτε την πρασίνην χλόην ήτις θάλλει επί του φυτικού

χώματος, το οποίον απέθηκεν βαθμηδόν ο άνεμος επί της επιφανείας

των χιόνων, ούτε τους καταρράκτας, οίτινες χωνευόμενοι υπό τους

προαιωνίους πάγους, αναδύουσι μακρότερον και κατακρημνίζονται επί

τας μελανάς των ελατών κορυφάς· ούτε τους κολοσσιαίους και

προσηνείς σκύλους του ξενώνος του Αγίου Γοθάρδου, οίτινες σε

έσυρον ηρέμα από της εσθήτος, ίνα λάβωσι μικράν μερίδα του

προγεύματός σου· ούτε τας γραφικάς των ελβετίδων ενδυμασίας, ούτε

την καταπληκτικήν Γέφυραν του Διαβόλου, ούτε του Φλύλεν την

αμίμητον τοποθεσίαν, ούτε της λίμνης σου τα πράσινα κύματα,

ούτε . . . . ούτε τίποτε τέλος πάντων, το οποίον ηδύνατο να

κινήση την ζηλείαν μου και τον φθόνον μου, και να μου καταστήση

αφορητοτέραν την εν Αθήναις θερινήν διαμονήν. Είνε φιλικόν

αυτό; είνε εύσπλαγχνον; είνε χριστιανικόν; Ας όψεσαι εν ημέρα

κρίσεως, ότε ο Πλάστης θα σ' ερωτήση, — και θα σ' ερωτήση

βεβαίως, διατί εταξείδευες εις την Ελβετίαν, ότε η φίλη σου

έμενεν εις τας Αθήνας; και διατί συ εκρύονες επί των Άλπεων, ότε

η ταλαίπωρος εκείνη ανελύετο εις ιδρώτα εν μέση πλατεία του

Συντάγματος;

Μη νομίσης όμως, ότι δεν είχαμεν και ημείς οι Αθηναίοι τας μικράς

μας διασκεδάσεις αυτάς τας ημέρας. Λέγω μικράς, βλέπεις, με όλην

την πρέπουσαν μετριοφροσύνην, καθότι περί μεγάλων παρ' ημίν δεν

πρόκειται, όσον και αν προσποιούμεθα τους μεγάλους. Εν πρώτοις

είχαμεν πολιτικήν ανεμοταραχήν, ήτοι σάλον κοινοβουλευτικόν, ως

λέγουσιν οι πολιτικοί. Η κυβέρνησις δηλαδή συνεκάλεσε την βουλήν,

η βουλή απεδοκίμασε την κυβέρνησιν, η κυβέρνησις έδωκε την

παραίτησίν της, έπειτα πάλιν έμεινε, διότι η αντιπολίτευσις δεν

εσχημάτισεν άλλο υπουργείον, και επειδή η αντιπολίτευσις εφάνη

ότι είχε και πάλιν διάθεσιν να αποδοκιμάση την κυβέρνησιν, η

κυβέρνησις έστειλε την βουλήν όθεν ήλθεν. Εννοείς συ τίποτε από

όλα αυτά; όχι βέβαια· ούτ' εγώ. Σε μέλει; ολίγον, αναντιρρήτως· κ'

εμέ το ίδιον. Λέγουν τριγύρω μου, ότι τα πράγματα είνε σπουδαία·

αλλ' όσοι το λέγουν φαίνονται ως ν' αστειεύωνται, και δεν τους

πιστεύω. Το μόνον σπουδαίον είνε κατ' εμέ αι διακόσιαι πεντήκοντα

περίπου χιλιάδες δραχμαί, αι οποίαι υπήρξαν το τίμημα της

οκταημέρου εκτάκτου συνόδου της βουλής μας. Ο ταλαίπωρος

ελληνικός λαός πληρόνει επί τέλους πάντοτε les pots cassés.

Έπειτα πλην των πολιτικών είχαμεν και έν έκτακτον συμβάν, ικανώς

κωμικοδραματικόν, το οποίον αρκετά μας συνεκίνησε και μας

διεσκέδασεν αυτήν την εβδομάδα. Πολύ φοβούμαι, ότι εις σε δεν θα

κάμη μεγάλην εντύπωσιν· ημείς όμως οι μικροπολίται, οίτινες δεν

έχομεν καθ' ημέραν τοιαύτα τυχηρά, αρκούμεθα και εις τα ολίγα,

αναλογιζόμενοι την παλαιάν παροιμίαν «όταν μη κρέας παρή και

ταρίχω στερκτέον», την οποίαν ο υπηρέτης μου μεταφράζει «εν

ελλείψει χαρτοσήμου καλό 'ν' και το στουπόχαρτο». Επειδή δε

νομίζω και εγώ ότι η τυχηρά αυτή διασκέδασις ημών των

μικροπολιτών δύναται να διασκεδάση και σε την κοσμοπολίτιδα, σου

διηγούμαι το γεγονός. Άκουσε λοιπόν και διασκέδασε, — αν θέλης,

εννοείται· υποχρεωμένη δεν είσαι. Είς εκ των πολλών υπαξιωματικών

του ελληνικού στρατού επεθύμησε, φαίνεται, να συνδέση την δάφνην

του Άρεως προς την μύρτον του έρωτος. Θύμα δε πρόχειρον των

φονικών του βλεμμάτων ευρέθη κόρη τις απλή και άκακος,

δεκαπενταέτις μόλις, ήτις και καταλιπούσα τον πατρικόν οίκον,

όπου είχεν ίσως βαρυνθή να ακούη από πρωίας μέχρις εσπέρας το

τ ύ π τ ω τ ύ π τ ε ι ς του διδασκάλου πατρός της, — ίσως δε και

να το αισθάνεται ενίοτε, παρηκολούθησε τον εκπορθητήν της καρδίας

της εις μικρόν τινά εν Νεαπόλει (των Αθηνών) οικίσκον, όπου,

αλλάξασα γραμματικήν, έκλινε το j' aime, tu aimes αντί του βαρέος

εκείνου ελληνικού ρήματος.

Ο πατήρ όμως ήθελε την κόρην του, και η στρατιωτική αρχή ήθελε

τον παραπλανηθέντα ήρωά της. Ανεζητήθη λοιπόν το ερημητήριον των

δύο περιστερών, ευρέθη μετά κόπους πολλούς, και τα πεζά της

εξουσίας όργανα — όχι, ελησμόνησα· ήσαν και ιππείς — προσεκάλεσαν

τον νεαρόν Άρην να παραδώση εις τον πατέρα της την νεαρωτέραν

Αφροδίτην. Αλλά το ζεύγος το ερωτικόν, ενθυμούμενον και

αντίγραφον ίσως το επινόημα του Σελεστίνου και του Ξαβιέρου του

Méry, εκλείσθη και εμανδαλώθη εντός της φωλεάς του, και εδήλωσεν

εις τους πολιορκούντας αυτό κλητήρας και στρατιώτας, ότι κατ'

ουδένα τρόπον εννόει να χωρισθή. Εις μάτην αι παρακλήσεις των

κλητήρων, εις μάτην αι επιταγαί της στρατιωτικής αρχής. Ο ήρως

της κωμωδίας, προσαγορεύων από του εξώστου του ερωτικού του

φρουρίου το περιϊστάμενον πλήθος, εδήλου ρητώς και

κατηγορηματικώς, ότι είχεν εντός της οικίας πετρέλαιον και

δυναμίτιδα και πυρ και εκτός τούτων σπάθην και πολύκροτον· ότι

εις πρώτην απόπειραν εκβιάσεως της θύρας ήθελε πυροβολήσει κατά

του πρώτου τολμητίου, ήθελε κόψει τον λαιμόν της ερωτικής του

περιστεράς, ήθελεν ανάψει το πετρέλαιόν του, και . . . πριν ή

ανατινάξη εις τον αέρα διά δυναμίτιδος την οικίαν, ήθελεν

αυτοκτονήσει διά της τελευταίας του πολυκρότου βολής. Το πράγμα,

εννοείς, εφάνη κάπως σπουδαίον εις τους πολιορκητάς, διότι

ολίγοι, φαίνεται, μεταξύ αυτών εγνώριζον τον ήρωα. Το περιεστώς

πλήθος έφριξε, τα όργανα της εξουσίας συνεκινήθησαν και κάπως το

εσυλλογίσθησαν, επλατύνθη δε ικανώς ο κύκλος των περιέργων,

οίτινες την εσπέραν εκείνην είχον προτιμήσει το εν Νεαπόλει θέαμα

από την παράστασιν του Ά μ λ ε τ εν τω Απόλλωνι και του

Ο ρ φ έ ω ς εν Φαλήρω. Συμβουλίου γενομένου, εκρίθη καλόν να

αλωθώσιν οι ποιητικοί ερασταί διά του πεζοτάτου μέσου της πείνης.

Φρουρά τακτική εστήθη προ του ερημητηρίου των δύο περιστερών, και

περιπολίαι τακτικαί μετηλλάσσοντο εις ώρας τακτάς, προς

ανέκφραστον διασκέδασιν των αργών Αθηναίων και των περιέργων

γειτόνων, οίτινες ούτε Άντρον των Νυμφών εσυλλογίζοντο πλέον,

ούτε Βουλήν, ούτε πλατείαν του Συντάγματος. Δυστυχώς όμως το

πράγμα εκοινολογήθη, η πόλις ήρχισε να συγκινήται, ο σπουδαίος

τύπος επελήφθη του ζητήματος, και η κοινή γνώμη απήτει την

αυστηράν του νόμου εκτέλεσιν. Αι αρχαί κατενόησαν ότι δεν

ηδύναντο πλέον να μένωσιν απαθείς — ή και συγκεκινημένοι,

αδιάφορον — θεαταί των γινομένων, και απεφάσισαν να προβώσιν εις

την εξ εφόδου άλωσιν της ερωτικής ακροπόλεως. Προχθές λοιπόν την

πρωίαν έγεινεν εν πρώτοις, κατά τα νόμιμα του πολέμου, η εις

παράδοσιν πρόσκλησις των πολιορκουμένων. Αλλ' ο ήρως εξελθών εις

τον εξώστην, παρισταμένης εκ δεξιών της νεαράς και μυρτοστεφούς

ηρωίδος, ελάλησεν εις το κοινόν διά μακρών, κρατών την σπάθην του

διά της δεξιάς και ανημμένην λαμπάδα διά της αριστεράς, και

εδήλωσε βροντωδώς, ότι προ των ομμάτων αυτών του περιεστώτος λαού

ήθελε φονεύσει την νεάνιδα και πυρπολήσει διά πετρελαίου τον

οίκον. Την δήλωσιν μάλιστα ταύτην παρηκολούθησε και δραματική τις

παντομίμα, καθ' ην ε κ ε ί ν ο ς μεν προσήγαγε την σπάθην του

εις τον τράχηλον ε κ ε ί ν η ς, εκείνη δε έκλεισεν εν ερωτική

εκστάσει τους οφθαλμούς, οιονεί μέλλουσα να παραδώση το πνεύμα

εις την λευκήν της Αφροδίτης περιστεράν. Το άκακον κοινόν ενόμισε

πρόσφορον να φρίξη, και ανεκραύγασε μάλιστα εκ τρόμου. Αλλ' οι

στρατιώται δεν ενόμισαν αναγκαίον να συγκινηθώσι· διαρρήξαντες δε

διά πελέκεων την θύραν, ενώ μάτην ο ήρως εξηκολούθει χειρονομών

από του εξώστου και κραυγάζων, και περιφέρων πάντοτε την σπάθην

του εις της ερωμένης του τον λαιμόν, και γυμνών τα στήθη του και

προκαλών τους πυροβολισμούς των στρατιωτών, εισήλθον εκείνοι εις

τον οίκον, και τον συνέλαβον εν πάση πεζότητι. Πριν ή όμως τον

συλλάβωσι, προφθάσας εκείνος εκρήμνισεν από του εξώστου εις την

οδόν . . . τίνα υποθέτεις; την νεαράν ηρωίδα του οικογενειακού

δράματος, ως θα έλεγε πρόγραμμά τι του ελληνικού θεάτρου. Ούτω δε

απήχθη μεν ο ήρως εις το φρουραρχείον, η δε ηρωίς εις

παρακείμενόν τι φαρμακείον, όπως τη δοθή η πρώτη βοήθεια. Σε

διεσκέδασεν η ιστορία μου; το ελπίζω. Αν τώρα σου έλθη η

περιέργεια να μ' ερωτήσης: τι θα τον κάμουν τον παράδοξον αυτόν

ήρωα; θα σου απαντήσω αφελώς: δεν ηξεύρω. Αν έζων αλλού, θα το

ήξευρα και θα σου το έλεγα. Ίσως εδώ προβιβασθή.

Θ'.

Εν Αθήναις τη 25 Ιουλίου 1879

Η κωμικοτραγική μου διήγησις της παρελθούσης εβδομάδος τόσον

εξετάθη, ως είδες, ώστε με εμπόδισε να εκκαθαρίσω μαζή σου τον

εβδομαδιαίον μου λογαριασμόν, και μ' αφήκε μάλιστα υπό το βάρος

καθυστερούντων, άτινα σπεύδω να πληρώσω σήμερον, μη θέλουσα να

μιμηθώ κατά τούτο τους μάλλον φ ο ρ ο λ ο γ ο υ μ έ ν ο υ ς

ευδαίμονός τινος χώρας, ων αι προς το δημόσιον ταμείον οφειλαί

αναβαίνουσι μέχρι σήμερον εις το ασήμαντον ποσόν των εβδομήκοντα

περίπου . . . εκατομμυρίων.

Και εν πρώτοις λοιπόν ας σου αναφέρω την συναυλίαν Frigeri, την

οποίαν απηλαύσαμεν προ δεκαπέντε ημερών εν Φαλήρω. Δεν ενθυμούμαι

τώρα, τις μοχθηρός τεχνοκρίτης έγραψέ ποτε, ότι η μουσική

κατήντησε σήμερον θόρυβός τις ικανώς δυσάρεστος, διαφέρων παντός

οιουδήποτε άλλου θορύβου κατά τούτο και μόνον ότι πληρόνεται

ακριβώτερα. Αγνοώ ποία μουσική ακρόασις προεκάλεσε τον φοβερόν

αυτόν αφορισμόν του κριτικού εκείνου· υποθέτω όμως, ότι θα ήτο

πρώτη τουλάχιστον εξαδέλφη, αν όχι και αδελφή, της μοναδικής

συναυλίας την οποίαν μας προσέφερεν η εν Αθήναις επίδημος ιταλίς

αοιδός. Αι Αθήναι, βλέπεις, εξομοιούνται ολονέν προς τα μεγάλα

κέντρα του δυτικού πολιτισμού. Αφού απέκτησαν operette ως οι

Παρίσιοι, και season ως το Λονδίνον, και Damenorchester ως η

Βιέννα, ήρχισαν από τινος ν' αποκτώσι και μουσουργούς επιδήμους,

οίτινες φέρουσιν από καιρού εις καιρόν τον πλάνητα πόδα των εις

την κλασικήν χώραν των ωραίων τεχνών, θηρεύοντες μεν ίσως και

αυτοί τα φειδωλά κέρματα των Αθηναίων, ως οι δεκαετείς αλήται

αρπισταί της Μεσσήνης και του Τράνι, αλλά ποθούντες ιδίως να

προσθέσωσι κλάδον ελαίας Αττικής εις τους λοιπούς των στεφάνους.

Ημείς δε, άνθρωποι πρακτικοί, φειδόμεθα μεν των κερμάτων, όσον

και αν εξεχείλισαν εσχάτως εν Ελλάδι αι χάλκιναι εικόνες του

βασιλέως ημών, αφειδούμεν όμως στεφάνων και πανηγυρισμών,

διότι . . . die kosten ja nichts, ως λέγουσιν οι πολύ ημών

πρακτικώτεροι γερμανοί. Ούτω θα ανέγνωσες βέβαια εις τας

αθηναϊκάς εφημερίδας, τας οποίας σου έφερε το παρελθόν

ταχυδρομείον, τους θριάμβους της ιταλίδος ψαλτρίας, αλλά θα

παρετήρησες συνάμα, ότι των θριάμβων αυτών πολύ αραιοί υπήρξαν

οι μάρτυρες. Μεταξύ αυτών υπήρξα δυστυχώς και εγώ· το δε

μ α ρ τ ύ ρ ι ό ν μου διήρκεσε δύο περίπου ώρας. Ευτυχώς όμως

«Ο τρώσας και πάλιν ιάσεται» λέγει η Γραφή. Το μαρτύριόν μου

είχεν εν εαυτώ και την θεραπείαν του. Η φωνή της Κ. Frigeri ήτο

τοσούτον μετριοφρόνως ολίγη και τόσον δειλώς οικονομική, οι δε

συμπαραστατούντες αυτή μουσουργοί τοσούτον συμπαθώς είχον

αποσυρθή εις τα μύχια βάθη της φαληρικής σκηνής, ίνα μη

καταστήσωσι φαίνεται προδηλοτέραν διά της παραβολής την φωνητικήν

ανέχειαν της ψαλτρίας, ώςτε η όλη συναυλία δεν υπερέβη την

ευάρεστον διαπασών υποκώφου τινός μορμυρισμού, συγχεομένου

μυστηριωδώς προς τον ήρεμον φλοίσβον των επί των άμμων του

Φαλήρου εκπνεόντων κυμάτων.

Εβλέπομεν την αοιδόν ανοίγουσαν τα χείλη και χειρονομούσαν μετά

πάθους πολλού, εβλέπομεν τους μουσικούς σύροντας ευσυνειδήτως τα

τόξα των επί των χορδών, αλλά τόσον και μόνον. Η μυστική ημών

ρέμβη δεν εταράσσετο· εφανταζόμεθα ότι είχομεν εμπρός μας

κινεζικήν τινα σκιοπαιδιάν, και . . . . ήμεθα ευχαριστημένοι.

Μόλις πού και πού η φωνή της ψαλλούσης έκρινε καλόν να βεβαιώση

την ύπαρξίν της δι' εκτάκτου αγώνος, και κραυγή τις τότε οξεία

μας εξήγειρε του ύπνου, ως ψυχρού λουτρού καταρράκτης επί την

κεφαλήν οπιοφάγου κινέζου. Αλλά τα έκτακτα αυτά ήσαν σπάνια· η δε

καθόλου της μουσικής ημών διασκεδάσεως εντύπωσις ωμοίαζε προς την

παράδοξον εκείνην και μυστηριώδη συγκίνησιν, ην προξενεί φωνή

εγγαστρίμυθου.

Ανάλεκτα Τόμος Πρώτος Διηγήματα - Κοινωνικαί εικόνες και μελέται · 第 12 / 14 题