Εκεί ίσταται και ακροάται. Δεν ακούει τίποτε. Είνε ελεύθερος να

κάμη ό,τι θέλει, αλλά . . . διστάζει να το κάμη. Εκτείνει την

χείρα του προς το κιβώτιον και πάλιν την αποσύρει· στρέφει

έντρομος το βλέμμα του προς την θύραν, διότι του φαίνεται ότι

κάτι ήκουσεν. Αλλ' είνε μάταιος ο φόβος του. Δεν είνε κανείς, και

ο Περδίκης πλησιάζει εγγύτερον εις το κιβώτιον.

— Αι! λέγει καθ' εαυτόν. Πρέπει να τελειόνω και σύντομα. Δράττει

τότε αποφασιστικώς το κάλυμμα του κιβωτίου και προσπαθεί να το

ανοίξη, αλλά το κιβώτιον είνε κλειστόν. Εντείνει τας δυνάμεις

του, ίν' αποσπάση το κάλυμμά του, αλλ' αι χείρες του τρέμουσι

κάπως, και το κιβώτιον ανθίσταται. Εξάγει τότε τον ορμαθόν των

κλειδίων του, κύπτει προς το κλείθρον και εισάγει έν εξ αυτών εις

την οπήν τον.

Το κιβώτιον ανοίγεται, και ο Ιωάννης ανακυνά πυρετωδώς το

περιεχόμενον. Εις τον έσχατον αυτού μυχόν ευρίσκει τέλος ό,τι

εζήτει· τον πολύτιμον κλήρον, συνεπτυγμένον εις σχήμα

μικροσκοπικόν και τυλιγμένον εντός άλλου χαρτίου. Τον

ανοίγει, . . . και βλέπει ακτινοβολούντα προ των ομμάτων του τον

μαγικόν εκείνον αριθμόν, ούτινος αρχίζουν πάλιν τα ψηφία να

μεγεθύνωνται εις γίγαντας και να χορεύουν πυρρίχην εντός του μικρού

δωματίου. Αλλ' ο Περδίκης δεν λησμονεί, ότι δεν έχει καιρόν

διαθέσιμον εις ακαίρους φαντασμηγορίας, και η ισχυρά του θέλησις

επαναφέρει ταχέως την ηρεμίαν εις το πνεύμα του. Εξάγει εκ του

θυλακίου του έν άλλο γραμμάτιον, το διπλόνει απαραλλάκτως ως το

άλλο, και το τοποθετεί εις το βάθος του κιβωτίου, ούτινος

τακτοποιεί επιμελώς το περιεχόμενον ως καλή οικοκυρά. Είτα το

κλειδόνει πάλιν ως καλός οικοκύρης, καταβαίνει εις την οδόν όθεν

ήλθε, και εισέρχεται εις την οικίαν του διά της αυλείου θύρας,

αφού θορυβωδώς εσήμανε τον κώδωνα, και δρομαίως προσήλθε να του

ανοίξη ο υπηρέτης του με τον λευκόν λαιμοδέτην.

Ο Περδίκης είνε εντελώς ατάραχος· τα γόνατά του μόνον τρέμουν

ολίγον.

Ε'.

— Καλέ Γιάγκο, αλήθεια;

— Κερδήσαμε, παπάκη;

— Αι, τώρα πατέρα, τελείωσαν τα ψεύματα. Θα με στείλης εις το

Παρίσι.

Αι τρείς αύται φράσεις, κραυγαί μάλλον ή προσφωνήσεις,

υποδέχονται τον Περδίκην εισερχόμενον εις την αίθουσαν, όπου η

σύζυγος και τα τέκνα του ετελείωσαν προ μικρού το πρόγευμά των.

Η κυρία Περδίκη αφήνει την επιφυλλίδα της «Εφημερίδος», η Ασπασία

την επιφυλλίδα της «Στοάς», ο Τηλέμαχος, . . δεν αφίνει το

σιγάρον του, εγείρονται δε και οι τρεις και κυκλούσι τον

Περδίκην, και σύρουσιν αυτόν, η μεν από της χειρός, η δε από του

επενδύτου του, και ο χαριέστατος κληρονόμος του πατρικού ονόματος

και των πατρικών αρετών από της χονδράς αλύσεως του ωρολογίου

του.

— Το μάθατε κηόλα; ερωτά εκείνος, ποιος σας το πρόφθασε;

— Ο καϋμένος ο Δημήτρης έτρεξε ευθύς και μας το είπεν, απαντά η

σύζυγος του μεσίτου.

— Κ' ελιποθύμησ' ευθύς, 'σαν τον στρατιώτην του Μαραθώνος,

προσθέτει ο Τηλέμαχος, πρόσφατον έτι έχων εις την μνήμην του το

ιστορικόν γεγονός, χάρις εις τας α π α ν τ ή σ ε ι ς ά ν ε υ

ε ρ ω τ ή σ ε ω ν της «Ε β δ ο μ ά δ ο ς».

— Λέγε μας λοιπόν, πώς έγεινε; ήσουν εις την κλήρωσιν;

— Εννοείται ήμουν. Το πώς έγεινε είνε απλούστατον. Εβγήκε από το

κουτί ο αριθμός μου, τον ήκουσα που τον εφώναξαν, κ' έφυγα ευθύς,

διά να μην έχω συγχαρήκια και αηδίαις. Αλλά φαίνεται το

εμυρίσθηκε ο κόσμος, αφού το έμαθε και ο Δημήτρης.

— Ου! διακόπτει Περδίκης ο νεώτερος· όλοι 'ς το χρηματιστήριον

το ξεύρουν,

— Και ποιος αριθμός εκέρδησε, παπάκη, ερωτά η δεσποινίς Ασπασία·

μήπως είνε ο δικός μου;

— Όχι, κόρη μου είνε ο αριθμός που . . . Και παρ' ολίγον

ωλίσθαινεν εις το βάραθρον η γλώσσα του Περδίκη. Αλλ' ο ευφυής

Έλλην εκλονίσθη μόνον, χωρίς να πέση, και διορθών αμέσως την

φράσιν του εξηκολούθησεν ατάραχος·

— Από τους αριθμούς που είχα φυλάξει εις το γραφείον.

— Επήρες την ομολογίαν, πατέρα;

— Θα βγω ύστερα να πάγω να την πάρω. Έχω καιρόν ως το βράδυ

Δεν διατρίβομεν εις λεπτομερή περιγραφήν της αγαλλιάσεως, ήτις

νέμεται τον οίκον Περδίκη. Δεν αναφέρομεν τα πολυποίκιλα σχέδια,

άτινα φύονται εις εκάστου την κεφαλήν, ουδέ τας μικράς και

μεγάλας απαιτήσεις άτινες επιπίπτουσι διά μιας και ως εξ ενέδρας

κατά των εκατόν χιλιάδων, ουδέ των υπηρετών τα συγχαρητήρια,

οίτινες εισορμώσι μετά μικρόν εις την αίθουσαν, άλλος από του

μαγειρείου και άλλος από του υπερώου. Ο αναγνώστης μαντεύει πάντα

ταύτα ευκόλως, υποθέτομεν· αν δε δυσκολεύεται εις τούτο, ας

φαντασθή προς στιγμήν, ότι αυτός εκέρδησε τον πρώτον λαχνόν, και

τα φαντάζεται αμέσως.

Ο Περδίκης, σοβαρός το φαινόμενον και ατάραχος, αποδέχεται τας

περί αυτόν εκδηλώσεις μετ' ηρεμίας επικής, αρκείται δε μόνον

πραΰνων τον γενικόν αναβρασμόν διά προσηνών τινων μειδιαμάτων και

ολίγων γενικών και συντόμων φράσεων·

— Καλά! Θα ιδούμεν! Μη τρέχετε· υπομονή!

— Α! είδες; απολαμβάνει η κυρία Περδίκη λησμόνησα να σου δώσω

δύο γράμματα . . . — Φέρ' τα μίαν στιγμήν, Ασπασία· επάνω εις το

τραπεζάκι τα έβαλα.

Η δεσποινίς Περδίκη εκτελεί την μητρικήν παραγγελίαν, και

απέρχεται κατόπιν εις το δωμάτιόν της ίνα συγυρισθή, αφού

προηγουμένως εσφράγισε διά τρυφεροτάτου φιλήματος την πατρικήν

παρειάν, κ' εψιθύρισε σιγά εις το ους του πατρός της·

— Θα μου πάρης τώρα δάσκαλον της ιππασίας;

— Εγώ δεν σε φιλώ, πατέρα, λέγει ο Τηλέμαχος, διότι ξεύρω πως

δεν σ' αρέσει να σε φιλούν· αλλά κύτταξε! το Παρίσι μου το θέλω.

Και ο Περδικίδης εξέρχεται του οίκου, αφού ανήψε νέον σιγάρον,

ενώ η μήτηρ του φωνεί προς αυτόν φιλοστόργως·

— Μην αργήσης εις το γεύμα!

Ο Ιωάννης αποσφραγίζει τα δύο γράμματα, και ως άνθρωπος πρακτικός

θεωρεί ευθύς αμέσως τας υπογραφάς·

— «Η εξαδέλφη σας Ευλαλία» λέγει μεγαλοφώνως μεν αλλ' οιονεί

προς εαυτόν αποτεινόμενος, μετά την ανάγνωσιν της πρώτης

υπογραφής. Ποία είνε αυτή η εξαδέλφη μας; προσθέτει μετά μικρόν,

αποτεινόμενος προς την σύζυγόν του· δεν την βάζει ο νους μου.

— Ευλαλία; απαντά εκείνη. Ου! θα είνε του μπάρμπα Ηλία η κόρη·

χήρα η καϋμένη, . . . δευτέρα ανεψιά της μαμάς.

Η κυρία Πηνελόπη αποκαλεί την μητέρα της μ α μ ά ν, μετά την

ανακάλυψιν των γηπέδων εκείνων, περί ων εν αρχή ελέγομεν.

— Δεν την γνωρίζω, δεν την είδα ποτέ μου, υπολαμβάνει ο Ιωάννης.

— Ήλθ' ένα δυο φοραίς, . . . θα την λησμόνησες. Και τι σου

γράφει;

& Τώρα θα ιδούμεν.

Και ο Περδίκης αναγινώσκει·

— _Αγαπητέ μου εξάδελφε

Ο Γεωργάκης μου είπε την καλήν σας τύχην, και σας συγχαίρομαι με

όλην μου την καρδίαν. Εχάρηκα σαν να ήμην εγώ. Σου εύχομαι του

Αβραάμ και του Ισαάκ τα καλά, και σε παρακαλώ να ενθυμηθείς εις

αυτήν την περίστασιν και την πτωχήν την εξαδέλφην σου. Έρχεται

χειμώνας και ο καϋμένος ο Γεωργάκης μου δεν έχει δεύτερον φόρεμα.

Ο Θεός να σου τα πληθαίνη, εξάδελφέ μου. Χαιρετίσματα εις την

εξαδέλφην.

η εξαδέλφη σου

Ευλαλία._

— Να της στείλωμε της καϋμένης κάτι τι, λέγει συγκινημένος ο

Ιωάννης, συγγενής μας είνε

Η κυρία Πηνελόπη, πολύ ολιγώτερον συγκεκινημένη, ήνοιγε τα χείλη

προς συζήτησιν των φιλανθρώπων διαθέσεων του συζύγου της, ότε από

της αυλής της οικίας εκρήγνυται αίφνης παράφωνος αρμονία

προχείρου οργανικής μουσικής, αποτελουμένης εξ ενός κλαρινέτου,

μιας κιθάρας και μιας σάλπιγγος, και μελπούσης άρρυθμόν τινα και

προκατακλυσμιαίαν πόλκαν, εις πανηγυρισμόν της μεγάλης ημέρας.

— Τα είπαν άλλοι! τα είπαν άλλοι! φωνεί οργίλη προς τον υπηρέτην

η κυρία Πηνελόπη. Διώξε τους!

— Άφησέ τους, ψυχή μου! παρατηρεί μεγαθύμως ο Γιάγκος πτωχοί

άνθρωποι είνε. Νά! προσθέτει αμέσως στρεφόμενος προς τον

υπηρέτην, δος τους τρία φράγκα, και πες τους, τους ευχαριστούμεν.

— Αφέντη, και εις άλλα! ακούεται μετά μικρόν έξωθεν τριπλή και

ομόφωνος ευχή, πολύ αρμονικωτέρα της προτέρας μουσικής συμφωνίας.

Οι μουσικοί απέρχονται, και ο Περδίκης αναγινώσκει την δευτέραν

επιστολήν·

_Αξιότιμε κύριε!

Επεκρότησα πάντοτε εις την προόδόν σας, και χαίρω, ότι πρώτος

ίσως πάντων σπεύδω να σας εκφράσω τα εγκάρδια συγχαρητήρια μου

διά την σημερινήν εύνοιαν της τύχης. Επί τη ευκαιρία δε ταύτη

συγχορήσατέ με να σας ενοχλήοω με μικράν τινα παράκλησιν. Έχω

ανάγκην μικρού δανείου τριών χιλιάδων δραχμών, διά να ετοιμάσω τα

ενδύματα της θυγατρός μου, την οποίαν νυμφεύω μετά ένα μήνα. Δεν

έχω άλλην ασφάλειαν εκτός της υπογραφής μου. Υποθέτω δε, ότι σεις

ο οποίος τόσον με γνωρίζετε, γνωρίζετε επίσης ότι είνε υπογραφή

τιμίου ανθρώπου. Ελπίζω να μου απαντήσετε δύο λέξεις ευνοϊκάς.

Όλος υμέτερος

Θ. Ξυλούδης._

— Αυτός που ήτον βουλευτής μια φορά; ερωτά η κυρία Περδίκη.

— Αυτότατος! λέγει προτάσσων συνεσταλμένα τα χείλη του και

επινεύων σοβαρώς την κεφαλήν ο σύζυγός της. Τον ενθυμούμαι εδώ

και πέντε χρόνια . . . πώς αλλάζουν οι καιροί! Ήθελε πολιτικά,

βλέπεις! Τον έπιασε η μυίγα να κάμη επιρροήν, διά να γείνη

υπουργός. Είχε μερικά παραδάκια· του τάφαγαν οι κομματάρχαι, και

τώρα δεν έχει να κάμη τα ασπρόρρουχα της κόρης του.

— Και όμως κάθε βράδυ, παρατηρεί η κυρία Πηνελόπη, ενώ μειδίαμα

οξύγλυκυ κυμαίνει τον επί του αδρού της χείλους επανθούντα

μύστακα, κάθε βράδυ η κυρία του με ταις κόραις του είνε η πρώτη

και καλλίτερη εις το Φάληρον. Πώς τα καταφέρνουν;

— Ό,τι να σου πω σε γελώ. Ποιος ξεύρει πόσα τέτοια γράμματα θα

έχη ως τώρα γραμμένα ο άνδρας της.

— Αι, και θα του δανείσης τώρα συ;

— Να ιδούμεν. Αν έχη ασφάλειαν . . .

— Αφού σου γράφει ότι δεν έχει άλλην από την υπογραφήν του.

— Αυτό είνε ένας λόγος. Όλοι εις την αρχήν έτσι λέγουν. Κάτι θα

του βρίσκεται.

Την στιγμήν εκείνην κρούεται η θύρα, και μετ' ολίγον εισέρχεται ο

υπηρέτης λέγων·

— Αυθέντη, ένας κύριος σας ζητεί.

— Πήγαινε τον 'ς τη σάλα! παραγγέλλει η κυρία.

Ο Περδίκης εξέρχεται, και μετά τινα λεπτά επιστρέφει φωνών εν

αγανακτήσει

— Αι! με παρασκότισαν!

— Ποίος ήτον; ερωτά περιέργως η σύζυγός του.

— Δεν τον γνωρίζεις ένας παλαιός φίλος μου.

Ο Περδίκης αποσιωπά εντελώς, ότι ο παλαιός του φίλος συνυπηρέτει

ποτέ μετ' αυτού εν τω αυτώ καφενείω.

— Και τι σε ήθελε;

— Τι με ήθελε! δεν το καταλαμβάνεις; Ήθελε να του βάλω

χρήματα . . . ν' ανοίξη καφενείον.

— Μη χειρότερα. Δανεικά τα ήθελε;

— Α, μπα! Ήθελε να με κάμη σύντροφον.

Η κυρία Πηνελόπη διαρρήγνυται εις άσβεστον γέλωτα, ο δε Ιωάννης

ετοιμάζεται ν' αναχωρήση, ίνα μεταβή εις παραλαβήν της ευτυχούς

ομολογίας του, ότε ο υπηρέτης εισέρχεται και πάλιν εις την

αίθουσαν, φέρων διά της μιας χειρός επιστολήν, και κρατών διά της

άλλης υπερμέγεθες δέμα βιβλίων.

— Τι είνε πάλιν αυτά; ερωτά ο Περδίκης,

— Ένα παιδί τα έφερε. Είνε έξω, και περιμένει, λέγει, απάντησιν.

Ο Γιάγκος ανοίγει το γράμμα και αναγινώσκει·

_Ευγενέστατε κύριε.

Η τιμή μου είνε εις χείρας εχθρού μου. Πού να φαντασθώ ο

ταλαίπωρος, ποία ημέρα μου εξημερόνει. Διά σας εμειδίασε σήμερον

η τύχη δι' εμέ, αλλοίμονον! η τύχη δεν έχει πλέον μειδιάματα.

Δι' εκατόν δραχμάς γελοίας, δι εκατόν γελοίας δραχμάς κινδυνεύει

η προσωπική μου ελευθερία. Αυτάς τας δραχμάς τας ζητώ από σας. Μη

μου ειπήτε όχι, μη μου το ειπήτε! Η ευτυχία είνε φιλάνθρωπος και

γενναία. Δεν σας ζητώ έλεος. Σας στέλλω είκοσι αντίτυπα των

ποιημάτων μου. Αδελφώσατε την μούσαν μου με τον πλούτον σας. Ο

κομιστής αναμένει απάντησιν.

Συννεφάκος._

— Συννεφάκος; ερωτά η Κ. Περδίκη, ποίος είν' αυτός;

— Ένας κακομοίρης . . .

— Και τι δουλειάν κάμνει;

— Δεν το ήκουσες από το γράμμα του; στίχους γράφει.

— Καλά, γράφει στίχους, το εκατάλαβα αλλά τι έργον έχει; πώς ζη;

Οι στίχοι του δεν πιστεύω να τον τρέφουν.

— Πουλεί τα βιβλία του, όταν εύρη αγοραστάς, δανείζεται από

κανένα, ο οποίος δεν του εδάνεισε άλλην φοράν, γράφει γράμματα

συγκινητικά . . .

— Τι να του ειπώ του παιδιού, αφέντη, που στέκει έξω; ερωτά

δειλώς διακόπτων ο υπηρέτης.

— Νά! απαντά ο Περδίκης μεγαλοπρεπώς. Δος του ένα πεντάρι, και

δος του και τα βιβλία του πίσω. Τον ευχαριστούμε, πες, πολύ, αλλά

δεν έχομε 'ς το σπίτι βιβλιοθήκη να τα βάλωμε.

— Η ώρα περνά, προσθέτει, στρεφόμενος προς την σύζυγόν του, κ'

εγώ πρέπει να πάγω να φροντίσω διά την ομολογίαν μου.

— Δεν έχεις τώρα καιρόν, παρατηρεί η κυρία. Το τραπέζι είνε

στρωμένον. Άφησε· πηγαίνεις το απομεσήμερον.

— Δεν σου λέγω, . . . αλλά ήθελα να τελειώσω μίαν ώραν αρχήτερα.

Δεν ηξεύρει κανείς, τι ημπορεί να συμβή.

— Τι θα συμβή; Αι ομολογίαι είνε κατατιθειμέναι, λέγουν τα

γραμμάτια, εις το τραπεζιτικόν κατάστημα του κ. Μαυρίδου. Έως το

βράδυ έχεις καιρόν να παραλάβης τον αριθμόν μας.

— Όλα αυτά είνε καλά και άγια, άλλα καμμιά φορά . . . Εγώ λέγω

να πεταχτώ μίαν στιγμήν· δεν θα αργήσω.

Και ο Γιάγκος λαμβάνει τον πίλον του και κατευθύνεται προς την

θύραν, ενώ η συζυγός του φωνάζει κατόπιν του·

— Μην αργήσης!

— Δεν πιστεύω, αν όμως αργήσω, μη με περιμένετε.

Ο Περδίκης ανοίγει την εξώθυραν, αλλά συναντάται επί της φλιάς

προς άνθρωπον τινα παραδόξου εξωτερικού, όστις την αυτήν εκείνην

στιγμήν έκρουε την θύραν.

Ο επισκέπτης είνε υψηλού μάλλον αναστήματος, ισχνός ως οι λεπτοί

και ανεμόφθοροι στάχυς του ενυπνίου του Φαραώ, ρυπαρός την

ενδυμασίαν, αξύριστος, άνιπτος, και θρασύς το ήθος μ' όλην αυτού

την φαινομένην κατάπτωσιν.

— Τι αγαπάτε; ερωτά ο Ιωάννης.

— Εδώ κατοικεί ο Κ. Περδίκης;

— Μάλιστα, εγώ είμαι. Τι αγαπάτε;

— Α! η ευγενεία σας είσθε; Έχω πολλήν ευχαρίστησιν.

Και ο άνιπτος κύριος δράττεται διά των ρυπαρών του δακτύλων της

χειρός του Ιωάννου, και σείει αυτήν μετά προδήλου συγκινήσεως,

προσθέτων·

— Επεθύμουν να σας ομιλήσω μίαν στιγμήν ιδιαιτέρως.

— Με συγχωρείτε . . . δεν έχω τόρα καιρών, έχω κάπου να υπάγω,

και βιάζομαι . . . , απαντά ο Περδίκης εξερχόμενος εις την οδόν

και παρακολουθούμενος υπό του αγνώστου. Αν ηθέλατε να περάσετε

αργότερα . . . προς το εσπέρας . . . Ποίος είσθε, παρακαλώ; δεν

έχω την τιμήν.

— Είμαι δημοσιογράφος! απαντά ο άγνωστος μετά πολλής αυταρκείας.

Εκδίδω την Αλογόμυιγαν, σατυρικήν εφημερίδα . . . την γνωρίζετε,

βέβαια;

— Ακούτ' εκεί την αγοράζω τακτικώτατα, και με διασκεδάζει πολύ.

Του λόγου σας λοιπόν είσθε ο συντάκτης; Χαίρομαι, χαίρομαι!

— Ευχαριστώ.

— Και τι ημπορώ να σας χρησιμεύσω; ερωτά ο Ιωάννης, με ήθος

ανθρώπου κερδήσαντος εκατόν χιλιάδας δραχμών, και διατεθειμένου

να προστατεύση κάπως την δημοσιογραφίαν.

— Να μου χρησιμεύσετε; σεις εις εμέ; αντερωτά ο εκδότης του

σατυρικού φύλλου, μειδιών εν πλήρει και αδιαπτώτω συνειδήσει της

ισχύος του. Τίποτε επί του παρόντος. Εγώ ημπορώ να σας

χρησιμεύσω, και διά τούτο ήλθα να σας ιδώ . . . να συννενοηθώμεν,

αν θέλετε.

— Με μεγάλην μου ευχαρίστησιν, απαντά ο μεσίτης, και ανακόπτει

προς στιγμήν το βήμα του. Περί τίνος πρόκειται;

— Κύριε Περδίκη, έχετε εχθρούς! . . .

— Ναι, βέβαια, βέβαια.

— Αλλά του λόγου σας έχετε κακούς εχθρούς. Σας κατατρέχουν πολύ,

σας κακολογούν, θέλουν να σας βλάψουν εις την κοινωνίαν. Χθες μου

έφεραν μίαν διατριβήν εναντίον σας τρομεράν!

— Διατριβήν εναντίον μου; και τι έχουν να μου ειπούν;

— Φοβερά πράγματα. Διακόσια φράγκα πληρόνουν να την καταχωρίσω.

Αλλά εγώ δεν ηθέλησα να το κάμω, πριν συνεννοηθώ μαζή σας. Όπως

αυτοί έχουν τόσον συμφέρον να δημοσιευθή η διατριβή των, ίσως

έχετε και σεις, εσυλλογίσθην, να μη δημοσιευθή. Ώστε . . . αν

θέλετε . . .

— Τι να θέλω;

— Να μη δημοσιεύσω την διατριβήν των . . .

— Δεν με μέλει. Δημοσίευσε, αδελφέ, ό,τι θέλεις. Δεν ιδρόνει

εμένα το αυτί μου από αυτά τα πράγματα. Δεν μ' έκαμε ο τύπος ό,τι

έγεινα, ούτε θα με χαλάση απ' ό,τι είμαι. Αυτά είνε διά τους

κουτούς.

— Νομίζω, απατάσθε, κύριε Περδίκη. Εγώ με πολύ ολιγωτέραν θυσίαν

εκ μέρους σας θα επεθύμουν να μη φανούν εις την δημοσιότητα. —

όπως δήποτε δυσάρεστον πράγμα θα ήνε . . — Με πενήντα φράγκα

μόνον . . .

Ο Περδίκης ίσταται και πάλιν, διότι έφθασεν ήδη πλησίον του

τραπεζιτικού γραφείου, όθεν ηγόρασε την ομολογίαν του. Η μορφή

του γίνεται κάπως σκεπτική, αλλ' αιθριάζει αμέσως. Τα πεντήκοντα

φράγκα δεν του φαίνονται πολλά, συλλογίζεται δε ως φρόνιμος

άνθρωπος και πεπειραμένος Έλλην, ότι καλλίτερον είνε να μη γείνη

περί αυτού λόγος δημοσιογραφικός.

— Δεν μου λέγεις, αδελφέ, φωνεί τέλος φαιδρώς προς τον

δημοσιογράφον, ότι θέλεις πενήντα φράγκα; Νά τα, μάτια μου!

προσθέτει, εξάγων αυτά εκ του χαρτοφυλακίου του· πάρ' τα και με

γεια σου! Πιε, αν θέλης, και μίαν παραπάνω εις την τύχην μου.

Ξεύρεις, εκέρδισα σήμερα τον πρώτον λαχνόν.

— Το ήξευρα! απαντά σοβαρός ο ιθύντωρ της κοινής γνώμης, και

απέρχεται υπόπτερος.

ΣΤ'.

Η κυρία Πηνελόπη, ην αφήκαμεν μόνη προ μικρού, λαμβάνει έν

μυθιστόρημα, κάθηται νωχελώς επί του ανακλίντρου και αναγινώσκει.

Αλλ' αναγινώσκει μηχανικώς, χωρίς σχεδόν ν' αντιλαμβάνεται. Ο

νους της είνε αλλού. Αι εκατόν χιλιάδες παρεμβαίνουσι διαρκώς

μεταξύ των οφθαλμών της και των γραμμών του βιβλίου, και η

φαντασία της μεθίπταται από σχεδίου εις σχέδιον και από επινοίας

εις επίνοιαν. Το προσφιλέστατον όμως των ονείρων, άτινα πλάττει

γρηγορούσα η κυρία Περδίκη, είνε να ταξιδεύση. Αφότου ενυμφεύθη,

δεν είδεν Ευρώπην. Και την επεθύμει τόσον, ότε ήτο έτι δεσποινίς!

Προσεπάθησεν επανειλημμένως να πείση εις τούτο τον σύζυγόν της,

αφ' ότου μάλιστα ήρχισαν τιμώμενα και υπερτιμώμενα τα

ανακαλυφθέντα εκείνα γήπεδα.

Αλλ' ο Μερδίκης είνε πρακτικός άνθρωπος.

— Τα χρήματα, απήντα πάντοτε, που ξοδεύονται 'ς το ταξίδι, δεν

φέρνουν τόκο.

Και η Πηνελόπη παρητείτο άκουσα των σχεδίων της και κατέπνιγε

προς ώραν τους πόθους αυτής.

Τώρα όμως, τώρα δεν έχει πλέον ο Γιάγκος να είπη τίποτε. Θα της

δώση βεβαίως δέκα χιλιάδας, να μεταβή τουλάχιστον έως τους

Παρισίους· εκεί θα κάμη και τα χειμερινά της ενδύματα, καλλίτερα,

εννοείται, και ευθηνότερα παρά εις τας Αθήνας, και θα έχη

τοιουτοτρόπως και οικονομίαν.

Κατά φυσικώτατον δε συνειρμόν ιδεών αρχίζει αμέσως η κυρία

Περδίκη να δημιουργή εσθήτας και επανωφόρια, και πίλους και

πετάσσους, και τρίχαπτα και ταινίας, να κόπτη, να ράπτη, να

συμφωνή τιμάς, να δοκιμάζη φορέματα ενώπιον μεγάλων κατόπτρων,

διπλών και τριπλών, να κομψεύεται επιχαρίτως ενώπιον των

παρισινών ραπτριών, και να ακούη μετά προσπεποιημένης και

μετριόφρονος αιδούς τας προς τα σωματικά της κάλλη κολακείας των.

Από του ευχαρίστου τούτου ονείρου αφυπνίζει αυτήν αίφνης ο υιός

της, επιστρέφων από του καφενείου, όπου έπαιζε σφαιριστήριον, και

φωνών από της θύρας·

— Α, μητέρα! ξεύρεις ότι το πράγμα άρχισε να γίνεται αστείον;

— Τι είνε, παιδί μου;

— Όλοι οι φίλοι μου ήθελαν να τους κάμω γεύμα. Άλλοι ήθελαν

δανεικά, άλλοι . . .

Ο νέος Περδίκης αποσιωπά, ότι οι άλλοι εκείνοι εζήτουν την

επιστροφήν δανεισθέντων.

— 'Σάν να είχα κερδήσει εγώ, προσθέτει μετ' ολίγον, τον πρώτον

λαχνόν.

— Τον καϋμένον τον Τηλέμαχον! Έννοια σου, και θα πω εγώ του

μπαμπά σου να σου δώση κάτι τι διά τα έκτακτά σου έξοδα.

— Κ' εμένα, μαμάκα; ερωτά η την στιγμήν εκείνην ακριβώς

εισερχομένη Ασπασία, δεν θα μου πέση τίποτε από ταις εκατόν;

Πριν ή απαντήση η Κυρία Περδίκη, εισέρχεται ο υπηρέτης, κομίζων

δύο επιστολάς και μίαν κολοσσιαίαν ανθοδέσμην.

— Ακόμη γράμματα; φωνεί η οικοδέσποινα. Καλά! Βάλε τα εκεί,

επάνω εις το τραπέζι. Και αυτό το μπουκέτο ποίος το έφερε;

— Ο περιβολάρης, κυρία. Σας συγχαίρεται, λέγει· και εις άλλα.

— Το πήρε και αυτός μυρωδιά; μη χειρότερα! παρατηρεί ο

Τηλέμαχος.

— Δος του πέντε φράγκα, Νικόλα, και πες του, τον ευχαριστούμεν.

Μόλις εξήλθεν ο Νικόλας, και παρίσταται εις την θύραν του

εστιατορίου άνθρωπός τις του λαού, χυδαίαν έχων την όψιν και τα

κνήμας γυμνάς, κοντός δε και στενάς φορών αναξυρίδας μέχρι

γονάτων, εφεστρίδα με διπλήν σειράν σφαιροειδών και θυσσανωτών

κομβίων, και πέτασσον εκ πιλήματος άμορφον και αποτετριμμένον.

Διά της μιας αυτού χειρός κρατεί ράβδον χονδράν, διά της άλλης δε

αναλικνίζει από των τεσσάρων του άκρων μανδήλιον ρυπαρόν, εις ου

το βάθος κροταλίζουσιν ολίγα κέρματα.

— Καλό 'ς τα χαίρεστε, κυρά! λέγει ο νέηλυς, βλέπων εστρωμένην

την τράπεζαν. Ο θεός να σας τα πληθαίνη! Το μάθαμε δα κάτω 'ς το

παζάρι όλοι μας, και το καταχαρήκαμε, μάρτυς μου ο Θεός! Του

άξιζε του κυρ Γιάγκου, αλήθεια, γιατί είνε καλός άνθρωπος και

καλός πατριώτης. Αι! 'ς της άλλαις εκλογαίς θα τον έχωμε πρώτο

σύμβουλο, χωρίς άλλο.

Ευχαριστούμεν, απαντά δειλώς η κυρία Πηνελόπη, πτοουμένη σχεδόν

την προστατευτικήν εκείνην οικειότητα της φράσεως, και προσθέτει

αμέσως·

— Τι αγαπάτε; τον Γιάγκο θέλετε; δεν ήλθ' ακόμη.

— Δεν πειράζει, κυρά! αφού είσθε η ευγενεία σας, το ίδιο κάνει.

Είνε για μια πτωχή οικογένεια . . . ό,τι προαιρείται ο καθείς.

Και ο μέλλων κομματάρχης του Κ. Περδίκη ανοίγει διά των δύο του

χειρών τας άκρας του μανδηλίου και πλησιάζει δύο βήματα προς την

οικοδέσποιναν.

— Νικόλα! φωνάζει η κυρία· δόσε πέντε φράγκα του κυρίου . . . —

πώς ονομάζεσθε, παρακαλώ;

— Κωστής Φυσέκης, κυρά!

— Δόσε του Κυρίου Κωστή, . . εξακολουθεί η οικοδέσποινα.

— Όχι να μου τα δώση κυρά, όχι! 'Σ το μανδήλι να τα ρίξη,

παρακαλώ. Αυτά είνε χρήματα ιερά, και εγώ δεν τα πιάνω εις το

χέρι μου.

Ο Νικόλας αποθέτει εις το μανδήλιον το πεντόφραγκον, ατενίζων

εκφραστικώτατον και γνώριμον βλέμμα επί τον ευσυνείδητου

ερανιστήν, όστις αποχαιρετά και απέρχεται.

— Ξεύρεις, μητέρα, παρατηρεί ο Τηλέμαχος, ότι αν πηγαίνη έτσι το

πράγμα, αι εκατόν χιλιάδες θα γείνουν πολύ γρήγορα παραμύθι;

— Αι, καλά! απαντά μειδιώσα η μήτηρ του. Ο άνθρωπος πρέπει να

βοηθή, όταν ειμπορή και όσον ειμπορή. Μ' εκατό και με διακόσια

φράγκα δεν θα μας λιγοστευτούν, παιδί μου, κ' έννοια σου.

— Εμένα μου έρχεται μία ιδέα, υπολαμβάνει ο νεαρός Περδίκης

διαρρηγνύμενος εις γέλωτα. Να βάλωμε μίαν ειδοποίησιν αύριον εις

τας εφημερίδας, ότι παρακαταθέτομεν το ποσόν εις ένα

συμβολαιογράφον, εις μίαν τράπεζαν, — αδιάφορον πού — και να

κοπιάση ο κόσμος να παίρνη, ως που να τελειώσουν. Έτσι, μου

φαίνεται, θα ευρούμε τουλάχιστον την ησυχίαν μας.

— Στάσου δα πρώτα να ταις πάρωμεν, και ύστερα σκεπτόμεθα, απαντά

γελώσα επίσης η μήτηρ.

— Ου, καϋμένε Τηλέμαχε, λέγει η δεσποινίς Ασπασία, τι ανοησίαις

που λες!

— Κύτταξε που το πίστευσε κ' εφοβήθηκε! υπολαμβάνει ο Περδικίδης

και γελά έτι θορυβωδέστερον. Έννοια σου, Ασπασάκη! έννοια σου,

και ο μπαμπάς τέτοιους χωρατάδες άνοστους δεν τους κάμνει.

Αλήθεια, μητέρα, δεν τρώμε; Είνε μία περασμένη.

Ζ'.

Η οικογένεια Περδίκη απέκαμε να περιμένη τον αρχηγόν αυτής και

κάθηται εις την τράπεζαν.

Το γεύμα, εννοείται, είνε φαιδρότατον, και οι δαιτυμόνες

ομιλητικότατοι.

Η κυρία Πηνελόπη υψόνει ήδη το ποτήριόν της προπίνουσα εις υγείαν

του συζύγου της και ευχομένη καί εις άλλα, ότε ο Περδίκης ανοίγει

παταγωδώς την θύραν και ενσκήπτει ως κεραυνός εις την αίθουσαν. Η

μορφή του είνε πορφυρά, οι οφθαλμοί του απλανείς, το βήμα του

ασταθές, και αι χείρες του κινούνται ως πτέρυγες ανεμόμυλου. Δεν

λέγει λέξιν, αλλά καταπίπτει επί μιας καθέδρας, και ασθμαίνει

κοπιωδώς, ως φύσα σιδηρουργείου.

— Τι είνε; φωνεί αναπηδώσα από της έδρας της η σύζυγός του, Τι

τρέχει; τι έπαθες;

Ο Περδίκης προσπαθεί να ομιλήση, αλλ' η φωνή του εκπνέει εις τον

λάρυγγά του.

— Δος μου εδώ ένα ποτήρι νερό, Ασπασία! κραυγάζει η Κ. Πηνελόπη,

Γρήγορα. Έλα!

Και ποτίζει τρυφερώς τον συμβίον της.

— Μα τι τρέχει λοιπόν; Λέγε μου! ερωτά και πάλιν.

— Τι να τρέχη, αδελφή, απαντά τέλος ανακτών την φωνήν του ο

Ιωάννης. Το κέρδος μας . . .

— Αι;

— Έγεινε. . . .

— Τι;

— Κα-πνός!

— Με τα σωστά σου είσαι; Τι είν' αυτά; τι θα ειπή, έγεινε

καπνός;

— Να είπη, ότι η ομολογία μας . . . δεν είχε πληρωμένην . . .

την τελευταίαν δόσιν.

— Και τι μ' αυτό;

Δεν είνε ακριβώς γνωστόν, τι απήντησεν ο Περδίκης εις την

ερώτησιν ταύτην της συζύγου του.

ΤΑ ΧΡΗΜΑΤΑ (6)

Ήσαν δύο οικίαι επί της αυτής οδού, η μία της άλλης αντιμέτωπος.

Η μία μεγάλη, άρχοντος οικία, η άλλη μικρά, ταπεινή, σχεδόν

καλύβη, πτωχόν πτωχού ενδιαίτημα.

Εδώ πυλώνες μεγάλοι, και παράθυρα πολλά, διά βαρυτίμων

παραπετασμάτων μετριάζοντα το άπλετον φως, και εξώσται κομψοί

περικοσμούντες την οικοδομήν, και άνδηρα, αναπεπταμένα το μεν εις

τον ήλιον, το δε εις την αύραν την εσπερινήν, και κήπος οπίσω

θαλερός και βαθύσκιος, και στρουθίων τάγματα πολυάριθμα,

φλυαρούντα υπό των δένδρων το φύλλωμα και ζωογονούντα την βαρείαν

σιγήν, ην περιέβαλλε τον οίκον πάσα η σοβαρότης του πλούτου.

Είναι μία μόνη μικρά θύρα, και στενόν παράθυρον μόλις που τας

κυριακάς και τας εορτάς δειλώς ανοιγόμενον, και πέραν εκεί, εις

το άκρον στενού διαδρόμου και όπισθεν των δύο χαμογείων δωματίων

άτινα αποτελούν τον πτωχικόν οίκον, αυλή ευρεία, ης το γεώδες

έδαφος συνεκύλων δι' όλης της ημέρας παιδία γυμνόποδα φαιδρώς

φωνασκούντα, και όρνιθες κλώζουσαι και ραμφοκοπούσαι το χώμα, ας

ένθεν μεν κατεδίωκεν ακάκως πυρρόθριξ μολοσσός, απαθής δ' εκείθεν

αλλά προσηνής το φαινόμενον εθεάτο τεφρόχρους όνος, προσδεδεμένος

εις φάτνην πενιχράν, υπό την στέγην ολίγων σανίδων.

Του πλουσίου μεγάρου κάτοικοι, πλην των πολλών οικετών, αφώνων

και σοβαρών ως ο οίκος, ήσαν δύο μόνοι· ανήρ και γυνή. Ο Θεός δεν

είχε δώσει τέκνα εις αυτούς, νομίσας ίσως ότι τους ήρκει ο

πλούτος· αλλ' είχεν όμως δώσει φίλους πολλούς εις τον πλούτον

των, οίτινες επλήρουν πολλάκις την τράπεζαν αυτών κ' εφαίδρυνον

ενίοτε τας αίθουσάς των. Δεν εφαίδρυνον όμως και τον οίκον αυτών

οι ξένοι· πολλάκις δε τα όμματα της πλουσίας αλλ' ερήμου

οικοδεσποίνης εθόλονε μελαγχολία, και δάκρυ δειλόν ανέβλυζεν υπό

τα βλέφαρά της, οσάκις από της σιγής του θαλάμου της εθεώρει διά

του παραθύρου εις την απέναντι πτωχικήν αυλήν, και έβλεπε τα

ακτένιστα παιδία του γείτονος παίζοντα εν φωναίς και θορύβω το

κ ε ρ ά κ ι και τον κ ρ υ π τ ό ν.

Διότι είχε πολλά παιδία ο γείτων' ουδ' αυτός ο ίδιος ήξευρε πόσα,

— έλεγεν αστειευόμενος, οσάκις ηρωτάτο. Ότε δε την εσπέραν

επέστρεφεν οίκαδε ο ημερόβιος εργάτης, άλλοτε πεζός και άλλοτε

σοβαρώς κεντρίζων τον όνον του, και ηνοίγετο προ αυτού η θύρα του

οικίσκου, χωρίς καν εκείνος να την ωθήση, αλαλαγμός χαρμόσυνος

ηγείρετο από της αυλής, και πάσα παιδιά κατελείπετο εις το μέσον,

και όλος των παικτόρων ο εσμός, μικρών και μεγάλων, εκρεμάτο

βοτρυδόν από των φορεμάτων του πατρός. Ο ευσταλέστερος ανερριχάτο

εις τους ώμους του, η ζωηροτέρα ήρπαζεν από της αγκάλης του τον

άρτον της εσπέρας, άλλος ανηρτάτο από του τραχήλου του, και τα

μικρότερα ενηγκαλίζοντο τας κνήμας του.

— Έλα, ησυχάστε! αφήστε τον πατέρα σας να ξανασάση! εφώνει προς

το στίφος των πολιορκητών η κυρά Δημήτραινα, εύσωμος και

πορφυρόχρους μεσήλιξ, ης τα σπαργώντα στήθη, ανέτως αναπτυχθέντα

υπό τα λαίμαργα στόματα δέκα ευρώστων νηπίων και ουδένα ποτέ

γνωρίσαντα στηθόδεσμον, εκυμαίνοντο μεγαλοπρεπώς μόλις

συγκρατούμενα υπό των πτυχών του χιτώνος της.

— Άσ' τα! μη τα μαλόνης! απήντα ο κυρ Δημήτρης, και αναλαμβάνων

εις τας αγκάλας του τα δύο δίδυμα μικρά του, εκάθητο κεκμηκώς επί

του σάγματος του όνου και εσπόγγιζε τον αδρόν του μετώπου του

ιδρώτα διά της ποδιάς των τέκνων του.

Τοιούτων φαιδρών σκηνών πολλάκις εγίνοντο από του εξώστου των

θεαταί ο Κύριος Μαρής και η Κυρία Μαρή, του πλουσίου οίκου οι

άπαιδες άρχοντες. Και εκείνος μεν, εκατομμυριούχος χρηματιστής,

από μακρού ήδη τραχυνθείς την καρδίαν εκ των συγκινήσεων της

υψώσεως και του εκπεσμού, δυσθύμως μάλλον προσέβλεπε τας

θορυβώδεις εκείνας και προστύχους, ως τας απεκάλει, οικογενειακάς

πανηγύρεις, αίτινες ετάραττον την εσπέραν ου μόνον την κοπιώδη

συνήθως χώνευσίν του, αλλά και πάσαν την ηρεμίαν των οικονομικών

αυτού υπολογισμών. Αλλ' η συζυγός του, γυνή και δις ήδη

αποτυχούσα μήτηρ, μακράν πολλάκις ώραν ελησμονείτο θωρούσα την

διηνεκή σχεδόν εκείνην τύρβην, και μειδίαμα παράδοξον, χαράς άμα

και πόνου μαρτύριον, διέστελλε τα χείλη της. Τι δεν έδιδε διά

μικράν τινα μόνον μερίδα της ζωηρότητος εκείνης και ταραχής!

***

Εσπέραν τινά, ήτο η πρώτη Κυριακή των Απόκρεω ο Δημήτρης

επέστρεψεν ενωρίτερα εις τον οίκον του,

Ήτο κατοφορτωμένος.

Διά του δεξιού βραχίονος έσφιγγεν ενηγκαλισμένον ταβάν, όθεν από

παχέος ορύζης στρώματος προέκυπταν πού και πού, ως λόφοι μικροί,

τεμάχια κρέατος οπτού· κάτωθεν δ' αυτού ανελικνίζετο δίκην

εκκρεμούς από της δεξιάς του χειρός φιάλη μελάγγρους ευμεγέθης,

πλήρης ξανθού ρητινίτου. Αριστερόθεν εκράτει μανδήλιον,

εγκυμονούν τις οίδε τίνα και ποία έκτακτα τραγήματα, και επί του

μανδηλίου έσφιγγε διά του αντίχειρος χάρτινον πρόστυχον

προσωπείον είκοσι λεπτών.

— Έλα, Μαριώ, να ζης! ξεφόρτωσέ με! εφώνησεν εισερχόμενος.

Αλλά πού να προφθάση η Μαριώ! Τρία ήρπασαν διά μιας την βαύκαλιν,

άλλα τόσα το μανδήλιον, ούτινος διεσπάρησαν χαμαί τα περιεχόμενα

— δύο λεμόνια εδώ, πέντε μήλα εκεί, ολίγα μύγδαλα παρέκει — και η

γενική κατ' αυτών έφοδος των παιδίων έσωσεν από σοβαρού κινδύνου

τον ταβάν, ον κατώρθωσε τέλος να παραλάβη σώον και ακέραιον η

μήτηρ.

— Κύτταξε, κύτταξε τα διαβολόπουλα! Εφώνει αύτη, και ηγωνίζετο

ασθμαίνουσα να επαναφέρη την τάξιν εν μέσω του αφηνιάσαντος

στίφους, ενώ ο πατήρ εκράτει το προσωπείον υψηλά, υψηλότερα των

κατ' αυτού αναπηδώντων μικρών, και έλεγεν αταράχως·

— Αι, ησυχία τώρα, ησυχία! Κάμετε φρόνιμα . . . ειδεμή δεν έχει

μουτσούνα.

— Μουτσούνα! Μουτσούνα! εκραύγασεν εν χορώ το παιδοθέμιον,

θορυβώδη συγκροτούν πυρρίχιον κύκλω του πατρός, ενώ η μήτηρ μόλις

κατώρθονε να περισυναγάγη από του πεδίου της μάχης τους από του

μανδηλίου πεσόντας τραυματίας.

Τέλος επήλθεν ησυχία εν τω οίκω του κυρ Δημήτρη. Τα παιδία

κατηυνάσθησαν, και συναχθέντα περί τον τ α β ά ν ωσφραίνοντο

βουλιμιώντα το περιεχόμενον.

Η οικοδέσποινα έστρωσεν εν μέσω την βραχύποδα τράπεζαν του

δείπνου, τον σ ο φ ρ ά ν, και ανήψε παρ' αυτώ κλαυθμηρίζοντα

λύχνον. Ο κυρ Δημήτρης εκάθισε χαμαί σταυροποδητί, και σταυρώσας

διά του μαχαιρίου του τον άρτον έκοψε και διένειμε.

— Δόξα σοι ο Θεός, γυναίκα, είπε σταυροκοπούμενος, η βδομάδα

πήγε καλά. Βγάλαμε τριάντα δραχμαίς. Υγεία νάχωμε, και οξωνού! Η

φτώχια θέλει καλοπέραση!

Ούτως ευθύμως ήρχισε και ευθύμως επεράνθη το πτωχικόν του πτωχού

οίκου δείπνον.

Αφού δε τα παιδία ετραγάνισαν και το έσχατον φαγώσιμον οστούν του

ταβά, σκυθρωπάζοντος ευλόγως του παρισταμένου μολοσσού, εις ον

σκληρός απέμεινε κλήρος ό,τι μόνον απρόσιτον εις παίδων οδόντας —

και αποσμήχοντα διά ψωμίου το πήλινον σκεύος εγάνωσαν αυτό λάμπον

και στίλβον, ο κυρ Δημήτρης εμοίρασεν ακριβοδικαίως τα τρωγάλια

εις τα τέκνα του, εστράγγισεν εις το ποτήριόν του το κατάλοιπον

της μελαψής φιάλης, και σπογγίσας διά της παλάμης τον μύστακα,

είπεν εις την σύμβιόν του εν αληθεί ευφροσύνη·

— Δος μου τώρα λιγάκι το μπουζούκι μου, κυρά Μαριώ, να το

τραγουδήσωμε·

— Δεν νυστάξατε σεις ακόμη; ηρώτησεν η κυρά Δημήτραινα· αλλά

τοσαύτα διά μιας απήντησαν όχι, εις μίαν κορυφωθέντα κραυγήν,

ώστε καθησύχασε μεν η μητρική μέριμνα, εξετέλισε δ' αμέσως το

παραγγελθέν η συζυγική προθυμία.

Το πρωσαχθέν μπουζούκιον ήτο πατρική κληρονομία τον κυρ Δημήτρη.

Ο πατήρ αυτού, βαρελοποιός ποτε και μουσικός κατά τας ώρας της

σχόλης του, μόλις είχε κατορθώσει να διδάξη τον υιόν αυτού, πλην

τυπικών τινων υποκρούσεων, ένα συρτόν και ήμισυν καλαματιανόν.

Αλλά το έν και ήμισυ τούτο ήρκει εις διασκέδασιν των παιδίων, ων

αι χορευτικαί γνώσεις περιωρίζοντο κατ' ανάγκην εις το μουσικόν

του πατρός των πεδίον.

— Ελάτε τώρα σεις, είπεν ούτος· πιασθήτε από τα χέρια. Εμπρός ο

Νικολής, ύστερα ο Γιώργης, και οι άλλοι με την αράδα. Συρτό· Ο

Νικολής που τραβάει το χορό φορεί και τη μουτσούνα!

— Κ' εμείς πατέρα; εμείς; εφώνησε δυσθύμως ο λοιπός όμιλος, δεν

θα τη φορέσωμε;

— Αγάλια, αγάλια· Ένας ένας θα τραβά το χορό και θα την φορή.

Και ανέκρουσεν ο μουσικός, και ήρχισεν η διασκέδασις.

Ελαφροί των παιδίων οι μικροί πόδες έπληττον, ρυθμικώς ενίοτε, το

πάτωμα, αι λάλοι των γλώσσαι συνώδευον κατά διάλείμματα διά

προχείρου άσματος τον σκοπόν της ορχήστρας, ο δε πατήρ, διακόπτων

ενίοτε την μουσουργίαν, ανέμελπεν έρρινον και βροντόφωνον ωδήν,

προς ην αγαλλιών και σκιρτών ανταπήντα ο χορός.

— Κέφι που τώχεις, ευλογημένε! έλεγεν η κυρά Μαριώ, νανουρίζουσα

ηρέμα το βρέφος της, — διότι είχε και βρέφος η ευλογημένη. — Κέφι

που τώχεις! Δεν πέφτεις να πλαγιάσης, που είσαι κουρασμένος,

μόνον κάθεσαι και. . . .

Κτύπος δυνατός εις την εξώθυραν διέκοψε της Δημήτραινας την

φράσιν και του Δημήτρη την μουσικήν.

— Ποιος νάνε τέτοια ώρα! είπεν ούτος, αποθέτων το όργανον του

και εγειρόμενος. Έλα! σιωπή εσείς και ησυχία! εξηκολούθησεν

αποτεινόμενος προς τα παιδία, άτινα εξηκολούθουν ορχούμενα και

μετά το πέρας του μέλους, ως θάλασσα σαλευομένη και μετά του

ανέμου την πτώσιν.

Και εβάδισε προς την θύραν.

***

Καθ' ον χρόνον ηυθύμουν και διεσκέδαζον οι κάτοικοι της πτωχής

καλύβης, έπληττον και εχασμώντο του πλουσίου οίκου οι κύριοι.

Περάναντες το γεύμα των, όπερ άφθονον ως συνήθως και ποικίλον

ουδέν είχεν ιδιαίτερον γνώρισμα, το δυνάμενον να αναμνήση αυτούς

την απόκρεω, ανεκλίθησαν αμφότεροι απέναντι αλλήλων, εκείνος μεν

επί σοφά μαλακού, καπνίζων το σιγάρον του, και χειλοποτών ηρέμα

τον καφέν του, αυτή δε επί του εγγυτάτου εις την τράπεζαν

κλιντήρος, θωπεύουσα νωχελώς διά της λευκής και δακτυλιοφόρου

χειρός της το λείον τρίχωμα χονδροκεφάλου γάτου, ρέγχοντος

μακαρίως επί των γονάτων της.

Πλην του ρόγχου τούτου σιγή εντελής επεκράτησεν ικανήν ώραν εν τη

αιθούση.

Ότε δε τέλος ο κύριος Μαρής ερρόφησε πλην του καφέ του και μικρόν

ποτήριον κονιάκ, και ησθάνθη το σιγάρον του εγγίζον εις το τέλος,

ανεκάθισε μορφάζων εκ μικρού ρευματικού νυγμού, ον ησθάνετο εις

την κνήμην, και είπεν, αφού μεγαλοφώνως εχασμήθη·

— Δεν παίζεις λιγάκι Boccace, Ερμιόνη;

— Ουφ! καϋμένε Αγησίλαε, . . να ήξευρες πώς βαρηούμαι! απήντησεν

εκείνη παρατείνουσα μετά κόπου τας λέξεις και οιονεί συλλαβίζουσα

αυτάς. Επάνω εις την χώνευσιν . . πού ν' αφήσω τώρα τον καϋμένον

των Πλούτωνα, που κοιμάται τόσον εύμορφα.

— Καλά! υπέλαβεν ο Αγησίλαος· και η τελευταία της λέξεως συλλαβή

απήχησεν εις δεύτερον και φωβερώτερον του πρώτου χάσμημα.

— Τι; ενύσταξες κι' όλα; ηρώτησεν η σύζυγός του, ακούουσα μάλλον

ή βλέπουσα την συζυγικήν εκείνην χασμωδίαν. Μήπως δεν είσαι καλά;

— Καλά είμαι . . . αλλά βαρηούμαι κ' εγώ . . . 'ξεύρεις.

— Δεν πηγαίνεις καμμίαν ώραν εις την λέσχην, να διασκεδάσης;

— Αποκρηά σήμερον, . . . ποιος θα ήνε εις την λέσχην; Έπειτα . . .

μπορεί να μας έλθουν και τίποτις μάσκαραις απόψε . .,

— Ο Θεός να τους φωτίση, να σου ειπώ! Διότι αυταίς η βραδυαίς

του χειμώνος είνε ατελείωταις.

Την στιγμήν εκείνην εισελθών υπηρέτης άψογος την περιβολήν αφήκεν

επί της τραπέζης δέσμην εφημερίδων, ειπών απλώς·

— Ταχυδρομείον!

— Α! τι καλά! εφώνησεν ευθύμως ο Αγησίλαος, και θεις επί της

ρινός τας διόπτρας του ανέπτυξε το νεώτατον των φύλλων και ήρχισε

την ανάγνωσιν από του τέλους.

Ο Πλούτων αφυπνισθείς επήδησε χαμαί άνευ περαιτέρω διατυπώσεως,

και βυθίσας τους εμπροσθίους του όνυχας εις τον παχύν της

αιθούσης τάπητα εκύρτωσεν ευαρέστως την ράχιν του, η δε κυρία

Ερμιόνη ανεγερθείσα ήνοιξε μίαν των επί της οδού θυρίδων.

— Να πάρωμεν ολίγον αέρα, και κλείω ευθύς, είπε προλαμβάνουσα

πάσαν του ανδρός της διαμαρτύρησιν.

Αλλ' από της θυρίδος εκείνης, πλην του δροσερού αέρος, εισέβαλεν

απρόσκλητος ξένος και η φαιδρά αντήχησις του μπουζουκιού του κυρ

Δημήτρη.

— Νά τα! είπεν ο χρηματιστής, εξακολουθών την ανάγνωσιν του·

άρχισαν πάλιν οι αντικρυνοί μας τα συνειθισμένα. Ξεύρεις,

Ερμιόνη, ότι κατήντησεν ανυπόφορος αυτός ο κυρ Δημήτρης με το

κοπάδι του;

— Διατί οι καϋμένοι; ηρώτησε μετ' αγαθότητος η κυρία.

Διασκεδάζουν . . . . δεν κάμνουν κακόν. Τι σε πειράζουν;

— Με ανησυχούν. . . . τι άλλο θέλεις να με πειράξουν; απήντησεν

εκείνος, αναγινώσκων πάντοτε.

— Εγώ τους ζηλεύω, να σου ειπώ, υπέλαβε μετά μικρόν η κυρία

Μαρή, πλησιάζουσα εις τον σύζυγόν της και θωπεύουσα ηρέμα τον επί

της εφημερίδος κύπτοντα τράχηλόν του.

— Τι σου ήλθεν; είπεν εκείνος αναβλέπων.

Την ερώτησιν ταύτην υπέλαβεν η Ερμιόνη αποτεινομένην εις την

ζηλείαν μάλλον ή την θωπείαν της, και έσπευσε να προσθέση·

— Αχ, . . . . ζηλεύω τα παιδιά των. Δεν ξεύρεις πόσα είνε,

Αγησίλαε, . . . και όλα τόσα . . . τόσα, το ένα μικρότερο και

ωραιότερο από το άλλο. Να είχαμε κ' εμείς κανένα! . . . είπε μετ'

ολίγον σιγαλή τη φωνή, κύπτουσα το πρόσωπον προς τον σύζυγόν της.

— Χα, χα, χα! εφώνησεν εκείνος γελών· με την ώρα σου ήλθεν η

όρεξις! Ποίος σου πταίει; μην τα κάμνης μισά!

Και αποβαλών τας διόπτρας του ηγέρθη και επλησίασεν εις την

εστίαν.

— Με τα σωστά σου λοιπόν, αγάπη μου, εξηκολούθησε διά μειλιχίας

φωνής, προσπαθών να κολάση την προ μικρού σκαιάν τραχύτητα της

φράσεώς του, με τα σωστά σου ζηλεύεις τους γείτονάς μας;

— Και είνε να μην τους ζηλεύση κανείς; Δεν βλέπεις τι

ευτυχισμένοι που ζουν! Πως είνε πτωχοί, . . αδιάφορον! Όλοι

ροδοκόκκινοι από υγείαν . . . Ανάγκας δεν έχουν. . . . φροντίδας

δεν έχουν. . . . Σπίτι γεμάτο ζωήν και χαράν! Όταν είνε να

δουλεύσουν δουλεύουν, και όταν είνε να διασκεδάσουν διασκεδάζουν.

Όχι . . .

— Όχι 'σάν εμάς; ήθελες να ειπής κ' εστάθης.

— Βέβαια. Ψεύματα; απήντησεν η κυρία Μαρή, υψούσα τους ώμους.

Ημείς με όλα μας τα καλά . . . με τα πλούτη μας, με ωραίο σπίτι,

με αμάξια, μαγείρους, υπηρέτας, τα έχομεν αιωνίως κατεβασμένα,

'σαν να έχωμεν πένθος· και αν δεν έλθη κανείς ξένος να μας ίδη,

δεν ανοίγομεν το στόμα μας ώραις. Εγώ τουλάχιστον, σε βεβαιόνω,

εξηκολούθησεν η αγαθή γυνή μετά πικρού μειδιάματος, κατήντησα να

μην ομιλώ παρά όταν μαλόνω τους υπηρέτας . . . . Αυτοί οι πτωχοί

με το τίποτε είνε πάντα ευχαριστημένοι, εύθυμοι, διασκεδάζουν

αδιάκοπα, τραγουδούν, χορεύουν, χαίρονται την ζωήν των τέλος

πάντων. Διατί αυτό;

— Διατί! είπε καθ' εαυτόν ο χρηματιστής, περιπατών σιγά άνω κάτω

εν τη αιθούση. Είτα δε, ωσεί φαεινή τις ιδέα επήλθεν αίφνης

απαντώσα εις το ενδιάθετον αυτό ερώτημα, έστη αποτόμως

επιστραφείς ενώπιον της συζύγου του και ηρώτησε·

— Θέλεις, Ερμιόνη μου, να σιωπήσουν οι γείτονές μας, και να

παύση όλη αυτή η διασκέδασις και ο θόρυβος;

— Όχι τους καϋμένους! απήντησεν εκείνη περίτρομος, τις οίδεν

οποία υποθέτουσα τα σχέδια του συζύγου της. Όχι, . . . μη τους

κάμης κακόν! άφησέ τους . . . . Τι μας πειράζουν;

— Κακόν να τους κάμω; απήντησε μειδιών ο κύριος Μαρής. Πού σου

εφάνη; Έννοια σου, μην ανησυχής . . . . και δεν θα πάθουν τίποτε.

Καλόν θα τους κάμω . . . και θα σιωπήσουν, θα ιδής!

— Μα τι σκοπόν έχεις;

Ο Αγησίλαος ουδέν απήντησεν, αλλ' εξελθών της αιθούσης, και

καλέσας τον υπηρέτην του Γιάννην, είπεν εις αυτόν ολίγας λέξεις

ταπεινή τη φωνή.

Μετά τινας στιγμάς ο Γιάννης έκρουεν, ως είδομεν ήδη, την θύραν

του κυρ Δημήτρη.

Την επαύριον εσπέραν ο κυρ Δημήτρης, δειπνήσας συντομώτερον και

του συνήθους, έπλυνε πρώτον τας χείρας αυτού και το πρόσωπον,

υπεδύθη κατόπιν έν ζεύγος καινουργών δήθεν σανδαλιών, άτινα από

πέντε ήδη ετών εφύλαττεν η Μαριώ εντός παλαιού ερμαρίου διά τας

δ ε σ π ο τ ι κ ά ς ε ο ρ τ ά ς, εφόρεσε το καλόν του φέσιον, και

ευτρεπίσας όσον κάλλιον ηδύνατο την λοιπήν αυτού αναβολήν,

ητοιμάσθη να εξέλθη, λέγων·

— Ας πάμε να ιδούμε τι μας θέλει ο κυρ Αγησίλαος.

— Δε θ' αργήσης; ηρώτησεν η σύζυγός του.

— Πώς θ' αργήσω; Μήπως έχομε τίποτε να μοιράσωμε με το γείτονα;

Θάχη καμμιά δουλειά να μου παραγγείλη . . . Σε δύο λεπτά είμαι

'πίσω.

— Κύτταξε να μη παραστρατήσης! . . .

— Με το καλό μου φέσι; απήντησεν ο Δημήτρης, εκπλαγείς ότι η

συμβίος του υπέθετεν αυτόν ικανόν προς τοιαύτην μωρίαν.

Και εξήλθε λέγων·

— Πλάγιασε τα παιδιά!

Η κυρά Δημήτραινα, μείνασα μόνη, κατέκλινε πρώτον τον πολυάριθμον

αυτής τόκον επί δύο ευρέων στρωμάτων, χαμαί ηπλωμένων εντός του

παρακειμένου θαλάμου, είτα δε καθεσθείσα παρά τον λύχνου της,

ήρχισε πλέκουσα κάλτσαν και διανοούμενη τι άρα γε ήθελε τον

σύζυγόν της ο κύριος Αγησίλαος.

— Να τον φώτιζε ο Θεός, έλεγε καθ' εαυτήν, να μας έδιδε καμμιά

καλή δουλειά . . . αποκοπή, να βγάλωμε τίποτε. Κανένα χωράφι, να

ειπούμε, να το βάλη αμπέλι ο Δημήτρης, . . . καλογερικό, να

πάρωμε και 'μείς λιγάκι επάνω μας. Γιατί μ' όλα αυτά τα παιδιά,

ζωή νάχουνε! πού να βγη κανείς με το μεροδούλι; . . . ψωμί μοναχά

δεν μπορεί να τα προφτάξη ο καϋμένος ο Δημήτρης. Αι! δόξα σοι ο

Θεός! είπεν αίφνης, διακόπτουσα μεγαλοφώνως τας σκέψεις της και

σταυροκοπουμένη.

Απορούσα δε, ότι ο Δημήτρης δεν επανήρχετο, ανέλαβε πάλιν

ανεπαισθήτως τον ειρμόν του τερπνού της ονείρου.

— Θάκανα ένα φουστανάκι της Ελένης μου, εξηκολούθησε

διαλογιζομένη, και θάστελνα και τον Νικολή μου 'ς το σχολειό να

μη μείνη στραβό το καϋμένο, και με βλαστημάη μια μέρα. Θάκανα και

το τάμμα που έχω 'ς τη Βαγγελίστρα για το Σπύρο μου, όταν έβγαλε

τη βλογιά, . . . και δεν μπόρεσα ακόμη να το στείλω . . . — με τι

να το στείλω; . . . Αν περίσσευε τίποτα, αι! θάκανα κ' εγώ, να

σου πω, ένα ρούχο να βάλω επάνω μου, που περπατώ τώρα δυο χρόνια

με μπαλώματα . . .

Ούτω δε δειλώς ιστιοδρομούσα διά του πελάγους των ονείρων, δεν

ήκουσεν η Μαριώ ανοιγομένην και κλειομένην την αυλόθυραν, ούτε

την μετ' ολίγον ημιανοιχθείσαν ηρέμα θύραν του οικίσκου, ούτ'

εννόησε του κυρ Δημήτρην, όστις προκύψας διά της θύρας την

κεφαλήν, ηρώτησε σιγαλή τη φωνή, πριν εισέλθη·

— Κοιμήθηκαν τα παιδιά;

— Ου! μ' ετρόμαξες, καϋμένε! εφώνησεν η ανανήψασα αίφνης σύζυγός

του. Τι στέκεσαι τώρ' αυτού; Τελείωσες; έλα μέσα!

— Μη φωνάζης! υπέλαβε σιγά σιγά και πάλιν ο κυρ Δημήτρης,

ιστάμενος πάντοτε επί της φλιάς της θύρας. Κοιμήθηκαν τα παιδιά;

— Σε καλό σου! κοιμήθηκαν βέβαια. Τι θα πη αυτό; Τι ρωτάς; Τι

σου ήλθε;

— Μεγάλα πράγματα, Μαριώ μου! απήντησεν εκείνος εισερχόμενος.

Πρέπει δ' αληθώς μεγάλα πράγματα να είχον συμβή εις τον πτωχόν

Δημήτρην, διότι και το πρόσωπόν του ήτο ηλλοιωμένον, και οι

οφθαλμοί του είχον λάμψιν ασυνήθη, και της φωνής αυτού η κλαγγή

ήτο τρομώδης και παρηλλαγμένη.

— Καλέ τι έπαθες; ηρώτησεν εγειρομένη και πλησιάζουσα ανησύχως η

κυρά Δημήτραινα. Συ δεν είσαι ο ίδιος.

— Τώρα κ' άλλη μια φορά ο ίδιος! Κύτταξε εδώ!

Και λαβών κάτωθεν της μασχάλης του σακκίδιον πλήρες ταλλήρων,

κατήνεγκεν επ' αυτού βαρύν τον γρόνθον του.

Η πτωχή Μαριώ έγεινε κάτωχρος. Ησθάνθη διά μιας λυόμενα τα γόνατά

της· ήνοιξε το στόμα της να ομιλήση . . . αλλά πού φωνή! Ενόμισεν

ότι ο λάρυγξ της είχε καταβή διά μιας εις τα βάθη του στήθους

της . . Ευτυχώς δεν ήτο φύσις αβρά, ην ηδύνατο να νικήση επί μακρόν

η συγκίνησις.

— Δημήτρη! ανέκραξε τέλος συνερχομένη, και η φωνή της εβρόντησεν

ως φωνή κατηγόρου, και η χειρ της υψώθη απειλητική. Πού τα ηύρες

αυτά τα χρήματα;

Ο πτωχός Δημήτρης έμεινε κατ' αρχάς ενεός και κατάπληκτος προ της

αιφνιδίας μεταμορφώσεως της συζύγου του. Αλλ' αστραπή ταχεία, η

αστραπή της υποψίας της Μαριώς, διέδραμεν αμέσως την διάνοιάν

του, και ανακαγχάσας παταγωδώς.

— Χα, χα! χα! εφώνησε· μη θαρρής πως τάκλεψα; Μου τάδωσαν,

ματάκια μου, μου τα . . . δωσαν, . . . μου τα χάρισαν!

— Σου τα χάρισαν; Ποιος σου τα χάρισε; Ποιος χαρίζει σήμερα 'ς

την 'Αθήνα σακκούλια τάλλαρα; . . . Δημήτρη!

— Έλα, έλα . . . μην ήσαι τρελλή. Μου τα χάρισε ο κυρ Αγησίλαος.

— Σου τα χάρισε ο κυρ Αγησίλαος; . .

— Πού ο θεός να μου κόβη χρόνια να του δίνη μέραις! Κάθισε·

κάθισε να σ' τα πω!

Και καθίσας πρώτος εκείνος ήρχισε προσπαθών να διηγηθή τα

γενόμενα και ν' απαρτίση εις έν όλον τα πράγματα, τας εντυπώσεις

αυτού και τα αισθήματά του.

— Μπήκα, που λες, Μαριώ μου, κ' ένας υπηρέτης, — ντρεπόμουνα που

τον κύτταζα, τόσο ωραία ρούχα φορούσε . . .

— Τι τα θέλεις τώρ' αυτά, διέκοψεν ανυπομονούσα η κυρά

Δημήτραινα. Λέγε, τι έγεινε!

— Στάσου δα, μη βιάζεσαι. Μπήκα το λοιπόν, και από κάμαρα σε

κάμαρα, μπρος ο δούλος πίσω εγώ, βρέθηκα μπροστά 'ς τον κυρ

Αγησίλαο. Τι σπίτι, καϋμένη Μαριώ! Καλά που έβαλα τα καινούργια

μου παπούτσια.

— Ουφ, καϋμένε . . . λέγε τι σου είπε, και άφησε της φλυαρίαις.

— Τι μου είπε; και θυμάμαι θαρρείς; Τι κάνουμε, πώς περνούμε,

πόσα παιδιά έχομε . . . αν είμαστε στενοχωρημένοι, χίλια δυο.

Καλώτατος άνθρωπος, Μαριώ μου! χρυσός άνθρωπος! Αύριο ευθύς θα

παραγγείλω μία λαμπάδα, ίσα με μπόι του, να την πάω 'ς τον άι

Δημήτρη.

— Καλά όλ' αυτά, . . μα πώς σούδωσε τα χρήματα; γιατί σου

τάδωσε;

— Ξέρω κ εγώ γιατί; έτσι θέλησε. Μας βλέπει, λέει, από τα

παράθυρά του και μας χαίρεται, γιατί έχομε πολλά παιδιά και καλή

καρδιά, και ζούμε χαρούμενοι και διασκεδάζομε . . . Κάνομε λιγάκι

ανησυχία καμμιά φορά, μα δεν τον πειράζει, λέει . . . η γυναίκα

του μας καμαρόνει . . . — δεν έχει, ξεύρεις, παιδί η καϋμένη. . . .

Τι έλεγα; . . . α ναι το λοιπόν, μας λυπήθηκε, λέει, εμένα και

σένα, να μας βλέπη έτσι να δουλεύωμε όλη μέρα, και του ήρθε,

λέει, η ιδέα να μας κάμη ευτυχισμένους. Με ρώτησε, τι θέλω. — Τι

να θέλω; υγεία και δουλειά, αφέντη.

— Δουλειά; λέει· εγώ να σου δώσω χρήματα να κάμης δουλειά, ό,τι

δουλειά θέλεις. Και σηκόνεται, μωρέ μάτια μου, βάζει ένα κλειδί

σε μια ορθή κασσέλα . . . Κρακ! εγώ τρόμαξα, να σου πω!

— Ανοίγει ένα πορτέλλο, χονδρό 'σάν κ' εκείνο που έχουν η

μπουκαπόρταις 'ς τα βασιλικά καράβια, και βγάζει αυτή τη

σακκούλα.

Ταύτα δε λέγων ο κυρ Δημήτρης κατέφερε και πάλιν τον γρόνθον του

επί του προ ποδών του αποτεθειμένου σακκίου.

— Εδώ μέσα, λέει, έχει πεντακόσια τάλλαρα. Μπορείς να κάμης με

αυτά ό,τι δουλειά θέλεις. Παρ' τα! Δεν θέλω χαρτί, ούτε απόδειξη.

Αν πλουτήσης καμμιά φορά, και παν η δουλειαίς σου καλά, μου τα

δίνεις . . . . ειδεμή χάρισμά σου. Μου φάνηκε πως ονειρευόμουνα.

Δεν είξευρα τι να πω, . . τι να κάμω. — Χάρισμά μου; λέω, αφέντη,

μα πώς . . . — Δεν έχει πώς, λέει· θα τα πάρης! Μου κάνεις

χάρη, . . . . Και μου σφίγγει το χέρι. Μου σφίγγει το χέρι, Μαριώ,

κατάλαβες; Τι να κάμω το λοιπόν; τα πήρα. Κακά έκαμα; έπρεπε να

μη τα πάρω;

Η πτωχή Μαριώ δεν ηδύνατο να απαντήση. Έκλαιε. Το όνειρόν της

εκείνο, το προ μικρού, ήρχετο πάλιν μειδιών προ της φαντασίας

της, και το μειδίαμά του δεν ήτο πλέον πλάνη ουδέ γοητεία.

Ηδύνατο τόρα να στείλη εις το σχολείον τον Νικολή της, . . . .

ηδύνατο να κάμη το τάμμα της εις την Ευαγγελίστραν.

Εκεί σιμά της έκαιε μικρόν κανδήλιον προ μικρού εικονίσματος της

Θεοτόκου. Ενώπιον της εικόνος αυτής ευρέθη αυτομάτως γονυπετής η

κυρά Δημήτραινα.

— Αμ' δεν είπαμε δα, γυναίκα, ν' αρχίσωμε τα κλάμματα! υπέλαβεν

ο ανήρ, βλέπων αυτήν σπογγίζουσαν τα δάκρυά της, και προσπαθών να

νικήση και αυτός την συγκίνησιν, ήτις τον κατελάμβανεν. Έλα, σήκω

τώρα και πάρ' τ' αυτά να τα φυλάξης.

— Πού να τα φυλάξω; είπεν εγειρομένη η Μαριώ, αφού επέρανε την

υπέρ του μεγαλοδώρου ευεργέτου θερμήν αυτής δέησιν.

— Ξεύρω' γώ; όπου θέλεις. Να εκεί, 'ς τη μεγάλη κασσέλα, που

έχει και μεγάλο κλειδί. Έτσι! εξηκολούθησεν, αφού εξετελέσθη η

παραγγελία του. Δος μου τώρα το κλειδί, και βοήθησέ με να βάλωμε

την κασσέλα αποκάτω από το κρεββάτι για πειό ασφάλεια.

— Ασφάλεια; και τι φοβάσαι! να μας πατήσουν κλέφταις;

— Δεν ξεύρω εγώ. . . . όποιος φυλάει τα ρούχα του έχει τα μισά·

τόρα είμαστε πλούσιοι, κυρά Μαριώ, το κατάλαβες; και χρειάζεται

προσοχή και φρόνηση.

— Και ποιος μας ξέρει, Δημήτρη μου;

— Ναι, δε σου λέω, . . . απήντησεν εκείνος ξύων την κεφαλήν του,

αλλά πού ξεύρεις; ο διάβολος έχει πολλά ποδάρια, . . και πολλά

μάτια. Καλλίτερα έτσι. Α! σβύσε τώρα το φως να πλαγιάσωμε, και

αύριο τα λέμε. Αλήθεια, να στείλης από το πρωί τα παιδιά, τα μισά

'ς την αδελφή μου, και τα μισά 'ς τη μάννα σου.

— Γιατί;

— Νάχωμε λίγην ησυχία αύριο . . . θάχωμε ομιλίαις που δεν είνε

για παιδιά.

— Τα καϋμένα! δεν τ' αφίνεις και αυτά να χαρούν;

— Έχουν καιρό να χαρούν! επέμεινε λέγων, σκαιότερον ή κατ'

αυτόν, ο Δημήτρης. Κάμε αυτό που σου λέω.

— Καλά.

Και το ανδρόγυνον κατεκλίθη· αλλά δεν απεκοιμήθη αμέσως, όπως

άλλοτε, ότε ο ύπνος ήρχετο ταχύς αναπαύων τα εκ της εργασίας

καταπεπονημένα των μέλη, και ναρκών ευκόλως την αργήν αυτών

διάνοιαν.

Είχον τόσα πράγματα να σκεφθούν απόψε, η Μαριώ και ο Δημήτρης! Τι

να τα κάμουν αυτά τα χρήματα; διενοείτο εκάτερος· τι ν'

αγοράσουν; τι να επιχειρήσουν; Πώς να τα καταστήσουν κερδοφόρα;

Και έπειτα . . . να τα κρατούν εις τον πενιχρόν αυτών οίκον, . . .

τόσα χρήματα; Ό,τι ήτο να γείνη, έπρεπε να γείνη γρήγορα . . .

και να γείνη μάλιστα και με τρόπον, ώςτε να μη φανή . . . να μην

εννοήσουν οι συγγενείς των — πτωχοί επίσης ημερόβιοι — ότι

επλούτησαν.

Θα ήρχιζαν τότε τα δανεικά — και αγύριστα βεβαίως — και αιτήσεις

βοηθείας, και μεμψιμοιρίαι, και δυσαρέσκειαι και υποψίαι ίσως

ακόμη, — τις οίδε — περί της πηγής του πλούτου των . . και

φθόνος, . . . και χίλια άλλα κακά . . . Έπειτα ο κύριος Μαρής

είχε ειπεί να του τα επιστρέψουν, αν πάγουν καλά η δουλειαίς

των . . . Δεν έπρεπε να προσέξουν μήπως ζημιωθούν; Χωρίς άλλο!

αλλά πώς; . . . απλοί άνθρωποι ως ήσαν; . . .

Και εσκέπτετο ο Δημήτρης, και εσκέπτετο η Μαριώ, και εστρέφοντο

με κλειστούς οφθαλμούς επί της κλίνης των, προσποιούμενος έκαστος

ότι εκοιμάτο, ίνα μη αφυπνίση τον άλλον, ον υπέθετε κοιμώμενον.

Τέλος εβαρύνθη ο ανήρ να κρατή κλειστά τα όμματά του. Τα ήνοιξε,

και είδεν άγρυπνον παρ' αυτώ την γυναίκα του.

— Δεν κοιμάσαι και συ Μαριώ; είπε. Εγώ, τι να σου πω, δεν μου

κολλάει ύπνος απόψε, μ' αυτά τα διαβολοχρήματα.

— Αμ' εμένα;

— Πρέπει κάτι να τα κάμωμε . . . να τα βγάλωμε από εδώ μέσα . . .

γιατί . . .

— Κ' εγώ το ίδιο συλλογίζομαι.

— Εγώ λέω, γυναίκα . . .

Και ήρχισε συζήτησις μακρά μεταξύ των συζύγου περί της διαθέσεως

του σοβαρού εκείνου περιεχομένου του σάκκου· συζήτησις ήρεμος το

κατ' αρχάς, ζωηροτέρα κατόπιν, τραχυνθείσα δε βαθμηδόν εις έριδα,

και απολήξασα μετά τινα ώραν εις πείσμονα μεγαλόφωνον λογομαχίαν,

— την πρώτην ην ήκουον οι ταπεινοί της οικίας των τοίχοι.

Άλλα ήθελεν ο είς και άλλα ήθελεν ο άλλος. Εκείνη γνώμην είχε ν'

αγοράσουν χωράφια καλά και να φυτεύσουν αμπέλια· ο Δημήτρης έλεγε

καλλίτερα ν' ανοίξη οινοπωλείον, ή καφενείον, ή άλλο τι έργον να

επιχειρήση, ήσυχον όμως, καθιστικόν, . . . διότι είχε βαρυνθή

πλέον την αξίνην, . . . είχε γηράσει . . . ήθελεν ολίγην

ανάπαυσιν.

— Καπελειό ν' ανοίξης; βέβαια! εφώνησεν οξύ η κυρά Δημήτραινα·

για να τώχης μπόλικο και χάρισμα!

— Κατάλαβα πως είσαι τρελλή, απήντησεν αγροίκως ο Δημήτρης, και

εγερθείς κατέλιπε την κλίνην.

— Εγώ είμαι τρελλή, ή εσύ είσαι τεμπέλης και μεθύστακας;

— Μαριώ! εβρόντησεν εκείνος εξαγριωθείς, κ' επροχώρησεν εγείρων

την χείρα κατά της συζύγου του.

— Θέλεις και να με δείρης;

Να την δείρη! ο Δημήτρης να δείρη την Μαριώ! . . την μητέρα δέκα

τέκνων του! Ησχύνθη αμέσως, ο ταλαίπωρος, ησχύνθη εαυτόν, και η

χειρ του κατέπεσεν αδρανής.

— Κ' εγώ είμαι μασκαράς, είπεν ηπίως, . . . μα και συ καϋμένη

είσαι ανόητη.

— Έλα, έλα πλάγιασε, Δημήτρη, να ησυχάσης λιγάκι, απήντησεν

εκείνη, κάμπτουσα εις θωπείαν την τρέμουσαν έτι φωνήν της.

— Πού να πλαγιάσω τώρα; μου έφυγε ο ύπνος· ξεύρεις όμως; μου

έρχεται μία ιδέα.

— Άφησε τώρα της ιδέαις γι' αύριο, κ' έλα να κοιμηθής

— Μου έρχεται ιδέα . . να μετρήσω τα τάλλαρα.

— Να τα μετρήσης; και γιατί; πού σου ήλθε;

— Να ιδώ, είνε σωστά πεντακόσιας ή με γέλασε ο κυρ Μαρής;

— Να σε γελάση ο άνθρωπος; γιατί να σε γελάση, αφού σου τα

χάρισε; Δεν σούδινε, σαν ήθελε, λιγώτερα;

Ο Δημήτρης έμεινεν επί στιγμήν σιγών, κύπτων υπό το βάρος της

ακαταγωνίστου εκείνης ευθύτητος.

— Έχεις δίκη ο γυναίκα! είπε ταπεινή τη φωνή, έχεις δίκηο . . . .

Και εντρεπόμενος να εξακολουθήση μεγαλοφώνως, συνεπλήρωσεν

ενδομύχως την φράσιν του: Τα χρήματα χαλούν τον άνθρωπον.

— Σαλέπι ζεστό! ηκούσθη αίφνης φωνή βραγχώδης από της οδού.

— Νά! ξημέρωσε, είπεν εγειρομένη της κλίνης της η κυρά Μαριώ.

Στάσου να σου πάρω λιγάκι σαλέπι να ζεσταθής.

***

Ότε μετά τινας ώρας εφάνη πλήρης η ημέρα, και φαιδρός εισεχώρησεν

ο ήλιος διά των χαραμίδων του στενού παραθύρου της μικράς οικίας,

αθόρυβος επεκράτει εν αυτώ ηρεμία.

Τα μεγαλείτερα και θορυβωδέστερα των παιδίων είχον αποσταλή εις

την μάμμην των, η Μαριώ εσάρονε την αυλήν και συνήγεν από των

φωλεών των ορνίθων της τα νωπά των ωά, ο δε Δημήτρης, καθήμενος

προ της θύρας εκάπνιζε σιωπηλός αλλεπάλληλα σιγάρα κ' έξεεν

επιμόνως διά της αριστεράς του χειρός τον αξύριστον αυτού πώγωνα.

— Δεν θα πας σήμερα σε δουλειά; ηρώτησεν αίφνης, διακόπτουσα το

έργον της και ανακύπτουσα η Μαριώ.

— Τώρα πειά; πέρασε η ώρα. Έπειτα έχομε και να μιλήσωμε,

γυναίκα . . . πρέπει να ιδούμε τι θα κάμωμε . . .

— Έχομε καιρό . . . να μιλήσωμε, απήντησεν εκείνη μελαγχολικώς,

ενθυμουμένη τα νυκτερινά. Σήκω τώρα! σήκω! Πήγαινε να πάρης λίγο

αέρα 'ς το παζάρι . . . να ψωνήσης κι' όλα. Ψωμί έχομε ολίγο . . .

δεν θα μας φτάση. Πάρε ένα καρβέλι . . . λίγο τυρί και κρασί.

— Δεν βράζεις καμπόσα αυγά λέω εγώ; Τι θα τα κάμης που τα

κρύβεις;

— Και τη λαμπρή τι θα βάψωμε; Έλα, έλα, σήκω.

— Πώς βαρηέμαι, καϋμένη! απήντησεν ο Δημήτρης, διατείνων εις

ύψος τους βραχίονας.

— Βαρηέσαι; γιατί τάχα γεινήκαμε πλούσιοι, βαρηέσαι;

— Πλούσιοι! αμή δε γενήκαμε πλούσιοι! Πεντακόσια τάλλαρα, . . .

μεγάλο πράγμα!

Η κυρά Δημήτραινα ενόμισεν ότι παρήκουσε.

— Με τα σωστά σου είσαι; είπεν έκπληκτος.

— Αι! κατάλαβα πως έχεις πάλι όρεξι για καυγά. . . . Δος μου το

φέσι μου.

— Έτσι γεια σου!

Και ο Δημήτρης εξήλθεν εις την οδόν.

— 'Σ το καλό! εφώνησεν η σύζυγός του, και κλείσασα την θύραν

εισήλθεν εις τον οίκον της.

Εργασία δεν έλειπε ποτέ εις την πτωχήν οικοδέσποιναν· και αν της

έλειπεν, εδημιούργει, διότι αδύνατον της ήτο να κάθηται, ως

έλεγε. Παρήρχετο δε ούτω η ώρα, και πάντοτε σχεδόν ήκουε χωρίς να

περιμένη το σήμαντρον της Μητροπόλεως αγγέλλον την μεσημβρίαν.

Αλλά την ημέραν αυτήν δεν ήθελεν η ώρα να περάση. Εσυγύριζεν η

Μαριώ, έπλυνεν ολίγα φορέματα των μικρών της, διώρθονεν άλλα,

ήρχιζε το πλέξιμόν της, . . . αλλ' ο καιρός δεν παρήρχετο. Τι να

κάμη; Της ήλθεν όρεξις ν' ανοίξη το βαρύ εκείνο κιβώτιον, και να

ιδή ολίγον, να ιδή μόνον — τα τάλληρα του σάκκου. Ποτέ της δεν

είχεν ιδεί πολλά μαζή, . . . ουδέ ολίγα, η αγαθή γυνή. Αλλ'

ενθυμήθη αμέσως ότι είχε το κλειδίον ο Δημήτρης. «Κρίμα!» είπε

καθ' εαυτήν, και εξήλθεν εις την αυλήν, όπου τα νεώτατα των

παιδιών της έπαιζον μετά του οικοφύλακος μολοσσού, σύροντα αυτόν

άλλο από των ώτων και άλλο από της ουράς.

Τέλος εσήμανε μεσημβρία, και ο Δημήτρης δεν είχεν έτι επιστρέψει

από της αγοράς.

— Κάπου θάμπλεξε, διενοήθη η Μαριώ. Καλά που δεν είνε εδώ τα

παιδιά, . . . θα τάφινε νηστικά.

Και λαβούσα από του ερμαρίου τεμάχιον άρτου, λείψανον της

προτεραίας, το εμοιράσθη με τα μικρά της.

— Εκείνος θάφαγε βέβαια, είπε καθ' εαυτήν.

Αληθώς δε είχε φάγει ο κυρ Δημήτρης, και είχε πίει μάλιστα.

Εξελθών της οικίας του ησθάνθη, και αυτός δεν ήξευρε διατί,

ελαφρότερον τον εαυτόν του. Ενόμισεν, ότι είχε γείνει διά μιας

νεώτερος, ότι αι κνήμαι του ήσαν ευσταλέστεραι και το βήμα του

κουφότερον, και έβαινεν ανατείνων την κεφαλήν και υποτονθορύζων

το δημοτικόν άσμα της απόκρεω: Κ α τ η γ ο ρ ο ύ ν τ η γ ά τ α

μ α ς, αμέριμνος, σχεδόν υπόπτερος. Μετ' ολίγας στιγμάς είχεν

εντελώς λησμονήσει ότι κατηυθύνετο εις την αγοράν. Εσκέπτετο,

υπελόγιζε, εσχεδιάζε . . . Πάντα δε ταύτα μειδιών,

κατευχαριστημένος. Χωρίς να το εννοήση, ευρέθη μετ' ολίγον εις το

καφφενείον του. Παρήγγειλε καφέν, εκέρασε και μερικούς φίλους,

τους οποίους εύρεν εκεί, έπιε κατόπιν έν δύο ρακιά, φιλευθέντα

υπό των φίλων, και εξήλθε του καφενείου έτι ευθυμότερος, θωπεύων

ενίοτε έξωθεν του θυλακίου του το μεγάλο κλειδί της κασσέλας.

Ενθυμήθη τότε την παραγγελίαν της Μαριώς, ενθυμήθη ότι έπρεπε ν'

αγοράση άρτον διά τα τέκνα του· και ετράπη προς την αγοράν. Αλλά

— κακή μοίρα! — εκεί προ της αγοράς έχαινε παρά την οδόν η θύρα

καπηλείου, και προ της θύρας ίστατο φίλος παλαιός, βλάμης του

Δημήτρη, ο κυρ Θοδωρής.

— Βρε, καλό 'ς το Μήτρο! Σκόλη έχεις και συ; Κάτι χαρούμενος;

Η από πολλού ήδη εν σιγή πνιγομένη χαρά του Δημήτρη ολίγου δειν

εξώρμα αθυρόστομος.

— Πού να σ' τα . . . είπε, αλλ' ανεκόπη αμέσως. Άλλη ώρα τα

λέμε, . . . έλα τώρα να σε κεράσω! υπέλαβε ταχέως, θέλων να

διορθώση διά της ελευθεριότητος την παραδρομήν της γλώσσης του.

Και εισήλθεν εις το καπηλείον ο Δημήτρης, . . . και έμεινεν εκεί

μέχρι νυκτός.

Ότε δε αργά επέστρεψεν εις τον οίκον του, κλονούμενος και

παραπαίων, υποστηριζόμενος υπό του βλάμη του Θοδωρή, είχεν ήδη

κατά μήκος πλάτος διηγηθή τα κατ' αυτόν εις όμιλον φίλων

ευωχητών, εις τους οποίους, κενώσας το τελευταίον του ποτήριον,

είχε κενώσει και όλα του τα μυστικά, και αυτό το μυστικώτατον και

νωπότατον, το του θησαυρού του.

Η πτωχή Μαριώ εκάθητο εις το κατώφλιον της εξωθύρας, ανήσυχος,

εναγωνίως ανιχνεύουσα διά του βλέμματος την οδόν και συμπλέκουσα

τας χείρας επί των γονάτων. Είδε τον άνδρα της, φερόμενον μάλλον

ή ερχόμενον, κ' ερράγισεν η καρδία της.

— Χαρά 'ς το! εφώνησε, χαρά 'ς το! Τέτοια ώρα έρχεσαι 'ς το

σπίτι σου; Πού ήσουν όλην την ημέρα;

— Τίποτα, . . . τίποτα! απήντησεν η δυσκίνητος γλώσσα του

Δημήτρη. Μη . . . μου θυμόνης . . . κυρά Μαριώ . . . και σου

λέω . . .

— Καλησπέρα, κυρά Δημήτραινα, προσεφώνησε φιλοφρόνως ο Θοδωρής.

Δεν είνε τίποτε· λίγη ευθυμία! Αλήθεια δα, . . . τα συχαρήκια

μας. Σας έφεξε πάλι. Μα να μη το πάρετε κι' απάνω σας όμως . . .

και δεν μας καταδέχεσθε, . . . τώρα που γινήκατε πλούσιοι, . .

κυρά Δημήτραινα! Καληνύχτα σας!

Και παραδούς τον Δημήτρην εις χείρας της συζύγου του, κατάπληκτον

εξ όσων έβλεπε και ήκουεν, ανεχώρησεν ο βλάμης.

— Σε καλό σου, Δημήτρη μου, σε καλό σου! έλεγεν η ταλαίπωρος

γυνή, σύρουσα ηρέμα τον σύζυγόν της προς την θύραν του οίκου.

Τέτοιο πράμμα δεν τώπαθες άλλη φορά . . . Πού σου ήλθε;

— Πατέρα, πού 'νε το ψωμί; εφώνησεν έν των πεινώντων παιδίων,

προστρέχον ευθύμως εις απάντησιν του πατρός του.

— Ψω . . μί; Νά! απήντησε βαναύσως ο μέθυσος, και πριν ή

προφθάση η μήτηρ να κρατήση την χείρα του, κατέπεσεν αύτη βαρεία

επί της παρειάς του παιδός.

Το μικρόν εκυλίσθη χαμαί ολολύζον, ο δε Δημήτρης κατέπεσε μετ'

ολίγον βαρύς εις την κλίνην του, όπου απεκοιμήθη.

Μετά δύο ημέρας ο κύριος Μαρής και η κυρία Μαρή έπινον μετά το

πρόγευμα τον καφέν των εν τη αιθούση, όπου ήδη τους απηντήσαμεν.

— Το είδες λοιπόν, Ερμιόνη, ότι οι γείτονές μας ησύχασαν; Ούτε

χοροί πλέον, ούτε τραγούδια, ούτε μουσική, ούτε τίποτε . . . Πού

και πού μόνον καμμία λογομαχία . . .

— Μα πώς αυτό, Αγησίλαε; τι συνέβη; μήπως τους έκαμες τίποτε;

ηρώτησεν ανησύχως η κυρία Μαρή. Μήπως τους εφοβέρισες; μήπως τους

κατήγγειλες; Δεν έκαμες καλά!

— Έννοια σου, έννοια σου . . . μην ανησυχής! ούτε τους

κατήγγειλα ούτε τους εφοβέρισα. Χρήματα μόνον τους έδωκα . . . να

τα κάμουν ό,τι θέλουν· και τα χρήματα βλέπεις πώς τους άλλαξαν.

— Είνε δυνατόν;

— Φαίνεται. Διότι τα χρήματα, πρέπει να ηξεύρης, Ερμιόνη. . . .

Και ο κύριος Αγησίλαος ητοιμάζετο να αυτοσχεδιάση πρόχειρόν τινα

ομιλίαν περί της επιδράσεως, την οποίαν κατ' αυτόν ηδύνατο ν'

ασκήση το χρήμα επί τον χαρακτήρα του ανθρώπου, ότε εκρούσθη σιγά

η θύρα, εισελθών δε υπηρέτης ανήγγειλεν, ότι ο κυρ Δημήτρης

εζήτει να ιδή τον Κύριον.

— Ας έλθη, είπεν εκπλαγείς ο Αγησίλαος.

Και μετά μικρόν εφάνη ο ταλαίπωρος Δημήτρης, ωχρός, ισχνός,

ερυθρούς έχων τους οφθαλμούς εκ της αϋπνίας, παρηλλαγμένος υπό

της αργίας και της μερίμνης, και κρατών υπό μάλης τον γνωστόν

ημίν ήδη σάκκον.

— Τι είνε κυρ Δημήτρη; τι τρέχει; ηρώτησεν ο χρηματιστής.

— Με το συμπάθειο, αφέντη, σας έφερα 'πίσω τα χρήματα, . .

δεμένα όπως ήτανε . . .

— Διατί;

— Δεν μας κάνουν, αφέντη.

— Πώς; σας είνε ολίγα;

— Όχι, αφέντη, . . με το συμπάθειο· μας είνε πολλά. Δεν είμαστ'

εμείς άνθρωποι για χρήματα . . . μας χαλούν εμάς τα χρήματα.

Εμένα με χάλασαν. Μ' έκαμαν κακό άνθρωπο. Μ' έκαμαν να δείρω τα

παιδιά μου, δίχως αφορμή, . . . να σηκώσω χέρι 'ς τη γυναίκα

μου! . . . μ' έκαμαν να υποψιασθώ, την αφεντειά σου πως μ'

εγέλασες . . . μ' έκαμαν να μεθύσω . . . να γείνω τάβλα . . πρώτη

φορά 'ς τη ζωή μου. Αφίνω πως μας αρρώστησαν από την αϋπνία, κ'

εμένα και τη γυναίκα μου . . . αφίνω πως τα καϋμένα τα παιδιά μου

ούτε χορεύουν πεια ούτε τραγουδούν . . , γιατί δεν έχω κέφι να

παίξω το μπουζούκι μου. Το λοιπόν, αφέντη, με το συμπάθειο . . .

σας είμαι υπόχρεως, πολύ υπόχρεως, . . μα . . νά κρατήστε του

λόγου σας τα χρήματα σας, κ' εγώ . . . τη φτώχια μου.

Και χαιρετίσας ο κυρ Δημήτρης επανήλθε φαιδρός εις τον οίκον του,

περιεπτύχθη τα μικρά του, και εξεκρέμασεν αμέσως το μπουζούκι

του.

Ο Κύριος Μαρής ενόμισε περιττόν να εξακολουθήση την ομιλίαν του

περί της επιδράσεως του χρήματος επί του χαρακτήρος του ανθρώπου.

ΥΙΟΣ ΕΚ ΠΑΤΡΟΣ

Πρωίαν τινά του χειμώνος του έτους 1880 ηγέρθην της κλίνης

δύσθυμος άνευ λόγου, και αφού ενεδύθην τρέμων εκ του ψύχους εις

τον ανήλιον κοιτώνα μου, προσεπάθουν να θερμάνω σώμα και καρδίαν

διά του πρωινού καφέ, ότε βίαιος αίφνης κωδωνισμός της θύρας με

διέκοψεν. Εταράχθην, αγνοώ διατί, ως ταρασσόμεθα πολλάκις αλόγως

λαμβάνοντες απροσδόκητον τηλεγράφημα, και τρέμομεν να το

ανοίξωμεν. Ευθύς δε μετ' ολίγον εισήλθεν ή μάλλον εισώρμησεν εις

το δωμάτιόν μου ο στενός μου φίλος Δημήτριος Κ . ., ωχρός,

τεταραγμένος, και πριν ή προφθάσω να τον ερωτήσω τον λόγον της

τόσον πρωινής του επισκέψεως·

— Δεν ηξεύρεις; . . . μου είπε, μόλις κατορθών να αρθρώση τας

λέξεις του. Ο Σοφής ηυτοκτόνησε!

— Ο Σοφής; ποιος Σοφής; ηρώτησα εγειρόμενος εν ταραχή.

— Ο Αλέξανδρος.

— Πώς; πότε; διατί;

— Με πιστόλι, χθες την νύκτα εις την κοίτην του Ιλισσού. Το

διατί είνε μυστήριον. Μικρά σημείωσις, η οποία ευρέθη επάνω του,

φέρει ως λόγον της αυτοκτονίας του χρόνιον και ανίατον, ως λέγει,

νόσημα· αλλ' ο λόγος αυτός βεβαίως είνε πρόφασις.

— Ανίατον νόσημα; υπέλαβον εγώ· τι νόσημα; Δεν μου φαίνεται να

έπασχε. Η όψις του τουλάχιστον . . .

— Τίποτε δεν είχε, διέκοψεν ο Δημήτριος· ήτον υγιέστατος,

ευκίνητος πάντοτε και δραστήριος, ως τον εγνώριζες. Ολίγον μόνον

μελαγχολικός ήτον εσχάτως, και η φαιδρά του μεγαλαυχία είχε κάπως

ελαττωθή· ήτο κάμποσος καιρός, που δεν τον ήκουα πλέον να

δημιουργή τα αιώνια εκείνα — ηξεύρεις; — σχέδιά του περί

πλουτισμού και εκατομμυρίων, με τα οποία τόσον μας διεσκέδαζε.

— Δεν εδικηγόρει πάντοτε; Είχε μάλιστα, νομίζω, καλήν πελατείαν.

— Ναι· είχεν άλλοτε· αλλ' εσχάτως η πελατεία του είχε πολύ

ελαττωθή.

— Δεν ήτο, θαρρώ, και μιας τραπέζης δικηγόρος;

— Ναι· είχεν αρχίσει να επιζητή τοιούτου είδους εμμίσθους

δικηγορίας, διά να έρχεται, καθώς έλεγεν, εις πλειοτέραν

συνάφειαν με τα γεμάτα χρηματοκιβώτια, των οποίων ήθελε να

μετακενώση, ει δυνατόν, το περιεχόμενον εις τα θυλάκιά του. Είχε

την μανίαν και αυτός να γείνη γρήγορα εκατομμυριούχος. Έπασχε

δίψαν χρήματος, και αυτό ίσως ήτο το ανίατον νόσημά του.

— Περίεργος άνθρωπος! Με τόσην ευφυίαν και τόσην ικανότητα, και

να τελειώση . . .

Εμείναμεν προς στιγμήν και οι δύο σιγώντες.

Ο Δημήτριος εκάθισε, εζήτησε καφέν, έστρηψε μηχανικώς έν σιγάρον,

και αφού έτριψε το μέτωπον διά της χειρός του, είπε με σιγαλήν

φωνήν.

— Αι! ίσως δεν έκαμεν άσχημα ν' αυτοκτονήση.

— Πώς; τι εννοείς; ηρώτησα έκπληκτος.

— Ενθυμείσαι, υπέλαβεν ο φίλος μου, μίαν εσπέραν προ τριών ή

τεσσάρων ετών, ότε συνηντήθημεν μαζή του εις το ζυθοπωλείον του

Μπερνιουδάκη, εκεί εις το στενόν της Μητροπόλεως, και μας

ανέπτυξε λεπτομερώς τας περί ευτυχίας και πλούτου ιδέας του;

— Δεν ενθυμούμαι, απήντησα.

Και δεν ενθυμούμην αληθώς. Τον Αλέξανδρον Σοφήν σπανίως είχον

αφορμάς να βλέπω, ένεκα της διαφοράς των έργων μας. Μας είχε

συνδέσει άλλοτε παλαιά νεανική φιλία, εγνώριζα κάπως την

οικογένειάν του, είχα δε γνωρίσει ολίγον και τον προ δεκαετίας

αποθανόντα πατέρα του, όστις από πλουσίου κτηματίου των Αθηνών

είχε πτωχύνει — διά του χαρτοπαιγνίου ως ελέγετο, — αλλ' από ετών

ήδη πολλών αι σχέσεις μας είχον αραιωθή, και μάλιστα αφότου εκ

δικηγορικής του αμελείας είχεν απολεσθή σπουδαία οικογενειακή μου

δίκη.

— Πώς δεν ενθυμείσαι; ηρώτησεν απορών ο φίλος μου. Είνε δυνατόν

να μην ενθυμήσαι τας φοβεράς παραδοξολογίας, όσας μας έλεγε, και

τας οποίας συ μεν απέδιδες εις τον ζύθον της Βιέννης, εγώ δε, ο

οποίος εγνώριζα τον Σοφήν πολύ καλλίτερά σου, ετρόμαζα να ακούω;

— Ναι, τώρα ενθυμούμαι, απήντησα. Τι δεν μας είπεν εκείνο το

βράδυ! Απόφασιν είχεν, έλεγεν, αδιάσειστον να γείνη πλούσιος,

διότι μόνον οι ανόητοι κατ' αυτόν έμενον πτωχοί. Οι έξυπνοι,

έλεγε, πρέπει να ψαρεύουν το χρήμα όπου το ευρίσκουν, και μόνον

ενώπιον του ποινικού νόμου να σταματούν. Εγώ εγελούσα, και συ

έφριττες και διεμαρτύρεσο.

— Έφριττα, διότι ησθανόμην, ότι όσα έλεγεν ο Αλέξανδρος τα έλεγε

σπουδάζων. Ο ζύθος είχε λύσει την γλώσσαν του, και η γλώσσα του

επρόδιδε τους βαθείς μυχούς της διανοίας του. Είχεν ήδη αρχίσει

πρό τινων ετών να βαρύνεται το χειρωνακτικόν, ως το απεκάλει,

επάγγελμα του δικηγόρου, και να πλησιάζη κάπως εις το

χρηματιστήριον. Οι άνθρωποι με τους οποίους εσχετίσθη τον έκαμαν

τολμηρότερον, και μερικαί επιτυχίαι εις την αρχήν του ήνοιξαν την

όρεξιν. Αλλ' έπειτα ήλθαν φυσικώς αι ατυχίαι, η τόλμη του έγεινε

πείσμα, και ο Αλέξανδρος έπεσε κατά κεφαλής εις παν είδος

επιχειρήσεων, από τας οποίας ήλπιζε κέρδος. Εν τω μεταξύ είχε

νυμφευθή, ως ηξεύρεις, και αι ανάγκαι του είχον αυξήσει. Δεν

ηξεύρω ακριβώς τι εργασίας έκαμνε· αλλά δεν ήσαν βεβαίως όλαι

καθαραί, ούτε απέσυρεν εξ αυτών καθαράς τας χείρας του ο Σοφής,

όπως πολλάκις έλαβον αφορμήν να συμπεράνω εκ των λόγων ανθρώπων,

οίτινες είχον συναλλαχθή μετ' αυτού. Εσχάτως μάλιστα είχα μάθει,

ότι καθ' εσπέραν σχεδόν εγίνετο χαρτοπαίγνιον εις την οικίαν

του . . .

— Ήτο και χαρτοπαίκτης; ηρώτησα.

— Ήτο άλλοτε . . . και πολύ αλλά τελευταίον εδέχετο μόνον

χαρτοπαίκτας, και τους εξεμεταλλεύετο.

— Και αυτό ακόμη; Εις τόσον εξευτελισμόν είχε καταντήσει;

— Δυστυχώς· και το λυπηρότερον είνε, ότι αναποδράστως έμελλε να

καταντήση εκεί.

— Πώς αυτό;

— Δεν ηξεύρω, . . αλλά κληρονομικότης, αίμα, ανατροφή,

περιβάλλον, . . — όπως θέλεις ειπέ το, — είχε κάτι εντός του ο

Αλέξανδρος, το οποίον τον έφερεν επί τέλους αναποφεύκτως εις την

καταστροφήν. Ήτο προωρισμένος, — δεν αμφιβάλλω δι' αυτό, να γείνη

ό,τι έγεινε, και να τελειώση όπως ετελείωσε.

— Δεν εννοώ, . . υπέλαβον· αλλ' ο Δημήτριος, διακόπτων με

αμέσως.

— Άκουσε, είπε. Έξω βρέχει, ο καιρός είνε άθλιος, εργασίαν δεν

έχεις, ούτε θα εξέλθης βέβαια, καθώς κ' εγώ. Άκουσε λοιπόν να σου

διηγηθώ συντόμως την παλαιάν ιστορίαν του Σοφή. Είνε αρκετά

χαρακτηριστική, και θα ιδής αν έχω δίκαιον.

Ανήψε νέον σιγάρον, εκάθισεν αναπαυτικώς εις ένα κλιντήρα, και

ήρχισε διηγούμενος.

Με τον Αλέξανδρον ήμεθα συμμαθηταί. Παιδία μόλις δωδεκαετή

εγνωρίσθημεν προ τριάκοντα περίπου ετών εις το έν και μόνον τότε

ελληνικόν σχολείον των Αθηνών, το οποίον ήτο, καθώς ηξεύρεις, εις

την Πλάκαν, εις την οικίαν του Δοσίου. Είχε το πνεύμα ζωηρόν και

ανήσυχον, εφοίτα ατάκτως εις τας παραδόσεις και σπανίως ήξευρε το

μάθημά του εξεταζόμενος. Τα απ' έξω ιδίως, αι τόσον αγαπηταί τότε

εις τους διδασκάλους αποστηθίσεις, ήσαν ο εφιάλτης του. Ποτέ δεν

κατώρθωσε να απαγγείλη ακριβώς την τερατώδη εκείνην — αν την

ενθυμείσαι — περιγραφήν της τοποθεσίας της Ελλάδος εκ της

Γεωγραφίας του Βακαλοπούλου, ούτε τον ορισμόν της Ευχαριστίας εκ

της Κατηχήσεως του Δαρβάρεως. Δεν ήτο εν τούτοις οκνηρός ούτε

αφιλομαθής. Αλλά η ιδιότροπος και δυσυπότακτος φύσις του εφαίνετο

αποστρεφομένη την τακτικήν εργασίαν και βδελυττομένη τον ζυγόν.

Επροτίμα να αναρριχάται εις τους βράχους της Ακροπόλεως προς

αναζήτησιν φωλεών κιρκινεζίων, και να παίζη αμπάριζαν εις το

Στάδιον, οπού διέπρεπον η κορδέλλαις του, παρά να κάθηται ώραν

πολλήν εις τα θρανία του σχολείου. Και τούτο δε οσάκις του

συνέβαινε, σπανίως κατώρθονε να προσέχη εις το βιβλίον του ή εις

του διδασκάλου τους λόγους. Η προσφιλής του ενασχόλησις ήτο να

συλλαμβάνη μυίας υπό το θρανίον — και είχεν εις τούτο θαυμασίαν

αληθώς δεξιότητα, — να τας ανασκολοπίζη με μικρά ξυλάρια, εις των

οποίων το άκρον εκόλλα τεμάχια χαρτίου, και να τας αφίνη κατόπιν

να πετούν εντός της παραδόσεως, προς θορυβώδη σκανδαλισμόν των

επιμελών και μεγίστην αγαλλίασιν των απροσέκτων. Αν τούτο ήτο

δύσκολον, είτε διότι εσπάνιζον τα πτερωτά του θύματα, είτε διότι

επρόσεχεν εις αυτόν ο διδάσκαλος πλέον του πιθανού, έσκαπτε διά

του μαχαιριδίου του σπήλαια εις την σανίδα του θρανίου, ή

εχάραττεν επ' αυτής τα αρχικά στοιχεία του ονόματός του, ή

ετύπονε φανταστικάς εικόνας εντός των τετραδίων του, σταλάζων επ'

αυτών μελάνην, και συμπιέζων έπειτα εις δύο τα φύλλα των. Αν δε

διαβόλου συνεργεία επεφοίτα αίφνης εν μέσω των σπουδαίων εκείνων

ασχολιών του η ράβδος του διδασκάλου — διότι οι διδάσκαλοι τότε

είχον, ως ενθυμείσαι βέβαια, και λόγον και ράβδον, — ο Σοφής δεν

εκραύγαζεν εκ πόνου, ούτε εταράττετο, ούτε επορφυρούτο καν εξ

αιδούς ή οργής. Απαθής, ύψονε το βλέμμα προς την οροφήν και

ηρίθμει τα πολύχρωμά της κοσμήματα, επιφυλασσόμενος, άμα ως

παρήρχετο η καταιγίς, να επαναλάβη την διακοπείσαν του εργασίαν.

Δύο μόνα μαθήματα είλκυον κατ' εξαίρεσιν την προσοχήν του και τον

είχον τακτικόν φοιτητήν: η αριθμητική και τα ιερά. Αυτά μεν χάριν

του διδασκάλου, εκείνη δε χάριν των αριθμών. Η διδασκαλία των

ιερών μαθημάτων ήτο δι' αυτόν θέαμα μάλλον ή μάθημα. Ότε πρωί

πρωί ηνοίγετο του σχολαρχείου η θύρα και ο εντός του σχολείου

κατοικών διδάσκαλος, ο ιερομόναχος Δανιήλ, ανέβαινεν εις την

έδραν του με τον κοντόν κοιτωνίτην και τον μαύρον του σκούφον,

σύρων τας εμβάδας του και διευθετών διά της χειρός το ακτένιστον

γένειόν του, το πρόσωπον του Αλεξάνδρου ηκτινοβόλει από χαράν και

αγαλλίασιν. Ότε δ' εκείνος, ανασύρων προς τον αγκώνα το

απαραίτητον κομβολόγιόν του, ήρχιζε με την έρρινόν του φωνήν να

αναγινώσκη τον κατάλογον, το παρών, διά του οποίου απήντα εις το

όνομά του ο Σοφής, περιελάμβανε κόσμον όλον ελπίδων και φαιδράς

προσδοκίας. Αλλ' ό,τι ιδίως επερίμενεν εν εκστάσει, ήτο η

στερεότυπος φράσις, διά της οποίας ο διδάσκαλος συνώδευε την

κλήρωσιν του πρώτου καλουμένου εις εξέτασιν μαθητού.

— Ούτε του θέλοντος ούτε του τρέχοντος, . . . έλεγεν ο Δανιήλ.

— Αλλά του θεού ευδοκούντος! συνεπλήρου σχεδόν πάντοτε ο μικρός

Σοφής.

Ο αγαθός ιερομόναχος εγέλα ενίοτε, οσάκις ήτο ευδιάθετος, — και

ήτο τούτο σπάνιον — συχνότερον όμως ωργίζετο και ήρχιζε τότε να

σφενδονίζη κατά κεφαλής του Αλεξάνδρου ό,τι πρόχειρον είχε· τον

κατάλογόν του κατ' αρχάς, έπειτα το κομβολόγιον, ενίοτε δε τέλος

και αυτάς τας συρτάς του εμβάδας, ανά μίαν ή και τας δύο

συγχρόνως. Φοβερόν ήτο, ότε τας εμβάδας παρηκολούθει εναέριος και

ο σκούφος. Αλλ' ο μαθητής ουδόλως εκ τούτου επτοείτο, ούτε

κατέστελλε τον γέλωτα. Ανέτεινε μόνον τας χείρας, και συλλαμβάνων

ασφαλώς, μετεώρους ακόμη, τους ακινδύνους του ιερομονάχου

κεραυνούς, επέστρεφεν αυτούς εις τον ρασοφόρον Δία,

συντετριμμένος μεν το φαινόμενον και κάτω νεύων την κεφαλήν, αλλά

σπαίρων όλος εκ του συγκρατουμένου γέλωτος. Ησπάζετο εν μετανοία

την χείρα του διδασκάλου, οσάκις εκείνη δεν προκατελάμβανε βιαίως

την παρειάν του, και επανήρχετο ούτως ή άλλως εις την θέσιν του,

διά να αρχίση ευκαιρίας δοθείσης τα ίδια.

Της αριθμητικής το θέλγητρον ήτο εντελώς διάφορον διά τον

Αλέξανδρον. Ο διδάσκαλός της, ισχνός, υψηλός, με κίτρινον

αυστηρόν πρόσωπον και μαύρον κομβωμένον επενδύτην, δεν ήτο

βεβαίως αντικείμενον διασκεδάσεως διά τον φιλοθεάμονα συμμαθητήν

μου· αλλ' εδίδασκεν όμως αριθμητικήν, οι δε αριθμοί ήσκουν

ακαταμάχητον γοητείαν εις την νεαράν διάνοιαν του Σοφή. Αι

τέσσαρες πράξεις συνώψιζον δι' αυτόν πάσαν γνώσιν ανθρωπίνην και

απετέλουν ούτως ειπείν το μη περαιτέρω της μαθήσεως. Παιδίον

δωδεκαετές μόλις, είχε παράδοξον λογιστικήν πρωιμότητα, την

οποίαν εθαύμαζε πολλάκις και αυτός ο διδάσκαλος. Πρώτος εξ όλων

μας έλυε τα διδόμενα εις τους μαθητάς προβλήματα, και μόνος αυτός

πολλάκις τα δυσκολώτερα. Εξετέλει δε αγράφως και κατά διάνοιαν

προσθέσεις και πολλαπλασιασμούς, αφαιρέσεις και διαιρέσεις, διά

τας οποίας εβρέχαμεν ημείς οι άλλοι με άφθονον ιδρώτα τας πλάκας

μας. Είχεν αναντιρρήτως λογιστικήν την φύσιν και την διάνοιαν.

Εφαίνετο δε τούτο και εις αυτάς ακόμη τας καθημερινάς του σχέσεις

μετά των συμμαθητών του, διότι πάντοτε σχεδόν ευρίσκετο εις

συναλλαγάς μαζή των. Πότε αντήλασσε μετ' αυτών γραφίδας αντί

χάρτου ή μολυβδοκόνδυλα αντί κονδυλοφόρων, πότε επώλει το καθαρόν

του τετράδιον ή ηγόραζε το εφθαρμένον άλλου βιβλίον, αφού

προηγουμένως εξέκαμνε συμφορώτερον το καινουργές και σχεδόν

άθικτον ιδικόν του. Οσάκις νέον διδακτικόν βιβλίον εισήγετο εις

την τάξιν, πρώτος αυτός υπελόγιζε, πότε έμελλε να τελειώση η

διδασκαλία του, αριθμών τας σελίδας και τα υπολειπόμενα μαθήματα,

διαιρών και πολλαπλασιάζων, όχι, εννοείται, δι' εαυτόν, διότι

ολίγον εκείνος περί τούτου εφρόντιζεν, αλλά δι' ημάς τους

ανοήτους, ως μας, έλεγεν, εις τους οποίους και μετέδιδεν αμέσως

των υπολογισμών του το πόρισμα.

Φίλον στενόν και διαρκή, οποίους είχαμεν ημείς οι άλλοι, ουδέποτε

απέκτησεν εις το σχολείον ο Αλέξανδρος. Είχε συμπαίκτορας και

συντρόφους των εκδρομών του, είχε θύματα της λογιστικής του

επιτηδειότητος, τα οποία και ιδιαιτέρως επεριποιείτο, ενόσω

διήρκουν αι μετ' αυτών διαπραγματεύσεις του, αλλά φίλον αληθή δεν

είχεν. Εδοκίμασαν τινές των συμμαθητών μας να οικειωθώσι προς

αυτόν διαρκέστερον, αλλ' απέτυχον όλοι. Εις τας παιδικάς των

διαχύσεις ή τας αφελείς αυτών εκμυστηρεύσεις ουδέποτε απεκρίνετο

δι' ομοίων ο Σοφής, απήντα δε συνήθως διά γέλωτος ή σιωπής.

Έκαστος ημών εγνώριζε του άλλου πάσας σχεδόν τας οικιακάς

περιστάσεις· τι ήτο ο πατήρ του, πόσους είχεν αδελφούς, τι

έτρωγον συνήθως, πού εκάθηντο, πώς διεσκέδαζον κατ' οίκον, τι

έκαμνον, και όσα άλλα. Περί του Σοφή τίποτε δεν ηξεύραμεν. Τούτο

δε όχι μόνον εσκανδάλιζε την παιδικήν ημών περιέργειαν, αλλά και

εμπόδιζε πάντα δεσμόν οικειότητος μεταξύ ημών και εκείνου. Μας

εξένιζε δε ακόμη και πάντοτε ανεξήγητος μας εφαίνετο η ενδυμασία

του συμμαθητού μας και η αιφνιδία της πολλάκις μεταβολή. Τα

καινουργή του φορέματα διεδέχοντο αίφνης άλλα ωραιότερα, χωρίς

τινα λόγον, ταύτα δε επαλαιούντο πάλιν εις τους ώμους του και

κατέπιπτον σχεδόν εις ράκη, εν μέσω χειμώνος πολλάκις, χωρίς ποτέ

να παρεμβή κλωστή ή βελόνη προς διόρθωσιν ή αναπλήρωσιν της

φθοράς. Δεν είχεν άρα μητέρα ο Αλέξανδρος; ήτο αίνιγμα τούτο δι'

ημάς, όπως αίνιγμα ήτο και ο πατήρ του.

Των πλείστων εξ ημών οι πατέρες ήσαν γνωστοί εις την τάξιν.

Ήρχοντο τρις και τετράκις του έτους εις το σχολείον, διά να

ερωτήσωσι τους διδασκάλους περί των προόδων και της επιμελείας

μας· του Αλεξάνδρου όμως ο πατήρ ουδέ εις τας εξετάσεις του

παρευρέθη ποτέ. Ότε δε άπαξ είς των συμμαθητών του, τολμηρότερος

των άλλων, απέτεινεν εις αυτόν πλαγίαν περί τούτου ερώτησιν,

ύψωσεν εκείνος τους ώμους, εμειδίασε μειδίαμα παράδοξον, πολύ της

ηλικίας του ωριμώτερον, και αντί να απαντήση ηρώτησε·

— Θάλθης απόψε εις την αμπάριζα;

Αίφνης περίστασίς τις απροσδόκητος έγεινεν αφορμή να γνωρίσωμεν

τον πατέρα του Αλεξάνδρου και να στερηθώμεν συγχρόνως εκείνον.

Μίαν ημέραν — ήτο μάθημα Γεωγραφίας — ο Σοφής διεσκέδαζεν ως

συνήθως χαράττων διά μικρού μαχαιρίου τα προσφιλή του ιερογλυφικά

επί του θρανίου, ότε ανεκάλυψεν από της σκοπιάς του ο διδάσκαλος

την άτακτον εκείνην ασχολίαν. Προσήλθεν αγριωπός, — ήτο άνθρωπος

εντελώς χυδαίος, εμπνέων αληθή τρόμον εις όλους μας — έβαλε τας

φωνάς, κατέσχε το μαχαιρίδιον, το οποίον εταμίευσεν εις το

θυλάκιόν του ως σώμα του εγκλήματος, και μη αρκεσθείς εις ύβρεις

μόνον και επιτιμήσεις βαναύσους, ερράπισε τον δυστυχή Αλέξανδρον

με τόσην κτηνωδίαν, ώστε το ταλαίπωρον παιδίον έφερεν αυτομάτως

τας δύο του χείρας εις την καταπόρφυρον παρειάν του, και έβαλε

πόνου κραυγήν, — την πρώτην που ήκουσεν η τάξις από το στόμα του.

Ο διδάσκαλος επέστρεψε βραδυπατών και υβρίζων πάντοτε εις την

καθέδραν του· αλλ' ο Αλέξανδρος δεν ήτο εξ εκείνων, τους οποίους

καταβάλλει επί μακρόν η δριμεία συναίσθησις ενός ραπίσματος. Μετ'

ολίγα μόλις λεπτά έκυπτε πάλιν ενώπιόν του, απαθής μεν κατά το

φαινόμενον, αλλά συντόνως ασχολών τας χείρας του υπό το θρανίον.

Έκυπτον δε μαζή του οι εκ δεξιών και αριστερών γείτονές του,

περίεργοι, θαυμάζοντες και μειδιώντες, ανταλλάσσοντες δε σιγά τας

εκ του παραδόξου θεάματος εντυπώσεις των. Έτυχε να κάθημαι

όπισθέν του την ημέραν εκείνην, και πολλήν ησθάνθην περιέργειαν

να ίδω τι εκίνει τον θαυμασμόν των γειτόνων του Σοφή. Ανωρθώθην

ολίγον και έκυψα σιγά προς τα εμπρός, προσέχων να διαφύγω όσον

ήτο δυνατόν το άγριον βλέμμα του διδασκάλου. Είδα δε τον

Αλέξανδρον κρατούντα εις χείρας του και δεικνύοντα εις τους

γείτονάς του ισομεγέθη χαρτίων τεμάχια με περιέργους τύπους

σημείων ερυθρών και μελανών, και με διπλάς εικόνας ανδρών,

γυναικών και γερόντων.

— Αυτά είνε χαρτιά, που παίζουν, έλεγε σιγά ο Σοφής.

— Και πώς τα παίζουν; ηρώτα ο γείτων.

— Θα σας το ειπώ ύστερα. Κυττάξετε, τι ωραία που είνε.

Αλλά μόλις είχε τελειώσει την φράσιν του ο πτωχός Αλέξανδρος, και

εφάνη εμπρός του ο διδάσκαλος. Έκυψε και αυτός, είδε, και πριν

καν εννοήσωσιν οι άλλοι τι συνέβαινε, πριν ή συνέλθη ο ένοχος εκ

της καταπλήξεως, έγεινεν ανάρπαστος από το θρανίον του και

εβροντοκοπήθη εις το πάτωμα της παραδόσεως ως αν ήτο τόπι

ελαστικόν. Ο διδάσκαλός μας είχεν αθλητικόν ανάστημα ως αχθοφόρου

και χείρας μεγάλας ως των εικόνων του παντοκράτορος. Ύψωσε

καταπόρφυρος εξ οργής την βαρείαν του χείρα, σφιγμένην εις

γρόνθον, κατά κεφαλής του Αλεξάνδρου και την κατέφερεν επ' αυτής

απανθρώπως, γρυλλίζων·

— Χαρτιά, αι; χαρτοφόρος! . . . από τώρα! Δεν σε φθάνει η άλλη

σου προκοπή!

Και ανυψώθη η χειρ του, διά να καταπέση και πάλιν επί το θύμα.

Αλλά το αποτέλεσμα του πρώτου γρονθοκοπήματος επτόησε, φαίνεται,

την τόλμην του βαναύσου μας διδασκάλου και εψύχρανε διά μιας την

οργήν του. Ο μικρός Σοφής είχε πέσει χαμαί, άπνους σχεδόν και

ακίνητος, ημείς δε οι άλλοι, ανορθωθέντες διά μιας επί των

θρανίων, εκραυγάζαμεν σπαρακτικώς, ως αν εδερόμεθα όλοι ομού.

Απερίγραπτος υπήρξεν η επακολουθήσασα ταραχή. Εξ όλων των

δωματίων έτρεξαν έντρομοι οι διδάσκαλοι, εισώρμησαν εις την

αίθουσαν οι επιστάται, ο δε σχολάρχης, σεβάσμιος φουστανελλοφόρος

γέρων, κρατών ακόμη την καπνοσύριγγά του, την οποίαν εκάπνιζε προ

μικρού αμέριμνος εις το σχολαρχείον, εφάνη εις την θύραν, και

απέμεινεν άφωνος προ του θεάματος.

— Αχ! διδάσκαλε! είπεν αμέσως· τι έκαμες! Και στραφείς προς τους

λοιπούς διδασκάλους,

— Ορίστε, είπε, κύριοι, εις τας παραδόσεις σας. Σεις διαλυθήτε!

εφώναξε προς τους μαθητάς.

— Διαλυθήτε! επανέλαβεν αμέσως εντονώτερον, βλέπων ότι

εδιστάζομεν να κενώσωμεν την παράδοσιν.

Εξήλθομεν όλοι σιωπηλοί· μετ' ολίγον δε ο επιστάτης του σχολείου

εσήκωσε τον αναίσθητον Αλέξανδρον και τον επεβίβασεν εις μίαν

άμαξαν.

Επλησίασα τρέμων, και ηρώτησα δειλώς·

— Άνοιξε τα μάτια του;

— Τα άνοιξε, . . . δεν έχει τίποτα, απήντησεν εκείνος καθήμενος

πλησίον του αμαξηλάτου, και η άμαξα έφυγε δρομαία.

Απήλθομεν βραδυπατούντες εις τας οικίας μας και εσχολιάζομεν καθ'

οδόν τα συμβάντα. Δεν είχαμεν, ως σου έλεγα, φίλον του

Αλέξανδρον, ούτε είχαμεν κατορθώσει να τον οικειωθώμεν. Αλλ' η

ζωηρά του φύσις μας ήτο συμπαθής, και πολύ ηυχαριστήθημεν, ότι

δεν είχε πάθει τίποτε. Ηυχαριστήθημεν δε πολύ περισσότερον από

την απροσδόκητον σκηνήν, ήτις επηκολούθησε μετά τινας ημέρας.

Ο Σοφής δεν ήλθε πλέον εις το σχολείον, ούτε την επαύριον, ούτε

τας επομένας ημέρας. Ησθένησεν άρα γε και έμενε κλινήρης, ή άλλος

τις ήτο της απουσίας του ο λόγος; Κανείς δεν ήξευρεν. Αλλά την

δευτέραν ημέραν μετά το συμβάν, την αυτήν περίπου ώραν και κατά

το αυτό μάθημα, ήνοιξεν αίφνης η προς τον διάδρομον θύρα της

παραδόσεως, και ανήρ υψηλός και ρωμαλέος εισήλθεν εις την

αίθουσαν. Είχε το βήμα βαρύ και το ήθος άγριον. Ατάραχος και

ατενώς βλέπων προς την καθέδραν, εβάδισε κατ' ευθείαν προς τον

διδάσκαλον, όστις, δεν ηξεύρω, αλλά μ' εφάνη κάπως ωχριάσας την

στιγμήν εκείνην.

— Του λόγου σου είσαι, ηρώτησε πλησιάσας εις αυτόν, που ξεύρεις

και κτυπάς τόσον καλά τα παιδιά, 'σαν να ήσαν μουλάρια, απ'

εκείνα που βοσκούσες εις την πατρίδα σου;

Ο διδάσκαλος ηθέλησε κάτι να απαντήση, αλλά τόσον έτρεμεν όλος,

και τόσον ετραύλιζεν η γλώσσα του, ώστε δεν ηκούσαμεν τίποτε,

μολονότι σιγή βαθεία επεκράτει εις όλην την τάξιν, διότι η

συγκίνησις είχε δέσει όλων μας τας γλώσσας.

— Δεν ξεύρεις να δέρνης καλά! Επρόσθεσε δυνατώτερα ο άγνωστος,

τον οποίον από τους λόγους του εννοήσαμεν, ότι ήτο ο πατήρ του

Αλεξάνδρου. Εγώ να σε μάθω να δέρνης καλλίτερα.

Και υψώσας ταχέως την χείρα του — θεέ μου! τι χειρ ήτο εκείνη,

και τι κρότον έκαμε! — κατέφερεν αυτήν τόσον βιαίως εις το

πρόσωπον του διδασκάλου, ώστε τον εσφενδόνισε κάτω της έδρας του.

— Βοήθεια! εκραύγασεν εκείνος εγειρόμενος, και προσεπάθησε να

κινηθή προς την θύραν του σχολαρχείου.

Αλλά την δεξιάν χείρα του πατρός Σοφή παρηκολούθησε ταχεία η

αριστερά, και ταύτην εκείνη, και εκείνην πάλιν η άλλη, και δεν

ηξεύρω μα την αλήθειαν πού ήθελε φθάσει η φοβερά εκείνη

εκδίκησις, αν σχολάρχης και διδάσκαλοι και κλητήρες δεν επλήρουν

εντός ολίγου την παράδοσιν.

— Είμαι ο πατέρας του Αλεξάνδρου Σοφή, είπεν εκείνος ατάραχος,

στρεφόμενος απαθώς προς τους εισελθόντας, και ήλθα να μάθω αυτόν

τον κύριον πώς δέρνουν.

Και ανεχώρησεν ησύχως, όπως είχεν έλθει.

Το μάθημα, εννοείται, διεκόπη, και ημείς ωρμήσαμεν φαιδροί προς

την κλίμακα, και κατέβημεν πηδώντες ανά δύο τας βαθμίδας της.

Την άλλην ημέραν εμάθαμεν, ότι ο διδάσκαλος επαύθη, και επί πολύν

καιρόν δεν ηξεύραμεν τι απέγεινε. Μετά χρόνους μόνον πολλούς

ήκουσα ότι ο βουλευτής του τον διώρισε κάπου έπαρχον, αργότερα δε

πολύ τον είδα βουλευτήν εις τας Αθήνας. Τίποτε απίθανον να

διώρισε και εκείνος έπαρχον τον παλαιόν του βουλευτήν.

Εσιχαινόμεθα όλοι και εγώ ίσως περισσότερον των άλλων τον χυδαίον

εκείνον διδάσκαλον· εννοείς δε με πόσην ευχαρίστησιν και παιδικήν

χαράν έσπευσα να διηγηθώ το βράδυ εις τους γονείς μου τα συμβάντα

εις το σχολείον, και να περιγράψω ιδίως λεπτομερώς το ηρωικόν

κατόρθωμα του πατρός του συμμαθητού μας. Ο πατήρ μου, σοβαρός

συνήθως και ολιγόλογος, κατέκρινε με ολίγας λέξεις την διαγωγήν

του διδασκάλου, απεδοκίμασεν επίσης τον πατέρα του Σοφή, απέφυγε

δε να απαντήση εις την περίεργον ερώτησιν, την οποίαν του

απέτεινα, ζητών να μάθω τι ήτο ο πατήρ του Σοφή, και τι έργον

είχε.

— Κύτταζε τα μαθήματά σου, μου απήντησε ζωηρώς, και αυτά τα

πράγματα δεν σ' ενδιαφέρουν.

Αλλ' εγώ, εννοείς, ήμην περίεργος, ουδ' εννόουν, κατά τι θα

εβλάπτοντο τα μαθήματά μου, αν εμάνθανα τέλος πάντων τα

οικογενειακά του μυστηριώδους συμμαθητού μου. Διά τούτο, ευθύς ως

έμεινα μόνος με την μητέρα μου, επανέλαβον ικετευτικώς και με

πολλά θωπεύματα την ερώτησίν μου, και τόσον επέμεινα, ώστε αφήκεν

η αγαθή γυνή προς στιγμήν το πλέξιμόν της, μ' εκύτταξε τρυφερώς,

και απήντησε·

— Ο συμμαθητής σου ο Αλέξανδρος, παιδί μου, είνε ορφανός, . .

δεν έχει μητέρα. Ο πατέρας του είνε ένας κακορρίζικος άνθρωπος.

Είχε περιουσίαν και καλόν όνομα, και τα έχασε και τα δύο από το

κεφάλι του. Ήτον από τους καλούς κτηματίας των Αθηνών.

Εκαλλιεργούσε τα κτήματά του και εζούσε καλά. Έπειτα υπανδρεύθη,

εκακόπεσε, επήρε γυναίκα σπάταλη, κακή νοικοκυρά, . . και τα

κτήματά του ένα ένα πήγαν εις την δημοπρασίαν. Σιγά σιγά

εδυστύχησε, . . . έχασε και την γυναίκα του, και τώρα είνε πτωχός

και άθλιος, . . ζη από τα χαρτιά.

— Χαρτιά; ηρώτησα εγώ απορών. Τι πράγμα είνε, μητέρα, τα χαρτιά;

Α! ανεφώνησα αμέσως, πριν ή προφθάση ν' απαντήση η προδήλως

απορούσα και στενοχωρουμένη μήτηρ μου. Α! ενθυμούμαι! θα είνε απ'

εκείνα, που μας έφερε ταις προάλλαις εις το σχολείον ο

Αλέξανδρος.

— Σας έφερε εις το σχολείον ο Αλέξανδρος! εφώναξεν έντρομος η

μήτηρ μου. Και τα επιάσατε σεις εις τα χέρια σας; Μη παιδί μου!

μη, να σε χαρώ! Μην πιάσης ποτέ χαρτιά! Είνε αφανισμός! Είνε

κατάρα! Αυτά τα χαρτιά κατήντησαν τον πατέρα του Σοφή εκεί που

τον κατήντησαν.

— Μα πώς λοιπόν μου είπες, ότι ζη από τα χαρτιά; ηρώτησα εγώ

περιέργως.

Εστενοχώρησε δε, φαίνεται, πολύ την μητέρα μου η ερώτησίς μου,

διότι μετά τινας στιγμάς δισταγμού επανέλαβε το διακοπέν πλέξιμόν

της, και είπε με σιγαλοτέραν αλλά πολύ σοβαρωτέραν φωνήν.

— Νά! βλέπεις που δεν έπρεπε να σου ειπώ τίποτε; Αυταίς δεν είνε

ομιλίαις διά παιδιά. Πήγαινε τώρα να κοιμηθής, διότι είνε αργά.

Από τους λόγους της μητρός μου ολίγα τότε εννόησα περί του έργου

του πατρός του Σοφή. Έμαθα όμως, ότι ο Αλέξανδρος δεν είχε

μητέρα, και τότε εξήγησα, διατί ήρχετο πολλάκις εις το σχολείον

με το φόρεμά του σχισμένον ή χωρίς κομβία.

Επήγα εις την κλίνην μου βαρύθυμος, και επλάγιασα σκεπτόμενος,

πώς ήτο δυνατόν έν παιδίον να μην έχη μητέρα. Ποτέ δε άλλοτε,

όσον την εσπέραν εκείνην, δεν μου εφάνη γλυκύ το φίλημα, διά του

οποίου μου ηυχήθη καλήν νύκτα η μήτηρ μου, ούτε έσφιγξα ποτέ

περισσότερον τον τράχηλόν της με τας χείρας μου.

Την επομένην ημέραν, και πολλάς άλλας κατόπιν, η μόνη ομιλία μας

εις το σχολείον ήτο, εννοείται, ο πατήρ του Σοφή και το

ανδραγάθημά του. Πολλοί δε από τους συμμαθητάς μου, και ιδίως εκ

των μεγάλων, διηγούντο περίεργα και παράδοξα δι' αυτόν πράγματα,

τα οποία είχον μάθει, φαίνεται, και αυτοί από τους γονείς των.

Είς εδιηγείτο, ότι τόσην είχε δύναμιν ο υψηλός εκείνος και

σωματώδης άνθρωπος, ώστε έθραυε τραπέζια με τον γρόνθον του.

Άλλος, ότι έτρωγεν ολόκληρον αρνίον και έπινεν οκάδας χωρίς να

πάθη τίποτε. Άλλος, ότι την νύκτα όλην δεν εκοιμάτο, διότι οι

γείτονες έβλεπον φως εις τα παράθυρά του έως το πρωί. Μερικοί

ισχυρίζοντο, ότι τόσον ήτο παράφορος και οργίλος, ώστε εμαύριζεν

από τον θυμόν του και οι οφθαλμοί του εγέμιζαν αίμα, και δεν

ήξευρε πλέον ούτε τι έλεγεν, ούτε τι έκαμνεν. Εψιθύριζον δε άλλοι

δειλώς και με τρόμον, ότι και αυτή η σύζυγός του, η μήτηρ του

Αλεξάνδρου, τον οποίον δεν επανείδαμεν πλέον, είχε πέσει θύμα του

αγρίου θυμού του, κτυπηθείσα ίσως, όπως είχε κτυπηθή προ ολίγων

ημερών και ο γεωγράφος μας.

Όλη αυτή η ιστορία δεν ήτο δυνατόν, εννοείται, να διατηρηθή πολύ

εις την διάνοιαν παιδίων, και μετ' ολίγας εβδομάδας είχε

λησμονηθή εντελώς, όπως ελησμονήθη βαθμηδόν και ο Αλέξανδρος.

Ετελείωσα το ελληνικόν σχολείον, ετελείωσα το γυμνάσιον, μετέβην

εις το πανεπιστήμιον, κατόπιν εις την Ευρώπην, και μόνον ότε

επέστρεψα, μετά χρόνους πολλούς, τον απήντησα μίαν ημέραν καθ'

οδόν. Τον ανεγνώρισα αμέσως. Το ήθος του δεν είχε διόλου

μεταβληθή, το βλέμμα του ήτο το παλαιόν εκείνο εμπαικτικόν

συγχρόνως και λογιστικόν βλέμμα του συμμαθητού μου, και οι τρόποι

του ενέπνεον πάντοτε δυσπιστίαν και απέτρεπον πάσαν φιλικήν

διάχυσιν. Τον ηρώτησα, τι έγεινε τόσον καιρόν, και η μόνη του

απάντησις ήτο: Μην ερωτάς!

Δεν επέμεινα, εννοείται, διότι ήξευρα κάλλιστα, ότι ματαία θα ήτο

η επιμονή μου. Ήκουσα όμως μετ' ολίγας ημέρας λεπτομερείας τινάς

της ζωής του, αι οποίαι μ' ελύπησαν πολύ και με ετρόμαξαν

περισσότερον. Είχε, φαίνεται, αρχίσει από τότε να ριζοβολή εις

τον νουν του η ολεθρία εκείνη ιδέα του διά παντός μέσου

πλουτισμού, και τολμηρά τινα σχέδιά του, αστεία το κατ' αρχάς,

είχον αποβή επί τέλους τραγικά εις αυτόν. Έπειτα δεν τον

επανείδα, ειμή προ πέντε ή έξ ετών, ότε επέστρεψα από την

Αίγυπτον. Εκεί έμαθα, ότι είχε διατελέσει προ ετών υποπρόξενος

εις έν από τα μικρά υποπροξενεία της Αιγύπτου, και ότι δεν άφησε

πολύ καλάς αναμνήσεις εις την ελληνικήν κοινότητα. Μερικοί

μάλιστα έλεγον, ότι είχε παυθή ένεκα καταχρήσεων κατά την

απογραφήν μιας κληρονομίας. Ενόμισα τας φήμας αυτάς υπερβολάς, εκ

των συνήθων εις τας ελληνικάς κοινότητας, ιδίως του εξωτερικού.

Αλλ' ότε τον επανεύρον εδώ δικηγορούντα, έχοντα μάλιστα φήμην

ευφυούς δικηγόρου, και ήκουσα μερικά δείγματα της ευφυίας του, τα

οποία, ομολογώ, δεν με ενθουσίασαν, ενθυμήθην αμέσως τας φήμας

εκείνας. Όσας δίκας του ενεπιστεύοντο, τας εθεώρει ο Σοφής ως

είδος τι επιχειρήσεων, από τας οποίας εννόει να κερδήση αυτός

οπωσδήποτε περισσότερα των πελατών του. Δεν τον είχες και συ

δικηγόρον, νομίζω;

— Ναι, απήντησα· και μου έχασε μίαν σπουδαίαν δίκην.

— Ποίον είχε δικηγόρον ο αντίδικός σου, ηρώτησε περιέργως ο

Δημήτριος.

— Πού να ενθυμούμαι; Είνε τόσος καιρός!

— Βέβαια κανένα από τους συνεταίρους του Αλεξάνδρου.

— Είνε φρικτόν αυτό! ανεφώνησα.

— Είνε και άλλα, . . είπεν ο φίλος μου, και εσιώπησε.

— Τον δυστυχή! υπέλαβον μετά τινας στιγμάς, καθ' ας η ανάμνησις

της προσφάτου καταστροφής κατέπνιξεν αμέσως την στιγμιαίαν μου

αγανάκτησιν. Τον κατέστρεψεν ο ακοίμητος εκείνος πόθος του

χρηματισμού, οποίος έβοσκεν άγριος εις τα στήθη του.

— Βεβαίως! . . δεν είνε ζήτημα, απήντησεν ο Δημήτριος, και αυτός

χωρίς άλλο θα τον έφερεν επί τέλους εις συνάφειαν με τον ποινικόν

νόμον, τον οποίον μόνον εφοβείτο, καθώς μας έλεγεν εκείνο το

βράδυ. Αλλά πόθεν εγεννήθη ο σκώληξ αυτός εις την ψυχήν του;

Ποίος έβαλεν εκεί το σπέρμα του φοβερού αυτού μολύσματος; Ο πατήρ

του και το χαρτοπαικτείον του. Υιός εκ πατρός υπήρξεν

αναντιρρήτως ο Αλέξανδρος, αλλά τελειοποιημένος, εννοείται, υπό

των προόδων του νεοελληνικού πολιτισμού και των ψευδών αναγκών

του.

— Και τώρα τι θα γείνη η οικογένειά του; Δεν είχε, μου είπες,

νυμφευθή;

— Ναι· αλλ' ευτυχώς δεν αφίνει τέκνα, . . και ο σκώληξ του θα

ταφή μαζή του.

Και αυτός υπήρξεν ο μόνος επί του δυστυχούς Αλεξάνδρου ψυχρός

επικήδειος του παλαιού του συμμαθητού.

ΤΟ ΔΩΡΟΝ ΤΗΣ ΘΕΙΑΣ (7)

Α'.

Ήτο παραμονή της πρώτης Ιανουαρίου του 186 . .

Ο Γεώργης, μικρός δωδεκαετής υπηρέτης του κυρίου Λευκοπούλου, ήτο

κατάκοπος εκ της προσθέτου εργασίας, ην είχεν απαιτήσει η

έκτακτος και πολυάσχολος ημέρα.

Αφού έτριψε και εκαθάρισε τα σκεύη της τραπέζης και τα σκεύη της

οικίας, επιμελέστερον του συνήθους, αφού εβοήθησεν, αναλόγως της

ηλικίας και της νοημοσύνης του, την οικοδέσποιναν εις παρασκευήν

των γλυκυσμάτων της πρώτης του έτους, αφού εκόμισεν ικανά εξ αυτών

πινάκια εις τους συγγενείς και φίλους της οικίας, αφού τέλος

έστρωσε την εσπέραν την τράπεζαν του δείπνου, και εδείπνησε και

αυτός εκ των περισσευμάτων, και έπλυνε τα πινάκια, εκάθισε

κεκμηκώς εις μίαν γωνίαν του μαγειρείου.

Ήτο προδήλως μελαγχολικός, ουδέ κατώρθουν να φαιδρύνωσι την

μορφήν του αι ολίγαι δεκάραι, ας είχε συλλέξει παρά των γνωρίμων

του οίκου, ως κόμιστρα των γλυκυσμάτων του, και τας οποίας

μηχανικώς ηρίθμει διά των μικρών του χειρών εντός των θυλακίων

της περισκελίδος του. Αν τις τον ηρώτα την στιγμήν εκείνην το

αίτιον της δυσθυμίας του, ουδ' αυτός ο ίδιος θα ήξευρε τι ακριβώς

να αποκριθή. Ήκουεν εις την εγγύς αίθουσαν σαλπίζοντα και

τυμπανίζοντα και θορυβούντα τα παιδία της οικογενείας παρ' η

υπηρέτει, άτινα είχον ήδη λάβει προκαταβολικώς τα δώρα των, πριν

ή έτι ανατείλη η πρώτη του έτους· αλλ' η μικρά του καρδία δεν

συνεσκίρτα προς τα σκιρτήματά των. Είχεν ενώπιον αυτού, επί των

γονάτων του, κομψόν καινουργή πίλον, ον είχε χαρίσει εις αυτόν η

κυρία του προ μικρού, αλλά και αυτού η θέα δεν ίσχυε να ιλαρύνη

το πρόσωπόν του.

Τι είχεν; Ενθυμείτο την μικράν νηπιακήν του ηλικίαν και τον

πατρικόν αυτού οίκον.

Γιος πτωχού κορινθίου χωρικού, μη επαρκούντος εις συντήρησιν

συζύγου και τριών τέκνων, — αυτού και δύο κορασίδων, — είχεν

εκμισθωθή αντί πεντήκοντα δραχμών ετησίως εις αθηναίον

επιχειρηματίαν, όστις από πωλητού φωσφόρων μετέβαλλεν αυτόν

εναλλάξ εις καθαριστήν υποδημάτων ή κομιστήν οψωνίων.

Αι ημερήσιαι εισπράξεις του μικρού Γεωργίου, όσον πενιχραί και αν

ήσαν, θα ήρκουν ίσως, ουχί να παχύνωσιν αλλά να θρέψωσι καν

αυτόν, αν δεν επάχυνον το βαλάντιον του αυθέντου του, όστις αντ'

αυτών τω εχορήγει μεγαλοδώρως δύο τεμάχια ξηρού άρτου καθ'

εκάστην, αρτυόμενα δι' ελαιών μεν ή τυρού αναλόγως της ημέρας,

οσάκις υπελάμβανεν εκείνος επαρκή την είσπραξιν του μικρού

κορινθίου, διά ραπισμάτων δε και ύβρεων, οσάκις τω εφαίνετο

γλίσχρον το προϊόν της εργασίας του παιδός.

Τρία όλα έτη έζησεν ούτω ο ταλαίπωρος Γεώργης, πεινών και

γυμνητεύων, φρικιών υπό ρίγους τον χειμώνα και περιφέρων ασκεπή

την κεφαλήν του το θέρος υπό τον φλογερόν ήλιον των Αθηνών,

κοίτην του έχων την γωνίαν ρυπαρού υπογείου, και νυκτερινούς

συντρόφους του — πλην δύο άλλων ομοίων του ατυχών πλασμάτων —

ποντικούς υπερμεγέθεις, οίτινες ουχί σπανίως απεθρασύνοντο να

τρωγαλίζωσι τας μικράς αυτού πτέρνας, οσάκις ο γάτος του οίκου

είχεν άλλας ασχολίας επί των γειτονικών ορόφων.

Και δεν ήρκεσαν αυτά.

Ημέραν τινά ομήλιξ συμπατριώτης, νέηλυς εκ Κορίνθου, του έφερε

την μαύρην είδησιν, ότι αι δύο μικραί του αδελφαί απέθανον αίφνης

εντός μιας εβδομάδος εξ ευλογίας, και ότι η μήτηρ του, παράφρων

σχεδόν εκ της λύπης, κατέκειτο βαρέως νοσούσα. Δεν επρόφθασε να

κλαύση τας αδελφάς του, τας οποίας τόσον ηγάπα ο πτωχός, και

τοσάκις είχε νανουρίσει, ότε ήσαν βρέφη, και νέον από της

πατρίδος μήνυμα του ανήγγειλεν, ότι κακή ώρα εύρε τον πατέρα του.

Διεσκέδαζε, του είπον, κυριακήν τινα μετ' άλλων συντρόφων· την

διασκέδασιν παρηκολούθησαν έριδες, τας έριδας πυροβολισμοί, και

μία σφαίρα τυχαία τον εύρεν εις το στήθος. — Και η μήτηρ του;

ηρώτησεν ο ατυχής παις. — Κατάκοιτος πάντοτε.

Δεν παρήλθε καιρός πολύς, και είδεν αίφνης ο Γεώργιος μίαν πρωίαν

εμφανιζομένην ενώπιόν του την γραίαν θείαν του, αδελφήν του

πατρός του, την κυρά Βαγγελήν.

— Καϋμένο παιδί! του είπε, και τον περιεπτύχθη, καταφιλούσα μετά

δακρύων την ακτένιστον κεφαλήν του. Πεντάρφανο απόμεινες· πάει κ'

η μάνα σου.

Και τον έσφιξεν εις τας αγκάλας της τόσον, ώστε ο Γεώργης δεν

εύρεν αναπνοήν διά να κλαύση.

— Έλα, πάμε! προσέθηκε.

— Πού θα πάμε, θεία; ηρώτησεν ο ορφανός. 'Σ την Κόρθο; Και

εσκίρτησεν η καρδιά του.

— Όχι, Γεωργάκη μου, θάρθης να καθίσης μαζή μου.

Και στραφείσα προς τον μισθωτήν του παιδός, όστις προσέβλεπεν

απαθής τα γινόμενα,

— Το παιδί το παίρνω, είπε. Σου χαρίζομε και το νοίκι της

χρονιάς, και ξοφλούμε.

Διενοήθη εκείνος προς στιγμήν να αντιστή. Είχεν υπέρ εαυτού το

γράμμα του συμβολαίου. Η δουλεία του Γεώργη έληγε μετά δυο έτη.

Αλλά τι τον ήθελε πλέον — εσκέφθη — τον ορφανόν; Η λύπη και τα

κλαύματα δεν θα του άφιναν όρεξιν να εργάζεται.

Και απήντησε σχεδόν αμέσως·

— Όσο γι' αυτό, χάρη μου κάνεις, κυρά. Δεν είνε προκοπή απ' το

παιδί. Ουδέ το ψωμί του δεν βγάζει. Ας πάη 'ς το καλό.

Ούτως ο Γεώργης κατώκησεν επί τινα χρόνον μετά της αγαθής του

θείας, ήτις περισυναγαγούσα την πενιχράν κληρονομίαν του παιδός,

όσην απετέλεσεν η πώλησις των οικιακών σκευών, ενός καχεκτικού

ιππαρίου και ενός χωλού όνου, ήλθεν εις τας Αθήνας, να κυττάξη,

ως έλεγε, τον ανεψιόν της.

Πλην πώς να τον κυττάξη, πως να τον θρέψη και να τραφή και αυτή

εκ των ολίγων κερμάτων, άτινα έφερε μεθ' εαυτής εκ Κορίνθου; Πολύ

περί τούτου εσκέφθη η θεία, διότι ήτο φρόνιμος και νοήμων γυνή η

κυρά Βαγγελή. Αλλ' η σκέψις της δεν εγέννα δυστυχώς χρήματα, και

διά τούτο μετά μίαν εβδομάδα εκείνη μεν εμισθούτο επιστάτρια εις

μίαν σχολήν κορασίων, ο δε Γεώργης υπηρέτης παρά τω Κυρίω

Λευκοπούλω.

— Ήθελα, γυιε μου, να σε μάθω και λίγα γράμματα, είπεν εις αυτόν

η καλή γραία· αλλ' ας τ' αφήσωμ' αυτά για παραπέρα. Τώρα πρέπει

να πιάσης απάνω σου λίγο κρέας, για να μη μου . . .

Δεν κατώρθωσε να περάνη την φράσιν της· την έπνιξαν οι λυγμοί,

και απεχαιρέτισε τον ανεψιόν, σπογγίζουσα τους καταπεπονημένους

εκ των δακρύων οφθαλμούς της.

Β'.

Ήτο λοιπόν ο Γεώργης μελαγχολικός την παραμονήν της 1 Ιανουαρίου

186., διότι ενθυμείτο τα παλαιά του· την παιδικήν ηλικίαν του,

την πατρικήν του καλύβην εν Κορίνθω, τον αδικοθάνατον πατέρα του,

όστις του έδιδε πάντοτε αυτήν την ημέραν την ευχήν του κ' έν

ζεύγος καινουργών σανδαλίων, την αγαπητήν του μητέρα, ήτις τον

εφίλει . . τον εφίλει την πρωτοχρονιάν, και τον έσφιγγεν εις τας

αγκάλας της λέγουσα·

— Να μου ζήσης παιδί μου! να μου ζήσης πολύ πολύ, και να μου

κλείσουν τα χεράκια σου τα μάτια μου.

Δεν την ήκουσεν ο Θεός την πτωχήν· του Γεώργη της τα χεράκια

εκαθάριζαν τα λασπωμένα υποδήματα των Αθηναίων, ότε εκείνη

απέθνησκεν.

Ενθυμείτο ακόμη τας μικράς του αδελφάς, μικροτέρας αυτού, τας

οποίας συνώδευεν εις την εκκλησίαν, από βαθέος όρθρου του νέου

έτους, και ων εκάστην εφίλευεν επιστρέφων ανά μίαν κουλούραν, ην

ηγόραζεν εκ των ολίγων φιλοδωρημάτων, άτινα είχε συλλέξει προ

μιας εβδομάδος, ψάλλων τα χριστούγεννα εις τους συγγενείς.

Ενθυμείτο τέλος — και αυτή ήτο η νεωτάτη του λύπη — την γραίαν

θείαν του, ήτις από δέκα ήδη ημερών κατέκειτο ασθενής εν τω

νοσοκομείω.

Εσπέραν τινά βροχεράν του χειμώνος την έστειλεν η διευθύντρια να

συνοδεύση μίαν των μαθητριών, και η ασθενής γραία επανήλθεν εις

το σχολείον πυρέσσουσα.

Τις είχεν όρεξιν και καιρόν και τόπον να την νοσηλεύση! Την

έστειλαν εις το νοσοκομείον. Τι να την κάμουν;

Ο Γεώργης ενθυμήθη, ότι είχε τρεις ημέρας να την ιδή την θειάν

Βαγγελήν, και λαβών άδειαν μιας ώρας παρά των κυρίων του έδραμεν

εις το νοσοκομείον. Ήθελε να ευχηθή περαστικά και καλόν τον νέον

χρόνου εις την αγαθήν γραίαν, ησθάνετο δε ο έρημος παις και την

ανάγκην θερμών τινων φιλημάτωυ, εξ εκείνων άτινα τόσον εδαψίλευεν

εις αυτόν η θεία του.

Τι άλλο είχε πλέον να του ενθυμίζη του πατέρα, την μητέρα και τας

αδελφάς του, ή τα φιλήματα και τας θωπείας της γραίας;

Γ'.

Αλλ' η νυξ της παραμονής παρήλθεν ολόκληρος, και ο Γεώργης δεν

επέστρεψεν εις τον οίκον των κυρίων του.

— Τι να έγεινεν αυτό το παιδί; ηρώτα ο αυθέντης του. Και η

κυρία, δύσπιστος και καχύποπτος γυνή, απήντα·

— Πού ξεύρεις πού θα παραλύη. Εις όλα τα καφενεία παίζουν απόψε

χαρτιά. Κάπου θα παίζη. Δεν εκύτταξα να μη μας λείπη και τίποτε.

Ο μικρός του υπηρέτης δεν έπαιζε.

Διά των ολίγων δεκαλέπτων, άτινα εκροτάλιζον εν τω θυλακίω του,

είχεν αγοράσει καραμέλλας διά την θείαν του — ήξευρεν ότι έκαμνον

καλόν εις τον βήχα, και η γραία έβηχε τόσον άσχημα, — και τας

έφερεν ασθμαίνων εις το νοσοκομείον.

Κατηυθύνθη εις την αίθουσαν, όπου ήξευρεν ότι έκεικτο η γραία,

και μόλις είχε πνοήν να ερωτήση την νοσοκόμον, ην συνήντησε προ

της θύρας.

— Πώς είνε;

— Καλά που ήλθες, απήντησεν εκείνη. Η θειά σου εβάρυνε. Όλη την

ήμερα σ' εζητούσε. Τώρα. . . .

Ο Γεώργης δεν ήκουσεν άλλο. Ίστατο ήδη άναυδος και τρέμων προ της

κλίνης της κυρά Βαγγέλης, ήτις τον εθεώρει μεν διά βλέμματος

απλανούς, αλλά δεν τον έβλεπε.

— Εγώ είμαι, θείτσα μου, Ο Γεώργης. Δεν είσαι καλλίτερα; . . .

Καλλίτερα είσαι· δεν βήχεις διόλου.

Και κατεφίλει δακρύων την κρεμαμένην έξω της κλίνης λιπόσαρκον

χείρα της.

Αληθώς η γραία δεν έβηχε πλέον, διότι . . . εψυχορράγει.

Αίφνης, ωσανεί τα καταλειβόμενα δάκρυα του παιδός μετέδωκαν

εσχάτην τινά θέρμην εις την αποψυχομένην καρδίαν της, το βλέμμα

της ανεζωογονήθη, και η νεκρουμένη χειρ αυτής έσφιγξεν ισχυρώς

την μικράν χείρα του ορφανού.

— Καλό 'ς το! είπεν ασθενώς· καλό 'ς το!

Και λαβούσα υπό το προσκεφάλαιόν της μικράν δέσμην παλαιών και

κιτρινισμένων χαρτίων, τυλιγμένων εις μελανήν μετάξινην κλωστήν.

— Παρ' τ' αυτά προσέθηκε, και φύλαξ 'τα, . . . είνε του παππού

σου. Να μάθης γράμματα . . . να τα διαβάσης μόνος σου.

Και η τελευταία της γραίας πνοή εσφράγισε το πρωτοχρονιάτικον

σωρόν της.

Δ'.

Την επομένην πρωίαν ο Γεώργης έφερεν εις τον κύριόν του τα

υποδήματά του, ενώ εσπόγγιζε συνάμα διά της παλάμης του τους

ερυθρούς εκ των δακρύων οφθαλμούς αυτού.

— Πού ήσουν χθες όλην την νύκτα; ηρώτησεν αποτόμως ο κ.

Λευκόπουλος.

Και προσέθηκεν ευθύς, βλέπων την ηλλοιωμένην μορφήν του παιδός.

— Διατί κλαις;

— Ήμουν εις το νοσοκομείον, αυθέντη, απήντησε δειλός ο μικρός

υπηρέτης, που . . . πέθανε η θεια μου.

— Καϋμένο παιδί!

Και πλησιάσας ο κύριος του εθώπευσε πατρικώς την κεφαλήν του

παιδός.

Ήτο αγαθός ανήρ ο αυθέντης του Γεώργη, και ο Γεώργης το ησθάνθη

την στιγμήν εκείνην. Του εφάνη, δεν ηξεύρω πώς, ότι η χειρ του

πατρός του κατήρχετο αοράτως επί της κεφαλής αυτού και τον

εθώπευεν. Η καρδία του εσκίρτησεν εξ αγάπης και ευγνωμοσύνης, και

θαρρήσας ανέβλεψε προς τον κύριόν του και τω είπεν·

— Αυθέντη,. . . . ήθελα να σας ζητήσω μίαν χάριν.

— Τι θέλεις, παιδί μου;

— Μα μη μου δίδετε μισθόν . . .

— Πώς; χάρισμα θα με δουλεύης; Δεν γίνεται.

— Ήθελα να πάγω εις το σχολείον,. . . . να μάθω γράμματα,. . . .

και να υπηρετώ, όταν ήμαι εύκαιρος.

— Να μάθης γράμματα; Ας ήνε. Πώς σου ήλθε αυτή η ιδέα;

— Θέλω να διαβάσω κάτι χαρτιά που μου εχάρισε χθες η καϋμένη η

θειά μου.

— Τι χαρτιά; φέρε τα να σου τα διαβάσω εγώ.

Ο παις έστη επί στιγμήν αμήχανος.

Να αρνηθή εις τον αυθέντην του, όστις του έδιδεν άρτον;

Να λησμονήση την ρητήν παραγγελίαν της θνησκούσης θείας του;

— Αυθέντη, είπε τέλος, η θειά μου μου παράγγειλε να τα διαβάσω

μοναχός μου.

Ανάλεκτα Τόμος Πρώτος Διηγήματα - Κοινωνικαί εικόνες και μελέται · 第 11 / 14 题