Η ώρα είνε έκτη μετά μεσημβρίαν και η οικογένεια Παρδαλού,
τουτέστιν ο κύριος, η κυρία και τα δύο αυτών τέκνα, μικρά αγόρια
6-8 ετών ηλικίας, κάθηνται περί την τράπεζαν του γεύματος.
— Πρόσεχε, Γιωργάκη, πρόσεχε παιδί μου, λέγει ο πατήρ προς το
μικρότερον εξ αυτών, όπερ μάτην προσπαθεί να εισαγάγη διά της
βίας εις το στόμα του κολοσσιαίου τεμάχιον κρέατος, και ουδέν
άλλο κατορθοί, ή να περιχρίση διά του εμβάμματος την ρίνα, τα
χείλη, τας παρειάς και αυτάς του τας σιαγόνας.
— Αι, αι! ανακράζει ο μεγαλείτερος Παρσαλίδης, κύτταξε, κύτταξε,
μαμά, πως έγεινε ο Γιωργάκης! σωστός μασκαράς.
Και ταύτα λέγων σύρει την μητέρα του εκ της εσθήτος, ίνα ελκύση
την προσοχήν αυτής επί το διασκεδαστικόν θέαμα.
Αλλ' ο Γιωργάκης, διαστέλλων φοβερά τα σπινθηρίζοντα εξ οργής
όμματά του, και πριν ήδη προφθάση να στραφή προς αυτόν η μήτηρ
του, σφενδονίζει κατά της μορφής του πρεσβυτέρου του αδελφού το
επί της περόνης του καρφωμένον τεμάχιον κρέατος, όπερ μάτην
εκοπίαζε να εισβιάση εις το παιδικόν του στόμα, επιφωνών:
— Μασκαράς; εγώ; να, το λοιπόν, να γείνης και συ μασκαράς.
Τι έγεινεν η μορφή του Γιαννάκη — Γιαννάκης εκαλείτο ο άλλος υιός
του Κυρίου Παρδαλού — ευκόλως μαντεύει ο αναγνώστης· ό,τι όμως
δεν μαντεύει, ούτε ημείς δυνάμεθα ευκόλως να περιγράψωμεν, είνε η
επισυμβάσα σκηνή.
Ο Γεωργάκης ξεκαρδιζόμενος από τα γέλοια· ο Γιαννάκης ξεφωνίζων,
οδυρόμενος, προσπαθών παντοίαις δυνάμεσι να επιπέση κατά του
μικρού του αδελφού, ενώ η μήτηρ του τον εμποδίζει, και κραυγάζων:
«αφήστε με να τον πνίξω»· ο Κύριος Παρδαλός, ανιστάμενος της
τραπέζης πλήρης οργής, συλλαμβάνων από του ωτός τον Γεωργάκην και
απάγων αυτόν, κλαίοντα και ανθιστάμενον, εις την καρβουνοθήκην·
και η κυρία Παρδαλού τέλος, ήτις δεν ηξεύρει τι να πρωτοκάμη· να
περιστείλη τας φονικάς ορέξεις του πρωτοτόκου της, να εμποδίση
τον σύζυγόν της από του να φυλακίση τον μικρότερόν της υιόν εις
μέρος σκοτεινόν, ως λέγει, και γεμάτον ποντικούς, ή να θρηνήση το
ωραίον μεταξωτόν της φόρεμα, όπερ εκηλίδωσαν οι από της παρειάς
του Γιαννάκη αναπηδήσαντες ζωμοί.
Αλλ' ο Κύριος Παρδαλός σύρει ανένδοτος τον υιόν του από του
ωτίου, και μετ' ολίγον επιστρέφει θριαμβευτικώς, αφού ήδη
εφυλάκισεν αυτόν.
— Σ' ελέρωσε το παληόπαιδο; λέγει προς την σύζυγόν του· βλέπεις;
αυτά κάμνουν τα χάιδια. Δεν τους τιμωρείς ποτέ, και δι' αυτό
κατήντησαν έτσι. — Και συ, ανόητε! προσθέτει μετά μικρόν,
αποτεινόμενος εις τον σπογγιζόμενον έτι Γιαννάκην, τι ήθελες να
τον περιπαίξης;
— Δεν τον περίπαιξα, πατέρα, απαντά εκείνος θρηνωδώς· μασκαρά
μονάχα τον είπα.
— Και τι παραπάνω ήθελες να του ειπής; υπολαμβάνει η μήτηρ του,
ανισταμένη και αυτή της τραπέζης, και εξετάζουσα λεπτομερέστερον
την κηλιδωθείσαν εσθήτα της.
— Κύτταξε πώς σ' έκαμε το βρωμόπαιδο, παρατηρεί ο Κύριος
Παρδαλός, ούτινος το βαλάντιον ιδίως συνεκίνει περισσότερον η
γενομένη καταστροφή. — Πάει 'ς την οργή φόρεμα τριακοσίων
δραχμών . . .
— Όχι δα! καθαρίζεται, πιστεύω . .,
— Παστρεύει, πατέρα, παστρεύει, υπολαμβάνει εμβριθώς ο
Γιαννάκης· να, με λιγάκι ψωμί να το τρίψη . . .
— Έλα, σιώπα και συ ανόητε, . . να μη σε βάλω και σένα εκεί που
είν' ο άλλος . . .
Σημειωτέον δε, ότι την στιγμήν ακριβώς εκείνην ο άλλος παρείχεν
από της ειρκτής αυτού ταραχωδέστατα της υπάρξεώς του σημεία. Αι
φωναί του από μελαγχολικού και ηρέμου κλαυθμού έφθανον εν μια
στιγμή εις οξείας και βραγχώδεις κραυγάς, η γλώσσα του εφλυάρει
ασχημολογούσα μεγαλοφώνως, υβρίζοντα και απειλούσα, οι δε πόδες
του και αι χείρες του, πλήττουσαι οτέ μεν το έδαφος οτέ δε την
θύραν, απετέλουν παράδοξον συναυλίαν, ήτις την στιγμήν ακριβώς
εκείνην είχε κορυφωθή εις το αφόρητον.
— Θα, με 'βγάλετε από 'δώ μέσα; εκραύγαζε· θα σπάσω την πόρτα,
νά! και ελάκτιζε μανιωδώς κατά της θύρας.
Μετ' ολίγον πάλιν εκόπαζεν η εκδικητική του έξαψις, και
τρεπόμενος επί το ελεγειακώτερον, εθρήνει σπαρακτικώς·
— Θα με φαν τα ποντίκια, μητέρα μου, . . χρυσή μου μητερούλα,
δεν με λυπάσαι;
— Πήγαινε βγάλ' τον, Δημητράκη, αν αγαπάς τον Θεόν, λέγει,
συγκεκινημένη ήδη, η Κυρία Παρδαλού προς τον σύζυγόν της· πήγαινε
βγάλ' τον· αρκετά ετιμωρήθη ως τώρα.
— Κάμνε την δουλειά σου, σε παρακαλώ, απαντά εκείνος σοβαρώς·
άφησέ τον να εννοήση το σφάλμα του και να διορθωθή, Δεν παθαίνει
τίποτε, . . μη φοβήσαι.
Αλλ' αίφνης ηχεί ο κώδων της ανοιγομένης θύρας, βήματα ακούονται
εις την κλίμακα, ο δε δεσμευθείς Γεωργάκης, εννοών ότι ξένος
αναβαίνει εις την οικίαν, ωφελείται εκ της περιστάσεως, και
επιτείνει τας κραυγάς αυτού και τους θρήνους.
— Έλα, πήγαινε τώρα 'βγάλε τον, επαναλαμβάνει η κυρία Παρδαλού,
κ' είν' εντροπή να μας ακούουν και ξένοι άνθρωποι.
Ο Παρδαλός, υποτασσόμενος εις την υπερτάτην κοινωνικήν ανάγκην
του να μη ακουσθή, πορεύεται βραδέως εις την καρβουνοθήκην και
αποφυλακίζει τον υιόν του, καθ' ην στιγμήν ο αναβαίνων την
κλίμακα παρίσταται ενώπιον αυτού.
— Α! εσύ είσαι Γιάννη; λέγει προς αυτόν Ο Κ. Παρδαλός· τι
τρέχει;
— Ο αφέντης και η κυρά μ' έστειλαν να 'ρωτήσω αν θα μείνετε
απόψε εις το σπίτι, . . για να έλθουν.
— Προσκυνήματα πολλά, λέγει εξερχομένη του εστιατορίου και
παρεμβαίνουσα η κυρία Παρδαλού, ήτις είχεν ακούσει έσωθεν την
φωνήν του υπηρέτου, προσκυνήματα πολλά, και να μας συγχωρούν,
διότι είμεθα προσκεκλημένοι απόψε εις συναναστροφήν.
Ο υπηρέτης αναχωρεί, τα παιδία ευρεθέντα και πάλιν αντιμέτωπα
αγριοκυττάζονται, η κυρία Παρδαλού επιθεωρεί εκ τρίτου το φόρεμά
της, όπερ βλέπει ότι είνε ηναγκασμένη να αλλάξη, ο δε Παρδαλός
ακοντίζει βλέμμα πολυσήμαντον εις τους υιούς του, όπερ κατορθοί
τέλος πάντων να επαναφέρη την οικιακήν ειρήνην εν μέσω της
οικογενείας Παρδαλού.
— Ουφ! και αυταίς η συναναστροφαίς! επιλέγει η κυρία Παρδαλού,
στενάζουσα μετά κόπου — ελησμονήσαμεν να παρατηρήσωμεν εγκαίρως,
ότι η κυρία Ευφροσύνη, η Φρόσω, ως αποκαλεί αυτήν ο σύζυγός της,
είνε γυνή ικανώς εύσωμος, δι' ην η ελαχίστη σωματική κίνησις, και
αυτός ο στεναγμός, είνε κόπος σπουδαίος. — Ουφ και αυταίς η
συναναστροφαίς ταις βαρύνομαι, σε βεβαιόνω, σαν ταις αμαρτίαις
μου! Αν δεν ήτον τώρα ο κύριος Σουσαμάκης με την συναναστροφήν
του, ούτ' εγώ θα φορούσα το καλό μου φόρεμα, ούτε θα πάθαινα ό,τι
έπαθα.
— Τι σου πταίει, μάτια μου, ο Σουσαμάκης; ερωτά απαθώς ο κύριος
Παρδαλός· πταίει αυτός ο κακοαναθρεμμένος — και εξέτεινε την
χείρα του προς τον Γεωργάκην, όστις εκάθητο από τινος εις μίαν
των γωνιών του δωματίου, σκυθρωπάζων έτι και δυσηρεστημένος — τον
οποίον θα κρεμάσω, μου φαίνεται, καμμίαν ώραν από τα ποδάρια.
— Ουμ! εγρύλλιξεν ο Γιωργάκης από της γωνίας του.
— Σιωπή! εβρυχήθη ο πατήρ αυτού. — Έπειτα, προσέθηκε πάλιν
απαθώς, διατί να φορέσης, ευλογημένη, το φόρεμά σου από τας
πέντε;
— Και πώς ήθελες να σφιχθώ έπειτα, μετά το φαγί;
— Πώς θα σφιχθής τώρα που θ' αλλάξης;
— Ούτ' εγώ δεν ξεύρω· όπως ημπορέσω. Μα νά δα, δι' αυτό
βαρύνομαι κι' εγώ τας συναναστροφάς.
Και μετά μικράν σιγήν προσέθηκεν·
— Έλα να μην πάμε, Δημητράκη μου, αι; πού να κάθημαι τόρα ν'
αλλάζω . . .
— Σου βοηθώ εγώ, δεν πειράζει.
— Νά η ώρα, που θα μου βοηθήσης εσύ! Έπειτα, κύτταξε τι καιρός
κάμνει έξω. Κρύο, λάσπαις . . .
— Τι σημαίνει; μήπως θα πάμε πεζοί; — Α! είδες! λησμόνησα να
παραγγείλω αμάξι.
— Τόσο το καλλίτερο λοιπόν· άφησε τον Σουσαμάκη σου να
κουρεύεται. Πού του ήλθε τώρα κι' αυτού η όρεξις να δίδη
συναναστροφάς . . .
— Δεν είνε δυνατόν, Φρόσω μου, να γείνη αυτό το πράγμα, Εις τον
Σουσαμάκην έχομεν ένα είδος υποχρεώσεως· ημείς σχεδόν τον
υπανδρεύσαμεν. Σήμερον είνε η επέτειος του γάμου του . . .
επομένως πρέπει να πάμε· δεν γίνεται. Όσον δι' αμάξι, στέλλομεν
τον Θοδωρή και πιάνει 'ς την στιγμήν ένα· η πλατεία των αμαξών
κοντά είνε.
— Αχ! πώς με στενοχωρείς, Δημητράκη! υπέλαβε γογγύζουσα η κυρία
Παρδαλού, και λαβούσα έν κηρίον επορεύθη εις το δωμάτιόν της.
— Σεις πηγαίνετε να πλαγιάσετε, αφού μελετήσετε πρώτον τα
μαθήματά σας, είπεν ο κύριος Παρδαλός προς τους υιούς του, και
κυττάξετε να μην πιασθήτε, γιατί . . . αι! τόσο μόνον σας λέγω.
Τα παιδία λαβόντα έν άλλο κηρίον ετράπησαν προς το υπερώον, όπου
είχον το δωμάτιόν των, ο δε πατήρ αυτών, κύψας εις την κλίμακα
εφώνησε·
— Θοδωρή!
— Ορίστε, αφέντη!
— Πήγαινε να πιάσης έν αμάξι . . . μετά μισήν ώραν!
— Πες του να περάση και από της Λιζιέ, να μου πάρη ένα ζευγάρι
γάντια . . . επτάμισυ αριθμό, άσπρα! εφώνησεν εκ του δωματίου της
η κυρία Ευφροσύνη.
— Καλά, . . και τώρα ενθυμήθης να πάρης γάντια, ευλογημένη;
— Το ελησμόνησα· τι θέλεις να κάμω τώρα;
— Μη χειρότερα! εψιθύρισεν ο σύζυγος, και διεβίβασε την
παραγγελίαν εις τον υπηρέτην, όστις απήντησε μεν μεγαλοφώνως·
— Πολύ καλά, αφέντη, αμέσως!
Αλλ' εψιθύρισεν όμως σιγά και ήκιστα ευσεβάστως·
— Μα . . . αφεντικά, αλήθεια, που όχι καλλίτερα. Μέσ' 'ς τη
λάσπη και τη βροχή τρέχα ν' αγοράζης γάντια και να πιάνης αμάξι!
Α! δεν θα γείνω κ' εγώ αφέντης καμμιά φορά!
Δ'.
Ο Κύριος Παρδαλός εισέρχεται εις τον κοιτώνα τον, και προσπαθεί
να ενδυθή. Αλλά τούτο είνε αδύνατον, διότι η εύσωμος σύζυγός του
έχει πλήρες το δωμάτιον εσθήτων, μεσοφορίων, μανδηλίων,
στηθοδέσμων και πάσης της πολυμόρφου συσκευής του γυναικείου
ιματισμού. Συνάγει λοιπόν τα ενδύματά του, λαμβάνει έν μικρόν
κάτοπτρον και έν κηρίον, και απέρχεται εις το γραφείον του, όπως
συντελέση εν αυτώ την ενδυμασίαν του. Αλλά μετ' ολίγον
ενθυμείται, ότι είνε αξύριστος, και ότι πρέπει να ξυρισθή πριν
αλλάξη. Μεταβαίνει πάλιν εις τον κοιτώνα, ανοιγοκλείει την θύραν,
διαμαρτυρομένης της κυρίας Παρδαλού, ότι θα την κρυώση, και
επιστρέφει κρατών το ξυράφιόν του και τα λοιπά απαιτούμενα.
Ενθυμείται τότε, ότι θέλει θερμόν ύδωρ· αλλά παρατηρών ότι η ώρα
είνε προχωρημένη, και δεν υπολείπεται καιρός ίνα το ύδωρ
θερμανθεί, αρκείται εις το ψυχρόν, και άρχεται περιαλείφων με
σάπωνα την σιαγόνα και τας παρειάς του, λέγων καθ' αυτόν·
— Θα μου έλθη πάλιν καμμιά καταιβασιά εις τα δόντια, που να με
τρελλάνη, αλλά . . . τι να γείνη!. .
Και ετοιμάζεται να φέρη το ξυράφιον επί την παρειάν αυτού, ότε
ηχεί και πάλιν ο κώδων της ανοιγομένης θύρας,
— Συ είσαι Θοδωρή; φωνεί ο Παρδαλός, προβάλλων ολίγον την
σαπωνόφυρτον αυτού μορφήν διά της θύρας.
— Όχι, αφέντη! απαντά κάτωθεν η φωνή της υπηρετρίας, είνε ένας
κύριος, . . . θέλει κάτι να σας ειπή.
— Ας περάση μίαν άλλην ώραν. Έχω εργασίαν,
— Είνε ανάγκη να σας ιδή τόρα, απαντά μετά τινα δευτερόλεπτα η
φωνή της υπηρετρίας.
— Άλλο κακόν! λέγει καθ' εαυτόν ο ατυχής Δημητράκης, και μη
δυνάμενος να πράξη άλλως, απομάσσει εν τάχει τον σάπωνα από της
μορφής του, και εξέρχεται του γραφείου του, ενώ ο νυκτερινός
επισκέπτης αναβαίνει την κλίμακα.
— Η κυρία Τραχανά, λέγει μειδιών ο νεωστί ελθών, σας στέλλει το
κλειδί του θεωρείου δι' απόψε . . . Αν αγαπάτε . . .
— Ευχαριστούμεν πολύ, παιδί μου . . . ευχαριστούμεν, . . αλλά
είμεθα προσκεκλημένοι εις συναναστροφήν· απαντά ο ταλαίπωρος
Παρδαλός, προσπαθών να κολάση το οργίλον της μορφής του διά
τυπικού τινος μειδιάματος.
— Α, έτσι; προσκυνώ, καλήν νύκτα σας.
— Προσκυνήματα πολλά.
Και εισέρχεται εις το γραφείον του, γρυλλίζων εκ του θυμού·
— Διάλεξε και αυτή η ευλογημένη την ημέραν και την ώραν, να μας
στείλη το θεωρείον της.
— Ποίος ήτον; φωνεί από του κοιτώνος της η κυρία Παρδαλού.
— Η κυρία Τραχανά ενθυμήθη να μας στείλη το θεωρείον της.
— 'Σ πολλάτη της! Όταν βρέχη μόνον και χιονίζη μας θυμάται! . .
μας καθυποχρέωσε!
Μετ' ολίγας δε στιγμάς ανακράζει και πάλιν·
— Κοντεύεις, Δημητράκη;
— Πού να κοντεύω, αδελφή! ακόμη δεν ξυρίσθηκα. Έπειτα, δεν βλέπω
κι' όλα, και κατακόπηκα . . .
— Ου, καϋμένε! Έλα 'δω που έχει περισσότερον φως.
— Αυτού; και πού να σταθώ; εις τον αέρα;
— Έλα, έλα τώρα, και σου κάμνω τόπον. Εγώ ετελείωσα σχεδόν·
μόνον την τραχηλιά μου έχω να βάλω.
Ο Παρδαλός πείθεται, συγκινούμενος υπό της συζυγικής μερίμνης της
κυρίας Φρόσως, λαμβάνει πάλιν το φως, το κάτοπτρον και το
ξυράφιον, και ημιξύριστος μεταβαίνει εις τον κοιτώνα, όπου
ευρίσκει την Ευφροσύνην τοποθετημένην προ του κατόπτρου μεταξύ
τεσσάρων κηρίων και καταγινομένην μετά πολλού κόπου να δέση
όπισθεν του τραχήλου της μικράν εκ μέλανος βελούδου ταινίαν, αφ'
ης κρέμαται επί του υπερακμάζοντος στήθους της χρυσούς λοβίσκος.
— Και, πού θέλεις να σταθώ εγώ τώρα; απολαμβάνει ο ταλαίπωρος
Παρδαλός, μη βλέπων τόπον κενόν προ του κατόπτρου.
— Έλα, μη μουρμουρίζης, απαντά μειλιχίως ελέγχουσα η κυρία,
περιπόρφυρος εκ του ματαίου κόπου, ον καταβάλλουσιν οι χονδροί
αυτής βραχίονες, ανακαμπτόμενοι όπισθεν της κεφαλής της. Δέσε μου
μία στιγμή εδώ αυτό το βελουδάκι, και σου αφίνω όλον τον τόπον
ελεύθερον.
Ο Παρδαλός γίνεται κατ' ανάγκην προς στιγμήν και θαλαμηπόλος της
συζύγου του, ήτις περατοί τέλος την ενδυμασίαν αυτής και
καταπίπτει κάθιδρος και ασθμαίνουσα επί του ανακλίντρου, φυσώσα
ως ατμομηχανή και αεριζομένη διά του μανδηλίου της, ενώ ο συζυγός
της ξυρίζεται.
— Α! Δημητράκη, . . λέγει, μόλις κατορθούσα να αρθρώση τας
λέξεις, σε βεβαιόνω . . . μεγάλο ήτον το χατήρι σου απόψε . . .
να υποφέρω όλον αυτόν τον κόπον, διά να 'πάγω να πιω το τσάι του
Σουσαμάκη σου!
— Έννοια σου, Φρόσω μου, απαντά ο Παρδαλός πονηρώς, έννοια σου,
και δεν θα πιης μόνον τσάι απόψε εις του Σουσαμάκη. Ο Ορέστης
ξεύρει και κάμνει τα πράγματα καθώς πρέπει . . . θα μας έχη και
σάντουιτς και κρασάκι και φρούτα . . .
— Πού το ξεύρεις; υπολαμβάνει ηπιώτερον η κυρία Φρόσω, ήτις,
λαίμαργος φύσει και πολυφάγος, ήρχιζε να συγχωρή εις τον
Σουσαμάκην την συναναστροφήν του χάριν του δείπνου του.
— Το ξεύρω, διότι τον είδα σήμερον το πρωί εις την αγοράν και
εψώνιζε.
— Αι, . . τότε κάπως υποφέρεται, διότι μα την αλήθειαν . . .
Κρότος αμάξης σταθείσης προ της θύρας της οικίας διέκοψεν αίφνης
την φράσιν της κυρίας Παρδαλού.
— Νά! ανεφώνησεν ο μόλις την στιγμήν εκείνην τελειόνων το
ξύρισμά του Δημητράκης, το αμάξι ήλθε, κ' εγώ είμαι ακόμη
άντυτος.
Και σπογγισθείς εν τάχει ήρχισε να ενδύεται.
— Έχομεν ακόμη ώραν, παρετήρησεν η κυρία βλέπουσα το ωρολόγιον.
Είνε οκτώ παρά τέταρτον.
Ο Παρδαλός φορεί εν τάχει τον καθαρόν του χιτώνα, και δένει ήδη
τον λαιμοδέτην του, ότε έξωθεν της θύρας ακούεται η φωνή της
υπηρετρίας.
— Αφέντη!
— Καλό, καλό! ας σταθή λιγάκι, φωνάζει αφ' ενός Ο Δημητράκης,
ενώ η σύζυγός του φωνάζει αφ' ετέρου·
— Έφερε τα γάντια μου;
— Δεν ξεύρω. κυρία, . . . θέλει να είπη κάτι του αφέντη . . .
— Ο αμαξάς θέλει να μου ειπή κάτι; αυτό δα είνε πάλιν από τ'
άγραφα.
— Όχι, αφέντη, είνε ο κύριος Ορέστης . . .
— Ο Κύριος Ορέστης! αναφωνεί η Φρόσω. Περίεργον!
— Λέγεις ν' αργήσαμεν; ερωτά ο Παρδαλός· το ωρολόγι μας θα
πηγαίνει τρομερά πίσω! Ας ορίση 'ς την σάλα, και τόρα έφθασα!
προσθέτει, εις την υπηρέτριαν αποτεινόμενος,
Και ταύτα λέγων φορεί εν βία τον επενδύτην του και εισέρχεται εις
την αίθουσαν, όπου αναμένει αυτόν δειλός, περίλυπος και
καταβεβλημένον έχων το ήθος ο κύριος Σουσαμάκης.
— Μας συγχωρείς που αργήσαμεν, φίλτατε κύριε Σουσαμάκη, λέγει ο
κύριος Παρδαλός εισερχόμενος και τείνων προστατευτικώς την χείρα
προς τον υπάλληλόν του, αλλά το αμάξι δεν μας ήλθε ακόμη,
και . . .
— Καλησπέρα σας, κύριε Σουσαμάκη, υπολαμβάνει διακόπτουσα η
κυρία Ευφροσύνη, εισερχομένη και αυτή θριαμβευτικώς εις την
αίθουσαν και ισταμένη πλησίον του λαμπτήρος, όπως σπινθηρίζωσιν
κάλλιον οι αδάμαντές της. Πώς είσθε; η κυρία είνε καλά; είμεθα
έτοιμοι, βλέπετε . . .
— Ευχαριστώ, κυρία μου, απαντά μετά μεγάλης στενοχωρίας ο πτωχός
Ορέστης, προσποιούμενος ότι δεν ήκουσε το τελευταίον μέρος της
φράσεως. Εγώ είμαι καλά . . . αλλά η Πασιφάη . . .
— Πώς; τι τρέχει; κακοδιάθετος ίσως! . . . Δεν είνε τίποτε . . .
με τον χορόν περνά! παρατηρεί μετά πολλής στωμυλίας η κυρία
Παρδαλού. Έννοια σας, κ' εγώ την κάμνω και χορεύει πολύ . . .
— Ου! εννοείται· ο χορός είνε διά τας κυρίας πανάκεια, προσθέτει
εν τέλει ο κ. Παρδαλός, μετ' αυταρέσκου μειδιάματος προφέρων
βραδέως την τελευταίαν λέξιν, οιονεί εναβρυνόμενος δι' αυτήν, και
επαναλαμβάνων ευθύς, έτι βραδύτερον: πα-νά-κει-α!
— Ναι, ναι, . . απαντά δειλός ο Σουσαμάκης και προσπαθεί να
μειδιάση επίσης. Πλην . . . δυστυχώς . . . — και σταματά, ως αν
κατέλειπεν αυτόν η δύναμις να τελειώση.
— Τίποτε σπουδαιότερον; ω! επιφωνεί ο προϊστάμενος αυτού· και
πώς;
— Δεν ηξεύρω, τη αληθεία, — εκρύωσε φαίνεται, και έχει τώρα από
το μεσημέρι ένα φοβερόν πυρετόν· είνε εις το κρεβάτι προ τριών
ωρών . . . ώστε . . . — και σταματά πάλιν, ελπίζων να τον
μαντεύσωσι τον δυστυχή.
Ουδείς όμως θέλει να τον μαντεύση· ο Κύριος Παρδαλός και η Κυρία
Παρδαλού ίστανται απέναντι του άφωνοι ως ερωτηματικά σημεία,
εκείνος δε αισθάνεται έτι η γλώσσα του εκολλήθη εις τον λάρυγγά
του.
— Πλην οπωςδήποτε, διαλογίζεται, το πράγμα πρέπει να τελειώση.
Γίνεται λοιπόν τολμηρότερος, και κλείων τους οφθαλμούς, ως οι
δειλοί ασθενείς οι μέλλοντες να καταπίωσι πικρόν ιατρικόν,
επαναλαμβάνει·
— Ώστε . . . είνε αδύνατον απόψε . . . να λάβωμεν την τιμήν . . .
Δεν ηξεύρετε πώς λυπούμαι, κύριε Διευθυντά . . . σας βεβαιόνω . . .
μ' έρχεται να σκάσω . . .
— Α! τίποτε, τίποτε . . . απαντά ψυχρώς ο κ. Παρδαλός, εύχομαι
να ήνε περαστικά . . .
Η Κυρία Παρδαλού ουδέν λέγει. Φυσά μόνον και αερίζεται με το
μανδήλιόν της, αισθάνεται δε ακαταμάχητον όρεξιν να εξορύξη τους
οφθαλμούς του Κυρίου Σουσαμάκη, όστις τέλος, αφού μάτην
προσεπάθησε να προσθέση μερικάς λέξεις, ουδέν άλλο εύρε να είπη,
ή μόνον·
— Καλήν νύκτα σας, . . . μας συγχωρείτε, Κύριε Διευθυντά . . .
δεν είνε έτσι;
Οι δύο σύζυγοι ένευσαν εκ συμφώνου, ως αυτόματα, την κεφαλήν, και
ο Σουσαμάκης ανεχώρησε.
Μετά μικρόν ηκούσθησαν τα ψηλαφώντα όπως ειπείν βήματα του επί
της σκοτεινής κλίμακος, ουδείς δε εσυλλογίσθη να φωτίση τον
δυστυχή, όπως μη κατρακυλήση τον κατήφορον.
Ε'.
Ο Δημητράκης και η Φρόσω έμειναν μόνοι.
Σιωπώσι δε αμφότεροι, και τα διάφορα αισθήματα κυμαίνουσι τας
καρδίας των — κατά την φράσιν των τραγικών ποιητών.
— Τα είδες της λέγει επί τέλους μη δυναμένη πλέον να κρατηθή,
μήτε ξεθυμαίνουσα αρκούντως διά μόνου του φυσήματος, η κυρία
Παρδαλού. Τα είδες τα; Ορίστε τόρα! Όταν σου έλεγα εγώ να μην
πάμε . . .
— Αι, ματάκια μου, τι θέλεις να κάμη ο άνθρωπος; αφού αρρώστησε
η γυναίκα του . . .
— Αμή δεν αρρώστησε η γυναίκα του; Αυτά είνε διά να τα πιστεύετε
σεις οι άνδρες· εμένα όμως δεν με γελά η κυρά Σουσαμάκαινα, κ'
έννοια της. Φαντάζομαι εγώ τι θα έτρεξε μεταξύ των· θα τσακώθηκαν
πάλι, καθώς συμβαίνει τακτικά μιαν φοράν την εβδομάδα
τουλάχιστον, και το τσάκωμά τους ξέσπασε ΄ς το κεφάλι μας αυτήν
την φοράν.
Σημειωτέον ενταύθα, χάριν της περιεργείας των ημετέρων
αναγνωστών, ότι η κυρία Παρδαλού εμάντευεν ορθότατα διά της
γυναικείας εκείνης οξυνοίας, αφ' ης μάτην αγωνίζονται να κρυβώσι
πολλάκις οι άνδρες.
Η Κυρία Σουσαμάκη έδιωξε της οικίας τα κομισθέντα εκ του
ζαχαροπλαστείου αφθόνως γλυκύσματα, δροσιστικά κ. λ., ο
Σουσαμάκης έμαθε τούτο κατά την άφιξίν του, και οργισθείς και
φρυάξας εβρόντησε κατά της Πασιφάης του όσον επέτρεπον τούτο αι
τριάκοντα της προικός του χιλιάδες. Αλλ' η κυρία Σουσαμάκη έπαθε
τα νεφρά της, εκτύπησε τους τοίχους διά των χειρών της, το πάτωμα
διά των ποδών αυτής και τον Ορέστην διά της παντούφλας της, και
εξαπλωθείσα εις την κλίνην της, προσεποιήθη την λιπόθυμον εφ'
όσην ώραν ενόμισεν ικανήν, όπως πεισθή ο σύζυγός της, ότι πάσα
εσπερινή συναναστροφή ήτο αδύνατος.
Της καταιγίδος ταύτης είδομεν προ μικρού το αποτέλεσμα παρά τω
κυρίω Παρδαλώ.
Μόλις είχε τελειώσει την φράσιν αυτής η κυρία Φρόσω, και νέος
κρότος αμάξης έπαυσε προ της θύρας της οικίας Παρδαλού.
Ήτο η άμαξα, ην μετά πολλού κόπου κατώρθωσε να εύρη ο ταλαίπωρος
Θοδωρής.
Δεν περιγράφομεν την απελπιστικήν και σπαραξικάρδιον τριωδίαν
μεταξύ αμαξηλάτου, ζητούντος αδράν αποζημίωσιν επί τω ματαίω
κόπω. Παρδαλού, αξιούντος να πληρώση μίαν μόνην δραχμήν, και του
δυστυχούς Θοδωρή, ευρισκομένου εις δυσχερή και δυσέκβολον θέσιν
μεταξύ του ωργισμένου κυρίου του και του αμαξηλάτου, ον αυτός
εμίσθωσεν.
Η σκηνή διελύθη επί τέλους, αποζημιωθέντος του αμαξηλάτου. Δεν
κατωρθώσαμεν όμως να εξακριβώσωμεν τι επλήρωσεν ο Κύριος
Παρδαλός.
Η Κυρία Παρδαλού ωρκίσθη να μην υπάγη πλέον ποτέ εις
συναναστροφήν οιανδήποτε.
ΚΑΘΟΛΙΚΗ ΜΥΣΤΙΚΗ ΔΙΑ ΣΦΑΙΡΙΔΙΩΝ ΨΗΦΟΦΟΡΙΑ
ΕΝ ΑΦΡΙΚΗ
(Εκλογικαί σκηναί εν έτει 2400). (3)
Η σκηνή υπόκειται εν Μαρόκω μετά πεντακόσια έτη.
Μέχρι της εποχής εκείνης η Αγγλία θα βαρυνθή βεβαίως να
προστατεύη τους μαροκηνούς, και θα τους καταστήση τέλος
ελευθέρους συνταγματικούς πολίτας, απαλλάττουσα αυτούς του Σιδί-
Μοχαμέτ, ως απήλλαξεν η Γαλλία τους αλγερινούς του Αβδέλ-Καδέρ.
Όταν δε, χάρις εις τας προόδους του πολιτισμού, παύσωσιν οι
κροκόδειλοι να καταπίνωσι τους περιηγητάς, και οι ανθρωποφάγοι
της Καζόνδης να τρωγαλίζωσι τους ρώθωνας των ιεραποστόλων· όταν
της Σαχάρας η έρημος παύση θάπτουσα υπό των άμμων της τα νέφη
καμήλους και οδοιπόρους, και διαχαραχθή υπό σιδηροδρόμων και
διωρύγων και δενδροφύτων περιπάτων· όταν οι αφρικανοί αισθανθώσι
του συκοφύλλου την ανάγκην και αποκτήσωσι εμπορεία συρμού, και
κουρεία, και γαλλικόν θέατρον και αναγκαστικήν κυκλοφορίαν και
λαχειοφόρους ομολογίας, θ' αποκτήσωσι βεβαίως και καθολικήν
ψηφοφορίαν, — την οποίαν εις το πείσμα των Τόρεων θα έχη τότε και
η Αγγλία, — θα έχωσι σύνταγμα και εκλογάς, και κομματάρχας και
υποψηφίους πολλούς, και εκλογείς έτι πλείονας, και εκλογικούς
συλλόγους, και καθημερινάς εφημερίδας.
Η ευδαίμων αύτη διά την μελαψήν ανθρωπότητα εποχή, ο χρυσούς
ούτος αιών των αφρικανών θα επέλθη κατά πάσαν πιθανότητα μετά
πεντακόσια έτη. Ίσως επιστή και ταχύτερον, διότι — μα τον
φωνογράφον, και το ηλεκτρικόν κλειδοκύμβαλον, και τα τεχνητά ωά,
και το τουρκικόν σύνταγμα — τις δύναται πλέον σήμερον να
προϋπολογίση τας προόδους της παραδόξου γηίνης μυρμηκοφωλεάς,
ήτις καλείται ανθρωπότης! Ημείς όμως είμεθα μέτριοι, και δεν
επιθυμούμεν να ονομάσωσιν ημάς θερμοκεφάλους όσοι μετά πεντακόσια
έτη αναγνώσωσι τας σειράς ταύτας αφρικανοί συνταγματικοί πολίται.
Διά τούτο αίρομεν την αυλαίαν του μέλλοντος εν Μαρόκω μετά
πεντακόσια έτη, και καλούμεν τους ημετέρους αναγνώστας να
παρακολουθήσωσιν ημάς εκείσε διά των αιώνων.
Οι Μαροκηνοί εκλέγουσι μετά δεκαπέντε ημέρας τους δημοτικούς
αυτών άρχοντας, ήτοι τους δημάρχους, δημοτικούς παρέδρους και
δημοτικούς αυτών συμβούλους.
Οι ουλεμάδες αυτών, ήτοι οι σοφοί οι αποτελούντες το νομικόν του
κράτους συμβούλιον, αναδιφήσαντες την ιστορίαν του πολιτικού
δικαίου, ανεκάλυψαν ότι τελειότατος εκλογικός οργανισμός ήτο ο
κρατών πάλαι ποτέ εν τω ελληνικώ βασιλείω, και μετεφύτευσαν αυτόν
ήδη προ πολλού εν Μαρόκω μετά μικρών τινων και ασημάντων
βελτιώσεων, ας υπηγόρευσεν εις αυτούς η πρόοδος της πολιτικής
επιστήμης.
Ούτω λοιπόν πάντες οι συνταγματικοί μαροκηνοί πολίται είνε
εκλογείς συγχρόνως και εκλέξιμοι· τα δε ονόματά των,
ανακαθαρθέντα κατά τας διατάξεις του νόμου, φέρονται τυπωμένα επί
καινουργών εκλογικών καταλόγων, ων η ενδελεχής μελέτη ασχολεί από
μηνός ήδη τους πολυαρίθμους υποψηφίους, και ιδίως τους υποψηφίους
δημάρχους, ανακηρυχθέντας υπό των κατά τόπους κατήδων κατά τα
νενομισμένα. Φαίνεται δε, ότι δεν είνε πολύ κακά συντεταγμένοι οι
κατάλογοι ούτοι, διότι άλλοι μεν των υποψηφίων ευρίσκουσιν αυτούς
ελλιπείς, άλλοι δε τουναντίον αφθονούντας ανυπάρκτων ονομάτων.
Του ζητήματος τούτου επελήφθη εγκαίρως και η μαροκηνή
δημοσιογραφία, αλλά διεφώνησε και αυτή, ως διαφωνούσιν οι
υποψήφιοι. Οπωςδήποτε οι κατάλογοι είνε οριστικοί, οι δε
διαφωνούντες υποψήφιοι ομοφωνούσι κατά τούτο πάντες, ότι πρέπει
να καρπωθώσιν όσον το δυνατόν περισσότερον εκ του περιεχομένου
των.
Η βαθύσοφος αύτη σκέψις επικρατεί της επομένης σκηνής, τελουμένην
εσπέραν τινα εν της οικία του Χαλέμ-αλ-Ταρίφ, ενός των
ισχυροτέρων υποψηφίων δημάρχων της Ταγγέρης.
Όχι πλέον επί χαμηλών διβανίων, περιθεόντων την αίθουσαν ως θα
εγίνετο σήμερον εν Μαρόκω, αλλ' επί στερεών και κομψών αγγλικών
καθεδρών, ως θα γίνεται βεβαίως αυτόθι μετά πεντακόσια έτη
κάθηται σοβαρός όμιλος κομματαρχών, ποικίλων την αναβολήν και την
όψιν. Δεν ευωδιάζουσι βεβαίως όλοι ουδ' ενίφθησαν πάντες την
ημέραν εκείνην· αλλ' είνε όμως άνθρωποι ισχυροί παρά τω λαώ,
έχουσιν επιρροήν μεγάλην, γνωρίζουσιν όλον τον κόσμον, και ο
υποψήφιος Χαλέμ έχει προς αυτούς μεγάλην υπόληψιν, μεγαλειτέραν ή
όσην έχουσιν ούτοι προς αλλήλους.
Είς εξ αυτών, ο μόνος δυνάμενος να αναγινώσκη απροσκόπτως,
απαγγέλλει από του εκλογικού καταλόγου τα ονόματα των ψηφοφόρων,
και οι κομματάρχαι κρατούσι δήθεν σημειώσεις, δι' όσων έκαστος
γνωρίζει γραμμάτων του αλφαβήτου· ο δε υποψήφιος μειδιά εξ
ευχαριστήσεως.
— Αβδαλά-βεν-Ραμάν! φωνεί ο γραμματεύς, και προσθέτει αμέσως·
— Αφήστε τον αυτόν επάνω μου· είνε δικός μου άνθρωπος. Εκάμαμε
μαζύ τρία χρόνια φυλακή.
— Αβδέρ-Γεζίτ!
— Ο λοκαντιέρης; Είνε κουμπάρος μου· τον παίρνω εγώ, λέγει
σοβαρώς ο κομματάρχης Χασάν.
— Αβα-ήλ-Μουλεύ!
— Ο αμαξάς του ιπποσιδηροδρόμου! αναφωνεί ο Γιουσέφ-Μουχαδή,
μικρός κομματαρχίσκος, περιφερόμενος εν τη αιθούση διά
κλονουμένου βήματος, μεθύων και παραπαίων, καπνίζων δε πούρον
μεγαλοπρεπές, όπερ εξήλθε προ μικρού της σιγαροθήκης του
υποψηφίου. Αυτόν εγώ τον κάμνω καλά. Είνε συγγενής μου.
— Συγγενής σου; και από πού; ερωτά υπομειδιών ο σοβαρός Χασάν.
— Από πού; Και δεν είνε δεύτερος εξάδελφος της γυναικαδέλφης
μου;
— Σωστό! σωστό! λέγει αποφθεγματικώς ο αναγινώσκων τον
κατάλογον, και ο όμιλος επινεύει.
— Αβούλ-βεν-Χακήμ!
— Αυτόν μη τον λογαριάζετε. Δεν είνε δικός μας, παρατηρεί
κομματάρχης υψηλός και ισχνός, ρικνός την όψιν και πιναρός τον
πώγωνα, προδήλως δε απαισιόδοξος τον χαρακτήρα.
— Ημπορούμεν όμως να τον πάρωμεν, διακόπτει ο σοβαρός Χασάν, αν
του τάξωμεν καμμίαν επιστασίαν εις τον φόρον.
— Να του την τάξωμεν! λέγει ο υποψήφιος, και το ήθος της μορφής
του παρωδεί το ήθος του Κάτωνος, φωνούντος: Delenda Carthago.
— Του κάκου αφέντη! παρεμβαίνει αυτάρκης ο υπηρέτης της οικίας —
εκλογεύς και αυτός και κομματάρχης μάλιστα θεωρούμενος —
εισερχόμενος την στιγμήν εκείνην και περιφέρων επί δίσκου τον
καφέν εις τους περικαθημένους. Του κάκου! Αυτός είνε βαφτισμένος
Εδρίς-Μωχαμέτ.
Αναγκαίον ενταύθα να σημειωθή, ότι Εδρίς-Μωχαμέτ είνε ο
ισχυρότερος των αντιπάλων του Χαλέμ-αλ-Ταρίφ.
— Τότε ας πάη, να ήνε! λέγει έτερος των παρεστώτων. Δεν μας
μέλει! Ο Εδρίς δεν βγαίνει που δεν βγαίνει — ας πάρη κ' ένα κουκί
παραπάνω!
— Όχι δα . . . . . διατί; απολαμβάνει ο υποψήφιος. Αν ημπορούμεν
να τον κερδήσωμεν. . . . με καμμίαν θυσίαν.
— Θα σας ομιλήσω ιδιαιτέρως δι' αυτήν την υπόθεσιν, παρατηρεί ο
σοβαρός πάντοτε Χασάν, καμμύων εκφραστικώς τον δεξιόν του
αφθαλμόν.
— Καλά δουλεύει του Χασάν η φάμπρικα, λέγει ταπεινή τη φωνή ο
αναγνώστης εις τον παρακαθήμενον.
Αυτός, παιδί μου, είνε μάννα!. . . . απαντά εκείνος. Να τελειώσ'
η εκλογή, και θάβγη πάλι με κανένα καινούργιο σπίτι.
Κ' εμάς μας περνούν με εικοσιπεντάρικα, 'σαν να είμαστε
σπουργίτια.
Επιλέγει μελαγχολικώς αναστενάζων ο αναγνώστης, και εξακολουθεί
την ανάγνωσιν, Αλή-ελ-Μούσα!
Θεός σχωρέση τον! φωνεί ο μικρός Μουχαδή, περιφερόμενος πάντοτε
και καπνίζων το πούρον του. Λυτός σκοτώθηκε 'ς ταις περσιναίς
εκλογαίς. Ακόμη τον έχουν αυτού μέσα;
Δεν πειράζει! παίρνει άλλος τώνομά του, παρατηρεί ηρέμα ο Χασάν.
Δεν σούλεγα, πως είνε μάννα; ψιθυρίζει και πάλιν εις τον
αναγνώστην ο γείτων του.
Και η ανάγνωσις εξακολουθεί.
Οι εκλογείς κοσκινίζονται, διαλέγονται, καταγράφονται,
διατιμώνται ως εμπορεύματα, και η μορφή του υποψηφίου Χαλέμ-αλ
-Ταρίφ ακτινοβολεί εκ χαράς.
Αφαιρεί, επί το εμπορικώτερον, τεσσαράκοντα τοις εκατόν φύραν εκ
των καταγραφέντος εις τα δελτία των κομματαρχών του, κ' ευρίσκει
το υπόλοιπον πρόσβαρον πάντοτε και περισσεύον.
Η σκηνή παρατείνεται πέραν του μεσονυκτίου, τοιαύτη οποία ήρχισε·
τελειόνει δε διά περιέργου χαιρετισμού ανταλλασσομένου μεταξύ του
υποψηφίου και των κομματαρχών του. Ούτος μεν προ πάσης χειραψίας
εξάγει την χείρα εκ του θυλακίου του, έκαστος δε των απερχομένων
εισάγει μετά την χειραψίαν την χείρα του εις το ιδικόν του
θυλάκιον.
Και ο συμβολικός ούτος αποχαιρετισμός επαναλαμβάνεται εικοσάκις.
Τέλος απέρχονται πάντες, και ο υποψήφιος μένει μόνος μετά του
Χασάν.
Καθ' οδόν.
— Τα είδες τα; λέγει μαδών τον πώγωνά του ο απαισιόδοξος
Γιακούπ· πάλιν μυστικά έχει ο Χασάν.
— Αμ· τα ξεύρομε δα τα μυστικά του.....
— Και πως τα ξεύρομε, τι βγαίνει; Αυτός τραβάει τον παρά, κ'
εμείς μετρούμε τους πούντους.
— Ουφ, καϋμένε Γιακούπ, όλο πήταις ονειρεύεσαι!
— Και δεν τρώγω ουδέ σημίτι. Αύτη είνε η γλύκα.
— Ρώτησ' τον Χασάν, υπολαμβάνει παρεμβαίνων ο μικρός Μουχαδή, να
σου δώση τη ρετσέτα της πήττας
— Αυτός, παιδί μου, λέγει άλλος, την ρετσέτα του την φυλάει
μυστική· την έχει κληρονομιά από τον πατέρα του, και δεν
τρελλάθηκε να μας μάθη την τέχνη. Είνε μάστορης που δεν βγάζει
καλφάδες.
— Μα τότε το λοιπόν είμαστ' εμείς κουτάβια;
— Τώρα τώνοιωσες; φωνεί αγρίως και μαδά έτι βιαιότερον του
πώγωνά του ο Γιακούπ. Τώρα τώνοιωσες; Αν είχαμε εμείς ενός
δραμιού μυαλό και δύο δραμιών φιλοτιμία, θα μαζευόμαστε πρώτα
ώμορφα ώμορφα μεταξύ μας, να συννενοηθούμε, . . . και θα
πηγαίναμε ύστερα 'ς του Κυρ Χαλέμ, να του πούμε παστρικά . . .
— Τι πράμμα; υπολαμβάνει τις των εταίρων, βλέπων διστάζοντα τον
Γιακούπ.
— Τι πράμμα; απαντά ούτος, αφού επί στιγμήν εσκέφθη, ότι οι
δισταγμοί του ήσαν εντελώς ανόητοι, τι πράμμα; ότι θέλομε κ'
ημείς μέταλλο! νά τι πράμμα!
— Δεν είνε 'ντροπή, καϋμένε;
— Αν μας πάρη η 'ντροπή, φορούμε κόσκινα, απαντά άλλος, ενώ ο
Γιακούπ, απαθεστάτην έχων την λογικήν αυτού, καίτοι αγανακτεί η
καρδία τον, επιφέρει·
— Γιατί ντροπή, κυρ Χακήμ; Αν ο Χασάν πουλεί κωλοφωτιαίς για
φανάρια, δεν έχομε τάχα κ' εμείς κωλοφωτιαίς για πούλημα;
— Άλλο τίποτε, απαντά ο προλαλήσας, Κι' αν δεν της πουλήσωμε
τώρα, που άνοιξε το παζάρι, δεν ειξεύρω τι διάβολο θα ταις
κάμωμε.
— Ακούστε, βρε παιδιά, να σας 'πώ! λέγει ο Γιακούπ, απαράλλακτα
ως έλεγέ ποτε ο Δημοσθένης προς τους Αθηναίους: &δεηθήναι πάντων
υμών βούλομαι, τους λογισμούς άκουσαί μου διά βραχέων&. Ο κυρ
Χαλέμ φυσά.
— Και παραφυσά! φωνεί ο χορός των περιεστώτων.
— Δεν του φθάνει τώρα ο παράς, θέλει και δόξα.
— Την θέλει! φωνεί ο χορός
— Εμείς έχομε δόξα για πούλημα, αυτός έχει παρά για δόσιμο· το
λοιπόν τράμπα!
— Τράμπα! φωνεί ο χορός.
— Κι' αν κάμη τον κουφό; λέγει δειλώς ο μικρός Μουχαδή.
— Κάνουμε κ' εμείς το στραβό, απαντά αποφθεγματικώς ο Γιακούπ.
— Ο λόγος μας, που του δώσαμε;
— Ας τον φυλάξη να παίξη 'ς την ύψωση, λέγει διαρρηγνύμενος εις
γέλωτα άλλος των εταίρων, πάλαι μεν ποτε περιάκτης πετρελαίου και
θρυαλλίδων, νυν δε μεσίτης εν τω χρηματιστηρίω της Ταγγέρης και
κομματάρχης in partibus . . . absentium.
— Όχι δα, καϋμένε! υπολαμβάνει ο Χακήμ· αυτό δεν είνε τίμιο
πράγμα.
— Κολοκύθια! απαντά ο Γιακούπ· θέλεις και τιμή και παρά, του
λόγου σου; και τη σούβλα άκαη και το αρνί ψημένο; Όταν τα βρης
μαζή, μου δίνεις είδησι.
— Γεια σου μωρέ Γιακούπ! εσύ θα γείνης σπουδαίος άνθρωπος μια
μέρα, φωνεί ένθους ο πρώην θρυαλλιδοπώλης.
— Το λοιπόν, επαναλαμβάνει λέγων ο μαροκηνός Δημοσθένης, όσοι με
καταλάβατε, και θαρρώ πως με καταλάβατε όλοι, γιατί όλοι έχετε
ηλικία, . . . . αύριο βράδυ 'ς του Μπενί-Αλλάχ την ταβέρνα!
Σύμφωνοι;
— Σύμφωνοι! απαντώσι πάντες σχεδόν οι συνοδοιπόροι, και
αφανίζονται εις το σκότος των στενών ατραπών της πόλεως.
Εντός μικράς αιθούσης, κομψώς ηυτρεπισμένης, κάθηνται καπνίζοντες
τρεις ο ι κ ο κ υ ρ α ί ο ι της Ταγγέρης. Βία του εκπολιστικού
ανέμου, όστις επέπνευσε το Μαρόκον, οι αγαθοί ούτοι αστοί
κάθηνται σταυροποδητί επί ευρέος και αναπαυτικού σοφά, ροφώσι
σοβαροί τον ναργιλέν των, και ομιλούσιν απαθώς και βραδέως, ως
γνήσιοι αφρικανοί πολίται και του Μωάμεθ λάτρεις, πιστοί
διαμένοντες εις το πάτριον θρήσκευμα, με όλους τους άγγλους
ιεραποστόλους.
Ανήκουσιν ως προείπομεν, και οι τρεις εις την τάξιν των
οικοκυραίων, των ανθρώπων δηλ. εκείνων, οίτινες ενδιαφέρονται
κυρίως — ως λέγουσι τουλάχιστον πανταχού του κόσμου οι της τάξεως
ταύτης άνθρωποι — υπέρ της τάξεως, της ησυχίας και της καλής
διοικήσεως.
Είς εξ αυτών είνε βιομήχανος, ο άλλος έμπορος, και ο τρίτος
υπάλληλος του μεταξύ Ταγγέρης και Αλγερίου σιδηροδρόμου. Φίλοι εκ
παίδων και παλαιοί συμμαθηταί, είνε πάντοτε σχεδόν σύμφωνοι,
οσάκις συζητούσι περί πραγμάτων ασχέτων προς τα ατομικά των
συμφέροντα. Φρονούσι και οι τρεις, ότι η αγαθή του δήμου των
διοίκησις είνε πράγμα επιθυμητόν, ότι η χρηστότης των δημοτικών
υπαλλήλων είνε πράγμα ευκταίον, ότι ανάγκη εν παντί πατριωτισμού,
τιμιότητος, χρηστότητος, ικανότητος, και πολλών έτι άλλων οτήτων.
Προκειμένου περί των αφηρημένων τούτων πραγμάτων, ουδέποτε
διεφώνησαν κατ' αρχήν οι καλοί ούτοι φίλοι. Αλλ' η τρυφερά των
αύτη ομοφωνία διασπάται δυστυχώς ενίοτε, οσάκις πρόκειται περί
πραγμάτων συγκεκριμένων, πολύ δε περισσότερον οσάκις, ως συνήθως,
ενσαρκούνται εις πρόσωπα τα συγκεκριμένα πράγματα.
Τούτο ακριβώς συμβαίνει καθ' ην στιγμήν εισάγομεν τον αναγνώστην
εις την σοβαράν αυτών συνδιάσκεψιν.
— Να σου ειπώ, αδελφέ, λέγει ο υπάλληλος προς τον βιομήχανον·
εγώ χρεωστώ την θέσιν μου εις τον Εδρίς. Μ' έσωσεν από την
δυστυχίαν, μου έδωκε ψωμί, μ' έκαμε και κουμπάρον.
— Εννοείς, ότι θα ήτο μαύρη αχαριστία να μη του δώσω ψήφον!
— Αφίνω, ότι το παιδί μου θα ήτον ακόμη στρατιώτης, αν δεν είχα
την προστασίαν του.
— Όλ' αυτά δεν θα πουν ότι είνε καλός και διά δήμαρχος. Αγάπα
τον όσον θέλεις, είχε τον εις την προσευχήν σου, στέλνε του
κανένα καλάθι χουρμάδες . . . καλά και άγια! Αλλ' όποιος είνε
καλός φίλος δεν θα πη πως είνε και καλός δήμαρχος. Εσύ είσαι ο
καλλίτερος φίλος μου· πρέπει λοιπόν να σε κάμω και δήμαρχον;
— Αυτά είνε αστειότητες.
— Βέβαια είνε αστειότητες μήπως δεν είνε αστειότης να μου λέγης,
ότι θα ψηφοφορήσης τον Εδρίς διότι τον έχεις κουμπάρον;
— Και συ τάχα, διατί ψηφοφορείς τον Ομέρ σε παρακαλώ;
— Διότι είνε άνθρωπος τίμιος και πλούσιος, και 'ξεύρω πως δεν θα
κλέψη τα χρήματα του δήμου.
— Θα τα κλέψουν άλλοι τριγύρω του, που είναι χειρότερον.
Καλλίτερα μία βδέλλα χονδρή, παρά εκατόν μικραίς. Κεφάλι, έχει
κεφάλι;
— Έξη αριθμό καπέλλο φορεί! λέγει παρεμβαίνων ο έμπορος.
— Του λόγου σου το ξεύρω πως δεν σ' αρέσει, απαντά ο βιομήχανος,
αξιότιμος φανοποιός και μεσίτης οικοπέδων κατά τας ώρας της
σχολής αυτού. Συ θέλεις τον Χαλέμ, διότι . . .
— Διότι είνε ο καλλίτερος απ' όλους.
— Ο καλλίτερος διά σένα· το παραδέχομαι. Σου έβαλε κεφάλαια και
άνοιξες το κατάστημά σου· είνε φυσικόν . . .
— Του τα πλήρωσα με τον τόκον, σαν εγγλέζος.
— Τα πλήρωσες όταν είχες, και αυτός σου τάδωκε όταν δεν είχες,
υπολαμβάνει ο σιδηροδρομικός υπάλληλος. Δεν ημπορείς να πης ότι
δεν του έχεις υποχρέωσιν.
— Υποχρέωσιν του έχω, αλλά δεν του δίδω δι' αυτό την ψήφον μου.
Τον θέλω διότι είνε άνθρωπος ικανός, είδε ξενόν κόσμον, κ'
εσπούδασε και δύο χρόνια εις το Παρίσι τα δημοτικά.
— Πήρε και δίπλωμα;
— Μπορεί· δεν ηξεύρω· απαντά σοβαρώς ο έμπορος, αλλά την
σοβαρότητά του ταράττει δυσαρέστως ο άσβεστος γέλως ον προκαλεί η
απάντησίς του.
— Τι γελάτε; ερωτά πειραχθείς. Αστείον σας φαίνεται πράγμα που
δεν 'ξεύρετε;
— Μη το ματαπής αυτό, Χαλήμ, απαντά ο φανοποιός· όπου το πης θα
σε γελάσουν.
— Ξεύρετε τι βλέπω εγώ; παρατηρεί ο υπάλληλος. Όλη η ομιλία μας
θα πάη του κάκου. Δεν θα συμφωνήσωμεν. Είμεθα και οι τρείς
δεμένοι . . . και κανείς δεν ημπορεί να λύση τον άλλον.
— Και τι ανάγκην έχομεν, σε παρακαλώ; ερωτά ο έμπορος.
Ανεξάρτητοι άνθρωποι είμεθα· ημπορούμεν νομίζω να σκεφθούμεν . . .
Και εξακολουθούσιν αληθώς συσκεπτόμενοι οι τρεις εκείνοι
ανεξάρτητοι οικοκυραίοι. Αλλ' η σύσκεψις αυτών, στρεφομένη εντός
τον κύκλου, ον αμυδρώς διεγράψαμεν, εις ουδέν αποβαίνει άλλο
αποτέλεσμα, ή εις το παράδοξον τούτο: να απόσχωσι και οι τρεις
της ψηφοφορίας. Αφού μάτην έκαστος προσεπάθησε να αναδείξη τα
προτερήματα του υποψηφίου του υπέρτερα των άλλων, ετράπησαν την
εναντίαν οδόν, και ήρχισαν συζητούντες τα ελαττώματά των· η δε
κακολογία ήγαγε τέλος τους συνταγματικούς εκείνους πολίτας εις
σημείον ομοφωνίας. Μη κατορθώσαντες να υπερβάλωσιν αλλήλους
πλειοδοτούντες, έφθασαν κατ' ανάγκην εις το ανυπέρβλητον της
μειοδοσίας όριον . . . — το μηδέν.
— Παρ' τον ένα κτύπα τον άλλον! καθώς βλέπω, είπεν ο έμπορος,
σφραγίζων την συνδιάσκεψιν,
— Έπειτα, αδελφέ, προσέθηκε μετά τινος μελαγχολίας ο φανοποιός,
δεν συλλογίζεστε και ταις εκατόν πενήντα κάλπαις; Βάλε 'βγάλε το
χέρι μας, θα πιασθούμε ως τα ύστερα. Ας μας λείψη εφέτος αυτή η
διασκέδασις.
— Ας μας λείψη!
«Το ωραίον, τερπνόν και υψηλόν θέαμα της εκλογικής πάλης», ως
γράφει καθημερινή τις εφημερίς της Ταγγέρης, προσεγγίζει. «Η
ημέρα της εξασκήσεως τον ιερωτάτου και πολυτιμοτάτου δικαιώματος
του συνταγματικού πολίτου», ως γράφει άλλη, «επέστη».
Μετά δύο ημέρας ανοίγουσιν αι κάλπαι των εκατόν πεντήκοντα
υποψηφίων δημάρχων, δημαρχικών παρέδρων και δημοτικών συμβουλίων
του δήμου Ταγγερίων, και οι δημόται πάντες, κατηχούμενοι και μη
κατηχούμενοι, καλούνται να εκλέξωσι τους άρχοντας αυτών τους
δημοτικούς.
Την φοβεράν αυτήν καλποστοιχίαν αδύνατον υπήρξε να περιλάβωσι τα
δημοτικά σχολεία και οι ναοί της πόλεως, διότι αμφοτέρων η
χωρητικότης είχεν υπολογισθή ανάλογος των ευλαβών αστών και των
φιλομαθών παίδων της Ταγγέρης, ουχί δε και των φιλοδόξων πολιτών
της, ων ηύξησε μεγάλως τον αριθμόν το νέον φιλελεύθερον πολίτευμα
του Μαρόκου. Κατεσκευάσθησαν λοιπόν επί τούτω ευρύχωρα και μεγάλα
παραπήγματα, όπου παρετάχθησαν μεν ήδη αι κάλπαι των υποψηφίων,
δεν κινδυνεύουσι δε να πάθωσιν ασφυξίαν οι μέλλοντες να
παρευρεθώσιν εντός αυτών αντιπρόσωποί των, σφαιριδιοδόται,
εφορευτικαί επιτροπαί, και άλλοι υπάλληλοι, καθ' α εγνωμοδότησεν
αρμοδίως το ιατροσυνέδριον, αφού, εννοείται, έλαβεν υπ' όψιν ότι
εν Ταγγέρη γίνεται μεγαλειτέρα κατανάλωσις σκορόδων ή σάπωνος.
Πάσα τοίχου γωνία φέρει από ημερών ήδη προσκεκολλημένα
ποικιλόχρωμα και πολύμορφα χαρτία, εφ' ων αποτυπούνται διά
γραμμάτων μικρών ή μεγάλων — αναλόγως της πεποιθήσεως ή της
μετριοφροσύνης εκάστου — τα ονόματα των υποψηφίων οτέ μεν
συνοδευόμενα διά συντόμου σημειώσεως του επαγγέλματος ή των
προσόντων αυτών, οτέ δε συνοδεύοντα την προσωπογραφίαν των,
ιλαράν και προσμειδιώσαν. Οι υποψήφιοι αποτείνονται προδήλως διά
των θεατρικών τούτων προγραμμάτων εις τους γινώσκοντας γράμματα
συνδημότας των· λησμονούσι δε, ότι τα σχολεία της πόλεως
απεδείχθησαν χωρούντα μαθητάς ολιγωτέρους των υποψηφίων.
Πάντα της πρωτευούσης τα οινοπωλεία και οψοπωλεία, — και αυτά έτι
τα ύπαιθρα πολλάκις οπτανεία, όθεν αρτύει συνήθως ο χειρώναξ τον
άρτον του διά δύο ή τριών τηγανιτών μαρίδων — κατέστησαν τόποι
συνεντεύξεων και διαπραγματεύσεων μεταξύ εκλογέων και υποψηφίων.
Εκεί από πρωίας μέχρι νυκτός τελούνται τρυφεραί και πολύσπονδοι
υπ' αμφοτέρων α γ ά π α ι. Εκεί περιπτύσσεται εν συγκινητική
κρασοκατανύξει τον τραπεζίτην ο χειρώναξ, και φιλεί τον αγοραίον
ο μοσχανάθρεπτος νεανίας, και ο χθες επηρμένος την οφρύν, σφίγγει
περιπαθώς την γλοιώδη χείρα του τυχόντος αλλαντοπώλου. Εκεί
ανταλλάσσονται υποσχέσεις βεβιασμέναι, και όρκοι ψευδείς, και
απατηλαί διαβεβαιώσεις. Εκεί προεξοφλούνται θέσεις και
υπουργήματα, και ασφαλίζεται των κλεπτών η ατιμωρησία, και των
στρατευσίμων το ακαταδίωκτον, και πωλείται η ψήφος αντί κερμάτων,
και αγοράζεται η ευθηνή συνείδησις αντί ποτηρίου οίνου. Εκεί —
παράδοξον φαινόμενον· νομίζουσι πάντες ότι απατώσιν, ενώ
απατώνται πάντες. Εκεί υπόσχεται έκαστος, απόφασιν έχων να παραβή
την υπόσχεσιν. Εκεί πωλούσι χωρίς να παραδίδωσι το εμπόρευμα·
εκεί αγοράζουσιν αέρα αντί αέρος Και είνε πάντες ευχαριστημένοι . . .
ότι εγέλασαν ο είς τον άλλον.
Οι δραστηριώτεροι των υποψηφίων, όσους δεν εκούρασεν η από τριών
ήδη μηνών αρξαμένη εκλογική στρατεία, περιέρχονται έξαλλοι,
απηυδηκότες και ασθμαίνοντες τας αγυιάς και τας ρύμας της πόλεως,
σύροντες όπισθεν αυτών αποσπάσματα ιχνευμόνων εκλογικών. Οι
ψηφοθήραι ούτοι σταματώσι τον δυστυχή περιπλανώμενον Ιουδαίον,
ούτινος έγειναν ciceroni ενώπιον πάσης θύρας λησμονηθείσης κατά
τας προτέρας εκδρομάς, και τον εισάγουσιν εις έκαστον υπόγειον,
ούτινος υποθέτουσιν ευμενείς τας διαθέσεις. Εδώ μεν ερωτά ο
υποψήφιος, πώς έχει η σύζυγος του εκλογέως, λεχώ από τριών
ημερών, και συγχαίρει επί τω νεογνώ· εκεί δε πληροφορείται
ανήσυχος, αν προβαίνει τακτική και ακίνδυνος η οδοντοφυία του
μικρού. Παρά τούτον ζητεί ευμενώς πληροφορίας περί των εργασιών
και του εμπορίου του· εκείνον συλλυπείται συμπαθώς επί τω θανάτω
της μάμμης του· άλλου θωπεύει τον ώμον, και άλλους περαιτέρω
φιλεύει μίαν ο κ ά ν εις τ α ό λ α.
Ο τύπος της πρωτευούσης χαίρων αναγράφει την ζωηράν αυτήν
εκλογικήν κίνησιν, και σεμνύνεται επί τω ενδιαφέροντι, όπερ
επιδεικνύει ο λαός προς τον επικείμενον αγώνα. Επαινεί την
ησυχίαν και την τάξιν ήτις επικρατεί, και θεωρεί ασήμαντα ολίγα
τινά ξυλοκοπήματα, άτινα ανταλλάσσουσι πού και πού οι θερμότεροι
και φανατικώτεροι των ψηφοφόρων. Αν δ' ενίοτε, πλην των γρόνθων
και ράβδων, λύουσι και άλλα όπλα τας εκλογικάς διαμάχας των
ταγγερίων, το επίσημον αστυνομικόν δελτίον της πόλεως αποδίδει
εις μέθην το λυπηρόν γεγονός, και βεβαιοί ότι αυστηρά διετάχθη
περί τούτου ανάκρισις.
Ούτω δε δαρέντες και μη δαρέντες μένουσιν ευχαριστημένοι, και
πάντες προσδοκώσιν ευέλπιδες να εισέλθωσι την Κυριακήν εις την
χαράν του Κυρίου των.
Είνε παραμονή της μεγάλης ημέρας· πυκνός δε όχλος συνταγματικός
πληροί τα δωμάτια των ταλαιπώρων υποψηφίων.
Ταλαίπωρα, τη αληθεία, και άξια οίκτου πλάσματα οι δυστυχείς
αυτοί υποψήφιοι!
Αφού από πολλών ήδη εβδομάδων περιέδραμον πάσαν γωνίαν της
πόλεως, και εκόλλησαν τα ονόματα των εις πάσης τριόδου τους
τοίχους, και έσχισαν εξ αυτών των αντιπάλων των τα ονόματα· αφού
εμεθύσθησαν εις έκαστον αυτής καπηλείον και εξελιπάρησαν του
εσχάτου αχθοφόρου την εύνοιαν· αφού περιεπτύχθησαν πάντα εξώλη
και προώλη, και εθώπευσαν πάσαν και την ρυπαρωτάτην παρειάν· αφού
υπεσχέθησαν και εψεύσθησαν, και εκολάκευσαν όσους και όπως
ηδυνήθησαν, πληρόνονται πάσαν εσπέραν διά του ιδίου νομίσματος
υπό των χρηστών εκλογέων, οίτινες πληρούσι τους οίκους αυτών.
Και άλλοι μεν αυτών — οι πονηρότεροι και των πραγμάτων έμπειροι —
γνωρίζουσι τι σημαίνει η ένθους περί αυτούς συρροή. Μειδιώσιν
εμφανώς τα χείλη των, αλλά ναυτιά πιθανώς η ψυχή των. Οι πλείστοι
όμως, όσους, αν δεν απατά η απειρία, πλανά όμως πάντοτε η
αυτάρκης πεποίθησις, δέχονται μετ' ευγνωμοσύνης το κίβδηλον
νόμισμα της ψευδούς αφοσιώσεως, δι' ου πληρόνει τας αβαρείς αυτών
επαγγελίας η παροίνιος ειλικρίνεια του πληρούντος τας οικίας των
συρφετού.
Και σφίγγουσι λοιπόν αγαλλιώντες τας χείρας των κύκλω
ζητωφωνούντων, και εναγκαλίζονται περιπαθώς κομματάρχας και
κομματαρχίσκονς, και επαγγέλλονται λ α γ ο ύ ς μ ε
π ε τ ρ α χ ή λ ι α εις τους χλιαρωτέρους, και λαλούσι περί
πατριωτισμού και τιμιότητος προς πάντας, και συνιστώσι
δραστηριότητα, και χύνουσιν . . . οίνον πολύν εις την φλέγουσαν
κύκλω εκλογικήν πυράν.
Τοιαύτη περίπου η εκ περιωπής εικών των συμβαινόντων εν τω οίκω
του Χαλέ-αλ-Ταρίφ κατά την προτεραίαν της ψηφοφορίας εσπέραν.
Αμέτρητον πλήθος πληροί τας αιθούσας του. Φίλοι και ενάντιοι,
οπαδοί και αντίπαλοι, αδιάφοροι, ετεροδημόται μη έχοντες δικαίωμα
ψήφου, περιτρέμματα στερούμενοι πολιτικών δικαιωμάτων . . . .
πάντες ήλθον απόψε να πωλήσωσιν όσον δυνατόν ακριβώτερα τον
έσχατον του ενθουσιασμού των σπινθήρα.
Αύριον η πανηγύρις τελειόνει, και όσοι πήραν, πήραν!
Άλλοι εξ αυτών έχουσι σπουδαία να εκμυστηρευθώσι μυστικά εις τον
υποψήφιον· άλλοι θέλουσι να τον συμβουλεύσωσι κάτι, άλλοι να
σώσωσι και άλλοι να λάβωσιν οδηγίας. Πάντες δε σχεδόν έχουσι κάτι
να ζητήσωσι, και το κάτι αυτό είνε ως επί το πλείστον . . . ολίγο
φως για τα παιδιά.
— Αφέντη! λέγει ο είς, και σύρει αυτόν από του επενδύτου εις
μιαν γωνίαν. Ο Βεκήρ εις το τρίτον μας κόβει φοβερά. Πέρασε, σε
παρακαλώ, αύριον το πρωί, και . . . τράβα του κανένα
εκατοστάρικο.
— Χωρίς άλλο! ησύχασε. Είνε πράγμα που διορθόνεται.
— Εις του Κερέμ την ταβέρνα, λέγει άλλος (και αυτός μυστικά,
εννοείται) πρέπει ν' αφήσωμεν αύριον μερικά λεπτά, να κερνά 'ς
την υγειά σου! Είνε αντικρύ 'ς την ψηφοφορία, και ο κόσμος
μπαίνει βγαίνει αδιάκοπα. Είνε καλό ν' ακούεται τ' όνομά μας.
— Θύμισέ μου το αύριο, που θα περάσωμε από 'κεί.
— Του λόγου τους, κυρ Χαλέμ, λέγει πλησιάζων νέηλυς άλλος, σύρων
κατόπιν του μικράν ομάδα ρακενδύτων και μονοσανδάλων, είνε
παλληκάρια ένα κ' ένα, που πεθαίνουν 'ς τώνομά σου. Περιποιήσου
τα, σε παρακαλώ.
— Να μου ζήσης! φωνεί πλησιάζων ο αρχηγός των παλληκαριών, και
προσθέτει ταπεινοτέρα τη φωνή·
— Τα παιδιά διψούν! 'Ξελαρυγγίσθηκαν από χθες να φωνάζουν: Ζήτω!
Δεν μας κατρακυλάς λιγάκι μέταλλο, να τα δροσίσωμε;
— Τι θέλετε να κάμη ο Χαλέμ-αλ-Ταρίφ; Ό,τι θα εκάμνατε ίσως
και σεις, αν ήσθε εις την θέσιν του.
— Δεν πέρασες από του Εμίρ! παρατηρεί άλλος· και μας τον πήρε ο
Εδρίς!
— Χρειάζεται ενέργεια εις το τέταρτον! υπολαμβάνει εισερχόμενος
νέος κομματάρχης. Μας έσπασε ο Ομέρ με τα χρήματα.
— Κύτταξε το τμήμα σου, σε παρακαλώ, κραυγάζει ακούσας τον
λαλούντα ισχνός νεανίας, στρέφων μετά κόπου πολλού τον μόλις
φυόμενον μύστακά του· από το τέταρτο αύριο βράδυ θ' ακούσης τα
νέα.
— Ζήτω του δημάρχου! κραυγάζει αίφνης εισβάλλουσα εις την
αίθουσαν εν ορμή και αταξία ομάς μεθύσων, μόλις συγκρατουμένων εν
ισορροπία. Χαλέμ και άγιος ο Θεός!
— Δόσε 'ς τα παιδιά να πιουν! φωνεί προς τον υπηρέτην ο
υποψήφιος, και παρέχει εαυτόν βοράν εις τας περιπτύξεις των
οινοφλύγων.
— Αυτοί έρχονται από του Ομέρ! λέγει ταπεινή τη φωνή εις τον
γείτονά του είς των παρακαθημένων,
Δεν λησμονεί, ελπίζομεν, ο αναγνώστης, ότι Ομέρ είνε είς των
υποψηφίων δημάρχων.
— Και πού το 'ξεύρεις; ερωτά ο γείτων.
— Τους είδα! Κ' εγώ από 'κεί έρχομαι. Σώπα, να κάμωμε σεριάνι!
— Βρε κατεργαρέοι! βροντοφωνεί αίφνης εγειρόμενος και πάλλων την
μαγκούραν του γιγαντόσωμος και ευρύστερνος κομματάρχης, εσείς δεν
έχετε ψήφο! Τι θέλετ' εδώ; έξω γλήγορα, να μη σας αργάσω το
τομάρι!
Οι νεήλυδες προσβλέπουσιν επί στιγμήν τον γίγαντα, θεωρούσι κύκλω
τους παρισταμένους, ανταλλάσσουσι βλέμμα συνεννοήσεως, και
απέρχονται κατησχυμμένοι, πτοηθέντες το ανάστημα του λαλούντος
και τας διαστάσεις της μαγκούρας του.
— Δεν τους αφίνεις, αδελφέ; παρατηρεί ηπίως ο υποψήφιος. Διατί
να τους δυσαρεστήσωμεν;
— Ας μας κόψουν το κρέδιτο! Φασκέλωσ' τα τα όρνια!
Και απήλθον μεν εκείνα τα όρνια· παρέμειναν όμως έτι πολλά εν τη
αιθούση τον ταλαιπώρου Χαλέμ, και προσήλθον βραδύτερον πολύ
περισσότερα.
Η αγορά παρετάθη πλήθουσα πέραν του μεσονυκτίου· ότε δε ο
δυστυχής Χαλέμ κατεκλίθη, μόλις είχε την δύναμιν να στενάξη, εκ
κόπου και αηδίας.
Η μεγάλη ημέρα ανέτειλε, και έδυσεν.
Εκ των δεκακισχιλίων εκλογέων του δήμου Ταγγερίων επτάκις περίπου
χίλιοι προσήλθον εις τας κάλπας και ήσκησαν το ιερόν και
πολύτιμον αυτών δικαίωμα. Πώς το ήσκησαν, είνε περιττόν να
ερωτήση ο Έλλην αναγνώστης, οικείος ήδη από μακρού προς τα
τοιαύτα τερπνά και υψηλά θεάματα,
Εδάρησαν τινές, εμέθυσαν πλείονες, συνεπλάκησαν πολλοί, εφώναξαν,
εκραύγασαν ζήτω και γιούχα μετά πολλού ενθουσιασμού, αναλόγου
προς το πληρωθέν επί τούτω χρήμα, διημφισβήτησαν πολλάκις μετά
ζέσεως την ψευδή των ταυτότητα, και τέλος εψήφισαν, άλλοι άπαξ
και άλλοι συχνότερον.
Αι κάλπαι εκλείσθησαν, εφραγίσθησαν, και μετά μίαν ώραν ανοίγουσι
πάλιν.
. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .
Η διαλογή αρχίζει.
Πάσα υποψηφίου δημάρχου οικία βρίθει περιέργων.
Μ' όλους τους κόπους και τας αγρυπνίας, μ' όλας τας αηδίας των
παρελθουσών ημερών, οι πτωχοί υποψήφιοι έχουσιν έτι την δύναμιν
να ίστανται όρθιοι επί των επάλξεων, να μειδιώσι, να περιπατώσι
και να δίδωσι τας τελευταίας οδηγίας προς τους ταχυδρόμους, ους
αποστέλλουσι κομιστάς ειδήσεων εις τα διάφορα τμήματα της πόλεως.
Είνε σχεδόν οι ίδιοι ως και χθες· μόνον ότι η καρδιά των πάλλει
περισσότερον και η χειρ των θωπεύει ολιγώτερον.
Τας πέριξ τραπέζας κατέχουσι γραμματείς παντοδαποί, ποικίλοι την
όψιν και την ηλικίαν, έχοντες έκαστος προ αυτού φύλλα χάρτου
χαραγμένα κατά σειράς και στήλας ισαρίθμους προς τα τμήματα της
πόλεως και τα ονόματα των υποψηφίων. Στρέφουσι και περιστρέφουσιν
εντός του στόματος την νεόκοπον άκραν του μολυβδοκονδύλου των,
και περιμένουσιν ανυπόμονοι να αναγράψωσιν εις τα δελτία των τα
αποτελέσματα της διαλογής.
Εν τω μεταξύ τούτω, και μέχρις ου αρχίσωσιν αντηχούντα των
ταχυδρόμων τα αγγέλματα, ανακοινούσι μεγαλοφώνως τας ιδέας και
πεποιθήσεις των περί του πιθανού αποτελέσματος της εκλογής, και
τα συμπεράσματά των ποικίλλουσιν, εννοείται, αναλόγως του οίκου
εν ώ γραμματεύουσιν.
— Η εκλογή είνε δική μας! λέγουσιν οι γραμματείς του Χαλέμ.
— Την εκλογήν την παίρνομε με χίλιους ψήφους, λέγουσιν οι του
Εδρίς.
— Τους φάγαμε κ' έννοια σου! φωνούσιν οι του Ομέρ ούτινος το
θάρρος δεν φαίνεται περισσεύον.
Ας εκλέξωμεν ένα των εκλογικών τούτων οίκων και ας εισέλθωμεν.
Πάντας είνε αδύνατον να επισκεφθώμεν, αφού δεν είμεθα εκλογείς.
Ας προτιμήσωμεν τον Χαλέμ, ούτινος λεπτομερέστερον μέχρι τούδε
παρηκολουθήσαμεν τον αγώνα. Ο υποψήφιος μας υποδέχεται ευμενώς,
μας σφίγγει την χείρα, και μας ερωτά ασθενεί τη φωνή αν ηξεύρομεν
τίποτε.
Ημείς, εννοείται, δεν ηξεύρομεν τίποτε, και σιωπώμεν.
Αίφνης ανοίγει βιαίως η θύρα, και αγυιόπαις ρυπαρός και
ανυπόδητος εισβάλλει εις την αίθουσαν ασθμαίνων και μόλις
κατορθών να φωνήση·
— Χίλιους τρακόσιους εξήντα εις το πρώτον!
Ζήτω! μυριόστομον βροντά εν τη αιθούση, και τα μολυβδοκόνδυλα των
γραμματέων καταπίπτουσιν όλα συγχρόνως επί των δελτίων, και ο
υποψήφιος, λιπόθυμος σχεδόν εκ της χαράς, καταφιλεί την άπλυτον
μορφήν τον μικρού ταχυδρόμου, και αμείβει γενναίως την χαρμόσυνον
είδησιν.
Ο αγυιόπαις τρέπεται δρομαίος εις φυγήν· αν ήτο δε δυνατόν να τον
παρακολουθήση τις, θα τον έβλεπε μετά μικρόν εισερχόμενον εις
άλλου υποψηφίου οικίαν, και θα παρίστατο μάρτυς της αυτής
απαραλλάκτως σκηνής, ομοίως επαναλαμβανομένης.
Μετά μικρόν άλλο άγγελμα:
— Εννηακόσιους ογδοήντα εις το τέταρτον!
Και τα ζήτω! επαναλαμβάνονται, και γράφουσιν οι γραμματείς, και
πληρόνει ο υποψήφιος.
— Τελείωσε! λέγει είς των γραμματέων· η εκλογή είνε δική μας.
Εις το τρίτον είμεθα πρώτοι, εις το πέμπτον . . . . .
Αλλά διακόπτει την ενθουσιώδη απαρίθμησιν είς των επί τούτω
απεσταλμένων εις την διαλογήν ταχυδρόμων, εισερχόμενος
μελαγχολικός, και ιστάμενος άφωνος παρά την θύραν.
— Α! να ο Αλής! λέγει ο υποψήφιος. Από πού έρχεσαι;
— Από το πρώτον. Μας έφαγαν οι άτιμοι!
— Πώς; παρατηρεί συρίζουσα η οξεία φωνή ενός των γραμματέων.
Χίλιους τριακόσιους εξήντα πήραμε, και . . . . .
— Κολοκύθια! ποιος σας τα είπε; Εξακόσιους τριάντα πήραμε όλους
όλους. Νά το αποτέλεσμα. Το έχω από το πρωτόκολλον της επιτροπής.
Οι γραμματείς σβύνουσι τους αριθμούς των, ο υποψήφιος αισθάνεται
ότι κάπως εκουράσθη, και κάθηται εις μίαν γωνίαν, ο δε ταλαίπωρος
ταχυδρόμος, εις ον ουδείς . . . ουδείς ευρέθη να προσφέρη έν
σιγάρον, σύρει την πενιχράν του καπνοθήκην, και περιτυλίσσει έν
μελαγχολικώς εκ του ιδίου του καπνού.
— Μήπως παράκουσες, αδελφέ; ερωτά είς των παρισταμένων.
— Άφησέ με, σε παρακαλώ, και με φθάνει . . . Άλλο δεν λέγει.
Δεν παρέρχονται δυο λεπτά, και καίει έτι το απαίσιον άγγελμα, ότε
εισέρχεται βραδυπατών άλλος κακών άγγελος και κάθηται σιωπηρός
επί μιας καθέδρας.
— Πού ήσουν, Μελήκ, ερωτά ο υποψήφιος, και η φωνή του μόλις
ακούεται.
— Εις το τρίτον.
— Αι; φωνούσι συγχρόνως ανορθούμεναι πάσαι των γραμματέων αι
κεφαλαί.
— Εξακόσιους. . . . ογδοήντα. . . . πέντε.
Και ο τόνος της φωνής του ηχεί ως η ακροτελεύτιος επικήδειος
φράσις: Γ α ί α ν έ χ ο ι ε λ α φ ρ ά ν.
— Χίλιους οχτακόσιους εις το τρίτον! κραυγάζει την στιγμήν
εκείνην, εισορμών εις την αίθουσαν παιδάριον ρακένδυτον.
Αλλά μόλις είχε τελειώσει την φράσιν του ο ταλαίπωρος παις, και
ράπισμα ισχυρόν ακούεται πλαταγίζον επί της παρειάς του.
— Νά και μία παραπάνω, να γείνουν χίλιοι οχτακόσιοι ένας! φωνεί
εγειρόμενος έξαλλος ο προ μικρού εισελθών. Κατεργάρη!
Το παιδίον συναισθάνεται, φαίνεται, ότι δεν έχει το δικαίωμα να
κλαύση, και φεύγει δρομαίον μεν αλλ' απαθές και ατάραχον.
Ήτο το τελευταίον. Ουδείς πλέον ανήλικος ταχυδρόμος επάτησε την
φλιάν της θύρας του Χαλέμ την εσπέραν εκείνην.
— Να εξακολουθήσωμεν; Ο αναγνώστης μαντεύει την συνέχειαν.
Οι άγγελοι των αποτελεσμάτων γίνονται ολονέν σπανιώτεροι. Οι
γραμματείς αρχίζουσι να νυστάζωσι και απέρχονται ο είς μετά τον
άλλον, λέγοντες πού και πού εις τον υποψήφιον·
Να ιδούμε και τα χωριά, . . . το πρωί! Τα χωριά θα μας σηκώσουν!
Και μεταβαίνουσι κατά πάσαν πιθανότητα εις άλλου υποψηφίου
οικίαν, ον εσήκωσεν ήδη η πόλις.
Οι παριστάμενοι αραιούνται, η οικία του υποψηφίου γίνεται
ησυχωτέρα, οι θόρυβοι της οδού καταπαύουσι, φωνή κύκλω δεν
ακούεται, και ο ταλαίπωρος Χαλέμ ναρκούμενος υπό του κόπου
αποκοιμάται εις την γωνίαν του, και υπνώττει χάλκινον ύπνον.
Αλλ' αίφνης εν βαθεία νυκτί ανατινάσσεται όρθιος από του
ανακλίντρου του, τρίβει τους οφθαλμούς, σείει την κεφαλήν, τείνει
το ους προς την οδόν, και δεν ηξεύρει τι κρότος παράδοξος και
απαίσιος είνε ο ταράττων την ησυχίαν της νυκτός.
Προσέχει περισσότερον, ανοίγει σιγά το παράθυρον, εξάγει την
κεφαλήν του, και βλέπει μολοσσόν υπερμεγέθη γοερώς ωρυόμενον, και
σύροντα παταγωδώς επί του λιθοστρώτου κολοσσιαίον αγγείον εκ
λευκοσιδήρου, προσηρτημένον εις την ουράν του.
ΤΟ ΕΝΘΥΜΗΜΑ ΤΟΥ ΜΙΜΙΚΟΥ (4)
Αν την πρωίαν της παραμονής του έτους 1859 υπήρχον εν Αθήναις
νέοι στενοχωρημένοι και αδημονούντες διά την κενότητα του
πουγγίου των — και θα υπήρχον βεβαίως πολλοί — , ο μάλλον εξ
αυτών αδημονών ήτο κατά πάσαν πιθανότητα ο Δημήτριος Ξυδάκης.
Πριν ή όμως γνωρίση ο αναγνώστης το αίτιον της στενοχωρίας του
ήρωός μου, καλόν είνε να γνωρίση αυτόν τον ίδιον.
Ο Δημήτριος ή Μιμίκος, ως αποκαλούσιν αυτόν θωπευτικώς οι οικείοι
του, τουτέστιν η γραία μήτηρ του, ο πολύ πρεσβύτερος αυτού
αδελφός του και η ολίγον νεωτέρα του αδελφή είνε εικοσαετής
περίπου νεανίας, ισχνός, ωχρός, με μεγάλους μαύρους οφθαλμούς και
μακράν καστανήν κόμην, την οποίαν χτενίζει μεν, όταν εξέρχεται
της οικίας, κατά το πολωνικόν σχήμα, ήτοι εις π ό λ κ α ν, ως
εκάλουν οι καλλωπισταί του τότε καιρού τον συρμόν αυτόν της
κομμώσεως, διατηρεί όμως κατ' οίκον ανάτριχον πάντοτε και
ατημέλητον, εκ φυσικής και ακαταμαχήτου νωθρότητος. Διότι ο
Μιμίκος είνε δυστυχώς νωθρός, πολύ νωθρός. Εγείρεται συνήθως
αργά, διότι αργά και κατακλίνεται, αργότερα δε και αποκοιμάται,
συνήθειαν έχων να αναγινώσκη εις την κλίνην του μυθιστορημάτων
μεταφράσεις, τας οποίας διά πολλού κόπου προμηθεύεται παρά των
οικείων και φίλων.
Κατά τους χρόνους του Μιμίκου δεν ήσαν άφθονα και πρόχειρα ουδ'
ευαπόκτητα τα μυθιστορήματα όσον σήμερον, ότε η κερδοσκόπος
βιβλιοκαπηλεία προσφέρει αυτά κατά δόσεις ευπρόσιτους εις το
δεκάλεπτον παντός κέπφου διψώντος πνευματικήν ψυχαγωγίαν. Εκοπία
λοιπόν ο Δημήτριος πολύ εις προμήθειαν του επιουσίου μυθιστορικού
του άρτου, και κατηνάλισκεν αυτόν μετά πολλής οικονομίας,
αναγινώσκων μόνον το εσπέρας, υπό το φως αναιμικής και
καπνιζούσης λυχνίας, οποίαν μόλις επέτρεπον εις αυτόν τα ουχί
συνήθως άφθονα οικονομικά της οικίας του, ων κύριον πυρήνα
απετέλει ο μισθός του αδελφού του Γεωργίου, υπουργικού γραμματέως
πρώτης τάξεως. Έβοσκε γοητευμένος, εφ' όσον εφώτιζε την γοητείαν
του το έλαιον του λύχνου, εις τας μαγικάς πρασιάς των Τ ρ ι ώ ν
Σ ω μ α τ ο φ υ λ ά κ ω ν, των Ε π τ ά θ α ν α σ ί μ ω ν
α μ α ρ τ η μ ά τ ω ν και της Μ α λ β ί ν α ς, και ότε τέλος η
περισσότερον αυτού νυστάζουσα θρυαλλίς ήρχιζε να αναδίδη καπνόν
μάλλον ή φως, έκλειεν εκείνος τους οφθαλμούς και εξηκολούθει εν
ονείρω την φανταστικήν του βοσκήν, ουδεμίαν έχων μέριμναν ή
φροντίδα περί της αύριον, δυναμένην να ταράξη των ύπνων του την
μακαριότητα. Διότι έργον ο Μιμίκος δεν είχεν.
Ήτο μεν από ικανών ήδη ετών φοιτητής της Νομικής σχολής του
Πανεπιστημίου· αλλ' ήλπιζεν εκ της επιφοιτήσεως του αγίου
πνεύματος εις την κεφαλήν αυτού· πολύ πλειότερον, ή όσον
προσεδόκα εκ της ιδίας αυτού φοιτήσεως εις τας παραδόσεις των
καθηγητών του. Και δεν είχε μεν έτι τότε η μεγάλη πλειονοψηφία
των ακαδημαϊκών πολιτών τελειοποιήσει την μέθοδον των άνευ
φοιτήσεως αποδείξεων και των άνευ ακροάσεως εξετάσεων· ήσαν δε
ακόμη άγνωστα τα νομικά φροντιστήρια, άτινα επιτηδεύουσι σήμερον
την εντός ολίγων εβδομάδων αναπλήρωσιν των εν τοις ωδικοίς
καφενείοις αναλισκομένων συνήθως ακαδημαϊκών εξαμήνων· ουδέ είχεν
έτι πολλαπλασιάσει η κερματοθηρία των εκδοτικών καταστημάτων τας
εντύπους περιλήψεις των πανεπιστημιακών παραδόσεων προς χρήσιν
των χρηστών της πατρίδος ελπίδων. Αλλ' ο Μιμίκος, προτρέχων της
εποχής του, απετέλει μέρος ευαρίθμου προοδευτικής ομάδος
φοιτητών, οίτινες επροτίμων ήδη τότε το καφενείον μάλλον ή τα
ακροατήρια του Πανεπιστημίου, και έκρινον το σφαιριστήριον πολύ
ψυχαγωγικώτερον της ακροάσεως και γραφής των επιστημονικών
διδαγμάτων. Εξήρχετο αργά του οίκου, και κατηυθύνετο μεν, — ως
έλεγεν εις την γραίαν μητέρα του· εις το μάθημα, παρελάμβανε δε,
ως αθώους ψευδομάρτυρας και φύλλα τινά χάρτου αγράφου,
συνεσπειρωμένα εις κύλινδρον και τυλιγμένα εντός κυανού
περικαλύμματος, εφ' ων έμελλε δήθεν να καταγράψη τα σοφά βήματα
των καθηγητών αυτού· αλλ' άμα φθάνων εις τα βραχώδη τότε
προπύλαια του επιστημονικού τεμένους, εξηκολούθει, οτέ μεν μόνος,
οτέ δε μετ' ομόφρονος συντρόφου, την βραχώδη προς τον Λυκαβητόν
ανάβασιν, και καθήμενος εκεί εν μέσω θύμων και ασφοδέλων,
εκάπνιζεν, εφ' όσον επήρκει ο λαθροχειρισθείς αδελφικός καπνός,
και περιέφερεν εική τα βλέμματα επί το πρωινόν πανόραμα της
πόλεως και τα μαρμαίροντα πέραν γλαυκά νώτα του Σαρωνικού, έμενεν
εκεί ούτω πολλάκις ώραν μακράν, ημικλείστους έχων τους οφθαλμούς
και σύνοφρυ το μέτωπον, οιονεί εντυπώσεις ταμιεύων ως έλεγεν
ασμένως ο ίδιος — , αίφνης δε, σείων αποτόμως την κεφαλήν και
ανατινάσσων την λιπαράν του πόλκαν, εφαίνετο ως συλλαβών
προσιπταμένην έμπνευσιν, και ανοίγων τον χάρτινον κύλινδρόν του
έγραφε διά μολυβδίδος σειράς ανίσους το μήκος, έσβυνε τα
γραφέντα, έβρεχε το άκρον της μολυβδίδος εις τα χείλη του,
εκάπνιζεν, έξυε τους κροτάφους του, και έγραφε πάλιν άλλα,
πολλάκις δε και απήγειλλε μετ' αυταρέσκου μειδιάματος τα
γραφέντα, μεγαλοφωνών ρυθμικώς τας ομοιοκαταλήκτους κατακλείδας
των στίχων του.
Ο Μιμίκος έγραφε στίχους· διότι ήτο — ενόμιζε τουλάχιστον ότι ήτο
ποιητής.
***
Ποιητικός και ρωμαντικός έπνεεν εν Αθήναις ο άνεμος κατά τους
χρόνους εκείνους· πας δε σχεδόν έφηβος μείραξ, εις ου το χείλος
ήρχιζε να επανθή ο πρώτος νεανικός χνους, είχε να φοβήται, μετά
την ίλερην και ανεμοβλογιάν των παιδικών ετών, την στιχουργικήν
επιδημίαν της εφηβικής ηλικίας. Αλλ' ήτο ευτυχώς ηπίου χαρακτήρος
και πάντη ανώδυνος η στιχοπάθεια του τότε καιρού, ουδ' ωμοίαζε
προς τον κακοήθη πυρετόν της αποκαλυπτικής χρησμολογίας, ήτις
κατατρύχει ως επί το πολύ τους σημερινούς ποιητικούς ιεροφάντας.
Περιωρίζετο συνήθως εις ακροστιχίδας, προέβαινεν ενίοτε εις
εξύμνησιν της αργυράς σελήνης και της εσπερινής αθώας αύρας, ή
και απεθρασύνετο μέχρι περιπαθούς θρηνωδίας προς φανταστικήν
ερωμένην, σπανίως δε σπανιώτατα ανεκλαδούτο εις επικολυρικόν τι
μυθολόγημα, κατά κρατούντα τότε βυρώνειον συρμόν.
Οι στιχοπλόκοι νέοι, τρόφιμοι ως επί το πλείστον του Λαμαρτίνου
και του Ουγκώ, είχον μελαγχολικώς ερωτόβλητον την φαντασίαν·
έκαιον δε σχεδόν πάντοτε το θυμίαμα της ποιήσεως αυτών επί του
βωμού φανταστού τινος ερωτικού ειδώλου, εν ελλείψει υπαρκτού,
διότι προς πραγματικήν ερωμένην σπανίως που ετόλμα να ατενίση η
αιδήμων δειλία της τότε άρρενος νεολαίας, ήτις δεν είχεν έτι
ποτισθή εις τα λιμναία ύδατα της πραγματικής σχολής. Αν δε που
τολμηροτέρα τις φύσις είχε το θάρρος να αναβλέψη προς την μορφήν
ωραίας νεάνιδος, το έκτακτον αυτό θάρρος σπανίως ήτο μεμονωμένον.
Οι πραγματικοί έρωτες εγίνοντο τότε συνήθως εν συνεταιρισμώ,
όστις θα φανή μεν βεβαίως παράδοξος αν μη και μωρός εις την
σημερινήν πρακτικήν γενεάν, ήτο φυσικώτατος όμως εις την
ιδεολογούσαν και ρωμαντικώς νεφελοβάμονα νεότητα του τότε καιρού.
Αι αξιώσεις των εραστών εκείνων ήσαν μετριώταται, η δε λατρεία,
ην δύο και τρεις πολλάκις νεανίαι προσέφερον από κοινού εις τον
βωμόν μιας και της αυτής θεότητος, απετελείτο συνήθως εκ φλογερών
βλεμμάτων και βαθέων στεναγμών, και εμακάριζεν εαυτήν, οσάκις
ημείβετο δι' ενός αορίστου ή και διφορουμένου μειδιάματος. Οι
γενναιότεροι έφθανον μέχρις ακροστιχίδος, και οι ευτυχέστεροι
εταμίευον επί της καρδίας των την έγγραφον απόδειξιν της
παραλαβής της. Αν δέ τις των εταίρων κατώρθονε ποτέ και να
χορεύση μετά του ειδώλου της καρδίας του εις μικράν τινα
οικογενειακήν ομήγυριν, εξ εκείνων ας συνήγε τότε η πρόφασις
χορευτικής ασκήσεως περί την κιθάραν του μακαρίτου Πολλάτου, η
μακαριότης του ευδαίμονος εραστού εκέντριζεν απλώς εις νέους
ανωδύνους στεναγμούς την ζηλοτυπίαν των συνεραστών αυτού, αλλά
δεν είχε και τραγικώτερα επακόλουθα. Ήλπιζων οι άλλοι, ότι θα
ήρχετο και αυτών η σειρά, και εφθόνουν προς ώραν, αναμένοντες να
φθονηθώσι βραδύτερον.
Εις τοιαύτας όμως ερωτικάς κοινοπραξίας δεν συγκατήρχετο πλέον ο
Μιμίκος. Η ηλικία του είχε καταστήσει αυτόν τολμηρότερον, η δε
καρδία του, πεποίθησιν έχουσα εις της ποιήσεως τα ιστία και το
βαρύ των στίχων του έρμα, απέφευγε τους συμπλωτήρας και ηρκείτο
ερωτοδρομούσα μόνη.
***
Ο Μιμίκος προσέφερεν από τριών ήδη μηνών το θυμίαμα της λατρείας
του εις ξανθήν δεκαεπταετή φίλην της αδελφής αυτού, την
καστανόφθαλμον Μαριγούλαν, ην είχε γνωρίσει εσπέραν τινά εις
φιλικήν οικίαν, όπου επαίζετο δ α κ τ υ λ ι δ ά κ ι. Η θέρμη των
πληγών, όσας εδέχθησαν οι παλάμαι του υπό του στρόμβου της
γελαστής νεάνιδος, ανέδραμε ταχεία εις την καρδίαν του, και το
ευχάριστον αυτής θάλπος κατέκλυσε τα στήθη του δι' αρρήτου
ευδαιμονίας. Από της ημέρας δ' εκείνης οι στίχοι του Μιμίκου,
λησμονήσαντες και αυγερινόν και σελήνην, ήρχισαν ψάλλοντες τον
νέον αστέρα της Μαρίας.
Μάτην η πολύ αυτού θετικωτέρα αδελφή του Ελένη, ήτις εμάντευσε τα
συμβαίνοντα, απεπειράθη να τον φωτίση διά πλαγίων υπαινιγμών περί
της γνωστής — ως έλεγεν — ερωτοτροπίας της νέας ποιητικής του
φλογός, και της έτι γνωστοτέρας πληθύος των λατρευτών της. Ο
Ιωάννης Τριφίλης, υιός πλουσίου εμπόρου, και γνώριμος, σχεδόν
φίλος του Μιμίκου, ον η αδελφή του παρίστα ως τον κατ' εξοχήν
ευνοούμενον εκ της πλειάδος των δορυφόρων της Μαρίας, δεν επτόει
ούτε απεθάρρυνε τον ποιητήν. Δεν εφαντάζετο καν ο Μιμίκος, ότι η
έκφρασις των μεγάλων του οφθαλμών και οι καστανοί του βόστρυχοι
θα εκινδύνευον ποτέ να νικηθώσιν υπό της κοινής μορφής και της εν
είδει ψήκτρας κουρευμένης κόμης του Τριφίλη. Τον ανησύχει μεν
ολίγον — είνε αληθές — η επί της καρδίας της Μαριγούλας πιθανή
επίδρασις του γοήτρου πλουσίου κληρονόμου, οποίον ήτο
αναντιρρήτως το μόνον γόητρον του λεγομένου αντιζήλου του· αλλά
τι εσήμαινεν αυτό — διελογίζετο αμέσως ο ιδεολόγος νεανίας —
απέναντι του ποιητικού πλούτου της ιδικής του ψυχής; Ο Τριφίλης
δεν ήτο ποιητής! Το εγνώριζε δε τούτο ο Μιμίκος, όστις πολλάκις
από των ψιχίων της στιχουργικής του τραπέζης είχεν ελεήσει δι'
ενός τετραστίχου τας κατά καιρούς ερωτικάς εξομολογήσεις του
φίλου του. Διά τούτο δε και ότε ημέραν τινά ο Γιάγκος, εν ώρα
φιλικών εκμυστηρεύσεων, ήνοιξε και πάλιν την καρδίαν του εις τον
Μιμίκον, και έδειξεν αυτήν θερμαινομένην εις τας ακτίνας νέου
ερωτικού ηλίου, και εζήτησε τέλος παρ' αυτού μίαν περιπαθή
ακροστιχίδα εις το γλυκύ όνομα της Μαρίας, ο ποιητής έρριψεν εις
αυτόν ανεκφράστου αυταρκείας βλέμμα, και τον ηρώτησε μορφάζων
μάλλον ή μειδιών·
— Εις Μαρίαν θέλεις ακροστιχίδας;
— Ναι· παράξενον σου φαίνεται; αντηρώτησεν ο φίλος απορών.
— Παράξενον μόνον; Θρασύ μου φαίνεται! εβροντοφώνησεν ο Μιμίκος.
Ο Γιάγκος εκλονίσθη ολίγον εκ της βιαιότητος του επιφωνήματος,
πριν ή δε προφθάση να εξηγηθή, υπέλαβεν αγανακτών ο ποιητής.
— Αι φίλτατε, πολύ απλούς είσαι, αν νομίζης, ότι θα σου δώσω
όπλα, διά να με πολεμήσης.
— Να σε . . .
— Ναι! να με πολεμήσης! Δεν γνωρίζεις τάχα, τι συμβαίνει εδώ;
και ο Μιμίκος έπληξε θεατρικώς το αριστερόν μέρος του στήθους
του· ή μη τυχόν νομίζεις, ότι θα γείνωμεν συνεργάται; αν το
νομίζης, είσαι μωρός! αν δεν το νομίζης, και όμως μου ζητείς
στίχους, το θράσος σου δεν έχει όρια!
Εννοείται ότι ο διάλογος των δυο φίλων ετραχύνθη, και απέληξεν
εις ρήξιν, ήτις διήρκει από δύο ήδη μηνών, ότε την παραμονήν της
πρώτης του έτους απηντήσαμεν άθυμον και μελαγχολικόν τον Μιμίκον.
***
Ο λάτρις της Μαριγούλας ηγέρθη προ μικρού της κλίνης, αν και η
ώρα είνε ήδη δέκα, και κάθηται κατηφής και περιεσκεμμένος προ
μικρού τραπεζίου, άνιπτος έτι και αχτένιστος· και οτέ μεν
χασμάται, ωσεί εμπαίζων τον δεκάωρον ύπνον του, οτέ δε διατείνει
νωχελώς τους βραχίονας και ανακάμπτει αυτούς υπέρ την κεφαλήν
του, οιονεί αγωνιζόμενος να αποσείση την κατέχουσαν το πνεύμα του
νάρκην.
Έχει προ αυτού αριστερά μεν κυαθίσκον μαύρου καφέ, όπου βουτά
μηχανικώς τεμάχιον άρτου, δεξιά δε φύλλον χαρτίου λευκού, εφ' ου,
διακόπτων το λιτόν αυτού πρόγευμα, χαράσσει εκ διαλειμμάτων
ολίγας λέξεις. Ενίοτε σταματά, στρέφει έν σιγάρον από πενιχρών
τινων συντριμμάτων καπνού, άτινα υπολείπονται εις τους μυχούς
κωνοειδούς χαρτίνου θυλακίου, χαίνοντος μελαγχολικώς επί της
τραπέζης, ροφά εκ βάθους πνευμόνων τον αναδιδόμενον καπνόν, και
παρακολουθεί δι' αλλόφρονος βλέμματος τας ηρέμα διαλυομένας
κυανάς του έλικας. Έπειτα γράφει πάλιν, αφίνει τον κάλαμον χάριν
του καφέ, και τούτον χάριν του σιγάρου, και στηρίζων την κεφαλήν
του εις τους αγκώνας του βυθίζεται εις σκέψεις.
Ο βλέπων αυτόν ούτως εσκεμμένον και άθυμον θα υπέθετεν ίσως, ότι
ο Μιμίκος γράφει στίχους, και μάτην θηρεύει δύσκολόν τινα
ομοιοκαταληξίαν εις τελείωσιν του στίχου του. Αλλ' ο Μιμίκος δεν
γράφει στίχους την φοράν αυτήν· γράφει απλούστατα πεζήν
επιστολήν, και την έχει σχεδόν τελειώσει. Ιδού δε τι γράφει·
_Φιλτάτη Μαρία,
Σου εύχομαι το νέον έτος, και η ευχή μου αυτή είναι εγκάρδιος,
διότι γνωρίζης ότι η ευτυχία σου είναι ευτυχία μου. Σε παρακαλώ
δε να μου επιτρέψης να συνοδεύσω την ευχήν μου αυτήν με έν μικρόν
ενθύμημα . . _
Εις την λέξιν αυτήν είχε σταματήσει ο νέος, αφού πολλάκις την
έσβυσε και την αντικατέστησε δι' άλλης και πάλιν την έγραψε. Την
έσβυνε δε, όχι διότι δεν του ήρεσκεν η λέξις και εζήτει άλλην
προσφορωτέραν, όχι διότι του έλειπε νόημα η έκφρασις, αλλά διότι
του έλειπε δυστυχώς αυτό εκείνο το πράγμα, διά του οποίου ήθελε
να συνοδεύση τας τρυφεράς προς την Μαρίαν ευχάς του.
Όσοι ποτέ ευρέθησαν εις την αμήχανον θέσιν του Μιμίκου, θα
εννοήσωσι βεβαίως και θα λυπηθώσι τον πτωχόν — κυριολεκτικώς —
ποιητήν. Συνησθάνετο, ότι καθήκον είχεν απαραίτητον να στείλη επ'
ευκαιρία της πρώτης του έτους εις την εκλεκτήν της καρδίας του
μικρόν τι δώρον, έστω πενιχρόν, ασήμαντον, αλλά δώρον όμως
οιονδήποτε. Πού να το εύρη όμως το δώρον αυτό, και πόθεν και πώς
να το προμηθευθή; Το χρήμα, και υπ' αυτήν την κοινωτάτην και
χυδαιοτάτην της δεκάρας μορφήν, ήτο σπάνιος των θυλακίων του
ξένος. Τα ολίγα δε χάλκινα κέρματα, άτινα μηχανικώς εμέτρει την
στιγμήν εκείνην η χειρ του εντός του θυλακίου της περισκελίδος
του, χωρίς να κατορθόνη να τα αυξήση από τεσσάρων εις πέντε, δεν
ήρκουν ούτε διά μίαν ανθοδέσμην ούτε δι' ένα χάρτινον σάκκον
σακχαρωτών. Η αμηχανία τον αύτη κατέτρυχεν ήδη από πολλών ημερών
τον ταλαίπωρον Μιμίκον διά παντοειδών ακάρπων συλλογισμών, η δε
ποιητική του εύρεσις, η τόσον γόνιμος ομοιοκαταληξιών, είχεν
αποδειχθή στείρα και ενός μόνου ταλλήρου.
Είχεν ελπίσει προς στιγμήν ο πτωχός ποιητής, ότι διανομείς τινες
εφημερίδων, συνήθης πελάται της Μούσης του κατά τας παραμονάς της
πρώτης του έτους, θα ήρχοντο και πάλιν να του ζητήσωσι τας
αναποφεύκτους προς τους συνδρομητάς των στιχηράς προσφωνήσεις,
και ότι θα ελάμβανεν ούτως ευκαιρίαν να υποδείξη εις αυτούς
επιτηδείως, ότι αντί πινακίου γλυκυσμάτων, δι' ων ως επί το
πλείστον ημείβοντο οι στίχοι του, γλυκυτέρα δι' αυτόν εφέτος θα
ήτο η εις χρήμα αξία των, έστω και εν υποτιμήσσει. Αλλ' ουδείς
όμως διανομεύς είχε κρούσει έτι την θύρα του, ουδ' αυτός ο του
περιοδικού, όπου κατεχώριζεν ενίοτε ο Μιμίκος τους στιχηρούς
ερωτικούς του στεναγμούς. Τας ελπίδας, ας είχε προς στιγμήν
θεμελιώσει επί του συνήθως ελεήμονος πουγγίου της μητρός αυτού
και των πενιχρών οικονομιών της αδελφής του, διέλυσαν
αλληλοδιαδόχως αναγκαίαι διά την πρώτην του έτους οικιακαί
προμήθειαι των δύο γυναικών εις δε τον αδελφόν του Γιώργιον ουδέ
διενοήθη καν να αποταθή, διότι τα καινουργή του υποδήματα, τα προ
δέκα μόλις ημερών κληρωθέντα εκ του αδελφικού υστερήματος,
υπεμίμνησκον τον Μιμίκον, σφίγγοντα τους πόδας του, ότι πολύ
σφιγκτότερα ήτο δεμένον το θυλάκιον του υπουργικού γραμματέως.
***
Ούτως είχε φθάσει εις την παραμονήν της μεγάλης ημέρας άνευ
ελπίδος ή παρήγορου προσδοκίας οιασδήποτε. Μέγα μέρος της
προτεραίας νυκτός είχεν αγρυπνήσει, τυραννών τον εγκέφαλον αυτού
και προσπαθών να ανακαλύψη που εις τα βάθη του σκοτεινού
ορίζοντος της αμηχανίας του αμυδράν τινα παρηγορίας ακτίνα· αλλά
τίποτε, απολύτως τίποτε δεν ηδυνήθη να επινοήση. Επινοείται το
χρήμα; Και αυτός δε ο ύπνος, όστις κατέβαλεν επί τέλους την εις
μάτην κοπιώσαν φαντασίαν του, δεν επράυνε την ανησυχίαν αυτού.
Όνειρα πολλά και αλλεπάλληλα, μικρά και ασυνάρτητα, οτέ μεν
παρεπλάνων την διάνοιάν του εις στενάς και αδιεξόδους ατραπούς
και εστενοχώρουν αυτόν εις σκοτεινάς γωνίας, όθεν μάτην ηγωνίζετο
να εξέλθη· οτέ δε τον εγοήτευον σπείροντα προ των ποδών του χρυσά
νομίσματα, άτινα δεν κατώρθονεν εκείνος να συλλέξη, διότι
ησθάνετο αίφνης παραλυομένας τας χείρας τον και άλλοτε παρίστανον
προ των ομμάτων της ψυχής του φαιδρόν και αλαζόνως μειδιώντα τον
αντίζηλόν του Τριφίλην, προσφέροντα κολοσσιαίαν ανθοδέσμην εις
την λατρευτήν του Μαρίαν και αμειβόμενον διά του γλυκυτάτου των
μειδιαμάτων.
Μετά το φανταστικόν αυτό νυκτερινόν μαρτύριον είχεν εξυπνήσει ο
Μιμίκος εκνευρισμένος, και καθίσας παρά το μικρόν αυτού
τραπέζιον, εφ' ου ανεπαύοντο επ' αλλήλων λιπαροί τίνες και
ρακώδεις τόμοι μυθιστορημάτων, έπινεν, ως είδομεν, τον πρωινόν
του καφέν. Εν τω μεταξύ δε τούτω έγραφε και τας ημιτελείς εκείνας
γραμμάς, όσας προ μικρού ανεγνώσαμεν, ελπίζων πάντοτε, ότι η θεία
πρόνοια, η σιτίζουσα τα πετεινά του ουρανού και εξανατέλλουσα
χόρτον τοις κτήνεσι, κατά το ρήμα του θεοπνεύστου εβραίου
συναδέλφου του, ήθελεν ανατείλει και εις αυτόν μέχρις εσπέρας
απροσδόκητόν τινα σωτηρίαν.
— Ας ετοιμάσω, είπε καθ' εαυτόν, το γράμμα μου, και έως το βράδυ
έχει ο Θεός. Τι ευχή! Θα ευρεθή κανείς να μου δανείση τρεις
τέσσαρας γελοίας δραχμάς, όσαι μου χρειάζονται διά να σώσω την
υπόληψίν μου. Διότι περί της υπολήψεώς μου πρόκειται, δεν είνε
ζήτημα. Εξευτελίζομαι, μηδενίζομαι, καταστρέφομαι, αν αύριον δεν
λάβη δώρον μου η Μαρία. Είτε εις αμέλειαν αποδώση την έλλειψιν,
είτε μαντεύση την αληθινήν της αιτίαν και εδώ πικρόν μειδίαμα
διέστειλε τα χείλη του αμηχανούντος ποιητού, το αποτέλεσμα θα ήνε
τραγικόν . . . Φαντάζομαι τον γελοίον εκείνον Τριφίλην, τι
μεγαλοπρεπές δώρον θα της στείλη! . . . Και εγώ . . .
Τοιαύτα τινά και άλλα όμοια εσκέπτετο γράφων ο Μιμίκος, μέχρις ου
έφθασεν εις την λέξιν ενθύμημα, οπού και εσταμάτησε.
— Ενθύμημα! είπε καθ' εαυτόν· αλλά τι ενθύμημα! τι να προσθέσω,
αφού κ' εγώ δεν ηξεύρω τι θα στείλω; . . . Α!
Και το Α! τούτο ήτο βαθύς αναστεναγμός, συνοψίζων δι' ενός
επιφωνήματος απόγνωσιν και αγανάκτησιν, αποθάρρυνσιν και αράν,
αράν κατά της μοίρας, οποίαν είχον πρόχειρον πάντοτε, οι
λαμαρτινίζοντες ποιηταί του τότε καιρόν.
Απέθεσεν ο Μιμίκος ή μάλλον έρριψε την γραφίδα του παρά το
διψαλέον αυτού μελανοδοχείον, έσυρεν αποτόμως την δεξιάν του
χείρα διά μέσου της ακτενίστου κόμης του, έξυσε διά της αριστεράς
το κρανίον του, εχασμήθη, και προσπαθών να συναθροίση έν
τελευταίον σιγάρον εκ των εσχάτων θρυμμάτων του καπνού του,
ητένισεν απλανώς το βλέμμα επί τους παρά τον τοίχον αναπαυομένους
τόμους μυθιστορημάτων, οιονεί έμπνευσιν παρ' αυτών εκδεχόμενος.
Τι όμως ήτο δυνατόν να του εμπνεύση η εκ πάσης όψεως οικτρά θέα
των αποτετριμμένων εκείνων και παραλύτων βιβλίων, άτινα είχε
ταμιεύσει εκεί ο φιλαναγνώστης ποιητής, εις διατριβήν των
νυκτερινών αυτού αγρυπνιών; ουδέν άλλο ίσως, ή ότι είχε
λησμονήσει έως τότε να αποδώση αυτά εις τους φίλους παρ' ων τα
είχε δανεισθή. Κατά τι δε θα μετέβαλλεν η σιωπηρά αύτη υπόμνησις
την αμήχανον θέσιν του Μιμίκου;
Αι! τις οίδεν; Ό,τι πολλάκις μάτην επιδιώκει ο μεθοδικώτατος
συλλογισμός και η βαθυτάτη σκέψις, επιτυγχάνει αίφνης
απροσδοκήτως ο αυτόματος και ανεπίγνωστος, ανεξήγητος δε πολλάκις
ειρμός των εννοιών. Φαίνεται δε, ότι την στιγμήν εκείνην η ιδέα,
ότι τα βιβλία, άτινα άνελπις προσέβλεπεν ο Μιμίκος, ανήκον εις
άλλους, υπήρξε γονιμωτέρα πάσης άλλης προτέρας αυτού σκέψεως,
διότι η όψις του αίφνης ιλαρύνθη, και τα τέως θλιβερώς
συνεσταλμένα χείλη του διεστάλησαν υπό αμυδρού μειδιάματος.
— Το ηύρα! εφώνησε μετά πολύ πλειοτέρας χαράς ή ο Αρχιμήδης, ότε
ανεκάλυπτε τον νόμον της ειδικής βαρύτητος των σωμάτων, και
ηγέρθη της έδρας του.
***
Ήνοιξε σιγά και μετά περισκέψεως την θύραν του παρακειμένου
δωματίου, όπου ήτο ο κοιτών της μητρός και της αδελφής του, και
ιδών ότι ο θάλαμος ήτο κενός, εισήλθεν εις αυτόν αθορύβως. Ότε δε
πάλιν εξήλθεν εκείθεν μετ' ολίγα λεπτά, εκράτει εις χείρας του
ικανώς ογκώδες και κομψώς δεμένον βιβλίον, έστρεφε δ' ενίοτε
οπίσω το βλέμμα του, ως αν εφοβείτο μη παρηκολούθει αυτόν
αδιάκριτος οφθαλμός. Έπειτα εστάθη προς μικρόν, επέστρεψε πάλιν
εις την θύραν του κοιτώνος, έκλεισεν αυτήν ως και την άλλην θύραν
του δωματίου του, την φέρουσαν εις τον διάδρομον, και ελθών
εκάθισε προ του τραπεζίου του, εις ου τον σύρτην έσπευσε να κρύψη
το βιβλίον.
— Δεν πιστεύω, είπε καθ' εαυτόν, να ζητήση ως το βράδυ το
βιβλίον της η Ελένη. Έχει τόσα να φροντίση, ώστε δεν θα
συλλογίσθη βέβαια και την Ματθίλδην . . . Ίσως την ζητήση
αύριον, . . . και θα χαλάση πάλιν τον κόσμον διά το μυθιστόρημά
της, αλλά . . . τέλος πάντων . . .
Και επέρανε δι' ενός μειδιάματος τον συλλογισμόν του.
Δεν ανησύχει και πολύ ο Μιμίκος, ως βλέπει τις, εκ των δυνατών
συνεπειών του τολμήματός του. Δεν ανησύχει δε, διότι είχεν ήδη
προ πολλού συνηθίσει αδελφόν και αδελφήν εις ομοίας εξαφανίσεις
βιβλίων των, και ήξευρεν εκ της παρελθούσης του πείρας, ότι
προεκάλουν μεν αύται φωνάς και θυέλλας και κλύδωνας, ων την
έκρηξιν υπέμενεν εκείνος καρτερικώς, αλλά ότι ο θόρυβος όλος και
ο πάταγος διήρκει μίαν ή δύο ημέρας το πολύ, και εκόπαζε τέλος τη
παρεμβάσει της αγαθής μητρός του, ήτις είχε τυφλήν αδυναμίαν προς
τον υστερότοκον και μαμμόθρεπτον υιόν αυτής.
Ο Μιμίκος είχε λίαν ευρείας ιδέας οικιακής κοινοκτημοσύνης, και
πολλάκις είχε προσπαθήσει, δι' επανειλημμένης πρακτικής ασκήσεως
των κοινωνιστικών του δογμάτων, να οικειώση προς αυτά τους
οικείους του. Εφρόνει, ότι το εμόν και το σον ήσαν έννοιαι κατ'
εξοχήν εγωιστικαί και ήκιστα συμβιβαζόμεναι προς την ιερότητα των
οικογενειακών δεσμών και την αυτοθυσίαν ην επιβάλλει η αδελφική
στοργή. Οσάκις δε της στοργής ταύτης η αυτοθυσία εφαίνετο
δυστροπούσα ή βραδύνουσα, ανεπλήρονεν εκείνος το έργον της,
εκβιάζων την οκνούσαν αδελφικήν αυταπάρνησιν.
***
Ήρεμος και ατάραχος ανέλαβε την γραφίδα ο ερωτευμένος ποιητής και
συνεπλήρωσε φαιδρός την επιστολήν του, προσθέσας εις αυτήν τας
επομένας σειράς:
_« . . . του οποίου η ανάγνωσις εύχομαι να σας υπενθυμίζει ενίοτε
τον δωρητήν και όλως αφωσιωμένον Δημήτριον_
Αφού δε και πάλιν ανέγνωσεν εξ αρχής το γράμμα του και
ευχαριστήθη — φαίνεται — εκ της συντάξεώς του, εξήγαγεν εκ του
σύρτου το βιβλίον, ετύλιξεν αυτό μετά της επιστολής του εντός
λευκού φύλλου χάρτου, το εσφράγισε και επέγραψεν όσον
καλλιγραφικώς ηδύνατο: «Προς την Κυρίαν (η λέξις Δεσποινίς δεν
είχεν έτι γείνει του συρμού) Μαρίαν Καλίδου. Ενταύθα.
Μετά τούτο εκτενίσθη και ενεδύθη εν σιωπή, έκρυψε τον τόμον υπό
τον επενδύτην του και εξήλθεν αθορύβως της οικίας, χωρίς κανείς
να τον παρατηρήση.
***
Ο Μιμίκος δεν εφάνη καθ' όλην την ημέραν εις τον μητρικόν οίκον.
Εσυλλογίσθη, ότι φρονιμωτέρα θα ήτο η απουσία του, αν τυχόν
συνέπιπτε να παρατηρηθή και του βιβλίου η απουσία.
Εγνώριζεν εκ του παρελθόντος, πόσον δυσάρεστοι απέβαινον εις
αυτόν αι εξ ομοίων περιστάσεων προκαλούμενοι πάντοτε ερωτήσεις
και ανακρίσεις, και επροτίμησε να εκτεθή εις αυτάς όσον το
δυνατόν αργότερα.
Αλλ' ήλθε τέλος η εσπέρα, και ο στόμαχός του, όσον ποιητικός και
αν ήτο, ηναγκάσθη να τραπή την πεζήν οδόν του δείπνου.
Εύρε δε δειπνούντας αληθώς τους οικείους του, ότε αργά επανήλθεν
οίκαδε, κατάκοπος από τετραώρου σφαιριστηρίου, το οποίον είχε
παίξει εις μικρόν τι καφενείον της Νεαπόλεως.
Παρετήρησεν ευχαρίστως, ότι πάντων τα πρόσωπα ήσαν ιλαρά, και
εκάθισεν εις την τράπεζαν, ευλογών ενδομύχως την θείαν πρόνοιαν,
ότι ουδεμία ηπείλει την κεφαλήν του καταιγίς.
— Κάτι άργησες απόψε; ηρώτησεν αδιαφόρως ο αδελφός του.
— Έκαμα ένα μακρυνόν περίπατον, απήντησεν ατάραχος ο ποιητής,
ενώ βραδέως εξεδίπλονε το χειρόμακτρόν του.
— Διά να μαζεύσης εντυπώσεις χωρίς άλλο, υπέλαβεν εκείνος,
ειρωνικώς μειδιών. Να ιδούμεν πότε θ' αρχίσης να μαζεύης και
τίποτε καλλίτερον.
— Έλα τώρα και συ! διέκοψεν ηπίως παρεμβαίνουσα η μήτηρ. Θα έλθη
και αυτό σιγά σιγά.
Ο Μιμίκος δεν εννόει να ταραχθή. Συνησθάνετο πόσην σπουδαιότητα
είχε δι' αυτόν την στιγμήν εκείνην η οικιακή ειρήνη, και ήρχισε
να τρώγη μετά πολλής ορέξεως, ότε εισήλθεν η υπηρέτρια και
παρέθηκεν εις την τράπεζαν εκ μιας μεν χειρός πινάκιον περιέχον
τυρόν εξ άλλης δε βιβλίον τυλιγμένον εις κυανούν χάρτινον
περικάλυμμα.
— Τώρα το έφερε ένας άνθρωπος, είπε.
— Α! εφώνησε φαιδρά η αδελφή του Μιμίκου, μόλις ιδούσα την
επιγραφήν. Το γράψιμον της Μαριγούλας!
Και ανέγνω ταχέως: Προς τον Κ. Δ η μ ή τ ρ ι ο ν Ξ υ δ ά κ η ν.
— Τι να σου στέλλη άρα γε, Μιμίκο; ηρώτησεν αφελώς η Ελένη, και
εστράφη μειδιώσα προς τον αδελφόν της, ενώ περίεργος η χειρ της
ητοιμάζετο να σχίση το κυανούν περικάλυμμα.
— Φέρ' το εδώ' Φέρ το εδώ! ανέκραξεν εκείνος, μόλις ακούσας το
όνομα της αγαπητής του, και σχεδόν επνίγετο, ενώ κατέπινε
τεμάχιον κρέατος.
Αλλ' η Ελένη είχεν ήδη σχίσει το χάρτινον περικάλυμμα και εκράτει
εις χείρας της γυμνήν και ολόσωμον . . . την Μ α τθ ί λ δ η ν!
αυτήν εκείνην, ήτις είχε την πρωίαν αναληφθή από του κοιτώνος
της.
— Μπα! ανεφώνησε κατάπληκτος η νεάνις. Η Ματθίλδη! Ποιος της την
έστειλε οπίσω, πριν την διαβάσω; Α! κ' ένα γράμμα. Για σένα
Μιμίκο.
Και έτεινε προς αυτόν την επιστολήν, προσθέτουσα διά ταπεινοτέρας
φωνής.
— Τι νόημα έχει αυτό; Συ της την έστειλες;
— Ωραίον πράγμα! εφώνησεν ο Μιμίκος, γινόμενος κατακόκκινος·
ωραίον πράγμα, να μου ανοίγης τα πράγματά μου.
Και αρπάσας από των χειρών της αδελφής του το γράμμα, ως θα
ήρπαζεν ιέραξ στρουθίον, έκρυψεν αυτό ταχέως εις τον κόλπον του.
— Μα δεν μ' ερωτούσες ευλογημένε, αν την είχα τελειώσει;
— Ενόμισα, . . . εψιθύρισεν ο αδελφός της.
— Ενόμισες! υπέλαβε σοβαρώς ο Γεώργιος, όστις είχε παύσει να
τρώγη και προσείχεν εις την παράδοξον σκηνήν, της οποίας εμάντευε
περιαλγώς τον πρόλογον. Ενόμισες! Δεν εντρέπεσαι, καϋμένε!
Εντρέπετο αληθώς ο Μιμίκος, αλλά τι του εχρησίμευε πλέον η
εντροπή;
Ηγέρθη κατησχυμμένος από της τραπέζης και μετέβη εις το δωμάτιόν
του, όπου έσπευσε να ανάψη φως και να αναγνώση την επιστολήν της
Μαρίας του.
Ιδού δε τι ανέγνωσε·
_Κύριε Δημήτριε,
Από το σημάδι το οποίον ηύρα εντός της Μ α τ θ ί λ δ η ς
συμπεραίνω, ότι η κυρία αδελφή σας, εις την οποίαν είχα δανείσει
το βιβλίον, δεν το ετελείωσεν ακόμη. Δι' αυτό σας το επιστρέφω,
και σας παρακαλώ να το βάλετε πάλιν όπου το ηύρατε. Κρατώ δε τας
ευχάς σας και σας ευχαριστώ δι' αυτάς από καρδίας.
Μαρία._
Ο Μιμίκος είχεν ήδη, πριν ή εγερθή της τραπέζης, εννοήσει το
πάθημά του· αλλ' η ανάγνωσις των γραμμών αυτών τον απελίθωσε.
Τι συνέβη εντός του, θα ήτο μακρόν να περιγραφή.
Τόσον μόνον σημειούμεν, ότι έκτοτε ούτε στίχοι του πλέον
εγράφησαν εις το όνομα της Μαρίας, ούτε βιβλία άλλα ανελήφθησαν
από της τραπέζης του αδελφού ή της αδελφής του.
Ο ΠΡΩΤΟΣ ΛΑΧΝΟΣ (5)
Ο Κύριος Περδίκης παίζει μετά της κυρίας του σ κ ο υ π ι σ τ ή ν.
Συνάπτων θυμοσόφως το τερπνόν τω ωφελίμω, προτιμά την εσπέραν
μετά το δείπνον το παιγνίδιον αυτό παντός άλλου, διότι και
ευχαρίστησιν αισθάνεται πολλήν, οσάκις σκουπίζει από της τραπέζης
τα χαρτία, και γυμνάζεται οπωςδήποτε εις το έργον του.
Το έργον του Περδίκη δεν είνε ακριβώς ωρισμένον, ή κάλλιον ειπείν
δεν είνε έν και μόνον. Ο ήρως ημών έχει πολλάς εργασίας, ιδίως
του ποδαριού, ως λέγει κοινώς ο λαός, αίτινες πάσαι ένα και μόνον
έχουσι σκοπόν, την εις το βαλάντιον αυτού μετάγγισιν του ξένου
χρήματος. Προς τον σκοπόν δε τούτον ο κ. Περδίκης ουδέν
περιφρονεί, ουδέ νομίζει ανάξιον εαυτού. Κάμνει εν γένει τον
μεσίτην, μεσίτην χρεωγράφων, συναλλαγμάτων, οικοπέδων, μισθώσεων,
έστω εν ανάγκη και υπηρετριών, μαγείρων και θαλαμηπόλων. Αγοράζει
ευθηνά και μεταπωλεί όσον ακριβώτερα εύρη όπλα παλαιά,
αρχαιότητας παντοειδείς, ήτοι αρχαίας και νέας, υφάσματα εξ
ανατολής και πινάκια εκ Ρόδου, νομίσματα και κειμήλια περίεργα.
Προστατεύει με το αζημίωτόν του τους ζητούντας θέσιν και εργασίαν
αργούς, γράφει αναφοράς, απαλλάττει στρατευσίμους, υπερασπίζεται
καταδικασμένους, προμηθεύει μάρτυρας, επισκέπτεται συχνά την
εισαγγελίαν και τον οικονομικόν έφορον, και δανείζει τα
περισσεύματά του με τόκον αρκετά χριστιανικόν, ασφαλιζόμενος δι'
ενεχύρων, άτινα αγοράζει εικονικώς υπό τον όρον της εξωνήσεως.
Πλην τούτων πάντων συνάγει συνήθως το εσπέρας, άπαξ ή δις της
εβδομάδος, εις την οικίαν του μικρόν όμιλον φίλων και παρέχει εις
αυτούς ευάρεστον χαρτοπαικτικήν διασκέδασιν, ήτις, κατά παράδοξον
της τύχης επιμονήν, σπανίως αποβαίνει εις ζημίαν του.
Πριν ή ευρύνη τοσούτον ο Κ. Περδίκης τον κύκλον των εργασιών
αυτού, είχεν άλλο έργον, όπερ βεβαίως δεν έχει την περιέργειαν να
μάθη ο αναγνώστης. Αν τυχόν την έχη, ας υποθέση ό,τι θέλει, το
πράγμα είνε εντελώς αδιάφορον. Αρκεί μόνον να γνωρίση, πλην των
ανωτέρω, και σημειούμεν τούτο εν ολίγοις, ότι σήμερον τουτέστιν
εν έτει 1883 ο κ. Περδίκης έχει οίκον ίδιον, μ' εξώστην επί της
λεωφόρου και με φατνώματα περίχρυσα· ότι έχει υπηρέτην με
λαιμοδέτην λευκόν, ίνα ανοίγη ευπροσώπως την θύραν της οικίας
του, και κομψόν δίφρον, δι' ου αυτός μεν επισκέπτεται τους
πελάτας του προ μεσημβρίας, η δε κυρία του εξέρχεται μετά
μεσημβρίαν εις περίπατον· ότι η σύμβιος και η θυγάτηρ του ξανθή
δικαεξαέτις κόρη πλήρης ποιήσεως και μυθιστορίας, ενδύονται παρά
τη Λιζιέ και ότι ο υιός του, αφού γενναίως και καρτερικώς αντέστη
εις όλην την παιδαγωγικήν σοφίαν των καθηγητών αυτού και
διδασκάλων, επροτίμησε τέλος να κύψη υπό το κράτος ετερογενών
παιδαγωγών, των εκ Γαλλίας αφθόνως εισκομιζομένων εις ανατροφήν
των ελληνοπαίδων, και περιφέρων χάριν αυτών εις την οδόν Σταδίου
τας στενάς και κοντάς αυτού περισκελίδας και τα μυτερά του
σανδάλια έχει λόγους, λέγει, να υποθέτη, ότι μία εξ αυτών δεν
είναι τοσούτον αναίσθητος προς την ελληνογαλλικήν του
φρασεολογίαν, όσον διατείνονται φθονεροί τινες ομήλικες, πολύ
ευρυτέρας έχοντες τας αναξυρίδας των και ολιγώτερον μυτερά τα
πέδιλά των.
Δεν θα ήτο ίσως περιττόν να σημειωθή επί τέλους, προς συμπλήρωσιν
των ειδήσεων, όσας δυνάμεθα να δώσωμεν περί του ημετέρου ήρωος,
ότι ο Κ Περδίκης από μακρού ήδη τρέφει δύο διαπύρους πόθους εν τη
καρδία του· να γείνη ιππότης του Σωτήρος, και να διορισθή
πρόξενος ξένου τινός κράτους εν Αθήναις, έστω τούτο και
δημοκρατία τις της μεσημβρινής Αμερικής. Την εκπλήρωσιν του
πρώτου πόθου υπεσχέθη και εξακολουθεί να υπόσχεται φίλος του τις
βουλευτής, ανανεών συνήθως παρ' αυτώ μικρά τινα συναλλάγματα. Η
δευτέρα του επιθυμία είνε όνειρόν του ακόμη, αγνοεί δε ο Περδίκης
πότε θα πραγματοποιηθή εις τελείωσιν της επιγείου ευδαιμονίας
του.
Ο Κ. Περδίκης λοιπόν, Ιωάννης το όνομα, ή Γιάγκος, ως αποκαλεί
αυτόν η σύζυγός του, οσάκις του παρουσιάζει λογαριασμούς προς
πληρωμήν, παίζει, ως προείπομεν, σ κ ο υ π ι σ τ ή ν μετά της
κυρίας του.
Η κυρία του είνε γυνή τεσσαράκοντα περίπου ετών, οστεώδης,
λιπόσαρκος και πλήρης γωνιών, οξείαν έχουσα την ρίνα, προέχοντα
τον πώγωνα, στικτούς τους οφθαλμούς και ελαφρώς μυστακιών το άνω
χείλος. Θυγάτηρ αγαθού αγρότου, ήντλει μικρά έτι από του φρέατος
της οικίας, ίνα ποτίζη τον πατρικόν όνον, και πολλάκις μετεφέρετο
από των αγρών εντός των καλάθων του, οσάκις απέκαμνε να τον
παρακολουθή γυμνόπους. Νυμφευθείσα πτωχή και άπροικος τον
Περδίκην, ελλείψει άλλου κρείττονος γαμβρού, και μετά σπουδαίαν
χειροτονίαν του βρακοφόρου πατρός της, όστις ουδεμίαν, έλεγεν,
είχεν όρεξιν να την βάλη εις το ράφι, ευρέθη αίφνης μετά τινα έτη
πλουσία σύζυγος κ' έτι πλουσιωτέρα κληρονόμος, ότε ο πατήρ της,
ανακαλύψας ημέραν τινά εν τω μυχώ παλαιού κιβωτίου κίτρινά τινα
και σκωληκόβρωτα χαρτιά, κατέλαβε δυνάμει αυτών μεγάλην γαιών
περιοχήν περί τας Αθήνας, και απεδείχθη αίφνης μεγαλοκτηματίας.
Είνε αληθές όμως, και πρέπει τούτο να σημειωθή προς τιμήν του
ήρωος ημών, ότι ο γαμβρός αυτού μεγάλως τον εβοήθησε κατά τε την
ανακάλυψιν των κιτρίνων χαρτίων και την ανεύρεσιν των γαιών.
Ούτω δε εντός δεκαετίας μόλις από του γάμου του Περδίκη εντελής
και γενική μεταμόρφωσις επήλθε βαθμηδόν εν τω οίκω του, πάσαι δε
της οικογενείας αυτού αι κάμπαι προέκυψαν ημέραν τινά του
βόμβυκος αυτών περικαλλείς χρυσαλλίδες. Και ο οίκος αυτός
μετεμορφώθη, και η κυρία μετέβαλεν ομιλίαν και ράπτριαν, και ο
κύριος ήλλαξεν έργον και άλυσιν του ωρολογίου του. Ουδείς βλέπων
την κυρίαν Περδίκη ηδύνατο να ενθυμηθή την ηλιοκαή και ακτένιστον
παιδίσκην, ήτις εσάρονέ ποτε τον σταύλον του πατρός της, ούτε
συνομιλών μετά του συζύγου της ηδύνατο να υποπτεύση ομοιότητά
τινα μεταξύ της φωνής του και της φωνής του παραγγέλλοντος ένα
βαρύν και γλυκύν ρυπαρού υπηρέτου μικρού καφενείου της Πλάκας.
Τοιούτον εν ολίγοις το ζεύγος, όπερ την εσπέραν της 19 Αύγουστου
1883 έπαιζε σ κ ο υ π ι σ τ ή ν εν τω οίκω του Κ. Περδίκη.
Β'.
— Τι έγειναν απόψε τα παιδιά; ερωτά ο οικοδεσπότης, σκουπίζων
δι' ενός ρήγα τα επί της τραπέζης χαρτιά.
— Αι! το παράκαμες, κύριε! φωνεί η Κ. Πηνελόπη· δεν μ' αφίνεις
χαρτί.
Και προσθέτει μετά μικρόν, ρίπτουσα ένα τεσσάρι επί την τράπεζαν.
— Α! τα παιδιά είπες; πήγαν εις το Φάληρον.
— Δεν το βαρέθηκαν ακόμη εκείνο το γαλλικόν θέατρον; Δεν ξεύρω
τι του βρίσκουν! εγώ, να σου ειπώ, μ' αρέσει καλλίτερα το
Ελληνικόν. Ό,τι έχω εγώ τους Μυλωνάδες και τους Πειρατάς με τον
Ταβουλάρη.
Όχι δα και συ! το γαλλικόν έχει άλλην χάριν.
— Δεν ειξεύρω, . . . αλλά μου λέγουν, ότι δεν είνε και πάρα πολύ
ηθικόν.
— Ανοησίαις! ηθικόν! τόσος καλός κόσμος που πηγαίνει . . .
— Ναι, δεν σου λέγω, αλλά τι τα θέλεις! θα είχα καλλίτερα να μην
επήγαινεν η Ασπασία τόσον συχνά. Εγώ μίαν φοράν επήγα όλην όλην,
και αυτήν διά το χατήρι σου, και εντράπηκα, σε βεβαιόνω. Έπειτα
είνε και το έξοδο! το Φάληρον τώρα ακρίβηνε. Κάθε φοράν που
πηγαίνουν κάτω τα παιδιά, θα θέλουν είκοσι φράγκα το ελάχιστον.
— Αι, καλά τώρα! Συ νάχης την υγείαν σου, και ας διασκεδάσουν
και λιγάκι τα καϋμένα τα παιδιά. Δόξα σοι ο Θεός, η δουλειαίς σου
πηγαίνουν περίφημα.
— Ας ην' οι άνθρωποι καλά, δεν έχω παράπονον. Αλλά δεν είνε
λόγος αυτός να τα σκορπούμε.
— Ποιος είπε να τα σκορπούμε; Κανείς δεν τα σκορπά. Ξοδεύομεν
μόνον όσα πρέπει, διά να κρατούμεν την θέσιν μας εις την
κοινωνίαν. Αλήθεια . . . δεν ηξεύρεις δα! Η κυρία Μιχάκη μ'
απάντησε προχθές κ' έκαμε πως δεν μ' εγνώρισε. Παλαιαί
συμμαθήτριαι γειτόνισσαις τόσα χρόνια, τώρα που πανδρεύθηκε δεν
ειξεύρω τι της εφάνη! Επειδή τάχα επήρε ένα λοχαγό και πηγαίνει
εις το παλάτι, ψήλωσ' η μύτη της.
— Άφησ' την να ψηλώση. Η σακκούλα της να ιδούμε τι έχει.
— Μα έλα δα!
— Και πού την απάντησες την Κυρίαν Μιχάκη;
— Εις της Λιζιέ.
— Πάλιν εις της Λιζιέ ήσουν; ποιος ξεύρει τι λογαριασμοί με
περιμένουν! υπολαμβάνει ο Ιωάννης, στενάζων εκ των εγκάτων αυτού.
— Ου! καϋμένε Γιάγκο! να σε ακούση κανείς, θα ειπή πως σ'
επτώχυνα· τι λογαριασμοί; Δύο μήνας έχω τώρα που σε παρακαλώ διά
τον παληό της λογαριασμό από χίλια πεντακόσια φράγκα, και
ακόμη . . .
— Θαλθή και αυτουνού η ώρα του, διακόπτει ο Περδίκης, και μη
στενοχωρηέσαι.
— Πότε; όταν κερδήσωμεν το λαχείον;
— Λαχείον είπες; α! ναι, είδες; . . . λέγει ο σύζυγος, και
αφίνων αίφνης τα χαρτιά επί της τραπέζης, προσθέτει μετά μικράν
τινα σκέψιν
— Τι έκαμες ταις πέντε προμέσαις που σου έδωκα ταις προάλλαις;
— Ταις εφύλαξα. Α! έδωκα μίαν της καϋμένης της μαγείρισσας! Με
παρεκάλεσε τόσον πολύ . . . . απαντά δειλώς, μ' όλον αυτής τον
μύστακα, η Κυρία Πηνελόπη· προσθέτει δε αμέσως, βλέπουσα
δυσαρέστως μορφάζον το πρόσωπον του συζύγου της·
— Της εκράτησα από τον μισθόν της τα τρία φράγκα.
— Δεν έπρεπε να της την δώσης· ας ήνε. Αυτό είνε τύχη, και την
τύχην του κανείς δεν την πουλεί, ούτε την χαρίζει.
Διενοήθη επί στιγμήν ο Ιωάννης να ερωτήση τον αριθμόν του
γραμματίου, όπερ είχε παραχωρήση εις την μαγείρισσάν του. Αλλ' ο
διαλογισμός του αυτός υπήρξε στιγμιαίος και στιγμιαίως
εξηφανίσθη. Μόλις διανοηθείς αυτόν, ανελογίσθη συνάμα, ότι
καλλίτερον ήτο να μη τον εκστομίση, και εσίγησε περίφροντις.
— Τι συλλογίζεσαι; ερωτά η Κ. Πηνελόπη. Κάτι σκεπτικός έγεινες;
— Ενθυμήθηκα ότι κάπου έχω να πάγω, απαντά ο Περδίκης εξάγων το
ωρολόγιόν του. Διάβολε! δέκα περασμέναις και ο Ξανθάκης θα με
περιμένη.
— Τέτοιαν ώραν θα βγης;
— Δουλειαίς, αγάπη μου, δουλειαίς, απαντά ο Ιωάννης και εγερθείς
λαμβάνει τον πίλον του και την ράβδον του.
— Μην αργήσης, να σε χαρώ· ξεύρεις ότι δεν με παίρνει ύπνος πριν
έλθης.
— Το ξεύρω, χρυσό μου, το ξεύρω, λέγει καθησυχάζων την
τρυφερότητα της συζύγου του και μορφάζων μάλλον ή μειδιών ο
Γιάγκος.
Και εξέρχεται εις την οδόν.
Η κυρία Πηνελόπη, μείνασα μόνη, απλόνει τα χαρτιά επί της
τραπέζης και ρίπτει την πασιέντσαν του Ναπολέοντος, διά να ίδη αν
θα κερδήση εις το λαχείον. Αλλά τα χαρτία δυστροπούσι φοβερά, και
μάτην επικαλείται η κυρία εις βοήθειάν της πάσαν δυνατήν και
θεμιτήν καλπονόθευσιν.
Τα χαρτιά απλούνται ήδη δι' ογδόην φοράν επί της τραπέζης, ότε η
θύρα σημαίνει. Είνε η δεσποινίς Ασπασία και ο νεαρός Τηλέμαχος,
υιός και θυγάτηρ του Κ. Περδίκη, επιστρέφοντες από του φαληρικού
θεάτρου.
— Καλό 'ς τα! προσφωνεί τα τέκνα της η κυρία Πηνελόπη,
διακόπτουσα επί στιγμήν την χαρτομαντικήν αυτής. Πώς περάσατε;
ήτον κόσμος πολύς; πώς επήγεν η παράστασις;
— Ωραία, μαμά! απαντά η δεσποινίς Ασπασία εις την πρώτην
μητρικήν ερώτησιν.
— Τρο-με-ρός! απαντά ο Τηλέμαχος εις την δευτέραν,
καταπίπτων επί μιας καθέδρας, απομάσσων τον ευγενή του μετώπου
του ιδρώτα δι' ευώδους μικρού μανδηλίου και ανάπτων έν σιγάρον
υπό την ρίνα σχεδόν της μητρός του.
— Εξαίρετα! απολαμβάνει η κόρη συμπληρούσα την απάντησιν εις τας
ερωτήσεις της μητρός αυτής.
Και επιλαμβάνεται η αβρά δεσποινίς να αφηγηθή εις την Κ. Περδίκη
την υπόθεσιν της Μascotte.
Γ'.
Ο Περδίκης εξήλθε του οίκου, αλλά δεν κατηθύνθη εις του φίλου του
Ξανθάκη, ως είπεν εκ του προχείρου προφασιζόμενος εις την σύζυγόν
του.
Ανήλθεν αλλόφρων και βραδυπατών την οδόν Σταδίου, διέδραμε την
πλατείαν του Συντάγματος, κ' ευρέθη μετ' ολίγον υπό την
δενδροστοιχίαν του κήπου των Ανακτόρων, κατευθύνων το βήμα του
προς τα Άντρα.
Ο Ιωάννης είνε πολύ σκεπτικός, και ιδέα τις επίμονος φαίνεται
τυραννούσα την διάνοιαν αυτού.
Είχε, και αυτός δεν ειξεύρει πώς, περίεργον και ανεξήγητον
προαίσθημα. Φρονεί αδιασείστως, ότι θα κερδήση αύριον τον πρώτον
λαχνόν κατά την κλήρωσιν των λαχειοφόρων ομολογιών του δανείου
της Τραπέζης. Αλλά, την μακαριότητα του ωραίου αυτού
προαισθήματος ταράττει η είδησις, ην προ μικρού τω ανεκοίνωσεν η
σύζυγός του, ότι έν των είκοσι γραμματίων, άτινα προς μιας
εβδομάδος ηγόρασε, περιήλθεν εις χείρας της υπηρετρίας του.
Αν αίφνης ο κερδαίνων λαχνός είνε αυτός;
Το συλλογίζεται μόνον και αισθάνεται ότι κόπτονται τα γόνατά του.
— Δεν είνε άραγε τρόπος; διανοείται ο Περδίκης, και γίνεται
αυτός μεν σκεπτικώτερος, το δε βήμα του βραδύτερον.
Περικάμπτει ούτω το αγγλικόν νεκροταφείον, φθάνει εις το απέναντι
αυτού μικρόν καφενείον, και βλέπων, ότι τα τραπέζιά του είνε
εντελώς έρημα, κάθηται αυτομάτως εις έν εξ αυτών.
Ο Περδίκης τρελαίνεται διά ναργιλέν· αλλ' ουδέ καν συλλογίζεται
να τον διατάξη. Σκέπτεται πάντοτε, και φέρων αδιακόπως την
αριστεράν του χείρα εις το μέτωπον, τρίβει διά του αντίχειρος και
του παραμέσου τους κροτάφους τον.
— Το γουργουλίδιόν σας, κυρ Γιάγκο; ερωτά προσερχόμενος
νυσταλέος υπηρέτης.
Αλλά μη λαμβάνων απάντησιν, ερμηνεύει ως αποδοχήν εν των
αλλεπαλλήλων Χμ! δι' ων ο Περδίκης συνοδεύει την επίμονον τριβήν
των κροτάφων τον, και φέρει μετ' ολίγον τον ναργιλέν, ροφών μεν
καθ' οδόν από του επιστομίου του, ίνα δήθεν διατηρήση αυτόν
ανημμένον, σπογγίζων δε κατόπιν αυτό διά της ρυπαράς του παλάμης.
Ο Γιάγκος λαμβάνει αυτομάτως την σύριγγα, την φέρει ανεπιγνώστως
εις τα χείλη του και ροφά μηχανικώς επί τινα δευτερόλεπτα. Αλλ'
αίφνης εγείρεται, χωρίς καν να συλλογισθή να πληρώση την δεκάραν
του, και αναχωρεί κατευθυνόμενος προς την πόλιν.
Η μορφή του είνε πάντη αλλοία· το πρόσωπόν του εφαιδρύνθη. Αι
χείρες του αναπάλλονται δεξιόθεν και αριστερόθεν ως εκκρεμή
ωρολογίου, και το βήμα του έγεινεν ελαφρόν και υπόπτερον βήμα
σεισοπυγίδος. Προδήλως μετεβλήθησαν και οι διαλογισμοί του.
Ευρέθη, φαίνεται, ο τρόπος εκείνος . . ., και η φαντασία του
Περδίκη αρμενίζει τώρα πλησίστιος και φαιδρά διά του απείρου
πόντου των σχεδίων, ων αναπλάττει δυνατήν και προσεχή την
πραγματοποίησιν διά του αναποφεύκτου κέρδους των εκατόν χιλιάδων.
Ο νους του μεθίπταται ακάματος από ιδέας εις ιδέαν και από
επιχειρήσεως εις επιχείρησιν. Αγνοεί τι να εκλέξη και πού να
σταματήση. Πόσα πράγματα δύναταί τις να κάμη με εκατόν χιλιάδας
μετρητού χρήματος, ακόπως αποκτηθείσας και αμέσως διαθεσίμους! Ο
Περδίκης, φαίνεται, θέλει να τα κάμη όλα διά μιας, διότι τα
διάφορα σχέδιά του σωρεύονται αλλεπάλληλα εν τη διανοία του, και
μάτην προσπαθεί να τα τακτοποιήση.
Συλλογίζεται εν πρώτοις να αναπτύξη έτι μάλλον τας εργασίας του,
να αυξήση ιδίως τα επί ενεχύρω δάνειά του, και να συστήση
συγχρόνως, υπό πιστόν τινα διευθυντήν, ειδικόν κατάστημα πωλήσεως
των εις την κυριότητά του περιερχομένων ούτω τιμαλφών. Αλλ' αυτό
θα ηδύνατο να το κάμη και άλλως, χωρίς τας εκατόν.
Διανοείται μετά μικρόν να συστήση εφημερίδα καθημερινήν,
οικονομικοπολιτικήν, ή κάλλιον πολιτικοσατυρικήν, με πολλά
ποικίλα, την οποίαν να εκτιμά και να φοβήται, ή κάλλιον να
φοβήται μάλλον παρά να εκτιμά ο κόσμος, και της οποίας να
περιποιήται κατ' ανάγκην τον διευθυντήν. Είνε αληθές ότι δεν
γνωρίζει πολλά γράμματα — περί τούτου δεν πλανάται ο Περδίκης, —
αλλά τι σημαίνει αυτό; Είνε ανάγκη να ηξεύρη τις πολλά γράμματα
διά να διευθύνη εφημερίδα;. Αυτός θα λέγη, και άλλος θα γράφη.
Έπειτα, ο Τηλέμαχος; Αυτός εξεύρει γράμματα περισσότερα παρ' όσα
χρειάζονται. Θα ήνε ο γραμματεύς της συντάξεως, και θα γράφη
συγχρόνως και τα θεατρικά, εις τα οποία είνε πολύ δυνατός. Αλλά
θα κερδίζη η εφημερίς; θ' απαντά τουλάχιστον τα έξοδά της; Περί
τούτου έχει μερικάς αμφιβολίας ο Περδίκης.
Εν μέσω δε των αμφιβολιών τον αναθρώσκει άλλη ιδέα εις τον
εγκέφαλόν αυτού να γίνη βουλευτής. Νομίζει, αν δεν τον απατά
μνήμη και η οικογενειακή παράδοσις, ότι συγγενής της μητρός του
κατήγετο εκ Θεσσαλίας. Εκεί, λέγει καθ' εαυτόν, είνε κάπως
ευκολωτέρα η επιτυχία.
Οι άνθρωποι εκεί δεν εγυμνάσθησαν ακόμη αρκετά εις την
διαχείρισιν του σφαιριδίου, και επιτυχής τις συνδυασμός . . .
Εννοείται, ότι του συνδυασμού θα καταβάλη αυτός τας εκλογικάς
δαπάνας. Η θυσία αύτη του φαίνεται πολύ εύλογος. Έπειτα, αφού
γίνη βουλευτής, αι! τα παρακάτω έρχονται μόνα των. Φωνήν, δόξα τω
Θεώ, έχει αρκετήν· πόδας έχει διά τας κλίμακας των υπουργείων
έχει δε και γρόνθους εν ανάγκη στιβαρούς διά τας ταραχώδεις
βουλευτικάς συζητήσεις.
Περί το τελευταίον τούτο σχέδιον, εις ό ευαρεστότερον παραμένει
αναπτερωθείσα φαντασία του Ιωάννου, ανακλαδούνται πολλαί άλλαι
ιδέαι δευτερεύουσαι: προσφοραί τινες εις αγαθοεργά καταστήματα —
όχι πολύ μεγάλαι βέβαια, αλλ' αρκεταί ως τι να λαλήση περί αυτών
ο τύπος· γεύματά τινα εις μερικούς φίλους ολίγα δώρα κατάλληλα
εις πρόσωπα επιρροής και κοινωνικής σημασίας· και είς ή δύο χοροί
τον χειμώνα — με ορχήστραν, εννοείται, και με δείπνον — κατά τους
οποίους, τις οίδε, ημπορεί τέλος να τοποθετηθή και η Ασπασία του.
Πάντα ταύτα ανακυκώνται φύρδην μίγδην εν τη διανοία του Περδίκη,
και ο Περδίκης βαίνει γοργώ τω βήματι, απομάσσων διά της παλάμης
τον ιδρώτα του μετώπου του, χωρίς καν να προσέχη πού διευθύνεται.
Τέλος αργά, πολύ αργά, ευρίσκεται ανεπαισθήτως προ της θύρας του
οίκου του. Εισέρχεται χωρίς να σημάνη, διότι κρατεί πάντοτε το
κλειδίον του, και ευρίσκει την κυρίαν Πηνελόπην κοιμωμένην επί
της καθέδρας της, και αναπαύουσαν την κεφαλήν αυτής επί του
βραχίονός της, εν μέσω σωρείας παιγνιοχάρτων.
Δ'.
Ο Ιωάννης διήγαγε σχεδόν άυπνον νύκτα και εξήλθε λίαν πρωί της
οικίας του.
Εν τω γραφείω του ήτο διαρκώς αφηρημένος. Εκάθητο και ηγείρετο
άνευ λόγου, εζωγράφει παντοειδείς χιμαιρικάς εικόνας επί του
ερυθρού στυπποχάρτου όπερ εκάλυπτε την τράπεζάν του, εμονολόγει
πολλάκις ασυνάρτητα και ακατάληπτα, και έβλεπεν αδιακόπως το
ωρολόγιόν του.
Άπαξ ή δις μάλιστα ενόμισεν ότι εστάθη, το έφερεν εις τα ώτα του,
και αποτεινόμενος εις μικρόν τινα, ωχρόν και καχεκτικόν
νεανίσκον, όστις έγραφε κεκυφώς επί παρακειμένου τραπεζίου και
εξετέλει παρά τω Περδίκη το διπλούν έργον γραμματέως συνάμα και
υπηρέτου, τον ηρώτησε·
— Τι ώρα έχεις Δημήτρη; α! λησμόνησα ότι δεν έχεις ρωλόγι.
— Εγώ ρωλόγι, κυρ Γιάγκο! απήντησεν ο ωχρός γραμματεύς, και
ανέκφραστον μελαγχολικόν μειδίαμα διέστειλε τα άναιμα χείλη του.
Τι θέλετε; να μάθετε τι ώρα είνε;
— Ναι, καϋμένε· μου φαίνεται ότι το ρωλόγι μου πηγαίνει τρομερά
πίσω.
— Εύκολο πράγμα, Να πεταχθώ μίαν στιγμήν εις το καφενείον . . .
Και πριν ή αναμείνη την έγκρισιν της προτάσεώς του, ο Δημήτρης,
χαίρων ότι τω παρέχεται ευκαιρία να πεταχτή μίαν στιγμήν έξω,
διαβαίνει ασκεπής την οδόν, εισέρχεται εις το απέναντι καφενείον,
λέγει δεξιά και αριστερά ολίγας λέξεις εις τους παρακαθημένους
γνωρίμους, βλέπει το εκκρεμές του καφενείου, κ' επιστρέφει εις το
γραφείον λέγων·
— Εννηάμισυ!
— Καλά το υπέθετα εγώ. Είκοσι λεπτά πηγαίνω πίσω.
Ο Περδίκης ανοίγει τον σύρτην της τραπέζης του, λαμβάνει
γραμμάτια τίνα λαχείων απωτεθειμένα εις τους μυχούς αυτού, τα
μετρεί, γράφει τους αριθμούς των επί μίας σελίδος του
σημειωματαρείου του, κάτωθεν άλλων ομοίων αριθμών, και λαμβάνων
βιαίως τον πιλόν του εξέρχεται του γραφείου και κατευθύνεται προς
την Εθνικήν Τράπεζαν.
Δεν είναι δέκα η ώρα, αλλ' ο Περδίκης αδιαφορεί. Εισέρχεται εις
την αίθουσαν, όπου πρόκειται να γείνη η κλήρωσις, κ' εκπλήτεται
ότι δεν είνε ο πρώτος. Πολλοί άλλοι γνώριμοι και ομότεχνοι τον
προέλαβον. Παρατηρεί τας ανησύχους αυτών μορφάς, και μειδιά
παράδοξον οίκτου μειδίαμα.
— Όλοι αυτοί θαρρούν πως θα κερδήσουν, λέγει καθ' εαυτόν.
Πλησιάζει δε εις το ορφανόν κοράσιον, όπερ εκλήθη να εξαγάγη τους
λαχνούς από της κληρωτίδος, θωπεύει πατρικώς την παρειάν αυτού
και λίγο ευθύμως·
— Να σε ιδώ κορίτσι μου! Να δώση ο Θεός να είσαι τυχηρή, και την
προίκα σου εγώ θα σου την κάμω.
Τέλος τι να βραδύνωμεν; Ο πρώτος αριθμός εξάγεται της κάλπης και
κηρύσσεται μεγαλοφώνως εις επήκοον των παρισταμένων. Ο Ιωάννης
διατρέχει διά βλέμματος γοργού τον κατάλογόν του, βλέπει τον
αριθμόν εκείνον τον μαγικόν, . . . τον βλέπει μεταξύ των πρώτων
του σημειωματαρίου του.
Το προησθάνετο, το ανέμενε, το είχε βέβαιον, και όμως το αίμα
ανέβη διά μιας εις την κεφαλήν του, η δε καρδία του εσταμάτησε
προς στιγμήν και ήρχισεν ευθύς σφύζουσα βιαίως και οιονεί
σφυρηλατούσα το στήθος του. Οι οφθαλμοί του εθαμβώθησαν,
ιλιγγίασεν, εζαλίσθη, και του εφάνη αίφνης ότι τα ψηφία του
αριθμού του εμεγάλωσαν, εξετάθησαν, και εκάλυψαν τέλος όλην την
σελίδα του καταλόγου του. Έπειτα εξηκολούθησαν ακόμη να
διαστέλλωνται, απεσπάσθησαν του χάρτου, έγειναν κολοσσοί, και
ήρχισαν περιπατούντα εντός της αιθούσης, περιστοιχίζοντα αυτόν
και μορφάζοντα παραδόξως.
Αλλ' όλη όμως αύτη η φαντασμηγορία ολίγα μόνον δευτερόλεπτα
διήρκεσεν. Ο Περδίκης έβαλε βραγχώδη κραυγήν, μίαν μόνην και
μονοσύλλαβον·
— Α!
Και εξήλθε της αιθούσης.
— Κύριε Περδίκη, κύριε Περδίκη!
— Δικός σας είνε ο πρώτος;
— Σας συγχαίρομεν!
— Και εις άλλα!
— Σταθήτε δα!
— Μη λησμονήσετε την προίκα του κοριτσιού.
Αι φωναί αύται καταδιώκουσι θορυβωδώς τον Ιωάννην, οικειότεροι δέ
τινες των παρισταμένων τρέχουσι και κατόπιν του μέχρι της θύρας.
Αλλ' εκείνος εξήλθεν ήδη εις την οδόν, επήδησεν εντός της
προστυχούσης αμάξης, κ' εφώνησεν εις τον αμαξηλάτην·
— 'Σ το σπίτι! γρήγορα!
Αλλά μόλις εκίνησεν η άμαξα και ο Περδίκης έγεινεν ηρεμώτερος. Το
θάμβος των οφθαλμών του διελύθη· ο αριθμός εκείνος, ο φανταστικάς
έχων τας διαστάσεις και προ μικρού έτι χορεύων τον κόρδακα προ
των οφθαλμών του, επανέλαβεν ήσυχος την προτέραν αυτού θέσιν επί
του σημειωματάριου του, και το σημειωματάριον ετέθη πάλιν εις το
θυλάκιόν του. Η διάνοια του Περδίκη ήρχισε σκεπτομένη ωριμώτερον
και ψυχρότερον.
— Είνε λοιπόν ο αριθμός αυτός από τους πέντε που έδωσα της
γυναικός μου, είπε καθ' εαυτόν ο Ιωάννης· και δεν είνε παράξενον
να ήνε . . .
Και ξύει επιμόνως τον αυχένα του.
— Στάσου, αμαξά! κραυγάζει αμέσως και καταβαίνει του δίφρου εν
μέση τη οδώ. Καταλείπων δε την λεωφόρον, μεταβαίνει διά στενωπών
εις την οικίαν του, εισέρχεται εις αυτήν απαρατήρητος διά μικράς
τινος υπηρετικής θύρας, αναβαίνει απνευστί διά στενής πλαγίας
αναβάθρας εις το δωμάτιον της υπηρετρίας του, και χωρεί
ακροποδητί προς επίμηκες πράσινον κιβώτιον, όπερ κατέχει μίαν
αυτού γωνίαν.