XIV.

Εδώ, φίλε αναγνώστα, έληξεν — επί του παρόντος — ο πολυτάραχός

μου βίος.

Εδώ κείμαι εν ησυχία, ως εν τάφω, στενοχωρουμένη εκ της μοναξίας

και χασμωμένη εκ της πλήξεως.

Εδώ αναμιμνήσκομαι της παρελθούσης μου λαμπρότητος, και εύχομαι

εν χριστιανική εγκαρτερήσει: «μη χειρότερα».

Εδώ τέλος μ' επήλθεν η ιδέα να γράψω τα απομνημονεύματά μου, ίνα

διασκεδάσω την πλήξιν μου.

Εύχομαι, όπως διεσκέδασα εγώ γράφουσα, να διασκεδάσης και συ

αναγινώσκων.

Η ΕΣΠΕΡΙΣ

ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ ΣΟΥΣΑΜΑΚΗ

Α'.

Ο Κύριος Παρδαλός και η κυρία Παρδαλού είνε προσκεκλημένοι το

εσπέρας εις συναναστροφήν.

Ο Κύριος Σουσαμάκης, υπάλληλος του γραφείου όπερ διευθύνει ο

κύριος Παρδαλός, ενυμφεύθη πρό τινων μηνών, τη αγαθή συμπράξει

του προϊσταμένου του, πλουσίαν τινα νύμφην εκ Πατρών, έχουσαν μεν

ένα οφθαλμών ολιγώτερον αυτού, αλλ' εις αποζημίωσιν του

ελλείποντος οφθαλμού δεκαπέντε έτη ηλικίας περισσότερα, και εις

αποζημίωσιν των περισσευόντων δεκαπέντε ετών τριάκοντα πέντε

χιλιάδας δραχμών προίκα. Ο όλβιος Σουσαμάκης εσυλλογίσθη κατ'

αρχάς, εις πανηγυρισμόν του σπουδαίου τούτου και ευτυχούς

συμβεβηκότος του βίου του, να δώση χορόν εις τους παρανύμφους την

αυτήν των γάμων του εσπέραν· είχε δε μάλιστα παρακαλέσει

υπαξιωματικόν τινα φίλον του να τω προμηθεύση εκ της στρατιωτικής

μουσικής έν φλάουτον, έν κλαρινέτον και έν τρομπόνι, ήτοι ένα

πλαγίαυλον, ένα οξύαυλον και μίαν βαρυσάλπιγγα, ως γράφουσι

σήμερον οι νεωφώτιστοι της γλώσσης καθαρισταί, όπως το εναρμόνιον

αυτών μέλος πτερώση τους πόδας των προσκεκλημένων.

Αλλ' είτα μετενόησε, σκεφθείς ότι δεν ήτο καλόν να παρατείνη το

μεταξύ της στέψεως και της απομονώσεως αυτού χρονικόν διάστημα,

και απεφάσισε να αναβάλη εις προσφορώτερον καιρόν τον χορευτικόν

των γάμων του πανηγυρισμόν.

Ούτω λοιπόν την εβδόμην Νοεμβρίου, ημέραν πέμπτην, ωραία

επισκεπτήρια, δίκην μετριοφρόνων προσκλητηρίων, διενεμήθησαν εις

τους γνωρίμους και φίλους του κυρίου Σουσαμάκη, ων έν έλαβεν και

ο Κύριος Παρδαλός, έχον ούτω:

_«Ο Κύριος και η Κυρία Σουσαμάκη παρακαλούσι τον Κύριον και την

Κυρίαν Παρδαλού να λάβωσι την καλωσύνην να πάρωσι το τσάι εις την

οικίαν των την Κυριακήν, 10 Νοεμβρίου, εις τας 8 το εσπέρας»._

Σημειωτέον ότι την ημέραν ταύτην εξέλεξεν η αβρά πρόνοια της

Κυρίας Σουσαμάκη, καθότι την κυριακήν εκείνην συνέπιπτε η

επέτειος της εορτής του νεαρού της συζύγου — ο Σουσαμάκης

εκαλείτο Ορέστης — και η νεόνυμφος Πασιφάη εσκέφθη, ότι

προσφυέστατον ήτο να πανηγυρισθώσι διά του αυτού χορού και διά

του αυτού κυπέλλου τεΐου ο τε γάμος της και η εορτή του συμβίου

της.

Ούτω λοιπόν την εσπέραν της Κυριακής, 10 Νοεμβρίου, διπλαί

συγχρόνως γίνονται ετοιμασίαι· ετοιμασίαι υποδοχής εν τω οίκω του

Σουσαμάκη, και ετοιμασίαι επισκέψεως εν τω οίκω του Παρδαλού.

Ας μνημονεύσωμεν εν παρόδω, και πριν εισέλθωμεν εις τας οικίας

του Αμφιτρύωνος και του ξένου του, ότι την προτεραίαν το εσπέρας,

καθ' ην στιγμήν ο Κ. Παρδαλός ητοιμάζετο να αναχωρήση εκ του

γραφείου, επλησίασεν εις αυτόν δειλώς ο Σουσαμάκης, και

περιελίσσων εις τους δακτύλους του την άλυσιν του ωρολογίου του,

ίνα διασκεδάση πως την δειλίαν αυτού, τω είπε, μειδιών γλυκερόν

μειδίαμα σεβασμού και υποταγής·

— Λοιπόν . . . θα σας έχωμεν αύριον το εσπέρας, Κύριε Διευθυντά;

— Χωρίς άλλο, Κύριε Σουσαμάκη, . . χωρίς άλλο! απήντησεν ο

Κύριος Παρδαλός, αντιμειδιών και εκείνος μειδίαμα υπεροχής και

προστασίας.

Β'.

Ο Σουσαμάκης, εννοών να πανηγυρίση τους γάμους του και την

γιορτήν του, ουδόλως εσκόπει να δώση εκ των τυπικών εκείνων

συναναστροφών, καθ' ας οι προσκεκλημένοι πίνουσιν έν κύπελλον

τεΐου — οι τολμηρότεροι και δύο, — βρέχουσιν εντός αυτού έν ή δύο

μικροσκοπικά παξιμαδάκια, χορεύουσι πολλοί κυμβαλιζόντων ολίγων,

και απέρχονται τέλος περί τας δύο ή τρείς μετά το μεσονύκτιον,

κάθιδροι, κατάκοποι, λιμώττοντες και διψώντες. Άνυμφος έτι είχε

πολλάκις μετάσχει τοιούτων χορευτικών εσπερίδων, και η μνήμη των

διετηρείτο έτι πλήρης πείνης και ρίγους εν τη φαντασία του.

Συναισθανόμενος δε βαθύτατα την ορθότητα του γραφικού ρητού: _ό

σ υ μ ι σ ε ί ς ετέρω μη ποίησης_, ουδόλως ήθελε να πάθωσιν οι

ξένοι του ό,τι αυτός πολλάκις είχε πάθει και από καρδίας εμίσει.

Διά τούτο λίαν πρωί εξήλθεν εις την αγοράν, επρομηθεύθη οπώρας,

ορεκτικά τραγήματα, άρτον ιδίως πολύν και οίνον έτι πλείονα, και

αφού παρήγγειλεν εις το Σολωνείον τα απαιτούμενα γλυκύσματα και

δροσιστικά, μη λησμονήσας και τα παγωτά — ήθελε, βλέπετε, να

φιλεύση μεγαλοπρεπώς τους προσκεκλημένους του, — επανέκαμψεν εις

την οικίαν του, άγων κατόπιν αυτού δύο εκ των τροφίμων της σχολής

των απόρων παίδων, κομίζοντας πλήρεις τους καλάθους αυτών.

Αλαζών και βρενθυόμενος εισήλθεν ο Σουσαμάκης εις την οικίαν του,

και απ' αυτής ήδη της θύρας εφώνησε γεγωνός προς την υπηρέτριαν:

— Μαρία! έλα πάρτ' αυτά.

Αντί όμως της υπηρετρίας, ήτις την στιγμήν εκείνην μετεκόμιζεν

ανώνυμά τινα σκεύη εις ανώνυμον της οικίας μέρος, επεφάνη εις την

κλίμακα η κυρία Πασιφάη, άτακτον έχουσα την κόμην και την πρωινήν

της λευκήν εσθήτα φορούσα.

— Μπα, Παναγία μου! ανέκραξε, προσηλούσα τον μονάκριβον αυτής

οφθαλμόν εις τας προμηθείας του συζύγου της, τι τα ήθελες όλ'

αυτά τα πράγματα, Ορέστη;

— Πώς, τι τα ήθελα; και τι θα φάγουν το λοιπόν οι

προσκεκλημένοι;

— Τι θα φάγουν; μη δα τους έχομεν τραπέζι;

— Δεν τους έχομεν τραπέζι, αλλά θα ήνε άνοστον πράγμα να τους

αφήσωμεν να φύγουν νηστικοί, . . . περασμένα τα μεσάνυκτα.

— Ωραίον πράγμα! . . . υπέλαβε πικρώς μορφάζουσα η κυρία

Σουσαμάκη, ωραίον πράγμα! να δροσίζωνται αι κυρίαι με μήλα και με

κρασί του Σόλωνος.

— Αι κυρίαι, αν αγαπούν, ας πιουν λεμονάδαις, και ας φάγουν

πισκότα και παγωτά . . .

— Λεμονάδαις; πισκότα; παγωτά; ανεφώνησεν η Πασιφάη, και η φωνή

της ανέβαινε προς την υπάτην καθόσον προυχώρει η απαρίθμησις.

Χαρά 'ς το! Μα το λοιπόν θα μας κοστίση χίλιαις δραχμαίς αυτή η

αστειότης!

— Ουφ! αδελφή, πώς κάμνεις έτσι;

Ο συζυγικός διάλογος ήθελεν ίσως εξακολουθήσει έτι, τραχυνόμενος

επί μάλλον, αν δεν διέκοπτεν αυτόν ο είς των μικρών κομιστών,

παρατηρούν κάπως μεγαλοφώνως:

— Αφεντικό! δεν μας αδειάζεις το καλάθι, να τραβάμε;

Η παρατήρησις αύτη άμεσον μεν συνέπειαν είχε να κενωθώσι τα πλήρη

καλάθια, έμμεσον δε να σιγήση προς ώραν η τρυφερά του Σουσαμάκη

σύζυγος.

Προς ώραν είπομεν, και ο αναγνώστης ημών εννόησε βεβαίως εκ της

αμυδράς εικόνος των νεονύμφων, ην παρέσχεν αυτώ ο ανωτέρω

διάλογος, ότι το υπόλοιπον της ημέρας δεν παρήλθεν ήρεμον και

ατάραχον. Πολλαί σκηναί όμοιαι προς την προ μικρόν

διεδραματίσθησαν κατόπιν μέχρι της εσπέρας.

Ποίαι τίνες όμως ήσαν και πού κατέληξαν, δεν δυνάμεθα να

αφηγηθώμεν, διότι ηθέλομεν ούτω προκαταλάβει τους αναγνώστας

ημών, και η συνέχεια της διηγήσεως ταύτης, ως και το τέλος της,

ουδέν ήθελον έχει πλέον το ενδιαφέρον αυτούς. Διά τούτο

καταλείπομεν επί του παρόντος το νεόνυμφον ζεύγος, και

μεταβαίνομεν εις την οικίαν τον κυρίου Παρδαλού.

Ανάλεκτα Τόμος Πρώτος Διηγήματα - Κοινωνικαί εικόνες και μελέται · 第 9 / 14 题