Επεριπάτησεν αυτή όλην την ημέραν χωρίς να αναπαυθή και προς το

βράδυ έφθασεν εις μίαν πολιτείαν, που ήτον πλησίον εις ένα

παραθαλάσσιον· εκτύπησε κατά τύχην την πόρταν ενός μικρού σπητιού,

εις το οποίον εκατοικούσε μία καλή γραία. Αυτή ανοίγοντάς την

πόρταν, την ερωτήσε το τι γυρεύει. Ω μητέρα μου, της απεκρίθη η

Ρεσπίνα, εγώ είμαι μία ξένη, έφθασα ετούτην την στιγμήν εις

ετούτην την χώραν· δεν γνωρίζω κανέναν, σε εξορκίζω να κάμης έλεος

να με δεχθής εις το σπήτι σου. Η γερόντισσα την επήκουσε, και της

έδωκεν ένα μικρόν τόπον διά να κατοικήση. Και αφού εδείπνησαν, η

Ρεσπίνα εδιηγήθη την ιστορίαν της εις την γραίαν η οποία έμεινε

μεγάλως θαυμάζουσα έπειτα επήγαν διά να κοιμηθούν.

Την ερχομένην ημέραν η Ρεσπίνα ηθέλησε να υπάγη εις τα λουτρά, την

οποίαν την εσυντρόφευσεν η γραία. Και εις την στράταν που

επήγαιναν είδαν έναν άνθρωπον νέον με μίαν τριχιάν εις τον λαιμόν,

που επήγαιναν να τον κρεμάσουν, και πλήθος λαού, που τον

εσυντρόφευαν. Η Ρεσπίνα ηρώτησεν έναν, διά ποίαν αιτίαν τον

έφερναν να τον κρεμάσουν και εκείνος της είπε, με το να είχε χρέος

και δεν το επλήρωνεν· επειδή και η συνήθεια της πολιτείας ήτον, να

κρεμούν εκείνους, που δεν πληρώνουν τα χρέη τους. Και πόσον είναι

το χρέος του, είπεν η Ρεσπίνα, που χρεωστεί; Έως πενήντα φλωρία,

απεκρίθη εκείνος· και αν εσύ δι' αυτόν ήθελες τα πληρώσης τον

ελευθερώνεις από τον θάνατον. Μετά χαράς είπεν αυτή και βάνοντας

χέρι εις την σακκούλαν είπε· και εις τίνα πρέπει να τα μετρήσω διά

να γλυτώση; Εις εκείνον που τον κρατεί από την τριχιά, είπεν

αυτός, ο οποίος είναι ο χρεωφελέτης του. Και ούτω λέγοντας έκραξε

τον χρεωφειλέτην, και η Ρεσπίνα του εμέτρησε τα πενήντα φλωριά,

και ελευθερώθη ευθύς εκείνος ο νέος. Όλος ο λαός εξεστηκώς εις την

γενναιότητα της ξένης έτρεξε πλακώνοντας ένας τον άλλον, διά να

ιδούν ποία ήτον αυτή. Και δι' αυτήν την αιτίαν αυτή αντί να υπάγη

εις τα λουτρά, επήρε θέλημα από την γραίαν, κα εβγήκεν από την

χώραν διά να αναμερίση από την πειρακτικήν περιέργειαν του λαού.

Ο νέος εκείνος αφού ελευθερώθη από τον θάνατον, εζήτησε ποίος τον

ελευθέρωσε, διά να τον ευχαριστήση. Ο λαός του είπε, μία ξένη, η

οποία εμίσευσεν ευθύς από την χώρα· έμαθεν ως τόσον την στράταν

που επήγε και εκίνησεν ευθύς διά να την συναντήση. Την έφθασεν εις

το χείλος ενός ποταμού που εκάθονταν διά να ξαποστάση· αυτός την

εχαιρέτησε με πολύ σέβας, και επρόσφερε τον εαυτόν του εις αυτήν

διά να της είναι σκλάβος, διά να της φανερώση την ευγνωμοσύνην

του. Όχι, εκείνη του είπεν, εγώ δεν ζητώ με τέτοιαν ακριβήν τιμήν

να ανταμείψης το ολίγον έξοδον που έκαμα· εσύ δεν πρέπει να μου

είσαι καθόλου υπόχρεως καθώς το στοχάζεσαι, διατί δεν το έκαμα δι'

αγάπην σου, μα το έκαμα δι' αγάπην του Υψίστου. Εις το αναμεταξύ

που αυτή έτσι ωμιλούσεν ο νέος εκρατούσε τα μάτια του σταθερά

επάνω της, και τετρωμένος από την άκραν ευμορφίαν, την ωρέχθη. Της

εφανέρωσεν ευθύς την αγάπην του και βεβαιωμένος ότι δεν εύρισκε

καιρόν αρμοδιώτερον διά να δείξη το πάθος του και τον έρωτά του

έπεσεν εις τους πόδας της Ρεσπίνας, και με τα πλέον ερωτικά λόγια

την εξώρκιζε διά να του ανταποκριθή εις την φλόγα που αυτός

αγροικούσε. Μα η σώφρων γυναίκα του Ταμίμ αντί να θεωρήση με

ευχαρίστησιν εις τους πόδας της έναν αγαπητικόν, ωργίσθη εναντίον

του και τον ύβρισε χειρότερα από τον σκλάβον του Αράπη. Ω

ταλαίπωρε, του λέγει· εσύ ηξεύρεις πολλά καλά, ότι χωρίς εμένα δεν

ήθελες είσαι τώρα εις τον κόσμον, και έχεις τόσην τόλμην διά να

βιάσης την τιμήν μου; είσαι το λοιπόν πολλά αυθάδης εις το να μου

μιλής με αυτόν τον τρόπον διά την κακήν σου επιθυμίαν.

Ωραιοτάτη κυρά, της απεκρίθη ο νέος δεν το πιστεύω να την ατιμάσω,

οπόταν σου παρασταίνω τους λογισμούς μου, που το χρέος μου και η

θεωρία σου εγέννησαν εις την καρδίαν μου· και το παίρνεις διά μίαν

αυθάδειαν τόσον μεγάλην· το πως σου είπα, ότι η θεωρία σου με

έκαμε να σε ορεχθώ; Σιώπα ω κακότροπε, τον αντίκοψεν η Ρεσπίνα· μη

στοχασθής ποτέ να ημπορέσης να καταπείσης την γνώμην μου δια να σε

υπακούσω· πήγαινε, φεύγα απ' έμπροσθέν μου, και μη με υποχρεώνεις

να μετανοήσω διά το καλόν, που έκαμα.

Ο νέος βλέποντας που δεν ημπόρει να ελπίση τίποτε εσηκώθη, και

χωρίς να ειπή πλέον άλλο, εμίσευσε και ήλθεν εις την παραθαλασσίαν

που ήτον εκεί κοντά· εις της οποίας τον γιαλόν είδε ένα καράβι

πραγματευτάδικον, που ήτον αραγμένον· επλησίασε εις αυτό και

αντάμωσε τον καραβοκύρην και του είπεν· εγώ έχω μίαν σκλάβαν νέαν

πολλά ωραίαν, την αποφάσισα διά να την πουλήσω, με το να μη με

αγαπά· αν θέλης να την αγοράσης σου την δίνω διά εκατόν φλωριά·

αυτή είνε εδώ κοντά, και αν επιθυμής έλα να την ιδής· Ο

καραβοκύρης του είπεν ωσάν είνε έτσι ωραία είμαι ευχαριστημένος να

την πάρω εις αυτήν την τιμή, ας υπάγωμεν το λοιπόν διά να την ιδώ.

Έτσι λέγοντας εμίσευσαν, και επήγαν εκεί σιμά, που ήτον η Ρεσπίνα

και ευθύς που την είδεν ο καραβοκύρης από μακριά, του ήρεσε, και

ούτως εμέτρησε τα εκατόν φλωριά εις τον νέον, ο οποίος παίρνοντάς

τα εμίσευσε προς την χώραν.

Ο καπετάνιος που αγόρασε την Ρεσπίναν, επλησίασε προς αυτήν, και

της είπεν· ω θαυμασία ωραιότης, εγώ είμαι έξω από τον νουν μου

διατί σε απέκτησα, είδα πολλά καλά τόσες σκλάβες εις τον καιρόν

μου, μα σου ομολογώ, ότι εσύ δεν παρομοιάζεις καμμίαν εις την

ωραιότητα· τα μάτια σου είνε λαμπρότερα από τον ήλιον, και αι

νοστιμάδες σου είνε απαραμοίαστες. Ακούοντας η Ρεσπίνα τούτην την

ομιλίαν έμεινεν εκστατική, και εθαύμασεν ακόμη περισσότερον οπόταν

ο καπετάνιος την έπιασσεν από το χέρι, λέγοντας, ας υπάμεν, ω κυρά

μου, εις το καράβι και θέλω σε βάλει εις τον καλλίτερον τόπον του

καραβιού που να είνε, διότι πρέπει να μισεύσωμεν ογλήγορα· και

οπόταν φθάσαμεν εις τον τόπον μου, δεν έχω σκοπόν να σε

ξαναπουλήσω, αλλά θα σε κρατήσω μαζί μου έως που ζω και θέλω έχει

εις εσένα κάθε φροντίδα και αγάπην, που να είνε το δυνατόν· και αν

δεν αγαπούσες αυτόν νέον, που σε επούλησεν εις εμένα, ελπίζω ότι

να μη κάμης το όμοιον εις εμένα.

Εις αυτά τα λόγια, που η Ρεστίνα τα ήκουσε με ανυπομονησίαν,

αντίκοψε τον Καπετάνιον· τι μου μιλείς εσύ; ήθελα να ηξεύρω,

εφώναξεν αυτή· εγώ δεν εστάθηκα ποτέ σκλάβα, είμαι ελεύθερη, και

δεν είνε κανείς που να έχη εξουσίαν διά να με πουλήση. Εις τέτοιον

τρόπον μιλώντας, άμπωσε το χέρι του Καπετάνιου· αυτός όντας φυσικά

οργίλος και σοβαρός του εκακοφάνη διά την καταφρόνεσιν που αυτή

του έκαμεν· όθεν ευθύς εμεταβάλθη εις οργήν. Πώς το λοιπόν,

ουτιδανό πλάσμα τη είπεν· έτσι χρεωστείς να μιλής του αυθέντος σου;

εγώ σε αγόρασα, και είσαι σκλάβα μου· ή με το καλόν ή με το

κακόν θέλω να σε πάρω μαζί μου. Και έτσι λέγοντας την επήρεν εις

τες αγκάλες του, και με το στανικόν της την έφερεν εις το καράβι

του και βάνοντας την μέσα έκανε πανιά και εμίσευσεν. Ο Καπετάνιος

την άφησεν εις ανάπαυσιν διά κάμποσες ημέρες· μα καταλαμβάνοντας

πως αυτή δεν έδειχνε καμμιάς λογής αγάπην εις αυτόν, έχασε την

υπομονήν του και ηθέλησε μίαν ημέραν να τη βιάση στανικώς, να

κλίνη αυτή εις την αγάπην του και εις την θέλησίν του. Αυτή με

κανέναν τρόπον δεν ήθελε να τον υπακούση και ήτον έτοιμη να

υποφέρη κάθε λογής παίδευσιν, παρά να κλίνη εις την όρεξίν του·

όθεν ο Καπετάνιος μην υποφέροντας την εναντίωσίν της, ηθέλησε

τέλος πάντων με δυναστείαν να την καταπείση. Και εκεί που αυτός

εβούλονταν να κάμη αυτό, σηκώνεται αιφιδίως μία φοβερά φουρτούνα

της θαλάσσης· και εις ολίγον διάστημα έσχισε τα πανιά όλα, και

ετσάκισε το τιμόνι του καραβιού.

Ο Καπετάνιος και οι ναύτες του μην ηξεύροντας πλέον πώς να

κυβερνηθούν άφησαν το καράβι εις την διάκρισιν των ανέμων και των

κυμάτων και αντιπαλεύοντας πολλές ώρες με τα κύματα και με τον

αέρα τέλος πάντων ετσακίσθη, και επνίγησαν όλοι όσοι ήσαν εις

αυτό, έξω από τον Καπετάνιον, και τη Ρεσπίναν, που εφυλάχθησαν

κάθε ένας επάνω εις μίαν σανίδα, και επήγαν και έπιασαν γην, ο

Καπετάνιος εις ένα τόπον και η Ρεσπίνα εις άλλον· αυτή εφέρθη από

τα κύματα εις ένα νησί πολλά κατοικημένον, εις το οποίον εβασίλευε

μία γυναίκα. Έλαχαν τότε κατά τύχην εις το παραθαλάσσιον του

νησιού πολλοί εγκάτοικοι· ευθύς που είδαν την Ρεσπίναν, που ευτυχώς

εγλύτωσεν από την θάλασσαν και επάτησε την γην το εστοχάσθηκαν ένα

θαύμα και την επεριτριγύρισαν εξετάζοντάς την εις το συμβεβηκός

της. Αφού επλήρωσε την περιέργειάν τους, τους επερικάλεσεν ύστερα

διά να της δώσουν ένα καταφύγιον εις το οποίον να ήθελεν ημπορέση

να ζήση ήσυχα· αυτοί όλοι σπλαχνικοί, και θαυμάζοντες την

ωραιότητά της και το πνεύμα της τής έδωκαν μίαν κατοικίαν, εις την

οποίαν απέρασε πολλούς χρόνους εν ησυχία.

Οι εγκάτοικοι αυτού του νησιού εκστατικοί εις το να βλέπουν την

στεναχωρημένην ζωήν που αυτή απερνούσε, δεν έκαναν άλλο παρά να

μιλούν εις κάθε τόπον δι' αυτήν, και διά τες αρετές της, διά τα

οποία την εστοχάζονταν ωσάν μίαν αγίαν. Η βασίλισσα του νησιού

συνέλαβεν εις αυτήν τόσην αγάπην, που απεφάσισε και την εκήρυξε

διάδοχον του βασιλείου της με πολλήν ευχαρίστησιν του λαού, η

οποία με το να ήτον γερόντισσα εις ολίγον καιρόν απέθανε. Η

Ρεσπίνα έδειξε κάποιαν δυσκολίαν διά να δεχθή αυτήν την αξίαν· μα

ο λαός την εβίασε και το εδέχθη, εις το οποίον δεν έλαβον αιτίαν

να μετανοήσουν. Επειδή και τόσον τους εκυβερνούσε καλά και

φρόνιμα, που τους έκαμεν όλους ευτυχισμένους, και εύχονταν δι'

αυτήν ημέραν και νύκτα. Αυτή αφού και ανέβηκεν εις τον θρόνον, το

περισσότερον μέρος της ημέρας το εθυσίαζεν εις το να κυβερνά τον

λαόν της, και εις το να κάνη τα όσα ήτον προ ωφέλειάν του· το δε

υπόλοιπον το απερνούσε με μίαν σκλάβαν νέαν ονόματι Χαλάκ, η οποία

είχε πνεύμα μεγάλον και φρονιμάδα, εις την οποίαν εφανέρωνεν όλα

τα μυστικά, και εσυμβουλεύετο με αυτήν εις τα συμφερώτερα πράγματα

του βασιλείου της.

Μίαν ημέραν η Ρεσπίνα ευρισκομένη με την Χαλάκ άρχισε να

διαλογίζεται ες τα περασμένα της συμβεβηκότα, και να στοχάζεται

την απάτην, εις την οποίαν ευρίσκεται ο αγαπημένος της άνδρας

Ταμίμ, νομίζοντάς την αποθαμμένην, με όνομα μοιχαλίδος, καθώς του

έδωσαν να καταλάβη· ομοίως και εις τα άλλα, που της είχαν συμβή·

όθεν απεφάσισε να φανερώση όλα της τα έσωθεν εις την Χαλάκ, διά να

λάβη από αυτήν κάποιαν παραμυθίαν εις αυτούς τους πόνους της. Και

αφού της εδιηγήθη όλα όσα της εσυνέβηκαν, η Χαλάκ έμεινε πολλά

θαυμασμένη και ήτον διά πολλήν ώραν έξω από τον εαυτόν της, μην

ηξεύροντας τι να αποκριθή της κυράς της, διά να της δώση άνεσιν

εις τους πόνους της· αλλά τέλος πάντων ερχομένη εις τον εαυτόν

της, έτσι άρχισε να της λέγη.

Ομολογώ, ω κυρά μου, την αλήθειαν, ότι εις τες δυστυχίες σου

πρέπει κάθε λογής συμπάθεια, και ημπορώ κατ' αλήθειαν να σου

παραστήσω ότι δεν είναι μεγαλύτερος ο πόνος σου από τον ιδικόν

μου. Η αγάπη που εις εμένα έχεις, οι ευεργεσίες που μου κάνεις και

το θάρρος που εις την εμπιστοσύνην μου δείχνεις είναι όλα δυνατά

αίτια, που με κάμνουν να συγκοινωνώ εις τα βάσανά σου. Παρηγορήσου

το λοιπόν, κυρά μου, και παύσε από τα παράπονά σου· και ελπίζω ότι

ο ουρανός, που σε εγλύτωσεν από τόσους κινδύνους που σου έτυχαν,

αυτός θέλει σε κάμει να ιδής μίαν ημέραν δικαιωμένην την αθωότητά

σου, και παιδευομένους εκείνους που σε εκατάτρεξαν, διατί τέτοιες

παρανομίες δεν μένουν απαίδευτες. Βέβαια απεκρίθη η Ρεσπίνα, ο

Ουρανός δεν αφίνει απαιδεύτους τους κακοποιούς· μα εποθούσα δια

ησυχίαν μου εάν ήτον βολετόν ότι ο άνδρας μου να ήθελε ημπορέση να

έλθη εις φως δια την αθωότητά μου και να ήθελε γνωρίση την

παράνομον σκληροκαρδίαν του Ραβά, που προς εμένα έδειξεν· ετούτη

είναι η μεγαλύτερη χάρις, που πάντα παρακαλώ τον ουρανόν να μου

την κάμη, και ύστερον είμαι ευχαριστημένη να αποθάνω.

Επειδή και έχεις αυτήν την επιθυμίαν απεκρίθη η Χαλάκ, ας είσαι

βέβαιη, ότι θέλεις την απολαύση· εγώ διά την αγάπην που σου έχω,

διά το χρέος που σου ομολογώ, δεν θέλω αφήσει κανένα τρόπον, και

μέσον που να ημπορέση να σου δώση θεραπείαν. Εγώ, ήξευρε, πως έχω

ένα απόκρυφον ιατρικόν εις κάθε αρρωστίαν να την ιατρεύη με

ευκολίαν· αυτό έως την ώραν δεν το εφανέρωσα κανενός και διά να σε

ευχαριστήσω και να σε ιδώ ήσυχην, θέλω να το φανερώσω διά τες

ιατρείες που θέλομεν με αυτό κάμει θέλουν παρακινηθή να τρέξουν

πολλοί ξένοι απ' όλον τον κόσμον, ακούοντες τέτοια θαυμαστά

πράγματα, εις τούτο το νησί, και από το πολύ πλήθος των ξένων, που

μέλλουν να έλθουν, ελπίζω να ήθελεν έλθη και ο άνδρας σου με τον

Ραβά και οι άλλοι που σε εκατάτρεξαν, και έτσι θέλεις απολαύσει το

ποθούμενον. Πολλά εχάρηκεν η Ρεσπίνα εις τα όσα της έταξεν η

αγαπημένη της, και πολλά της άρεσε που έμαθε, πως αυτή έχει ένα

τέτοιον ιατρικόν θαυμαστόν, με το οποίον να ημπορή να ιατρεύη κάθε

αρρώστιαν και κακόν. Επρόσταξε αυτή δι αυτό να κτίσουν ξενοδοχεία

και νοσοκομεία διάφορα διά τους αρρώστους, που ήθελον συντρέξει

εις αυτό το νησί. Έπειτα έστειλαν είδησιν εις όλα τα βασίλεια, ότι

όσοι ήθελαν έχει αρρωστίαν ανίατον να έρχωνται εις εκείνο το νησί

και θέλουν ιατρευθή χωρίς κανένα έξοδον. Αυτή η είδησις έγινε εις

όλον τον κόσμον και εις ολίγον καιρόν εφάνηκαν εις αυτό το νησί να

έλθουν άρρωστοι πολύ πλήθος, οι οποίοι διά την φήμην της

βασίλισσας ήρχονταν να ζητήσουν θεραπεία εις τες αρρώστειες των,

και όλοι εγύριζαν ευχαριστημένοι. Υπήρχαν το λοιπόν μίαν ημέραν

τινές και είπαν της Ρεσπίνας, ότι ήταν εκεί έξ ξένοι οι οποίοι

εζητούσαν να της μιλήσουν, από τους οποίους ένας ήτον τυφλός, ένας

παραλυτικός, άλλος υδρωπικιασμένος, και άλλος τρελλός. Αυτή ευθύς

επρόσταξε να τους φέρουν έμπροσθέν της, επειδή και αυτή η ιδία με

τα χέρια της έδιδε το ιατρικό εις τον καθ' ένα, και διά τούτο όλοι

έπρεπε να παρασταθούν εμπρός της.

Όταν έφθασαν λοιπόν αυτοί οι ξένοι εις το παλάτι της, δύο δούλοι

της τους έφεραν εμπρός εις την βασίλισσαν, η οποία είχε

σκεπασμένον το πρόσωπόν της με ένα πανί ψιλόν· οι ξένοι έπεσαν εις

τους πόδας της και της εζητούσαν έλεος. Αυτή προστάζοντάς τους να

σηκωθούν τους ερώτησε τι ήθελαν και από τι τόπον ήτον. Ένας από

αυτούς άρχισε να ομιλή από μέρος των αλλωνών λέγοντας· ω

μεγαλωτάτη βασίλισσα, που ο Θεός να σε σκέπη, και να αυξάνη τας

ημέρας σου ημείς είμεθα δυστυχισμένοι, και ήλθαμεν εδώ διά να

ιατρευθώμεν από την βασιλείαν σου εις τα πάθη που έχωμεν. Μιλήσετε

πλέον ξάστερα, τους είπεν η βασίλισσα, αφού και τους εστοχάσθη

καλά· διατί κανέν καλόν δεν μπορώ να σας κάμω, αν πρώτον δεν

αποφασίσετε εδώ παρόν να φανερώσετε το αίτια, που σας επροξένησαν

αυτά τα πάθη. Βασίλισσα, τότε άρχισεν ένας από αυτούς να λέη· κατά

το πρόσταγμά σου πρέπει και ημείς, να υπακούσωμεν. Εγώ είμαι ένας

πραγματευτής από την Μπάσραν, και είχα υπανδρευθή με μίαν

ωραιοτάτην κόρην, που ο κόσμος δεν είχε παρομοίαν· πηγαινόμενος

εις ένα ταξείδι την άφησα εις την επίσκεψιν του αδελφού μου, που

είνε ούτος ο τυφλός. Και όταν εγύρισα από το ταξείδι αυτός μου

είπε, πως ευρίσκοντας την γυναίκα μου που έκανε ατιμίαν εις την

τιμήν μου, η δικαιοσύνη διέταξε και την έθαψαν ζωντανήν διά

παιδείαν του σφάλματός της, διά το οποίον συμβεβηκός αυτός

εδοκίμασε τόσην θλίψιν και παράπονον εις την ατιμίαν μου, που από

τα πολλά κλαύματα που έχυσεν έχασε τους οφθαλμούς του. Ετούτη είνε

η ιστορία μου, ω βασίλισσά μου· όθεν σε παρακαλώ να με ελεήσης διά

να ξαναδώσης την όρασιν εις τον αδελφόν μου, επειδή και η φήμη της

χάριτός σου με εθάρρυνε και τον έφερε εδώ μαζή μου.

Ο Ταμίμ, ο οποίος ήτον εκείνος που ωμιλούσε της Ρεσπίνας χωρίς να

την γνωρίση ετελείωσε την διήγησίν του, και ανέμενε την απόκρισιν

της βασιλίσσης, η οποία έμενε τόσον εκστατική εις το να ιδή

εκείνον τον άνδρα της, που δεν ημπόρεσε τότε να αποκριθή παντελώς·

αλλά αφού συνήλθεν από την έκστασίν της, του είπεν. Είνε αυτό

αληθινόν, ότι η γυναίκα σου που ετάφη ζωντανή σου έκαμεν αδικίαν;

Όσον διά εμέ, απεκρίθη ο Ταμίμ, δεν ημπορώ να το πιστεύσω,

στοχαζόμενος τες χάρες και την αρετήν που είχε, μα αλλοίμονον εις

εμέ εγώ βέβαια έχω μίαν τυφλήν πίστιν εις τον αδελφόν μου, και

αυτό με κάνει να αμφιβάλλω εις την αθωότητάς της.

Οπόταν ο Ταμίμ ωμίλησε με αυτόν τον τρόπον, η βασίλισσα του είπε·

τόσον φθάνει· εγώ θέλω εξετάσει καλλίτερα από εσένα, αν η γυναίκα

σου δικαίως επεδεύθη και αύριον θέλω σου το ειπή, και θέλω ιδεί αν

ο αδελφός σου ημπορεί να ξαναλάβη το φως του. Μετά τούτο, άρχισεν

ένας από την συντροφίαν του Ταμίμ να λέγη. Βασίλισσα μου, εγώ έχω

έναν σκλάβον Αράπην, τον οποίον τον ανάθρεψα παιδιόθεν και τώρα

αυτός έχει δύο χρόνους που είνε παραλυτικός, και κανένας ιατρός

δεν εδυνήθη να τον ιατρεύση, όμως δεν ηξεύρω το αίτιον, από τι του

προήλθεν· όθεν τον έφερα εις τα ποδάρια της βασιλείας σου

ελπίζοντας να τον ιδώ ιατρευμένον δι ανάπαυσίν μου. Η βασίλισσα

αφού και ήκουσεν αυτήν την ομιλίαν και εγνώρισε, πως αυτός που της

ωμίλησεν ήτον ο Αράπης ο κλέπτης, εις του οποίου το σπήτι είχε

οικονεύσει, και ότι ο παραλυτικός ήτον ο σκλάβος του ο Αράπης, που

την εσυκοφάντησε του είπε με τούτον τον τρόπον. Εκατάλαβα

καταλεπτώς την υπόθεσίν σου όμως δεν είμαι πληροφορημένη δι αυτήν

την ομολογίαν, και αύριον θέλω την εξετάξει καλύτερον. Και εσύ,

ακολούθησεν αυτή να λέγη γυρίζοντας προς έναν άλλον διατί είσαι

υδρωπικιασμένος; Ω βασίλισσά μου, εκείνος απεκρίθη, δεν ηξεύρω

ούτε εγώ από ποίαν αιτίαν μου ήλθεν αυτή η ασθένεια αν δεν μου

προήλθεν ετούτη από το να ηθέλησα να βιάσω μίαν νέαν και ωραία

σκλάβαν, που είχα αγοράσει από έναν νέον, ο οποίος εις ένα

παραθαλλάσιον μου την επούλησε.

Η βασίλισσα επάνω εις αυτά τα λόγια εστοχάσθη τον υδρωπικόν, και

εγνώρισε τον Καπιτάνιον που την είχεν αγοράσει. Αυτή εκαμώθη πως

δεν τον εγνώρισε καθώς έκαμε και με τους άλλους, και τον άφησε διά

να ακολουθήση την ομιλίαν του με τον ακόλουθον τρόπον. Στοχάζομαι

το λοιπόν, ακολούθησεν εκείνος να λέγη, ότι η αρωστία μου θα είνε

μία δικαία παίδευσις του Ουρανού. Και εγώ, εφώναξεν ένας άλλος απ'

εκείνην την συντροφιάν, στοχάζομαι παρομοίως ότι το κακόν, που μου

ήλθε και παιδεύομαι τοσούτον σκληρώς από την τρελλαμάδα, θα είνε

μία παίδευσις, που δικαίως μου τυγχάνει, επειδή και σου επούλησα

εκείνην την σκλάβαν αδίκως, την οποίαν εναντίον της θελήσεώς της

την έμπασες εις το καράβι σου· εγώ είμαι ακόμη πλέον υπεύθυνος από

εσένα επειδή εκείνη ήτον υποκείμενον ελεύθερον, εις την οποίαν

ήμουν υπόχρεως της ζωής μου· εις ανταμοιβήν διά το καλόν που έκαμε

σου την επούλησα με δόλον διά σκλάβαν. Εκατάλαβεν ευθύς η

βασίλισσα, ότι αυτός που ωμιλούσεν ήτον εκείνος ο νέος, που τον

εγλύτωσεν από τον θάνατον πληρώνοντας τα πενήντα φλωρία. Τότε αυτή

είπεν εις αυτούς. Θέλω μετά χαράς επιχειρισθή με κάθε μου

επιμέλειαν διά να σας ελαφρώσω από τες ασθενείας σας, ως τόσον

πηγαίνετε διά την ώραν εις τα οικονάκιά σας και αύριον ετούτην την

ώραν ξαναγυρίσατε εδώ· ο τυφλός και ο παραλυτικός, αν θέλουν να

ιατρευθούν, πρέπει να εξομολογηθούν καθαρά τα πταίσματα, που αυτοί

έκαμαν, αγκαλά και ηξεύρω, καλώτατα τα όσα εσυνέβηκαν, μα θέλω να

ακούσω παρρησία να το εξομολογηθούν, χωρίς να προσθέσουν καμμιάν

ψεύτικην πρόφασιν· διατί αν ειπούν ψεύματα, αντί να με κάμουν να

τους ιατρεύσω, θέλω τους παιδεύσει σκληρότατα.

Τότε οι ξένοι εμίσευσαν διά να υπάγουν εις τα οικονάκια τους, και

οι δύο από αυτούς ευρίσκονταν εις κακές ελπίδες, μα ο αδελφός του

Ταμίμ και ο σκλάβος Αράπης ήσαν πολλά περίλυποι· εποθούσαν

καλλίτερον να στέκωντα επί ζωής τους εις την κατάστασιν που

ευρίσκονταν, παρά να βιασθούν να κάμουν μίαν φανεράν εξομολόγησιν

των ανομημάτων τους και της προδοσίας των· και έπασχαν να κρύψουν

το σφάλμα τους από εκείνους που έβλαψαν και έτσι επέρασαν εκείνην

την νύκτα χωρίς να λάβουν παραμικρήν ανάπαυσιν.

Η Ρεσπίνα, αφού και εμίσευσαν εκείνοι, ήτον όλη χαρούμενη· και

ετραβήχθη εις τον χοντζερέ της με τη Χαλάκ, διά να συμβουλευθή

επάνω εις τα ιατρικά, με τα οποία έμελλε να ιατρεύση τους

ασθενείς. Δεν σου το είπα εγώ, κυρά μου, είπεν η σκλάβα, ότι ο

Ουρανός θέλει επακούση τες παράκλησές σου, και ότι οι ίδιοι

εκείνοι που σε έβλαψαν, θέλουν ευρεθή εις ανάγκην διά να

δικαιώσουν την αθωότητά σου και την ακακίαν σου, και να

ομολογηθούν αυτοί οι ίδιοι πταίσται και προδόται; τώρα είνε εις

την εξουσίαν σου να τους συμπαθήσης ή να τους παιδεύσης. Εγώ έχω

μεγάλην ευχαρίστησιν, ω ακριβή μου φιλενάδα, απεκρίθη η Ρεσπίνα

και δεν έχω λόγια αρκετά εις το να δοξάσω τον Ουρανόν, διά την

χάριν που μου έκαμεν επειδή και έμπροσθεν εις τον άνδρα μου θέλει

γνωρισθή η εμπιστοσύνη μου, και η ανομία εκείνων που με έβλαψαν·

θέλω να ιατρευθούν, τον καιρόν που ήθελα να προστάξω να τους

παιδεύσουν με σκληρότατα παιδευτήρια, και θέλουν δοκιμάση με

μεγάλην τους καταισχύνην την γενναιότητα της ευσπλαχνίας μου· εσύ

απόψε ετοίμασε τα ιατρικά διά να μοιράσης κατά την αρρωστίαν του

καθενός, και αύριον οπόταν έλθουν εδώ, θέλω σε προστάξει διά να

τους τα δώσης να ιατρευθούν και εσύ, ας είσαι βεβαία, ότι θέλεις

λάβει από εμέ ανταμοιβήν αξίαν της εμπιστοσύνης σου.

Την ερχομένην ημέραν το λοιπόν οι τέσσαρες ασθενείς με τον Ταμίμ,

και με τον κλέφτην, ήλθαν εις το παλάτι και επαρουσιάσθησαν εις

την βασίλισσαν, που εκάθητο εις τον θρόνον της, τους οποίους ευθύς

που τους είδε, τους είπε· Λοιπόν, απεφάσισαν ο τυφλός και ο

παραλυτικός να μη κρύψουν τίποτις εις την εξομολόγησιν που έχουν

να κάμουν; μα αλλοί εις εκείνον από τους δύο, που να μην ειπή την

αλήθειαν. Ο Αράπης τότε επλησίασε γεμάτος από εντροπήν και φόβον,

γνωρίζοντας πως δεν τον εσύμφερε να ειπή ψέμματα, αποφάσισε, και

ό,τι πάθη ας πάθη, διά να ειπή την κάθε αλήθειαν εις τα όσα

συνέβηκαν εις το σπήτι του αυθέντος του επάνω εις την υπόθεσιν της

Ρεσπίνας. Ωμολόγησε το λοιπόν παρρησία τα όσα έκαμε της Ρεσπίνας,

χωρίς να κρύψη το παραμικρόν, και τον φόνον του παιδιού του

αυθέντος του, και τα επίλοιπα καθώς ηκολούθησαν.

Οπόταν ο Αράπης ωμολόγησε πάσαν την αλήθειαν, είπεν. Τούτο είνε το

πταίσιμον μου, και ο ουρανός μου είνε μάρτυς πως το μετανοώ. Α

επίβουλε, εφώναξε ο αυθέντης του γεμάτος από θυμόν, εσύ το λοιπόν,

παράνομε είσαι εκείνος που μου εφόνευσες τον μοναχόν μου υιόν και

έρριξες το βάρος εις την Ρεσπίναν, η οποία ήτον αθώα; Ω μεγάλη

βασίλισσα, δος μου την άδειαν εις τούτην την στιγμήν να του χωρίσω

την κεφαλήν· ένας άνομος που εστάθη αρκετός να κάνη ένα τέτοιον

ανόμημα, καθώς το ωμολόγησε δεν είνε πλέον άξιος να ευρίσκεται εις

τον κόσμον. Όχι απεκρίθη η βασίλισσα· εγώ δεν θέλω να του σηκώσης

την ζωήν· επειδή και μου ωμολόγησε το σφάλμα του, θέλω να τον

συμπαθήσω και να τον ιατρεύσω. Και ούτως λέγοντας επρόσταξε την

Χαλίκ να του δώση το ιατρικόν, και παίρνοντάς το δεν επέρασε πολύ

που ο Αράπης εξανάλαβε την κίνησιν του κορμιού του. Οι παρεστώτες

έμειναν εκστατικοί εις την ογλήγορον ιατρείαν, και έλεγαν χιλίους

επαίνους της βασιλίσσης· αυτή ομοίως ώρισε να δωθούν και εις τους

άλλους τα ιατρικά, τόσον εις τον υδρωπικόν, όσον και εις τον

τρελλόν, οι οποίοι και αυτοί ευθύς τελείως ιατρεύθησαν.

Ο Ταμίμ τότε δεν αμφέβαλλε καθόλου, ότι ο αδελφός του θα ξαναλάβη

το φως του, ώστε που του είπεν. Ω Ραββά, εις εσένα στέκεται να

μιλήσης· η βασίλισσα άλλο δεν αναμένει, παρά να σε ιατρεύση και

εσένα ακόμη. Ναι είπεν η βασίλισσα πρέπει να ομολογήση και αυτός

την ιστορίαν του με αλήθειαν· διατί αν κρύψη τίποτε θέλει παιδευθή

σκληρώς, επειδή ευθύς τον καταλαμβάνω αν ειπή ψέμματα.

Ο Ραββάς ευρισκόμενος ανάμεσα εις τους δύο κινδύνους, ότι αν ειπή

την αλήθειαν ήτον κακία, και αν την κρύψη χειρότερα, και με το

στανιό του ηναγκάσθη να ομολογήση όλον εκείνο, που έκαμεν εναντίον

της Ρεσπίνας· και πως εμετανοούσεν εις την αδικίαν, που έκαμε του

αδελφού του, κάνοντας να θανατωθή αδίκως η ωραιοτάτη του γυναίκα,

και τα λοιπά ως ηκολούθησαν και εξωμολογήθη την ανομίαν του με

μεγάλην συντριβήν, χωρίς πρόφασιν καμμίαν.

Ο Ταμίμ ακούοντας αυτήν την εξομολόγησιν που έκαμε, και

καταλαμβάνοντας καταλεπτώς όλην την κακίαν του αδελφού του, και

την αθωότητα της Ρεσπίνας του, έδωσεν ένα μέγα βρυχμόν, και έπεσε

λιποθυμημένος. Οι περιεστώτες έτρεξαν να τον σηκώσουν και κάνοντάς

τον να ξαναλάβη τας αισθήσεις του με διάφορα μυρωδικά, επλησίασεν

εις τον θρόνον της βασίλισσας και είπεν. Ω, βασίλισσά μου

ευχαριστήσου ότι εγώ να τον γυρίσω οπίσω εις την Μπάσραν ετούτον

το παράνομον αδελφόν μου καθώς είνε· επειδή και εγώ δεν επιθυμώ

πλέον την ιατρείαν του αλλά επιθυμώ τον θάνατόν του· θέλω να τον

φέρω ο ίδιος εις τον ίδιον τόπον, εκεί που η γυναίκα μου ετάφη

ζωντανή, και εκεί να τον φονεύσω· βλέπει καλώτατα η βασιλεία σου

ότι το πταίσιμόν του, και η παρανομία του εστάθη πολλά σκληρή διά

να ημπορέσω να το συμπαθήσω.

Εστάθη καμπόσον η βασίλισσα χωρίς να αποκριθή διατί υποκάτω εις το

σκέπασμα που είχεν εις το κεφάλι έκλαιε θερμώς· τόσον ήτον

διαπερασμένη από την κατάστασιν εις την οποίαν έβλεπεν ότι ήτο ο

άνδρας της· και αφού εσφόγκισε τα δάκρυά της ωμίλησε του Ταμίμ·

Εγώ σε εξορκίζω ω πραγματευτή, να συγκεράσης τον θυμόν σου δι'

αγάπην μου· ο αδελφός σου κατά αλήθειαν έκαμεν ένα ανόμημα· μα

επειδή και το ωμολόγησε παρρησία, και ότι μοναχός του

κατατυρανείται, πρέπει να τον συγχωρέσης· ενθυμού πως είσθε

καμωμένοι από ένα αίμα και οι δύο, και διά τούτο είνε χρεία να

μεταβάλης τον θυμόν σου. Εις αυτά τα λόγια της βασιλίσσης ο Ταμίμ

απεκρίθη και είπεν· εις την βασιλείαν σου στέκεται να με

προστάξης, ωσάν επιθυμής, να συμπαθήσω το φταίξιμόν του· το

δέχομαι διά να σε υπακούσω· φθάνει μόνον ότι εις την Μπάσραν να

κηρύξη το πταίξιμόν του, και την αθωότητα της αγαπημένης μου

γυναικός.

Χαλιμά, Τόμος 3 Εξακολούθησις των ιστοριών · 第 17 / 18 段