αφήσης; ετούτες οι τιμές και η αγάπη που σου δείχνω σε κάνουν
τόσον αναίσθητον να μην καταλάβης το καλόν σου και να μη είναι
αρκετές να σε παρακινήσουν εις σπλάγχνος διά την κλίσιν που εις
εσένα έχω; Αυτά και άλλα περισσότερα, που διά συντομίαν τα αφίνω,
λέγοντάς του η βασίλισσα, δεν εστάθη τρόπος που να αλλάξουν την
γνώμην του Δαλήκ, και να τον καταπείσουν που να συγκλίνη· διά το
οποίον η βασίλισσα βλέποντας την ισχυρογνωμίαν του, εθυμώθη
υπερβολικώς εναντίον του, και ευθύς έκραξε τους φύλακάς της και
τους είπεν. Επάρετε τούτον τον σκληρογνώμονα γέροντα εις τον
σκοτεινόν εκείνον θάλαμον και ρίξετε τον μέσα, διά να κάμη
συντροφίαν εκείνου του άλλου γέροντος, που είνε εκεί, και που του
ομοιάζει εις την ισχυρογνωμίαν του, καταφρονώντας και ούτος την
αγάπην μου, ωσάν και εκείνος· εκεί θέλουν το μετανοήσει και οι
δύο, και θέλουν πληρώσει τον κανόνα της ανυποταγής των. Και έτσι
λέγοντας επήραν τον Δαλήκ και τον έφεραν διά να τον ρίξουν εις τον
σκοτεινόν πύργον κατά το πρόσταγμά της.
Ο Δαλήκ πλέον ευχαριστημένος εις αυτήν την απόφασιν, παρά εις τες
ευεργεσίες της, επήγαινε χαρούμενος, στοχαζόμενος πως εις την
φυλακήν του ήθελεν έχει συντροφιά εκείνον τον άλλον δυστυχή
γέροντα διά να παρηγορούνται. Μα στοχασθήτε την έκστασίν του,
οπόταν τον έκλεισαν εκεί, να γνωρίση τον αδελφόν του τον Αδήλ διά
σύντροφον της δυστυχίας του. Αφού εγνωρίσθησαν το λοιπόν αυτοί οι
δυο αδελφοί αγκαλιάσθησαν, και διά πολλήν ώραν έκλαιον από την
χαράν τους, που ανταμώθηκαν ανελπίστως. Ύστερον ο Δαλήκ άρχισε να
του διηγηθή τα βάσανά του, και τους τόσους πόνους που απέρασε και
την αιτίαν που ήλθεν εις αυτό το νησί, και τα όσα η βασίλισσα
έκαμε διά να την αγαπήση. Ομοίως και ο Αδήλ από το άλλο μέρος
εδιηγήθη τα εδικά του, πως του έτυχαν τα όμοια εκεί· και πως
επροσθήτερα είδεν εις τον ύπνον του μίαν κόρην πολλά ωραίαν, που
του είπε πως εις μάτην κοπιάζεις διά να εύρης καμμίαν να σε
αγαπήση, αν δεν ήθελες πηγαίνης εις το νησί της Σουμάτρας, εις το
οποίον θέλεις με ιδεί εκεί, και θέλουν τελειώσει τα βάσανά σου·
και δι' αυτήν την αιτίαν εμίσευσα διά να πηγαίνω εκεί· και εις την
στράταν μας έπιασε φουρτούνα παρόμοια ωσάν την εδικήν σου, και μας
έρριξεν εις τούτο το νησί, και μου εσυνέβηκαν με την βασίλισσαν τα
ίδια, που εσυνέβησαν και σ' εσένα. Έπειτα από αυτήν την διήγησιν,
του είπεν ο αυτός Αδήλ, ας έχω ελπίδες πως ογλήγωρα θα λάβουν
τέλος οι δυστυχίες μας, επειδή και η παράξενες κλίσις ετούτου του
λαού μου δίδει μίαν μεγάλην ελπίδα πως θα λάβωμεν την πρώτην μας
μορφήν. Και ούτω με αυτές τες παρηγορίες έστεκαν ήσυχοι εις
εκείνον τον πύργο, και με καλές ελπίδες.
Δεν απέρασαν πολλές ημέρες αφού αυτοί εκεί ανταμώθηκαν, και ιδού
που ήλθε προς αυτούς ο αρχηγός της βασίλισσας και τους είπε.
Γέροντες αχάριστοι, στοχασθήτε αμφότεροι τες χάρες της γενναίας
και ωραίας βασίλισσας· αντίς να προστάξη να σας παιδεύσουν διά την
αχαριστίαν σας και σκληρότητά σας, που εις αυτήν εδείξατε και που
δεν υπακούσατε, σας συμπαθεί, και θέλει όχι μόνον να σας
συμπαθήση, αλλά και αποφάσισε να σας προσφέρη τιμές θεϊκές. Και
ούτω λέγοντας αυτός τους έβγαλεν από τον πύργον, διά να τους φέρη
εις ναόν· οι οποίοι πολλά ξώκαρδα επήγαιναν, επειδή και καμμίαν
ευχαρίστησιν δεν τους έδιναν αυτές αι τιμές.
Και προτού να φθάσσουν εις εκείνον τον ναόν, εβγήκαν οι ιερείς εις
την πόρταν του ναού διά να τους προϋπαντήσουν, οι οποίοι εφορούσαν
μακριά φορέματα ψάθινα, που εσέρνοντο κατά γης, και επάνω εις το
κεφάλι τους αντί διά μαλλιά είχαν άχυρα βαλμένα από διάφορα χρώματα,
ψάλλοντες ύμνους εις τιμήν των δύο νέων θεών· και εις κάθε ύμνον
που έκαναν διά τους εξωτικούς, έκυπταν τας κεφαλάς των και
επροσκυνούσαν. Και ύστερον από ετούτες τες πρώτες τιμές, τους
έκαμαν διά να ανέβουν συντροφευμένος από βοές και αλαλαγμούς όλου
του λαού επάνω εις ένα κρεββάτι υψηλόν έξη πήχες, στημένον μέσα
εις αυτόν τον ναόν εις τον οποίον ήσαν δύο θρονία στημένα δι'
αυτούς· και υποκάτω εις αυτό το κρεββάτι ήτον ένα θυσιαστήριον,
που επάνω εις αυτό έμελλε να θυσιάσουν ένα τράγον και ένα γουρούνι.
Ο Αδήλ και Δαλήκ υπόφερναν με υπομονήν τα όσα τους έκαναν, επειδή
και δεν ημπορούσαν να αντισταθούν, και δεν ωμιλούσαν καθόλου εις
τες παραξενάδες εκείνου του λαού. Αυτοί ωσάν εκάθισαν εις εκείνα
τα θρονία, άρχισαν να θεωρούν εκείνο το πλήθος του λαού, και
μάλιστα την βασίλισσαν που εστέκονταν εις ένα ξεχωριστόν μέρος με
όλους του παλατιού της, που ήσαν όλοι γεμάτοι από χαρές και
αλαλαγμούς, διά την θυσίαν που είχαν να κάμουν. Τέλος πάντων,
εθυσίασαν τα δύο ζώα, και τα έβαλαν διά να καούν με πλήθος
θυμιαμάτων, με αρωματικά και με φτερά των πουλιών, τα οποία όλα
έκαμαν ένα τόσον πυκνόν καπνόν, που ήθελε πνίξη αυτός τους δύο
θεούς, αν δεν ήσαν αθάνατοι. Ακολουθώντας αυτούς ο καπνός δεν
έλειψε που να κάμη να τρέξουν άπειρα δάκρυα από τους οφθαλμούς των
και να φτερνίζωνται κάθε ολίγον. Και όσην ώρα διήρκεσε τούτο οι
γυναίκες και τα κορίτσια εσυνάχθησαν ολόγυρα εις το θυσιαστήριον
και άρχισαν να χορεύουν και να τραγουδούν. Μα αιφνιδίως έπαυσαν οι
χοροί τους και τα τραγούδια δι' ένα συμβεβηκός που επροξένησε
μεγάλην έκστασιν εις τους θεατάς.
Ο Δαλήκ και Αδήλ, εις μίαν ταραχήν και σεισμόν που έγινεν
αιφνιδίως, έχασαν την γεροντικήν θεωρίαν τους και εξανέλαβαν την
φυσικήν τους, που πρότερον είχαν, ομοίως τα κάλλη τους και την
ωραιότητά τους· ω κα τι φοβερά μεταβολή έγεινεν εκείνην την ώραν.
Οι ιερείς εκείνου του ναού φοβισμένοι από μίαν τέτοιαν
μεταμόρφωσιν έφυγαν κακώς έχοντες, οι γυναίκες που εχόρευαν,
εκατατσακίζονταν ποία να πρωτοφύγη· η βασίλισσα γροικώντας τούτο, η
χαρά της εστράφη εις φόβον, έτρεξεν εις το παλάτι της όλη
έντρομος· και εις μίαν στιγμήν ο ναός έμεινεν έρημος, και δεν
έμειναν άλλοι, παρά οι δύο εξωτικοί οι οποίοι βλέποντες που
εξανάλαβαν την πρώτην τους μορφήν, ήσαν πολλά εκστατικοί εις την
χαράν τους, και εστοχάζοντο ότι αυτό θα εσυνέβη δια κάποια τινά
κορίτσια τα οποία βλέποντας αυτούς τόσον γέροντας, θα έκλιναν προς
αυτούς και θα τους ηγάπησαν και εις το αναμεταξύ που αυτοί ούτως
εστοχάζοντο, είδαν αιφνιδίως να φανερωθή εις τον ναόν ο
Μπρακμάνος, ο οποίος ήτο συντροφευμένος με μίαν ωραίαν κόρην, που
ο Δαλήκ την ανεγνώρισε πως ήτον η Φατμέ, και ο Αδήλ την εστοχάσθη
πως αυτή ήτον εκείνη, που είδεν εις τον ύπνον του, και βλέποντάς
την εφώναξε. Α ιδού εκείνη η εύμορφη χωριατοπούλα, την οποίαν τόσο
ακριβά φυλάγω εις την ενθύμησίν μου. Ναι, ω Αδήλ, αυτή είναι
εκείνη και εδώ σου την έφερα διά να τελειώσω την ευτυχίαν σου.
Τέλος πάντων, παιδιά μου ακολούθησε να λέγη θεωρώντας τους δύο
εξωτικούς είστε έξω από την δυστυχισμένην σας κατάστασιν, εις την
οποίαν σας έφερε ο θυμός μου· ελυπήθηκα εις το να σας βλέπω έτσι
τόσον καιρόν, μα δεν ημπορούσα ογληγορώτερα να σας ελευθερώσω· εγώ
εστάθηκα εκείνος, που σας έκαμε να ιδήτε τα ονείρατα διά να
υπάγετε εις την Σουμάτραν· και έκαμα να σηκωθή εκείνη η φουρτούνα
διά να σας ρίξη εδώ εις τούτο το νησί, επειδή και ήξευρα εκείνο,
που ήθελε συμβή· Δαλήκ, ηκολούθησεν να λέγη, πήγαινε να εύρης την
Κατηγέ, να την ευχαριστήσης να ιδή την αδελφήν της.
Ο Δαλήκ εμίσευσεν ευθύς ωσάν μία αστραπή, και επήγεν εις το
μαγειρείον του αρχιστρατήγου, και παίρνοντάς την, την έφερεν εις
τον ναόν. Οι δύο αδελφές αγκαλιάσθηκαν με πολλήν χαράν και αγάπην.
Η Φατμέ παρεδόθη εις την εξουσίαν του Αδήλ χωρίς αντίστασιν, και η
Κατηγέ εκστατική εις το να ιδή τον Δαλήκ με τόσην ωραιότητα και
νοστιμάδες εστοχάσθη πως αυτός θα ήτον εκείνος, που είδεν εις το
όνειρόν της· όθεν έστερξε μετά χαράς εις το να τελειώση την
ευτυχίαν του. Μετά τούτο είπεν ο Μπρακμάνος εις τους Εξωτικούς·
ιδού που σας αφήνω, εσείς πλέον δεν είστε υποκείμενοι εις την
εξουσίαν μου· σας δίνω και των δύο την ελευθερίαν, φέρετε αυτές
τες δύο νέες όπου σας αρέσει, και ζήσετε οι τέσσερες αντάμα με
καλήν ομόνοιαν. Και ούτω λέγοντας έγεινεν άφαντος. Και οι δύο
αδελφοί επήγαν με τες αγαπητικές τους διά να κατοικήσουν εις ένα
νησί, που εκατοικούσαν εξωτικοί, και εκεί έμειναν ευφραινόμενοι.
Τελειώνοντας και αυτήν την Ιστορίαν η Χαλιμά, ο βασιλεύς Αϊδήν
αφού εγέλασε μεγάλως εις όσα συνέβησαν των δύο αδελφών Εξωτικών,
είπε προς την Χαλιμά· Εσύ αγαπημένη μου, με αυτές τες ιστορίες με
υποχρεώνεις πάντα περισσότερον διά να σου μακρύνω την ζωήν, και να
μου γίνεσαι ποθεινότερη, διατί πολλά μου ενίκησες την γνώμην, και
την απόφασίν μου με αυτά τα εύμορφα διηγήματα, που ποτέ εις την
ζωήν μου δεν ήκουσα παρόμοια· μάλιστα και τα συμβεβηκότα των δύο
Εξωτικών μου έφραναν περισσότερον την καρδίαν ακούοντάς τα. Αν τα
συμβεβηκότα απεκρίθη η Χαλιμά, των δύο εξωτικών σε εύφραναν τόσον
που τα ήκουσες, τόσον περισσότερον θέλουν σε ευφραίνει τα
ανεκδιήγητα συμβάντα της ωραίας Ρεσπίνας που αν είναι με το θέλημά
σου θέλω σου διηγηθή ελπίζοντας πως έχουν να σε ευφραίνουν, και
θέλουν σε κάμνει ακόμη να θαυμάσης μεγάλως. Τότε της απεκρίθη ο
Αϊδήν και της λέγει· θέλω τα ακούση και αυτά μετά πάσης χαράς, και
ωσάν τελειώσης και αυτήν την ιστορίαν, ελπίζω ότι μία απόφασις,
την οποίαν εγώ μελετώ να κάμω, θα σου αρέση· όθεν την αύριον ας
είσαι έτοιμη διά να μου την διηγηθής, και εις το τέλος της θέλεις
γνωρίσει την γενναιότητά μου· Και ούτω λέγοντας αναμέρισαν κατά
την συνήθειαν. Και την ερχομένην ημέραν η Χαλιμά εξυπνισμένη από
την αδελφήν της Μεδινά εσηκώθη, και άρχισε να ομιλή με τούτον τον
τρόπον.
&Ιστορία των φρικτών συμβεβηκότων της ωραίας Ρεσπίνας.&
Ένας πραγματευτής της Μπάσρας, ονομαζόμενος Δουχίν, ακολούθησεν η
Σουλτάν μεμέ, άφησε την τέχνην του, και εδόθη όλος εις τα ψυχικά
πράγματα. Αυτός με το να ήτον εξ αρχής ευλαβής, απόκτησεν ολίγα
πλούτη, όθεν εζούσεν εις ένα μικρό σπιτάκι εις την άκρην της χώρας
με μίαν του μοναχήν θυγατέρα, ονόματι Ρεσπίναν, την οποίαν την
ανέθρεψεν εις τον φόβον του Θεού, και εις τα καλά έργα· και οι δύο
επερνούσαν το περισσότερον μέρος της ζωής τους εις προσευχές και
νηστείες, και την ανάγνωσιν του Αλκοράνου· και ήτον πολλά
ευχαριστημένοι εις την κατάστασίν τους. Η Ρεσπίνα θυγατέρα του
Δουχάν, με όλον που εφυλαγόνταν, εις το να στέκη μακράν από τους
οφθαλμούς των ανθρώπων, και εις το να ζη μακράν από τα πράγματα
του κόσμου, την εσύγχισαν πολλά ογλήγορα εις την μοναξίαν. Η φήμη
της ζωής της ετραβούσε πολλούς άνδρας διά να την ζητήσουν του
πατρός του διά γυναίκα τους· και ήθελεν έχει αυτή περισσοτέρους
αγαπητικούς που να την ζητούν, αν ήξευραν την ευμορφιά της που
ήτον παρόμοια με την καλήν της ζωήν. Ο πατέρας τής είπε πολλές
φορές διά να κλίνη να υπανδρευθή μα αυτή καθόλου δεν ήθελε να τον
ακούση, προφασιζομένη, ότι επιθυμούσε να ακολουθήση την αυτήν ζωήν
που άρχισε ανύπανδρη. Αλλά τέλος πάντων, αφού και απέθανεν ο
πατέρας της, ευρισκομένη μονάχη χωρίς τινά, απεφάσισε και επήρεν
άνδρα ένα νέον πραγματευτήν ονόματι Ταμίμ πολλά καλής διαθέσεως.
Αφού ετέλεσε τους γάμους ηύρεν αυτή εις τον άνδρα της έξω από τα
πλούτη του μίαν αγάπην καθαράν και στερεάν. Ο Ταμίμ ήτο όλος
δοσμένος εις την αγάπην της και πάντα προσπαθούσε με κάθε τι να
την ευχαριστήση· και ήτο τόσο ευχαριστημένος, εις το να του έτυχε
μία τέτοια φρόνιμη και ωραία γυναίκα, που εστοχάζετο να ήτον ο
πλέον ευτυχισμένος άνθρωπος του κόσμου. Μα αλλοί εις εμέ, η
ευτυχία του δεν διήρκεσε διά πολύν καιρόν. Ζήτε με μεγάλον φόβον,
ω άνθρωποι, διατί οπόταν στοχάζεστε να είστε εις το άκρον της
ευτυχίας σας, τότε αυτή η στιγμή που πρέπει να μεταβληθή εις
θλίψιν δεν είνε τόσον μακράν.
Ο Ταμίμ ένα χρόνον ύστερον μετά την υπανδρείαν του ηναγκάσθη να
κάμη ένα ταξείδι προς το μέρος της Ινδίας. Αυτός είχεν έναν
αδελφόν ονόματι Ραβά, εις τον οποίον άφησε την επιστασίαν της
πραγματείας του και του σπητιού του, και το περισσότερον την
γυναίκα του· και τον παρεκάλεσε να την βλέπη προσεχτικώς εις κάθε
της χρείαν ωσάν να ήτον ο ίδιος. Ο Ραβά έταξε, πως θέλει έχει όλην
την έννοιαν και φροντίδα του εις αυτήν, και εις τας υποθέσεις του·
και εις αυτό ας σταθή ήσυχος, και να μη φροντίζη τίποτε. Επάνω εις
αυτήν την βεβαιότητα του αδελφού του ο Ταμίμ εμίσευσε διά τες
Ινδίες διά τες υποθέσεις του.
Ο Ραβά μετά τον μισευμόν του αδελφού του επήγεν εις την νύμφην του
την Ρεσπίναν, και της εφανέρωσε με χίλια πλαστά λόγια την
προθυμίαν του και την αγάπην του, προσφέροντας τον εαυτόν του διά
να την δουλεύση εις ό,τι ήθελεν έχει χρείαν· η οποία τον
ευχαρίστησε με πολλήν ευγένειαν εις την καλήν του προθυμίαν. Ο
Ραβά διά κακήν τύχην πηγαίνοντας συχνώς προς αυτήν συνέλαβεν εις
αυτήν έναν υπερβολικόν έρωτα, τον οποίον έκρυπτε διά κάμποσον
καιρόν μα εις το τέλος μη εξουσιάζοντας, πλέον τον εαυτόν του, της
τον εφανέρωσεν. Η Ρεσπίνα μ' όλο που ήτον θυμωμένη με την τόλμην
του ανδραδέλφου της, του ωμίλησε με γλυκά λόγια, και τον
επερικάλεσεν, να μην της ήθελε πλέον μιλήση τέτοια λόγια,
παραστάνοντάς του την καταφρόνησιν και αισχύνην, που έκανε του
αδελφού του, και τον ολίγον καρπόν που ήθελεν απολαύσει δι' αυτούς
τους μιαρούς του στοχασμούς.
Ο Ραβά βλέποντας ότι η νύμφη του δεν ωργίσθη, αλλά γλυκά τον
ερμήνευε, δεν έχασε την ελπίδα του διά να την παραιτήση, όθεν
γενόμενος πλέον τολμηρός της είπεν· «ω κυρά μου, ό,τι και αν
ήθελες μου ειπή επάνω εις ετούτην την υπόθεσιν, είνε ανωφελές,
άκουσον καλύτερα τους στεναγμούς μου και ευχαριστήσου εις την
αγάπην που σου προσφέρω, και ας συμφωνήσωμε μαζή διά να είνε και η
αγάπη μας κρυφή, και έτσι θέλομεν είσται αποσκεπασμένοι και έξω
από κάθε κατάκρισιν.» Α μιαρέ και άνομε, εφώναξεν η Ρεσπίνα επάνω
εις αυτό, μη ημπορώντας πλέον να χαλινώση τον θυμόν της, εσύ δεν
πάσχεις παρά να κρύψης την ανομίαν σου εις τα μάτια του κόσμου· δε
φοβάσαι άλλο, παρά να μην ήθελες ατιμασθή από τον κόσμον και δεν
στοχάζεσαι με κανέναν τρόπον την ατιμίαν, που γυρεύεις να κάμης
εις τον αδελφόν σου και την παρόργισιν του ουρανού, ο οποίος
βλέπει καλώτατα το έσωθεν της καρδίας σου; παύσε από το να
ελπίζης τέτοιον πράγμα· ήθελον ποθήσει τον θάνατον καλύτερον
χίλιες φορές, παρά που να ευχαριστήσω το παράνομον πάθος σου. Ένας
άλλος από τον Ραβά ολιγώτερον θηριώδης ήθελεν έλθει εις τόν εαυτό
του με αυτά τα λόγια, και ήθελεν ευλαβηθή περισσότερον την
Ρεσπίναν διά την τιμήν της μα αυτός ως κακότροπος βλέποντας, που
δεν ημπορούσε να την καταπείση, απεφάσισε να εκδικηθή προς αυτήν
και να την αφανίση. Ιδού το λοιπόν το τι εκατώρθωσε.
Μίαν βραδυάν εις το αναμεταξύ που η Ρεσπίνα ήτον όλη προσηλωμένη
εις την προσευχήν, έμπασεν ο Ραβά κρυφίως έναν άνθρωπον εις την
κατοικίαν της, και από το άλλο μέρος αυτός, συντροφευόμενος από
τέσσαρας μάρτυρας δολερούς, εμβήκε με δυναστείαν εις το σπήτι της
φωνάζοντας· αχ ταλαίπωρη, της είπε ποίος είνε τούτος ο άνθρωπος
εδώ; έτσι το λοιπόν τιμάς τον αδελφόν μου; έφερα ετούτους τοις
μάρτυρας διά να μην εύρης πρόφασες να αρνηθής την ανομίαν σου·
παράνομη, έξωθεν δείχνεις πως είσαι η πλέον ευλαβητική, και
κρυφίως κάμνεις πράγματα τόσον άνομα; Ούτω λέγοντας έκαμε τόσην
ταραχήν, που εξύπνησεν όλην την γειτονειάν και εφανέρωσε την
εντροπήν της νύμφης του.
Με αυτόν τον πονηρόν δόλον ο Ραβά επαρέστησε την νύμφην του διά
μοιχαλίδα. Δεν ευχαριστήθη εις αυτό μόνον, αλλά έτρεξεν εις τον
Κατή με τους μάρτυρας και την εγκάλεσεν. Ο Κατής εξέτασε τους
μάρτυρας, και κατά την μαρτυρίαν τους απεφάσισεν, ότι να την
θάψουν ζωντανήν. Και ούτω μετά την απόφασιν επρόσταξε τον Αναΐπην
του, και επήγε και επήρεν από το σπήτι της την Ρεσπίναν, και την
έφεραν έξω από την χώραν πέντε μίλια μακρυά, και εκεί έκαμε να
την θάψουν έως τον λαιμόν, μένοντας μόνον το κεφάλι της έξω από
την γην και εκεί την άφησε διά να αποθάνη. Η πτωχή Ρεσπίνα το
λοιπόν έστεκεν εις εκείνον τον ανάμερον τόπον εις την άνωθεν
κατάστασιν. Και αυτού εις τα μεσάνυχτα επέρασεν από σιμά της ένας
κλέπτης Αράπης καβαλλάρης εις ένα άλογον. Αυτή βλέποντάς τον που
απερνά του είπεν· όποιος και αν είσαι, σε εξορκίζω να με
ελευθερώσης από τον θάνατον· με έθαψαν αδίκως ζωντανήν· δια το
όνομα του θεού, ευσπλαγχνίσου με. Ο Αράπης με όλον που ήτο κλέπτης
επαρακινήθη εις σπλάγχνος, και ξεπεζεύοντας έβγαλε την Ρεσπίναν
από τον λάκκον και την έβαλεν οπίσω από το άλογόν του, και
καβάλλικεύοντας και αυτός εμίσευσεν. Αυθέντη του λέγει η Ρεσπίνα,
που έχεις να υπάγης; εις την τένταν μου, απεκρίθη αυτός, η οποία
δεν είναι πολλά μακρυά. Εσύ εκεί θέλεις σταθή φυλαγμένη και η
γυναίκα μου που είναι καλής διαθέσεως, θέλει σε περιποιηθή με
αγάπην. Φθάνοντας δε μετ' ολίγον πλησίον εις πολλάς τέντας, που
εκατοικούσαν πολλοί αράπηδες κλέπται, επήγαν και εξεπέζευσαν εις
την τένταν του, εις την οποίαν εμβάζοντας την Ρεσπίναν, την
επαρέστησε της γυναικός του, διηγούμενός της με τι τρόπον την
εσυναπάντησεν. Η γυναίκα του Αράπη όντας φυσικά ευσπλαγχνική την
εδέχθη μετά χαράς, και την επερικάλεσε διά να της διηγηθή την
ιστορίαν της. Η Ρεσπίνα άρχισε την διήγηση αναστενάζοντας, και την
εδιηγήθη με ένα τρόπον τόσον διαπεραστικόν, που εκίνησεν εις
συμπάθειαν και σπλάγχνος την γυναίκα του κλέπτη, η οποία άρχισε να
την παρηγορή και να της παρασταίνη όλην της την εύνοιαν και την
αγάπην, που δι' αυτήν ήθελεν έχει. Η Ρεσπίνα βλέποντας την καλήν
της καρδίαν της είπεν· α κυρά μου, σε ευχαριστώ διά τες γενναίες
χάρες· βλέπω καλά, ότι ο ουρανός δεν ηθέλησε να με απαρατήση να
χαθώ, κάνοντάς με να τύχω εις ανθρώπους τόσον ευσπλαγχνικούς· όθεν
παρακαλώ, κάμε μου την χάριν να σταθώ εις το σπήτι σου, δος μου
ένα μικρόν τόπον εις τον οποίον ήθελα περάση τες ημέρες μου
προσευχομένη δι' εσάς.
Η γυναίκα του Αράπη την έφερεν εις ένα μικρόν σπητάκι, και της
είπεν· εσύ θέλεις σταθή εδώ πολλά ήσυχη, και δεν θέλεις έχει
κανέναν, που να σε αντικόψη από τες προσευχές σου. Αυτό
εχαροποίησε μεγάλως την Ρεσπίναν, που ηύρεν ένα τέτοιον
καταφύγιον, διά το οποίον ευχαριστούσεν αεννάως τον Ουρανόν. Μα
αλλοί εις αυτή! έως αυτού δεν έλαβαν τέλος τα βάσανά της, αλλά
έτυχαν άλλα πλέον μεγαλύτερα. Ένας Αράπης σκλάβος του κλέπτη, και
κυβερνήτης των αλόγων του, εθεώρησε με μιαρόν μάτι την Ρεσπίναν. Ω
πόσον είνε αυτή εύμορφη, είπεν ανάμεσόν του, και πόσον
ευτυχισμένος ήθελα είμαι αν την ήθελα κάμη να με αγαπήση. Ο Καλίδ
(έτσι ωνομάζετο αυτός ο σκλάβος) με όλον που ήτον ο ασχημότερος
και ο πλέον κακοκαμωμένος από τους ομοίους του Αράπηδες, αυτός
όμως δεν ημφέβαλεν αλλά ήλπιζε να γένη ευτυχισμένος αγαπητικός της
Ρεσπίνας. Τέτοιες ελπίδες αύξησαν την αγάπην του εις τρόπον που
απεφάσισε να την φανερώση εις αυτήν. Και ευρίσκοντας τον καιρόν
αρμόδιον, που έλειπεν ο αυθέντης του, εμβήκεν εις την κατοικίαν
της Ρεσπίνας, και άρχισε να της φανερώνη τον έρωτά του, και να την
παρακινή διά να συγκλίνη εις την θέλησίν του.
Αχ ταλαίπωρε, εκείνη του απεκρίθη, με τέτοιαν τόλμην έρχεσαι να
φανερώσης εις εμένα αυτήν την ασέλγειάν σου; εάν εσύ ήθελες ήσουν
ο πλέον ωραιότερος του κόσμου, δεν ήθελες με καταπείσει να κλίνω
εις την τρελλήν σου φλόγα· ύπαγε από εδώ αυθάδη και μη μεταφανής
έμπροσθέν μου, ειδεμή το λέγω του αυθέντος σου, ο οποίος θέλει
παιδεύσει κατά πως πρέπει την αυθάδειάν σου. Είπεν αυτή αυτά τα
λόγια με τόσην οργήν, που τον έκαμε να γνωρίση ότι αυτό το φαγί
δεν ήτο δια τα δόντια του. Αλλ' όμως με το να μην ήτο και αυτός
ολιγώτερον κακότροπος από το Ραβά εστοχάσθη να εκδικηθή αυτήν που
εκαταφρόνεσε την επιθυμίαν του, και αποφάσισε να κάμη την
εκδίκησιν με ένα τρόπον πολλά σκληρόν.
Ο Αράπης αφέντης του είχεν ένα μικρό παιδί εις την σαρμανίτσαν, το
οποίον το αγαπούοε τόσον αυτός ωσάν και η μητέρα του καταπολλά.
Μίαν νύκτα ο Καλήδ επήγε κρυφά και έκοψε το κεφάλι του βρέφους,
και έφερε το μαχαίρι αιματωμένον, και το έκρυψεν υποκάτω εις το
στρώμα της Ρεσπίνας, τον καιρόν που αυτή έλειπε και έξω από αυτό
έχυσε και σταλαγματιές αίματος από την σαρμανίτσαν του βρέφους έως
εις το κρεββάτι αυτής της ανεύθυνης, διά να πέση εις αυτήν το
βάρος πως το έσφαξε. Το ταχύ όταν εσηκώθηκαν ο Αράπης και η
γυναίκα του, και είδαν το βρέφος εις αυτήν την κατάστασιν, άρχισαν
φοβερά κλάμματα και φωνάς, κατασχίζοντας τα μάγουλά τους, και
τραβώντας τας τρίχας της κεφαλής τους. Ο Καλίδ έτρεξεν εις τες
φωνές των καμωνόμενος πως δεν ήξευρε τίποτε, και τους ερωτούσε το
αίτιον. Εκείνοι του έδειξαν το παιδί τους σφαγμένον και κυλισμένον
εις τα αίματα. Εις ταύτην την θεωρίαν αυτός έδειξε τάχα πως
εδοκίμασεν άκραν θλίψιν· σχίζει τα φορέματά του, βρυχά, αδημονεί
και φωνάζει· ω δυστυχία απαρομοίαστη! ω ανυπόφερτη ασπλαγχνία!
διατί να μην ηξεύρω ποιος έκαμε ετούτο διά να τον ξεσχίσω με τα
χέρια μου! μα μου φαίνεται ακολούθησε να λέγη, ότι θα τον
ξεσκεπάσω· πρέπει να κυττάξωμεν ετούτες τες σταλαγματιές πού
υπάγουν να τελειώσουν και έτσι ημπορούμεν να καταλάβωμε τον φονέα.
Ούτω λέγοντας ο αυθέντης του και αυτός ακολούθησαν τες
σταλαγματιές του αίματος, οι οποίες τους έφεραν εις την κατοικίαν
της Ρεσπίνας. Ο σκλάβος υπάγει και βγάζει το μαχαίρι από το στρώμα
της Ρεσπίνας που το έκρυψε, και του το δείχνει έτσι αιματωμένον,
ομοίως και τα φορέματά της, έπειτα αρχίζει να λέγη ω αυθέντη μου·
κύτταξε με τι τρόπον ετούτη η σκληρά και κακότροπή ανταμείβει τες
ευεργεσίες που της εδείξατε; Ο Αράπης έμεινεν εις μίαν άκραν
έκστασιν, οπόταν είδεν αυτό, και έλαβεν αιτίαν διά να υποπτεύση,
ότι η Ρεσπίνα θα έπραξε το τοιούτον σκληρόν ανόμημα.
Αχ, ταλαίπωρη, της λέγει, με τέτοιον τρόπον ανταμοίβεις τους
νόμους της φιλοξενίας; διά ποίαν αιτίαν έχυσες το αίμα του υιού
μου; τι σου έκαμεν ετούτο, το άκακον και του εσήκωσες την ζωήν;
απάνθρωπη, τες χάρες που σου έκαμα έτσι με ανταμείβεις; Ω αυθέντη
μου, του λέγει ο σκλάβος· και τι χρεία είνε να της μιλής αυτή της
άνομης με τέτοιον τρόπον, είσαι ευχαριστημένος μόνον να την
ονειδίσης; βάψε καλύτερα εις το στήθος της αυτό το μαχαίρι με το
οποίον εσήκωσε την ζωήν του βρέφους σου και αν δεν θέλης του λόγου
σου να κάμης αυτήν την εκδίκησιν, άφες εμένα να την παιδεύσω καθώς
της πρέπει, και έτσι λέγοντας παίρνει το μαχαίρι και εστέκετο να
το χώση εις την καρδίαν της Ρεσπίνας, η οποία ήτο τόσον έξω από
τον εαυτόν της δι' αυτήν την συκοφαντίαν, που της έρριχναν επάνω
της, ώστε δεν ημπορούσε να ειπή λόγον και ούτε ημπορούσε να
δικαιολογηθή· και ο σκλάβος εκεί που ήθελε να την βαρέση του
εκράτησε το χέρι ο Αράπης. Τι κάνεις; του λέγει ο σκλάβος, θέλεις
να με εμποδίσης από το να παιδεύσω αυτήν την άνομον; άφησε να
παστρέψω την γην από μίαν θηριόγνωμην, που με καιρόν ημπορεί να
κάμη και άλλα μεγαλύτερα ανομήματα.
Ο κλέπτης εις αυτήν την θλίψιν του δεν είχε χάσει ακόμη το
διακριτικόν του, και με όλον που έβλεπε τα σημεία εναντία εις την
Ρεσπίναν, εδίσταζεν ακόμη διά να πιστεύση πως αυτή θα το έκαμε και
διά τούτο εμπόδιζε τον θάνατόν της, και ήθελε να ηξεύρη το τι αυτή
έλεγεν εις διαφέντευσιν της· όθεν την ερώτησε διά ποίαν αιτίαν
εφόνευσε το βρέφος. Αυτή άρχισε να ομνύη και να καταναθεματίζεται
πως δεν ηξεύρει τίποτε εις αυτήν την υπόθεσιν· και έπειτα άρχισε
να κλαίη με μεγάλα παράπονα, τόσον που ο κλέπτης την ευσπλαχνίσθη.
Ο σκλάβος εκατάλαβε πως ο αφέντης του της έδειχνε σπλάχνος· όθεν
με όλον που εκείνος τον εμπόδιζε να μην την φονεύση αυτός ηθέλησε
να την κτυπήση. Η βία που αυτός έδειχνε να την φονεύση εθύμωσε τον
Αράπην, ο οποίος τον επρόσταξεν ότι να αναμερίση από εκεί.
Πήγαινε, Καλίδ, αυτός του είπε· πάρα πολύ δείχνεις τον ζήλον σου·
δε θέλω να θανατωθή ετούτη η γυναίκα· εγώ πιστεύω πως θα είνε αθώα
εναντίον εις τες απόδειξες που την καταδικάζουν.
Η γυναίκα του Αράπη με όλον που και αυτή ησθάνετο ένα ζωντανόν
πόνον διά την σφαγήν του υιού της δεν ημπορούσε να βεβαιωθή, ότι η
Ρεσπίνα ήτον αρκετή να κάμη ένα τέτοιο πράγμα, που της το έρριχναν
επάνω της, όθεν λέγει του ανδρός της, ότι ήτον καλύτερον να την
διώξη παρά να την θανατώση, μην ηξεύροντας βέβαια πως αυτή ήτον
υπεύθυνη. Του Αράπη άρεσεν η γνώμη της και λέγει της Ρεσπίνας· ή
έχεις δίκαιον, ή έχεις άδικον, δεν ημπορώ πλέον να σε κρατήσω εις
το σπήτι μου· διατί έχοντάς σε εις τους οφθαλμούς μας, ενθυμίζεις
συχνώς τον πόνον του παιδιού μας· πήγαινε το λοιπόν απ' εδώ, όπου
ημπορέσης· και αντί να σε παιδεύσω, θέλω να σε βοηθήσω και με
άσπρα, με τα οποία να ημπορέσης να κυβερνηθής.
Η Ρεσπίνα επαίνεσε την γενναιότητα του Αράπη, και του είπε· ο
Ουρανός είναι πολλά δίκαιος, διά να σε κάμη μίαν ημέραν να
γνωρίσης τον αυτουργόν της κακίας. Τον ευχαρίστησεν έπειτα δι'
όσας ευεργεσία της έκαμε μα οπόταν αυτός ηθέλησε να της δώση μίαν
σακκούλαν με εκατόν φλωριά του είπε· κράτησε το αργύριόν σου, και
άφησέ με εις την πρόνοιαν του Θεού, και αυτή θέλει έχει εις εμέ
την φροντίδα. Όχι όχι, της απεκρίθη εκείνος· θέλω να τα δεχθής
ετούτα τα φλωριά, τα οποία θέλουν σου χρησιμεύσει εις τον δρόμον
σου. Αυτή τα έλαβε διά να τον υπακούση· και αφού τους επερικάλεσε
να μη φυλάττουν μίσος προς αυτήν, με το να ήτον ανεύθυνη,
εμίσευσεν από το σπήτι του με δάκρυα εις τα μάτια.