της το όνειρον που είδεν εστοχάζονταν τον γέροντα με θαυμασμόν,
και αγροικούσεν έσωθέν της, ότι η διήγησίς του άρχινούσε να την
υποχρεώνη και να την κάνη να στέκεται με περισσότερη προσοχή να
τον ακούη. Ημείς μετά καιρόν, ηκολούθησεν ο γέρων να λέγη,
εκαταλάβαμεν από μερικά σημάδια πως μας έδειχνε κάποιαν κλίσιν
αγάπης· αλλά δεν ετολμούσε να μας φανερώση από την εντροπήν της·
όθεν απεφασίσαμεν με τον αδελφόν μου να πασχίσωμεν με κάθε τρόπον
να την κάμωμεν να μας δείξη την καρδίαν της· και αν ήθελεν είνε
καθώς ημείς εστοχαζόμασθε να κάμωμεν την κυβέρνησιν διά να την
εβγάλωμεν από τέτοιες φαντασίες, επειδή και η τιμή μας δεν μας
εκαλούσε διά να την υπακούσωμεν. Και μίαν ημέραν που ευρισκόμασθε
μαζί με αυτήν, και που ο αγαπητικός της ο Μπρακμάνος υπήγεν εις
ένα συμβούλιον των Εξωτικών συνηθροισμένων, άρχισε να την
κολακεύση ο αδελφός μου με εύμορφους τρόπους, και να την δοκιμάζη
ανίσως και ήτον καθώς αυτός την ενόμιζεν.
Η Φαραζάνα (έτσι ωνομάζετο αυτή), που δεν εκαρτερούσε άλλο, παρά
ένα τέτοιον καιρόν αρμόδιον, μας εφανέρωσε καθαρώς την αγάπην που
εις ημάς έτρεφεν. Εις αυτήν την φανέρωσιν ημείς εμείναμεν
εκστατικοί, επειδή και δεν ήτον τιμή μας να αδικήσωμεν τον βασιλέα
μας δια την πίστιν που εις ημάς είχεν. Όθεν αρχινίσαμεν να την
νουθετούμεν, και να την παρακινούμεν διά να βγάλη από το κεφάλι
της τέτοιες παράνομες και κινδυνώδεις φαντασίες, διατί ήθελεν
είσθαι αδύνατον να την υπακούσωμεν εις τέτοια, διά το σέβας που
είχαμεν προς τον βασιλέα μας. Αυτή βλέποντας που εφανήκαμεν
ενάντιοι εις την επιθυμίαν της άρχισε να κλαίη και να αναστενάζη,
ονειδίζοντας την σκληροκαρδίαν μας και πως είμεθα η αιτία που θέλη
να χαθή, και να αποθάνη από το πάθος της, αν δεν ηθέλαμεν την
υπακούσει, και να κλίνωμεν εις την θέλησίν της. Ημείς όντες
στερεοί εις την γνώμην μας μετά πολλές νουθεσίες που της εκάμαμεν,
την αφήσαμεν, και εμισεύσαμεν προς την κατοικίαν μας.
Αυτή αφού και είδε πως μετά όσα μας εφανέρωσε και με τα λόγια και
με τα δάκρυα που έχυσε, δεν ημπόρεσε να μας καταπείση να
συγκλίνωμεν εις την αγάπην της, εμεταχειρίσθη άλλους τρόπους διά
να μας απατήση και τόσον έκαμε με την πονηρίαν της, και με την
επιτηδειότητα που ο έρωτας πάντα εις τέτοιες περιστάσεις
δασκαλεύει, ώστε μας υποχρέωσε και τους δύο διά να κλίνωμεν εις τα
θελήματά της και εις την αγάπην της.
Αφού ενίκησε με τέτοιον τρόπον την σταθερότητά μας ήτον όλη
χαρούμενη, και ημείς είμεθα ωσάν εκστατικοί εις το να την βλέπωμεν
τόσον και τόσον νόστιμην, που η τελεία της ωραιότης δεν ημπόρεσε
να προξενήση εις την καρδίαν μας καμμιάς λογής ζηλοτυπίαν ανάμεσόν
μας δι' αυτήν, αλλ' αμφότεροι ευχαριστημένοι επερνούσαμεν την ζωήν
ευτυχισμένην. Η αδικία που εκάναμεν του Μπρακμάνου, με όλον που
δεν ήτον εις την ακμήν, μας επροξενούσε πολλές φορές κάποιον
φόβον. Μα εκείνη η κυρά μας, όντας πολλά επιτήδεια εις την τέχνην
της, εύρισκε τον τρόπον διά να μας εβγάζη, και να μας ελευθερώνη
από αυτόν τον φόβον· και από ολίγον κατ' ολίγον μας έκαμε που να
μη βλέπωμεν το σφάλμα μας πλέον, αλλά να το ακολουθούμεν με
θάρρος· μα αυτό το πολύ θάρρος μας επροξένησε την δυστυχίαν που
κατά το παρόν εσύ θαυμάζεις.
Ένας φοβερός σκλάβος αράπης, ονομαζόμενος Τουργούτ, εδούλευε τον
Μπρακμάνον. Και η επιχείρησίς του ήτο να κτενίζη και να καλλωπίζη
τα μαλλιά μιας φοράδας εύμορφης, που την εκαβαλλίκευεν η Φαραζάνα
οπόταν ήθελε να υπάγη εις καμμίαν περιδιάβασιν. Αυτός ο άσχημος
αράπης ετόλμησε να υψώση τους κακούς του λογισμούς έως εις την
κυρίαν του, και να της φανερώση την αγάπην του· και μην
αμφιβάλλοντας εις την αποκοτίαν του, ηύρε με ευκολίαν τον καιρόν
αρμόδιον εις μίαν περιδιάβασιν που αυτή η κυρά ευρίσκονταν χωρίς
ημάς εις ένα περιβόλι, εις το οποίον ευρισκόμενοι αυτοί οι δύο
άρχισεν εκείνος ο ασχημότατος Αράπης να διηγήται διάφορες ιστορίες
νόστιμες της κυράς του, και να την κάνη να γελά· επειδή και είχε
πολύ πνεύμα και επιτηδειότητα εις το να κάνη να ξεφαντώνη τον
καθέναν, όθεν η κυρά του εδοκίμαζε πολλήν ηδονήν να τον ακούη.
Ύστερον από αυτές της ιστορίες άρχισε να την διηγήται διά μερικές
κορασίδες, που με αυτές εξεφάντωσε πληρώνοντάς την επιθυμίαν του.
Πώς ημπορεί να είνε αυτό, Τουργούτ, του είπεν η κυρά του γελώντας,
ένας άνθρωπος καθώς είσαι εσύ έτσι άσχημος να κατορθώση τόσα
πράγματα; Διατί; απεκρίθη ο Αράπης· δεν είμαι τάχα και εγώ
καμωμένος ωσάν και οι άλλοι άνθρωποι; Ω κατά αλήθειαν, ακολούθησεν
αυτός να λέγη, τούτο το προκείμενον είναι μακράν από τον στοχασμόν
μου, εγώ στοχάζομαι με όλον τούτο και ελπίζω, ότι θα βάλλω και
εσένα εις τον αριθμόν των αποκτημάτων μου.
Η Φαραζάνα ακουόντας αυτά τα λόγια του Αράπη εγέλασεν υπέρ το
μέτρον. Αυτή εστοχάζονταν πως εκείνος θα της ωμιλούσε με αυτόν τον
τρόπον, διά να την κάνη να στέκη χαρούμενη· εσύ έβαλες τέτοιους
στοχασμούς επάνω εις εμένα, του είπεν· είμαι ευχαριστημένη που το
έμαθα· Θέλω κυττάξει να φυλαχθώ εναντίον εις έναν άνθρωπον τόσον
κακοποιόν καθώς είσαι εσύ. Ο Τουργούτ βλέποντας που δεν της
εκακοφάνηκαν τα λόγιά του, άρχισε με θάρρος να ακολουθή την
αυθάδειάν του, και να την αυγατίζη τόσον που ετόλμησε να της
προβάλλη να κάμουν την επιθυμίαν τους εις εκείνο το περιβόλι και
να μη χάσουν τέτοιον καιρόν αρμόδιον.
Η Φαραζάνα βλέποντας πως αυτά δεν ήσαν μέτωρα αλλά λόγια αληθινά
του Αράπη, έδειξε το σοβαρόν της· και με θυμόν άρχισε να τον
υβρίζη καθώς του ετύχαινε, λέγοντάς του πως αυτό δεν θέλει το
κρατήσει κρυφόν, αλλά θέλει το φανερώσει του Μπρακμάνου, διά να
τον παιδεύση κατά πως του πρέπει με την τόλμην που έλαβε να της
μιλήση με τέτοιον τρόπον· καθώς και το έκαμε και τον επαίδευσεν ο
Μπρακμάνος σκληρότατα. Ο Τουργούτ διά την παίδευσιν που έλαβεν
ηθέλησε να εκδικηθή με τον ακόλουθoν τρόπον που του έτυχεν. Αυτός
ο πονηρός και πανούργος γνωρίζοντας τον Μπρακμάνον που όντας
γηραλέος δεν ήτον ο επιτήδειος να ευχαριστά τελείως την αγαπητικήν
του, και να την κάνη να του είνε πιστή, με το να ήτον τόσον ωραία
και έξυπνη, ηθέλησε και απεφάσισε, που να μην κυττάξη κόπον και
κίνδυνον διά να τη ξεσκεπάση με κανέναν κρυφόν αγαπητικόν, που
αυτός υπώπτευε. Στοχαζόμενος δε πως δεν ήτον αδύνατον να μας
ξεσκεπάση την συναναστροφήν που με αυτήν είχαμεν, αποφάσισε να μας
κάμη να χαθούμε και οι τρεις προδίδοντάς μας εις τον Μπρακμάνον.
Και αποφασίζοντας έτσι, επήρε και μας εγκάλεσε, και του είπε πολύ
περισσότερον από εκείνο που εκατάλαβε, διά να του ανάψη
περισσότερον τον θυμόν να μας αφανίση.
Ο Μπρακμάνος έμεινεν εκστατικός εις αυτήν την διήγησιν και ηθέλησε
μόνος του να ιδή, και να πιστωθή εις αυτό το κάμωμα. Ηύρε την
πρόφασιν διά να κάμη ένα ταξείδι διά κάμποσες ημέρες. Και
διαρκούσα αυτή η ψευδής διορία του ταξειδίου του, επέτυχε τον
καιρόν διά να μας ξεσκεπάση εις ένα λουτρόν απόκρυφον, που και οι
τρεις ελουόμασθε. Εφανερώθη αιφνιδίως εις τους οφθαλμούς μας πολλά
φοβερός, ωσάν ένας κριτής που φέρνει τρόμον εις έναν κατάδικον· η
γύμνωσίς μας δεν μας εκαλούσε να προσπέσωμεν εις τους πόδας του
διά να του ζητήσωμεν έλεος· εβουτήσαμεν εις το νερό διά να
σκεπάσωμεν την γύμνωσίν μας. Καλότυχοι ημείς, αν εκείνα τα νερά
ήθελαν σκεπάση το σφάλμα μας, καθώς εσκέπαζαν την γύμνωσίν μας. Η
Φαραζάνα πλέον ανδρεία από ημάς ήθελε να προφασίση το σφάλμα της,
και με λόγια προφασιστικά έπασχε να τον καταπραΰνη, μα
περισσότερον άναψαν τον θυμόν του Μπρακμάνου· έρριξεν εις ημάς
τρεις ματιές, που μας έδωσε να καταλάβωμεν την αρχήν της
εκδικήσεώς του.
Παράνομοι, είπεν εμένα και του αδελφού μου, παίδευσις πολλά ελαφρή
διά την παρανομίαν σας ήθελεν είσται ο πλέον σκληρότερος θάνατος·
μα επειδή και είσθε εξωτικοί, και ανυπότακτοι εις τον θάνατον,
θέλω σας φέρω εις μίαν κατάστασιν, που θέλει είναι εκατόν φορές
σκληρότερη από τον θάνατον. Και εσύ κακότροπη, εγύρισε προς την
Φαραζάναν, επειδή η τιμή του κοιτώνος μου, και η καλωσύνη μου δεν
ημπόρεσαν να σε υποχρεώσουν να μου είσαι πιστή, θέλεις παιδευθή
διά την αχαριστίαν σου. Εις τον ίδιον καιρόν, χωρίς να θελήση να
ακούση τα δικαιολογήματά μας, και τα παράπονά μας άρχισε να κάμη
τους εξορκισμούς του. Ω πόσον εστάθηκαν αυτοί φοβεροί· ο αέρας εις
μίαν στιγμήν εμαύρισε, και ένα βαθύ σκότος επερικύκλωσε το λουτρόν
που είμεθα· ηκούαμεν βροντές και αστραπές φοβερώτατες, που κάθε
στιγμήν γίνονταν· εφυσούσαν οι άνεμοι με μεγάλην οργήν, και
αγροικούσαμεν την γην υποκάτω από τους πόδας μα πολλά να τρέμη.
Εις το διάστημα δύο ωρών εστεκόμεθα εις ετούτο το φοβερόν σκότος,
αναμένοντες την τιμωρίαν, που μας ήτον φυλαγμένη. Ύστερα από αυτό
ο αέρας έγινε καθαρός, καθώς και πρώτα, και η ημέρα εξανάλαβε το
φως της· μα ποίος εστάθη ο θαυμασμός μας οπόταν είδαμεν, που αντί
να είμεθα εις το λουτρόν, ευρεθήκαμεν εγώ και ο αδελφός μου εις
έναν άγριον λόγγον, μεταμορφωμένοι ως δύο γέροντες, άσχημοι, και
κακοκαμωμένοι, καθώς με βλέπεις ω ωραία μου Κατηγέ. Αχάριστοι,
εκεί μας είπεν ο Μπρακμάνος, φέρετε μίαν φοράν την παιδείαν της
ανομίας σας· εκείνη η δύναμις, και η γνωριμία, που η εξουσία των
εξωτικών σας έδινε επάνω εις όλα τα πράγματα της φύσεως, να μη σας
αχρήζουν πλέον διά το ουδέν· και διά να ειπώ, καλύτερον, να
μείνετε γυμνοί από αυτήν την αξίαν, διατί εις το εξής θέλετε
είσται εις το κοινόν ριζικόν των ανθρώπων, καθώς φαίνεσθε που να
εγινήκατε, και έτσι θέλετε μείνει διά πάντα εις παιδείαν σας, έξω
μόνον από το να είστε υποκείμενοι εις την εξουσίαν του θανάτου.
Ύστερον από αυτήν την σκληράν απόφασιν, που ο Μπρακμάνος εκήρυξεν,
ηθέλησε να μας εξετάξη τες περιστάσεις του φταιξίματός μας. Ημείς
πιστά του τες εδιηγηθήκαμε· του είπαμε την έκπληξιν που μας
επροξένησεν η αγάπη, που προς ημάς εφανέρωσεν η Φαραζάνα, τας
αντιστάσεις που εκάμαμεν, διά να την εβγάλωμεν από αυτές τες
φαντασίες, και τον δόλον που αυτή επερίπλεξε, και μας έφερεν εις
την θέλησίν της χωρίς να το καταλάβωμεν. Αυτά τα δικαιολογήματά
μας εδιαπέρασαν την καρδίαν του, και εκατάλαβεν αυτός ότι αυτό
εστάθη περισσότερον αδυναμία μας, παρά κακή μας γνώμη. Και διατί
έχει προς εσάς μίαν μεγάλην αγάπην η καρδία μου, μας είπεν αυτός
τότε, μου κακοφαίνεται που ο εξορκισμός που έκαμα, έγινε πολλά
δυνατός· και είνε αδύνατον πλέον διά το παρόν να σας κάμω να
ξαναλάβετε την πρώτην σας μορφήν και αξίαν και άλλο δεν ημπορώ να
κάμω παρά να σας γλυκάνω καμπόσον την τιμωρίαν σας· εσείς θέλετε
ξαναλάβει την φυσικήν σας μορφήν και όλα σας τα προτερήματα, που
έχετε, οπόταν καθένας από εσάς ήθελεν εύρη από μίαν κόρην ωραίαν,
ολιγώτερον από είκοσι χρονών, διά να την καταπείση να σας αγαπήση.
Αχ αυθέντη, εφώναξεν εις αυτά τα λόγια ο αδελφός μου, εις τι
απελπισίαν μας φέρνεις! και ποία κόρη ωραία ποτέ ήθελε κλίνει να
αγαπήση τόσον ασχήμους, και τερατώδεις γέροντας, ωσάν ημάς; Δεν
είναι αδύνατον, απεκρίθη ο Μπρακμάνος· ζήσετε εις αυτήν την
ελπίδα, και ας είστε βέβαιοι, πως θέλει έλθη καιρός να ξανάλθετε
διά μέσον αυτής της αιτίας εις την πρώτην σας κατάστασιν.
Πηγαίνετε το λοιπόν διά να δοκιμάσετε το ριζικόν σας· πρέπει να
χωρισθήτε, και να πληρώσετε ξεχωριστά καθένας το χρέος του κανόνος
σας. Μας έδειξεν ύστερα τους τόπους που καθένας έπρεπε να υπάμεν
να κατοικήσωμεν και ήτον ξέμακρα ο ένας από τον άλλον τριακόσια
μίλια· έπειτα μας έδωσε του καθενός από μίαν σακκούλαν με 50 χιλ.
φλωρία, διά έξοδά μας, και διά να περάσωμεν, τον καιρόν μας
τιμημένα έως που να λάβη τέλος η δυστυχία μας. Και έπειτα από όλα
αυτά μας αγκάλιασεν ευχόμενός μας ένα ογλήγορον τέλος της συμφοράς
μας.
Η δε Φαραζάνα επαιδεύθη και αυτή με πολλήν σκληρότητα· επειδή και
ο Μπρακμάνος επρόσταξε και την έκλεισαν εις ένα πύργον σκοτεινόν
διά πάντα, ομοίως και τον Τουργούτ αράπην, με το να εξεσκέπασε πως
η προδοσία του εστάθη με το να μην εδέχθη η κυρά του να του
ευχαριστήση την κακήν θέλησιν, και διά τούτο έλαβε και αυτός την
ανταμοιβήν των έργων του. Οπόταν δε μας άφησεν ο Μπρακμάνος
ετοιμασθήκαμεν διά να πηγαίνωμεν εις τους τόπους, που μας
διώρισεν. Εχωρισθήκαμεν με πολλά δάκρυα αποφασίζοντες που να μη
ξαναϊδούμεν ο ένας τον άλλον, παρά οπόταν ξαναλάβωμεν την πρώτην
μας μορφήν, η οποία μας εφαίνονταν πως θέλει φτουρήσει πολλούς
αιώνας.
Ευθύς που έφθασα εις την πόλιν, εις την οποίαν έπρεπε να
κατοικήσω, άρχισα διά να πραγματεύσω τες πενήντα χιλιάδες φλωριά
μου στοχαζόμενος διά να εβγάζω τα έξοδα μου, διά να μην ήθελα τα
τελεύσει εξοδεύοντας, πριν να φθάση ο επιθυμητός καιρός της
μεταβολής μου. Και με αυτόν τον τρόπον πραγματευόμενος εις πέντε
έξ χρόνους έκαμα μεγάλα κέρδη, και έφθασα που να ξοδεύω με
γενναιότητα χωρίς να εγγίζω το κεφάλαιον των χρημάτων μου διά να
ημπορέσω να πληρώσω τον κανόνα μου. Έπρεπε το λοιπόν να εύρω μίαν
νέαν κόρην, που να κλίνη διά να με αγαπήση.
Εις τον τόπον που ήμουν έβλεπα με ελευθερίαν όλες τες κυράδες και
τα κορίτσια, ωμιλούσα με αυτές, και συχνά ευρισκόμουν εις τες
συναναστροφές τους, και έκανα ότι ημπορούσα διά να με βλέπουν με
καλό μάτι· όλες έλαβαν καλήν υπόληψιν εις εμένα, και με ετιμούσαν
και με ευλαβούνταν μα διά να με αγαπήση καμμιά δεν ευρίσκονταν. Ως
τόσον με όλον που επιμελήθηκα, και ετεχνεύθηκα διά να τραβήξω
καμμίαν εις αγάπην δεν εστάθη τρόπος που να επιτύχω ποτέ. Δεν
εστάθηκα μόνον εις αυτήν την Χώραν με όλον που θα ήταν εκεί
κορίτσια, αλλά ηθέλησα να ταξειδεύσω και εις άλλες πολιτείες, διά
να ημπορέσω μήπως και επιτύχω το ποθούμενον· μα δεν απέκτησα άλλον
καρπόν, από του να ακούσω πως να αρέσω ήτον αδύνατον.
Ετούτος ο λογισμός με έρριχνεν εις απελπισίαν· επέρασαν πλέον παρά
διακόσιοι χρόνοι εις τούτην την ανωφελή ζήτησιν, και όλοι
εθαυμάζονταν εις εμέ, δεν ημπορούσαν να καταλάβουν πώς εγώ ήμουν
ακόμη ζωντανός· είδα να ξαναγεννηθή τέσσαρες φορές η νεότης· εις
τον τόπον που ήμουν· έθαψα όλους εκείνους που με είδαν εις την
αρχήν, ομού και τα παιδιά τους και τα εγγόνια τους. Κάθε ένας
έλεγε· τι άνθρωπος τάχα να είμαι, που δεν έβλεπαν εις εμέ καμμίαν
μεταβολήν, οι γεροντότεροι με έδειχναν με το δάκτυλον των παιδιών
τους λέγοντας· βλέπετε εκείνον τον καλόν άνθρωπον; μη στοχασθήτε
πως τον είδαμεν ποτέ νέον, μα πάντα έτσι γέροντα και στεγνόν, και
έχομεν παράδοσιν από τους προπαππούδες μας, πως πάντα έτσι τον
είδον και αυτοί· όλος ο κοινός λαός με έκραζαν γέροντα αθάνατον
και οι γραμματισμένοι Νέστορα Ινδιάνον και άλλοι με άλλα επίθετα.
Εγώ λοιπόν δεν ήξευρα τι να αποφασίσω, αφού ανωφελώς επάσχισα διά
να σύρω κανένα κορίτσι εις την αγάπην μου, ήγουν να με αγαπήση·
και όντας εις τέτοιαν αδημονίαν, επήγαινα διά κάποιαν υπηρεσίαν
εις το Μουσουλπατάν· εις την στράταν του οποίου σε εσυναπάντησα
μαζή με την αδελφήν σου· οι ομιλίες που εκεί σου έκαμα, ω ωραία
μου Κατηγέ, αρκετώς σε έκαμαν να γνωρίσης πως εξ όλης καρδίας μου
σε αγάπησα· μα αλλοί εις εμέ! δεν είδα και του λόγου σου να κάμης
το όμοιον εις εμένα, επειδή εκατάλαβα πως η θεωρία μου θα σου
εφάνη πολλά μισητή και παράξενη.
Ο Δαλήκ εδώ ετελείωσε την ιστορίαν του, την οποίαν δεν ημπόρεσε να
την τελειώση χωρίς να χύση δάκρυα, όχι τόσον διά την ενθύμησιν των
απερασμένων του δυστυχιών, όσον διά τον πόνον που είχε διά το
μίσος που η νέα αγαπητική του έδειχνε προς αυτόν, μην ημπορώντας
να λάβη εις αυτόν καμμιάς λογής αγάπην. Η Κατηγέ εκατανύχθη πολλά
εις τες θλίψες και βάσανά του και εστοχάσθη να τον παρηγορήση με
κάποιον τρόπον. Γενναίε, του είπεν· εγώ αισθάνομαι με πόνον τες
δυστυχίες σου, οι οποίες είνε τόσον παράξενες, που αν δεν μου τες
ήθελες διηγηθή εσύ ο ίδιος, δεν ήθελα τες πιστεύσει. Μου
κακοφαίνεται όμως που λέγεις εσύ πως εις εμένα στέκει να σου τες
ελαφρώσω, και να σου τες τελειώσω με το να σε αγαπήσω. Μα παρακαλώ
σε, στοχάσου, αν ημπορώ εγώ να προστάξω, ή να βιάσω την καρδίαν
μου να κλίνη προς του λόγου σου διά να σε αγαπήση. Αχ ωραία
Κατηγέ, την αντέκοψεν ο γέρων· είνε ετούτη όλη η χαρά που δίνεις;
αυτή πληγώνει περισσότερον την δυστυχίαν μου, παρά να την
ελαφρύνη. Τι ημπορώ να κάμω, απεκρίθη η Κατηγέ, που δεν ημπορώ να
υπερβώ το μίσος της καρδίας μου, που εσυνέλαβα δι' αυτήν την
μορφήν που έχεις; Ημπορείς του λόγου σου να παραπονεθής εις εμέ,
εξαναείπεν ο Δαλήν, αναστενάζοντας μεγάλως· αυτή η μορφή μου έγινε
φυσική, διατί δεν ελπίζω σαν είνε έτσι να λάβω ποτέ την πρώτην
μου. Η Κατηγέ εσυνθλίβονταν εις την δυστυχίαν του γέροντος, μην
ημπορώντας να κάμη άλλο περισσότερον εις ελάφρωσίν του.
Εις αυτό το διάστημα το καράβι εταξίδευε με τα πανιά φουσκωμένα,
και εις δέκα πέντε ημέρες έκαμαν περισσότερον από δύο χιλιάδες
μίλια. Ο αέρας τέλος πάντων αλλάσσοντας τους ήλθε μία φουρτούνα
τόσον φοβερά και κινδυνώδης, που έχασαν την στράταν τους, και δεν
ήξευραν πλέον που να βάλουν το τιμόνι και τα πανιά, εκινδύνευαν να
χαθούν, αν ο καιρός ύστερα από μερικές ημέρες δεν ήθελε τους ρίξει
εις ένα νησί αγνώριστον, εις το οποίον αράζοντας, είδαν ευθύς
πολλές φελούκες που τους επερικύκλωσαν από όλα τα μέρη από τες
οποίες εβγαίνοντας πλήθος ανθρώπων ανέβαιναν με μεγάλην βίαν εις
το καράβι τους. Αυτοί είχαν κορμί ωσάν ημάς· μα το πρόσωπόν τους
και τα μάγουλά τους, τα καμώματά τους και το φέρσιμόν τους
εφαίνονταν πολλά παράξενα· τα φορέματά τους δεν ήτον ολιγώτερον
παράξενα· εφορούσαν αυτοί μακρυάν φορεσιάν από πανί άσπρον εις την
οποίαν εφαίνονταν ζωγραφισμένοι εις διάφορα χρώματα δαίμονες και
δράκοντες, και άλλα φοβερά θηρία εις διάφορες μορφές· και εις το
κεφάλι τους εφορούσαν κάποιες σκούφιες μυτερές καμωμένες από
χαρτί, και ζωγραφισμένες με διάφορα χρώματα.
Το πρώτον πράγμα που αυτοί έκαμαν, οπόταν εμβήκαν εις το καράβι
εστάθη που να αραδειάσουν όλους τους ταξειδιαρέους, που
ευρίσκονταν εις το καράβι και να τους ψηλαφήσουν με μεγάλην
επιμέλειαν, τους εγύριζαν και τους εξαναγύριζαν καθώς ήθελαν· και
έκαναν καθώς εκείνοι που ψηλαφούν τους σκλάβους που θέλουν να τους
αγοράσουν· έστεκαν ξεχωριστά να εξετάζουν τα δόντια τους και τα
μαλλιά, και είχαν μεγάλην επιμέλειαν εις το να μετρούν τες
ζαρωματιές του προσώπου. Οι πτωχοί ταξειδιαρέοι έστεκαν με φόβον
μη ηξεύροντας που έχει να τελειώση μία εξέτασις τόσον ξεχωριστή·
το τέλος εστάθη διαφορετικόν από εκείνο που εστοχάζονταν. Οι
εξεταχτάδες έβαλαν ξεχωριστά εκείνους, που ήτον γεροντοποιοί, και
εφαίνονταν πως θα τους έδειχναν κάποιαν επιμέλειαν και ευγένειαν.
Με οπόταν αυτοί είδον τον Δαλήκ, την Κατηγέ, και την γερόντισσαν
σκλάβαν, που είχαν μαζή τους έμειναν εκστατικοί εις την χαράν
τους· και μάλιστα ο αρχιστράτηγος του βασιλέως εκείνου του νησιού,
ο οποίος ρίχνοντας τους οφθαλμούς του επάνω εις την γριάν σκλάβαν,
και στοχάζοντάς την που ήτον αρκετή και άξια της τιμής του θαλάμου
του επήγε και έπεσεν εις τα ποδάρια της, και της εφανέρωσε το
πάθος, και την κλίσιν που εις αυτήν εγροικούσε· και αποφάσισε διά
να την βάλη εις το σαλόνι του, και να την έχη ως αγαπητικήν του,
διά το οποίον αυτή έκλινε μετά πάσης χαράς.
Ο φρόνιμος γέροντας θαυμάζοντας μίαν τέτοιαν παράξενην κλίσιν,
ανάμεσόν του έλεγε· κάνει χρεία, δα εις ετούτον τον τόπον δεν
είναι γυναίκες, οπόταν μία γραία είναι αρκετή, που να ελκύση προς
αγάπην τον αρχιστράτηγον, και να την εκλέξη εις αγαπητικήν του.
Τέτοιος στοχασμός πολλά τον εφόβιζε επάνω εις την Κατηγέ, της
οποίας η ευμορφιά ελόγιαζεν ότι θα ήθελε κάμει φοβερώτατα
αποτελέσματα· αλλά ο φόβος του ηφανίσθη ογλήγορα καθώς εγνώρισε
και είδε μετά την πράξιν. Η νέα του αγαπητική δεν είχε πράγμα που
να παρακινήση την όρεξιν και την κλίσιν εκείνου του γένους. Ο
αρχιστράτηγος κατά τύχην έρριξε τους οφθαλμούς του επάνω εις αυτήν
την νέαν, την οποίαν βλέποντάς την τόσον πλουσίως ενδεδυμένην
εξέστη· και άρχισε να της λέγη· πως εσύ όντας τόσον άσχημον πλάσμα
είσαι έτσι πλουσίως ενδεδυμένη; επάρετέ την, επρόσταξε τους
δούλους του, και φέρετέ την εις το παλάτι μου, και βάλετέ την εις
τας αισχρότερες δούλευσες διά να κάνη εκεί τες πλέον αχρείες
υπηρεσίες.
Εις τούτο το σκληρόν πρόσταγμα η κόρη ετρόμαξεν όλη· ο πόνος της
υπερέβαινε κάθε λογής φόβον, βλέποντας πως την εκαταφρόνεσαν με
αυτόν τον τρόπον· εθεωρούσε τον Δαλήκ, με τα μάτια λιγωμένα, ωσάν
να του εζητούσε βοήθειαν εις εκείνην την φοβεράν της κατάστασιν·
και έχυνε πολλά δάκρυα διά να παρακινήση εις έλεος εκείνους τους
βαρβάρους να την αφήσουν μα αυτοί ως άσπλαγχνοι την έσερναν με
σκληρότητα την πτωχήν Κατηγέ, χωρίς να λυπηθούν τα δάκρυά της, και
τα παράπονά της. Εις τέτοιον θέαμα ο Εξωτικός δεν ημπορούσε να
υπομείνη τους πόνους του, εγέμισε τον αέρα, παράπονα, φωνές και
αναστεναγμούς. Και εις το αναμεταξύ που αυτός εθρηνούσε την
υστέρησιν της αγαπητικής του, εκείνοι οι βάρβαροι εθαύμαζαν, και
τον εθεωρούσαν με πολλήν επιμέλειαν, τες νοστιμάδες που αυτοί εις
αυτόν έβλεπαν, τες ζαρωματιές εις το πρόσωπόν του, την κλουβήν
ράχιν του, τα ποδάρια του τα στραβά και πρισμένα, το μελαψόν
πρόσωπον και γεμάτον από πρίσματα και κοντολογής όλον εκείνο, που
εδούλευσεν εις συχασίαν και δυσαρέσκειαν της Κατηγές έγινεν εις
αυτούς το αίτιον της εκπλήξεώς τους· εκείνος ο θαυμασμός τους
εκράτησεν αρκετήν ώραν εις μεγάλην σιωπήν· η άκρα τους έκστασις
δεν τους αφήκεν ευθύς να φανερώσουν την χαράν τους, μα αιφνιδίως
έλυσαν την σιωπήν και άρχισεν να φωνάζουν με αλαλαγμούς και χαρές,
και να τον επαινούν και να τον εγκωμιάζουν.
Ο αρχηγός ακούοντας τέτοιους αλαλαγμούς και επαίνους, έτρεξεν εις
το πλήθος να ιδή τι ήτον. Μα οπόταν είδε και αυτός την θεωρίαν του
Δαλήκ, έπεσεν ευθύς εις τα ποδάριά του ούτω λέγοντας· Ω ωραιότατε
άνθρωπε, ημείς είμασθε ανάξιοι συμπαθείας, που δεν σου
επροσφέραμεν εξ αρχής το πρεπούμενον σέβας, που σου έπρεπεν. Όσον
διά εμένα σου ομολογώ πως ήμουν όλος δοσμένος εις την λάμψιν και
ωραιότητα εκείνης της γραίας, που ήτον μαζί σου, την οποίαν έκαμα
να την φέρουν εις το παλάτι μου, και με όλον που εκείνη η ωραιότης
με έκαμε εκστατικόν δεν ημπορώ να μην ομολογήσω, ότι η δική σου να
μη υπερβαίνη κατά πολλά εκείνης την ευμορφίαν.
Ευχαριστήσου το λοιπόν να έλθης μαζί μου εις το παλάτι της
βασίλισσας, και δεν αμφιβάλλω πως εκείνη η βασίλισσα να μη μείνη
εκστατική εις το να ιδή την ωραιότητά σου, και να μη σου προσφέρη
τες τιμές που σου πρέπουν, επειδή και δεν είναι άνθρωπος εις το
παλάτι της, που να έχη την ωραιότητά σου, και τες νοστιμάδες σου.
Ήθελεν ο αρχιστράτηγος να ακολουθήση να επαινή την ευτυχίαν που
τον εκαρτερούσεν, οπόταν ο Δαλήκ θυμωμένος τον αντίκοψε, λέγοντας·
αντί να μου κάμης όλες ετούτες τες ανωφελείς υποσχέσεις και τους
επαίνους, ημπορείς να μου κάμης την χάριν να μου επιστρέψης
εκείνην την κόρην που επήρες. Ποίαν απεκρίθη ο αρχηγός. Εκείνην
την βδελυράν και άσχημον; Α εύμορφέ μου γέρων, μη στοχάζεσαι αυτά,
αλλά στοχάσου να αρέσης της βασίλισσάς μου έμπροσθεν εις την
οποίαν θέλομεν σε φέρει. Έτσι λέγοντας επρόσταξε τους ανθρώπους
του, και επήραν τον Δαλάκ και χωρίς το θέλημά του και τον έφεραν
εις το παλάτι της βασίλισσας. Ο εξωτικός Δαλήκ βλέποντας αυτό το
πράγμα και την δυναστείαν, εστοχάζετο ότι του έκαναν εις
περιγέλοιον και διά να περιπαίξουν το γήρας του και την ασχημάδα
του· και εις τον εαυτόν του έλεγε· ποίος ήθελε ποτέ το πιστεύση,
ότι ένας Εξωτικός θα έλθη εις τέτοιαν κατάστασιν και να γίνη το
περίγελο των απογόνων του Αδάμ; Α τούτο μου είνε πλέον σκληρότερον
βάσανον από τα όσα έως τώρα επέρασα.
Φθάνοντας λοιπόν έμπροσθεν εις την βασίλισσαν, τον οποίον
βλέποντάς τον δεν ημπόρεσε να τον θεωρήση χωρίς θαυμασμόν, και
χωρίς να γροικηθή τετρωμένη από τον έρωτα εις αυτόν. Ω
θαυμασιώτατε γέρων, εφώναξε αυτή, ποία θεότης σε εξαπέστειλεν εις
ετούτο το νησί μου και τι τόπος σε ανέθρεψε και σε έκαμε τόσον
ωραίον, δεν το εστοχαζόμεθα ποτέ να μας έλθη μία τέτοια ευτυχία,
και να μας παρουσιασθή εις τους οφθαλμούς ένας παρόμοιος γέρων,
που λάμπει ωσάν ήλιος οπόταν ανατέλλη. Και ούτω λέγοντας επρόσταξε
τους ηγεμόνας της διά να πέσουν κατά γης, και να τον προσκυνήσουν
με μεγάλον σέβας. Μετ' αυτήν την δεξίωσιν, η οποία δεν άρεσε
καθόλου του γέροντος, η βασίλισσα έκαμε να τον φέρη ο πρώτος
ευνούχος της εις τον ωραιότερον χοντζερέ του παλατιού της, ο
οποίος ήτον στολισμένος με πολύτιμα πράγματα. Ω, τόσον ο Δαλήκ
πλέον συγχισμένος, παρά ευχαριστημένος εις αυτές τες δεξίωσες,
ήτον όλος έξω από τον εαυτόν του, στοχαζόμενος τον χωρισμόν του
από την αγαπημένην του Κατηγέ. Και εις το αναμεταξύ που ούτος
εθλίβονταν εις την σκληρότητα του ριζικού του, η βασίλισσα ήλθε
προς αυτόν χωρίς συντροφιάν, και πλησιάζοντας είπε:
Συμπάθησόν με, ω αγηπημένε μου, που σε έκαμα να με καρτερήσης
καμπόσον. Και απεκρίθη ο γέρων με θυμόν, ηγάπων καλύτερα, να μην
ήθελες φανή ποτέ έμπροσθέν μου. Αχ αχάριστε, έτσι ανταποκρίνεσαι
του λέγει η βασίλισσα, εις μιαν που σε λατρεύει, και σε έχει διά
πάντα : αχ, μην είσαι τόσον σκληρός σε περικαλώ, αλλά ανταποκρίσου
εις την αγάπην μου, και μη με κάνεις να βασανίζωμαι περισσότερον.
Τα γλυκά λόγια, που του έλεγεν η βασίλισσα, άναψαν περισσότερον
τον θυμόν του Δαλήκ, και με οργήν της απεκρίθη. Μη φαντάζεσαι ότι
ποτέ θα συγκλίνω εις την παράξενην θέλησίν σου· κάμε να μου δώσουν
την αγαπημένην μου Κατηγέ, και άφησέ μας να πηγαίνωμεν εις το
ταξείδι μας· ημείς δεν είμεθα υποκείμενοί σου διά να μας βιάσης,
και να μας εμποδίσης από την στράταν μας.