Βεδρεδίν, και οι σύντροφοι του είπαν, πως δεν ήκουσαν ποτέ εις την
ζωήν τους πράγματα τόσον εξαίρετα. Μα Αμπουλβάρ εφέντη, του είπεν
ο Βεδρεδίν ύστερον από τόσα συμβάντα και εναντία είσαι όμως τέλος
πάντων αναπαυμένος, και ευχαριστημένος; χαίρεσαι εσύ μίαν τελείαν
ευτυχίαν; είναι πολύς καιρός που εγώ υπάγω γυρεύοντας έναν
άνθρωπον ευτυχισμένον και ευχαριστημένον και έχω μεγάλην χαράν,
που ηύρα εκείνο που εποθούσα εις του λόγου σου και δεν έχασα τες
ελπίδες μου που να μην τον εύρω· Οι σύντροφοί μου, ακολούθησε να
λέγη, θέλουν να πουν ότι δεν είναι άνθρωπος επάνω εις την γην, που
να μην του λείψη κάποιον πράγμα το οποίον θα ημπορέση να τον κάμη
καθολικά ευχαριστημένον· όσον διά λόγου μου τους απέδειξα το
εναντίον και ευχαριστώ τον ουρανόν, που τους έβγαλα από την πλάνην
τους, επειδή και ύστερον από όλα αυτά που μας εφανέρωσες δεν
ήθελαν αμφιβάλλουν, ότι εσύ δεν είσαι τελείως ευτυχέστατος.
Συμπάθησόν με, απεκρίθη ο περιηγητής, με δίκαιον μεγάλον ημπορούν
αυτοί να αμφιβάλλουν, και εσύ ο ίδιος γελιέσαι· οπόταν τελείως
ευτυχισμένον με στοχάζεσαι, μία περίληψις που άφησα εις την
διήγησίν μου, θέλει σε κάμει καλώτατα να το γνωρίσης· η Γαντζάδα
αγαπά πολλά εκείνον τον νέον με τον οποίον την ηύρα υπανδρευμένην
εις το γύρισμά μου, και κάνει κάθε τρόπον διά να ευρίσκεται με
αυτόν· αυτό το εκατάλαβα πλέον παρά μίαν φοράν· και τούτου η
γνωριμία μου επλήγωσε την καρδίαν, με το να την αγαπούσα κατά
πολλά και με όλον που δεν αφήκα κάθε τρόπον, που να την αντικόψω
από αυτήν την φιλίαν μου εστάθη ανωφελές ό,τι επάσχισα· και από
αυτό στοχασθήτε την θλίψιν που έχω, με το να μη με αγαπά πλέον
εκείνη, που μου επροξενούσε την ευτυχίαν μου. Ο βασιλεύς Βεδρεδίν
δεν εμεταπεκρίθη εις εκείνην την ομιλίαν η οποία τον έκαμε να
στοχασθή ότι ο βεζύρης του και ο μυστικός του δεν είχαν κατά
αλήθειαν άδικον εις το να αμφιβάλλουν, πως ήτον αδύνατον εις τον
κόσμον να είναι τινάς χωρίς θλίψιν.
Ύστερον από μερικές ημέρες το καραβάνι έφθασεν εις το Μπαγδάτι. Ο
Αμπολβάρης, με το να είχε διάφορες υπηρεσίες να κάμη εις αυτήν την
χώραν, ο Βεδρεδίν με τους ακολούθους του τον άφησαν και ήλθον εις
την Δαμασκόν εις τον θρόνον του και αφού εξανάδωσε τες αξίες, που
είχαν ο βεζύρης του, και ο Σεήφ Μολτούκ, τους είπε· τώρα ομολογώ
και καταλαμβάνω καλώτατα, ότι δεν είναι κανένας άνθρωπος, ο οποίος
να μην έχη τες θλίψες του· τα υποκείμενα τα πλέον ευτυχισμένα
είναι εκείνα των οποίων τα βάσανα είναι πλέον υποφερτά· ας
σταθούμεν απ' εδώ και εις το εξής ήσυχοι αν και οι τρεις μας δεν
είμεθα τελείως ευτυχισμένοι ας στοχασθούμεν πως είναι πολλοί πλέον
δυστυχέστεροι από ημάς. Ναι ω βασιλέα μου είπε ο Σιήφ Μολτούκ,
ευρίσκονται κατά αλήθειαν από ημάς πλέον δυστυχείς, και δεν
χρειαζόμεθα ημείς μίαν μεγάλην καρδίαν διά να υποφέρωμεν τες
δυστυχίες μας· όσον δι' εμένα θέλω παρηγορηθή που δεν απόλαυσα την
Αλγεμάλ· εσείς πρέπει, ακολούθησε χαμογελώντας να λέγη, αμοιβαίως
πρέπει να παρηγορηθήτε, που εχάσατε τες αγαπητικές σας αν αυτές
ζουν ακόμη, η θεωρία τους δεν θέλει ημπορέσει να έχη πλέον την
ισχύν, που είχε πρώτον και διά τούτο ας παρηγορηθούμεν, και ας
είμεθα ευχαριστημένοι εις εκείνο που ευρισκόμεθα, και ας
υποφέρωμεν με γενναιότητα κάθε βάσανον, που ημπορεί να μας έλθη,
στοχαζόμενοι πάντα πως κανείς δεν είναι χωρίς θλίψιν.
Με αυτόν τον τρόπον, εις μερικών ημερών διάστημα, η Χαλιμά
ετελείωσε την ιστορία του Βεδρεδίν Λώλου, και του βεζύρη του τού
μελαγχολικού. Ο δε βασιλεύς Αϊδήν της είπεν· Αχ φιλτάτη μου
Χαλιμά, αυτή η ιστορία με εύφρανε πολλά περισσότερον από όσες έως
τώρα μου εδιηγήθης· ο βεζύρης μεγάλον δίκαιον είχε να στέκεται
σταθερός εις την γνώμην του, και από λόγου μου, που δεν είμαι από
αυτές αμέτοχος, καθώς και ο Βεδρεδίν Λώλος, το είδεν εμπράκτως εις
τα όσα επαρατήρησεν όθεν σου ομολογούμαι υπόχρεως, αγαπημένη μου
Χαλιμά με αυτήν την ιστορίαν που μου εδιηγήθης, η οποία θέλει μου
είναι διά παντοτεινόν παράδειγμα και παρηγορία, και περιπλέον
όστις την ήθελεν ακούσει, ημπορεί να παρηγορηθή εις τας θλίψεις
του με το μέσον αυτής διατί ακούοντας πως δεν είναι μόνος που
δοκιμάζει θλίψεις, παρά είναι και άλλοι, που δοκιμάζουν πολύ
περισσότερες και δεινότερες, και που κανείς δεν είναι αμέτοχος από
αυτές ημπορεί να λάβη μεγάλην άνεσιν. Έχω λοιπόν μεγαλωτάτην την
ευχαρίστησιν, του απεκρίθη η Χαλιμά που και ετούτη η ιστορία, την
οποίαν εδιηγήθηκα, σου άρεσε, ελπίζοντας ακόμη πως θέλει σου
αρέσει και άλλη μία ιστορία δύο εξωτικών, την οποίαν μου την
εδιηγήθη η βάγια μου, όταν ήμουν μικρή, και αν είναι με το θέλημά
σου θέλω την διηγηθή. Ναι της απεκρίθη ο Αϊδήν, θέλω την ακούσει
και αυτήν με την συνηθισμένην μου ευχαρίστησιν, και αύριον ας
είσαι έτοιμη διά να μου την διηγηθής. Και ερχομένη η ακόλουθος
ημέρα, κατά την συνήθειαν η Χαλιμά άρχισε να διηγήται με τον
ακόλουθον τρόπον·
&Ιστορία των δύο αδελφών εξωτικών Αδήλ και Δαλήκ&
Εις τα πλησίον μέρη του Μουσουλπατάν, πόλιν του βασιλείου της
Γολκόνδας, εκατοικούσε μία χωριάτισσα με δύο θυγατέρας πολλά
ωραίας· η πρώτη που ονομάζετο Φατμέ ήτον δεκάξη χρονών, και η
μικρότερη που ωνομάζετο Κατηγέ ήτον μόνον δώδεκα. Αυτή η
οικογένεια εκατοικούσεν εις ένα σπητάκι ξέμακρα από κάθε χωρίον,
και εκυβερνούνταν με το εργόχειρόν τους, που ήτον να πλένουν
υποκάμισα και άλλα, που από το Μουσουλπατάν της έδιναν, τα οποία
αφού και τα έπλεναν, εσυνήθιζαν να τους βάνουν κάποια άνθη διά να
τους δίδουν ευωδίαν. Μίαν ημέραν η χωριάτισσα, εκεί που εμάζωνε
αυτά τα άνθη εκεντρώθη από μίαν οχιάν εις το χέρι, της οποίας το
φαρμάκι την έκανε να αποθάνη εκείνην την ίδιαν ημέραν· και προτού
να κλείση τα μάτια έκραξε τες θυγατέρες της, και τες είπε· βλέπω
τον Άγγελον του θανάτου που πλησιάζει και πρέπει να αποθάνω·
εκείνο που με κάνει να χαίρωμαι είναι, που δεν θέλει με ονειδίσει
κανείς διά την ανατροφήν σας· και ευχαριστώ τον Ουρανόν, που σας
αφίνω με καλά και τιμημένα ήθη· φυλάξετέ τα πάντα καθαρά καθώς σας
εδίδαξα· και με όλην την επιμέλειαν παρατηρήσετε τα παραγγέλματα
του προφήτου μας· ζήσετε τιμημένα με το πτωχόν σας εργόχειρον
καθώς και έως τώρα ακολουθήσαμεν, και ελπίζω ότι ο ουρανός θέλει
σας έχει την έγνοιαν· σας παραγγέλλω ακόμη να είστε πάντα ενωμένες
χωρίς ποτέ να χωρισθήτε, αν είνε το δυνατόν, επειδή και η ευτυχία
σας κρέμαται από την ένωσίν σας. Κατηγέ, ηκολούθησε γυρίζοντας
προς την μικρότερην· εσύ θυγατέρα μου με το να είσαι μικρή ακόμη,
πρέπει να υποτάσσεσαι εις την αδελφήν σου Φατμέ, επειδή και αυτή
δεν θέλει σε διατάξει κακά ήθη, και κακές πράξες και εσύ Φατμέ
θέλεις την κυττάζει ωσάν μεγαλύτερη που είσαι.
Και ύστερον από αυτές τες παραγγελίες και άλλες παρόμοιες, τες
αγκάλιασε και τες δύο και αποφιλώντας τες εξεψύχησε. Δεν ημπορώ να
περιγράψω τον θρήνον τους, και τα κλάμματα που έκαμαν αυτές οι
δύο πτωχές κόρες, βλέποντας την μητέρα τους να ξεψυχήση εις τες
αγκάλες των· και αφού την έκλαυσαν με θερμότατα δάκρυα, την επήραν
και την έθαψαν ολίγον μακράν από την καλύβαν τους, στολίζοντας τον
τάφον της με διάφορα άνθη· έπειτα γυρίζοντας εις την καλύβαν τους,
εσύμμασαν εκείνα τα ενδύματα που είχαν πλυμμένα, και βάνοντάς τα
εις κανίστρες, τα επήραν την ερχομένην ημέραν δια να τα πηγαίνουν
εις το Μουσουλπατάν, και να τα δώσουν εις εκείνους, που
απαρθένευαν· δεν έκαμαν εκατόν πατήματα από την καλύβαν των, και
συναπαντούν ένα μικρόν γέροντα, κουτσόν και χωλόν πλουσίως
ενδυμένον· ο οποίος βλέποντάς τες εστάθη και τες εστοχάζονταν με
πολλήν επιμέλειαν, ακουμπώντας επάνω εις το δεκανίκι του. Αυτός
εφαίνετο πως θα είχε περισσότερον από εκατόν χρόνους· με όλον
τούτο που ήτον τέτοιος, επερπατούσεν ωσάν ένα παλληκάρι· ο οποίος
βλέποντάς τες που ήτον κατά την όρεξίν του, τες είπεν χαρούμενος·
που πηγαίνετε εσείς ω εύμορφές μου θυγατέρες; πηγαίνομεν, του
απεκρίθη η τρανή, εις το Μουσουλπατάν. Ημπορώ χωρίς να σας
κακοφανή, ακολούθησεν ο γέρων να λέγη, να σας βοηθήσω εις καμμίαν
σας χρείαν;
Η Φατμέ αναστενάζοντας του απεκρίθη· ημείς, αφέντη, είμεθα δύο
πτωχά κορίτσια, χωριατοπούλες· εχθές εχάσαμεν την μητέρα μας που
την εδάγκασεν ένα φείδι, και απέθανε, και μας άφησεν ορφανές με
τούτο το εργόχειρον να πλένωμεν ενδύματα διά να ζήσωμεν. Αχ πόσον
μου κακοφαίνεται, είπεν ο γέρων διά την δυστυχίαν σας, διά το
οποίον ακριβές μου κόρες αγροικώ κεντρωμένην την καρδίαν μου από
την θλίψιν σας· όθεν επιθυμώ να σας γένω πατέρας σας, αν θελήσετε
να έχετε αρκετόν θάρρος προς εμένα· και διά την επιμέλειάν μου που
θέλω έχει διά εσάς, θέλετε ιδεί εμπράκτως την ευτυχίαν σας.
Εγώ σας ομολογώ, ακολούθησε να λέγη κυττάζσντας την Κατηγέ ότι
γροικώ μίαν μεγάλην αγάπην εις ετούτην την χαριτωμένην κόρην·
ευθύς που εγώ την είδα αγροίκησα εις τον εαυτόν μου μίαν κλίσιν,
που ποτέ μου δεν εγνώρισα· αν θέλετε και οι δύο ακολουθήσατέ με,
και σας τάσσω ότι θα σας βάλλω εις μίαν κατάστασιν πολλά
ευτυχισμένην· και θέλετε έχει αιτίαν που να εύχεσθε την τύχην σας,
η οποία σας έκαμε να με συναπαντήσετε εις τούτην την στράταν.
Αφού ετελείωσε αυτήν την ομιλίαν ο γέρων εκαρτερούσε με ανησυχίαν
την απόκρισιν που ήθελαν του δώσει. Είχεν αυτός κάθε δίκαιον να
είναι ανήσυχος· η ηλικία του και η θεωρία του δεν ήσαν αρμόδιες
προς όφελός του διά να παρακινήσουν εκείνες τες δύο κόρες να
αποφασίσουν μετά χαράς, και να δεχθούν το πρόβλημά του· Μα με όλον
τούτο η Φατμέ που είχεν αρκετήν γνώσιν διά να καταλάβη, που εις
την κατάστασιν, εις την οποίαν ευρίσκοντο, δεν ήτον εκείνο ένα
πράγμα διά να το καταφρονήση, άρχισε να στοχάζεται χωρίς να του
δώση απόκρισιν. Ο γέρων βλέποντας την σύγχυσιν, που είχαν διά να
αποφασίσουν, είπεν· αγαπημένες μου κόρες, αν εσείς στοχασθήτε τον
κίνδυνον, εις τον οποίον ευρίσκεσθε, με το να στέκεσθε μοναχές εις
μίαν καλύβαν, και την χρείαν που έχετε διά να κυβερνηθήτε, δεν
θέλετε αποστραφή τα όσα σας τάσσω· εσείς δεν πρέπει να φοβάσθε
καθόλου από εμένα· η ηλικία μου ημπορεί να σας δώση θάρρος, και να
σας βεβαιώση· εσείς θέλετε αφήσει διά πάντα μίαν κοπιαστικήν
τέχνην, που μετά βίας ημπορείτε να ζήσετε· εσείς από εμένα όχι
μόνον θέλετε έχει το χρειαζόμενον διά την ζωοτροφίαν σας, αλλά
ακόμη θέλετε έχει και κάθε ανάπαυσιν και ευτυχίαν, που να σας
ζηλεύση καθένας· μη χάνετε καιρόν, αλλά ακολουθήσετε την συμβουλήν
μου διά το καλόν σας.
Η Φατμέ, ακούοντάς τα λόγια του γέροντος και τες συμβουλές του
άρχισε να κλίνη και να παρακινήται· και έτσι άρχισε να του λέγη.
Αυθέντη, γροικώ καταλεπτώς την καλήν σου διάθεσιν εις τα όσα με
παρακινείς, και είμαι πρόθυμη διά να σε υπακούσω· διά δε την
αγάπην, που εφανέρωσες, πως έχεις εις την αδελφήν μου, θέλω το
εξετάξει αν το δέχεται, και αν είναι ευχαριστήμενη. Μίλησε Κατηγέ,
ακολούθησεν αυτή γυρίζοντας προς την αδελφήν της· αγροικιέσαι
πρόθυμη να ευχαριστήσης την κλίσιν ετούτου του αυθέντου, και να
τον πάρης άνδρα; τον οποίον στοχάζομαι διά τιμημένον, και δεν
πιστεύω πως θα ήθελε γελάση δύο πτωχές άκακες κόρες, οι οποίες
επάνω εις αυτόν βάνουν όλην την ελπίδα της τιμής τους. Οχ ώ αδελφή
μου απεκρίθη κοκκινίζοντας η Κατηγέ· αυτός είνε πολλά γέροντας,
και πολλά άσχημος. Εκακοφάνη της Φατμές αυτή η απόκρισις της
Κατηγές, της οποίας απεκρίθη λέγοντας, σε βλέπω που η ηλικία σου
δεν είνε αρκετή να διακρίνη το συμφέρον σου, και διά τούτο
αποκρίνεσαι με τόσην αυθάδειαν εις την τιμήν, που σου κάνει
ετούτος ο σεβάσμιος γέρων. Ναι κατά αλήθεια, απεκρίθη η Κατηγέ,
κλαίοντας, ετούτο είναι νόστιμον διά να φανώ εις αυτόν ευχάριστη,
εγώ δεν ηξεύρω, αν τούτο δ' εμέ ήθελεν είναι μία ευτυχία επειδή
και ηξεύρω καλώτατα πως δεν θέλει μου είναι ποτέ ευτυχία το να έχω
πάντα εμπρός εις τα μάτιά μου έναν άνθρωπον ωσάν αυτόν. Δεν πρέπει
να μιλής, έτσι, της είπεν η αδελφή της. Δεν ημπορώ να μιλήσω αλλέως,
απεκρίθη η Κατηγέ, και αν είναι μία ευτυχία εις το να υπακούσω,
διατί δε τον υπακούεις εσύ, και να τον πάρης άνδρα πού είσαι
μεγαλήτερη και ευμορφότερη από εμένα;
Η σκληρότητα της Κατηγές έθλιψε κατά πολλά τον γέροντα. Στοχασθήτε
την τύχην μου, εφώναξε είδα τες πλέον ωραιότερες γυναίκες του
κόσμου, και έζησα έως τώρα ήσυχος, χωρίς να αφήσω ποτέ να με
νικήση η ευμορφιά των και τώρα πώς είνε τούτο να συλλάβω μίαν
τέτοιαν σφοδράν αγάπην εις μίαν τόσον σκληράν και αχάριστην; βλέπω
τον αφανισμόν και την απελπισίαν της κλίσεώς μου, που με οδηγεί
διά να χάσω κάθε μου ελπίδα· εις τέτοιον τρόπον ομιλώντας ο γέρων,
είχε τους οφθαλμούς γεμάτους από δάκρυα. Η Φατμέ εκατανύχθη πολλά
εις την θλίψιν του γέροντος η οποία ήτον φυσικά πολλά καλή, και
γυρίζοντας προς αυτόν είπεν· Αφέντη παύσε που να λυπάσαι· το κακόν
σου δεν είνε χωρίς ιατρειάν· μη στοχάζεσαι τα πρώτα λόγια τη
αδελφής μου η οποία δεν ηξεύρει το τι της γίνεται· ο καιρός θέλει
της μεταβάλλει την βουλήν· εσύ αλήθεια, δεν είσαι νέος· μα εγώ σε
πιστεύω ότι είσαι ένας χρήσιμος άνθρωπος· η αγάπη σου και η
επιμέλεια σου θέλουν την κάμει τέλος πάντων απαλήν και
συγκαταβατικήν· ημείς θέλομεν σε υπακούσει, και θέλομεν σε
ακολουθήσει. Ναι, μα ω αδελφή μου ανέκραξεν η Κατηγέ με θυμόν, αν
αυτός με ήθελε βιάση και με υποχρεώση διά να τον αγαπήσω, εγώ σου
τάσσω πως δεν θέλω το υπακούσει. Όχι, ω εύμορφη Κατηγέ είπεν ο
γέρων, εγώ δεν θέλω ποτέ σε βιάσει, σου το τάσσω με τον όρκον μου,
και εις κανένα πράγμα δε θέλω σου αντισταθή, που να μην είνε της
ορέξεώς σου και θέλεις είσαι νοκοκυρά εις ό,τι έχω, και το
περισσότερον οπόταν σε ιδώ πως η θεωρία μου σε ενοχλεί σου τάσσω
πως να ξεμακρύνω από λόγου σου διά να μην έχεις αιτίαν να
παραπονεθής απ' εμένα.
Η Φατμέ επάνω εις αυτό είπεν· επειδή και η αδελφή μου φαίνεται πως
συγκλίνει διά να σε υπακούση, με τα όσα της έταξες, πρέπει να μας
αφήσης, διά να πάμεν ετούτα τα σκουτιά εις εκείνους που μας τα
έδωσαν, και υστερώτερα γυρίζομεν διά να σε ακολουθήσομεν. Αχ μη με
υστερής από την αδελφήν σου, σε εξορκίζω, διατί φοβούμαι μην
αλλάξετε την γνώμην σας, και δεν γυρίσετε πλέον να σας ιδώ, και με
κάμετε να αποθάνω από την θλίψιν μου· πήγαινε του λόγου σου, και
άφησε εδώ με εμένα την Κατηγέ, και σε καρτερούμε έως που να
γυρίσης. Ας είναι, του είπεν η Φατμέ· διά να σε υπακούσω κάμνω
καθώς ορίζεις. Στάσου το λοιπόν αυτού, Κατηγέ, και ευθύς γυρίζω να
σας εύρω. Όχι, όχι απεκρίθη η Κατηγέ εγώ θέλω να έλθω μαζί σου,
δεν θέλω να μείνω μοναχή εδώ με τούτον τον γέροντα. Και διατί της
λέγει η Φατμέ δεν θέλεις να μείνης; τι φοβάσαι; εγώ γυρίζω πολλά
γλήγορα· αυτός ο γέρων είνε άνθρωπος τιμημένος και μη φοβάσαι από
αυτόν τίποτε. Η Κατηγέ εις αυτά τα λόγια της αδελφής της δεν
ετόλμησε να της αντισταθή, την οποίαν την εστοχάζονταν ωσάν μητέρα
και έμεινεν εκεί εναντίον εις την θέλησίν της. Ως τόσον η Φατμέ
παίρνοντας όλα τα σκουτιά, που ήτον εις δύο κανίστρες εμίσευσε μα
αντί να ξαναγυρίση ευθύς καθώς έταξε, δεν εφάνη να έλθη όλον το
επίλοιπον της ημέρας.
Κανένα πράγμα δεν ημπορούσε να παρομοιάση την ανησυχίαν της
Κατηγέ, η οποία βλέποντας ότι η νύκτα επλησίαζεν ευρέθη εις
μεγάλην αδημονίαν· απόπερνε με ονειδισμούς τον γέροντα· εσύ είσαι
εκείνος του έλεγεν, που μου επροξένησες ετούτην την δυστυχίαν, και
αν δεν ήθελε μας τύχη το κακόν συναπάντημα, εγώ ήθελα είμαι με την
αδελφήν μου. Αυτά τα λόγια και οι ονειδισμοί έθλιβαν κατά πολλά
τον γέροντα· δεν ήξευρε τι να αποκριθή τόσον εφοβούνταν διά να μη
την αγριώση περισσότερον, επειδή και έβλεπε καλά πως είχε δίκαον
εναντίον του.
Μα με όλον που επροσπάθει να την παρηγορήση και να την καταπραΰνη,
τόσον περισσότερον της άναπτε την ανησυχίαν της και το μίσος προς
αυτόν, λέγοντάς του θυμωμένη, να σιωπήση αν θέλη· και με όλον που
ήτον νύκτα ήθελε να πηγαίνη εις το Μουσουλπατάν. Αυτό το έκανεν
αυτή, όχι μόνον διά να μην απεράση την νύκτα με τον γέροντα, αλλά
και διά να ιδή τι έγινεν η αδελφή της. Ο γέρων βλέποντάς την έτσι
αποφασισμένην, επάσχισε με κάθε τρόπον διά να την αντικόψη,
λέγοντάς της, πως αυτή η απόφασίς της δεν είνε καλή και
στοχαστική, να περιπατή μοναχή της νύκτα μα είναι το καλύτερον να
γυρίση εις την καλύβαν της μαζή του· και ότι αν το ταχύ η Φατμέ
δεν φανή να έλθη τότε θέλουν πηγαίνει αντάμα να την γυρεύουν
ολούθεν.
Αυτά τα δικαιολογήματα εδυνήθησαν να καταπείσουν την Κατηγιέ
εναντίον εις την απόφασίν της, και οργήν που έτρεφεν εναντίον του
γέροντος· και έτσι μαζί επήγαν εις την καλύβαν, εις την οποίαν με
μερικούς χουρμάδες και με νερόν κρύον εδείπνησαν. Η κόρη δεν
έκανεν άλλο, παρά να κλαίη όλην την νύκτα, και ο γέροντας
αγαπητικός της δεν απέρασε και αυτός με τόσην ησυχίαν· Το ταχύ
ευθύς που έφεξεν εμίσευσαν από την καλύβαν, και επήγαν εις το
Μουσουλπατάν· εις το οποίον δεν άφησαν στράταν και σπήτι που να μη
γυρεύσουν την Φατμέ και δεν εστάθη τρόπος που να μάθουν δι' αυτήν
καμμίαν είδησιν. Ετούτη η δυστυχία επάνω εις το ριζικόν της Φατμές
τους έφερεν εις το άκρον της θλίψεως και της απελπισίας, μην
ημπορώντας να μάθουν το τι έγινε. Δεν έφθασεν αυτό, που την
εγύρεψαν εις όλην εκείνην την πόλιν, αλλά ηθέλησαν να την γυρέψουν
και εις όλα τα περίχωρα και εις όλες τες στράτες, που επήγαιναν
εις άλλες πολιτείες.
Και δεν εστάθη κανένας τόπος ή χώρα, ή βουνόν που να μη την
γυρέψουν εις διάστημα οκτώ ημερών μα έχασαν άκαιρα τους κόπους
τους. Τέλος πάντων μη ηξεύροντας πλέον πού να την ζητήσουν, ο
γέρων με πολλά λόγια γλυκά και παρηγορητικά επαρακινούσε την
Κατηγιέ διά να την φέρη εις τον τόπον του και σταθή με αυτόν, με
το να μην ήτον πρέπον να σταθή πλέον εις την καλύβαν μοναχή της. Η
Κατηγιέ με πολλήν κόπον και εξ ανάγκης εκαταπείσθη διά να τον
ακολουθήση εναντίον εις την θέλησίν της. Η χώρα εις την οποίαν ο
γέρων εκατοικούσεν, ήτον μακράν από την Καλύβαν της Κατηγιέ τρεις
ημέρες στράταν, εις την οποίαν φθάνοντας εκεί ο Δαλήκ (έτσι
ωνομάζετο ο γέρων), έφερε την Κατηγιέ εις ένα πολλά ευγενικόν
σπήτι. Και αφού εδείπνησαν την άφησε διά να αναπαυθή εις ένα οντά,
και αυτός επήγεν εις άλλον να κάμη το όμοιον.
Την ερχομένην ημέραν της έκοψε διάφορα χρυσά φορέματα, και της
έδωσε και μίαν σκλάβαν διά να την δουλεύη εις τα θελήματά της, και
ό,τι ήθελε προστάξη χωρίς εναντίωσιν να της γίνη. Η Κατηγιέ δεν
ημπορούσε να καταλάβη την μεταμόρφωσιν της καταστάσεώς της, από
πτωχή κόρη που ήτον να ευρεθή εις ολίγον διάστημα εις τόσην
ευτυχίαν. Και εστοχάζετο μερικές φορές πως έπρεπε να ήτον υπόχρεη
του γέροντος διά τα τόσα καλά που εχαίρονταν· και μέσα εις την
καρδίαν της εδιαφύλαττε κάποιαν υποχρέωσιν προς τον Δαλήκ, ο
οποίος, με όλον που της έκαμε αυτές τες χάρες και την εστόλιζε με
τόσα λαμπρά φορέματα, και με διάφορα διαμαντικά, δεν έλειψε που να
μην φυλάττη και τα όσα της έταξεν, ήγουν που να μην την βιάση με
κανένα τρόπον διά να τον στεφανωθή, και να μην κάμη χωρίς την
θέλησίν της κανένα πράγμα, διά τα οποία όλα αυτά δεν έλειπε που να
μη δείχνη κάποιαν ευχαριστίαν προς αυτόν αλλά δεν ανταπεκρίνετο
εις την αγάπην του, και δεν τον έβλεπε μετά χαράς.
Απέρασαν σχεδόν τρεις μήνες που η Κατηγέ ευρίσκονταν εις θλίψιν
διά την αδελφήν της. Μα το διάστημα του καιρού, και οι ανάπαυσες
που είχεν, άρχισαν ολίγον κατ' ολίγον να την κάνουν να εκβάλη από
τον νουν την ενθύμησίν της, ήγουν να την αλησμονήση, και να
ευρίσκεται πλέον ελαφρωμένη εις τες θλίψες της. Ησυχάζοντος λοιπόν
αυτή μίαν νύκτα βλέπει εις τον ύπνον της ένα όνειρον, που της
εδιαπέρασε την καρδίαν· ενυπνιάσθη αυτή πως της εφαίνονταν
έμπροσθέν της ένας νέος μεγαλοπρεπέστατα ενδεδυμένος, του οποίου η
ευγενής θεωρία και τα ξανθά του μαλλιά που εκυματούσαν εις τες
πλάτες του την εξέπληξαν και εν τω μεταξύ που αυτή τον
εστοχάζονταν, αυτός της είπε· «Αχ Κατηγέ, τι στοχάζεσαι εσύ;
αλησμόνησες τόσον ογλήγορα την Φατμέ; πιστεύεις τάχα ότι τα
εύμορφα στολίδια και φορέματα που έκαμεν ο Δαλήκ, σε εβγάζουν από
το χρέος σου να την γυρεύσης; όχι χωρίς αμφιβολίαν· και μάθε ότι
δεν ημπορείς να είσαι ευτυχισμένη, αν δεν πηγαίνης να την εύρης
εις το νησί της Σουμάτρας· θεώρησέ με, και θέλεις ιδεί εκείνον,
που από τον ουρανόν απεφασίσθη άνδρας σου». Και ούτω λέγοντας
έγινε άφαντος ο νέος· και η Κατηγέ εξύπνησε έντρομη. Εστοχάζονταν
εκείνο, όχι διά ένα όνειρον, μα διά μίαν έκστασιν και σηκωνώμενη
με απόφασιν διά να κάμη αυτό το ταξείδι που εις τον ύπνον είδεν,
επήγε και ηύρε τον Δαλήκ, και του εδιηγήθη το όνειρον λέγοντάς
του, πως εξ αποφάσεως θέλει να μισεύση· διά να μη την παρακούση,
έκλινε να της κάμη το θέλημα, και επήγεν εις τον γιαλόν, και ηύρεν
ένα καράβι, που εις δύο ημέρας ήθελε να μισεύση δι' αυτό το νησί,
και εσυμβιβάσθη με τον καραβοκύρην διά να τους φέρη εκεί. Και
απερνώντας δύο ημέρες εμβήκαν εις το καράβι οι δύο με μίαν σκλάβαν
και κάνοντας, πανιά αρμένιζαν με πολλά ευτυχισμένον αέρα. Η νέα
αγαπητική του Δαλήκ ευρίσκονταν ολίγον συγχισμένη από τον φόβον
της θαλάσσης· όθεν ο Δαλήκ διά να την κρατή χαρούμενην, έκανε
τρόπον διά να την ξεφαντώνη· και τώρα της εδιηγούνταν ιστορίας και
τώρα την εκρατούσε με κουβέντες αληθινές και φρόνιμες, διά να της
στολίση το πνεύμα της και τα ήθη της. Και ύστερα από αυτά
εστοχάσθη να μη της κρατήση πλέον κρυφό, το ποίος ήτον αυτός αλλά
να της το φανερώση, διά να την χαροποιήση περισσότερον μα αντί να
την χαροποιήση, και να την καλοκαρδίση, την έκαμε να μείνη
εκστατική οπόταν αυτός άρχισε την ιστορίαν με τον ακόλουθον
τρόπον.
Με όλον που σου φαίνομαι τόσον άσχημος, και πολλά γηραλέος,
ήξευρε, ω ωραία μου Κατηγέ, πως εγώ είμαι αθάνατος. Η Κατηγέ ευθύς
άλλαξε την όψιν της ακούοντας αυτά τα λόγια. Και ο Δαλήκ βλέποντάς
την έτσι της είπε· Μη θαυμάζεσαι τόσον εις αυτό που σου είπα,
διατί θέλεις μείνει περισσότερον εκστατική οπόταν ακούσης πως με
βλέπεις υποκάτω εις τέτοιαν μορφήν· εγώ έχω ωραιότητα και πολλά
αρκετήν διά να αρέσω εις τες γυναίκες παρά που να τες κάνω να με
μισούν. Τα λουλούδια και τα άνθη του Μαΐου τίποτες δεν φαίνονται
έμπροσθέν μου· με ένα λόγον όποια ήθελεν ιδή την ωραιότητα της
μορφής μου, είνε αδύνατον που να μην αγροικήση εις την καρδίαν της
μίαν υπερβολικήν αγάπην προς εμένα. Μα διατί, τον αντίκοψεν η
Κατηγέ, δεν ξαναπέρνεις αυτήν την μορφήν σου, την τόσον ευγενικήν
και ωραίαν; εσύ κατά πως είσαι δεν ημπορείς να αποκτήσης άλλο,
παρά καταφρόνησιν.
Αχ, απεκρίθη ο Δαλήκ αναστενάζοντας· αυτό δεν είνε εις το χέρι μου
και τούτο είνε εκείνο, που με ενοχλεί και με θλίβει. Εγώ δεν
θλίβομαι άλλο εις ταύτην μου την δυστυχίαν, παρά διατί σου
φανερώνομαι εμπρός εις τα μάτια σου με τέτοιαν άσχημον μορφήν. Και
πώς, του είπεν η Κατηγέ, αυτή η δυστυχία σου δεν τελειώνει ποτέ.
Δεν στέκει εις εμέ να την κάμω να παύση, της απεκρίθη αυτός. Μα, ω
αφέντη μου, ακολουθούσεν αυτή να λέγη, πώς θέλεις εσύ εγώ να
πιστεύσω πράγματα τόσον παράξενα; φθάνει να μου ακούσης την
ιστορίαν, ω ωραία μου κόρη, απεκρίθη εκείνος· και μην αμφιβάλης
πλέον τόσον εις την αλήθειαν τον λόγων μου.
Από εκείνο που σου εφανέρωσα, ηκολούθησεν αυτός να λέγη, ημπορείς
με ευκολίαν να καταλάβης πως εγώ δεν είμαι ένας άνθρωπος. Εγώ
είμαι το λοιπόν ένας εξωτικός. Είμασθε δύο αδέλφια δίδυμα φρόνιμα
και ανδρεία· εγώ ονομάζομαι Δαλήκ και ο αδελφός μου Αδήλ. Και με
όλην την δύναμιν και εξουσίαν που έχομεν, δεν ημπορούμεν που να
μην είμασθε υποκείμενοι εις τον βασιλέα μας, ονομαζόμενον
Μπρακμάνον· αυτός αγαπούσε κατά πολλά τόσον εμένα ωσάν και τον
αδελφόν μου, και διά να βεβαίωση το θάρρος και την αγάπην που εις
ημάς είχε, μας επαράδωσεν εις το να προσέχωμεν και να φυλάττωμεν
μίαν αγαπητικήν του, της οποίας την εμπιστοσύνην δεν επίστευε
τόσον. Εις αυτήν την επιστασίαν με όλην την καθαρότητα τον
εδουλεύαμεν, η κυρά ήτον πάντα συντροφιασμένη ή από εμένα ή από
τον αδελφόν μου και την επροσέχαμεν διά πολλούς χρόνους, χωρίς
ποτέ να δείξωμεν καμμίαν κλίσιν αγάπης προς αυτήν, αλλ' ούτε αυτή
προς ημάς. Και χαρά εις ημάς αν ηθέλαμεν ακολουθήση πάντα με αυτόν
τον τρόπον· μα η φαντασία που εκαρφώθη εις το κεφάλι αυτής της
γυναικός μας έκαμε να έλθωμεν εις αυτήν την κατάστασιν.
Αυτή ύστερον από πολλούς χρόνους συνέλαβε προς ημάς μίαν
σφοδροτάτην αγάπην, και την εκρατούσε κρυφήν διά πολύν καιρόν
χωρίς να μας την φανερώση, επειδή και δεν ημπορούσε να κάμη
αλλέως, που να μη μας αγαπήση διά την μεγάλην ωραιότητα, και τα
πολλά μας ξανθά και εύμορφα μαλλιά, που εκυματούσαν επάνω εις τες
πλάτες μας·