διά να τον βοηθήσω· μα εγώ φοβούμενος με κάποιον τρόπον από αυτόν,
άρχισα να λέγω την προσευχήν μυστικώς· Εις αυτό το διάστημα αυτός
έβγαλεν από την τζέπην του μίαν απλοχεριάν βόλια, μικρά μολυβένια
και δίδοντάς μου τα εις τα χέρια μου είπεν· ενθυμήσου να μη κάμης
αλλέως, παρά οπόταν με ιδής κάθε φοράν που να πέσω αναίσθητος, να
μου ρίξης επάνωθέν μου ένα από αυτά τα βόλια. Εγώ του έταξα μεθ'
όρκου, ότι θα κάμω καθώς αυτός με διέταξεν. Επάνω εις τούτην την
πίστιν αυτός εσηκώθη, και με επήρε, και επήγαμεν προς ένα παλάτι.
Ο Αφρικός εκρατούσε και αυτός από εκείνα τα βόλια από τα οποία
έρριξεν ένα με πολλήν δύναμιν προς την πόρτα του παλατίου, η οποία
ευθύς άνοιξεν· εμβήκαμεν εις μίαν αυλήν εστρωμένην από μάρμαρον
δίασπρον, εις την οποίαν εθεωρήσαμεν δύο λεοντάρια φοβερά, τα
οποία ευθύς που μας είδαν άρχισαν να βρυχώνται· μα ο σύντροφός μου
τα εκτύπησεν από μιας με ένα βόλι και έμειναν ακίνητα. Φθάνομεν
εις μίαν δευτέραν προύντζινην, που ήτον κλεισμένη με ένα σύρτην
ασημένιον. Δεν εναντιώθη εκείνη εις το κτύπημα του βολιού, μα
ευθύς άνοιξε, και εφανερώθη εις τους οφθαλμούς μου ένα φοβερόν
σπήλαιον πολλά ευρύχωρον· ένας ποταμός με νερόν μαύρον έτρεχε με
μεγάλην ορμήν εις την μέσην του, και επάνω εις τα χείλη του ήτον
δύο δράκοντες μεγάλοι και φοβεροί· ετούτα τα θηρία βλέποντάς μας
άνοιξαν τας πτέρυγάς των, και ήρχισαν να ξερνούν από το στόμα τους
άπειρες φοβερές φλόγες πυρός. Ο Αφρικός έρριψεν ευθύς δύο βόλια
και εις αυτούς και ευθύς έπαυσαν, και εταπεινώθησαν. Και
διαβαίνοντας αυτά ήλθαμεν εις μίαν αυλήν, της οποίας τα τείχη
εφαίνοντο κτισμένα από πλάκες χρυσίου και το έδαφος ήτον
εστρωμένον από πλάκες ασήμι· Εις το μέσον της ήτο ένας πύργος
υψηλός από ξύλον κόκκινον της Ινδίας επάνω εις έξη κολώνες από
τζελίκι της Κίνας, και υποκάτω του οποίου ήτον ένας μεγάλος θρόνος
από ατόφιον χρυσάφι. Επάνω εις αυτόν τον θρόνον ήτον ένας θόλος,
συνθεμένος από διαμάντια που έβγαναν αχτίνες λαμπρές, που μου
εθάμπωσαν τους οφθαλμούς. Οπόταν ημείς ηθέλαμεν να πλησιάσωμεν
εκεί, δύο όρνεα φοβερώτατα, που έστεκαν εις το έμβασμα του πύργου,
ήλθαν κατεπάνω μας να μας κάμουν κομμάτια με τους όνυχάς τους· μα
τα βόλια τα εμπόδισαν, ώστε που χωρίς αντίστασιν είδαμεν εκείνον
που ήτον εις τον θόλον. Ήτον εκεί ένας άνθρωπος σεβάσμιος εις το
πρόσωπον, και εφαίνονταν ότι αυτός ακόμην ανέπνεεν. Ο θάνατος που
κάνει μίαν φοβεράν μορφήν επάνω εις τα πλέον ωραιότερα υποκείμενα
της φύσεως, εφαίνετο πως θα εσέβετο το υποκείμενον, που εις τα
μάτια μας επαρουσιάζετο. Είχε το λοιπόν αυτός εις ένα δάκτυλον
πολλά δακτυλίδια· και ανάμεσα εις τα άλλα ένα πολλά μεγάλον, επάνω
εις το οποίον έστεκε γραμμένον το Μέγα Όνομα του Θεού. Ο Αφρικός
άπλωσε το χέρι του επάνω εις εκείνο το δακτυλίδι, διά να το βγάλη,
και εν τω άμα εκατέβη από το ύψος του πύργου ένας μεγάλος όφις και
φυσώντας του εις το πρόσωπον, τον έρριξε κατά γης αναίσθητον.
Ενθυμούμενος το ότι μου παράγγειλε, τον εκτύπησα με ένα βόλι, και
ευθύς αυτός εξανάλαβε τες αισθήσεις του. Πολλά καλά έκαμες μου
είπε· και ετούτη είνε η δούλευσις, που από εσένα εχρειαζόμουν·
ακολούθα λοιπόν να κάμνης το όμοιον όσον που κάνει χρεία. Αφού και
ετελείωσεν αυτά τα λόγια, άρχισε πάλιν να προσπαθήση να βγάλη το
δακτυλίδι, ο όφις πάλιν με το φύσημά του τον εκατάρριψεν εις την
γην, και εγώ τον εξαναζώωσα με τα βόλι ωσάν το πρώτον. Ω
Μουσουλμάνε φίλε, εφώναξεν ο Αφρικός, σου ομολογώ μεγαλώτατον
χρέος· ήξευρε ότι ο απεθαμμένος που βλέπεις υποκάτω εις τούτον τον
πύργον, είναι ο προφήτης Σολομών, του οποίου θέλω να κυριεύσω την
Βούλλαν, διατί με αυτό το μέσον γίνομαι αυθέντης όλου του κόσμου,
και εσένα ύστερα θέλω σου ανταμείψει μεγάλως την δούλευσίν σου. Μα
διατί του είπα, δεν δουλεύεσαι από τα βόλια σου, διά να ταπεινώσης
αυτόν τον όφιν ωσάν και τα άλλα θηρία; Τίποτε δεν μπορώ να κάμω
εναντίον του, μου απεκρίθη· και διά τούτο εχρειαζόμουν βοήθειαν
από άλλον. Έπειτα από αυτά τα λόγια, εδοκίμασε και τρίτην φοράν
και ετράβηξε το δακτυλίδι έως εις την μέσην του δακτύλου του
προφήτου· μα ο ίδιος όφις εξαναγύρισε και έρριξε τον Αφρικόν με το
ίδιον σύστημα και την τρίτην φοράν. Εγώ πάλιν ετοιμαζόμουν διά να
του ρίξω το βόλι και τον καιρόν που εσήκωσα το χέρι μου ο όφις
έτσι μου ωμίλησε· «Στάσου, ω Μουσουλμάνε, και μη βοηθάς ετούτο το
καταραμένον τελώνιον· ετούτο είναι από τα επτά Αφρικά, τα οποία
αποστάτησαν εναντίον του Σολομώντος, και αυτός ο προφήτης τα
έκλεισεν εις το κέντρον της γης, διά να παιδεύση την αυθάδειάν
τους· αυτός δεν ζητεί άλλο παρά να κυριεύση αυτό το δακτυλίδι, του
οποίου γνωρίζει την δύναμιν και από πολύν καιρόν εκαρτερούσεν εις
την ρίζαν του βουνού εκεί που τον εσυναπάντησες, διά να διαβή
κανείς που να ημπορέση να τον βοηθήση διά να κάμη αυτό το
απόκτημα· αλλά ματαίως εκοπίασεν ελπίζοντας, διά να την αποκτήση
ετούτην την θαυμασία βούλλα που στέκει υποκάτω εις την φύλαξίν
μου. Εγώ είμαι ένα τελώνιον, που εστάθηκα πιστόν του Σολομώντος
και διά τούτο έχω περισσότερη δύναμι εγώ, παρά τούτον τον Αφρικόν
και από τους έξη συντρόφους του ομού. Άφησέ τον το λοιπόν,
ακολούθησε να λέγη εις την κατάστασι που τον έφερα, και ας σταθή
αυτού ως το τέλος των αιώνων· εσύ όμως ξεμάκρυνε το συντομώτερον
από τούτο το μνημείον, και μη συγχίζης πλέον την ανάπαυσιν ετούτου
του προφήτου· ειδεμή σε αφανίζω, το οποίον ήθελα να κάμω από το
πρώτον, αν δεν ήσουν από την θρησκείαν του Μωάμεθ».
Εγώ υπήκουσα μετά φόβου τα λόγια του πιστού τελωνίου, και εγύρισα
οπίσω και εις ολίγον έφθασα εις την ρίζαν του βουνού, χωρίς να
βλαφθώ από τα φοβερά θηρία επειδή και τα ηύρα εις την κατάστασιν
που τα αφήκεν ο Αφρικός. Ηκολούθησα από εκεί ένα κένταυρον, που με
έφερεν εις ένα κάμπον· αλλά προτού να φθάσω εις αυτόν εχρειάσθην
να περάσω πλησίον εις ένα σπήλαιον, από το οποίον είδα να βγαίνουν
μεγαλώτατες φλόγες και καπνοί και ήκουσα μίαν φοβεράν βοήν
σιδήρων, που εκτυπούσαν με φωνές και παράπονα, κραυγές και
ουρλιάσματα φοβερώτατα.
Έστεκεν εις το έμβασμα τούτου του φοβερού σπηλαίου ένα θηρίον, του
οποίου με τι τρόπον να περιγράψω την ασχημοσύνην του· εστοχάσθηκα
ότι και αυτό θα είνε ένας Αφρικός, επειδή και επαρομοίαζε κατά
πολλά εκείνα που είχα ιδεί· το οποίον ήτο δεμένον με χοντρές
αλυσίδες· και ωσάν με είδε, με έκραξε με μίαν φωνήν, που
επαρομοίαζε την βροντήν.
Νέε, μου είπε, στάσου και αποκρίσου μου από ποίον τόπον είσαι, και
ποίου προφήτου ακόλουθος; του απεκρίθηκα πως ήμουν Μουσουλμάνος,
και από την Μπάσραν. Οι Μουσουλμάνοι κάνουν, μου είπε σωστές τες
προσευχές τους, και τα ήθη τους τα κρατούν καθαρά και άμωμα; αυτοί
κάνουν τες προσευχές τους, του απεκρίθηκα, μα αλλοί εις εμέ, είνε
πολλοί που δεν φυλάττουν καθαρά τα παραγγέλματα του Μωάμεθ. Το
χαίρομαι αυτός μου απεκρίθη· αμ' η πηγή της Ζεμτέμ τρέχει πάντοτε;
Ναι εγώ του είπα· μα αυτή θέλει έλθη καιρός που θα στύψη, με
αντίκοψε, και η φθορά, θέλει είνε παγκόσμιος· όλα τα ανομόμητα
θέλουν τα κάμνει οι αυτοί Μουσουλμάνοι με μίαν αχαλίνωτον
ελευθερίαν· η μοιχεία και η πορνεία θέλουν βασιλεύσει ολούθεν, και
θέλουν κάμνει καθημερινές ψευδορκίες, θέλουν πίνει κρασί, και
θέλουν ιδεί τες γυναίκες ξέσκεπες. Ωχ, εκείνος ο καιρός δεν είνε
μακρυά του είπα, επειδή, και κατά το παρόν γίνονται όλα αυτά τα
ανομήματα.
Εκατάλαβα ότι τα υστερινά μου λόγια του επροξενούσαν χαράν. Ω υιέ
του Αδάμ, εφώναξεν εκείνος με προθυμίαν, είνε δυνατόν οι
Μουσουλμάνοι να είνε τόσον πταίσται; τι νέον ευτυχισμένον μου
φανερώνεις, είνε καιρός το λοιπόν εγώ να έβγω από την σκλαβιά διά
να παρουσιασθώ εις το ανθρώπινον γένος; ήξευρε, ω νέε, ακολούθησε
να λέγη ότι εγώ είμαι ο Τζαντάλ (αντίχριστος κατά τους
Μωαμεθανούς) που έχω να υπάγω εις τον κόσμον διά να σπείρω τους
θυμούς μου. Έτσι λέγοντας ετίναξε με ορμήν τες αλυσίδες του και
επάσχισε με δυνάμεις τρομακτικές διά να ελευθερωθή από τους
δεσμούς· μα δεν έλαβε το ποθούμενον, επειδή και δύο τελώνια
ενδυμένα πράσινα εφανερώθηκαν ευθύς, και τον εκαταδάμασαν,
ξαναδένοντάς τον το ένα, και το άλλο τον έδερνε με ράβδον
σιδηρένιαν, και του έλεγαν· στάσου αυτού, κατηραμένε, πολλά
ογλήγορα θέλεις να ελευθερωθής, ανάμεινε πρώτον να σου δοθή το
θέλημα διά να φανερωθής εις τον κόσμον, ότι ο καιρός δεν
επλησίασεν ακόμη. Εγώ δεν ήμουν μάρτυρας ήσυχος εις τα όσα έβλεπα,
εξεμάκρυνα το ογληγορώτερον από τον Τζαντάλ, και εμβήκα εις έναν
κάμπον όλος συγχισμένος, και επεριπάτησα προς μίαν στράταν γεμάτην
από ωραιότατα δένδρα. Εκρατούσαν αυτά έως εις ένα λάκκον ενός
κάστρου, που εφαίνονταν απέναντι· εκείνο το κάστρον του οποίου τα
τείχη ήτον από χρυσίον, και τα μπεντένια από πετράδια μου αύξαιναν
το θαυμασμόν καθώς το επλησίαζα. Εκεί εμπήκα από μίαν πόρταν
διαμαντένιαν, την οποίαν την εκρατούσε σφαλισμένην ένας σύρτης από
σμαράγδι· και αφού εστοχάσθηκα με πολλήν μου έκτασιν ένα τόσον
ωραίον κτίριον, αγροίκησα μίαν ζωντανήν περιέργειάν να ιδώ τα
έσωθεν. Και πλησιάζοντας εις την πόρταν είδα επάνωθέν της γραμμένα
με χρυσά γράμματα τα κάτωθεν λόγια. «Όποιος και αν είνε που εδώ θα
έλθη, και θελήση να ανοίξη την πόρταν, ας ηξεύρη ότι αυτή δεν
ανοίγει με κλειδιά, παρά με τα ακόλουθα λόγια· Δεν είνε άλλος
Θεός, παρά είς και ο Μωάμεθ είνε προφήτης του. Δεν είνε άλλος Θεός
παρά ο Θεός· ο Αδάμ είνε ο εκλεκτός του Θεού. Δεν είνε άλλος Θεός
παρά ο Θεός· ο Ισμαήλ είνε η θυσία του Θεού».
Εγώ δεν είχα καλώς τελειώσει αυτά τα λόγια, και η πόρτα ευθύς
άνοιξεν. Ωχ, εδώ δεν ηξεύρω να εύρω τρόπους, που να ημπορέσω να
σας περιγράψω καταλεπτώς και να ειπώ τα πράγματα που εκεί είδα.
Στοχαστήτε όλον εκείνο που ο νους σας ημπορεί να καταλάβη πλέον
ένδοξον, πλέον πλούσιον, και πλέον ωραίον, που ημπορεί να είνε·
και ας είστε βέβαιοι, πως τίποτε δεν ημπορεί να παρομοιάση με
εκείνο που επαρουσιάσθη εις την θεωρίαν μου. Είδα ένα παλάτι
κτισμένον από ένα μέταλλον από χρώμα γαλάζιον, που μου ήτον
αγνώριστον. Μα όσον πολύτιμη και αν μου εφάνη η αυλή, η τέχνη
υπέρβαινε κατά πολλά, η κατασκευή του κτιρίου δεν επαρομοίαζε
καθόλου με τες ιδικές μας, και δικαίως ημπορούσα να στοχασθώ ότι
ανθρωπίνη εργασία δεν ήτον· οι οντάδες ήσαν γεμάτοι από στρωσίδια
χρυσοΰφαντα, και εφαίνονταν πολύτιμες και άξιες ζωγραφιές, που
έδειχναν τους πολέμους του Μωάμεθ, που έκανε διά να στερεώση την
θρησκείαν του. Και οπόταν εγύρισα πολλούς οντάδες χωρίς να
συναπαντήσω κανέναν, εμβήκα εις ένα περιβόλι μεγάλον καθ'
υπερβολήν και θαυμαστόν και ωραίον· τα θαυμάσια δένδρα του ήταν
γεμάτα από διαφόρους καρπούς τα άνθη και λουλούδια, τα συντριβάνια
τα χρυσά γεμάτα από καθαρόν νερόν, και άλλα διάφορα πράγματα, που
μου εξέστησαν τον νουν, είναι αδύνατον να περιγράψω.
Εις αυτό το πανευφρόσυνον περιβόλι, ένα άπειρον πλήθος πουλιών
διαφόρων χρωμάτων αντηχολογούσεν από τα λαλήματά τους. Και εκεί
που επεριπατούσα εσυναπάντησα έναν μέγαν αφέντην χωρίς γένεια,
ενδεδυμένον με φορέματα γεμάτα διαμάντια· εβαστούσεν εις το κεφάλι
του ένα φακιόλι πράσινον γεμάτον από ρουμπίνια και ήτον καβαλάρης
επάνω εις ένα άλογον τρανταφύλλου χρώματος, το οποίον εκεί που
επατούσεν, η γη ευθύς έβγαζεν ωραιότατα λουλούδια, και ήτον
ωραιότερον από την σελήνην και από τους πλέον λαμπροτέρους
αστέρας.
Εστοχάσθηκα από την θεωρίαν του, και από την μεγαλοπρέπειάν του,
ότι αυτός θα ήτον ο αυθέντης εκείνου του παλατίου, και άρχισα να
φοβούμαι μήπως του κακοφανή, που εμβήκα εκεί χωρίς το θέλημά του.
Αυτός απερνώντας από σιμά μου εσταμάτησε, και μου είπεν· Ω νέε,
δεν είσαι εσύ από την Μπάσραν; Ναι, του απεκρίθηκα αυθέντη. Καλώς
ήλθες, αυτός μου ξαναείπε· πολλά καλά το ήξευρα ότι έμελλες να
έλθης εσύ εδώ μα ειπέ μου, εστοχάσθης εσύ καταλεπτώς όλα τα
θαυμάσια ετούτα του κτιρίου, και έφαγες από τα φαγητά που εδώ
ευρίσκονται; Εγώ είδα και πράγματα πολύ εξαίσια, του απεκρίθην· μα
από τα φαγητά σας δεν ηξεύρω τι λογής είναι. Ακολούθησον λοιπόν
την οδόν σου μου είπεν εκείνος, και θέλεις συναπαντήσει έναν
κάποιον, ο οποίος θέλει σε συνοδεύσει ως οδηγός έως εδώ· και τέλος
πάντων θέλει σε κάμει να φθάσης εκεί που επιθυμείς.
Ακολούθησα την στράταν μου, στρέφοντας τους οφθαλμούς από όλα τα
μέρη και δεν ημπορούσα να τους αποσπάσω εις το να θεωρώ, και να
στοχάζωμαι όλα τα εξαίσια που με περιεκύκλωναν. Έφθασα τέλος
πάντων εις έναν τόπον που ήτον ένας Ναός, εις την θύραν του οποίου
έστεκαν γραμμένα τα ακόλουθα λόγια «Δεν είνε άλλος Θεός, παρά ο
Θεός, ο Μωάμεθ είνε ο προφήτης του». Και από μέσα ήτον ένας
άνθρωπος γονατιστός που επροσκυνούσε· και αφού εκαρτέρησα έως που
ετελείωσε να προσκυνήση, τον εχαιρέτησα λέγοντάς του· Σελάμ αλέκημ
και αυτός αποκρινόμενος μου το, Αλέκημ σελάμ, μου είπε, ω νέε
Μουσουλμάνε· κάνει χρεία βεβαίως ότι θα είσαι πολλά αγαπημένος του
Μωάμεθ που ημπόρεσες να έλθης έως εδώ· ηξεύρεις εσύ εις ποίον
τόπον ευρίσκεσαι; ηξεύρεις ότι ετούτο το περιβόλι είναι η
διωρισμένη κατοικία των φίλων και εδικών του Μωάμεθ; εδώ μία
ευτυχία αιώνιος τους καρτερεί, και διά το παρόν είναι πολύ πλήθος,
και θέλω σε κάμει να τους ιδής. Τότε αυτός με έφερεν εις έναν
τόπον, εις τον οποίον ήτον τρεις ποταμοί, ο πρώτος από γάλα, ο
δεύτερος από βούτυρο, και ο τρίτος από μέλι, και έτρεχαν σιγαλά
ολόγυρα του περιβολιού· εις τα χείλη των οποίων έστεκαν πλήθος
λαού, καθήμενοι σιμά εις τα τραπέζια γεμάτα από διάφορα φαγητά·
εκεί είδα διαφόρους σερίφιδες από την φυλήν του Μωάμεθ, και
σαχπάνιδες (φίλοι και μαθηταί του αυτού προφήτου), οι οποίοι
βλέποντάς με μου έδωκαν το Σελάμ, με χαροποιόν πρόσωπον. Έπειτα
από εκεί ο οδηγός μου με έφερεν εις ένα κάμπον πολλά χαρμόσυνον ο
οποίος ήτο γεμάτος από ωραιότατα κορίτσια, που εσύγχισαν τον νουν
μου τα κάλλη τους· μερικά από ταύτα ετραγωδούσαν· άλλα ελαλούσαν
διάφορα όργανα και άλλα εχόρευαν κάθε λογής χορούς· και τόσον
ευφράνθη η καρδία μου να τα βλέπω και να ακούω, που τέλος πάντων
ολίγον έλειψε να τρελλανθώ.
Βλέπεις εσύ μου είπεν ο οδηγός μου, αυτά τα κοράσια; ετούτες οι
ουράνιες τουρές προξενούν την αγαλλίασιν των πιστών· εις εσέ είναι
άδεια μόνον να τες στοχασθής από μακρόθεν, χωρίς να τες πλησιάσης
κατά το παρόν δεν ημπορείς να τες απολαύσης επειδή και ο Άγγελος
του θανάτου δεν σε εσήκωσεν ακόμη από τον θνητόν κόσμον. Λέγοντάς
μου τοιουτοτρόπως αυτός με επήρε χωρίς να θέλω να ξεμακρύνω από
εκείνα και με έφερεν εις έναν άλλον Ναόν, που ήτον εις την άκρην
του περιβολιού. Εδώ ως επί το πλείστον, μου είπεν εκείνος, έχω την
κατοικίαν μου· ο άνθρωπος χωρίς γένεια, που είδες επάνω εις το
άλογο, είναι ο Προφήτης Ηλίας· αυτός κατοικεί εις την άλλην άκραν
του περιβολιού. Εγώ δε ονομάζομαι ο προφήτης Χεδέρ, και κατοικώ
εδώ καθώς σου είπα· εις εσένα μοναχά στέκει να ζήσης μαζή μου·
ημείς μαζή θέλομεν κάνει το προσκύνημά μας, και θέλομεν απολαύσει
τες τρυφές ετούτου του κατοικηρίου, που εις την γη δεν ευρίσκεται·
εμείς εδώ δεν ηξεύρομεν μεταλλαγές καιρών· πνέει ένας αέρας
πάντοτε τερπνότατος και συγκερασμένος· μία παντοτινή άνοιξις
βασιλεύει η νύκτα ποτέ δεν εξαπλώνει το σκότος της και η ημέρα που
μας φωτίζει είναι πάντα καθαρή και ξάστερη.
Εδέχθηκα το πρόβλημα του προφήτου Χεδέρ, και έμεινα εις την
συντροφιάν του πλέον παρά έναν χρόνον· μα με όλες ετούτες τες
ευφροσύνες εκείνου του ωραίου τόπου δεν ημπορούσα να είμαι ήσυχος·
η ενθύμησις της Γαντζάδας με έκανε να δοκιμάσω, ότι εγώ ήμουν
ακόμη κολλημένος εις τον κόσμον· η επιθυμία διά να την ιδώ μου
εσύγχιζε την ανάπαυσιν και πιστεύω ότι και η ίδια απόλαυσις των
κορασίων δεν ήθελεν με κάμει να την εβγάλω από τον λογισμόν μου. Ο
Χεδέρ καταλαμβάνοντας μίαν ημέραν την ανησυχίαν μου, είπε· γνωρίζω
πολλά καλά, ότι ήθελες να είσαι εις την Μπάσραν και με το να μην
είναι αρκετές οι ηδονές ετούτου του περιβολιού να σε κρατήσουν
πλέον, αποφάσισα να πληρώσω την επιθυμίαν σου. Λέγοντας έτσι,
εσήκωσε τους οφθαλμούς του εις τον αέρα και βλέποντας ένα μικρόν
σύννεφον επάνωθέν μας το εσταμάτησε και το ερώτησε πού πηγαίνει.
Το σύννεφον, ή διά να ειπώ καλλίτερον το τελώνιον που ήτον μέσα
εις αυτό, απεκρίθη· Ω μεγάλε προφήτα, εγώ υπάγω εις την Κίναν·
έχεις κανένα πρόσταγμα διά να σε δουλεύσω; Πηγαίνεις να
καλοποιήσης; είπεν ο Χεδέρ ή να παιδεύσης; Διά να παιδεύσω του
απεκρίθη το τελώνιον. Ωσάν είνε έτσι του είπεν ο Χεδέρ ακολούθησε
την στράταν σου, με το να μην έχω χρείαν από εσένα.
Μίαν στιγμήν υστερώτερον επέρασεν ένα άλλο σύννεφον. Ο Χεδέρ
παρομοίως το εξέτασε και το σύννεφον του απεκρίθη, πως υπάγει εις
την Μπάσραν διά να κάμη καλόν. Επειδή και πηγαίνεις διά καλόν, του
απεκρίθη ο Χεδέρ, θέλω να μου κάμης μίαν χάριν να φέρης ετούτον
τον Μουσουλμάνον εις την Μπάσραν, και να τον αποθέσης εις την
πόρταν του σπητιού του. Το τελώνιον που εις το σύννεφον ήτον,
υπήκουσε, και με επήρε. Μα πριν να μισεύσω ευχαρίστησα μεγάλως τον
Χεδέρ διά τες χάρες που μου έκαμε, και τον επαρακάλεσα να με
ενθυμάται· εις διάστημα τριών ωρών το τελώνιον με έφερεν εις την
Μπάσραν, και με απέθεσεν εις την πόρταν μου.
&Συμβεβηκός Θ'. του Αμπουλβάρη και τέλος της ιστορίας του.&
Βλέποντας τέλος πάντων τον εαυτόν μου εις την πόρταν του σπητιού
μου εχάρην μεγάλως· και άρχισα να κτυπώ διά να μου ανοίξουν, με το
να ήτο νύκτα. Ένας σκλάβος έτρεξε να μου ανοίξη, ο οποίος
βλέποντάς την θεωρίαν μου με το φως που είχεν, έκλεισε την πόρταν
θυμωμένος· έπειτα από μέσα με ερώτησε ποίος ήμουν, και τι
εγύρευα.. Αποκρίθηκα πως ήμουν ο οικοκύρης του σπητιού, και τον
επρόσταξα διά να μου ανοίξη ογλήγορα την πόρταν. Εις την απόκρισίν
μου, επήγε διά να δώση την είδησιν της γυναικός μου. Ήλθεν η ιδία
διά να μου ανοίξη· μα αντίς να με δεχθή με χαράν και αγαλλίασιν,
που έπρεπε να της προξενήση το γύρισμά μου, άρχισε να φωνάζη
μεγάλως ευθύς που με είδε. Πώς λοιπόν τότε της είπα, η θεωρία μου
σου προξενεί φόβον· οι οφθαλμοί σου δεν με γνωρίζουν; ημπορώ εγώ
να εμεταβάλθηκα τόσον, που να μη με εγνώρισες; κράξε ευθύς τον
αδελφόν μου διά να μιλήσω με αυτόν. Ευθύς έκαμε και ήλθεν ο
αδελφός μου συντροφιασμένος με ένα νέον εις εμένα αγνώριστον· ο
αδελφός μου πλησιάζοντας εις εμένα αφού με εθεώρησε με πολλήν
επιμέλειαν μου είπεν πως δεν με εγνώριζεν. Ο Αμπουλβάρης
ηκολούθησε να λέγη, δεν σε παρομοιάζει εις κανέναν σημάδι, εκείνος
είνε ένας εύμορφος άνδρας, και εσύ είσαι ασχημότατος, εκείνος
είναι παχύς, και εσύ είσαι ξηρός ωσάν ένα σκέλεθρον· παύσε το
λοιπόν από το να μας λέγης, και να μας δίνης να καταλάβωμεν πως
εσύ είσαι εκείνος· και με όλον που είνε επτά χρόνοι που δεν τον
είδαμεν, ημείς δεν ημπορούμεν να αλησμονήσωμεν την φυσιογνωμίαν
του· μα τούτο δεν φθάνει, το περισσότερον είνε που καθώς εμάθαμεν,
αυτός εχάθη εις το ταξείδι που διά θαλάσσης έκαμνεν.
Έμεινα πολλά εκστατικός εις ετούτα τα λόγια· εβεβαιωνόμουν πολλά
καλά, ότι θα ήλλαξα την μορφήν μου μα δεν ημπορούσα να καταλάβω
πώς ο αδελφός μου να μη με εγνώριζε καθόλου. Μα πώς, ω Γαντζάδα,
είπα της γυναικός μου δεν γνωρίζεις εις εμέ την μορφήν εκείνου του
Αμπουλβάρη που αγάπησες και σε αγάπησε με τόσην προθυμίαν; Αχ!
πόσον με κάνει δυστυχισμένον η τύχη μου, αλλοί εις εμέ, δεν ήλπιζα
ποτέ να με δεχθής με τόσην σκληρότητα εις τον γυρισμόν μου· πόσον
κακώς μου ανταποκρίνεσαι εις την ανυπομονησίαν που είχα διά να σε
ξαναϊδώ. Εσύ έχεις, μου είπεν η Γαντζάδα, την φωνήν του
Αμπουλβάρη, μα η μορφή σου και η θεωρία σου δεν παρομοιάζουν
καθόλου με εκείνου· και εις τούτο σου ομολογώ πως δεν σε ακούω με
ησυχίαν, μα ειπές μου αν είσαι αληθώς αυτός, διατί φαίνεσαι τόσον
διαφορετικός από εκείνο που ήσουν, οπόταν εμίσευσες από την
Μπάσραν· πού εστάθης; και τι σου συνέβη, που ημπόρεσαν να κάμουν
εις εσένα τόσην μεγάλην μεταβολήν;
Τότε εγώ εδιηγήθηκα καθαρά τα όσα έως εκείνην την ώραν μου
εσυνέβηκαν, χωρίς να αφήσω τίποτε και οπόταν ετελείωσα να μιλήσω,
ο νέος που ευρίσκονταν εκεί, άρχισεν να μιλήση και μου είπεν, εσύ
είσαι ένας πλάνος, και εσύνθεσες ένα γελοιώδη μύθον, όχι διά άλλο,
παρά διά να μας συγχίσης την ησυχίαν μας και την ευτυχίαν μου. Μα
γελάσαι, ταλαίπωρε, ακολούθησε να λέγη μετ' οργής, αν απαντεχαίνης
να μας πλανήσης επειδή και εγώ σήμερον εστεφανώθηκα την Γαντζάδα,
την οποίαν θέλω να χαρώ διά πάντα. Εις ετούτα τα υστερινά λόγια,
που με έκαμαν να τρομάξω, εκύτταξα τον αδελφόν μου και την γυναίκα
μου, και μου εφάνησαν βουβοί και αντραλωμένοι. Τι είναι τούτο που
ακούω, εφώναξα; η Γαντζάδα της οποίας την σταθερότητα επίστευα
όμοιαν με την εδικήν μου, η Γαντζάδα, είπα, υπανδρεύθη με άλλον
άνδρα; Ήθελα να ακολουθήσω· μα μου ήλθε λιποθυμία και με εμπόδισε
να ειπώ άλλο.
Απεράσαμεν την νύκτα εις διάλεξες, ο νέος και εγώ. Όσον
περισσότερον εβεβαίωνα ότι ήμουν ο Αμπουλβάρης, τόσον περισσότερον
εκείνος απέδειχνεν ότι θα ήτο το εναντίον, και πως ήμουν ένας
πλάνος. Η Γαντζάδα και ο αδελφός μου έστεκαν χωρίς να ομιλήσουν
και εκυττάζονταν ανάμεσόν τους, γεμάτοι από εντροπήν· τέλος πάντων
φθάνοντας η ημέρα ήλθαμεν και οι τέσσαρες εις τον Κατήν. Αυθέντη,
του είπεν ο νέος, εχθές με εστεφάνωσες με την Γαντζάδα, μα η
υπανδρεία δεν εχάλασεν ούτε εφθάρη· ετούτος ο ξένος που βλέπεις
ήλθεν εψές την νύκτα δια να συγχίση το στεφάνωμά μας· θέλει να
ειπή ότι είναι ο άνδρας της Γαντζάδας, και να τολμά να κράζεται ο
Αμπουλβάρης.
Ο Κατής ταράζοντας το κεφάλι είπε, πως εγνώριζε καλώς τον
Αμπουλβάρην, και ότι εγώ με κανέναν τρόπον δεν τον επαρομοίαζα·
έπειτα θεωρώντας την Γαντζάδα είπε· και συ ω ωραία κυρά, τι
στοχάζεσαι διά τούτον τον άνθρωπον; τον πιστεύεις διά άνδρα σου;
Αυθέντη, αυτή απεκρίθη· αν θέλης να ειπώ την αλήθειαν, που οι
οφθαλμοί μου δείχνουν δεν είναι αυτός εκείνος· αυτός δεν έχει άλλο
που να τον παρομοιάζη, παρά την φωνήν. Ω κριτά των Μουσουλμάνων,
είπα τότε του Κατή, σε παρακαλώ να με ακούσης· κύτταξε καλά μην
κάμης μίαν απόφασιν άδικην· αν εγώ εματαβάλθηκα από την μορφήν μου
το αίτιον είνε τα συμβεβηκότα μου, η κατοίκησις που έκαμα εις το
κέντρον της γης μου επροξένησεν ετούτην την μεταλλαγήν.
Τι παράξενα πράγματα μας παρασταίνεις; εφώναξεν ο κριτής· ένας
άνθρωπος ζωντανός ημπορεί να κατοικήσει εις το κέντρον της γης;
Χωρίς αμφιβολίαν, του απεκρίθηκα, και αν ορίζης είμαι έτοιμος διά
να σου διηγηθώ τα όσα μου εσυνέβηκαν. Με αντίκοψεν ευθύς εδώ ο
νέος, και γυρίζοντας προς τον Κατήν λέγει· Αφέντη, ήξευρε πως
αυτός έχει προητοιμασμένον ένα μύθον· αυτός θέλει σου διηγηθή
πράγματα παράξενα, να μη τον πιστεύσης. Σιώπα εσύ, του λέγει ο
Κατής, θέλω να τον ακούσω. Μίλησε, μου λέγει· και σε βεβαιώνω πως
θέλω κάμει δικαιοσύνην.
Άρχισα τον ίδιον καιρόν να διηγούμαι το υστερινόν μου ταξείδιον με
όλες τες περίστασες· και αφού ετελείωσα την ιστορίαν μου, ο Κατής
εθεώρησε την Γαντζάδα, τον αδελφόν μου και τον νέον. Ετούτη η
υπόθεσις τους είπε, πολλά μεγάλη μου φαίνεται, την οποίαν εγώ δεν
ημπορώ να αποφασίσω· εκείνο που ετούτος ο άνθρωπος μας διηγάται,
δεν ομοιάζει την αλήθειαν· ημπορούμεν να υποπτεύσωμεν πως αυτός ο
άνθρωπος να είνε ένας ψεύστης· μα πάλιν ποίος ηξεύρει, αν αυτός
λέγει την αλήθειαν; και διά τούτο δεν ημπορώ να ειπώ άλλο, παρά
να υπάτε εις την Μέκκαν, να εύρητε τον Αλημπέν Αμπιταβάλ, γαμβρόν
του Μωάμεθ, και τον μέγαν Ομάρ αρχηγόν των πιστών· το πράγμα έχει
μεγάλην χρείαν να έλθη εις το φως, το οποίον αυτοί μοναχά ημπορούν
να το κρίνουν.
Κατά την απόφασιν του Κατή εμισεύσαμεν ευθύς διά την Μέκκαν και οι
τέσσαρες· και ύστερον από ένα ευτυχισμένον ταξείδι εφθάσαμεν εις
το παλάτι του Ομάρ, ο οποίος ευθύς που ήκουσε τα συμβεβηκότα μου
μού είπε· αυτό όλον που μου εδιηγήθης είνε πολλά εξαίρετον διά να
σε πιστεύω, κάνει χρεία να υπάγωμεν εις το μνήμα του προφήτου εκεί
που ο γαμβρός του Μωάμεθ ευρίσκεται, και αυτός θέλει μας ειπεί
εκείνο που ημπορούμεν να στοχασθούμεν, δι' αυτό το θαυμαστόν
διήγημα που ήκουσα.
Επήγαμεν με τον Ομάρ εις τον τάφον του προφήτου εις τον οποίον
ηύραμεν τον Αλή, που επροσκυνούσεν επάνω εις εκείνον τον τάφον. Ω
μεγάλε γαμβρέ του προφήτου του είπεν ο Ομάρ· εγώ σου φέρνω έναν
άνθρωπον, ο οποίος μου διηγάται πράγματα τόσον ολιγόπιστα, που δεν
ημπορώ να καταπεισθώ να τα πιστεύσω. Ο Αλή μου εζήτησε το όνομα,
προς τον οποίον είπα πως Αμπουλβάρης ονομάζομαι από την Μπάσραν·
τότε αυτός σηκώνοντάς τα μάτια εις τον ουρανόν εφώναξεν με πολλήν
χαράν. Ω προφήτα του Θεού, εσύ μου είπες την αλήθειαν. Αυθέντη,
ακολούθησεν αυτός να λέγη γυρίζοντας προς τον Ομάρ, κάνει χρεία να
πιστεύσης τα συμβεβηκότα, που σου διηγείται· ετούτο, ο άνθρωπος
δεν είνε πλάνος επειδή και ο Μωάμεθ μου έδωσε την είδησιν από
πολύν καιρόν πως ένας ονόματι Αμπουλβάρης, μέλλει να έλθη μίαν
ημέραν εις τον Κιαμπέ, και θέλει μου διηγηθή πράγματα παράδοξα και
αληθινά· ετούτη η ημέρα το λοιπόν ήλθε τέλος πάντων, και ο
Αμπουλβάρης πρέπει να μου πληρώση την περιέργειάν μου με την
διήγησιν του. Τότε εγώ του εδιηγήθηκα και αυτουνού τα όσα επέρασα,
και έφερα τον λόγον μου απάνω εις τον βασιλέα των τελωνίων
Μουσούλμα, διά τα όσα μου επαράγγειλε να ειπώ του Ομάρ και του
γαμπρού του Μωάμεθ. Αυτοί έμειναν εκστατικοί εις τα όσα τους
εδιηγήθηκα, και αμφότεροι με αγκάλιασαν λέγοντάς μου πως ήμουν ο
πλέον ευτυχισμένος άνθρωπος, που θα ήτον εις την γην, επειδή και
είδα πριν αποθάνω την διωρισμένην κατοίκησιν των δικαίων, και
φίλων του Μωάμεθ, ύστερον από ετούτην την θνητήν ζωήν.
Τότε αυτοί αποφασίζοντας, ότι εγώ ήμουν ο Αμπουλβάρης απεδίωξαν
τον νέον, και μου επέστρεψαν την Γαντζάδα. Έπειτα ο Ομάρ έκαμε να
εβγάλη από τους θησαυρούς του διακόσιες χιλιάδες φλωρία, και μου
τα έδωσε με εκατόν σκλάβους, και εκατόν καμήλια. Εγώ εξαναγύρισα
εις την Μπάσραν με αυτόν όλον τον πλούτον έζησα με την Γατζάνδα με
την ιδίαν αγάπην που της είχα· δεν την ωνείδισα διά την
ανυπομονησίαν που έλαβε διά να ξαναπανδρευθή· αλήθεια είναι πως
αυτή έδειξε πολλήν θλίψιν εις αυτό που έκαμεν, και διά τούτο την
εσυμπάθησα. Ο αδελφός μου εις τον καιρόν που έλειψα εκυβέρνησε
κακώς τα υπάρχοντά μου, και σχεδόν τα εκατάφθειρε· και εις τον
ίδιον καιρόν έκαμε και την Γαντζάδα να στεφανωθή εκείνον τον νέον,
όντας φίλος του· δεν εμεταχειρίσθηκα τον αδελφόν μου διαφορετικώς
από την γυναίκα μου· και αλησμονώντας τα περασμένα, άρχισα να ζω
καθώς και το πρώτον με μεγαλώτατα έξοδα· έξω από το δώρημα του
Ομάρ, το οποίον ήτον αρκετόν διά να ζήσω καθώς ήθελα, έλαβα την
καλήν τύχην διά να εύρω ένα θησαυρόν εις το σπήτι μου πολλά
πλούσιον και ούτως έκαμα μεγάλα πλούτη, που δεν φθάνω να τα φθείρω
με όλην ετούτην την πολυέξοδον ζωήν που κάνω.
&Τέλος της ιστορίας του Βεδρεδίν Λώλου και των δύο συντρόφων του.&