ένα τέτοιον μακρυνόν ταξείδιον· εκαταπείσθη τέλος πάντων εις τα
δικαιολογήματά μου, με τες ελπίδες που έμελλα να γυρίσω φορτωμένος
από πλούτη εις την Μπάσραν, και ότι υστερώτερα θα ήθελον απεράσει
με αυτήν ευτυχώς δίχως να λάβω άλλην χρείαν να ταξειδεύσω. Εμβήκα
λοιπόν εις συντροφιάν με ένα γνώριμόν μου πραγματευτήν και
αγοράσαμεν διάφορες πραγματείες διά να τες πουλήσωμεν εις το
Σουράτ, και από εκεί να φέρωμεν άλλες εις την Μπάσραν. Φθάνοντας η
ημέρα του μισευμού μου έχυσα πολλά δάκρυα διά την Γανζάδα, και
είπα του Ούρμα αγκαλιάζοντάς τον· αδελφέ μου εις εσένα αφίνω την
επιμέλειαν του σπητιού μου και των πραγμάτων μου· επιμελήσου διά
την τιμήν μου, και πρόσεχε όσον είνε το δυνατόν την αγαπημένην μου
Γαντζάδα, και μη την αφήσης να της λείψη τίποτε· φύλαξε ακριβώς το
αυτό αμανάτι που σου αφίνω, εις τον γυρισμόν μου να το εύρω καθώς
σου το άφησα.
Ο Ούρμας εις ετούτα τα λόγια μου μού έταξεν επάνω εις την τιμήν
του, ότι θα φυλάξη τα πάντα με κάθε ακρίβειαν, και πως να μην έχω
καμμίαν έγνοιαν, και να στέκωμαι με την καρδίαν μου πολλά ήσυχην.
Πιστεύοντας εγώ τα όσα μου έταξεν, εμίσευσα με το πνεύμα μου
ήσυχον. Εκάμαμεν πανιά, και εφθάσαμεν εις το Σουράτ με έναν αέραν
πολλά αρμόδιον, που δεν μας άφησε τελείως· εκεί επουλήσαμεν, με
πολλά κέρδη τες πραγματείες μας, και αγοράσαμεν άλλες από τις
οποίες εκάναμεν λογαριασμόν ότι θα εκερδίζαμεν εις το ένα τέσσαρα.
Και αφού ετελειώσαμεν κάθε μας υπόθεσιν, επισπεύσαμεν διά να
γυρίσωμεν εις την Μπάσραν.
&Συμβεβηκός Ζ'. του Αμπουλβάρη.&
Το καράβι μας αρμένιζε με τα πανιά γεμάτα, και ελογαριάζαμεν ότι
θα φθάσωμεν ευτυχώς με αυτόν τον αέρα εις την ποθουμένην πατρίδα
μας. Μα εις μίαν νύκτα εσηκώθη μία φουρτούνα τόσον σφοδρά, που
ηναγκάσθημεν να παραιτηθούμεν εις την διάκρισίν της, της οποίας η
σφοδρότης μας έβγαλεν έξω από την στράταν μας, και ήλθε το καράβι
μας και ετσακίσθη εις μίαν ξέραν, σιμά εις ένα ερημονήσι. Όλοι οι
άνθρωποι της συντροφιάς επνίγησαν έξω από εμένα και του συντρόφου
μου· ερριχθήκαμεν εις τον σκύφον με πολλήν ογληγορότητα, και με
τούτο το μέσον αφεθήκαμεν εις την ορμήν των κυμάτων. Μα αλλοί εις
εμέ! από ένα κίνδυνον της φουρτούνας επάσχαμεν διά να γλυτώσωμεν,
και εις άλλο χειρότερον επέσαμεν· είμεθα πλησίον να πιάσωμεν γην,
και εις το αναμεταξύ που ηθέλαμεν να έβγωμεν, ιδού και έρχεται
ένας μεγαλώτατος κορκόδειλος προς ημάς· εκείνο το φοβερόν θηρίον
πλησιάζοντας προς τον σκύφον μας, με την ουράν του τον εκτύπησεν,
που τον έκαμε πολλά κομμάτια. Ημείς με το να μην είμεθα ακόμη
εβγαλμένοι εις την γην, επέσαμεν ευθύς εις το νερόν εις τον ίδιον
καιρόν το θηρίον ανοίγοντας το στόμα του εκατάπιε τον σύντροφόν
μου· και εγώ εις αυτό το αναμεταξύ που έτρωγε τον σύντροφόν μου,
έπιασα την γην πλέοντας, και ούτως εγλύτωσα από τον κίνδυνον του
θηρίου.
Περιπατώντας το λοιπόν εις εκείνο το έρημον νησίον έφθασα σιμά εις
μίαν βρύσιν, της οποίας το νερόν ήτον τόσον άσπρον, που εφαίνετο
ωσάν το κρύσταλλον· εγώ έπια από αυτό, και το ηύρα εις την γεύσιν
νόστιμον ωσάν ένα πολύτιμον σερμπέτι· έμασα ύστερον κάποια χόρτα
που εκεί κοντά ήτον, και τα έφαγα, τα οποία ήτον νοστιμώτατα·
εστοχάσθηκα εκείνην την τοποθεσίαν, που η φύσις την εστόλισε με
τόσα διαφορετικά πράγματα και όλος καταπονημένος καθώς ήμουν
ευχαρίστησα τον ουρανόν, που το ολιγώτερον με έφερεν εις ένα τόπον
που δεν εφοβούμην ν' αποθάνω από πείναν και δίψαν. Μα στοχαζόμενος
τα άγρια ζώα, που ημπορούσαν να είνε εκεί, και διά να μη με
καταφάγουν, μου εμβήκε κάποιος φόβος, και με έκαμε να μην αναπαυθώ
εκεί διά πολλήν καιρόν, με όλον που είχα πολλήν χρείαν.
Επερπάτησα το λοιπόν, και ήλθα εις ένα λόγγον, του οποίου τα
δένδρα ήτον όλα από αλοήν, και πυξάρι. Και αφού επεριπάτησα εις
αυτόν τριακόσια πατήματα, ευρέθηκα σιμά εις ένα λιβάδι σκεπασμένον
από χιλίων λογιών λουλούδια, που ευωδίαζαν τον αέρα. Εις το μέσον
ετούτου του λιβαδιού εφαίνονταν ένα δένδρον πολλά υψηλόν και
φουντωτόν, που έκανεν έναν χαριέστατον ίσκιον, εις την ρίζαν του
οποίου ήτον μία τέντα από μεταξωτόν, και υποκάτω αυτής ήτον ένα
κρεββάτι με έναν άνθρωπον, που εφαίνονταν πως θα κοιμάται και είχε
το ζερβί του χέρι ακουμπισμένον επάνω εις μίαν κασσελοπούλαν
χρυσήν, και ένας δράκοντας φοβερός έστεκε σιμά του, και εκρατούσεν
εις το στόμα του μίαν καραφοπούλαν με βάλσαμον, και κάθε ολίγον το
επλησίαζεν υποκάτω εις τα ρουθούνια του.
Εις τούτο το θέαμα έμεινα νεκρός από τον φόβον μου. Αλλοί εις εμέ,
είπα εις τον εαυτόν μου· τι το όφελος που εγλύτωσα από την
θάλασσαν, και από τον κορκόδειλον και ήλθα διά να γένω φαγητόν
ετούτου του δράκοντος; και αντίς να πλησιάσω εις την τέντα, έφυγα
και εκρύφθηκα εις κάποια δενδράκια, από τα οποία εβάλθηκα να
θεωρήσω τον άνθρωπον και τον δράκοντα. Και αφού διά αρκετόν
διάστημα εθεωρούσα εκεί, βλέπω αιφνιδίως, να έβγη από την τένταν ο
δράκων, και σηκωνόμενος εις τον αέρα με μεγάλην ορμήν, έγινεν
άφαντος από τα μάτιά μου. Αφού εξεμάκρυνεν αυτός ο δράκων, επήρα
θάρρος, και γεμάτος από περιέργειαν εκίνησα προς την τένταν, διά
να ιδώ τι άνθρωπος ήτον εκείνος που εκεί εκοιμώνταν και
εμβαίνοντας μέσα εις αυτήν, τον είδα ωσάν να εκοιμώνταν, ο οποίος
έδειχνε πως ήτον έως εκατόν είκοσι χρονών ηλικίας, και εφαίνονταν
πως να ήτον ακόμη ζωντανός, με όλον που ήταν πολλοί αιώνες που
ήτον αποθαμμένος· εστάθηκα καμπόσον διά να στοχασθώ με επιμέλειαν·
επήρα έπειτα την κασσέλαν την χρυσήν, εις την οποίαν είχε το χέρι
του ακουμπισμένον, και ανοίγοντάς την έβγαλα κάποια σανιδάκια
παλαιά επάνω εις τα οποία έστεκαν γραμμένα τα ακόλουθα λόγια·
«Ασή, υιός του Βραχία, και μέγας βεζύρης του Σολομώντος, είμαι εγώ
που εδώ με βλέπετε· εγώ βλέποντας πως επλησίαζα εις τον θάνατον,
εδιάλεξα ετούτο το έρημον νησί, διά να αφήσω το θνητόν μου κορμί
υποκάτω εις ετούτην την τένταν προς ωφέλειαν του ανθρωπίνου
γένους. Ας ηξεύρουν λοιπόν εκείνοι, που εις ετούτο το νησί από
κακήν τους τύχην ήθελαν φθάσει, πως δεν θέλουν μεταγυρίσει εις
τους τόπους τους, αν δεν ανδρειευθούν, και τολμήσουν να βαλθούν
εις τους πλέον φοβερωτάτους κινδύνους που είναι. Και αν τίποτε δεν
τους ήθελε φοβίση, ας περιπατήσουν προς τα δυτικά μέρη, και θέλουν
φθάσει εις την ρίζαν ενός βουνού, εις την οποίαν θέλουν εύρει μίαν
μεγάλην τρύπαν, εις την οποίαν ανδρείως ας έμβουν εις αυτήν, και
ας περιπατήσουν χωρίς να σταθούν έως που να φθάσουν εις ένα μέγα
λιβάδι, του οποίου η ωραιότης θέλει τους θαυμάσει· με τούτο το
μοναχόν μέσον ημπορούν να ελευθερωθούν από τούτους τους τόπους».
Αφού ανέγνωσα αυτά τα γράμματα, εφίλησα με όλον, το σέβας τες
ερμηνείες του Ασή· έπεσα κατά γης και παρεκάλεσα τον ουρανόν μετά
πολλών δακρύων, διά να με βοηθήση να λυτρωθώ από αυτούς τους
κινδύνους, που έχω να συναπαντήσω, καθώς και με εδυνάμωσε, και
εβγήκα και από τα πηγάδια! Τότε χωρίς να χάσω καιρόν, επεριπάτησα
προς την δύσιν, και εις ολίγον διάστημα έφθασα εις την ρίζαν του
βουνού, εκεί που κατά αλήθειαν εθεώρησα μίαν μεγαλωτάτην τρύπαν
της οποίας το φοβερώτατον σκότος που εφαίνοντον με εμπόδιζεν από
το να έμβω εις αυτήν· Μα εγώ πολλά βέβαιος εις τες ερμηνείες του
Ασή δεν εφοβήθηκα τίποτε· εμβήκα χωρίς αντίρρησιν, και
επεριπατούσα εις τα τυφλά, με το να ήμουν περικυκλωμένος από ένα
βαθύτατον σκότος· αγροικούσα όμως ότι θα επήγαινα όλο εις τον
κατήφορον, και περιπατώντας πάντοτε χωρίς να αναπαυθώ έλαβα αιτίαν
να στοχασθώ, ύστερον από δεκαπέντε, ή είκοσι ώρες περιπάτημα ότι
έκανε χρεία πως εγώ θα εκατέβαινα εις τα καταχθόνια να εύρω τα
τελώνια της γης. Τέλος πάντων το σκότος που με εμπόδιζεν εδιαλύθη,
και εξαναθεώρησα το φως της ημέρας που ελόγιαζα να το έχασα διά
πάντα. Εφανερώθη ευθύς εις τους οφθαλμούς μου ένα λιβάδι γεμάτον
από διαφόρων λογιών λουλούδια και άνθη, που δεν είχα μεταϊδεί, και
δένδρα φορτωμένα από ωραίους καρπούς· επλησίασα εις ένα από αυτά
τα δένδρα, και έφαγα από τον καρπούς τους, έπειτα εκάθησα εις τα
χόρτα διά να αναπαυθώ ολίγον, και απεκοιμήθηκα εις ένα βαθύτατον
ύπνον. Και οπόταν εξύπνησα, είδα ολόγυρά μου δώδεκα τελώνια μαύρα
και ξερακιανά, τα οποία είχαν τα μάτια φλογερά, και είχαν σχεδόν
μορφήν ανθρωπίνην, και μερικά από αυτά είχαν εις την μέσην του
μετώπου τους από ένα κέρατον μακρύ, και όπισθεν είχαν ουράν
σκύλου, και άλλα είχαν σημάδια παράξενα, που δεν ημπορώ να τα
διηγηθώ·
Υιέ του Αδάμ, μου είπεν ένα από αυτά διά ποίαν τύχην ευρίσκεσαι
ανάμεσα εις τα τελώνια της γης; Αυτωνών τότε τους εδιηγήθηκα τα
συμβεβηκότα μου. Και ένα άλλο υστερώτερον μου είπεν. Έλα να
κατοικήσης με ημάς, και βεβαιώσου πως δεν θέλομεν σε βλάψει· και
οπόταν διά κάποιον καιρόν ήθελες μας δουλεύσει, εις ανταμοιβήν
θέλομεν σε φέρει εις εκείνον τον τόπον, που επιθυμάς να ευρεθής.
Δεν έδειξα δυσκολίαν διά να δεχθώ το πρόβλημα που μου είπεν.
Έκαμες καλά, μου απεκρίθηκαν, να κλίνης θεληματικώς, επειδή και
στανικώς, ηθέλαμεν σε φέρει εις την συντροφιάν μας. Έτσι λέγοντάς
με επήραν και με εσήκωσαν εις τον αέρα, και με έκαμαν να περάσω
από πάνω από διάφορα βουνά, και εγυρίσαμεν διάφορες θάλασσες, διά
να φθάσωμεν εις τες κατοικίες των, αι οποίαι δεν ήτον άλλο παρά
ένα αναρίθμητον πλήθος σπηλαίων υπογείων, και τρύπες εις τα βουνά·
και εις κάθε ένα από αυτά εκατοικούσεν από ένα τελώνιον.
Εστάθηκα ένα ολόκληρον χρόνον με αυτά τρεφόμενος από χόρτα, διότι
εκείνων των τελωνίων η τροφή έστεκεν όλον εις κόκκαλα, των οποίων
οι άνθρωποι τρώγοντας το κρέας τα έριχναν. Και διά να μη τους
λείψη αυτή η ζωοτροφία, είχαν επιταυτού διωρισμένα διάφορα
τελώνια, που επήγαιναν διά να τα μαζώνουν, και να τους τα φέρουν
από όλον τον κόσμον. Ξεχωριστά δε από αυτά τα τελώνια έφερναν το
περισσότερον μέρος από τα κόκκαλα των αλόγων, που έτρωγαν οι
Ταρτάροι, τα οποία τα είχαν διά το πλέον ευγενικώτερον φαγί, και
τα έτρωγαν με πολύν πόθον. Η δυστυχισμένη ζωή, που έκανα με εκείνα
τα κατηραμμένα τελώνια, και η ανάγκη εις το να είμαι σκλάβος των
μου επροξενούσαν μέγαν πόνον και εκείνο που περισσότερον
εδιαπερνούσε το πνεύμα μου από πλέον ζωντανόν πόνον, ήτον η
καταφρόνεσις που έκαναν του Αλκοράνου, και του Μωάμεθ· με
εμπόδιζαν από το προσκύνημά μου, και από το να παίρνη αμπτέστι και
να πλένωμαι· και εγώ με όλα αυτά τα εμποδίσματα, ηξεύροντας βέβαια
πως ήθελα να κακοπάθω αν τους επαράκουα δεν επαρατούσα με όλον
τούτο να κλέφτω τον καιρόν, και να κάνω συχνώς με κρυφόν τρόπον
εκείνο που μου εμπόδιζαν.
Μίαν ημέραν, που ευρισκόμουν μοναχός εις το σπήλαιον που εδούλευα,
επήρα αμπτέστι και άρχισα να κάμω το προσκύνημά μου, και εις το
αναμεταξύ που έλεγα κάποια λόγια από το Αλκοράνι, άκουσα να
αντιβοήση ο αέρας από βοές χαρμόσυνες και από ψαλμωδίες εις δόξαν
του Υψίστου. Μένοντας εκστατικός εις τα όσα ήκουα, εβγήκα ευθύς
από το σπήλαιον διά να καταλάβω το αίτιον μιας τόσον μεγάλης
μεταβολής· είδα τελώνια ενδυμένα λευκά με φακιόλια, καλά θρεμμένα
και τόσον εύμορφα, όσον άσχημα ήτον τα άλλα. Ετούτες οι δύο φυλές
των τελωνίων επολέμησαν ανάμεσόν τους, και τα εύμορφα νικώντας τα
άσχημα εώρταζαν με τες ψαλμωδίες των εις ευχαρίστησιν του Υψίστου
την νίκην τους. Μην ημπορώντας παρά να ευχαριστηθώ εις αυτό το
θέαμα, και ανταμώνωντας την φωνήν μου με εκείνην των νικητών,
εφώναξα με όλην μου την δύναμιν· δεν είνε άλλος ουρανός παρά ένας,
και ο Μωάμεθ είνε προφήτης. Ένα πλήθος τότε από τα νικητά τελώνια
ακούοντάς με να ομιλώ με αυτόν τον τρόπον, ήλθαν εκεί που ήμουν.
Ποίος είσαι εσύ, ένα από αυτά μου είπε; και ποίος ημπόρεσε να σου
δείξη παρόμοια λόγια; ημείς δεν ηξεύρομεν ότι εις ετούτον τον
τόπον να ευρίσκεται ένας μουσουλμάνος· ειπέ μας το λοιπόν πόθεν
είσαι; και πώς ημπόρεσες να έλθης εδώ; Εγώ επλήρωσα το όσον
επιθυμούσαν, έπειτα με έφεραν εις το τελώνειον, που το ενόμιζαν ως
βασιλέα τους· αυτό μου εξέταξε παρομοίως τα ίδια, ως άνωθεν και
με τον ίδιον τρόπον του απεκρίθηκα, έπειτα μου εζήτησε το όνομά
μου και φανερώνοντάς το μου είπεν, Αμπουλβάρη, είμαι πολλά
ευχαριστημένος, που ελευθερώθης από τας χείρας των απίστων
τελωνείων· εκείνα τα κακότροπα ήθελαν μίαν ημέραν να σε
θανατώσουν· ημπορείς τώρα να χαίρεσαι, και να ευφραίνεσαι, επειδή
και είσαι με τα τελώνια, που είναι από την θρησκείαν αυτού του
Μωάμεθ ωσάν και του λόγου σου.
Εκείνος ο βασιλεύς έλαβεν από ολίγον κατ' ολίγον πολλήν αγάπην
προς εμένα και καταλαμβάνοντας, ότι ήμουν πολλά πεπαιδευμένος εις
τα δόγματα και νόμους του Μωάμεθ, με έκαμε, διά ιμάμην του, ώστε
που εγώ υπηρετούσα εις την ώραν του προσκυνήματος, και έκανα την
προσευχήν, και όλα τα άλλα της θρησκείας κατά το πρέπον· οπόταν
εγώ ενήστευα, ενήστευαν και αυτά· ανέγνωθα καθημερινώς, και τους
εξηγούσα το αλκοράνι με τες παρατήρησες· και διά ταύτα με
εσέβονταν πολλά, και τέλος πάντων έγινα πολλά ένδοξος ανάμεσά
τους, εις τρόπον που τίποτε δεν κατώρθωναν, χωρίς πρώτον να με
συμβουλευθούν, και έδειχναν πολύ σέβας εις τας κρίσεις μου·
Εσυνέβη ότι μία νύκτα ενυπνιάσθηκα πως ευρισκόμουν εις τον ιερόν
κήπον της Μέκκας, εκεί που είνε το μνημείον του Μωάμεθ, και έβλεπα
να εμβαίνη η Γαντζάδα εις τον ιερόν κήπον με το πρόσωπον πολλά
θλιμμένον και εισερχομένη εις το μνημείον του Προφήτου,
επερικαλούσε με τον ακόλουθον τρόπον «Ω Μωάμεθ, που εις εσέ
εθυσίασα τα είδωλα που επροσκυνούσα, δείξε έλεος εις μίαν γυναίκα,
η οποία πληρώνει με κάθε προθυμίαν τους νόμους σου· κάμε να έλθη ο
άνδρας μου, που δεν ειξεύρω πού ευρίσκεται, και κάμε τον να γυρίση
εις την Μπάσραν, διά να διαφεντεύση μίαν καρδίαν που αυτουνού την
εχάρισα και να με ελευθερώση από έναν παράνομον που γυρεύει να με
απατήση».
Εξύπνησα εις ετούτα τα λόγια, και μία σύγχυσις, που δεν ημπορώ να
την διηγηθώ, επλάκωσε το πνεύμα μου, και συνέλαβα από εκείνο το
όνειρον ένα κακόν προμήνυμα· εστοχάσθηκα ότι η γυναίκα μου
ευρίσκονταν συγχισμένη από κανένα τολμηρόν που έπασχε να μου
αρπάξη την τιμήν μου, και ετούτος ο σκληρός στοχασμός μου, τον
οποίον δεν ημπορούσα να εξαλείψω από το πνεύμα μου, μου επροξένησε
μίαν βαθυτάτην μελαγχολίαν. Εκατάλαβεν αυτήν ευθύς ο βασιλεύς των
τελωνίων, και μου είπεν, ω Ιμάμη, τι έχεις; μία θανατηφόρος
θλίψις φαίνεται εις τους οφθαλμούς σου εδώ και ολίγας ημέρας, ειπέ
μου τι είνε το αίτιον; Αχ μεγαλώτατε βασιλέα, του απεκρίθηκα· ένα
σκληρόν όνειρον που είδα διά την γυναίκα μου ετάραξε μεγάλως την
ησυχίαν μου, και μου άναψε την επιθυμίαν διά να την ιδώ, και διά
τούτο είμαι έτσι καθώς με βλέπεις περίλυπος. Έπειτα από αυτό με
επρόσταξε να του διηγηθώ αυτό το όνειρον και οπόταν του το
εδιηγήθηκα μου είπεν.
Εγώ αισθάνομαι μεγάλην χαράν εις τα όσα μου εξεμηστηρεύθης, και
επειδή και έχεις μίαν γυναίκα, που την αγαπάς τόσον, και που
επιθυμάς να ευρεθής σιμά της, εγώ σου τάσσω να την ιδής ογλήγορα·
μα πόση στράτα στοχάζεσαι να είνε απ' εδώ έως την Μπάσραν,
ηκολούθησεν αυτός να λέγη· ηξεύρεις που έχης να περιπατήσης
εβδομήντα χρόνους διά να φθάσης εκεί; μα με όλον αυτό το μέγα
διάστημα, εγώ θέλω σε κάμει να σε φέρη ένα τελώνιον διά να
απολαύσης την Γαντζάδα, που την είδες εις το όνειρόν σου. Και
λέγοντας έτσι με επήρεν από το χέρι, και με έφερεν εις μίαν
παραθαλασσίαν από την οποίαν μου έδειξε ένα νησί. Βλέπεις εσύ μου
είπεν, εκείνο το νησί εις το οποίον φαίνεται ένας πύργος που η
κορυφή του εγγίζει έως τα σύννεφα; Ναι, ω αυθέντη, του
απεκρίθηκα, Πολλά καλά, αυτός ξαναείπεν· αυτός είνε ένας πύργος, ο
οποίος χρησιμεύει εις φυλακήν των απίστων τελωνίων, που πέφτουν
εις τας χείρας μου, και άλλα τελώνια που δεν μου υποτάσσονται. Εις
ετούτα τα λόγια αυτός με εσήκωσεν εις τον αέρα, και με έφερε μαζή
του εις εκείνο το νησί. Επλησιάσαμεν εις την πόρταν του πύργου,
που ήτον σιδερένια, η οποία διά προσταγής του ευθύς άνοιξε. Και
εμβαίνοντας εις τον πύργον είδα τελώνια εις πλήθος πολύ φορτωμένα
αλύσους, και ανάμεσα εις αυτά εγνώρισα διάφορα από εκείνα, που
τους ήμουν σκλάβος.
Ήτον ένα ανάμεσα στα άλλα ονομαζόμενον Αφρικός, μεγάλον καθ'
υπερβολήν και φοβερόν, και άσχημον πολλά· αυτό έστεκε δεμένον με
χοντρές αλυσίδες εις έναν στύλον, εις τρόπον που του εσήκωναν την
ελευθερίαν διά να κάμη παραμικράν κίνησιν. Ο βασιλεύς γυρίζοντας
προς αυτό του είπεν. Ω ταλαίπωρε Αφρικέ ηξεύρεις πόσον εσύ μου
είσαι υπόχρεως; Ω μεγαλώτατε βασιλεύ απεκρίθη ο Αφρικός, εγώ δεν
παραβλέπω το χρέος μου· έπρεπέ μου χίλιες φορές να λάβω τα πλέον
σκληρά βασανιστήρια, και το ύψος της βασιλείας σου έδειξε την
καλωσύνην και με εσυμπάθησεν. Ας είνε, του απεκρίθη ο βασιλεύς,
εσύ ηξεύρεις πως ημπορώ να σου δώσω την ελευθερίαν; Ναι βασιλεύ,
απεκρίθη ο Αφρικός ηξεύρω την μεγάλην σου γενναιότητα, και αυτό
δεν μου είνε νέον. Σου την δίνω το λοιπόν, του είπεν ο βασιλεύς,
μα με συμφωνίαν, ότι εσύ θα φέρης ετούτον τον Μουσουλμάνον εις την
Μπάσραν, και θέλω ότι εις ολίγον διάστημα να κάμης αυτό το
ταξείδι. Θέλω τον φέρει εις τρεις ώρες του είπε, διά το θέλημά σου
που με προστάζεις. Ο βασιλεύς τότε εγύρισεν εις εμέ και μου είπεν·
ήξευρε, ω νέε, ότι ετούτος ο Αφρικός είνε ένα κακοποιόν τελώνιον
πονηρόν, επίβουλον και άνομον· δεν ημπορώ να δώσω τόσην πίστιν εις
τα όσα μου τάζει· φοβούμαι ότι θα με γελά, μα διά να μη σε βλάψη
θέλω σου δώση μίαν προσευχήν, διά να την λέγης εις όλον το
διάστημα της στράτας, που ευρίσκεσαι επάνω εις τες πλάτες του, και
με αυτήν στάσου βέβαιος, πως δεν θέλει ημπορέσει να σε βλάψη. Και
εις τον ίδιον καιρόν μου ερμήνευσε την προσευχήν, και την έμαθα να
την λέγω.
Τότε ο βασιλεύς έλυσε τον Αφρικόν και με τα ίδιά του χέρια με
έβαλεν εις τες πλάτες του, και αφού μου έδεσε τα μάτια διά να μην
ιδώ πράγματα, που να με φοβήσουν εις την στράταν, μου είπεν,
Αλμποβάρη, από εσένα δεν ζητώ άλλο, παρά να ενθυμηθής να υπάς εις
την Μέκκαν διά να εύρης τον Όμαρ, βασιλέα των πιστών και τον Αλή
Βαναπτή γαμπρόν του Μωάμεθ, εις τους οποίους θέλεις ειπεί, ότι
είνε μία φυλή τελωνίων υποκάτω εις την γην, της θρησκείας του
Μωάμεθ, που ποτέ δεν τρώγουν δίχως να ειπούν το πισμελαΐ, και
παίρνουν αμπτέστι, και κάνουν όλες της συνήθειες των Μουσουλμάνων,
και που πολεμούν ημέρα και νύκτα, εναντίον εις μίαν άλλην φυλήν
τελωνίων, που είνε αποστάται εις τους νόμους του Μωάμεθ.
Του έκαμα όρκον ότι θα κάμω καθώς με επρόσταξε· και ύστερον εβγήκα
από τον πύργον με το τελώνιον, που το είχα καβαλλικευμένον.
Κύτταξε καλά, μου είπε πάλιν ο βασιλεύς, να μην αφήσης που να λες
την προσευχήν· διότι αν σταματήσης καμπόσον χωρίς να την ειπής ο
Αφρικός ημπορεί να κάμη να κινδυνεύσεις και να χαθής. Δεν μου το
επαράγγειλεν αυτό ο βασιλεύς χωρίς δικαιολόγημα και αφορμήν,
επειδή και εγνώρισα πολλά ογλήγορα την ενέργειαν, αν έστεκα μίαν
στιγμήν χωρίς να την ειπώ. Ο Αφρικός έκαμνεν ουρλιασμούς
φοβερωτάτους, οι οποίοι ευθείς έπαυον οπόταν εξανάπιανα την
προσευχήν· τώρα αγροικούσα ότι το τελώνιον με ύψωνε τώρα με
εχαμήλωνε, κάποιες φορές έκανε να γεννούνται φοβερώτατες χάλαζες,
και άλλες φουρτούνες, πιστεύοντας, ότι με αυτά τα μέσα να με
φοβίση και να με κάμη να πέσω· μα όλα ήτον ανωφελή, επειδή και
εκρατούμουν πολλά σφικτά επάνω εις τες πλάτες του.
Ως τόσον, ό,τι λογής επιμέλειαν και προσοχήν είχα εις το να λέγω
εκείνην την προσευχήν, που με έκανε να στέκωμαι ασφαλής, δεν
ημπόρεσα όλως να υποφέρω που να μην πληρώσω την περιέργειάν μου
εις ένα αλαλαγμόν φωνών, που ήκουσα εις τον αέρα· και έλαβα την
αφροσύνην να σηκώσω το δέμα από τους οφθαλμούς μου διά να ιδώ τι
ήτον. Είδα πολλά τελώνια που είχαν μορφήν θηριώδη, και επολεμούσαν
εις τον αέρα· τα φωνάγματα που έκαναν, και ο τρόπος που
επολεμούσαν, με έκαναν διά κάποιον διάστημα να παύσω από το να
λέγω την προσευχήν μου· και ο Αφρικός ευρίσκοντας τον καιρόν
αρμόδιον που δεν επροσευχόμουν, με έρριξεν εις μίαν θάλασσαν, που
επάνωθέν της είμεθα, και υπήγε να ανταμωθή με τα άλλα δαιμόνια διά
να πολεμήση. Εγώ με το να μην ήμουν μακράν από την παραθαλασσίαν,
και ηξεύροντας καλά να πλεύσω έπιασα την γην ευθύς, την οποίαν
χίλιες φορές την εφίλησα, ευχαριστώντας τον ουρανόν διά την
ελευθερίαν μου. Εχαιρόμουν που ελευθέρωσα την ζωήν μου από τα
κύματα της θαλάσσης και από τον Αφρικόν, εθλιβόμουν μεγάλως από το
άλλο μέρος, στοχαζόμενος, πως ήμουν εις μίαν έρημον, χωρίς ελπίδα
διά να ξαναϊδώ την γυναίκα μου και την πατρίδα μου.
&Συμβεβηκός Η'. του Αμπουλβάρη&
Εις το αναμεταξύ που εγώ εθλιβόμουν διά την κατάστασιν, εις την
οποίαν ευρισκόμουν βλέπω επάνω εις τα χείλη της θαλάσσης ένα
μικρόν πουλί, που εις εμένα έρχουνταν. Εγώ δεν είδα ποτέ παρόμοιον
πουλί, το οποίον μου εφαίνετο πολλά ωραίον, αυτό επλησίασεν εις το
στόμα μου την μύτην του, και μου το εγέμισεν από ένα δροσερόν και
γλυκύτατον ποτόν, έπειτα μου είπε. «Νέε Μουσουλμάνε, μην
ολιγοκαρδίζης· διατί εσύ είσαι διαλεγμένος, και εδιωρίσθης να
δουλεύσης διά παράδειγμα εις τους ανθρώπους της θρησκείας σου
επειδή και μίαν ημέραν θέλουν ακούσει τα συμβάντα σου, και θέλουν
ωφεληθή κατά πολλά». Ω ευγενικόν πουλί, εγώ εφώναξα εκστατικός εις
τα όσα μου ωμιλούσεν· ειπές μου, διά ποίον θαύμα έχεις εσύ την
χάριν να μιλής ως άνθρωπος; Εγώ είμαι απεκρίθη αυτό το πουλί του
προφήτου Ισαάκ και έχω το χρέος να αγρυπνώ εις ετούτην την
θάλασσαν, διά να βοηθώ τους ταλαιπώρους ανθρώπους, που έρχονται
εις ετούτους τους τόπους, και ξεχωριστά τους Μουσουλμάνους· ώστε
που αντί να θλίβεσαι, χαίρου και στάσου βέβαιος, ότι είνε
ανταμοιβή εις τους καλούς διά τα βάσανα που υποφέρουν εις την
πρόσκαιρον ταύτην ζωήν. Και αφού μου ωμίλησεν με αυτόν τον τρόπον
μου έδειξε την στράταν που έπρεπε να ακολουθήσω, βεβαιώνοντάς με
να την ακολουθήσω χωρίς να φοβούμαι παντελώς να μου συμβή τίποτε
εναντίον.
Επεριπάτησα το λοιπόν εις εκείνην την στράταν που έδειξε· και το
θαυμασιώτερον και το παραδοξότερον είνε που επεριπάτησα σαράντα
ημερών διάστημα χωρίς να επιθυμήσω να φάγω, ή να πίω· το σερμπέτι
που εκείνο το πουλί μου έβαλεν εις το στόμα, μου εσήκωσε την
πείναν και την δίψαν. Τέλος πάντων έφθασα εις την ρίζαν ενός
βουνού, που ήτον εις το μέσον μιας ερήμου, κοντά εις την οποίαν
είδα ένα παλάτι ευμορφώτατον από πέτρες άσπρες κτισμένον, και εις
αυτό δεν εφαίνονταν κανένα παράθυρον. Εκάθησα εις έναν ίσκιον δύο
πατήματα μακράν από αυτό, και εις το μεταξύ που αναπαυόμουν,
ήκουσα αιφνιδίως μίαν φωνήν, που μου λέγει· υιέ του Αδάμ, εσύ
έφθασες εδώ εις καλόν καιρόν διά εμένα και διά εσένα. Εγύρισα
ευθύς εις εκείνο το μέρος που έβγαινεν η φωνή, διά να ιδώ, και
είδα ένα άλλο Αφρικόν τελώνιον ξαπλωμένον κατά γης, πολλά
μεγαλύτερον από τον Αφρικόν, που με είχε ρίξει εις την θάλασσαν
και πολλά ασχημότερον· αυτό είχε τον λαιμόν ωσάν του ελέφαντος·
τον ζερβί οφθαλμόν κόκκινον ωσάν την φωτιάν· και τον δεξιόν
γαλάζιον. Έλα σιμά εις εμέ, μου είπε, διά να αναπαυθής, και μην
φοβάσαι τίποτε.
Εχρειάσθηκα εξ ανάγκης διά να υπακούσω τούτο το φοβερώτατον
τελώνιον, με όλον που η θεωρία του δεν μου έδιδε καλήν ελπίδα, και
επήγα και εκάθησα κοντά του. Εχάρηκεν αυτό εις το να με ιδή· ω
νέε, μου είπε· ποίου προφήτου είσαι ακόλουθος; του Μωάμεθ, εγώ του
είπα· τόσον το καλύτερον απεκρίθη εκείνο, επειδή και ένα τέτοιον
άνθρωπον εγώ χρειάζομαι· μελετώ να κατορθώσω ένα μεγάλον πράγμα,
το οποίον μοναχός μου δεν ημπορώ να το κάμω· μα ελπίζω με την
βοήθειάν σου να λάβω το ποθούμενον, και ημπορείς να στοχαστής, ότι
αν λάβω εκείνο που επιθυμώ, θέλω σε γεμίσει τιμές και πλούτη
υπέρμετρα, επειδή και με αυτό θέλω γίνη αυθέντης όλου του κόσμου,
και εις ανταμοιβήν θέλω σου δώσει και εσένα βασίλειον. Με
προθυμίαν θέλω σε υπακούσει, του είπα· μα δι' αυτό δεν ζητώ ούτε
κορώναν, ούτε άλλα πλούτη, παρά να με φέρης εις την Μπάσραν. Ναι
απεκρίθη εκείνος, σου ομνύω εις το κεφάλι του προφήτου σου, πως
θέλω σε φέρει πολλά καλά. Εγώ εξαναείπα· εσύ δεν έχεις να κάμης
άλλο παρά να μου δείξης το τι έχω να κάμω, και θέλω το
ακουλουθήσει με κάθε επιμέλειαν.