Δεν αφέθηκα που να κράξω εις βοήθειαν πάλιν τον ουρανόν· και ωσάν

ήμουν βέβαιος εις την βοήθειαν του εμβήκα με τόλμην εις τα έσωθεν

του βουνού· ύστερον από μιας ώρας περιπάτημα είδα ένα γέροντα

πολλά γηραλέον, ο οποίος εφαίνονταν πως δεν του έμεινε μία στιγμή

ζωής· εκάθονταν αυτός επάνω εις μίαν πέτραν σιμά εις ένα μικρόν

σπητάκι, και έτρεμεν όλος από το πολύ γηρατείο. Και αφού τον

εχαιρέτησα όντας πλησίον του, τον ερώτησα διά να μου ειπή διατί τα

καράβια που απερνούν από εκείνην την θάλασσαν ετραβιόνταν με τόσην

βίαν εναντίον εις την θέλησίν των, προς ετούτο το βουνόν, και

ποίος ήτον ο αυτουργός αυτής της μαγείας, με της οποίας την

δύναμιν τα έκανε να ξαναγυρίσουν εις την θάλασσαν, και να πιάνουν

την στράταν των;

Εσηκώθη εις τα λόγια ο γέρων, και ακουμπώντας εις την ράβδον του

με το κεφάλι τρεμάμενον μου είπεν, ότι τα καράβια ετραβιόνταν προς

το βουνόν, με το να ήτον αυτό το βουνόν από μαγνήτην, και διά την

δύναμιν του χαμαϊλιού, που ήτον εις εκείνο το τύμπανον το οποίον

δεν ηξεύρω ποίος το εκατασκεύασε· μα αν ήμουν περίεργος να μάθω

αυτό το μυστήριον, έπρεπε να ακολουθήσω το περπάτημά μου, και

ήθελα συναπαντήσει τον αδελφόν του, που ήτον πλέον γεροντότερος

από αυτόν, και αυτός ήθελε μου δώσει καμμίαν είδησιν δι' αυτό.

Ακούοντας έτσι ευθύς εμίσευσα από αυτόν, και ύστερον από ολίγην

ώραν, ηύρα τον δεύτερον γέροντα· ετούτος εφαίνονταν νεώτερος από

τον άλλον, και τότε άρχιζαν να ασπρίζουν τα μαλλιά του, ώστε που

ημπορούσε να νομισθή υιός του πρώτου και όχι μεγαλύτερός του. Τον

ερώτησα και αυτόν ωσάν τον άλλον, αν ήξευρε ποίος εκατασκεύασεν

εκείνο το χαμαϊλί. Όχι, μου απεκρίθη, δεν το ηξεύρω· μα ο αδελφός

μου ο πλέον γεροντότερος, που θέλεις εύρει παρεμπρός, ελπίζω πως

θέλει σου το φανερώσει. Ακολούθησα να περιπατώ και είδα πολλά

ογλήγορα και τον τρίτον γέροντα που εδούλευε την γην· αυτός δεν

είχε μίαν τρίχα άσπρην εις το κεφάλι του, και μου εφαίνονταν τόσον

δυνατός, που δεν ημπορούσα να στοχασθώ πως ήτον ο πλέον

γεροντότερος από τους άλλους δύο.

Ω πατέρα μου, του είπα, ηύρα δύο γερόντους, που ενέμπαιξαν μετ'

εμένα· τους παρεκάλεσα να μου ειπούν ποίος ήτον ο αυτουργός του

χαμαϊλιού, που είνε στο βουνόν, και μου απεκρίθησαν ότι δεν το

ηξεύρουν μα πως είχαν ένα αδελφόν μεγαλύτερον, που ημπορούσε να

μου το φανερώση. Εχαμογέλασεν ο γέροντας, επάνω εις ότι του είπα·

και μου απεκρίθη· Ω υιέ μου, αυτοί σου είπαν την αλήθειαν πως και

οι δύο είνε μικρότεροι από εμένα, και διά να σε βεβαιώσω άκουσον

το αίτιον. Ο πρώτο, που εσυναπάντησες είνε ο πλέον νεώτερος, δεν

έχει άλλο παρά πενήντα χρόνους, και αν είνε φθαρμένος και

υπέργηρος είνε το αίτιον που έλαβε κακήν γυναίκα, και κακά παιδιά,

και η θλίψις τον έφερεν εις αυτήν την κατάστασιν· ο δεύτερος έχει

εβδομήντα πέντε χρόνους, και φαίνεται να είνε πλέον νεώτερος και

δυνατώτερος από τον άλλον και αυτός είνε με το να έλαβε καλήν

γυναίκα χωρίς να κάμη παιδιά. Και όσον δι' εμένα που είμαι πλέον

γέρος, και φαίνομαι πλέον νεώτερος, από τους αδελφούς μου με όλον

που απερνώ τους εκατόν χρόνους· αυτό είνε με το να μην ηθέλησα

ποτέ να υπανδρευθώ. Διά δε το χαμαϊλί, ακολούθησε να λέγη, που

επιθυμείς να γνωρίζης τον αυτουργόν, ενθυμούμαι να ήκουσα εις την

νεότητά μου, ότι το εσύνθέσεν ένας θαυμαστός μάγος Iνδιάνος, και

άλλο περισσότερον δεν ηξεύρω. Τον ερώτησα ύστερον αν είνε καμμία

χώρα πλησίον κατοικημένη. Ναι μου απεκρίθη· ακολούθησε αυτήν την

στράταν, και πολλά ογλήνορα θέλεις φθάσει εις μίαν μεγάλην χώραν

παραθαλάσσιον· μα φυλάξου μην έβγης από την ίσιαν στράταν· διατί

αν πάρης μίαν που είνε στα ζερβά θέλει σε φέρει εις ένα λόγγον,

εις τον οποίον κατοικούν άνθρωποι κακοί· αυτοί καταγίνονται εις το

να φτειάνουν το σαπούνι, και έχουν συνήθειαν να ρίχνουν εις τα

καζάνια που το βράζουν, όσους ξένους που από κακήν τους τύχην

ήθελαν καταντήσει προς αυτούς, με το να θέλουν αυτοί, το σαπούνι

τους να γίνεται πολλά καλύτερον από όσον ευρίσκεται εις τον κόσμον

με το να είνε καμωμένον από το πάχος των ανθρώπων.

Ευχαρίστησα τον γέροντα εις τα όσα μου εφανέρωσεν, έπειτα επήρα

την στράταν που μου είπε, και τα ίσια ήλθα εις μίαν χώραν πολλά

μεγάλην, και πολυάνθρωπον. Οι στράτες και τα παλάτια ήσαν πολλά

εύμορφα και ο λιμένας γεμάτος από καράβια και από αυτό εστοχάσθηκα

ότι ήτον μία χώρα πραγματευτάδικη· και το εβεβαιώθηκα από τους

πολλούς πραγματευτάδες από διάφορες γενεές που εις αυτήν είδα. Και

μίαν ημέραν που εσεργιάνιζα εις τον αιγιαλόν βλέπω έναν άνθρωπον

να με κυττάζη τον οποίον εκύτταξα και εγώ· και αφού τον αθεώρησα

καταλεπτώς εγνώρισα που ήτον Αμπίπτης, ο κόνσουλας του πατρός μου

από το Σερενδίβ, και ύστερον που αγγαλιασθήκαμεν πολλές φορές.

Ποίος το έλεγεν, εφώναξεν εκείνος ότι εδώ θα συναντήσω τον

Αμπουλβάρην, διά ποίαν δυστυχή αιτίαν εμίσευσες από την Σερενδίβ,

χωρίς να μου δώσης την είδησιν του μισευμού σου, και να

χαιρετισθούμεν, και διά ποίαν καλήν τύχην έλαβα χάριν διά να σε

ξαναϊδώ αιφνιδίως εδώ;

Του διηγήθηκα τότε τα όσα μου συνέβηκαν με την Γαντζάδα, και τα

λοιπά που ύστερον μου ακολούθησαν. Τότε αυτός μένοντας εκστατικός

διά τα συμβάντα μου, μου είπεν αν θέλω να επιστρέψω με αυτόν εις

το Σερενδίβ, που γλήγορα μισεύει. Εγώ που δεν επιθυμούσα άλλο, του

είπα το ναι και ύστερον από δύο ημέρες εμισεύσαμεν με ένα καιρόν

πολλά αρμόδιον. Ήμουν πολλά ευχαριστημένος εις τούτη την επιτυχίαν

διά να ξαναγυρίσω εις την Σεοενδίβ, το περισσότερον διά να ξαναϊδώ

την αγαπημένην μου Γαντζάδα αν ήτον τρόπος. Εφθάσαμεν το λοιπόν

ύστερον από ολίγας ημέρας εις την Σερενδίβ με το να ελάβαμεν τον

αέρα πολλά αρμόδιον, και επήγα πάλιν και εκόνευσα εις το σπήτι του

Αμπίμπη.

&Συμβεβηκός ΣΤ' του Αμπουλβάρη&

Είχα μίαν άκραν ανυπομονησίαν εις το να μάθω καμμίαν είδησιν διά

την Γαντζάδα την οποίαν εγώ την αγαπούσα ακόμη· με όλον που δεν

είχα αιτίαν να είμαι ευχαριστημένος με αυτήν με το να μου

επιβουλευθή την ζωήν. Εβγήκα μίαν ημέρα από το σπήτι του Αμπίμπη,

με στοχασμόν διά να κάμω κάθε τρόπον να μάθω καμμίαν είδησιν δι'

αυτήν. Και εκεί που επεριπατούσα με συναντά ένας σκλάβος· αφέντη,

μου λέγει, με γνωρίζεις; Όχι, του απεκρίθηκα, μα μου φαίνεται

κάπου να σε είδα όμως δεν ενθυμούμαι. Σε γνωρίζω εγώ καλώτατα, μου

απεκρίθη εκείνος, εσύ είσαι ο Αμπουλβάρης, και ενθυμούμαι να έλαβα

την τιμήν να σε δουλεύσω εις το παλάτι της Γαντζάδας της οποίας

ήμουν και είμαι σκλάβος έως την σήμερον.

Εστάθη υπερβολική η αγαλλίασίς μου, όταν εσυναπάντησα τον σκλάβον.

Ακριβέ μου φίλε, του είπα χαρίζοντάς του ένα δαχτυλίδιον

πολύτιμον, φανέρωσέ μου την κατάστασίν της Γαντζάδας, η οποία

πάντα μου εστάθη ακριβή, με όλα εκείνα που μου έκαμεν· ευρίσκεται

αυτή εις την ίδιαν στάσιν που την αφήκα; Όχι, ω αυθέντη μου,

απεκρίθη ο σκλάβος· τα πράγματά της εμεταβάλθηκαν πολύ εδώ και δύο

μήνες. Ο βασιλέας ηθέλησεν ότι αυτή να στεφανωθή ένα πλούσιον Αγά

του παλατίου του, που την αγαπούσε· δεν ημπορούσεν αυτή να κάμη

αλλέως παρά να τον υπακούση, και με αυτόν την σήμερον ευρίσκεται

υπανδρευμένη· Σου κακοφαίνεται αυτή η είδησις, μου είπε, διά την

υπανδρείαν της; ετούτο είνε πταίξιμον εδικόν σου, που τώρα

ημπορούσες να έχης την πλέον ωραιοτάτην κυράν του κόσμου, και

αναρίθμητα πλούτη· και με αυτό πόσα πάθη και βάσανα ηθέλετε

αποφύγει τόσον του λόγου σου ωσάν και αυτή· επειδή ύστερον από τον

μισευμόν σου, αυτή έπεσεν άρρωστη, και ολίγον έλειψεν που να

αποθάνη. Τότε εγώ από αυτά τα λόγια του σκλάβου εσυντρίφθηκα

μεγάλως εις την καρδίαν μου και τον επαρεκάλεσα, να μου κάμη την

χάριν να της ειπή πως ευρισκόμουν εκεί, και πως ήμουν απελπισμένος

διά την υστέρησίν της, και μάλιστα όταν ήκουσα ότι αυτή δεν ήτον

ευχαριστημένη εις την κατάστασίν της.

Ο σκλάβος μου έταξε μεθ' όρκου, ότι θέλει κάμει καθώς του είπα·

μου είπεν όμως διά να μου ελαφρώση τον πόνον μου, ότι ήτον βέβαιος

πως η Γαντζάδα ήθελε με σπλαγχνισθή, και πως ήθελε κάμει κάθε

τρόπον διά να συνομιλήσωμεν απόκρυφα, επειδή εγνώριζε πως διά

λόγου μου να είχε πάντα την ενθύμησιν, και πως δεν ήθελε με αφήσει

εις την θλίψιν μου· και έπειτα από αυτό ο σκλάβος εμίσευσε

τάζοντάς μου ότι θα μου φέρη κάποιαν απόκρισιν. Αν αυτή η

μεταλλαγή του γραπτού της Γαντζάδας από το ένα μέρος με έθλιβεν,

αγροικούσα από το άλλο κάποιαν χαροποίησιν οπόταν εκαταγινόμουν να

στοχάζωμαι, ότι αυτή ημπορούσε να μου κάμη την χάριν να την ιδώ

κρυφίως, και ότι θα ήθελεν υποφέρει την αγάπην μου· όντας λοιπόν

εις ελπίδα τόσον χαροποιάν, ανάμενα καθημερινώς ότι ο σκλάβος θα

έλθη να μου δώση την απόκρισιν εκεί που ήμουν οικονευμένος, καθώς

τον διέταξα. Αλλ' εκαρτέρησα εις μάτην και ανωφελώς, με το να

επέρασεν ένας μήνας χωρίς να λάβω καμμίαν είδησιν διά την

Γαντζάδα· Εστοχάσθηκα τότε ότι η Γαντζάδα με το να ευρίσκονταν

ακόμη κακιωμένη, που δεν την υπήκουσα εις την θέλησίν της, δεν

άφησε πλέον τον σκλάβον διά να μου φέρη καμμίαν είδησιν δι' αυτήν.

Βυθισμένος εις αυτούς τους υστερινούς στοχασμούς, που τους

ελόγιαζα βεβαίους, επικραινόμουν μεγάλως χάνοντας κάθε μου ελπίδα

δι' αυτήν.

Τεθλιμμένος το λοιπόν δι' αυτήν την υπόθεσιν, και μην ευρίσκοντας

με κανένα τρόπον ανάπαυσιν, εβγήκα μίαν ημέραν από την χώραν και

ήλθα περιδιαβάζοντάς με αυτούς τους στοχασμούς εις ένα ναόν

ειδωλολατρών, που ήτον κτισμένος σιμά εις τα χείλη ενός ποταμού

μισήν ώραν μακράν από την χώραν. Και εκεί που επεριεδιάβαζα, βλέπω

πολλούς ιερείς των ειδώλων, που έκτιζαν εκεί σιμά μίαν καλύβαν με

καλάμια, και με άλλα είδη σύνθετα· επλησίασα εις αυτούς και τους

ερώτησα το τι εδηλούσεν εκείνο που έκαμαν. Ένας από αυτούς

γνωρίζοντάς με διά ξένον μου απεκρίθη, ότι εδώ είναι ο τόπος ο

διωρισμένος, που οι εθνικοί ενταφιάζουν τους νεκρούς, και καίουν

τα κορμιά τους, και οι γυναίκες τους απολαμβάνουν μίαν αθάνατον

δόξαν· τώρα απέθανεν ένας από τους πρώτους αφεντάδες της αυλής του

βασιλέως, του οποίου το κορμί μέλλει να καυθή εδώ και εις πέντε

ώρες με τούτον τον τρόπον που βλέπεις, και η αγαπημένη του και

πιστή γυναίκα θέλει κατακαή και αυτή εις τες ίδιες φλόγες που

έχουν να φθείρουν το κορμί του ανδρός της. Εγώ ακούοντας έτσι, και

με το να μην είδα ποτέ μίαν τέτοιαν τάξιν, με όλον που ήξευρα πως

θα εφυλάγετο εις διαφόρους τόπους της Ινδίας, απεφάσισα να σταθώ

διά να την ιδώ.

Καθώς που η ώρα ταύτης της φρικτής αποφάσεως επλησίαζεν, έτσι

εγέμιζε και εκείνος ο τόπος από αναρίθμητον λαόν, που έβγαιναν διά

να θεωρήσουν. Και καθώς εγώ επιθυμούσα διά να ιδώ καταλεπτώς αυτήν

την τάξιν, με πολλήν κόπον επήγα σιμά εις την καλύβαν, διά να ιδώ

τα πάντα, εμέτρησα εκεί περισσότερον από τριάκοντα ιερείς, οι

οποίοι εκρατούσαν εις τας χείρας των από ένα βιβλίον, και άρχισαν

να προσεύχωνται αναμένοντες εκείνην, που ήθελε να γένη θυσία.

Ήτον σχεδόν να πλησιάση η νύκτα, οπόταν ήλθεν εκείνη καβάλλα επάνω

εις ένα άλογον άσπρο πλουσίως στολισμένον, ομοίως και αυτή

στολισμένη με πλούσια λευκά φορέματα και με ένα στεφάνι από

λουλούδια εις το κεφάλι, ακολουθώντας το κορμί του ανδρός της, που

έξ άνθρωποι τον έφερναν επάνω εις τους ώμους των βαλμένον εις ένα

στολισμένον κρεββάτι· όπισθεν αυτής δώδεκα σκλάβες επάνω εις άλογα

ενδεδυμένες άσπρα φορέματα και λαμπρώς στολισμένες την

εσυντρόφευαν· και κοντά εις αυτές, πολλοί λαλητάδες με διάφορα

όργανα τες ακολουθούσαν, ήρχονταν έπειτα οι ιδικοί της και οι

φίλοι της χορεύοντες και τραγουδούντες, διά να φανερώσουν την

χαράν που είχαν, εις το να έχουν μέρος εις τες οικογένειες των,

και μέρος διά φιλενάδα, μίαν γυναίκα τόσον γενναίαν που

εθυσιάζονταν. Δύο ιερείς την εβοήθησαν να κατέβη από το άλογον,

και την έφεραν από το χέρι εις την άκρην του ποταμού, εκεί που

ήτον το κορμί του ανδρός της φερμένον. Αυτή με τα χέργια της το

έπλυνεν από την κεφαλήν έως τους πόδας έπειτα το εξανάδωσεν εις τα

χέρια των ιερέων οι οποίοι το έφεραν εις την καλύβαν, που ήταν η

πυρκαϊά· ύστερον από αυτό ήλθε και αυτή εις την ετοιμασμένην

πυρκαϊάν και την επεριτριγύρισε πολλές φορές θεωρώντας την

ετοιμασίαν της θυσίας της με πολλήν αφοβίαν έπειτα αγκάλιασεν

όλους τους ιδικούς της και φίλους, οι οποίοι ευθύς ανεχώρησαν διά

να μη την ιδούν να καή· αγκάλιασεν ακόμη και τες σκλάβες της, οι

οποίες εθρηνούσαν απαρηγόρητα· αυτή τες εχάρισε την ελευθερίαν

των, και πλέον τα διαμαντικά που είχεν επάνωθεν τους τα

εδιαμοίρασεν.

Οπόταν δε αυτή ήθελε να έμβη εις την καλύβαν διά να τελειώση την

θυσίαν της εσήκωσεν ένα χρυσόν μανδήλι, που είχεν εις την κεφαλήν,

και που της εσκέπαζε τους οφθαλμούς, το οποίον έως εκείνην τη ώραν

με είχεν εμποδίσει να την γνωρίσω με όλον που ήμουν εκεί σιμά.

Στοχασθήτε ποίας λογής εστάθη η αντράλωσίς μου οπόταν είδα, ότι

εκείνη ήτον η ποθητή μου Γαντζάδα· μεγάλε Προφήτα, τότε είπα

ανάμεσόν μου πρέπει να πιστεύσω μίαν τοιαύτην θεωρίαν; ημπορώ

τάχατες να αμφιβάλλω; είνε αληθώς αυτή η Γαντζάδα που με τόσην

ευχαρίστησιν τρέχει να αποθάνη; αχ και είνε αδύνατον να το

πιστεύσω. Μα τέλος πάντων μένοντας βεβαιωμένος, τόσον επόνεσα διά

τον θυσιασμόν της, που με έκαμε να χάσω το λογικόν μου. Ω τόσον με

συντριμμόν μέγαν της καρδιάς μου την είδα που επαραδόθη εις τα

χέρια των ιερέων, οι οποίοι αφού και την επαρακίνησαν διά να

αξιωθή με την σταθερότητά της εις την δόξαν που την εκαρτερούσε

την έκαμαν να έμβη εις την καλύβαν, και της επαράδοσαν μίαν

λαμπάδα κατά την συνήθειαν εις το χέρι διά να δώση η ιδία φωτιάν

εις την καλύβαν, και να καή μαζί με το κορμί του ανδρός της. Εγώ

μην έχοντας πλέον καρδίαν εις το να ιδώ το τέλος του θεάματος,

ετραβήχθηκα διά να έλθω εις την οικίαν του Αμπίμπη με το πνεύμα

τόσον συγχισμένον, που δεν ημπορώ να σας περιγράψω· ήμουν τόσον

περίλυπος και έξω από τον εαυτόν μου, που δεν ήξευρα το τι μου

εγίνετο, εγύριζα κάθε ολίγον τους οφθαλμούς μου προς τον τόπον της

θεωρίας, και οι φλόγες που εσηκώνονταν εις τον αέρα μου εσύντριβαν

την καρδίαν.

Φθάνοντας δε εις την οικίαν του Αμπίμπη, ο οποίος ευθύς που με

είδε με ερώτησε τι εδηλούσεν η σύγχυσίς μου και η θλίψις που

έδειχνα, του εδιηγήθηκα όλην την περίληψιν· και εκείνος ο καλός

φίλος εσυντρόφευσε με τα δάκρυά του εκείνα που εγώ έχυσα κάνοντάς

του εκείνην την διήγησιν.

Έμεινεν αυτός θαυμασμένος, πώς η Γαντζάδα ηθέλησε να θυσιασθή διά

να ακολουθήση ένα γέροντα, τον οποίον αυτή, κατά τες απόδειξες,

που ήτον, δεν αγαπούσε τόσον και περιπλέον που κάθε μία δεν ήτον

υπόχρεη να καή με το κορμί του ανδρός της, αν δεν είχε μεγάλην

αγάπην προς αυτόν. Μα αυτή καθώς βλέπω ηθέλησε να κάμη αυτό διά

κενοδοξίαν, και να την τιμήσουν ωσάν θεάν· ετούτο είνε εκείνο

χωρίς άλλο, που την επαρακίνησε διά να ζητήση τον θάνατον. Ο

στοχασμός του Αμπίμπη με ελάφρωσεν ολίγον τον πόνον μου· επειδή

και με έκαμνε να στοχασθώ πως αν η Γαντζάδα με αγαπούσε, δεν ήθελε

είνε τόσον πρόθυμη να καή με όλον που ήξευρεν από τον σκλάβον τον

ερχομόν μου εκεί· μα με όλον τούτο δεν ημπορούσα να στοχασθώ τον

γάμον της χωρίς να αγροικήσω να ανανεώνεται ο πόνος μου και διά

τούτο το αίτιον απεφάσισα να μισεύσω από κει. Και ούτως επήγα εις

τον αιγιαλόν, διά να ερωτήσω αν ήτο κανένα καράβι διά να μισεύη

διά τες Ινδίες· και ευρίσκοντας ένα, που έμελλε εις ολίγας ημέρας

να μισεύση, εχάρην εις αυτήν την συναπάντησιν· Ως τόσον επερνούσα

τες ημέρες μου εις μεγαλωτάτην θλίψιν, έως που να έλθη η ημέρα του

μισευμού μου, και ο Αμπίμπης δεν έλειπε με κάθε τρόπον που να

πασκίση να κάμη να μου διαβή αυτή η θλίψις· μα εστάθηκαν όλα

ανωφελή διά να μου εξαλείψουν την ενθύμησιν της ωραίας Γαντζάδας.

Εις το αναμεταξύ του καιρού που ήθελα διά να μισεύσω, ιδού και

έρχεται ο σκλάβος της Γαντζάδας προς εμέ, και ευθύς που με είδε

μου είπε· συμπάθησόν με, αυθέντη, αν δεν ήλθα εμπροσθήτερα να σου

φέρω την απόκρισιν εις τα όσα με επρόσταξες επειδή και εδικόν μου

δεν είναι το φταίξιμον· η κυρά μου με είχε προστάξει διά να μην

σου μιλήσω με κανένα τρόπον· αυτή με το να αγάπησε την δόξαν των

ανθρώπων, και διά να λογισθή ωσάν μίαν ηρώισσα απεφάσισε διά να

καή· δεν κάνει χρεία να μιλήσωμεν άλλο δι' αυτήν, επειδή και

πρέπει να την αφήσωμε να χαρή την δόξαν που επεθύμησε, και ας

έλθωμεν εις το αίτιον που εδώ με έφερεν· ήξευρε πως μία άλλη κυρά

πολλά πλουσία και ωραία ωσάν την Γαντζάδα, που την δουλεύω,

επιθυμά να σε ιδή· επειδή και της εδιηγήθηκα την ιστορίαν σου, και

τα όσα επέρασες με την Γαντζάδα, και από την περιέργειάν της με

έστειλε διά να σε κράξω να έλθης προς αυτήν· κάμε μου λοιπόν την

χάριν και έλα μαζί μου, και δεν θέλεις μετανοήσει που με

υπήκουσες. Έμεινα εκστατικός εις τα όσα μου είπεν ο σκλάβος του

οποίου είπα πως δεν θέλω πλέον να ιδώ καμμίαν γυναίκα, επειδή και

έχασα εκείνην που επιθυμούσα· Ο σκλάβος μού εδιπλασίασε τες

παρακάλεσες τόσον, που με εκατέπεισε διά να υπάγω να ιδώ εκείνο το

υποκείμενον που εζητούσε να με ιδή, το περισσότερον διά

περιέργειαν, παρά δι' άλλο. Ακολούθησα λοιπόν τον σκλάβον, ο

οποίος με έφερεν εις ένα μικρόν σπητάκι, και με έμβασεν εις έναν

απλούν οντά, εις τον οποίον με άφησε λέγοντάς μου ότι υπάγει να

φέρη την κυράν του. Δεν απέρασε πολύ διάστημα που εκαρτέρουν, και

ιδού εκείνη που έρχεται· μα στοχασθήτε την σκότισίν μου, εις την

οποίαν ευρέθηκα οπόταν την εθεώρησα, και εγνώρισα ότι εκείνη ήτον

η ωραιοτάτη Γαντζάδα, την οποίαν εγώ την επίστευσα ότι θα έγινε

στάκτη.

Ευθύς που εγώ την είδα, ελόγιασα πως θα ήτον ένα φάντασμα ή η σκιά

της· όθεν άρχισα να τρέμω και να εμβαίνω εις μέγαν φόβον. Αυτή

βλέποντας την σύγχυσίν μου και τον φόβον που είχα, και μην

ημπορώντας να κρατηθή από τα γέλοια, μου είπεν Αμπουλβάρη, εγώ δεν

επεθύμησα να σε ιδώ διά να σε φοβίσω· δεν είνε τούτη η σκιά της

Γαντζάδας, αλλά είνε αυτή η ιδία· η έκστασίς σου κατά αλήθειαν

είνε με κάθε δίκαιον εύλογος, επειδή και δεν ημπορεί τινάς να

θεωρήση χωρίς έκστασιν ένα υποκείμενον, που να το ηξεύρη πως είνε

πεθαμμένον· εγώ το λοιπόν είμαι εκείνη, και διά να σου αφανίσω

κάθε σου φόβον και υποψίαν, θέλω σου διηγηθή τον τρόπον που έκαμα,

διά να μην αποθάνω καθώς με ενόμιζες.

Ήξευρε λοιπόν πως πριν να υπάγω εις την πυρκαϊάν διά να θυσιασθώ,

έκραξα τον πρώτον των ιερέων, και του έταξα αργύρια, εις πολλήν

ποσότητα, διά να με ελευθερώση από την φωτιάν, που έμελλα να καώ.

Και αυτός διά την ποσότητα των χρημάτων, που του έταξα, έκαμεν ένα

υπόγειον μέσα εις την καλύβαν, και εμβαίνοντας εκεί έμεινα

αβλαβής· Και ωσάν ετελείωσεν η φωτιά εβγήκα κρυφίως, και ήλθα εις

ετούτο το σπητάκι, το οποίον είχα προετοιμασμένον επιταυτού· και

όλον ετούτο που έκαμα, το έκαμα διά την αγάπην σου, αποφασίζοντας

να αφήσω την ειδωλολατρείαν, και να γίνω Μωαμεθανή διά να σε

στεφανωθώ, και να πάμε εις την πατρίδα σου την Μπάσραν· έτσι

ηθέλησα να κάμω αυτό, διά να μην ηξεύρη κανείς πως εμίσευσα από

την πατρίδα μου με ένα Μωαμεθανόν, το οποίον ήθελε προξενήσει

πολλήν αισχύνην εις όλην μου την γενεάν. Ετούτο είνε όλον το

αίτιον ενός τοιούτου πράγματος, που σε έκαμε να μείνης εκστατικός.

Μα πώς, ω ευγενική αγάπη μου της είπα εγώ, διά εμένα λοιπόν

εμεταχειρίσθης ετούτην την μηχανήν διά να ζήσης μαζί μου

αποφάσισες να ξεμακρύνης από την πατρίδα σου, και να αρνηθής την

θρησκείαν σου; ω ωραιοτάτη Γαντζάδα, εις ετούτην την στιγμήν με

κάνεις τον πλέον ευτυχισμένον από όλον τον κόσμον. Αφού ετελείωσα

τούτα τα λόγια, έπεσα εις τα γόνατά της, και τα αγκάλιασα με

θερμότητα. Σηκώσου, Αμπουλβάρη, αυτή μου είπε, δεν ηξεύρω αν

ημπορής να επαινεθής τόσον διά την ευτυχίαν σου· η Γαντζάδα δεν

είναι πλέον μία απόκτησις τόσον πολύτιμη ωσάν που ήτον, επειδή και

εγώ δεν έχω τίποτε από τα όσα πλούτη που είχα, με το να τα έδωσα

των ιερέων και των εδικών μου που τους τα εμοίρασα, έξω από μερικά

διαμαντικά. Εγώ την απόκοψα από την ομιλίαν της και της είπα, πως

τα πλούτη της δεν τα εστοχάσθηκα, ούτε τα στοχάζομαι διά το ουδέν

έμπροσθέν της, και πως όλη μου η χαρά και ευχαρίστησις ήτον διά

την αγάπην που μου έδειχνε, και διά την αντάμωσίν της, παρά διά

τον πλούτον όλου του κόσμου.

Έπειτα από αυτά και άλλα παρόμοια που εσυνομιλήσαμεν, απεφασίσαμεν

διά να μισεύσωμεν από την Σερενδίβ το ογληγορώτερον που θα ήτον·

το οποίον ηκολούθησεν ολίγας ημέρας υστερώτερα. Όντας λοιπόν το

καράβι έτοιμον διά να μισεύση, απεχαιρέτησα τον Αμπίμπη, και

παίρνοντας τη Γαντζάδα κρυφίως διά νυκτός ήλθαμεν εις το καράβι

ομού με μερικούς σκλάβους, οι οποίοι έφερναν τα διαμαντικά της και

εκείνην την ιδίαν νύκτα εμισεύσαμεν. Εφθάσαμεν το λοιπόν ύστερον

από ένα μακρυνόν ταξείδι, όμως χωρίς κίνδυνον εις την Μπάφραν

καθώς επιθυμούσαμεν. Δεν ημπορώ να διηγηθώ την χαράν που έδειξεν ο

πατέρας μου οπόταν με είδε. Και ύστερον από τα πρώτα αγκαλιάσματα

που μου έκαμε, του επρόσφερα την Γαντζάδα φανερώνοντάς του το πως

ήτον γυναίκα μου. Αυτός την εδεξιώθη με πολλήν τιμήν με το να την

είδε τόσην ευγενικήν, συνέλαβε δι' αυτήν μίαν πατρικήν αγάπην,

οπόταν του εδιηγήθηκα ομοίως και τα ταξείδιά μου, και τα

συμβεβηκότα μου, και έμεινεν εκστατικός. Έπειτα μου είπε πως έλαβε

τα όσα μαργαριτάρια με τον καπετάνιον του είχα στείλει. Και

ύστερον από αυτά ο πατέρας μου και εγώ επήραμεν την Γαντζάδα και

την εφέραμεν εις τον Κατή και μας εστεφάνωσε κάνοντάς την πρώτον

να αρνηθή την ειδωλολατρικήν θρησκείαν και διά να εορτάση τους

γάμους μας, και ο πατέρας μου έκαμε διά μιαν ολόκληρον εβδομάδα

χαρές, και συμπόσια μεγάλα εις όλους τους φίλους του.

Ετούτη είνε η περιγραφή του πρώτου μου ταξειδιού· εσείς ηκούσατε

πράγματα ολίγον κοινά μα έχω άλλα πλέον θαυμασιώτερα ακόμη διά να

σας διηγηθώ· αύριον θέλω σας διηγηθή το δεύτερόν μου ταξείδι, και

θέλετε ομολογήσει πως ποτέ να μην έτυχαν εις κανέναν συμβεβηκότα

τόσον παράξενα, ωσάν εκείνα που μου έτυχαν εμένα.

Ο μέγας περιηγητής Αμπουλβάρης έπαυσεν από το να ομιλή, όχι

μονάχα διά να ξεκουρασθή μα διά να μη βαρύνη τους ακούοντας τον.

Το καραβάνι ως τόσον εξακολουθούσε το ταξείδι του· και το βράδυ

ήλθαν και εκόνευσαν εις ένα ωραιότατον κάμπον και εκεί αναπαύθησαν

εκείνην την νύκτα, και την ακόλουθον ημέρα εξανάρχισαν το ταξείδι

τους. Και ο Αμπουλβίρης ξαναπιάνοντας την σειράν της ιστορίας του,

την εδιηγήθη με τον ακόλουθον τρόπον.

&Ακολούθησις της ιστορίας των εξαισίων συμβεβηκότων του

Αμπουλβάρη, επονομαζομένου μεγάλου περιηγητού.&

&Ταξείδιον δεύτερον&

Ευρισκόμην το λοιπόν ενωμένος με την ωραιοτάτην Γαντζάδα· και οι

δύο αγαπημένοι εγευόμεθα την γλυκύτητα μιας τελείας ενώσεως, και

δεν ελείπαμεν εις το να περικαλούμεν τον ουρανόν, να μας δώση την

χάριν του να βαστάξη διά πολύν καιρόν η ευτυχία, που μας έκανε να

χαιρώμεθα. Μα αλλοί εις εμέ! πόσον γελιούνται οι άνθρωποι· διότι

οπόταν στοχάζονται να περάσουν διά πολύν καιρόν χαίροντες την

ευτυχίαν τους, και την άκραν τους ευχαρίστησιν, τότε συμβαίνει

κάθε εναντίον· και τες περισσότερες φορές η μεγάλη χαρά και

ευχαρίστησις, μεταβάλλεται εις άκραν θλίψιν και πόνον. Μετά

ολίγους μήνας το λοιπόν ύστερον από την υπανδρείαν μου, απέθανεν ο

πατέρας μου και διαμοίρασα την περιουσίαν μου με έναν αδελφόν μου

που είχα. Ετούτος ο αδελφός μου ωνομάζετο Ούρμα, ηθέλησε διά να

αυξήση το έχειν του με την πραγματείαν· αγόρασεν αυτός ένα καράβι,

και το εφόρτωσε πραγματείες διά να υπάγη εις τας Ινδίας, και

έβαλεν όλον του το κεφάλαιον που επήρεν εις το μερτικόν του. Τέλος

πάντων εμίσευσε, μα δεν έλαβε καλόν τέλος· ετσακίσθη το καράβι του

σιμά εις ένα παραθαλάσιον, και δεν ημπόρεσε να λυτρώση παρά το

κορμί του. Τον είδα να γυρίση γυμνόν και τετραχηλισμένον, που μου

επροξένησε συμπάθειαν και λύπην.

Τον εδέχθηκα εις το σπήτι μου, τον συνέδραμα διά να ξαναγοράση

νέες πραγματείες και να επιχειρήση νέον ταξείδι. Μα δεν εγύρισε

πλέον ευτυχισμένος από το πρώτο ταξείδι, με το να εμετατσακίσθη.

Και ελευθερωθείς από την θάλασσαν πλέοντας ήλθε διά να μου

φανερώση εις την Μπάρσαν την νέαν του δυστυχίαν που του εσυνέβη.

Έμεινα πολλά διαπερασμένος από την νέαν του δυστυχίαν, και τίποτα

δεν αψήφισα διά να τον χαροποιήσω· αδελφέ μου του είπα, εγώ βλέπω

που εσύ τύχην δεν έχεις εις το να πραγματεύεσαι· κάνει χρεία το

λοιπόν να αφεθής τελείως από την πραγματείαν, και θέλεις ζήση μαζί

μου με ανάπαυσιν χωρίς να σου λείψη τίποτε. Έκλινε μετά χαράς εις

ότι του επρόβαλα και έμεινεν εις το σπήτι μου, και ευρίσκοντας από

ολίγον κατ' ολίγον ηδονήν εις την οκνηρίαν, απερνούσε χαροποιώς

τας ημέρας του περιδιαβάζοντάς με τους φίλους του. Εγώ από το άλλο

μέρος δεν επροσπαθούσα άλλο, παρά πώς να ευχαριστώ την αγάπην της

Γαντζάδας και να της δίνω κάθε περιδιάβασιν που επιθυμούσεν·

αγαπούσα να εξοδεύω με γενναιότητα· και με όλον που τα διάφορά μου

δεν ήτο τόσον μεγάλα, έτσι δεν ήτον και τόσον αρκετά διά να μας

φθάσουν εις πολύν καιρόν κατά τον τρόπον που εζούσαμεν. Τέλος

πάντων εκατάλαβα ύστερον από κανένα χρόνον, ότι η πατρική μου

περιουσία ήτον πολλά ωλιγοστευμένη· ο φόβος διά να μην πέσω εις

δυστυχίαν με έκαμε να σταθώ διά να την εμποδίσω. Και ούτως

αποφάσισα μη κάμω καμμίαν συντροφίαν, και να υπάγω να πραγματευθώ

εις το βασίλειον της Γολκόνδας.

Χαλιμά, Τόμος 3 Εξακολούθησις των ιστοριών · 第 11 / 18 段