Ιδού εις ποίον τρόπον έστεκε γραμμένη εις τους ουρανούς η

ελευθερία μας από εκείνον τον σκληρόν και άγριον άνθρωπον. Και

ευθύς που ελευθερώθημεν από έναν τέτοιον κίνδυνον, εδοθήκαμεν εις

μεγαλωτάτην χαράν και αγαλλίασιν. Όμως μας εκακοφάνη πολύ ο

θάνατος του Ροκ, του οποίου είμασθεν υπόχρεοι της ζωής μας.

Ακολουθήσαμεν ύστερον από αυτό το ταξείδι μας, και απεράσαμεν

μερικές ημέρες με την ομιλίαν ετούτου του συμβεβηκότος, και δεν

ημπορούσαμεν να καταλάβωμεν πώς ήτον δυνατόν να ευρίσκωνται εις

τούτον τον κόσμον μία γενεά από τέτοιους ανθρώπους. Είχαμεν πάντα

τον αέρα πολλά αρμόδιον· και ύστερον από πολλών ημερών πλεύσιμον

εξανοίξαμεν ευτυχώς την γην, το οποίον μας επροξένησε πολλήν

χαράν. Και καθώς επαρατηρήσαμεν, εγνωρίσαμεν ότι είμασθε εις την

δυτικήν κόγχην του νησιού της Γάας.

Ευχαριστημένοι διά το να εξανοίξαμεν γην αυξήσαμεν τα πανιά, και

εις ολίγον διάστημα εφθάσαμεν εκεί. Και αφού επήραμεν μερικήν

ζωοτροφίαν εξαναμισεύσαμεν, και μετά ενός μηνός πλεύσιμον ήλθαμεν

ευτυχώς εις το νησί της Γολκόνδας, εις το οποίον ο αυθέντης μου ο

καπετάνιος είχε την κατοικίαν του. Και ωσάν εβγήκαμεν από το

καράβι ήλθαμεν εις την οικίαν του αυθέντος μου, τον οποίον τον

εδέχθη η γυναίκα του και η θυγατέρα του, που μοναχή είχε, με

πολλήν αγαλλίασιν. Και ύστερον από χίλια χάδια, που ανάμεσόν τους

έκαμαν, με επαρουσίασεν αυτός εις την γυναίκα του και θυγατέρα του

ωσάν ένα σκλάβον, που ξεχωριστά με αγαπούσε, και τες επερικάλεσε

να δεχθούν με ευχαρίστησιν την δούλευσίν μου. Απόκτησα εις ολίγον

καιρόν επάνω εις αυτές μεγάλην εμπιστοσύνην· τίποτε δεν εγίνονταν

της ορέξεώς τους αν δεν ήθελε απεράση από εμένα, και με αγαπούσαν

σχεδόν ωσάν να ήμουν ένας από την οικογένειάν τους.

&Συμβεβηκός Γ'. του Αμπουλβάρη.&

Η αγάπη τέλος πάντων, που ο Δεούσκ, (έτσι εκράζετο ο αυθέντης μου)

εις εμέ έδειχνεν ηύξανε τόσον, που μίαν ημέραν μου είπε πως από

την αγάπην που προς εμέ είχεν, αποφάσισε να μου δώση την θυγατέρα

του εις γυναίκα, και να με κάμη κληρονόμον εις πάντα, μη έχοντας

άλλο παιδίον, παρά αυτήν την θυγατέρα. Αυτή η ομιλία με εζάλισε

πολύ, επειδή και εις την θυγατέρα του δεν είχα καμμίαν αγάπην, με

το να μη μου άρεσε καθόλου· και διά να έβγω με εύμορφον τρόπον,

ηύρα την πρόφασιν και του είπα πως είναι αδύνατον να γένη αυτό, με

το να ήμουν εγώ Μωαμεθανός, και αυτός ειδωλολάτρης. Ω αν δεν έχης

άλλην αντίρρησιν, μου απεκρίθη αυτός, η δουλειά είναι γενομένη·

επειδή και εγώ απεφάσισα να γένω Μωαμεθανός από πολύν καιρόν,

ομοίως και όλη μου η οικογένεια, επειδή είμαι βαρεμένος να λατρεύω

βόιδια και αγελάδες· γροικώ που ευρίσκομαι εις την πλάνην· όθεν

απεφάσισα να γένω Μωαμεθανός ωσάν και εσένα· διά το οποίον, ω υιέ

μου, ημπορείς χωρίς δισταγμόν να δεχθής το πρόβλημά μου.

Εγώ επάνω εις αυτό ευρέθηκα δεμένος, και δεν είχα πλέον πρόφασιν

άλλην τινά να κάμω, και δεν ημπόρεσα να κάμω άλλο, παρά του

εζήτησα τρεις ημέρες διορίαν διά να αποφασίσω· και αυτός μετά

χαράς μου την έδωσεν. Εις αυτό το αναμεταξύ έλαβα καιρόν αρμόδιον

διά να συνομιλήσω με την θυγατέρα του· η οποία, καθώς είχαμεν

θάρρος, μου ωμίλησε με τούτον τον τρόπον. Αμπουλβάρη, είμαι πολλά

ευχαριστημένη που ο πατέρας μου σε έκλεξεν άνδρα μου, μα

καταλαμβάνω πως δεν έχεις καμμίαν επιθυμίαν διά να υπανδρευθής·

όθεν επάνω εις τούτο το θεμέλιον έχω να σου ζητήσω μίαν χάριν, η

οποία θέλει είνε διά καλόν σου, και διά καλόν μου. Εγώ σε γνωρίζω

διά τιμημένον, και γενναίον άνθρωπον, και διά τούτο με όλον το

θάρρος σου μιλώ· όμως να μου τάξης με όρκον ότι θα με υπακούσης.

Εγώ τότε της έταξα, και της ωρκίσθηκα ότι θα κάμω χωρίς καμμίαν

αντίστασιν το ό,τι ήθελε με προστάξη. Άκουσε το λοιπόν, αυτή μου

είπε, ποίαν χάριν έχεις να μου κάμης· εγώ αγαπώ ενός πραγματευτού

τον υιόν, και αυτός κατά πολλά μου ανταποκρίνεται· αυτός πολλές

φορές με εζήτησε του πατρός μου, ο οποίος πάντα του το αρνήθη, με

το να έχουν με τον πατέρα μου μίαν παλαιάν έχθραν· εσύ κάνει χρεία

να με στεφανωθής· και ύστερον από δύο τρεις ημέρες να με χωρίσης

ωσάν τάχατες από θυμόν σου, έπειτα να καμωθής πως θέλεις διά να με

ξαναπάρης, και θέλεις διαλέξει τον αγαπητικόν μου διά να γένη

σέμπρος σου, κατά την συνήθειαν. Σε καταλαμβάνω αρκετά, της είπα·

μοναχά ότι εγώ θα σε στεφανωθώ, διά να σε δώσω εις τον αγαπητικόν

σου· ας είνε το λοιπόν ω κυρά μου, θα γίνη καθώς επιθυμάς μα τι

θέλει μου ειπεί ο πατέρας σου, διά το χώρισμα που θέλω σου κάμει;

Εις αυτό μη σε μέλη τίποτε, απεκρίθη εκείνη· άφησε να κάμω εγώ,

και θέλεις μένει αναπαυμένος.

Εγώ που δεν εζητούσα άλλο παρά να έβγω από αυτό το πεδούκλωμα, την

ξαναβεβαίωσα πως θέλω κάμει καθώς αυτή με εδιάταξε. Χαρουμένη αυτή

εις αυτήν την βεβαιότητα, επαρακίνησε τον πατέρα της να τελειώση

αυτήν την υπανδρείαν· καθώς και έγινεν ολίγας ημέρας υστερώτερα,

κάνοντας πρώτον να αρνηθούν την θρησκείαν τους, και να δεχθούν

εκείνην του Μωάμεθ.

Δεν απέρασαν τρεις ημέρες ύστερον από την υπανδρείαν μας, και την

χωρίστηκα κατά την συμφωνίαν μας. Ο πατέρας εκστατικός διά τον

τρόπον που επολιτεύθηκα έρχεται και με ευρίσκει και με εξέταζε

διατί την εχώρισα. Η θυγατέρα σου, του είπα, εκατάλαβα που καμμίαν

αγάπην εις εμένα δεν έχει, και διά τούτο την εχώρισα. Αυτός

εγέλασε διά την αγνωσίαν μου, και με εβίασε διά να την ξαναπάρω,

και εκαμώθηκα πως θέλω το κάμει διά να τον ευχαριστήσω. Υπάγω το

λοιπόν, του είπα, διά να εύρω ένα σέμπρον, τον οποίον θέλω τον

φέρει ετούτην την νύκτα χωρίς να τον ιδή κανείς μαζί με τον

αναΐπην του Κατή· και το ταχύ ωσάν την χωρίση αυτός, θέλω την

ξαναπάρει. Ο πενθερός μου έμεινεν ευχαριστημένος εις την απόφασίν

μου, και ετραβήχθη. Τότε εγώ επήγα και ηύρα τον αγαπητικόν της

Φακρηνίζας (έτσι ωνομάζετο η γυναίκα μου) και έμπροσθέν μου

εστεφανώθηκαν από τον αναΐπην· απέρασαν αυτοί την νύκτα κατά πως

επιθυμούσαν, και το ταχύ καθώς ο σέμπρος δεν ήθελε να χωρίση την

γυναίκα του, έτσι επήγα εις τον Δεούσα τον πεθερόν μου με πλαστόν

πόνον, δείχνοντας πως μου εκακοφάνη, και του ανήγγειλα την

υπόθεσιν. Πώς; αυτός μου απεκρίθη, ο σέμπρος δεν θέλει να την

χωρίση; εγώ θέλω τον κάμει και στανικώς να την χωρίση. Και εις

αυτό το αναμεταξύ φθάνει προς αυτόν ο αναΐπης, και του λέγει, πως

ο χουλάς, που εδιάλεξεν ο γαμπρός σου, είνε ο υιός του Αμάρ

πραγματευτού, και δεν θέλει με κανένα τρόπον να την χωρίση,

προφασιζόμενος πως σου την εγύρεψε πολλές φορές και του την

αρνήθης, και τώρα που η τύχη του την έφερεν εις τας χείρας του δεν

θέλει να την απαρατήση· μα σε συμβουλεύω να του την αφήσης, και με

τούτο το μέσον σου τάσσω πως να σας φιλιώσω και με τον πατέρα του,

που από τόσους χρόνους είχετε έχθρα, και έτσι θέλει παύσει κάθε

σκάνδαλον.

Ο Δεούσα ωσάν γνωστικός άνθρωπος στοχαζόμενος ότι αυτό το

συνοικέσιον του ήτον πολλά ωφέλιμον και πως καλύτερην στράταν δεν

ημπορούσε να πάρη παρά αυτόν που ο Αναΐπης του επρόβαλεν, έκλινε

εις τα όσα του είπε· και έτσι ο Αναΐπης ετελείωσε το συνοικέσιον,

λαμβάνοντας και θέλημα του Αμάρ, και εστερέωσεν ανάμεσα εις αυτούς

τους δύο πατέρας μίαν τελείαν αγάπην. Τότε ο αυθέντης μου Δεούσα

διά να μη με αφήση περίλυπον εις αυτό το άδικο που μου έγινε με το

θέλημά μου και λαμβάνοντας προς εμέ σπλάγχνος, μου έδωσε φλωριά

έναν αριθμόν καλόν, και μου εχάρισε και την ελευθερίαν μου διά να

επιστρέψω εις την πατρίδα μου την Μπάσραν καθώς επιθυμούσα.

Λαμβάνοντας το λοιπόν τα φλωριά και την ελευθερίαν μου, εβγήκα από

την Γολκόνδα, και ερχόμενος εις το παραθαλάσσιον ηύρα ένα καράβι,

εις το οποίον εμβαίνοντάς με ευτυχισμένον καιρόν εφθάσαμεν εις το

Σουράτ. Εκεί αποφάσισα διά να σταθώ έως που να εύρω κανένα άλλο

καράβι, με το οποίον να επιστρέψω εις την Μπάσραν.

&Συμβεβηκός Δ'. του Αμπουλβάρη.&

Ανάμενα λοιπόν εις την πόλιν Σουράτ μερικές ημέρες διά να εύρω

κανένα πλοίον, που να μισεύη διά την Μπάσραν με το οποίον να ήθελα

έλθει εις την πατρίδα μου και εις αυτό το αναμεταξύ μην έχοντας τι

να κάμω εσεργιάνιζα καθημερινώς εις αυτήν την πόλιν διά να ιδώ τα

πλέον περίεργα, που εις αυτήν ήταν· επειδή και αυτή η πόλις ήτον

πλέον ωραιοτέρα από τες άλλες της Ινδίας. Και μίαν ημέραν που

εσεργιάνιζα εις ένα χαριέστατον περιβόλι, ένας άνθρωπος

απερασμένος εις την ηλικίαν με εσυναπάντησε σιμά εις ένα

συντριβάνι· ο οποίος με πολλήν ευγένειαν με εχαιρέτησε· του

ανταποκρίθηκα και εγώ τον χαιρετισμόν, και με αυτό ανταμωθήκαμεν

και εσεργιανίζαμε μαζί. Και ύστερον από πολλές ευγενικές ομιλίες

που μου έκαμε, μου εφανέρωσε πως ήτον εθνικός και πως εις το πόρτο

του Σουράτ είχεν ένα καράβι εδικόν του, με το οποίον κάθε χρόνον

έκανεν ένα μικρόν ταξείδι διά θαλάσσης. Εγώ από μέρος μου διά να

του ανταποκριθώ εις το θάρρος που μου έδωσε, και βλέποντάς τον πως

έδειχνεν ότι ήτον ένας άνθρωπος καλής διαθέσεως, του εφανέρωσα και

εγώ με το ίδιον θάρρος, πως ήμουν Μωαμεθανός, και του εδιηγήθηκα

όλα μου τα συμβεβηκότα.

Εφάνη αυτός τόσον κατανυκτικός εις τες δυστυχίες μου, που με έκαμε

να θαυμάσω. Αυτός καταλαμβάνοντάς τον θαυμασμόν μου μού είπεν·

βλέπω καλά, ω υιέ μου, ότι θαυμάζεσαι εις το να με θεωρής

θλιμμένον και καταπονεμένον τόσον ζωντανά εις τα πάθη που σου

έτυχαν· μα έξω από αυτό εγώ είμαι μιας φύσεως τόσον ευσπλαγχνικής

εις τας δυστυχίας των άλλων, που δεν ημπορείς να την στοχασθής·

σου ομολογώ πως εσυνέλαβα διά λόγου σου ευθύς που σε είδα μιαν

μεγαλωτάτην αγάπην, με όλον που δεν είσαι από την θρησκείαν μου·

είμαι διαπερασμένος εις την καρδίαν και τετρωμένος διά τες

δυστυχίες που σου εσυνέβηκαν, τες οποίες οπόταν τες διηγηθής του

πατρός σου, είμαι βέβαιος πως δεν θέλει συντριβή η καρδία του

περισσότερον από την ιδικήν μου. Εγώ τον ευχαρίστησα μεγάλως διά

την αγάπην και το σπλάγχνος που εις εμέ έδειχνε, βεβαιώνοντάς τον

πως του ήθελα είμαι πάντα υπόχρεος. Τότε αυτός πάλιν μου είπε με

θερμότητα· είμαι ευχαριστημένος, ω υιέ μου, διά την συναπάντησίν

σου, επειδή και η συναναστροφή σου είναι πολλά ακριβή· κάθε

στιγμήν μου αυξάνει η αγάπη, που εις εσέ εσυνέλαβα. Έλα με εμένα

σε περικαλώ διά να καταλύσης εις το σπήτι μου, εγώ είμαι γέρων

πλούσιος, και χωρίς παιδί· σε εκλέγω διά κληρονόμον μου και υιόν

μου. Εις ετούτα τα λόγια άνοιξε τας αγκάλας του, και με έσφιξε με

τόσην αγάπην, ωσάν να ήθελα του είμαι αληθινός υιός.

Έκαμε χρεία, διά να τον ευχαριστήσω πάλιν, και μετά πολλές

ευχαριστίες που του έκαμα, με επήρε και με έφερεν εις το σπήτι

του, το οποίον ήτον ένα από τα καλλίτερα του Σουράτ, στολισμένον

με μεγάλην μεγαλοπρέπειαν· και φθάνοντας εκεί με υποχρέωσε διά να

λουσθώ, καθώς και αυτός εις μίαν μεγάλην λεκάνην από μάρμαρον

πορφυρόν, εις την οποίαν ήτον ένα νερόν πολλά καθαρόν και ζεστόν.

Όταν εβγήκαμεν από το λουτρόν, μερικοί σκλάβοι μας εσφούγγισαν με

πανιά λευκά πολλά ψιλά· ήλθαμε έπειτα εις ένα μεγαλοπρεπή

χοντζερέ, εις τον οποίον και οι δύο εκαθήσαμεν εις μίαν τράπεζαν

γεμάτην από διάφορα εκλεκτά φαγητά, βαλμένα εις απλάδια από

φαρφουρί φίνο της Κίνας· τα μοσχοκάρυδα της Μαλάκας, τα γαρούφαλα

της Ναγκασάρ, και η κανέλλα Σιρενδίβ εστόλιζαν τα φαγητά· ύστερον

που εφάγαμεν όσον μας άρεσεν, έπιαμεν ένα κρασί πολλά εξαίρετον,

και εχαρήκαμεν αρκετήν ώραν.

Τελειώνοντας δε το τραπέζι, ο γέροντάς μου μού είπε· θέλω να σου

ξεμυστηρευθώ ένα πράγμα, διά να γνωρίσης έως πού αναβαίνει η αγάπη

που σου έχω· κάνει χρεία να μισεύσω από το πόρτο του Σουράτ, εδώ

και δεκαπέντε ημέρες, διά να πάγω με το καράβι μου εις ένα νησί,

εις το οποίον είμαι συνηθισμένος να πηγαίνω κάθε χρόνον· εσύ

θέλεις έλθη μετ' εμένα εις εκείνο το νησί, με το να είναι έρημον

από τες πολλές παρδάλεις που εις αυτό είναι· ευρίσκονται

περισσότερον από διακόσια πηγάδια, από τα οποία βγαίνουν

μαργαριτάρια μεγαλώτατα εις το χόνδρος, τα οποία δεν ηξεύρει

κανείς παρά εγώ μόνον· ένας γέροντας καραβοκύρης του οποίου ήμουν

πιστός σκλάβος, μου εφανέρωσεν εκείνους τους θησαυρούς, και μου

έδειξε με ποίον τρόπον ημπορούσα να πλησιάσω εις αυτά τα πηγάδια,

με όλον που είναι εκείνα τα θηρία, χωρίς να με βλάψουν. Και ο

τρόπος με τον οποίον πλησιάζω εκεί είνε οπόταν εβγαίνω από το

καράβι πρέπει να είναι νύκτα, και να έχω φανάρια αναμμένα· η

θεωρία της φωτιάς φοβίζει, και βάνει εις φυγήν εκείνα τα άγρια

θηρία, και ούτω πλησιάζω εις εκείνα τα πηγάδια, και παίρνω όσα

μαργαριτάρια θέλω, και έπειτα φεύγω χωρίς βλάψιμον.

Θέλομεν υπάγει το λοιπόν να εβγάλωμεν μαργαριτάρια εις μεγάλην

ποσότητα, τα οποία όταν γυρίσωμεν θέλομεν τα πουλήσει εδώ εις

τούτην την χώραν, και τα άσπρα που θα κερδίσωμεν αντάμα με εκείνο

που έχω συναγμένον εις τον ίδιον τόπον, θέλει γένει μία ποσότης

υπέρμετρος, τη οποίαν θέλεις την χαρεί ύστερον, μετά τον θάνατόν

μου· Και διά να με βεβαιώση πως τίποτε δεν μου έλεγεν, που να μην

είνε αληθινόν, με φέρνει εις έναν οντά, που είχε με πόρτες

σιδερένιες διπλές, και εμβάζοντάς με μέσα μού έδειξε μεγαλωτάτους

σωρούς βέργες από χρυσόν, ασήμι, και πολλότατα μαργαριτάρια μεγάλα

ωσάν αυγά περιστεράς, που έβγαλεν από εκείνα τα πηγάδια. Σου

φαίνεται, μου είπεν αυτός, ότι ετούτοι οι θησαυροί θα αχρήζουν

επιμέλειαν διά να τους αυξήσωμεν; αγροικάς εναντίωσιν διά να

ταξειδεύσης; Όχι, του απεκρίθηκα, είμαι έτοιμος να έλθω όπου με

προστάξης. Τότε ο Ηζούμ (έτσι ωνομάζετο ο γέρων) με αγκάλιασε και

με εφίλησε, που δεν εφάνηκα εναντίος. Και με τούτο εβγήκαμεν από

εκείνον τον οντά, που είχε τους θησαυρούς.

Φθάνοντας λοιπόν η διωρισμένη ημέρα εμβήκαμεν εις το καράβι και

εμισεύσαμεν. Και ύστερον από τριών εβδομάδων πλεύσιμον εφθάσαμεν

ευτυχώς εις το ποθητόν νησί. Και οπόταν έφθασεν η νύκτα, ο γέρων

επρόσταξε τους ναύτας του να σταθούν εις το καράβι, και αυτός ομού

μ' εμένα εμβήκαμεν εις το νησί, φέροντας μαζί μας δύο φανάρια με

πολύ φως, και δύο σακκία, διά να τα γεμίσωμεν μαργαριτάρια· και με

τούτον τον τρόπον εφθάσαμεν εις τα πηγάδια χωρίς κανένα φόβον.

Τότε ο γέρων ευρίσκοντας ένα πηγάδι βαθύ λέγει· κατέβα εις ετούτο

το πηγάδι, ω υιέ μου, το οποίον ελπίζω να έχη καλά μαργαριτάρια,

και αφού γεμίσης ετούτα τα σακκιά, φώναξέ μου διά να σε εβγάλω.

Ευθύς εγώ τον επήκουσα χωρίς να του εναντιωθώ και εκατέβηκα

δεμένος με ένα σχοινίον, το οποίον το εκρατούσεν ο γέρων διά να

μην πέσω. Φθάνοντας λοιπόν εις τον πάτον του πηγαδιού αγροίκησα

εις τα ποδάρια μου πολλά στρείδια, που μέσα τους έχουν τα

μαργαριτάρια, εδιάλεξα τα πλέον καλύτερα από αυτά, και εγέμισα τα

σακκιά, τα οποία τα ετράβηξεν ο γέρων και έβγαλεν έξω, έπειτα μου

εμετάρριξε τα σακκιά, και του τα εγέμισα πολλές φορές.

Και οπόταν είδεν αυτός πως καθαρίζοντας αυτά τα στρίδεια του

έδιδαν έναν αριθμόν μαργαριτάρια, που να ημπορέση να φέρη με τες

πλάτες του εις το καράβι, μου είπε γελώντας· νέε μου, σου αφίνω

υγείαν· εγώ σε ευχαριστώ εις την δούλευσιν που μου έκαμες. Ω

πατέρα μου, έβγαλέ με το λοιπόν απ' εδώ. Εσύ στέκεις καλά εις

τούτο το πηγάδι, μου απεκρίθη ο επίβουλος, πλάγιασε και αναπαύσου

επάνω εις τα μαργαριτάρια· έχω συνήθεια να φέρνω εδώ κάθε χρόνον

εις θυσίαν ένα μουσουλμάνον ωσάν εσένα· δεν σου μένει άλλο παρά να

προστρέξης εις τον προφήτην σου, και αν αυτός έχη την δύναμιν διά

να κάνη θαύματα καθώς τον πιστεύεις, δεν θέλει αφήσει να χαθή ένας

άνθρωπος ευλαβής της θρησκείας του. Αφού ετελείωσε αυτά τα λόγια

ανεχώρησεν από το πηγάδι, εις το οποίον με άφησε να φωνάζω και να

κλαίω όσον εδυνόμουν.

Ω ταλαίπωρε Αμπουλβάρη, έλεγα, εις τι κακά η τύχη σου σε ρίχνει!

τι είνε το φταίξιμόν σου, που σε παιδεύει με τούτον τον τρόπον, μα

διατί να κλαίωμαι εις μίαν δυστυχίαν, που ο ίδιος την

εσυναπάντησα; δεν έπρεπεν εγώ να πιστεύσω εκείνον τον παράνομον

ειδωλολάτρην, που με επλάνεσε με τα γλυκά του λόγια και ταξίματα,

και με τα μεγάλα του χάδια που έπρεπε να φοβούμαι· και αν ήθελα

έχει ολίγην διάκρισιν ή λογικόν, δεν ήθελα δοθή με τόσην ευκολίαν

εις την θέλησίν μου· ω ανωφελής μετανόησις· τι μου αχρήζει εις

αυτήν την κατάστασιν να αποδίδω το αίτιον εις τον εαυτόν μου;

ετούτο, απ' ό,τι καταλαμβάνω ήτον γραμμένον να μου συμβή, και εξ

ανάγκης έπρεπε να πέσω εις τούτην την άβυσσον· και η ίδια δύναμις

που με έρριξεν εδώ, ημπορεί και να με ελευθερώση.

Ετούτος ο υστερινός μου στοχασμός με εμπόδισεν εις το να πέσω εις

απελπισίαν· απέρασα την νύκτα ζητώντας το πλάτος του πηγαδιού, το

οποίον μου εφάνη πολλά ευρύχωρον· αγροικούσα να περιπατώ επάνω εις

κόκκαλα, και από αυτά εκατάλαβα, ότι και άλλοι ωσάν και εμένα εις

αυτό κακώς έχοντας εθυσιάσθηκαν. Ένας τέτοιος στοχασμός δεν με

εφόβιζε τόσον ολίγον και επερικάλεσα τον προφήτην διά να με

βοηθήση. Έφθασα με πολλήν τολμηρότητα έως εις μίαν σχισματιάν

εκείνου του χάους, εις την οποίαν ηκούετο μία φοβερωτάτη βοή.

Εστάθηκα διά να ακούσω το τι ήτον, και ύστερον από πολύ εκατάλαβα

πως ήτον ένας καταρράκτης από πολλά νερά, τα οποία συμμαζωνόμενα

από διάφορα μέρη έπεφταν εις μίαν τρύπαν μεγάλην και στοχαζόμενος

ότι αυτά έβγαιναν και εχάνονταν εις την θάλασσαν, ερρίχθηκα εις

εκείνην την τρύπαν ή να έβγω εις το φως, ή εκεί να χαθώ και να

τελειώσω από τα βάσανά μου. Ολίγον έλειψε που τα νερά να με

πνίξουν, μου εσήκωσαν τες αίσθησες, και με μεγάλην βίαν με

ετράβηξαν, και μ' έρριξαν εις το παραθαλάσιον από μίαν σχοιματιάν

βουνού.

Ξαναλαμβάνοντας τες αίσθησές μου, και βλέποντας τον τόπον, από τον

οποίον τα νερά με έβγαλαν εις το φως, έπεσα κατά γης με μεγάλην

συντριβήν διά να ευχαριστήσω τον ουρανόν διά την ελευθερίαν μου·

και αφού έκαμα μίαν μεγάλην προσευχήν, εσηκώθηκα ακούοντάς τον

εαυτόν μου γεμάτον από θάρρος, και επεριπάτησα εκείνο το νησί

χωρίς να ξεμακρύνω από το περιθαλάσσιον. Δεν είδα πλέον το καράβι

του επιβούλου γέροντος, με το να εμίσευσε πάραυτα. Και τότε άρχισα

να στοχάζωμαι τον κίνδυνον, εις τον οποίον πάλιν ευρισκόμουν,

φοβούμενος να μη με καταφάγωσιν αι τίγρεις, θηρία τόσον άγρια· μα

ο φόβος μου ογλήγορα έπαυσε, με το να εξάνοιξα ένα καράβι μακρόθεν

το οποίον βλέποντάς το εχάρηκα κατά πολλά και έλαβα καλήν ελπίδα.

Τότε εξεδίπλωσα το πανίον από το φακιόλι μου, και βάνοντάς το εις

ένα ξύλον το εσήκωσα εις τον αέρα και το έδιδα σημείον να έλθουν

από το καράβι να με πάρουν. Μερικοί δε άνθρωποι που έστεκαν εις

την πρύμνην του καραβιού με είδαν και ευθύς απόλυσαν τον σκύφον,

και ήλθαν και μ' επήραν, και με έφεραν εις το

καράβι τους. Στοχασθήτε εις τι ακμήν ήτον η χαρά μου οπόταν

εγνώρισα ότι καραβοκύρης ήτον ένας άκρος φίλος του πατρός μου,

ομοίως και τους άλλους ανθρώπους του καραβιού, που ήτον από την

Μπάσραν. Εις αυτουνούς όλους εδιηγήθηκα το συμβεβηκός που μου

έτυχε και ήλθα εις αυτό το νησί.

Καθένας από αυτούς που με ήκουεν εβλασφημούσε τον δολερόν γέροντα

διά την επιβουλήν του, και διά την ανομίαν του· μετά τούτο ερώτησα

τον καπετάνιον διά τον πατέρα μου και λιπούς# εδικούς μου, και διά

όλους μου έδωσε καλές είδησες. Και αφού και τον εξέταξα πάλιν

διαφόρως επάνω εις τα του πατρός μου, γυρίσαμεν την ομιλίαν επάνω

εις τον επίβουλον γέροντα.

Τότες όλοι της συντροφιάς εστοχάσθηκαν ότι θα έβγουν εις αυτό το

νησί διά να εβγάλωμεν από τα πηγάδια αν είνε τρόπος μαργαριτάρια·

και ούτω συμφώνως εγυρίσαμεν εις αυτό το νησί· και με το να

ήμασθεν όλοι συντροφιά εις πολλήν αριθμόν δεν μας έκαμαν φόβον οι

τίγρεις, επειδή αρματωθήκαμε με σαΐτες και σπαθιά διά να διώξωμεν

αυτά τα θανατηφόρα ζώα. Και με τούτον τον τρόπον ήλθαμεν εις τα

πηγάδια χωρίς φόβον ύστερον από αυτό εκατεβάσαμεν έναν ναύτην εις

τα πηγάδια, εις τα οποία ηύραμεν μαργαριτάρια εις μεγάλην

ποσότητα. Δεν ημπορώ να σας διηγηθώ τον μέγαν αριθμόν των

οστρειδίων που εβγάλαμεν· εκάμαμεν τρεις ημέρες ολόκληρες διά να

τα ανοίξωμεν, και διά να μοιρασθούμεν τα μαργαριτάρια· τόσον που

καθένας έμεινεν ευχαριστημένος διά το μερτικόν του.

&Συμβεβηκός Ε'. του Αμπουλβάρη.&

Αφού και εκάμαμεν αυτό το πλούσιον κυνήγι εκάμαμεν πανιά διά να

υπάμεν εις την Σερενδίβ, διά να πουλήση κάποια πανιά που είχεν ο

καραβοκύρης και διά να αγοράση κανέλλαν. Επλεύσαμεν το λοιπόν με

μεγάλην χαράν, οπόταν αιφνιδίως εσηκώθη μία φοβερά φουρτούνα, που

μας έβγαλεν από την στράταν μας, και μας έκαμε να πλεύσωμεν χωρίς

να ηξεύρωμεν που πηγαίνομεν εις διάστημα έξ ημερών. Την εβδόμην

ημέραν ο καιρός έγινεν εύμορφος, μα ούτε οι ναύται ούτε ο

καπετάνιος δεν ήξευραν πού είμεθα· μας εφαίνονταν ότι το καράβι

μας έτρεχε με μεγάλην ορμήν χωρίς αέρα. Δεν ηξεύραμεν τι να

στοχασθούμεν, αλλ' ούτε τι να κάμωμεν να εμποδίσωμεν το παράξενον

τρέξιμόν του, επειδή και με όλες τες τέχνες που εκάμαμεν, το

καράβι ετραβιόνταν με βίαν μεγάλην προς ένα βουνόν που τέλος

πάντων το εξανοίξαμεν. Ετούτο το βουνόν είχε μεγάλην περιοχήν και

εφαίνονταν υψηλόν καθ' υπερβολήν, ήτον πολλά σκληρόν· και εκείνο

που μας εξέπληξε περισσότερον, ήτον, που το είδαμεν πως ήτον από

τζελίκι· τόσον λαμπρόν και γιαλιστερόν ήτον. Ένας γέρων ναύτης

έβγαλε τότε ένα βαθύτατον αναστεναγμόν και εφώναξεν· ημείς είμεθα

χαμένοι· ενθυμούμε μίαν φοράν να ήκουσα να διηγούνται διά τούτο το

βουνόν, και να λέγουν πως αυτό είνε θανατηφόρον εις όλα τα

καράβια, που από κακή τους τύχην ήθελαν πλησιάσει εις αυτό· επειδή

και ωσάν έλθουν υποκάτω εις αυτό το βουνόν, κρατιούνται εκεί ωσάν

από μίαν μαγείαν, και δεν ημπορούν να έβγουν πλέον διά να

ξεμακρύνουν, και ούτως εκεί χάνονται.

Επάνω εις αυτήν την διήγησιν του γέρο ναύτη όλη η συντροφιά

εσυγχίσθη μεγάλως, και αρχίσαμεν να οδυρώμεθα διά τον χαμόν μας,

επειδή και εμείναμεν όλοι απηλπισμένοι μην έχοντες πλέον

παραμικρήν ελπίδα ζωής. Συντετριμμένος εγώ περισσότερον από την

θλίψιν, εις την οποίαν έβλεπα τους συντρόφους μου όλους

απελπισμένους παρά από τον κίνδυνον μου τον ίδιον, που

οφθαλμοφανώς τον έβλεπα, είπα του καραβοκύρη· Αυθέντα, τι μας

ωφελεί να δοθούμεν χωρίς όφελος εις την απελπισίαν; ας γυρέψωμεν

καλύτερον κανένα μέσον, διά να έβγωμεν από τον κίνδυνον που

ευρισκόμεθα· όσον διά λόγου μου σου το ομολογώ, ή πως φυσικά έχω

κάποιαν καρδιά, ή πως ο Μωάμεθ εις ετούτην την στιγμήν μου δίδει

δύναμιν, και δεν φοβούμαι την κατάστασιν εις την οποίαν

ευρισκόμεθα, στοχάζομαι το λοιπόν, ότι ευθύς που θα φθάσωμεν εις

την ρίζαν του βουνού, να πασχίσωμεν να ανέβωμεν εις την κορυφήν

του, και εκεί ελπίζω μήπως και εύρωμεν καμμίαν ιατρείαν εις το

κακόν μας.

Ο καπετάνιος, ο οποίος ήτον ο ολιγώτερον δειλός από τους άλλους,

μου απεκρίθη ότι ήθελε να με υπακούση εις ό τι του επρόβαλα. Και

ευθύς, που το καράβι μας άραξεν εις την ρίζαν του βουνού, ο

Καπετάνιος και εγώ ερριχθήκαμεν εις την γην, και αρχίσαμεν να

ανέβωμεν εις το βουνόν, και με μεγάλον κόπον εφθάσαμεν εις την

κορυφήν του· είδαμεν ημείς έχει μίαν περιοχήν πλατείαν και υψηλήν

και πλησιάζοντες εις αυτήν είδαμεν ότι εις το μέσον της ήτον ένας

στύλος από τζελίκι υψηλός έξ οργυιάς, εις την μέσην του οποίου

εκρέμονταν με μίαν χρυσήν άλυσον ένα μικρόν τύμπανον, με ένα ξύλον

που να το κτυπούν, και επάνω εις το τύμπανον έστεκε καρφωμένη μία

σανίδα από έβενον, εις την οποίαν ήτον με χρυσούς χαρακτήρας

γραμμένα τα ακόλουθα λόγια «Αν κανένα καράβι ήθελε λάβει την κακήν

τύχην να αμπωχθή έως εις ετούτο το βουνόν, δεν θέλει ημπορέσει

πλέον να ξαναγυρίση εις την θάλασσαν, αν δεν ήθελε κάμει με τον

ακόλουθον τρόπον. Κάνει χρεία, ότι ένας άνθρωπος από την

συντροφιάν να κτυπήση τρεις φορές με το ξύλο επάνω εις το τύμπανον

εις το πρώτον κτύπημα το καράβι θέλει ξεμακρύνει έως ένα τράβηγμα

σαΐτας, εις το δεύτερον θέλει χαθή από την όρασιν ετούτου του

βουνού· και εις το τρίτον θέλει ευρεθή εις την στράταν όπου

θελήσει· και ο άνθρωπος που θέλει χτυπήσει το τύμπανον πρέπει

θεληματικώς να μείνη εδώ, και οι άλλοι να μισεύσουν».

Αφού και εδιαβάσαμεν αυτά τα γράμματα τα οποία μας εφάνηκαν

μαγικά, εκατεβήκαμεν εις το καράβι διά να δώσωμεν την είδησιν των

λοιπών διά τα όσα είδαμεν. Καθένας έμεινε θαυμασμένος πως ήταν

μέσον να ελευθερωθούμεν, μα κανείς δεν ήθελε να είνε η θυσία· ο

πλέον χειρότερος ναύτης απέφευγε να θυσιασθή διά τους άλλους. Ας

είνε, τότε είπα, επειδή κανείς από λόγου σας δεν ευρίσκεται να

μείνη, το λοιπόν εγώ θέλω να θυσιασθώ διά λόγου σας, επειδή και με

κάθε τρόπον μέλλω να χαθώ. Όλοι εχάρηκαν διά την απόφασίν μου· και

ο Καπετάνιος έδειξε τάχα πως ελυπείτο εις το να με αφήση· μα τον

εκατάλαβα ότι είχε περισσότερην χαράν πως ήθελεν έβγει από εκείνον

τον κίνδυνον, παρά θλίψιν διά τον χαμόν μου. Ως τόσον εγώ

αγκάλιασα όλους της συντροφιάς και τους έδωσα τον τελευταίον

άσπασμόν έπειτα εβγαίνοντας από το καράβι ανέβηκα μόνος εις το

ύψος του βουνού· επλησίασα εις την περιοχήν και παίρνων το ξύλον

εις το χέρι κτυπώ το τύμπανον, και το καράβι ευθύς εξεμάκρυνεν από

το βουνόν· εις τον δεύτερον κτύπον το έχασα από την όρασιν· και

εις τον τρίτον επήγεν εκεί που ήθελε· ύστερον από αυτό έμεινα εις

την περιοχήν εκείνην αναμένοντας να πληρώσω την θυσίαν που μου

ήταν γραμμένη.

Χαλιμά, Τόμος 3 Εξακολούθησις των ιστοριών · 第 10 / 18 段