Ετούτες οι απόδειξες, που αυτή μ' εφανέρωσε με μίαν ευγενικήν

νοστιμάδα, αύξησαν τον έρωτά μου και την αγαλλίασίν μου. Αχ

Σουλτάνα, εφώναξα πέφτοντας εις τους πόδας της, ονειρεύομαι ή

είμαι έξυπνος; εις τι τύχην καταδέχεσαι να υψώσης ένα ξένον

αγνώριστον, ο οποίος δεν έχει κανέναν μισθόν εις το να αξιωθή

τέτοιας λογής χάρες; Σηκώσου, αυτή τότε μου είπε· και ομολόγησέ

μου με θάρρος από ποίον μέρος είσαι, από τι γένος, και ποία

υπηρεσία σε έκαμε να έλθης ιδώ εις την Σερενδίβ. Εγώ της επλήρωσα

με προθυμίαν την περιέργειάν της μα οπόταν της είπα πως έχω να

μισεύσω την αύριον διά την πατρίδα μου, αυτή με αντέκοψε

δείχνοντας πως δεν έχει ευχαρίστησιν εις τούτο. Πώς το λοιπόν, ω

Αμπουλβάρη, μου είπεν, εσύ έχεις κατά νουν έτσι ογλήγορα να με

απαρατήσης; Κυρά μου, της απεκρίθηκα, η υπηρεσία μου με βιάζει διά

να μισεύσω και μάλιστα το καράβι είνε έτοιμον διά μίσευμα· και αν

μου λείψη ετούτο το μέσον, δεν ηξεύρω πότε ημπορώ να εύρω άλλο

παρόμοιον. Εσύ λοιπόν, είπεν αυτή, είσαι αποφασισμένος να μισεύσης

χωρίς άλλο, από εκείνο που καταλαμβάνω. Διά την τιμήν, της

απεκρίθηκα, και τες χάρες που αναξίως εις εμέ δείχνεις, ω κυρά

μου, δεν ημπορώ να κάμω άλλο, παρά εκείνο που της αφεντιάς σου

αρέσει, και όχι εκείνο που εγώ απεφάσισα. Έμεινε κατά πολλά

ευχαριστημένη αυτή εις αυτά τα λόγια, και με εβεβαίωσε με μεγάλες

απόδειξες την αγάπην, που προς εμένα έφερνε.

Τελειώνοντας να μιλούμεν με αυτόν τον τρόπον με έβαλε και εκάθησα

κοντά της και μου εφανέρωσε πως ονομάζεται Γαντζάδα, και ότι αυτή

ήτο θυγατέρα ενός μεγάλου βεζύρη του βασιλέως της Σερενδίβ ο

οποίος αποθαίνοντάς της άφησε μεγαλώτατα πλούτη, και ότι πολλοί

ευγενικοί και αξιωματικοί νέοι την εγύρεψαν διά γυναίκα, και

ολωνών τους το αρνήθη με το να μην ηθέλησε να λάβη καμμίαν

απόφασιν. Μου ωμολόγησε περιπλέον ότι τα λόγια που είπα, οπόταν

την είδα εις την στράταν της εδιαπέρασαν την καρδίαν και με

εστοχάσθη με επιμέλειαν, και ότι η θεωρία μου της άρεσε, και διά

τούτο αποφάσισε με εμένα να χαρή τα πλούτη, που ο πατέρας της εις

διάστημα σαράντα χρόνων είχεν αποκτήσει. Εγώ ευχαρίστησα με

τρυφερά κα αγαπητικά λόγια την άκραν της καλωσύνην, και αγάπην που

εις εμέ έδειχνε βεβαιώνοντας την μεγάλην μου ευχαρίστησιν, και

αγαλλίασιν διά μίαν τοιούτης λογής αντάμωσιν. Τελειώνοντας αυτά τα

γλυκά λόγια τόσον από το ένα μέρος ωσάν και από το άλλο, με επήρεν

η Γαντζάδα από το χέρι, και με έφερεν εις μίαν τράπεζαν, που ήτον

ετοιμασμένη διά να φάμε· εκαθήσαμεν οι δυο ομού και εφάγαμεν

διάφορα λαμπρά φαγητά· και εις το αναμεταξύ που ετρώγαμεν

εδιακόπταμεν το φαγί μας με ομιλίες πολλά ηδονικές και γεμάτες από

αγάπην.

Αφού ετελειώσαμεν να φάμε, η Γαντζάδα έκραξε τες σκλάβες της, και

τας έβαλε να λαλήσουν διάφορα όργανα, και να τα συντροφεύσουν με

τραγούδια πολλά νόστιμα· έπειτα απ' αυτά εβάλθηκαν διά να χορέψουν

διαφόρους χορούς, και αυτές οι ηδονές και χαρές εφτούρησαν έως το

βράδυ. Φθάνοντας το λοιπόν η νύκτα, ηθέλησα να πάρω θέλημα από την

Γαντζάδα διά να τραβηχθώ εις το κονάκι μου· μα αυτή με πρόσωπο

κακιωμένο μου είπε· πώς το λοιπόν, ακόμη στοχάζεσαι διά να με

παρατήσης, ύστερον αφού με εβεβαίωσες, ότι θέλεις κάμει εκείνο που

εγώ θελήσω; δεν εκαρτερούσα να μου κάμης ποτέ αυτό το ζήτημα.

Τότε εγώ της απόδειξα πως ετούτο δεν το έκανα δι' άλλο, παρά διά

να μη κάμω τον Αμπίμπην που εκατοικούσα εις το σπήτι του, να

υποπτεύση διά εμένα το τι έγινα· και την εβεβαίωνα με όρκον, πως

το ταχύ θέλω επιστρέψει προς αυτήν. Με κανέναν τρόπον δεν ηθέλησε

να με υπακούση διά να υπάγω· αλλά διά να κάμη τον Αμπίμπην να μην

υποπτεύση διά εμένα, με έκαμε να του γράψω μίαν επιστολήν πως να

μη με καρτερή εκείνην την νύκτα, με το να ευρίσκωμαι μαζή με

κάποιους φίλους μου, χωρίς να φανερώσω το πού είμαι. Και κάνοντας

αυτήν την επιστολήν μου την επήρε και την έστειλε του φίλου μου με

ένα της σκλάβον. Έπειτα από πολλές χαροποίησες και ηδονές μου

εδιώρισεν έναν ωραιότατον οντά διά να υπάγω να αναπαυθώ· εις τον

οποίον επρόσταξε διαφόρους σκλάβους, διά να έλθουν εκεί να με

δουλεύσουν εις τα όσα μου έκαναν χρείαν.

Οπόταν δε ευρέθηκα μοναχός εις τον οντά, άρχισα να στοχάζωμαι

επάνω εις την κατάστασιν την οποίαν ευρίσκομαι. Πού θέλουν

τελειώσει ετούτα όλα, έλεγα με τον εαυτόν μου; ποίον ευτυχισμένον

συναπάντημά μου είνε τούτο; τα πλούτη ετούτα άρα γε θα είνε

ετοιμασμένα διά εμένα; ημπορώ τάχατε εγώ αληθώς να ελπίσω πως

ογλήγορα θα απολαύνω μίαν κυρά τόσον ωραίαν; όχι, Αμπουλβάρη, μην

ελπίζεις εις μίαν τύχην τόσον θαυμασίαν, διά εσένα δεν είνε

διωρισμένη· άφησε το λοιπόν που να την ελπίζης τοιούτης λογής,

επειδή και μιας αποκτήσεως έτσι υπερβολικής ημπορεί το τέλος της

να είνε θλιβερόν, και να αφανισθή ογλήγορα ωσάν ένα όνειρον. Με

αυτούς τους στοχασμούς απέρασα όλην την νύκτα χωρίς να λάβω

καθόλου ύπνον. Κα το ταχύ οπόταν εσηκώθηκα ήλθεν η Γαντζάδα νε με

εύρη εις τον οντά μου και με χαροποιόν πρόσωπον με ηρώτησε αν

εκοιμήθηκα καλά εκείνην την νύκτα· της απεκρίθηκα, ότι απέρασα την

νύκτα με τρόπον, που άχρηζεν ότι αυτή να ήθελεν αναγκάση την

στιγμήν της ευτυχίας μου. Εις ετούτα τα λόγια μου αυτή εχαμογέλασε

λέγοντάς μου πως έπρεπε πρώτον να βεβαιωθή καλώς διά την

σταθερότητά μου και αν την αγαπώ εκ καρδίας, και ύστερον να κάμη

μίαν τέτοιαν απόφασιν· έπειτα από αυτά μου έδειξε πολλές

περιποιήσες, που διά συντομίαν τες αφίνω και με τούτον τον τρόπον

έμεινα εκεί περισσότερον από οκτώ ημέρας ευφραινόμενος

ακαταπαύστως, και απολαμβάνοντας μίαν τέτοιαν γλυκείαν συντροφιάν,

την οποίαν κάθε ένας ημπορεί να στοχασθή, που θα είχα δύο τρυφεροί

αγαπητικοί.

Μίαν ημέραν που οι δυο μας μοναχοί επεριπατούσαμεν εις το περιβόλι

της· Αμπουλβάρη, μου είπεν· εγώ ελπίζω πως με αγαπάς, και επάνω

εις αυτήν τη ελπίδα, αποφάσισα διά να σε κάμω ευτυχή, παραδίδοντάς

σου όλους τους θησαυρούς μου, με το δέσιμον της υπανδρείας μου

έτσι αποφάσισα, και λογιάζω ότι με τούτον τον τρόπον θέλεις ειπεί,

πως είσαι μεγάλως ευτυχισμένος. Αυτή η ομιλία της Γαντζάδας με

εξέπληξε και με έκαμε να χάσω το λέγειν μου· κάθε άλλο πράγμα

ημπορούσα να στοχασθώ, έξω από αυτό που μου επρόβαλεν· όντας αυτή

από θρησκείαν Κουέμπρα, που λατρεύουν τον ήλιον και την φωτιάν,

και εγώ ήμουν Μωαμεθανός· επίστευσα ότι αυτής να μην ήτον άλλος ο

στοχασμός της, παρά μίαν ανταπόκρισιν αγάπης· και ότι η διαφορά

των θρησκειών μας θα την ήθελεν εμποδίση, που να στοχασθή μίαν

τέτοιαν απόφασιν· όθεν μου επροξενήθη μία άκρα έκστασις οπόταν μου

εφανέρωσε τον στοχασμόν της.

Η Γαντζάδα βλέποντάς με έτσι συγχισμένον χωρίς να ομιλήσω

εκατάλαβε πως δεν εποθούσα εκείνο που αυτή μου επρόβαλεν. Εγώ δεν

επίστευσα ποτέ, μου είπε με αγριωμένον βλέμμα, ότι ένα τέτοιον

πρόβλημα θα σου είνε τόσον μισητόν, και εκαρτερούσα καλώτατα, ότι

θα δοθής εις χίλιες αγαλλίασες από την χαράν σου, παρά να σε ιδώ

έτσι συγχισμένον· πώς το λοιπόν έχεις αντίρρησιν εις το να με

λάβης γυναίκα σου; Κυρά μου, της απεκρίθηκα, δεν είνε έτσι καθώς

το στοχάζεσαι· εσύ καλά ηξεύρεις το σέβας, την τιμήν και την

αγάπην που σου προσφέρω· και αν επιθυμάς μίαν φοράν την ένωσίν

μας, εγώ το επιθυμώ χίλιες· μα ο ουρανός μας κρατεί με ένα

εμπόδιον πολλά ανίκητον· και από την σύγχυσίν μου ημπορείς να

καταλάβης τον κακοφανισμόν μου. Ποίον είνε το λοιπόν μου είπεν

αυτή, το εμπόδιον αυτό που ανίκητον σου φαίνεται; Η θρησκεία μου,

της απεκρίθηκα· εγώ δεν τολμώ να παρέβω τον νόμον που με

εμποδίζει, να στεφανωθώ μίαν γυναίκα, που δεν κάνει τους νόμους

του Μωάμεθ. Και εγώ δεν έχω ολιγωτέραν αντίρρησιν από εσένα επάνω

εις την θρησκείαν μου, απεκρίθη η Γαντζάδα· και δεν ήθελα το δεχθή

ποτέ να υπανδρευθώ με ένα Μωαμεθανόν, μακάρι να ήξευρα πως ήθελα

να γίνω βασίλισσα· εστοχαζόμουν πάντα, ότι πριν στεφανωθούμεν θα

σε κάμω πρώτον να αρνηθής την θρησκείαν του Προφήτου σου, και θα

σε υποχρεώσω να λάβης εκείνην των Κουέμπρων, που προσκυνούν τον

ήλιον και την φωτιάν, καθώς κάμω και εγώ· μα επειδή και βλέπω που

διστάζεις να αρνηθής την θρησκείαν σου, και να κλίνης εις την

εδικήν μου, διά να μη μου δώσης αυτήν την ευχαρίστησιν,

καταφρονώντας μίαν τέτοιαν τύχην, και αρνούμενος μου την δεξιάν

σου, σε κηρύττω διά τον πλέον αχάριστον άνθρωπον του κόσμου.

Ετούτα τα υστερινά λόγια, με τον τρόπον με τον οποίον η Γαντζάδα

τα είπεν, αβγάτισαν την αντράλωσίν μου και άρχισα να εμβαίνω εις

την υποψίαν, πως έμπλεξα χωρίς να έχω ελπίδες να ελευθερωθώ· και

πως η ζωή μου έστεκεν εις μεγάλον κίνδυνον. Αυτή με όλον που με

έβλεπεν εις αυτήν την σύγχισιν δεν έπαυσε που να μου ονειδίζη με

πολλές άλλες βρισιές την αχαριστίαν μου με απαρηγότητα δάκρυα, που

εδιαπέρασαν εν τω άμα την καρδίαν μου· ο πόνος μου και ο πόνος

αυτής που έδειχνε μου εσήκωσαν σχεδόν τες αίσθησες· αλλοί εις εμέ·

ολίγον έλειψεν ότι εγώ να κλίνω· και ήθελα χωρίς αμφιβολίαν να

θυσιασθώ όλος εις τα κλάμματά της, αν η πίστις του Μωάμεθ δεν

ήθελε με κρατήση στερεόν εις την απόφασίν μου· Η Γαντζάδα ήτον

πολλά θαυμασμένη, ότι η κλίσις που είχα εις την θρησκείαν μου ήτον

τόσον στερεά, που με έκανε να παραιτήσω την απόκτησίν της, τόσον

αυτής, ωσάν και των θησαυρών της. Και με όλον τούτο έχοντας ακόμη

κάποιαν ελπίδα διά να με καταπείση, μου είπε με τούτον τον τρόπον.

Ύπάγε, αχάριστε άνθρωπε εις τον οντά σου· σου δίδω διορίαν οκτώ

ημέρας διά να στοχασθής και αποφασίσης· δεν θέλω να έχης αιτίαν

διά να με κατακρίνης πως δεν σου έδωσα καιρόν να στοχασθής· μα αν

ύστερον από αυτήν την διορίαν δεν ήθελες αποφασίση να κάμης ότι

ζητώ από εσένα, καρτέρει όλην εκείνην την εκδίκησιν μιας γυναικός

καταφρονημένης, που ημπορεί να κάμη ο θυμός της.

Έπειτα από αυτά τα λόγια με επαράτησε, και εμίσευσε με ένα

πρόσωπον πολλά θυμωμένον, το οποίον μου επροξένησε την υστερινήν

μου απελπισίαν, αν δεν ήθελα αποφασίσει να την στεφανωθώ: έμεινα

εις την πλέον δυστυχισμένην κατάστασιν της θλίψεως που να ήτον,

χωρίς ελπίδα να ιδώ πλέον μίαν ημέραν ευτυχισμένην. Ο πόλεμός μου

ήτον πολλά μέγας· επολεμούσα με την πίστιν και με την αγάπην, μα

επρόκρινα να προτιμήσω την πίστην καλύτερα από την αγάπην, και ας

μου συνέβαινε ότι εναντίον και αν ήθελεν. Και με όλον τούτο δεν

έλειψα που να πασχίσω να εύρω τον τρόπον διά να φύγω από εκείνο το

παλάτι· μα εστάθηκαν μάταιες οι παρατήρησές μου επειδή και διά

προσταγής της Γαντζάδας όλες οι πόρτες ήτον καλά φυλαγμένες· και

χάνοντας και αυτήν την ελπίδα άλλο δεν απάντεχα, παρά τον θυμόν

της Γαντζάδας να πληρωθή εις εμέ. Έφθασε το λοιπόν η ογδόη ημέρα,

και η Γαντζάδα έστειλε και με έκραξε διά να ιδή το τι απεφάσισα·

υπήγα εις τον χοντζερέ της και την ηύρα καθημένην εις ένα θρονί

περιτριγυρισμένην από τες σκλάβες της, και είχε θεωρίαν

περισσότερην ενός κριτού αυστηρού, παρά μιας αγαπητικής·

Οπόταν δε με είδε να παρουσιασθώ έμπροσθέν της μου είπεν·

Αμπουλβάρη ιδού που ετελείωσεν η διορία που σου έδωσα· είσαι πλέον

στερεός εις την γνώμην σου, ή την μετέβαλες καθώς επιθυμώ; Αχ κυρά

μου της απεκρίθηκα· εσύ μου είσαι η ακριβώτερη από όλα τα πράγματα

του κόσμου και εκραζόμουν ευτυχισμένος εις το να σε αποκτήσω,

ανίσως και ήθελα έχει την αδυναμίαν και την αχρειότητα εις το να

καταπατήσω την τιμήν μου, διά να παραιτήσω την θρησκείαν του

Προφήτου. Σιώπα ω ουτιδανέ, αυτή με αντίκοψε με μίαν άκραν οργήν,

βλέπω την αχαριστίαν σου· δεν θέλω ακούσει πλέον τα δικαιολογήματά

σου· ύπαγε, εσύ είσαι ανάξιος των ευεργεσιών μου, και ήθελεν

είσται εντροπή μου να παρακινήσω πλέον έναν αχάριστον καθώς εσύ

είσαι· εγώ χωρίς πλέον να σου ειπώ άλλο, σε απαρατώ εις την

αχαριστίαν σου. Με αυτά τα λόγια, τα οποία με έκαμαν να τρομάξω,

ανεχώρησε πολλά θυμωμένη και εγώ μένοντας εις μεγάλην σύγχυσιν,

ανάμενα τότε εξ αποφάσεως την οργήν του θυμού της, και επιθυμούσα

το τέλος του πράγματος ό,τι λογής και αν ήθελεν ήτον.

Δεν απέρασαν τρεις ή τέσσαρες ώρες οπόταν είδα να εμβαίνουν εις

τον οντά μου πέντε έξη σκλάβοι της Γαντζάδας, οι οποίοι έφερναν

μαζή τους έναν αριθμόν από ανθρώπους ενδεδυμένους διαφορετικά από

εκείνο που εσυνήθιζαν εις Σερενδίβ.

Εκείνος που εφαίνονταν να ήτον ο προεστώς με επαρατήρησε με

στοχασμόν καμπόσην ώραν χωρίς να μου ειπή τίποτε, έπειτα

διαλύοντας την σιωπήν, μου είπε εκστατικώς διά να τον ακολουθήσω.

Εγώ τον επήκουσα όλος έντρομος και τον ακολούθησα. Και οπόταν

είμεθα εις την πόρταν διά να εβγούμεν από το παλάτι, ερώτησα, έναν

από εκείνους, πού είχαν κατά νουν να με φέρουν. Αυτό θέλεις το

μάθεις εις τον καιρόν του, μου απεκρίθη εκείνος, επειδή και διά

την ώραν δεν έχεις να το ηξεύρης. Ακολούθησα λοιπόν εκείνους τους

ανθρώπους χωρίς να μιλήσω άλλο, οι οποίοι με έφεραν εις ένα καράβι

και ευθύς που με έμβασαν μέσα έκαμαν πανιά και εμισεύσαμεν από τον

λιμένα. Οπόταν δε εξεμακρύναμεν αρκετώς εις την θάλασσαν, ο

καραβοκύρης μου είπε, πώς αυτός ήτον από το βασίλειον της

Γολκόνδας, και πώς η Γαντζάδα με έδωσε διά σκλάβον του,

προστάζοντάς τον ότι να μη με αφήση ποτέ να υπάγω εις την Μπάσραν·

και αυτός μεθ' όρκου της το έταξε να κάμη καθώς αυτή τον

επρόσταξε.

Τέτοια εστάθη η εκδίκησις της Γαντζάδας, η οποία μου εφάνη πολλά

γλυκεία από εκείνο που πάντεχα. Και ευχαριστήθηκα εις αυτήν την

εκδίκησιν. Μα από το άλλο μέρος στοχαζόμενος πως δεν ήθελα ιδεί

πλέον την πατρίδα μου, και τον πατέρα μου, ομοίως και την μητέρα

μου και εδικούς, όντας σκλάβος, μου εφαίνονταν αυτή η σκλαβιά

σκληροτέρα από τον θάνατον· πολλά με έθλιψεν εις τας πρώτας

ημέρας· μα ύστερα κάνοντας από την χρείαν καρδίαν και υπομονήν,

εδόθηκα όλος εις το να δουλεύσω τον αυθέντην μου με κάθε

εμπιστοσύνην. Ήτον αυτός ένας τιμιώτατος άνθρωπος, και δεν του

έλειπε που να έχη αρκετόν πνεύμα. Δεν ευχαριστούμουν εις το να μη

τον υπακούω με προθυμίαν εις ότι με επρόσταζεν, αλλά εσπούδαζα να

προβλέπω και εκείνο που εποθούσε, και να κάνω χωρίς να με ήθελε

προστάζει και με τούτον τον τρόπον απόκτησα κατά πολλά την αγάπην

του.

Αφού και εχάσαμεν από τους οφθαλμούς μας το νησί της Σερενδέβ, και

είμεθα διά να έμβωμεν προς τα βόρεια εις τον κόλπον της Μπεγκάλας,

ο οποίος είνε ο μεγαλύτερος κόλπος της Ασίας, εκεί που είνε τα

βασίλεια της Μπεγκάλας και τη Γολκόνδας, εσηκώθη ένας άνεμος τόσον

σφοδρός, που δεν είδαμε ποτέ παρόμοιον εις εκείνες τες θάλασσες·

μεγάλως εκοπιάσαμεν διά να κατεβάσωμεν τα πανιά διά να ημπορέσωμεν

κουπίζοντας να πλησιάσωμεν εις την παραθαλασσίαν· μα δεν

ημπορέσαμεν να υποφέρομεν την σφοδρότητα του αέρος· εβλέπαμεν το

καράβι μας εις την ακμήν διά να χαθή, με τρόπον που διά να φύγωμεν

τον τσακισμόν του, που μας εφοβέριζεν, αποφασίσαμεν διά να

απαρατήσωμεν κάθε κόπον, και να αφεθούμεν εις την διάκρισιν του

αέρος και των κυμάτων. Διήρκεσεν εκείνος ο σφοδρός άνεμος

δεκαπέντε ημέρες και βαστώντας όλος εκείνος ο καιρός, μας άμπωσε

με τόσην ταχύτητα και μας έφερεν επάνω εις την μεγάλην θάλασσαν

τρεις χιλιάδες μίλια μακράν από την Σερενδέβ, εις τόπους

αγνωρίστους εις τους ναύτας και εις τον καραβοκύρην. Άλλαξε τέλος

πάντων τότε ο άνεμος, και εμεταβάλθη εις γαλήνην, το οποίον μας

επροξένησε μεγάλην χαράν· μα η αγαλλίασίς μας δεν εβάσταξε πολύν

καιρόν, με το να ηφανίσθη από ένα συμβεβηκός, που θέλετε λάβει

δυσκολίαν να το πιστεύσετε διά το παράδοξον που φέρει.

&Συμβεβηκός Β' του Αμπουλβάρη.&

Αρχινούμεν διά να εξακολουθήσωμεν χαρούμενοι το ταξείδι μας, και

σχεδόν είμεθα κοντά εις το νησί Γιάβ, οπόταν πολλά σιμά μας

βλέπομεν έναν άνθρωπον γυμνόν εις την θάλασσαν, που πλέοντας

αντιπολεμούσε με τα κύματα διά να μη τον καταβυθίσουν. Εκρατούσε

αυτός πολλά σφιχτά μίαν σανίδα, που τον εβοηθούσε διά να μη

καταποντισθή, και μας έκανε σημείον διά να υπάγωμεν να τον

συνδράμωμεν διά να μην χαθή. Η ευσπλαχνία μας επαρακίνησε διά να

ρίξωμεν τον σκύφον εις την θάλασσαν, και να υπάν μερικοί ναύται

διά να τον ελευθερώσουν. Αν η ευσπλαχνία είναι ένα έργον

αξιέπαινον, πρέπει όμως να ομολογήσωμεν ότι αύτη εστάθη πολλά

κινδυνώδης, καθώς θέλετε το ακούσει.

Επήραν το λοιπόν εκείνοι τον άνθρωπον εις τον σκύφον, και τον

έφεραν εις το καράβι μας. Ήταν αυτός ένας άνθρωπος καθώς

εφαίνονταν έως σαράντα χρονών ηλικίας· είχε την θεωρίαν πολλά

θηριώδη· χοντρό το κεφάλι, τα μαλλιά κοντά και κατσαρά, και το

στόμα του κατά πολλά μέγα, με τα δόντια μακρυά και μυτερά ωσάν των

σκύλλων, τα χέριά του ήταν νευρώδη, οι παλάμες του πλατειές με

νύχια μακρά και μυτερά, οι οφθαλμοί του επαρομοίαζαν ωσάν της

τίγριδος, και είχε μίαν μύτην πλακωτήν με δύο ρουθούνια πολλά

ανοιχτά· η φυσιογνωμία του δεν μας άρεσεν, επειδή είχε μίαν

θεωρίαν άξιαν διά να μετατρέψη εις μετανόησιν την ευσπλαγχνίαν,

που μας είχε παρακινήσει. Οπόταν εκείνος ο άνθρωπος, τόσον

θηριώδης καθώς σας τον επερίγραψα, επαρουσιάσθη έμπροσθεν του

καραβοκύρη, και του είπε· Αφέντη, εγώ σου είμαι χρεώστης διά την

ζωήν μου, έστεκα εις την ακμήν διά να χαθώ, αν δεν με εσύντρεχες.

Κατά αλήθειαν, του απεκρίθη ο καραβοκύρης, ευρίσκεσο εις τα

ολοίσθια να καταποντισθής εις τα κύματα αν η τύχη σου δεν ήθελε

μας συναντήσει. Δεν ήτον η θάλασσα που με εφόβιζεν απεκρίθη ο

άγριος άνθρωπος χαμογελώντας· επειδή και είμαι αρκετός να σταθώ

εις αυτήν διά πολλούς χρόνους χωρίς να κακοπάθω· μα εκείνο που

πλέον με τυρανεί είνε η μεγάλη πείνα που έχω, με το να είναι έξη

ώρες που δεν έφαγα· ετούτη είνε μία διορία πολλά μακρυνή διά έναν

άνθρωπον ωσάν εμένα· ώστε κάμε μου την χάριν όσον ογλήγορα

ημπορέσης διά να μου φέρης φαγητά να φάγω ότι δεν ημπορώ να

υποφέρω μίαν νηστείαν τόσον μακρυνήν· και μη χαλεύης να φέρης

φαγητά εξαίρετα, ότι εγώ τρώγω ό,τι εύρω, με το να μην έχω ψιλό

στομάχι.

Εμείς εκυτταζόμασθε ο ένας με τον άλλον, και όλοι είμεθα

εκστατικοί εις μίαν τέτοιαν διήγησιν, και εστοχασθήκαμεν όλοι ότι

ο κίνδυνος, εις τον οποίον είχεν ευρεθή, τον έκανε να μην ηξεύρη

τι ομιλεί. Μα ο καραβοκύρης κρίνοντας ότι αληθώς είχε πείναν,

επρόσταξε διά να του φέρουν να φάγη τόσον, όσον ήθελε χορτάσει έξη

ανθρώπους πεινασμένους, ομοίως και φορέματα διά να τον σκεπάσουν.

Όσον διά τα φορέματα, είπεν εκείνος, δεν μου κάνουν χρείαν, με το

να στέκω πάντα γυμνός. Μα στοχάσου, του είπεν ο καραβοκύρης, ότι

δεν είνε τιμημένον πράγμα να στέκης έμπροσθέν μας έτσι γυμνός. Ω!

ω! απεκρίθη εκείνος με θυμόν, θέλετε λάβει καιρόν να με

συνηθίσετε. Αυτή η θηριώδης απόκρισις μας έβαλεν εις κάποιες

υποψίες και φόβον. Βιασμένος λοιπόν από την πείναν, και ανυπόμονος

διατί δεν του έφερναν ογλήγορα καθώς εποθούσεν, εκτυπούσε τους

πόδας του κατά γης, και έτριζε τα δόντια του γυρίζοντας τους

οφθαλμούς του εις τρόπον που έκανεν εις όλους φόβον. Τέλος πάντων

βλέποντας να του φέρουν το φαγί που επιθυμούσεν, ευθύς ερρίχθη

επάνω του με με μίαν προθυμίαν, που μας εθαύμασε. Και με όλον που

το φαγί ήτο αρκετόν διά να χορτάση έξ ανθρώπους, αυτός εις μίαν

στιγμήν το εκατάπιεν όλον· και οπόταν έφαγεν όλον εκείνο, που του

έφεραν έμπροσθέν του, μας είπε προστακτικώς, ότι να του φέρωμεν

και άλλο φαγί, διότι δεν είχε χορτάσει.

Ο καραβοκύρης θέλοντας να δοκιμάση πού ήθελεν υπάγει να τελειώση

αυτουνού η πείνα, επρόσταξε να του φέρουν άλλα τόσα φαγητά, ωσάν

την πρώτην φοράν, τα οποία δεν εφτούρησαν περισσότερον από τα

άλλα, με το να εκατέφαγε και αυτά ευθύς. Ημείς ελογιάσαμεν ότι

αυτός θα εχόρτασε, μα εγελασθήκαμεν. Εγύρεψε πάλιν διά να του

φέρουν και άλλα διά να φάγη ακόμη· ένας από τους ναύτας μη

υποφέροντάς την αδιακρισίαν εκείνου του ασχήμου ανθρώπου, θυμωθείς

επήρε ένα ξύλον διά να τον κτυπήση. Μα ο άγριος απεικάζοντάς τον

επρόλαβε, και πιάνοντάς τον από τες πλάτες τον έκαμε κομμάτια με

τους όνυχάς του. Εις αυτό το θέαμα ερριχθήκαμεν όλοι του καραβιού

με τα σπαθιά εις τα χέρια, διά να ξεδικηθούμεν εκείνον τον θηριώδη

επίβουλον· κάθε ένας εβιάζονταν διά να τον πληγώση και να παιδεύση

την βαρβαρότητά του, οπόταν με φόβον απεικάσαμεν, ότι ο εχθρός μας

είχε το πετσί του τόσον σκληρόν, όσον ήτον το διαμάντι· τα σπαθιά

μας ετσακίζονταν, και εγύριζαν χωρίς να ημπορέσωμεν το ολιγώτερον

να τον λαβώσωμεν. Και με όλον που αυτός δεν εφοβούνταν καθόλου τις

λαβωματιές, δεν τες έλαβε με όλον τούτο χωρίς κάποιον πόνον· όθεν

με θυμόν εγύρισε, και έπιασεν άλλον έναν από τους ναύτας, και με

μίαν άκραν δύναμιν τον έκαμε κομμάτια έμπροσθεν εις τους οφθαλμούς

μας.

Οπόταν δε είδαμεν ότι οι δύναμες τον σπαθιών μας ήτον ανωφελείς,

και που να τον σκοτώσωμεν μας ήτον αδύνατον, όλοι μαζή

ερριχθήκαμεν επάνω του διά να πασχίσωμεν να τον ρίξωμεν εις την

θάλασσαν, μα δεν ημπορέσαμεν ούτε να τον αγκαλιάσωμεν, επειδή και

μας εγλυστρούσεν από τα χέρια ωσάν ένα χέλι· και έξω από αυτό

έχωσε τα νύχια του εις το κατάρτι του καραβίου, και από εκεί

εκρατείτο με τρόπον, που εφαίνετο πλέον δυνατώτερος από έναν

ακίνητον στύλον· Ώστε που αντίς να φανή φοβισμένος από τον θυμόν

μας, μας είπε με πικρόν χαμογέλασμα· Φίλοι μου, εσείς χωρίς

στοχασμόν εδοθήκατε εις μίαν κακήν επιχείρηση· ηθέλατε κάμει

καλύτερα εις το να με υπακούσετε· εγώ εκαταδάμασα πλέον

δυνατωτέρους από εσάς· σας βεβαιώνω, ότι αν ακολουθήσετε να μου

αντισταθήτε εις την θέλησίν μου, θέλω σας μεταχειρισθή με τρόπον,

που εμεταχειρίσθηκα τους συντρόφους σας.

Τέτοια λόγια μας επάγωσαν από τον φόβον, και αποφασίσαμεν διά να

μην του αντισταθούμεν πλέον· επήγαμεν ειρηνικώς και του εφέραμεν

πάλιν άλλα φαγητά διά να τον χορτάσωμεν. Εκάθησε και τρίτην φοράν

εις το τραπέζι διά να φάγη, και αντίς να χορτάση του αύξανεν η

πείνα. Καταλαμβάνοντας αυτός ότι ημείς τέλος πάντων εκλίναμεν διά

να του πληρώσωμεν την επιθυμίαν, έγινε πολλά ήμερος και μας

εφανέρωσεν, ότι πολλά του εκακοφαίνονταν, που ημείς του εδώσαμεν

αιτίαν διά να μας μεταχειρισθή με εκείνον τον τρόπον· έπειτα μας

είπε πως μας αγαπούσε διά την αιτίαν, που τον εβγάλαμεν από την

θάλασσαν, εις την οποίαν έπρεπε να αποθάνη από την πείναν· και πως

διά το καλόν μας, επιθυμούσεν, ότι να συναπαντήση κανένα άλλο

καράβι, που να είναι πλούσιον από ζωοτροφίαν, διά να υπάγη εις

εκείνο, και ημάς να μας αφήση εις ειρήνην. Και αυτές τες κουβέντες

μας τες έκανεν εις τον καιρόν που έτρωγεν· και έξω από αυτές αυτός

εγελούσε·, εμετωρίζονταν καθώς οι άλλοι άνθρωποι, και ημείς

ηθέλαμεν τον εύρει πολλά νόστιμον, αν ήμεθα εις κατάστασιν να

λάβωμεν ηδονήν από τα μετωρίσματά του, και να χαρούμεν.

Τέλος πάντων και τετάρτην φοράν ηθέλησε να φάγη ακόμη, και ημείς

του εδώσαμεν καθώς και τες άλλες τρεις φορές· και έπειτα εστάθη

δύο ώρες χωρίς να φάγη άλλο. Βαστώντας ετούτο το ολίγον διάστημα

μας ωμίλησε με πολύ θάρρος· μας εξέταζε τον έναν ύστερα από τον

άλλον διά τους τόπους μας, διά τες συνήθειες και τα συμβάντα μας.

Ελπίζαμεν ότι η αναθυμίασες τόσων φαγητών, που είχεν εις το

στομάχι, θα του αναβούν εις το κεφάλι, και θα τον κάνουν να

αποκοιμηθή· αναμέναμεν με μεγάλην ανυπομονησίαν ο ύπνος να τον

κυριεύση· και εκάναμεν λογαριασμόν ότι εις το αναμεταξύ που αυτός

εκοιμούνταν, με ταχύτητα θα τον πιάσωμεν και θα τον ρίξωμεν εις

την θάλασσαν, διά να γλυτώσωμεν απ' αυτόν να μη μας φάγη εις

ολίγον διάστημα την ζωοτροφίαν μας, και αποθάνωμεν από την πείναν.

Μα εγελασθήκαμεν εις μίαν τέτοιαν ψευδή ελπίδα· επειδή και

εκείνος, καταλαμβάνοντας τους στοχασμούς μας, μας εφανέρωσεν ότι

ποτέ δεν εκοιμούνταν, και πως την χώνεψιν των φαγητών την έκαμε

χωρίς να λάβη ύπνον.

Εγνωρίσαμεν με άκρον πόνον ετούτην την δυστυχισμένην αλήθειαν

επειδή και εστάθη τρία μερόνυκτα πάντα τρώγοντας χωρίς να λάβη

παραμικρόν ύπνον, το οποίον μας έρριξεν εις την υστερινήν

απελπισίαν διά την κακήν μας κατάστασιν. Και ο καραβοκύρης δεν

ήλπιζε ποτέ με τούτο το συμβάν διά να ιδή ποτέ την χώραν Γολκόνδα·

οπόταν αιφνιδίως μας εφάνη να ιδούμεν τον αέρα να σκοτεινιάση

επάνωθέν μας. Ο πρώτος μας στοχασμός εστάθη, ότι εκείνη θα ήθελεν

ήτον μία νέα φουρτούνα, διά την οποίαν εχαρήκαμεν επειδή και

είμεθα ευχαριστημένοι καλύτερα να χαθούμεν από μίαν φουρτούναν,

παρά που να φαγωθώμεν από εκείνον τον θηριώδη άνθρωπον, επειδή και

οπόταν ηθέλαμεν τελειώσει την ζωοτροφίαν, μην ευρίσκοντας άλλο διά

να φάγη, εξ ανάγκης ήθελε μας φάγη ημάς, τον έναν ύστερα από τον

άλλον. Μα η σκοτεινίασις δεν ήτον καθώς ημείς εστοχαζόμεθα, επειδή

και εκείνο που ελογιάζαμεν ένα πυκνόν σύγνεφον και αναθυμίασιν,

ήτον ένας από τους μεγαλειτέρους Ροκ, που θα ήθελεν ευρεθή εις

εκείνες τες θάλασσες (αυτό είναι ένα πουλί θηριώδες το οποίον

ημπορεί να σηκώση με τα ονύχιά του ένα μέγαν ελέφαντα). Ετούτο το

θηριώδες πτηνόν έρχεται και πέφτει με πολλήν βίαν εις το καράβι

μας· και άρπαξε τον εχθρόν μας, που έστεκεν εις την πρύμην, και

τον έφερεν εις τον αέρα.

Τότε ημείς βλέπομεν πράγμα παράξενον εις τον αέρα, ο άγριος

άνθρωπος ευρισκόμενος εις τα νύχια του Ροκ, και έχοντας τα χέρια

του ελεύθερα να διεφεντευθή· και εμβάζοντάς τα νύχιά του τα

σουβλερά εις το κορμί του Ροκ άρχισε να κατατρώγη το στομάχι του

με όλα τα φτερά που είχεν. Ο Ροκ αγροίκησε μεγάλον πόνον που τον

έκαμε να δοθή εις ένα μέγα ούρλιασμα, τόσον που αντηχολόγησεν ο

αέρας, και διά να ξεδικηθή έβγαλε με τα νύχιά του τα μάτια του

εχθρού του. Ετούτος με όλον που έμεινε τυφλός δεν άφησε το κυνήγι

του, και ετελείωσε που να φάγη την καρδίαν του Ροκ ο οποίος

συναθροίζοντας εις τον θάνατόν του τες επίλοιπές του δύναμες, τον

εκτύπησεν εις το κεφάλι με την μύτην του, και αμφότεροι έπεσαν

αποθαμμένοι εις την θάλασσαν, ολίγον τι μακράν από ημάς.

Χαλιμά, Τόμος 3 Εξακολούθησις των ιστοριών · 第 9 / 18 段