Έλαβα τόσην αγαλλίασιν εις το να ακούσω ότι η Ρετζία δεν ήτον

υπανδρευμένη, και από την χαράν μου εφώναξα. Αχ, βασίλισσά μου,

δεν ηξεύρω πώς να ευχαριστήσω τον ουρανόν, που μου έδωσε την χάριν

να σε απολαύσω, καθώς επιθυμούσα· εγώ δεν είμαι άξιος να ανταμείψω

την ευεργεσίαν του Αβικένα, που μου έκαμεν. Αυτά και άλλα παρόμοια

λέγοντας εκατάλαβα την Ρετζίαν, που έκλινεν εις την αγάπην μου.

Και διά περισσοτέραν βεβαίωσίν μου μού έδειξε φανερώς και μου

είπεν, ότι αποφάσισα να στερεώσω την καλήν σου τύχην· φθάνει μόνον

να ημπορέσης να λάβης και τον λόγον του πατρός μου του βασιλέως.

Εσυμβουλεύθηκα επάνω εις τούτο με τον Αβικένα, ο οποίος μου είπε

στείλε, ω Αυθέντη, έναν Αμπασοτόρον, διά να δώση την είδησιν του

Σουλτάνου διά την κατάστασιν της θυγατρός του, να την γυρέψη εις

γυναίκα σου, και διά τα λοιπά που ημπορούν να ακολουθήσουν, άφες

να κάμω εγώ. Έκαμα κατά την συμβουλήν του φιλοσόφου, και

εξανάστειλα τον Χασάν διά απεσταλμένο προς τον βασιλέα της

Καρίσμου, έπειτα επήρα την Ρετζίαν, και την έβαλα εις το χαρέμι

μου, εις μέρος ξεχωριστόν, και αναμέναμεν την απόφασιν του πατρός

της με μεγάλην ανυπομονησίαν. Ως τόσον τον Αβικένα, διά την χάριν

την μεγάλην που έκαμε, τον εκράτησα εις την αυλήν μου, και του

έκαμα τες μεγαλύτερες τιμές που ένας βασιλεύς ημπορούσε να κάμη

προς έναν, από τον οποίον γνώριζε την ευτυχίαν του. Και διά

περισσοτέραν τιμήν τον έκαμα απόκρυφόν μου συμβουλάτορα και τον

είχα πάντα μαζί μου, και έτρωγεν εις το τραπέζι μου και

ευρίσκονταν πολλά ευχαριστημένος διά τες ανταμοιβές που έκαμα.

Κάνει χρεία να διηγηθώ κατά το παρόν εις ποίαν κατάστασιν ο Χασάν

εύρε την αυλήν της Καρίσμου οπόταν εκεί έφθασεν. Ο Σουλτάνος ευθύς

που έμαθε τον αρπαγμόν της θυγατρός του από την αυλήν του βασιλέως

της Γάζνας, εσυνάθροισεν όλους τους Αστρολόγους του βασιλίου του

διά να εξετάξουν το τι έγινεν η θυγατέρα του. Και ένας πολλά

επιτήδειος εφανέρωσε πως η βασιλοπούλα ευρίσκονταν εις το παλάτι

μου, και πως εγώ έκαμα και την άρπαξαν· και επάνω εις τούτο το

θεμέλιον έστειλε μεντζίλι ευθύς εις τον βασιλέα της Γάζνας δίδοντάς

του την είδησιν πως η θυγατέρα του αρπάχθη από εμένα· και πως ευθύς

να ετοιμάση όλα τα στρατεύματα και να ανταμωθούν με αυτόν διά να

έλθουν ομού εναντίον μου, να μου χαλάσουν το βασίλειον διά την

ατιμίαν που τους έκαμα. Ως τόσον ο απεσταλμένος μου ο Χασάν

φθάνοντας επάνω εις αυτές τες σύγχυσες επήγε να παρουσιασθή εις τον

Σουλτάνον κατά την συνήθειαν, και να του αναγγείλη την υπόθεσιν,

διά την οποίαν επήγεν.

Ο Σουλτάνος βλέποντάς τον του είπε με αγριωμένον πρόσωπον.

Καταλαμβάνω καλώτατα την υπόθεσιν διά την οποίαν ήλθες· εσύ

έρχεσαι εδώ από όνομα του παρανόμου αυθέντος σου διά να μου

αναγγείλης πως αυτός κρατεί εις το παλάτι του την θυγατέρα μου

εναντίον κάθε δικαιοσύνης, μα θέλει το μετανοήσει πολλά ογλήγορα

διά την εντροπήν που μου έκαμε· και διά να κάμω αρχήν του θυμού

μου, προστάζω να σου κόψουν το κεφάλι, και ελπίζω ότι με τούτον

τον τρόπον θα μεταχειρισθώ και τον άνομον αυθέντην σου, που διά

μέσον της μαγικής τέχνης κανενός θανατηφόρου μάγου μου άρπαξε την

θυγατέρα, και έκαμε αυτήν την ατιμίαν εις το παλάτι μου. Και έτσι

λέγοντας επρόσταξε τον τζελάτην του, να κόψη την κεφαλήν του Χασάν

εις το μέσον της αυλής του. Ο ταλαίπωρος Χασάν εφέρθη κακώς,

έχοντας από τον τζελάτην εις την μέσην της αυλής, που ήτον

συναγμένος άπειρος λαός, διά να ιδούν τον θάνατόν του. Και τον

καιρόν που ο τζελάτης είχε σηκώσει το σπαθί διά να του κόψη το

κεφάλι, αρπάχθη εις τον αέρα ο Χασάν, και έγινεν άφαντος από τους

οφθαλμούς των περιεστώτων· το οποίον επροξένησε τόσον εις τον

Σουλτάνον, ωσάν και εις τον λαόν, μεγάλον θαυμασμόν και φόβον.

Ο Σουλτάνος εστοχάσθη με δίκαιον τρόπον, ότι με την ιδίαν δύναμιν,

που αρπάχθη η θυγατέρα του, αρπάχθη και ο Χασάν από τον θάνατον,

διά το οποίον αγρίεψε πολλά περισσότερον από το πρώτον και ευθύς

επρόσταξεν ότι να υπάγουν να πιάσουν τους ανθρώπους του

απεσταλμένου να τους θανατώσουν, διά να ξεθυμάνη την οργήν του. Μα

πηγαινάμενοι οι φύλακες δεν ηύραν κανέναν, επειδή και αρπάχθηκαν

και αυτοί από τους δούλους του Αβικένα τον ίδιον καιρόν, που

αρπάχθη και ο αυθέντης τους. Αυτά όλα τα έμαθα από τον Χασάν που

ευθύς εφανερώθη έμπροσθά μου, και μου τα εδιηγήθη όλα και μου

εφανέρωσε περιπλέον τες μεγάλες ετοιμασίες, που έκανε ο Σουλτάνος

της Καρίσμου ομού με εκείνον της Γάζνας, διά να έλθουν καταπάνω

μου, να αφανίσουν το βασίλειόν μου κατά κράτος. Ήτο παρών και ο

Αβικένας οπόταν ο Χασάν μου εδιηγούνταν αυτά, διά τα οποία εγέλασε

μεγάλως. Έπειτα με εβεβαίωσε πως να μη φοβηθώ τίποτε, επειδή και

αυτός θέλει έχει όλην την επιμέλειαν να γυρίση όλα τα πράγματα

κατά την γνώμην του. Ευχαρίστησα τον φιλόσοφον διά την προθυμίαν

και αγάπην που προς εμέ έφερνε, και αντίς να φοβηθώ τες ετοιμασίες

των εχθρών μου δεν έβλεπα την ώραν πότε να φθάσουν εις τα σύνορα

μου· επειδή και ήμουν βέβαιος πως δεν ήθελαν με βλάψει, έχοντας

μαζύ μου τον αγαπημένον μου Αβικένα.

Δεν επέρασαν πολλές ημέρες και εκείνοι οι δύο βασιλείς χωρίς

αργοπορίαν επλησίαζαν εις τα σύνορα του βασιλείου μου. Τότε ο

Αβικένας έρχεται προς εμένα και μου λέγει να συμμάσω ένα ολίγον

στράτευμα, και να έβγωμεν εις συναπάντησιν των εχθρών μου. Εγώ

έκαμα καθώς με επρόσταξε· και οπόταν εστάθηκαν όλα έτοιμα,

εβαλθήκαμεν με τον Αβικένα εις την κεφαλήν του στρατεύματός μου,

και εκινήσαμεν και ήλθαμεν ολίγον μακράν από τους εχθρούς μου.

Τότε ο φιλόσοφός μου με την τέχνην του έκαμε να γεννηθούν κάποιες

ασυμφωνίες και διαφορές ανάμεσα του Σουλτάνου και του βασιλέως της

Γάζνας, και τόσον επλήθυναν, που εγύρισαν τα άρματά τους εναντίον

ο ένας του άλλου. Και ύστερον από ένα μακρόν πόλεμον ανάμεσόν

τους, ο βασιλεύς της Γάζνας έμεινε φονευμένος μαζή με όλον του το

στράτευμα, και ο Σουλτάνος έμεινε νικητής και αυθέντης όλου του

κάμπου και του πολέμου. Μα δεν έλαβε την ευχαρίστησιν διά να χαρή

τελείως την νίκην του, επειδή και ημείς μανθάνοντες τα πάντα

εβγήκαμεν έμπροσθέν του με το στράτευμα που είχα, και αρχίσαμεν να

τον κτυπώμεν, τόσον που ευρισκόμενος εις στενοχωρίαν επαραδόθη εις

τας χείρας μου, και τον έφερα εις το Αστραχάν.

Έλαβε αιτίαν να ευχαριστηθή διά τον τρόπον, με τον οποίον τον

επεριποιήθηκα· επειδή και εις την αυλήν μου έλαβε κάθε τιμήν που

να ήτον. Τίποτε δεν εψήφισα που να κάμω διά να τον ιλαρώσω και να

τον καταπραΰνω διά να συγκλίνη διά να λάβω την θυγατέρα του εις

γυναίκα, το οποίον δίχως πολύν κόπον το απόλαυσα· και εξ όλης

καρδίας ευχαριστήθη διά να του γένω γαμβρός. Λαμβάνοντας δε τον

λόγον του Σουλτάνου δεν ωμιλούσα πλέον άλλο, παρά διά χαρές· οι

οποίες έγιναν πολλά ένδοξες διά να εορτάσουν την υπανδρείαν μου·

και ο λαός του παλατίου μου και της χώρας, ήτον δοσμένοι εις τες

χαρές και αγαλλίασες διά έναν ολόκληρον χρόνον, και διά να ειπώ

καλύτερον ακολουθούν ακόμη από εκείνον τον καιρόν έως σήμερον.

Ο Σουλτάνος ύστερον από τους γάμους εμίσευσε πολλά ευχαριστημένος

διά το βασίλειόν του, αφίνοντάς την θυγατέρα του εις πολύ

ευτυχισμένην κατάστασιν. Δεν ημπορώ να διηγηθώ την ευχαρίστησίν

μου και την ηδονήν, που είχα εις την απόκτησιν της ωραίας Ρετζίας

ομοίως και αυτή έδειχνε πολλήν αγάπην και ευχαρίστησιν να

ευρίσκεται με εμένα. Και καθημερινώς επήγαινεν αυξάνοντας και των

δύο μας η ευχαρίστησις και η αγάπη, και τέλος πάντων εζούσαμεν με

μίαν τελείαν ομόνοιαν, οπόταν αιφνιδίως εκείνος ο ίδιος, που

εστάθη ο αίτιος της ευτυχίας μου, μας αναποδογύρισεν όλες μας τες

ηδονές, και εκατάντησε την ευτυχίαν μας εις κατάστασιν αξίαν

δακρύων και ευσπλαχνίας, ως θέλετε τον ακούσει.

Ο Αβικένας, χωρίς να ημπορέσουν να τον εμποδίσουν οι μεγάλες του

επιστήμες, ελκύσθη από τους οφθαλμούς της Ρετζίας μίαν θανατηφόρον

αγάπην, η οποία εστάθη το αίτιον της δυστυχισμένης μας ζωής. Διά

να δείξω εκείνου του φιλοσόφου την άκραν αγάπην, και σέβας που εις

αυτόν είχα, τον άφινα να βλέπη και καθημερινώς να συναναστρέφεται

με την Ρετζίαν· η συχνή συναναστροφή που επερνούσεν ανάμεσόν τους

ηύξανε τον έρωτα του φιλοσόφου, και δεν ημπόρεσε πλέον να τον

κρύψη· όθεν τον εφανέρωσε της Ρετζίας. Η βασίλισσα εδείχθη πολλά

συγχισμένη από μίαν τέτοιαν τολμηράν ομολογίαν, μα στοχαζομένη

ωσάν φρόνιμη, ότι έκανε χρεία να φερθή με εύμορφον τρόπον με έναν

άνθρωπον, του οποίου την δύναμιν αυτή εφοβούνταν, του ωμίλησε με

ιλαρόν πρόσωπον με τούτον τον τρόπον· Αβικένα, του είπεν, έλα εις

τον εαυτόν σου, σε παρακαλώ και νίκα και θριάμβευσε τους

στοχασμούς που μου φανερώνεις· στοχάσου την αγάπην, και το σέβας

που ο βασιλεύς εις εσένα προσφέρει· εκείνος ο βασιλεύς εσύ καλά

ηξεύρεις πως με λατρεύει, ομοίως και εγώ πόσον τρυφερά τον αγαπώ·

όθεν είναι αδύνατον εγώ να αγαπήσω άλλον, παρά αυτόν μόνον· παύσε

το λοιπόν, σε παρακαλώ, εις το να θελήσης να συγχίσης μίαν

ομόνοιαν, που εσύ μοναχός σου την εστερέωσες.

Ο εύμορφος τρόπος, και η γλυκύτης, με την οποίαν ωμίλησεν η

Ρετζία, δεν έκαμαν άλλο του φιλοσόφου, παρά να τον κάμουν πλέον

τολμηρόν και αυθάδη. Αυτός ακολούθησε να μιλήση διά τον έρωτά του,

και εβίασε τόσον την Ρετζίαν διά να του ανταποκριθή, που τέλος

πάντων την έκαμε να χάση την υπομονήν της, και άρχιζε να τον

ονομάζη αδιάκριτον και αυθάδη, και ωνείδισε την τόλμην του με

πρόσωπον πολλά άγριον και θυμωμένον. Ο φιλόσοφος εις αυτούς τους

ονειδισμούς από την εντροπήν του ευθύς μετέβαλε την αγάπην του εις

τόσον μίσος, και από γλυκύς αγαπητικός που εδείχνονταν, έγινεν

εχθρός θηριώδης και ανήμερος· εθεώρησε την βασίλισσαν με ένα

βλέμμα φοβεριστικόν και άγριον, έπειτα της είπεν· αχάριστη, μη

στοχάζεσαι ότι εγώ θα σε αφήσω να μου καταφρονέσης με αυτόν τον

τρόπον την αγάπην μου; εσύ θέλεις ενθυμηθή διά πολύν καιρόν με

μεγάλην σου θλίψιν την παρακοήν που μου έκαμες· θέλω να σε

παιδεύσω εις εκείνο το μέρος, που σου είναι περισσότερον

αισθαντικόν, διά να μην έχης πλέον άνεσιν. Έτσι λέγοντας εφύσησε

εις το πρόσωπόν της Ρετζίας και ύστερον που είπε κάποια λόγια

μυστικά, έγινεν άφαντος.

Η βασίλισσα έμεινεν έμφοβος από τέτοιους φοβερισμούς, μα μην

αγροικώντας καμμίαν μεταλλαγήν επάνωθέν της, εστοχάσθη ότι ο

Αβικένας ευχαριστήθη μόνον εις το να την φοβίση. Ύστερον δε αφού

είδε δύο και τρεις φορές που να χάση τες αισθήσεις της, οπόταν εγώ

εις αυτήν επλησίαζα, εκατάλαβεν ότι η κατάστασις εις την οποίαν

την ίδετε, θα ήτον η παίδευσις που εκείνος ο σκληρός φιλόσοφος της

έκαμεν. Ετούτο λοιπόν είνε το θλιβερόν αίτιον που συγχίζει την

ανάπαυσιν της ζωής μου· ώστε όσον δυστυχής και αν είμαι χρεωστώ

ακόμη να ευχαριστήσω τον Ουρανόν που ο Αβικένας δεν μου άρπαξε την

Ρετζίαν, για να με υστερήση τελείως από αυτήν, και παρηγορούμαι

καμμίαν φοράν, βλέποντάς την από μακρόθεν· ειδέ από σιμά είδετε

την μεταλλαγήν που κάνει.

&Ακολούθησις της ιστορίας του Βεδρεδίν Λώλου, του Βεζύρη του και

του Μυστικού του.&

Ο βασιλεύς του Αστραχάν Ορμώζ, ωσάν ετελείωσε την ιστορίαν του, ο

Βεδρεδίν τον ευχαρίστησε, που εκαταδέχθη να του πληρώση την

περιέργειαν, και τον ίδιον καιρόν τον εβεβαίωσε πως αγροικούσε

μέγαν πόνον εις την καρδίαν του διά την ανησυχίαν της ζωής του·

έπειτα από αυτά ετούτοι οι δύο βασιλείς εχωρίσθησαν, και ο

βασιλεύς Βεδρεδίν ευθύς εμίσευσε με τον Ταλμούχ και τον Σεήφ, διά

να υπάγουν εις άλλο βασίλειον. Η κατάστασις εις την οποίαν είδαν

την βασίλισσαν Ρετζίαν, εστάθη πάντα η ομιλία τους εις την

στράταν. Και μίαν ημέραν που εσυνομιλούσαν επάνω εις αυτήν, ο Σεήφ

λέγει του Βεδρεδίν. Αφέντη, κάνει χρεία να ειπούμεν την αλήθειαν

ότι δεν είναι ωραιότης πλέον τελεία, ούτε υποκείμενον πλέον

ευγενικόν από εκείνο της Ρετζίας· μα με όλον τούτο, ακολούθησε

χαμογελώντας, που και ημείς την εκυττάξαμεν με επιμέλειαν, δεν

βλέπω κανέναν από ημάς τους τρεις να έχασε το λογικόν του· και διά

λόγου μου λογιάζω, ότι η μορφή της εικόνος της Αλγεμάλ, που βαστώ

κοντά μου, να με εδιαφύλαξεν. Και εγώ είπεν ο Ταλμούχ, είμαι εις

την ιδίαν κατάστασιν, και δεν είναι να το θαυμάσης, που παρομοίως

δεν ετρελλάθηκα επειδή και η ενθύμησις της Τζελίκας, που διά

παντός στέκει εις την καρδίαν μου καρφωμένη με κάνει αναίσθητον

εις τες άλλες ευμορφάδες των γυναικών· εκείνο που το λοιπόν μας

προξενεί θαυμασμόν, είπεν ο Σεήφ, είναι η σταθερότης του βασιλέως

αυθέντος μας, ο οποίος, με όλον που μη όντας δοσμένος εις αγάπην

καμμιάς γυναικός, δεν εβλάφθη από τες νοστιμάδες της Ρετζίας.

Εσείς είσθε εις μεγάλον λάθος, είπε τότε ο Βεδρεδίν, εις το να

πιστεύετε ότι εγώ να μην είμαι τρωμένος από αγάπην, και αυτό

προέρχεται, με το να με στοχάζεσθε χωρίς αγαπητικήν, μα διά να σας

εβγάλω από την φαντασίαν, θέλω σας ειπεί, πως αγαπώ και εγώ

παρομοίως ωσάν και εσάς και ότι η αυτή αγάπη μοναχά με εμποδίζει

να είμαι τελείως ευτυχισμένος. Δεν είναι μία βασίλισσα που να

βασιλεύη εις την καρδίαν μου, αυτή είναι μία γυναίκα ταπεινής

καταστάσεως που με κυριεύει. Θέλω λοιπόν να σας διηγηθώ αυτήν την

ιστορίαν· δεν είχα γνώμην ποτέ να σας, φανερώσω ένα παρόμοιον

απόκρυφον, μα με το να μου δίδετε την αιτίαν θέλω να το κάμω

πασίδηλον.

&Ιστορία της ωραίας Αροούγιας.&

Είναι ολίγοι χρόνοι ακολούθησεν αυτός, που ευρίσκονταν εις την

Δαμασκόν ένας γέροντας πραγματευτής, ονόματι Βανάης· είχεν αυτός

ένα ευμορφώτατον σπήτι με δύο μαγαζιά γεμάτα από πανιά της Ινδίας,

και άλλα διάφορα μεταξωτά πλούσια· είχε και μίαν νέαν γυναίκα, που

εις την εμορφιά ημπορούσε να παρομοιασθή με εκείνην της Ρετζίας. Ο

Βανάης ήτον ένας άνθρωπος, που αγαπούσε τες τρυφές, εξώδευε με

πολλήν γενναιότητα, εχάριζεν εις τους φίλους του πολλά δώρα,

εδάνειζε εις τους στενοχωρημένους όσα αργύρια και αν ήθελαν,

εκυβερνούσεν εκείνους που είχαν χρείαν, και κοντολογής δεν ήτον

ήσυχος αν απερνούσε μία ημέρα, που να μη κάμη καμμίαν ευεργεσίαν·

έλαβεν αυτός αιτίας διά να εξοδεύη το εδικόν του, που από ολίγον

κατ' ολίγον ευρέθηκαν εις κακήν κατάστασιν τα πράγματά του και

έπεσεν εις δυστυχίαν χωρίς να το καταλάβη.

Οπόταν είδε τον εαυτόν του υστερημένον από την καλήν του τύχην,

επρόστρεξεν εις τους φίλους του, διά να τον συντρέξουν, μα δεν

έλαβε καμμίαν βοήθειαν, με όλον που τους είχε κάμει πολλάς

ευεργεσίας. Επίστευεν αυτός, ότι το ολιγώτερον, εκείνοι που του

εχρεωστούσαν θα ήθελαν του επιστρέψει εκείνα, όσα τους είχε

δανείσει· μα ποίος του τα αρνούνταν, και ποίος δεν ήτον εις στάσιν

δια να τον πληρώση, και όλα αυτά επροξένησαν μεγάλην θλίψιν εις

τον Βανάην, και από τον πόνον του έπεσεν άρρωστος. Τον καιρόν δε

που ήτον άρρωστος, ενθυμήθη κατά τύχην, που είχε δανείσει ένα

Χόντζα χίλια φλωριά, και ούτω κράζει την γυναίκα του και της

λέγει· ω ακριβή μου Αροούγια, δεν κάνει χρεία με όλον τούτο να

απελπισθούμεν· ενθυμούμαι που εδάνεισα χίλια φλωριά του Χόντζα

Ισμαήλ· ύπαγε προς αυτόν, και ειπέ του πως τον περικαλώ να μας τα

επιστρέψη, επειδή έχομεν χρείαν μεγάλην. Η Αροούγια ευθύς

εμπουλώθη και υπήγεν εις το σπήτι του Χόντζα· ο οποίος την εδέχθη

με ευγένειαν και αφού την έβαλε και εκάθησε, της ερώτησε την

αιτίαν που εις αυτόν ήλθεν. Αφέντη Χόντζα, απεκρίθη η Αροούγια

σηκώνοντας το επανωμπούλωμα από τα μάτιά της, εγώ είμαι γυναίκα

του πραγματευτού Βανάη· ο οποίος με έστειλε να σε περικαλέσω να

του κάμης την χάριν να του επιστρέψης τα χίλια φλωριά, που σε είχε

δανείσει, επειδή και ευρισκόμασθε εις μεγάλην χρείαν.

Ο Χόντζας βλέποντάς την Αροούγιαν τόσον ωραίαν και που να του

ομιλή με τόσην ευγένειαν, ετρώθη εις την καρδίαν από την

ευμορφάδα της, και της λέγει· ω ευμορφοτάτη μου κυρά, εγώ μετά

πάσης χαράς θέλω σου δώσει αυτά που ζητείς, όχι ωσάν πράγμα που

του χρεωστώ του ανδρός σου, μα διά το χατήρι σου που μου έκαμες

την τιμήν να έλθης εις το σπήτι μου· αγροικώ ότι η θεωρία σου με

κάνει να έβγω από τον εαυτόν μου, εσύ ημπορείς να με κάμης

ευτυχισμένον ανταποκρινομένη εις την επιθυμίαν που μου προξενείς,

και αν θελήσης να με υπακούσης, σου τάσσω πως αντίς διά χίλια

φλωριά, θέλω σου δώσει δύο χιλιάδες, και σε βεβαιώνω ότι θα σου

είμαι διά παντός σκλάβος. Έτσι λέγοντας ο καλός Χόντζας, και διά

να δείξη πως τα όσα έλεγε, τα έλεγεν εκ καρδίας, επλησίασεν εις

την γυναίκα, και ηθέλησε να την αγκαλιάση· μα αυτή θυμωμένη τον

άμπωσε λέγοντάς του· στάσου, τολμηρέ και αυθάδη, και παύσε που να

μου μιλής με αυτόν τον τρόπον διατί αν μου δώσης όλον τον βίον της

Αιγύπτου δεν ήθελα ανταποκριθή εις την παράνομόν σου ζήτησιν, και

δεν ήθελα κάμει αυτό το άδικον του ανδρός μου. Δος μου το λοιπόν

τα φλωριά που χρεωστείς του ανδρός μου, και μη χάνης τον καιρόν

σου να βιάζης μίαν καρδιάν, που εναντιώνεται εις την επιθυμίαν

σου. Ο Χόντζας έμεινεν εντροπιασμένος διά τους ονειδισμούς, που η

Αροούγια του έκαμε, και όντας άνθρωπος κακής διαθέσεως, ευθύς

εμετάβαλε την αγάπην εις θυμόν και είπεν· Ύπαγε απ' εδώ, ω τολμηρά

γυναίκα, τίποτε δεν χρεωστώ του ανδρός σου· και καθώς αυτός ο

άγνωστος γέροντας εχαλάσθη από την κακήν του κυβέρνησιν, έτσι

έχασε και τον νουν του, και δεν ηξεύρει τι ζητεί. Και έτσι

λέγοντάς την έκαμεν ευθύς να έβγη από το σπήτι του και ολίγον

έλειψε που να την δείρη.

Η δυστυχισμένη νέα εγύρισεν εις το σπήτι της με τα δάκρυα εις τα

μάτια· ακριβέ μου Βανάη, είπε του ανδρός της, ο Χόντζας Ισμαήλ και

αυτός ωσάν τους άλλους αρνείται το όσον σου χρεωστεί, μα δεν

φθάνει αυτό αλλά ηθέλησεν ακόμη να μου βιάση την τιμήν· Ω τι

αχάριστος που είνε, εφώναξεν ο πραγματευτής· είνε δυνατόν αυτός να

με αφήση να χαθώ, τον καιρόν που τον εμπιστεύθηκα, και του έδωκα

το εδικόν μου, και τώρα με τόσην αδιακρισίαν να μου το αρνείται;

ετούτο δεν ημπορώ να το υποφέρω· θέλω να τρέξω εις την

δικαιοσύνην· ύπαγε εις τον Κατή και ανάγγειλέ του την υπόθεσιν·

εκείνος είνε ένας κριτής αυστηρός και εχθρός της αδικίας, και

ελπίζω ότι θα λάβη διά εμέ σπλάγχνος, και να μου κάμη δικαιοσύνην.

Η νέα γυναίκα του πραγματευτού επήγεν ευθύς εις τον Κατή, και

επαρουσιάσθη έμπροσθέν του εκεί που έδιδεν ακρόασιν του λαού. Ο

Κατής, που φυσικά αγαπούσε τες γυναίκες, ευθύς που την εγνώρισεν

από το φέρσιμόν της, πως θα είναι μία ωραία γυναίκα, σηκωνόμενος

από εκεί που εκάθονταν, επλησίασεν εις αυτήν, και την επήρε και

την έφερεν εις έναν παραοντά και αφού την έβαλε και εκάθησε την

υποχρέωσε διά να σηκώση το απανωμπούλωμα από τους οφθαλμούς της·

μα ο Κατής ευθύς που είδε την ωραιότητά της έμεινε τρωμένος

παρομοίως ωσάν τον Χόντζα, και όλος γεμάτος από αγάπην· ω ωραίον

τριαντάφυλλον εφώναξεν, ειπέ μου τι ζητάς·, και διά ποίαν υπόθεσιν

ήλθες; και στάσου βέβαιη, ότι διά λόγου σου θέλω κάμει ότι με

προστάξης. Αυτή τότε του εδιηγήθη την κακοτροπίαν του Χόντζα, και

την άρνησιν που έκανεν εις τα όσα τον είχε δανείσει ο άνδρας της,

και τον επερικαλούσεν, ότι με την εξουσίαν του να τον κάμη να τα

πληρώση. Ετούτο είνε πολλά δίκαιον, απεκρίθη ο Κατής· εγώ θέλω τον

κάμει να πληρώση χωρίς άλλο, και θέλω εύρει τον τρόπον να του τα

βγάλω από τα σπλάγχνα. Μα ω ωραιοτάτη θεά, (ακολούθησεν αγαπητικά

μιλώντας) στοχάσου σε παρακαλώ ότι το πουλί της καρδιάς μου

ευρίσκεται φυλακωμένον εις τας παγίδας της ωραιότητός σου,

υποσχέσου εκείνο που αρνήθης του Χόντζα, και τούτην την στιγμήν

θέλω σου χαρίσει τέσσαρες χιλιάδες φλωριά.

Εις τούτα τα λόγια η Αροούγια εδόθη εις πικρότατον κλαύσιμον. Ω

ουρανέ, είπε, δεν ευρίσκεται σωφροσύνη το λοιπόν εις τους

ανθρώπους; δεν ημπορώ να συναπαντήσω έναν, που να έχη φόβον Θεού;

εκείνοι οι ίδιοι που έχουν το φορτίον να παιδεύουν τους

κακοποιούς, δεν έχουν αντίρρησιν να κατορθώσουν μεγαλύτερες

παρανομίες; Και έτσι λέγοντας αυτή εμίσευσε με τα δάκρυα εις τα

μάτια, και ήλθεν εις τον άνδρα της, και του εδιηγήθη πως δεν έκανε

τίποτε ουδέ με τον Κατή. Εκακοφάνη κατά πολλά του Βανάη που δεν

εύρηκε κανέναν να του κάμη δικαιοσύνην, και με πόνον καρδίας είπε

προς την γυναίκα του. Αγαπημένη μου γυναίκα, άλλη ελπίδα εις ημάς

δεν είνε, παρά να προστρέξης εις τον βεζύρην και ελπίζω ότι αυτός

να μας κάμη δικαιοσύνην· ειδέ και αυτός δεν μας υπακούση, δεν

είμεθα πλέον διά τον κόσμον· Την ερχομένην ημέραν η Αροούγια

μπουλωμένη επήγεν εις τον βεζύρην, τον οποίον ευρίσκοντάς τον

μοναχόν του ανήγγειλε την υπόθεσιν, που την εβίαζε να προστρέξη

προς αυτόν. Ο βεζύρης που και αυτός ήτο ένας που δεν εμισούσε τες

γυναίκες, αφού και την έκαμε να ξεσκεπάση το πρόσωπόν της με

ευγενικόν τρόπον, δεν έμεινεν ολιγώτερον πληγωμένος από τον Χόντζα

και από τον Κατή· και όλος γεμάτος από θαυμασμόν εφώναξεν. Ω,

πόσες νοστιμάδες και ωραιότητας βλέπω· ποτέ εις την ζωήν μου

παρόμοια δεν είδα, ω τι ευγενικόν υποκείμενον, που εις τους

οφθαλμούς μου παρασταίνεται· είνε αμαρτία μίαν τέτοιαν ωραιότητα

να την χαίρεται ένας αδύνατος γέρων. Μην αμφιβάλλεις, ω ωραιοτάτη

νέα, γυρίζοντας, προς αυτήν είπε, διά να κάμω τον Χόντζα να

επιστρέψη εκείνα που χρεωστεί, όλην μου την επιμέλειαν θέλω βάλει

διά να σε δείξω ευχαριστημένην, και θέλω τον στενοχωρήσει εις

τρόπον, που να μην απεράσουν τρείς ώρες και τα χίλια φλωριά θα σου

τα φέρη ο ίδιος· μα ακριβή μου νέα άλλην ανταμοιβήν δεν ζητώ από

λόγου σου, διά την χάριν που μέλλω να σου κάμω παρά να κλίνης εις

την επιθυμίαν μου, και έξω που θέλω σου εβγάλει τα χίλια φλωριά

από τον αυτόν Χόντζα, θέλω σου χαρίσει και εγώ άλλες δέκα χιλιάδες

φλωριά.

Καθώς η ωραία Αροούγια δεν είχε μεγαλύτερην επιθυμίαν να

ευχαριστήση τον βεζύρην απ' ότι ευχαρίστησε τους άλλους, έτσι

εμίσευσε και από αυτόν πολλά θλιμμένη, και ήλθεν εις το σπήτι της.

Ω, Βανάη, είπε, του ανδρός της, τίποτα πλέον δεν ημπορούμεν να

ελπίσωμεν. Κανείς δεν μας συντρέχει, κανείς δεν μας κάνει

δικαιοσύνην τι έχομεν να γένωμεν το λοιπόν; ετούτα τα λόγια έφεραν

τον γέροντα εις την υστερινήν απελπισίαν, και άρχισε να λέγη

χίλιες κατάρες εναντίον των ανθρώπων και τον καιρόν που ήθελε να

τες ξαναειπή, η Αροουγία τον απόκοψε λέγοντας. Παύσε του να

καταράσαι τους αυτουργούς της δυστυχίας μας· τι άνεσιν ευρίσκεις

που να θλίβεσαι και να βλασφημάς με αυτόν τον τρόπον; είνε

καλύτερον να στοχασθούμεν άλλα μέσα, διά να ημπορέσωμεν να

βγάλωμεν το εδικόν μας· μην αδημονάς πλέον, ότι ετούτην την

στιγμήν ο Προφήτης με εφώτισεν ένα εφεύρεμα πολλά ωφέλιμον μην μου

ζητάς ποίον είνε· στάσου βέβαιος εις τους λόγους μου, και θέλεις

ιδεί μίαν ογλήγορον εκδίκησιν, που μέλλω να κάμω του Χόντζα, του

Κατή και του Βεζύρη, η οποία θέλει γίνει με όνομα εις όλην την

χώραν και με τούτον τον τρόπον θέλομεν λάβει και το εδικόν μας,

και θέλομεν επαινεθή και από τον κόσμον.

Η γυναίκα του πραγματευτού εβγήκεν ευθύς και επήγε και αγόρασε

τρία ντουλάπια, που ημπορούσε το καθένα να χωρέση από ένα άνθρωπον

μέσα, και έκαμε να τα φέρουν εις το σπήτι της· έπειτα ενδύθη τα

πλέον ευγενικά της φορέματα, και εστολίσθη με τα διαμαντικά που

είχε και ούτω καλλωπισμένη εφέρθη εις την οικίαν του Χόντζα διά να

τον βάλη εις τα δίκτυά της κατά πως επιθυμούσε, τον οποίον

ευρίσκοντάς τον μοναχόν, εξεσκέπασε το πρόσωπόν της χωρίς να

καρτερέση να της το ειπή αυτός· την οποίαν όταν την είδεν έμεινε

πλέον λαβωμένος από την πρώτην φοράν· και αυτή με τούτον τον

τρόπον του ωμίλησεν· εφέντη Χόντζα, είμαι εδώ να σε παρακαλέσω διά

να μου δώσης τα χίλια φλωριά που χρεωστείς του ανδρός μου, επειδή

και ευρισκόμαστε εις μεγάλην ανάγκην, και αν διά το χατήρι μου το

κάμης αυτό σου τάσσω ότι θα ανταποκριθώ εις την θέλησίν σου.

Εύμορφη κυρά, απεκρίθη ο Χόντζας, εγώ είμαι πάντοτε εις την ίδιαν

γνώμην· έχω έτοιμα δύο χιλιάδες φλωριά διά να σου χαρίσω, αν μου

κάμης την ευχαρίστησιν. Βλέπω καλώτατα του είπεν εκείνη, ότι είσαι

με την ίδιαν γνώμην, και καταλαμβάνω την αγάπην που εις εμέ έχεις,

και διά τούτο με όλην μου την καρδιάν αποφασίζω διά να σε

ευχαριστήσω· σε καρτερώ το λοιπόν απόψε να έλθης εις το σπήτι μου·

θέλεις κτυπήσει την θύραν και μία πιστή σκλάβα μου θέλει έλθει διά

να σου ανοίξη, και θέλομεν απεράσει ετούτην την νύκτα καθώς

επιθυμείς και ενθυμήσου να φέρης και τα φλωριά μαζί σου. Ο Χόντζας

από την χαράν του έτρεξε διά να την αγκαλιάση και αυτή με

επιδέξιον τρόπον εβγήκεν από τας χείρας του χωρίς να την εγγίξη·

και αφού τον είδε πως ήτον φερμένος καλά εις τα δίκτυά της, και

αποφασισμένος διά να υπάγη εις το σπήτι της, εβγήκεν από εκεί και

επήγε και έκαμε τον ίδιον δόλον τόσον του Κατή, ωσάν και του

Βεζύρη τους οποίους τους υπεχρέωσε τόσον, που δεν έβλεπαν την ώραν

διά να υπάγουν να απολαύσουν την ωραιότητα που επιθυμούσαν· των

οποίων εδιώρισε και των τριών διά να υπάγουν μίαν ώραν υστερώτερα

ο ένας από τον άλλον, διά να μην υπάγουν και οι τρεις εις ένα

καιρόν και ξεσκεπασθή ο δόλος της.

Χαλιμά, Τόμος 3 Εξακολούθησις των ιστοριών · 第 7 / 18 段