έστειλα ένα μου τζοχαντάρη και τους έφερε, τους οποίους ευθύς
εγνώρισα ότι ήταν εκείνοι που υπηρετούσαν εις τα λουτρά. Τότε ο
φιλόσοφος μου λέγει διά να τους προστάξω, να κάμουν εκείνο που
ήθελε μου αρέσει, μα πρώτον να βγάλω τους ανθρώπους μου έξω διά να
μείνουν μοναχοί, χωρίς να θεωρήσουν άλλοι τον τρόπον της τέχνης
του. Οι άνθρωποι μου επάνω εις αυτά τα λόγια ετραβήχθησαν χωρίς να
τους το ειπώ, και εμείναμεν ημείς οι δύο, και οι σαράντα τεχνίται
του. Και αφού εστοχάσθηκα πολύ τι δουλειά να μου κάμουν, τους
επρόσταξα να κτίσουν ένα κιόσκι εις την μέσην της αυλής μου· ευθύς
που έκαμα αυτήν την νεύσιν, όλοι αντελήφθησαν και ύστερον από
ολίγην ώραν εγύρισαν όλοι καταφορτωμένοι από ξύλα, πέτρας, και
άλλα αναγκαία διά να το κτίσουν. Και αποθέτοντας τα αναγκαία,
άρχισαν με μίαν ογληγορωτάτην επιτηδειότητα να το κτίσουν, που δεν
απέρασαν ολίγες ώρες, και το κιόσκι ευρέθη τελειωμένον και ήτον
τόσον ωραίον, που επροξενούσε μέγαν θαυμασμόν· είχεν ολόγυρά του
δώδεκα στύλους από δίασπρον, που έφεγγαν ως καθρέπται, και
εβλέπονταν εις κάθε του πλευρόν συντριβάνια ωραιότατα, των οποίων
τα νερά έπεφταν με ορμήν εις λεκάνες από πορφυρόν μάρμαρον.
Εκστατικός από τα πράγματα που έβλεπα, και από την επιστήμην του
φιλοσόφου, τον επερικάλεσα να μου εξηγήση πως αυτά όλα τα πράγματα
ημπορούσαν να γένουν. Βασιλέα μου, μου είπε, αυτή η εξήγησις θέλει
αρκετόν καιρόν διά να την κάμω, δώσε μου άδειαν μοναχά να σου
ειπώ, πως εγώ κυριεύω τριάντα εννέα επιστήμες. Αυτή η ομιλία μού
εβγάτισε την περιέργειάν μου διά να ακούσω να μου διηγηθή την
ιστορίαν του· του έκαμα άπειρα χάδια, και τον ερώτησα ύστερον από
ποίον τόπον ήτον· εγώ είμαι από τον τόπον της Μποχαρίας, και
Αβικένα με κράζουν, και ανίσως θέλεις να ακούσης την ιστορίαν μου,
είμαι έτοιμος διά να σου την διηγηθώ. Τον εβεβαίωσα πως δεν θέλει
μου κάμει καλύτερην χάριν από αυτήν, εις το να μου διηγηθή την
ιστορίαν του.
&Ιστορία του σοφού Αβικένα.&
Εγώ είμαι (άρχισε τότε την ιστορίαν του ο Αβικένας) γεννημένος εις
μίαν χώραν, ονομαζομένην Αβιχανά. Και ευθύς που εβγήκα από την
κούνιαν οι γεννήτορές μου με έστειλαν να σπουδάξω εις το σχολείον
της Μπουχαρίας. Έμαθα ευθύς εκεί το Αλκοράνι, και εγνωρίσθηκα
τόσον επιτήδειος εις τα γράμματα, που εις ηλικίαν δέκα χρονών είχα
τελειώσει τα μαθήματά μου. Με εδίδαξαν την Αριθμητικήν, την
Μαθηματικήν, την Αστρολογικήν, την Φιλοσοφίαν, την Ιατρικήν και
την Θεολογίαν· εις τες οποίες επιστήμες επρόκοψα τόσον, που εις
ολίγον καιρόν απόκτησα μεγαλώτατον όνομα. Δεν ήμουν ακόμη εις
ηλικίαν είκοσι χρονών, και το όνομά μου έγινεν ακουστόν έως τες
Ινδίες.
Εμίσευσα μίαν ημέραν με τον πατέρα μου διά να πηγαίνωμεν εις την
Σαμαρκάντα διά κάποιες υπηρεσίες του· και όντας εκεί ηθέλησα να
ιδώ την αυλήν την βασιλικήν· ηύρα πολλούς που με εγνώριζαν οι
οποίοι δεν έλειψαν που να μιλήσουν δι' εμένα πολλά καλά· και οι
έπαινοι που μου έκαναν έφθασαν εις τα αυτιά του βεζύρη, ο οποίος
επεθύμησε διά να συνομιλήση μετ' εμένα. Έμεινε πολλά
ευχαριστημένος από την συντροφιάν μου, και απεφάσισε διά να με
κρατήση μαζί του· και εις τόσην αγάπην με επήρεν, που τίποτε δεν
έκανε χωρίς να με συμβουλευθή πρώτον. Αυτός ο επιτηρητής δεν έζησε
πολύ καιρόν και αποθαίνοντας, ο βασιλέας με έκλεξεν εις τον τόπον
του διά βεζύρη επειδή με αγαπούσε και αυτός κατά πολλά· και με
όλον που επλήρωνα όλα τα χρέη, που το βάρος ενός βεζύρη έχει, μου
έμνεισκεν ακόμη κάποια στιγμή διά να σπουδάζω. Μα η επιθυμία η
μεγάλη που είχα προς την σπουδήν, και η ολίγη ώρα που μου
επερίσευε διά να την ακολουθήσω με έκαμε και απεφάσισα να αφεθώ
από το βάρος του βεζύρη, και να ακολουθήσω την σπουδήν μου. Ο
βασιλεύς δεν μου παρεχώρησε την ζήτησιν χωρίς να του κακοφανή,
τόσον ήτον ευχαριστημένος από την καλήν μου κυβέρνησιν· μα με όλον
τούτο δεν μου εναντιώθη· με συμφωνίαν όμως που να μην ξεμακρύνω
από την αυλήν του.
Εγώ τον επήκουσα, και έμεινα εις την αυλήν του εις έναν οντά
ξεχωριστόν, και εσπούδαζα. Και τον καιρόν που δεν εσπούδαζα,
επήγαινα εις τον βασιλέα, και απερνούσα τον καιρόν συνομιλώντας με
αυτόν. Δεν μου έφθασε να σπουδάξω εις τα φιλοσοφικά και άλλα, μα
εδόθηκα να μάθω και την Χημικήν επιστήμην, την απόκρυφον· επειδή
και με αυτήν εξάνοιγα όλα τα αποτελέσματα της φύσεως· έμαθα και
περιπλέον την λεκανομαντείαν, και έγινα πολλά τέλειος εις αυτήν
την τέχνην. Και τον καιρόν που ήμουν δοσμένος εις αυτά τα
σπουδαστήρια, έρχεται ένας Αμπασατόρος από τον Κουτμπεδίν βασιλέα
της Κασγάρ ζητώντας του βασιλέως μου διά να με στείλη εμένα και
τον Φατζέλ, άλλον φιλόσοφον, προς αυτόν επειδή επιθυμούσε διά να
μας ιδή, με το να ήτον και εκείνος ο βασιλεύς σοφός, και πολλά
γραμματισμένος. Ο βασιλεύς ευθύς έστειλε και μας έκραξε, και μας
εφανέρωσε την ζήτησιν του βασιλέως της Κασγάρ. Ο Φατζέλ και εγώ
διά να μη παρακούσωμεν το πρόσταγμα του βασιλέως μας εκλίναμεν εις
τον ορισμόν του, με όλον που αυτό το ταξείδι ήτον εναντίον της
θελήσεώς μας.
Ο βασιλεύς μένοντας πολλά ευχαριστημένος, που τον επηκούσαμεν,
έκαμε και ένδυσε τον Αμπασατόρον ένα χρυσόν καφτάνι και τον
έστειλεν εις τον βασιλέα του, λέγοντάς του πως να του ειπή, ότι
μετά ολίγες ημέρες θέλουν υπάγει να τον προσκυνήσουν αυτοί οι
φιλόσοφοι. Ο Φατζέλ ήτον ένας άνθρωπος σχεδόν της ηλικίας μου, και
κατά αλήθειαν είχε καλήν μάθησιν, μα η φήμη που δι' αυτόν ο
βασιλέας της Κασγάρ είχεν αγροικήσει δεν ήτον τόσον όσον αυτός την
ελόγιαζε. Εκείνος λοιπόν ο φιλόσοφος ολίγας ημέρας πριν
μισεύσωμεν, ήλθε να με εύρη, και μου λέγει· θαυμαστέ Αβικένα,
επειδή και με το να μας στοχάζεται ο κόσμος ωσάν δύο μεγάλους
φιλοσόφους, μου φαίνεται εύλογον, ότι να μην ταξειδεύσωμεν ωσάν οι
λοιποί άνθρωποι, μα πρέπει να κάμωμεν κανένα πράγμα εξαίρετον·
θέλεις να κάμωμεν να υπάμεν από εδώ έως Κασγάρ, χωρίς να φάμε και
να πιούμε; αυτό στοχάζομαι να μην είναι ένα πράγμα δύσκολον να το
προβάλω εις ένα φιλόσοφον ωσάν και λόγου σου, με το να είναι το
ταξείδι μας πολλά μακρυνόν. Ημείς το λοιπόν δεν θέλομεν πάρει άλλο
παρά εκείνην την ζωοτροφίαν που διά τους σκλάβους μας θέλει κάμει,
οι οποίοι θέλει είνε μάρτυρες της σκληράς νηστείας, που θέλομεν
κάμει εις την στράταν, και δεν θέλουν λείψει που να μην το
φανερώσουν εις την Κασγάρ διά περισσοτέραν τιμήν.
Δεν μου έκανε αυτός ετούτο το πρόβλημα διά άλλο, παρά διατί είχε
το σεκρέτο να κατασκευάζη κάποια χάπια, που ένα μόνον από αυτά
έφθανε να ζωοτροφήση έναν άνθρωπον μίαν ακέραιαν ημέραν ώστε που
παίρνοντας αυτός τόσα, όσες ήσαν οι ημέρες, που έπρεπε να κάμωμεν
εις το ταξείδι, ήτον βέβαιος ότι να μη πεινάση· εστοχάζονταν με
αυτό να δεχθή πλέον επιτήδειος από εμένα, και δεν το επίστευεν ότι
εγώ θα δεχθώ αυτό το πρόβλημα που μου έκανε· μα εγώ γνωρίζοντας
τον στοχασμόν του τού εδέχθηκα το πρόβλημα, πώς να ταξειδεύσωμεν
χωρίς να φάμε. Και με τούτον τον τρόπον επήγα και εκατασκεύασα και
εγώ ένα κάποιο μαντζούνι, που είχε περισσοτέραν δύναμιν από τα
χάπια του· ώστε που χωρίς να ηξεύρη ο ένας του άλλου το μυστικόν
εμισεύσαμεν από την Σαμαρκάντα διά την Κασγάρ.
Τες πρώτες ημέρες του ταξειδίου μας τες απεράσαμεν πολλά καλά
τόσον ο ένας, ωσάν και ο άλλος· επειδή και τα σεκρέτα μας
ενεργούσαν θαυμασίως, και κάθε ένας εζούσαμε με όλην την
βεβαιότητα. Εγώ εστοχαζόμουν κάθε ολίγον τον άλλον διά να ιδώ αν
έκανε καμμίαν μεταλλαγήν, ομοίως και αυτός έκανε το ίδιον εις
εμένα· εγώ αντί να αδυνατήσω, εφαινόμουν από ημέραν εις ημέραν να
γένωμαι πλέον δυνατός· τούτο όμως δεν ακολουθούσε του φιλοσόφου,
επειδή και χάνοντας τα χάπια του, καθώς είχα μάθει έγινε αδύνατος
και σκυθρωπός, και το πρόσωπόν του επλακώθη από μίαν αχνότητα που
με έκανε να στοχασθώ πως περνά πολλά κακά. Αυτός ως τόσον έκρυβε
το συμβάν που του έτυχε και έχασε τα χάπια· και υποφέροντας με
υπομονήν το κακόν του αφίνονταν από ολίγον κατ' ολίγον να
φθείρεται· βλέποντάς τον τέλος πάντων εις μίαν κατάστασιν που
έκανε σπλάγχνος, του επρόσφερα το μαντζούνι μου, μα αυτός δεν το
εδέχθη· και αγάπησε καλύτερον να αφεθή να αποθάνη παρά να δείξη
πως έχει χρείαν από την βοήθειάν μου. Έλαβα μεγάλην θλίψιν διά τον
θάνατον του Φατζέλ· εκατάβρεξα το κορμί του από τα δάκρυά μου, και
τον έθαψα εις ένα βουνόν βοηθούμενος από τους σκλάβους μου και
τους εδικούς του. Και αφού τον εθάψαμεν καθώς εδυνήθημεν, έβγαλα
τα όσα αργύρια ευρίσκονταν του Φατζέλ και εμένα, τα οποία μας τα
είχε δώσει ο βασιλεύς διά έξοδα της στράτας, και τα εδιαμοίρασα
των σκλάβων, που μας εσυντρόφευαν, και τους έδωκα την ελευθερίαν,
διά να υπάγουν όπου θέλουν, και εγώ έμεινα μονάχος εις εκείνο το
βουνόν.
Οπόταν δε ευρέθηκα μοναχός, εσταμάτησα διά καμπόσον ακόμη, διά να
κλαύσω επάνω εις τον τάφον του Φατζέλ την άκραν δυστυχίαν εκείνου
του φιλοσόφου, και κατηγορώντας την αστοχασίαν του, και υπερήφανόν
του γνώμην. Εστοχάσθηκα ύστερον το τι έπρεπε να κάμω· δεν ηθέλησα
ούτε να ακολουθήσω το ταξείδι μου προς την Κασγάρ, ούτε να
ξαναγυρίσω εις την Σαμαρκάντα· μα απεφάσισα να ταξειδεύσω μοναχός,
και να περιδιαβάσω τον κόσμον. Επήγα εις την Ουζκούντ, από εκεί
εις την Κογέντα, και τέλος πάντων ύστερα από πολλές ημέρες έφθασα
εις την Καρίσμο. Και μίαν ημέραν που εις αυτήν εσεργιάνιζα, ακούω
αιφνιδίως ένα αλλαλαγμόν και μίαν σύγχισιν και θλίψιν εις τον
λαόν, που όλοι έμειναν ευθύς συγχισμένοι. Και η αιτία τούτης της
συγχίσεως επροέρχονταν από ένα κήρυκα, που επήγαινε τριγύρου την
χώραν, και κάθε ολίγον εφώναζε και έλεγε με μεγάλην φωνήν. Όσοι
είσθε που αγαπάτε τες επιστήμες, θέλετε ηξεύρει ότι αύριον ανοίγει
το φοβερόν σπήλαιον και όποιος θέλει ας πάη να έμπη εις αυτό.
Ευθύς που εγώ ήκουσα τέτοια λόγια, ακολούθησα τον κήρυκα διά να
τον εξετάξω επάνω εις αυτό το σπήλαιον και εις το τέλος της
ημέρας, που είχε τελειώσει και έμελλε να έμπη εις το σπήτι του,
τον επερικάλεσα με ευγένειαν να μου φανερώση τι δηλοί αυτό το
σπήλαιον, που οι γραμματισμένοι πρέπει την ερχομένην ημέραν να
έμπουν. Ο Τελάλης μου απεκρίθη λέγοντας· ήξευρε καλώτατα, ότι απ'
έξω από την πόρταν της χώρας είναι ένα σπήλαιον μιας μεγαλωτάτης
ευρυχωρότητος, εις το οποίον εμπαίνουν από μίαν πόρταν, η οποία
ανοίγει με μίαν δύναμιν ενός χαμαϊλιού, και πάλιν μοναχή της
ξανακλεί· και τούτο γίνεται μίαν φοράν τον χρόνον· οι περίεργοι
εμπαίνουν προς τα ξημερώματα εις αυτό· εκεί ευρίσκουν μίαν μεγάλην
ποσότητα από βιβλία· διαλέγουν αυτοί εκείνα που θέλουν, και με
ογληγορότητα τα παίρνουν μαζί τους και εβγαίνουν, διατί η πόρτα
του σπηλαίου κλείεται μισή ώρα και δεκαπέντε λεπτά ύστερα που
ανοίξη· και αν διά κακήν τύχην κανείς ήθελε μείνει μέσα μίαν
στιγμήν περισσότερον από τον διατεταγμένον καιρόν, κλει η πόρτα,
και μένει εκεί εις το σπήλαιον, και αποθαίνει από την πείναν καθώς
συμβαίνει πολλάκις· επειδή και η πόρτα δεν ανοίγει πλέον, παρά εις
έναν χρόνον. Λέγουν ακολούθησεν αυτός, ότι εστάθη ο σοφός Κεκ
Χααμπεδίν, ο οποίος έκαμεν αυτό το σπήλαιον διά να κλείση τα
θαυμαστά βιβλία του, τόσον τα ιδικά του που εσύνθεσεν, ως και
εκείνα που απ' όλον τον κόσμον εσύναξε, και αυτά όλα τα βιβλία
είναι πολλά περίεργα και θαυμάσια ο αριθμός των οποίων είναι
είκοσι χιλιάδες· τα οποία περιέχουν την πέτραν την φιλοσοφικήν,
τον τρόπον διά να εβγάλουν θησαυρούς, και άλλα παρόμοια·
ευρίσκονται ακόμη και άλλα που δείχνουν να κάνουν τέρατα, να
μεταβάλη τον άνθρωπον εις ζώον, και να εμψυχώση πράγματα άψυχα·
εις ένα λόγον, όλα τα απόκρυφα της φύσεως είναι φανερωμένα εις
πολλά από αυτά τα βιβλία, και ξεχωριστά εις εκείνα που ο ίδιος
εσύνθεσε· περιπλέον ήξευρε, ότι όποιος δεν ήθελεν επιστρέφει
εκείνο το βιβλίον εις εκείνον τον χρόνον που ξανανοίγει το
σπήλαιον, ευθύς αποθαίνει και με τούτον τον τρόπον φυλάγονται όλα
τα βιβλία του σώα, χωρίς ποτέ να τολμήση τις να κρατήση το
παραμικρόν.
Μαθαίνοντας καταλεπτώς όλην την υπόθεσιν από τον κήρυκα, τον
ευχαρίστησα και εμίσευσα. Αφίνω καθέναν να στοχασθή ανίσως και
έλαβα χαράν να μάθω αυτήν την υπόθεσιν, και αν δεν απεφάσισα να
υπάγω την αύριον εις το σπήλαιον με τους περιέργους. Δεν
εστοχάσθηκα μόνον να έμπω, μα απεφάσισα να μείνω και εκεί ύστερον
από τους άλλους, να παρουσιασθώ εις ό,τι ημπορούσε να μου συμβή.
Και με το να ήμουν πολλά έμπειρος εις την λεκανομαντείαν δεν είχα
φόβον από τα πονηρά πνεύματα, που εκεί ευρίσκονταν. Εβγήκα το
λοιπόν εκείνην την ιδίαν στιγμήν και επήγα εις την ρίζαν του
βουνού, και εκάθησα αποκάτω εις κάποιες τριανταφυλιές που
ευωδίαζαν τον τόπον, και εκεί απεφάσισα διά να μείνω εκείνην την
νύκτα, έως να έλθουν τα ξημερώματα, που έμελλε να ανοίξη η πόρτα
διά να έμπω μέσα εις το σπήλαιον. Πλησιάζοντας τέλος πάντων η
αυγή, βλέπω να τρέχουν από την χώραν όλοι οι περίεργοι, και να
έρχωνται προς το σπήλαιον. Εγώ ευθύς εσηκώθηκα, και έτρεξα προς
την πόρταν, διά να μην ήθελα ήμουν από τους ύστερους εις το να
έμβω· αρχινούσαν τότε τα άστρα να χάνωνται από ολίγον κατ' ολίγον
οπόταν εις μίαν στιγμήν, η πόρτα, που ήτον από ξύλον της Ινδίας,
ανοίγει μοναχή της με ένα μεγαλώτατον κτύπον.
Ευθύς όλοι εμπήκαν και εδιασκορπίσθησαν εις το σπήλαιον το οποίον
ήτον πολλά ευρύχωρον· ολόγυρα του οποίου ήτον τόσες τράπεζες
βαλμένες εις εύμορφην τάξιν, απάνω εις τες οποίες ήτον αραδιασμένα
τα βιβλία με πολλήν ευγένειαν, και απ' έξω των οποίων ήτον
γραμμένα εις κομμάτια χαρτιά η υπόθεσις, και εκείνο που περιείχε
κάθε βιβλίον· εφαίνονταν ανάμεσα εις αυτά δύο τόποι άδειοι μα οι
γραμματισμένοι ευθύς τους εγέμισαν με εκείνα, που τον απερασμένον
χρόνον είχαν πάρει. Και αφού επήραν άλλα που τους έκανε χρεία, εν
τω άμα εβγήκαν και ολίγον υστερώτερα ακούω τον μεγάλον κτύπον της
πόρτας που έκλεισε, και μοναχά εγώ έμεινα. Και ούτως έμεινα μόνος
κλεισμένος εις εκείνο το φοβερόν σπήλαιον το οποίον μη λαμβάνοντας
άλλο φως, παρά μόνον εκείνο που έρχονταν από την πόρταν, εφάνηκεν
ευθύς που έκλεισε πλέον σκοτεινόν από τον άδην. Τότες εγώ
βλέποντάς με μοναχόν εις εκείνο το βαθύτατον σκότος και έχοντάς
την τέχνην της λεκανομαντείας, άρχισα να εξορκίζω τα πνεύματα, που
είχαν την επιστασίαν εκείνης της θαυμαστής βιβλιοθήκης, και οπόταν
με την δύναμιν των εξορκισμών μου τα έκαμα να με υπακούσουν, τα
επρόσταξα να δώσουν φως εις το σπήλαιον, και να λάβουν την
επιμέλειαν να το κρατήσουν πάντα φωτεινόν.
Τα πνεύματα, τα οποία είνε πάντα πολλά υπήκοα, οπόταν ένας
άνθρωπος ηξεύρει να τα επιτιμήση, εμίσευσαν, και ευθύς εγύρισαν με
τόσον φως, που ήτον περισσότερον από την χρείαν, και που
ημπορούσαν με αυτό να φωτίσουν δέκα σπήλαια παρόμοια ωσάν εκείνο·
εγώ λογιάζω ότι θα επήγαν και θα έκλεψαν όλες τες κανδήλες και τα
κερία της χώρας της Καρισμίας. Δεν εφάνη ποτέ φωτοχυσία πλέον
ωραιοτέρα από εκείνην, που έκαναν διά να εορτάσουν το έμπασμά μου
εις εκείνο το σπήλαιον· εκρέμασαν εις κάθε μέρος τες κανδήλες·
έβαλαν τα κηρία ολόγυρα εκεί που ευρίσκοντο τα βιβλία βαλμένα διά
περισσοτέραν μου ευκολίαν. Τότες εγώ εδόθηκα εις την ανάγνωσιν
διαφόρων βιβλίων πολλά περιέργων· ηύρα που επεριείχαν τα τέρατα
της χημικής, και των αποκρύφων επιστημών, και τα άλλα περίεργα.
Και επειδή ήθελα να αντιγράψω απ' εκείνα τα βιβλία κανένα
κεφάλαιον, ή άλλο που μου έκανε χρεία, και μην έχοντας τα
αναγκαία, ευθύς επρόσταξα τα πνεύματα, που ήτον οι πιστοί μου
σκλάβοι, και εν τω άμα μου έφεραν χαρτί, καλαμάρι, και άλλα που
μου έκαναν χρείαν. Έλαβον παρομοίαν επιμέλειαν διά να με
κυβερνήσουν από φαγητά, οπόταν έσωσα το μαντζούνι μου. Και κάθε
ημέραν μου έφερναν εκλεκτότατα φαγητά, πιοτά, και απερνούσα ωσάν
ένας βασιλέας. Και δεν ήτον πράγμα που να επιθυμήσω, και να μην το
απολαμβάνω εν τω άμα.
Επερνούσα το λοιπόν πολλά ειρηνικά, και αναπαυμένα τον καιρόν μου
εις εκείνο το θαυμαστόν σπήλαιον, σπουδάζοντας με ησυχίαν χωρίς να
κουρασθώ εις το διάστημα του χρόνου, εκείνα τα θαυμαστά βιβλία από
τα οποία εκαρποφορέθηκα μεγάλως, και μάλιστα εις τα πλέον απόκρυφα
της φύσεως. Τελειώνοντας δε ο χρόνος, και ερχομένη η συνηθισμένη
διορία άνοιξε πάλιν η πόρτα και εισέβηκαν οι γραμματισμένοι μέσα·
μα καθώς δεν ήτον συνηθισμένοι να ιδούν εκεί φωτοχυσίαν εμπήκαν
εις μεγάλον φόβον. Και ρίχνοντάς τα βιβλία με πολλήν γληγορότητα
που επέστρεφαν, εδόθηκαν εις φυγήν, και εγώ εστοχάσθηκα διά να
έβγω την ιδίαν στιγμήν. Κάνει χρεία να στοχασθήτε, ότι όντας εκεί
έναν χρόνον κλεισμένος, άφησα και αύξησαν τα γένειά μου, και τα
μαλλιά μου, εις τρόπον που εφαινόμουν πολλά φοβερός και άσχημος·
ώστε που η μορφή μου δεν επροξένησεν άλλο παρά να αυξήση τον φόβον
εκείνου του λαού, ο οποίος φεύγοντας έκραζε· φεύγετε, ότι ο Μάγος
Μοούκ εβγήκεν από το σπήλαιον.
Εκείνος ο μάγος, διά τον οποίον αυτοί με επήραν, ήτον ένας κακός
άνθρωπος· ο οποίος δεν είχεν άλλην ηδονήν παρά να κάμη κακόν εις
την χώραν. Εμεταχειρίζονταν αυτός την αναξίαν του τέχνην εις το να
βλάψη το ανθρώπινον γένος. Κάθε ένας τον αναθεματούσε, και ο
Σουλτάνος της Καρίσμου με όλες τες επιμέλειες που είχε βάλει διά
να τον πιάση και να τον θανατώση, δεν του εστάθη ποτέ δυνατόν·
επειδή και αυτός ο μάγος ήξευρε να αποφύγη κάθε παγίδα, που του
εσταίνονταν, με την μαγικήν του τέχνην. Ευθύς που εγροίκησα πως με
ωνόμαζαν ένα μάγον εστοχάσθηκα διά να τους βγάλω από αυτήν την
υποψίαν· αδελφοί μου, εφώναξα, εβγάτε από την υποψίαν δεν είμαι
εγώ εκείνος ο μάγος Μοούκ, που στοχάζεστε, αλλά είμαι ένας ωσάν
και εσείς· αυτοί, ακούοντας με να τους ομιλώ, εσταμάτησαν, και
χωρίς να με αφήσουν διά να τους βεβαιώσω εις τα όσα τους έλεγα με
επερικύκλωσαν με μεγάλην ορμήν, και με έπιασαν διά να με φέρουν
εις τον Σουλτάνον να με θανατώση. Εγώ ημπορούσα με ευκολίαν να
τους βάλλω εις σύγχυσιν, και να ελευθερωθώ από τα χέρια τους· μα
ηθέλησα να ιδώ τι ήθελαν να μου κάμουν και να τους αφήσω εις την
ελπίδα τους πως έχουν να με παιδεύσουν· Και αφού με έδεσαν καλά
διά να μη τους φύγω, μετά μεγάλης χαράς και αλλαλαγμού με έφεραν
εις τον Κατή. Ω, ω, μου λέγει εκείνος ο κριτής, ευθύς που με
είδεν, εφέρθης τέλος πάντων εις την εξουσίαν μου· μη στοχάζεσαι, ω
παράνομε, να αποφύγης τον θάνατον που σου τυχαίνει· είνε πολλά
μακρυνός καιρός, που μολύνεις τον αέρα με τες παράνομες πράξεις
σου, και πρέπει να καθαρισθή από ένα βδελυρόν μάγον ετούτην την
στιγμήν και ούτω λέγοντας επρόσταξε τον αναΐππην του, να με φέρουν
εις την μέσην της αγοράς να με θανατώσουν. Ο αναΐππης αφού με
επαράδωσεν εις τας χείρας του τζελάτη και των ανθρώπων του, διά να
με φέρουν εις τον τόπον της καταδίκης, επήγεν εις τον Σουλτάνον
διά να τον ερωτήση τι θάνατον επιθυμούσε να μου δώσουν. Ο
Σουλτάνος μαθαίνοντας από τον αναΐππην, ότι ο μάγος Μοούκ επήγεν
εις τον τόπον της καταδίκης, εκαβαλλίκευσεν ευθύς το άλογόν του,
και εφέρθη εκεί που ήμουν, διά να με ιδή· και από την θεωρίαν μου
με εκαταδίκασε διά να με καύσουν. Δεν είχεν αυτός καλά τελειώσει
την απόφασίν του, και ευθύς ο λαός έτρεξε και έφερε με μεγάλην
επιθυμίαν τόσα ξύλα, που ήταν αρκετά να καύσουν είκοσι μάγους·
τόση ήτον η προθυμία που είχαν διά να με ιδούν πολλά ογλήγορα
γενόμενον εις στάκτην.
Έλαβα την υπομονήν να αφεθώ να με δέσουν εις το ξύλον, μα ευθύς
που έβαλαν την φωτιά, είπα κάποια λόγια της λεκανομαντείας, και
ευθύς η δύναμίς των εκαταχάλασε τα δέματά μου· τότες επήρα ένα
ξύλον χοντρόν, και του έδωκα την μορφήν ενός αμαξίου θριαμβευτού·
επάνω εις το οποίον αναβαίνοντας, εσεργιάνισα καμπόσον απάνω εις
τον αέρα, εις την θεωρίαν παντός του λαού, ο οποίος δεν έλαβε
τόσην χαράν να με ιδή εις το αμάξι όσην είχε να με ιδή καμμένον.
Έπειτα κάνοντας να σταματήση το αμάξι εις τον αέρα, εγύρισα προς
τον βασιλέα και του είπα:
Αδικοκριτά Σουλτάνε, που ηθέλησες να με κάμης να χαθώ ωσάν έναν
τρισάθλιον πταίστην· ήξευρε ότι εγώ δεν είμαι ο μάγος που
στοχάζεσαι, μα είμαι ένας γραμματισμένος που ημπορώ να κάμω
πράγματα ακόμη πλέον θαυμάσια από εκείνα των οποίων οι οφθαλμοί
σου είναι μάρτυρες. Με τούτον τον τρόπον ομιλώντας έγινα άφαντος,
και ο βασιλεύς ομού και ο λαός έμειναν βυθισμένοι εις μίαν άκραν
έκστασιν. Ύστερον από αυτό το συμβεβηκός επεριπάτησα τον κόσμον
δέκα χρόνους. Επήγα εις την Βαβυλώνα, εις την Αίγυπτον, εις την
Περσίαν, και εις όλους τους τόπους που εστάθηκα, αστερέωσα την
καλήν τύχην όλων εκείνων εις τους οποίους συνέλαβα αγάπην·
περιδιαβάζοντας τέλος πάντων τον κόσμον, ήλθα εδώ εις το Αστραχάν,
εις το οποίον εστοχάσθηκα και εδώ να κάμω να ομιλήσουν διά εμένα.
Και δι' αυτήν την αιτίαν εβγαίνοντας από την χώραν, και
πηγαινάμενος εις ένα πυκνόν λόγγον έκοψα σαράντα δένδρα όλα
παρόμοια και με την δύναμιν κάποιων λόγων, των οποίων ηξεύρω την
ενέργειαν, τα εμψύχωσα εις μορφήν ανθρωπίνην, και εκατασκεύασαν τα
λουτρά, που φαίνονται εις τες πόρτες του Αστραχάν· ετούτοι είνε οι
σαράντα μου σκλάβοι, ω βασιλέα μου, που σου είχα ομιλήσει πως με
υπηρετούν, και που έκτισαν τους λουτρούς, που είδες, και που σου
έφτειασαν και το κιόσκι εις το παλάτι σου.
&Ακολούθησις και τέλος της ιστορίας του βασιλέως Ορμώζ,
επονομαζομένου Χωρίς Θλίψιν.&
Εδώ ο Αβικένας ετελείωσε την ιστορίαν του, και εγώ εκστατικός διά
τα όσα μου εδιηγήθη, ω μεγάλε φιλόσοφε, εφώναξα· ποία καλή μου
τύχη σε απέστειλε διά να σε γνωρίσω· και απ' ότι μου εδιηγήθης
πιστεύω ότι εις εσέ είνε όλα δυνατά. Εγώ πλέον δεν θαυμάζω, ότι οι
δούλοι σου ημπορούν να κατορθώσουν τέτοια τεράστια επειδή και εσύ
είσαι εκείνος, που κάνεις να τα τελέσουν· στοχάζομαι όμως ότι αν
τους προστάξης να μου φέρουν εδώ εις ετούτην την στιγμήν την
βασιλοπούλα της Καρίσμου την ωραίαν Ρετζίαν, ημπορούν να το
κάμουν. Χωρίς αμφιβολίαν μου απεκρίθη ο Αβικένας, αυτοί ημπορούν
ευθύς να υπάγουν εις το παλάτι της, και να την αρπάξουν από την
μέσην των γυναικών της, και εις τον ίδιον καιρόν να την φέρουν, αν
επιθυμής εδώ. Αυτό πολλά το επιθυμώ, απεκρίθηκα με χαράν· Αχ, φίλε
μου, μεγαλυτέραν χάριν από τούτην δεν ημπορείς να μου κάμης.
Θέλεις μένει ευχαριστημένος, εξαναποκρίθη ο φιλόσοφος, επειδή και
έχω πόθον να εκδικηθώ τον Σουλτάνον της Καρίσμου με το να ήθελε να
με καύση.
Δεν είχε αποτελειώσει ο φιλόσοφος ετούτους τους λόγους και έρριξε
τους οφθαλμούς του εις ένα από τους σαράντα σκλάβους του· και τον
επρόσταξε διά να μισεύση χωρίς να του ειπή άλλο· ο σκλάβος έγινεν
άφαντος, και μετά ολίγες στιγμές εξαναγύρισε με την βασιλοπούλαν
Ρετζίαν.
Δεν ημπόρεσα να θεωρήσω την Ρετζίαν, χωρίς να γροικήσω όλην την
χαροποίησιν, που προξενεί η θεωρία ενός υποκειμένου τόσον
επιθυμητού και αγαπημένου. Με όλον τούτο ό,τι λογής και ας ήτον η
έκστασίς μου, και η αγαλλίασίς μου εις το να την ιδώ, ο τρόπος με
τον οποίον μου εδόθη αυτή η ευχαρίστησις με εμπόδισε να δείξω
έμπροσθεν της την μεγάλην μου χαροποίησιν· εφοβούμην να μην ήτον
αυτή κανένα φάντασμα, και δεν αποτολμούσαν οι οφθαλμοί μου να το
πιστεύσουν· παρακαλώ σε, λέγω του φιλοσόφου, μη με γελάς, η Ρετζία
που προσφέρετε εις τους οφθαλμούς μου, είναι φαντασία, ή αληθινή,
ομίλησε τι πρέπει να στοχασθώ; Μην αμφιβάλης, ω βασιλέα μου,
λέγει εκείνος, αυτή είνε η ίδια Ρετζία· στοχάσου την ωραιότητά
της, και χαίρου χωρίς υποψίαν εις την ευχαρίστησιν που πρέπει να
σου προξενήση.
Επάνω εις αυτήν την βεβαίωσιν έπεσα εις τα γόνατα της Ρετζίας,
χωρίς να χάσω καιρόν· Αχ βασίλισσά μου, της είπα· εσύ είσαι το
λοιπόν εκείνη που βλέπω, τον καιρόν που με κανένα τρόπον δεν
ήλπιζα να σε ξαναϊδώ; είμαι υπόχρεος διά ταύτην την χάριν εις την
αγάπην ετούτου του μεγάλου φιλοσόφου, που με την τέχνην του με
έκαμε να ανταμώσω την αγάπην μου και την χαροποίησιν μου·
γνωρίζεις εις εμέ εκείνον τον νέον, που επαραστάθη έμπροσθεν σου
εις μορφήν του περιβολάρη; και που δι' αγάπην σου εκαταντήθηκα
να περάσω διά κασιδιάρης; εσύ ηξεύρεις με τι βαρβαροσύνην
έκαμες να με σύρουν από το παλάτι σου έξω, οπόταν εκατάλαβες
πως ήμουν μεταμφιεσμένος, και με ποίαν καλήν τύχην έφυγα τον
σκληρόν θάνατον, που από αιτίαν σου μου ήθελε δοθή· και
με όλες αυτές τες σκληρότητές σου δεν αφέθηκα που να σε αγαπώ.
Τώρα που ήκουσες, ω βασίλισσά μου, τα δικαιολογήματά μου, ημπορείς
να ξεθυμάνης εναντίον εις ένα τολμηρόν, ο οποίος επρόστρεξεν εις
την δυναστείαν διά να σε απολαύση· μα στοχάσου, σε παρακαλώ
πρώτον, ότι ετούτος ο τολμηρός πως είναι ο βασιλεύς του Αστραχάν,
ο οποίος δεν έλειψε που να σε γυρεύση του βασιλέως πατρός σου διά
γυναίκα του, και δεν εισακούσθη.
Αν εγώ έμεινα εκστατικός διά την αιφνίδιον φανέρωσιν της Ρετζίας
ημπορείτε να στοχασθήτε ότι αυτή δεν έμεινεν ολιγώτερον,
ευρισκομένη εις μίαν στιγμήν εις ένα τόπον αγνώριστον. Εγώ
εκαρτερούσα (και δεν ήτον δίχως δίκαιον) μίαν χάλαζαν από
ονειδισμούς οπόταν αυτή η βασιλοπούλα γνωρίζοντάς με, ερχομένη
ολίγον εις τον εαυτόν της από την έκστασίν της, μου ωμίλησε με
τούτον τον τρόπον· Εγώ ήθελα είμαι χωρίς αμφιβολίαν θυμωμένη εις
άλλον καιρόν εναντίον της τόλμης σου, μα δεν ημπορώ να κάμω άλλο,
παρά να σου την συμπαθήσω· ήμουν εις την ακμήν να στεφανωθώ έναν
βασιλέα που δεν ημπορούσα να τον υποφέρω, και ούτε να τον ιδώ,
τόσον μισητός μου ήτον· δεν ημπορώ να κλαυθώ διά μίαν δυναστείαν
που με βάνει εις φύλαξιν από έναν που μου ήτον μισητός, και έμελλα
να του είμαι ως γυναίκα.
Και πώς, ω Ρετζία, την αντίκοψα, εσύ δεν είσαι γυναίκα του
βασιλέως της Γάζνας; όχι, ω κύριέ μου, εξαναείπεν η βασιλοπούλα
εγώ ακόμη δεν είχα γίνει· επειδή και αφού εμίσευσεν ο Αμπασατόρος
σου από την αυλήν του πατρός μου έτυχαν τόσα συμβεβηκότα, που
εμπόδισαν την υπανδρείαν μου έως τώρα, και δεν ήσαν άλλο παρά
τρεις ημέρες, που είχα φθάσει εις την Γάζναν προς τον μισημένον
μου νυμφίον, και εκεί που εγένονταν οι χαρές του στεφανώματός μου
αρπάχθηκα αιφνιδίως από την μέσην των δούλων μου, και εις μίαν
στιγμήν εφέρθηκα εδώ που με βλέπεις.