εις το χρυσάφι μέσα να τον έντυναν αυτός δεν έδιδε ουδ' ένα παφήλι του.
Έτρεφε λατρείαν εις αυτό· ήτο η ψυχή του, το καμάρι όλης του της ζωής.
Μέχρις εσχάτων ακόμη επεριποιείτο αυτό μετά λεπτής αβρότητος· μέχρις
εσχάτων ακόμη, όλας του έτους τας γλίσχρας οικονομίας του εις αυτό τας
εξόδευε· ταμβάκον δεν ηγόραζε πολλάκις, το ανακουφιστικόν των γερόντων
ρόφημα, προς χάριν του. Κ' εκάλει τους καλλιτέρους ασημουργούς κ'
εποίκιλλον την μακράν κάννην του με διαφόρους παραστάσεις μαχών, με
εικόνας θαλασσίων τεράτων, με συμπλέγματα νεράιδων και βουκόλων, με
φαντασιώδη ζώα και φυτά, με μονογράμματα εξορκισμών και αγέρωχα
δύστιχα. Εμαλαμοκάπνιζε τα παφήλια και τα καρυόφυλλά του, επηργύρου την
σφύραν και την ράβδον, προσήρμοζεν επί του κοντακίου τες αντίκες όσες
εύρισκε κάποτε εις τα βουνά, και προ δύο ακόμη ετών ανέλυσε τους
τελευταίους τοκάδες του διά να προσκολλήση επ' αυτού ένα δικέφαλον
αετόν, φέροντα στέμμα εις την κεφαλήν και κεραυνούς εις τους όνυχας.
Όλα τα έδιδεν· ως και τα στολίδιά του εθυσίαζε διά να στολίση αυτό.
Ούτω ο Χειμάρρας υπέθετεν ότι ήμειβε κατά τι την αξίαν του. Κατά τι
μόνον, διότι η αξία του ιδικού του καρυοφυλλίου ήτο πολύ μεγάλη!. . .
Τόρα όμως έβλεπεν ότι ηπατάτο. Δεν ήτο τίποτε άλλο παρά ένα
σκουροντούφεκο και αυτό, όπως τόσα άλλα. Έν αφιλότιμον όπλον το οποίον
αφού δεν ενικήθη από τα Γκέκικα καρυοφύλλια άφησε να νικηθή τόρα από έν
ευτελές όπλον ενός σταυρωτή!. . Κ' αίφνης η φαντασία του γέροντος
υπερθερμανθείσα ήρχισε να εκλαμβάνη αυτό ωσεί έμψυχον· εύρισκεν επάνω
του μοχθηράν υπουλότητα, επίπλαστον αγιωσύνην διά της οποίας τον ηπάτα
επί τόσα έτη, ανάνδρως! Ωμίλησεν εις αυτό αποτόμως· το ύβρισε τραχέως
κ' αίφνης ορμήσας ήρπασεν από της τραπέζης σκωριασμένην προβατοψαλίδα
και του επετέθη. Ναι, ήθελε ν' αφαιρέση από του καρυοφυλλίου τα
κοσμήματα, διότι δεν του έπρεπον πλέον. Ν' αποσπάση εκείνο το διαφανές
εκ χρυσού και αργύρου και λίθων δίκτυον με το οποίον το περιέβαλλεν, ως
θρησκομανής θαυματουργόν εικόνα και να τ' αφήση γυμνόν, κατησχυμένον,
με το ευτελές ξύλον και τον σίδηρον μόνον όπως οι καπεταναίοι της
εποχής του εγύμνωνον των όπλων τους δειλούς στρατιώτας. Έρριψεν αυτό
κατά γης ο Χειμάρρας, εγονάτισεν επάνωθέν του και με χείλη
αναπαλλόμενα, όψιν αγρίαν, χείρας τρεμούσας έκοπτεν έν έν τα κοσμήματα
μετά μίσους, ως να είχεν άσπονδον εχθρόν υπό τους πόδας του και τον
εμακελόκοπτε!
— Να!. .να!. .να!. . ήρθρωνε παράφορος.
Αλλ' αίφνης εστάθη. Ο θρηνώδης εκείνος ήχος, που ανέδιδε κοπτόμενον διά
της ψαλίδος το μέταλλον, τον έφερεν εις εαυτόν. Αφήκε κατά γης την
ψαλίδα, κ' εγερθείς εκάθησε παρά την τράπεζαν, κλίνας την κεφαλήν επί
των δύο χειρών του. Κ' ενώ έβλεπε το όπλον, το όπλον που τόσον ηγάπησε,
κατακείμενον ήδη χαμαί, με τα παφήλια μακράν χάσκοντα, τα κοσμήματα
σκορπισμένα πέριξ, το καρυόφυλλον πεπιεσμένον ασπλάγχνως, τον δικέφαλον
αετόν εις μίαν γωνίαν αδρανή ωσεί κεραυνόπληκτον, δάκρυα ανεβλυσαν των
οφθαλών του κ' εκυλίσθησαν καυστικά επί των ψυχρών παρειών του. Όλα
εκείνα τα συντρίμματα παρίσταντο εις τους οφθαλμούς του ωσεί
παραπονούμενα· το όπλον εν κλαυθμηρά θέσει τον ηρώτα τι εζήτει απ'
αυτού πλέον; Μήπως επί της εποχής του δεν τον υπήκουσε πάντοτε, δεν τον
υπηρέτησε πιστώς; Τόσας φοράς εις την Αράχωβαν, εις το Μεσολόγγι, εις
τας Αθήνας, εις όλας τας φοβερωτάτας μάχας, μήπως δεν υπερασπίσθη αυτόν
ζηλοτύπως, μ' επιμονήν και καρτερίαν μητρός, προφυλασσούσης το ίδιον
τέκνον;
Α, ναι ήτο πολύ αχάριστος ο Χειμάρρας! Επί τόσα έτη το καρυοφύλλι και
αυτός πάντοτε μαζί εις τον Μωρηά και την Ρούμελην, ημέραν και νύκτα, με
τα ψύχη του χειμώνος και τους καύσωνας του καλοκαιριού, πλευρόν με
πλευρόν αδελφώθησαν και ο γέρων εύρισκεν εις αυτό το άψυχον, χρόνους
όλους της παρελθούσης ζωής του, κινδύνους και αγώνας τους οποίους
εμερίσθησαν, φίλον πιστόν και αφωσιωμένον, εις τ' όνομα του οποίου
έκαμνε τον μεγαλήτερόν του όρκον. Την ανδρείαν του εξυπηρέτησαν αυτό
τόσον ακαταπονήτως, με αυτοθυσίαν, ημπορεί κανείς να είπη, πολλάκις
φλογίζον, κατακοκκινίζον τα στέρνα του μέχρι διαρρήξεως· διά της
πυρίτιδος διεσάλπισε την δόξαν του ισχυρότερον μυρίων ομού σαλπισμάτων,
επικυρούν αυτήν και διά θανατηφόρου μολύβδου· διά της αξίας του
περιέβαλλε μ' αίγλην ποιητικωτέραν τ' όνομά του. Τι άλλο ήθελεν ακόμη;
Τόρα η εποχή του παρήλθεν· ήτο άχρηστον πλέον!. . .
— Μπρε, πώς άλλαξ' η πλάσι! εψιθύρισεν ο γέρων.
Το βλαχόπουλο του μύθου που απεκοιμήθη εις έρημον τόπον και ότε μετά
διακόσια έτη εξύπνησε κ' είδε μεγαλοπρεπή και πολυάνθρωπον πόλιν προ
αυτού δεν εξεπλάγη τόσον, όσον ο Χειμάρρας ήδη προ της λογικής των
σκέψεών του. Η φαντασία του έφερεν αυτόν μακράν, εις παρελθόντας
καιρούς, εις όπλα έκαστον των οποίων είχε και μίαν ιστορίαν, τα οποία
υμνεί η παράδοσις και τα οποία αφήκαν φρικαλέαν ανάμνησιν εις τους
εχθρούς. Και αυτά λοιπόν εγέρασαν· παρήλθεν η εποχή των, ήσαν άχρηστα
πλέον; Λοιπόν ούτω και το νταλιάνι του Μπουκουβάλα, που ελύσσα ως
έμψυχον εις το Κεράσοβον; Το αρμούτι του Βρυκόλακα, η λαζαρίνα του
Δίπλα, η Κατερίνα του Κουδούνα, ο Λεβέντης του Μητρομάρα, το Μάντσαρι
του Αντρούτσου, ο Σισανές του Μελαχρογιάννη, ο Άι-Λιας του Βλαχαρμάτα,
το βαρύ και δυσχείριστον απελατίκι του Καραϊσκάκη και τόσα άλλα όπλα,
ανθρωποφάγα όπλα εις τα οποία οι ανδρειωμένοι εκείνοι αρματωλοί
μετέδωκαν της ψυχής των το μένος και τα εθεοποίησαν, έπρεπεν όλα, όλα
ν' αποσυρθούν εντροπαλά, ανίκανα να παραβληθούν προς το νέον όπλον του
Παπαθεοδωρακοπούλου!. . . Ούτω έλεγεν ο ενωμοτάρχης! Το έλεγε και το
απεδείκνυεν ατυχώς!. . .
Και μία λύπη κατέλαβεν ήδη τον γέροντα· λύπη απ' εκείνας που αφαιρούν
του ανθρώπου τα συναισθήματα έως να λησμονή και τον ίδιον εαυτόν του.
Τα δάκρυά του έπαυσαν αίφνης. Ηγέρθη, έλαβε το καρυοφύλλι και το
εκρέμασεν ούτως εξηρθρωμένον από του τοίχου· συνέλεξε τα διεσκορπισμένα
κοσμήματα μετ' ακριβολογίας απομωραμένου, έθεσεν αυτά επί της τραπέζης
κ' επανήλθεν εις την θέσιν του. Απ' εκεί δ' έβλεπε και επανέβλεπε το
όπλον, πλανώμενος εις μυρίους συλλογισμούς.
Μόλις τόρα εις του καρυοφυλλιού εκείνου την παρακμήν, εσυλλογίζετο διά
πρώτην φοράν ο Χειμάρρας και τα ιδικά του γηρατεία. Εις την σφαίραν
εκείνην του όπλου, την μόλις συρθείσαν μόνον ολίγα μέτρα και
κυλισθείσαν επί του χώματος αδρανή, ως άψυχον κουφάρι, έβλεπε θλιβερώς
την ιδικήν του εξασθένησιν, πιστήν εικόνα των σωματικών του δυνάμεων. Η
ψυχή του ναι, ήτο βράχος ακλόνητος ακόμη. Ησθάνετο ακόμη την δύναμιν
και τον πόθον να τρέξη πάλιν εις τον βρασμόν της μάχης, ν' αναμιχθή εις
την θύελλαν αυτής, να χορτάση ο οφθαλμός από εχθρικόν φόνον, να βραχή
το σώμα με αίματα και με δάκρυα!. . . Αλλά το σώμα ήτο βαρύ ως το χώμα
και δεν υπήκουε πλέον. Επέταξαν τα έτη ότε ησθάνετο πτερά εις τους
πόδας και τον παρέβαλλον με τον αετόν οι σύντροφοι του. Τόρα:
Οι βρύσες εκινήσανε,
οι μύλοι εσταματήσανε,
και τα βουνά χιονίσανε,
τα δυο γενήκαν τρία
καθώς λέγει ο λόγος!. . . Και μικρόν κατά μικρόν ησθάνετο περισσότερον
ήδη επί του σώματος την από καρωτικήν εκείνην του γήρατος πίεσιν κ'
εσκέπτετο ότι δεν είχε καθόλου άδικον το καρυοφύλλι του. Παρήλθεν η
εποχή των καλόν ήτο να παρέλθουν και αυτοί. . .
— Παππού, ε, παππού· ηκούσθη αίφνης φωνή παιδιού, εισορμήσαντος εν
θορύβω εις τον οικίσκον και ριφθέντος επί των γονάτων του· δεν το θέλω
πια το καρυοφύλλι σου· να μου πάρης ένα σαν του στρατιώτη. . .
Ο Χειμάρρας έστρεψε και ητένισεν αυτό καταπνίγων τους λυγμούς του. Όχι
μόνον οι συμπατριώται του απηρνούντο τας παλαιάς δοξασίας, αφίνοντο
απόλεμοι να παρασυρθούν εις το ρεύμα του νεωτερισμού, αλλά και αυτός ο
μικρός εγγονός του, το έργον αυτό των ιδίων του χειρών. Από μικρόν,
μικρότατον ο γέρων εσυνείθισεν αυτό εις μεγαλοπρεπείς και πατριωτικάς
διηγήσεις. Του έλεγε τας περιπετείας και τα μεγαλουργήματα του Γένους·
του ωμίλει μετά προφητικής πεποιθήσεως περί του τελευταίου βασιλέως, ο
οποίος κοιμάται εις το σπήλαιόν του με το σπαθί ακόμη εις το χέρι και
θα εξυπνήση με το πλήρωμα του χρόνου να καθήση πάλιν επί του
μυριοδοξασμένου θρόνου του. Ηρίθμει εις αυτό τας καταστροφάς των
Τούρκων, περιέγραφε τους αγώνας και τους θριάμβους των Ελλήνων επί της
Επαναστάσεως και κατέληγεν υπεραίρων την αξίαν του καρυοφυλλιού του.
Και όταν έβλεπε τον μικρόν να ζωηρεύεται και να φλυαρή εν πολεμοχαρεί
παραφορά, ο γέρων κολακευόμενος εις την πραγματοποίησιν γλυκού ονείρου,
υπέσχετο να δώση εις αυτόν το καρυοφύλλι του, όταν το έθνος σύσσωμον
εξεγερθή διά να επανακτήση την Πόλιν και μ' αυτό να πολεμήση διά την
Πίστιν και την Πατρίδα!. . . Τόρα όμως και αυτός ο μικρός δεν το
ήθελεν. Αχ, τι του έκαμεν ο αναθεματισμένος σταυρωτής!. . .
— Ε, θα μου πάρης, παππού; εξηκολούθει ο μικρός.
— Όχι! εβόησεν αίφνης, ορθωθείς εν απειλητική στάσει ο Χειμάρρας, ωσεί
του έλεγον ν' απαρνηθή την θρησκείαν του.
Αλλ' ευθύς κατέπεσεν άθυμος εις την θέσιν του. Οι κλαυθμηρισμοί τους
οποίους έβαλλε το παιδίον διά την άρνησίν του εκείνην, εφαίνοντο εις
τον γέροντα κλαυθμηρισμοί ολοκλήρου γενεάς, της οποίας απηρνούντο την
πρόοδον, τους αγνώστους κόσμους εις τους οποίους μοιραίως βαδίζει,
θέλοντες να στρέψουν αυτήν οπίσω εις το παρελθόν. Και κατενόει ήδη ότι
ήτο άδικον τούτο· εντελώς άδικον και μάταιον! Μόνος αυτός έπρεπε να
επιστρέψη οπίσω, εις την εποχήν του από της οποίας απεμακρύνθη τόσον.
Τ' είχε να κάμη εις τον νέον αυτόν κόσμον, τον ξένον εις τους οφθαλμούς
και τας αισθήσεις του όλας; Πώς να ζήση με τον Παπαθεοδωρακόπουλον
αυτός ο οποίος έζησε πριν με τον Δράκον;. . .
— Ε, θα μου πάρης παππού; επέμενεν εν παρακλητικώ και θρηνώδει τόνω το
παιδίον.
— Ναι. . . θα σου πάρω!. . . εψιθύρισεν αφηρημένος.
Κ' ενώ έσφιγγε τον μικρόν εις τας αγκάλας του, εμακάριζε τους
αποθανόντας συντρόφους κ' ηύχετο να τους επανεύρη ταχέως. Το έβλεπε
τεθλιμμένος ο Χειμάρρας, ότι δεν ήτο θέσις δι' αυτόν πλέον εδώ. Νέα
εποχή ήρχισε, νέα ονόματα, νέα όπλα. . . Νέοι θεοί κατέβησαν εις την
γην της Ελλάδος!. . .
1889
Η Μ Ε Ρ Α I Τ Η Σ Γ Ρ Η Α Σ
Α'.
— Μα την αλήθεια! τι άλλη καλλίτερη δουλειά θες; Ο Γενάρης, λέει, πάει
να ιδή πού θα γεννήσ' η μάνα του και ο Απρίλης να στολιστή, να μαράνη
πέντε νηές και τη Μάρω του. . . Ο κατεργάρης ο Απρίλης· τι παράξενος
μήνας! όλο να σειέται, να σειέται, να λιγυέται και να φιλή τα κορίτσια
θέλει. . . Μωρέ, πιέ κρασί να ιδής την υγειά σου! ένα παρά δε δίνω για
τον κόσμο· αρκεί νάχη το βαρέλι κρασί!. .
Ο γέρω Μάρτης εκόλλησε πάλιν το στόμα του εις το παπίρι του βαρελιού
και ήρχισε να ροφά τον εν αυτώ οίνον.
Ο Μάρτης είνε σωστός οινοπότης· αγαπά τον οίνον όσον δεν αγαπά ο
διάβολος τον αγιασμόν· θα ήτο πολύ ευχαριστημένος αν ο αήρ, τον οποίον
αναπνέει, ήτο όμοιος με τον εξερχόμενον εξ οινοβαρέλας εκπωματιζομένης.
Όταν ο Τρυγητής επρότεινε, τον οίνον, τον οποίον χύνουν προς τιμήν του
οι κτηματίαι, να τον βάλουν εις ένα βαρέλι, να περάσουν τον χειμώνα, ο
Μάρτης, πλήρης χαράς, έρριψε την εκ δέρματος κριού σκούφιαν του εις τον
αέρα κ' εφώναξε θριαμβευτικώς:
— Ωραία! ο Μάρτης πεντεδείλινος· και πάλι δειλινό είνε· αφού είν' έτσι,
μεγαλόνω κ' εγώ της μέρες μου.
Έκτοτε αι ημέραι του Μάρτη έγειναν τόσο μεγάλαι, ώστε όσον οκνοί και αν
είνε οι εργάται, πάντα θα τελειώσουν καλώς το ημεροκάματον: το Μάρτη
βάλ' αργάτες κι' ας τους κι' ας ψυλλίζωνται.
Όταν κατά τα τέλη του Άι-Δημητριού απόβρασεν ο οίνος, οι μήνες ηθέλησαν
να τον μοιράσουν. Έκαμαν δώδεκα τρύπας εις το βαρέλι και καθένας εζήτει
την υψηλοτέραν, νομίζων ότι θα ελάμβανεν ούτω και το περισσότερον ποσόν
του οίνου. Ο Μάρτης που είνε ο εξυπνότερος μήνας και παίζει τους άλλους
εις τα δάκτυλα, με όσην ευκολίαν το μικρό παιδί τα πεντόβόλα, ίστατο
πλησίον ατάραχος, σιωπηλός, παρατηρών αυτούς με το ειρωνικόν του
μειδίαμα.
— Ε, δεν μιλάς· δεν θα πάρης κ' εσύ το 'δικό σου, γέρω Μάρτη; είπεν
εις αυτόν ο Φλεβάρης, ο γείτων του.
— Αμ τι να πάρω εγώ, ο παληόγερος· εδωπά θ' ανοίξω τον πύρο μου να πιώ
λιγάκι.
Και άνοιξε μεγάλην τρύπαν εις το κατώτατον μέρος του βαρελιού. Οι
λοιποί μήνες ανεκάγχασαν και ήρχισαν να τον ειρωνεύωνται:
— Τόρα έκαμες την τύχη σου· είπεν ο Αλωνάρης γελών· το κούνησες, το
κούνησες μα 'πίτυχες 'ς τα καλά.
— Αχ! μας την έφτιασες· μας ρούφηξες το περισσότερο κρασί!
— Πού μυαλό 'σαν το 'δικό σου να το συλλογιστή· τόρα να μας δανείσης
κ' εμάς κάμποσο.
— Μυαλό ή κρασί; διέκοψεν ο Μάιος.
— Θα σε χαλάσουν τα κατακαθίδια, γέρω μου.
— Μπα, δεν με πειράζουν· απήντα λακωνικώς ο Μάρτης.
Ούτως έγεινεν η μοιρασά. Οι λοιποί μήνες ήρχισαν να πίνουν μετά
φειδούς· αλλ' ο Μάρτης από της ώρας εκείνης εκόλλησεν εκεί, ως βδέλλα
ροφών αδιακόπως. Άνωθεν αυτού το βαρέλι με της θεώρατες δούγες και τα
χονδρά του στεφάνια ίστατο υψηλόν, σοβαρόν και ήσυχον, ως μεγάλη αγελάς
ισταμένη να την αμέλγουν ενώ μασσοί το χόρτον της αταράχως.
— Αχ! είπε τέλος ο Μάρτης, ανεγείρων μετά κόπου την κεφαλήν και
φράσσων διά του αντίχειρος την τρύπαν του βαρελιού, απόστασα. . . μα τι
κρασί! 'σαν το γάλα πηγαίνει κάτω· γλυστρά 'ς το λάρυγγα, 'σαν το φίδι
'ς τα χόρτα.
Ηθέλησε να σταθή όρθιος, αλλ' οι πόδες έτρεμον υπό το βάρος του σώματός
του, κ' εκάμπτοντο ως κλάδοι λυγαριάς· τ' αυτιά του εβόιζον. Έστρεψε
πέριξ το βλέμμα, αλλ' όλα του εφαίνοντο σκοτεινά, θολωμένα· το βαρέλι
επήδα εμπρός του, ως πεδικλωμένος ίππος, τα κρύσταλλα, υψηλά και
υπόλευκα εφαίνοντο θεώρατα φάσματα, χορεύοντα πέριξ του καρσιλαμάν· το
έδαφος εσείετο, η μαύρη του σπηλαίου οροφή εστρέφετο ως ανεμίδι. . .
Άπλωσε τας χείρας διά να στηριχθή· η κεφαλή του έπεσε βαρεία επί του
στήθους και το πελώριον σώμα του εταλαντεύετο εμπρός και οπίσω, ως
κυπάρισσος την οποίαν δέρνουν όλοι αι άνεμοι εκ συμφώνου.
— Βρε, σκοτίζει βλέπω· είπε με απορίαν· μα την αλήθεια! επρόσθεσε
μειδιών,' δεν 'πήγε χαμένος ο κόπος μου· τώδωσα και κατάλαβε.
Κ' έφερε πάλιν μετά βίας τα χείλη εις την τρύπαν μετά πάθους. Η ησυχία
αποκατέστη πάλιν. Το σπήλαιον με τους φαιούς τοίχους του,
κατεσχισμένους εδώ κ' εκεί κ' επικαθημένους του εδάφους, ως χονδροί
πόδες μεγαθηρίου, εβυθίσθη εις μυστηριώδη σιωπήν, η οποία επίεζε πάσαν
ψυχήν ανθρωπίνην. Από της υγράς οροφής του απέσταζον ρυθμικώς και
μονοτόνως κροτούσαι σταγόνες χονδραί νερού, αποκρυσταλλούμεναι ευθύς
και σχηματίζουσαι λευκοτάτας, πολυποικίλτους στήλας, ενούσας την βάσιν
μετά της οροφής. Πέριξ, εις το βάθος ηνοίγοντο ρήγματα επιμήκη,
ελλειψοειδή, φέροντα εις διαφόρους αυτού διαδρόμους.
Αίφνης ισχυρά βοή ετάραζε την ηρεμίαν του σπηλαίου· φωναί, γέλωτες,
τραγούδια αντήχησαν και μετ' ολίγον εισώρμησαν από μιας σχισμής οι
μήνες όλοι εν ευθυμία.
— Μάρτη! ορέ Μάρτη, κρασί! εφώναξεν ο Θεριστής, κρατών το κυρτόν του
δρέπανον εις τον ώμον και εις την κεφαλήν φέρων το ψιαθωτόν κάλυμμά
του.
Ουδείς απήντησε· μόνον ο ήχος της φωνής του Θεριστή έφερεν εις τα ώτα
των πάλιν την ευχάριστον λέξιν κρασί! κρασί!. . .
— Μάρτη! ορέ Μάρτη! επανέλαβεν ο Θεριστής.
— Ναι, τόρα Μάρτης· πάει, θα τον χάνομε κι' αυτόν κάποτε-κάποτε είπεν
ο Νοέμβριος.
— Γιατί;
— Γιατί παντρεύτηκε.
— Παντρεύτηκε! πότε; ποία 'πήρε;
Και όλοι εκπεπληγμένοι, απορούντες διά την πράξιν αυτήν του Μάρτη, του
παληόγερου καθώς τον έλεγαν, εστάθησαν με οφθαλμούς διεσταλμένους,
λαιμούς τεταμένους και αυτιά ολάναικτα, να ακούσουν τον γηραιόν
Νοέμβριον.
— Ναι, παντρεύτηκε· είπεν ούτος· μα τι κατεργάρης που σου είνε! Ακούς,
αδερφέ, να πάρη δυο γυναίκες! μια άσχημη και μια ώμορφη, μια πλούσια
και μια φτωχή. . . τόρα, σου λέει, είνε πάντα μέσα. . .
— Πάντα έξω πες. . . διέκοψεν ο Αύγουστος, υψηλός κ' εύσωμος με
βαθυκύανον, ως η ώριμος σταφίς, όψιν εγώ φοβάμαι μη την πάθη, 'σαν το
άλογο που δεν ήξερε από ποιο γρασίδι να φάη κ' έσκασε νηστικό.
— Μπα, δεν έχεις δίκηο η ωμορφιά φαίνεται δέκα μίλια μακρυά είπεν ο
Μάιος, ξανθός και μελαχρινός νεανίας, ειδήμων πολύ περί τα τοιαύτα.
— Α! 'βρήκες και Μάρτη να κυττάξη ωμορφιά! επανέλαβεν ο Νοέμβριος·
μωρέ ξέρεις τι Γαλαξειδιώτης είνε; κερί ανάβει 'ς τον παρά. . . δε λέω
όχι· κάποτε-κάποτε γυρίζει και 'ς την ώμορφη, αλλά πάντα την πλούσια
κυττάζει κι' ας είνε άσχημη.
Καθώς δε εις τα καπηλεία οι χωρικοί ίστανται εις έκαστον βήμα ίνα
τελειώσουν την ομιλίαν των, ήτις πάντοτε λαμβάνει διαστάσεις, ούτω και
οι μήνες εστάθησαν εκεί, αφήκαν προς στιγμήν κατά μέρος την ευθυμίαν
των και ήρχισαν με την υγιά λογικήν ανθρώπων αγαθών και οικοκυρέων να
φέρουν τας εναντίον και υπέρ γνώμας των επί της αποκαταστάσεως του
Μάρτη. Δεν τους εφάνη μεν παράξενον ότι επήρε δύο γυναίκας, διότι τούτο
επιτρέπεται μεταξύ των, αλλά μόνον ότι προτιμά ως επί το πλείστον την
άσχημην, ένεκεν του οποίου αι περισσοτέραι — αν όχι όλαι — ημέραι του
είνε βροχεραί. Επειδή δε έχουν όλας τας έξεις και τας ροπάς του
ανθρώπου, ως οι Ολύμπιοι θεοί, οι μήνες ήρχισαν να συμπαθούν προς την
εύμορφην, η οποία έμενεν άνευ θωπειών, άνευ περιποιήσεων
— Α! μα το Θεό, την λυπάμαι· είπεν ο ερωτότροπος Μάιος, θωπεύων τον
ξανθόν μύστακά του φιλαρέσκως.
— Τέτοιο κλήμα και να μην τρυγέται! επρόσθεσεν ο Τρυγητής.
— Εγώ λυπάμαι το Μάρτη· είπε σοβαρώς, διακόψας τα ήκιστα κολακευτικά
επιφωνήματά των, ο Άι Δημήτρης· γρήγορα θα πέση τ' αγριογούρουνο 'ς την
αυλή του.
— Και θα καρπίση το μέτωπό του· διεκοψε καγχάζων ο Δεκέμβριος.
Το σπήλαιον αντήχησεν από τον ισχυρόν, τον σκαστόν γέλωτα των μηνών.
— Ήρθ' ο καιρός για τον Απρίλη· αχ καϋμένα νειάτα!. . . είπεν ο
Γενάρης στενάξας, ως άνθρωπος, όστις πολλάς αμαρτίας έκαμε κατά την
νεότητά του.
Τωόντι ο Απρίλης είνε ο ωραιότερος και πλέον φιλάρεσκος μην. Φορεί
λεβέντικα την εθνικήν μας στολήν, κατάσπαρτον εξ ανθέων ποικιλοχρόων· η
ξανθή και σγουρή κόμη του, κατάφορτος εκ γιασεμιών και ανθέων
ροδοδάφνης, περιβάλλει την χαριεστάτην παιδικήν κεφαλήν του, της οποίας
αι παρειαί είνε απαλαί, ως το κουκούλι και τα χείλη κόκκινα ως το
κεράσι. Ουδεμία γυνή δύναται ν' αντισταθή εις τ' απαράμιλλα θέλγητρά
του, να μη υποκύψη εις το πλήρες μαγείας κ' εκφραστικότητος βλέμμα του.
. . Αρέσκεται πάντοτε να τρέχη από καλύβας εις καλύβαν, να τραγουδή, να
χορεύη μετά των ποιμένων και των βουκόλων και υπό τας ροδοδάφνας και
τας ιτέας, παρά τας όχθας των ρυακίων, ν ' αρπάζη φιλήματα από τας
γυμνόποδας και δροσεράς ποιμενίδας.
Από τινος όμως καιρού έχασε την ευθυμίαν του. Ήδη ίστατο εκεί σιωπηλός,
ρεμβός, μη προσέχων καθόλου εις την ομιλίαν των συντρόφων του, ούτε εις
τον παμπόνηρον Μάιον, όστις του κλέπτει πάντοτε επιτηδείως τ' άνθη και
τας άλλας καλλονάς, με τας οποίας παρουσιάζεται εις τον κόσμον. Τον
έχει ξετρελλάνη τον πτωχόν η Μάρω, η παχουλή εκείνη με τα γλαρά μάτια,
το ροδοκόκκινο πρόσωπον, τα καστανά μαλλιά και την γλυκείαν φωνήν
βοσκοπούλα! τον έχει πεθάνη με τα καμώματά της! Έκτοτε εις καμμίαν
γυναίκα δεν δίδει προσοχήν· μόνη γυναίκα εις τον κόσμον είνε η Μάρω
του. . . Μόλις ήκουσε τας τελευταίας λέξεις του Γενάρη:
— Μπα! είπε· δε δίνω ένα παρά εγώ.
Και στενάξας εκ βάθους καρδίας όπως διώξη την μελαγχολίαν του ήρχισε να
τραγουδή με γλυκείαν και ήρεμον φωνήν, παθητικό τραγούδι. Ο Μάιος κατά
συμπάθειαν τον συνώδευε και οι λοιποί μήνες παρασυρθέντες ετραγουδούσαν
και αυτοί και το σπήλαιον διά μιας επληρώθη θορύβου και φωνών, ως
χωρικόν καπηλείον κατά τας εορτάς.
— Μωρέ κρασί! εφώναξεν ο Φλεβάρης αίφνης.
— Ναι, κρασί γιατί εκάηκ' ο λάρυγγάς μου απ' το τραγούδι! επανέλαβεν ο
Άι-Δημήτρης.
Και όλοι μετά προθυμίας διακόψαντες το τραγούδι των έτρεξαν εις το
βαρέλι, ως κατά τα Ιουλιακά καύματα οι βούβαλοι όταν αισθανθούν πλησίον
των νερό. Αλλ' εστάθησαν αίφνης έκπληκτοι. Ο γέρω-Μάρτης εξηπλωμένος,
σχεδόν αναίσθητος πλησίον του βαρελιού, με την μακράν φουστανέλλαν του
κάθυγρον υπό του οίνου, με οφθαλμούς ημικλείστους, πρόσωπον
κατακόκκινον κ' εκ των πολλών ρυτίδων όμοιον προς μεγάλην τομάταν,
εδέχετο εις το μεγάλο και ανοικτόν στόμα του τας τελευταίας σταγόνας
του οίνου. Οι μήνες ανεκάγχασαν και ήρχισαν να περιπαίζουν αυτόν. Αλλά
σπεύδοντες να φθάσουν ταχέως εις την πηγήν της ευδαιμονίας, εις το
ευλογημένον βαρέλι, έδραξαν αυτόν εκ του ποδός και τον έρριψαν μακράν.
Έπειτα εκόλλησαν τα χείλη των εις το παπίρι του έκαστος.
Αίφνης φωνή εκπλήξεως εις οιμωγήν απολήξασα ηκούσθη κ' έκαστος μην,
παρατηρών βλοσσυρώς τον πλησίον του, ετράπη εις ύβρεις και βλασφημίας
ικανάς και τον διάβολον αυτόν να εκδιώξουν.
— Μωρ' το κρασί μου! μου ήπιαν το κρασί μου!
— Κ' εμένα!. . .
— Κ' εμένα!. . .
Ήρχισαν τότε ν' αναζητούν τον κλέπτην. Ο μάλλον ύποπτος ήτο ο Μάρτης,
είνε αληθές· αλλά πώς ηδυνήθη να πίη ολόκληρον τον οίνον, ενώ τα
παπίρια όλα ήσαν εις την θέσιν των; Τούτο ήτο ο ισχυρότερος λόγος, ο
οποίος έκαμνε τους μήνας ν' αμφιβάλλουν. Κ' έλεγε μεν ο Αλωνάρης, του
οποίου η κεφαλή είνε ξηρά και άγονος, ως η επιφάνεια των αλωνίων κατά
την επί της γης περίοδόν του, ότι ηδύνατο να το πίη αποσπών καθένα
παπίρι εκ των κάτω προς τ' άνω, αλλά τούτο δεν εθεωρήθη σωστόν. Ενώ δ'
εξηκολούθουν ούτω τας ερεύνας των, ηκούσθη η φωνή του Μάρτη, ο οποίος
έλεγε με βραχνήν και διακοπτομένην φωνήν, ως παραληρών:
— Α! μα το Σταυρό· ποτέ δεν το είχα παθημένο. . . Εμένα να σκοτίση το
κρασί! θα είχε ύψο, ύψο πολύν. . . Τι διάβολο τον θέλουνε τον ύψο; καλά
ρετσίγκι, το νοιώθω· είνε καλό, βαστάει γερό το κρασί· μα τον ύψο; —
για να βαρή 'ς το κεφάλι — μάλιστα!. . . Μωρέ πώς την έπαθαν ως τόσο οι
φίλοι! τόρα θα έρθουν και θα 'βρούν, το μύλο χάρβαλο και το νερό
κομμένο. . . . Μα ποιος τους φταίει; τους φταίω 'γώ; — όχι!. . . εγώ
έπια από τον πύρο μου.
Βεβαίως είχε πλήρες δίκαιον ο γέρω-Μάρτης· έπιε από τον πύρο του. Αλλά
οι μήνες, οι οποίοι ολίγον ήσαν εις θέσιν να σκεφθούν περί του δικαίου
ή αδίκου της πράξεως, εφρύαξαν όταν ήκουσαν τους λόγους εκείνους· δε
ήτο πλέον αμφιβολία· αυτός ήτο ο κλέπτης, αυτός ο καταστροφεύς! και δεν
αρκεί ότι τους έπιε το κρασί, αλλά τους ειρωνεύεται, τους περιπαίζει
ακόμη!. . .
Και πλήρεις θυμού, τρέμοντες εξ αγανακτήσεως, ώρμησαν εκ συμφώνου και
κατέφερον φοβερά γρονθοκοπήματα επί του πτωχού Μάρτη, όστις ηρκείτο να
φωνάζη, να διαμαρτύρεται και να κλαίη απαρηγόρητα, ως την χήρα γυναίκα.
Β'
Όταν ο Μάρτης κλαίη, αλλοίμονον εις τον κόσμον! Βροχή ραγδαία και
συνεχής κατακλύζει την γην· τα σπαρτά μαστιζόμενα αδιακόπως από την
βροχήν δεν δύνανται ν' ανακύψουν· τα κτήματα δεν ημπορούν να
καλλιεργηθούν, διότι είνε υγρά· τα πρόβατα κ' αι κατσίκες υποφέρουν· τα
μικρά κατσικάκια και τ' αρνία, εις το πρώτον στάδιον της αναπτύξεώς των
ευρισκόμενα, έχουν ανάγκην ήλιου, θάλπους διά να δυναμώσουν. Διά τούτο
οι γεωργοί και προ πάντων οι ποιμένες, έχουν εις τον Μάρτην τας ελπίδας
των και καθημερινώς με αγωνίαν παρατηρούν τον ουρανόν, ως οι
σταφιδοκτήμονες κατά τον Αύγουστον.
Αλλ' εφέτος εις μεγάλην ανησυχίαν ήτο από κάθε άλλον η γρηά Γαλανή,
τρίτη γυναίκα του Θανάση Γκόρα. Και σήμερον ακόμη, ότε είνε η εικοστή
ενάτη, η τελευταία ημέρα του Μαρτίου, πάλιν δεν θέλει ν' αφήση τους
φόβους της:
— Φύλα ξύλα για το Μάρτη να μην κάψης τα παλούκια· έλεγεν
αποφθεγματικώς εις την κουμπάραν της, την γρηά Σμαράγδω, που την
συνεβούλευε να μη φοβήται πλέον.
— Ν' ακούς εμένα που 'ς το λέω· πάει, έστρωσ' ο καιρός· επέμενεν αυτή.
— Αχ! τι ν' αηκούσω και ν ' αηκούσω· φοβάμαι!. .
— Να μη φοβάσαι· δεν αήκουσες εχτές τα λοιδόρια, πώς έκαναν στη Λάκκα;
άμα λαλούν τα λοιδόρια, να ξέρης πως θάχουμε καλοκαιριά.
— Και τη συγνεφιά! δε θυμάσαι; ως τα προχτές είχαμε να ιδούμε του
ηλιού την όψι.
— Έι. . . κι' αυτό φοβάσαι; ωχ, ζάβαλη κουμπάρα! τόσα χρόνια πας κι'
ακόμα να τα μάθης!. . . άκου το από 'μένα: η συγνεφιά εκείνη ήταν
φουσκοδεντριές.
Είχε μέγα δίκαιον η γρηά Σμαράγδω. Από την αρχήν του Φεβρουαρίου μέχρι
των μέσων Μάρτίου φουσκώνουν τα δένδρα κ' ένεκα τούτου είνε συνήθης η
συγνεφιά. Αλλ' η Γαλανή εκ του πολλού φόβου, ούτε ν' ακούση ούτε να
πιστεύση ήθελε τοιαύτα πράγματα. Έβλεπε μεν καθ' ημέραν αιθριώτατον τον
ουρανόν και ήκουσε το άσμα των χελιδόνων, αι οποίαι, νομίζει τις ότι
μόναι διά της φωνής των, ως διά μυρίων φυσητήρων, διαχύνουν επί της γης
την ευκρασίαν της ανοίξεως· είδεν από της καλύβας της τας ράχεις όλας
και τα λειβάδια καταπράσινα από την χλόην και κατάσπαρτα από άνθη
ποικιλόχροα, ως κεντισμένη ποδιά βλαχοπούλας, πέραν δε εις τας κορυφάς
των ορέων, ως εις τα σύνορα άλλου κόσμου κατεψυγμένου τας χιόνας, αι
οποίαι έφερον εις την μνήμην της τον χειμώνα, εν τούτοις δεν ελησμόνει
ότι ήτο Μάρτης ακόμη. Και ο Μάρτης έχει κάψη καρδιές. Είνε άπιστος όσον
η θάλασσα και η γυνή· είνε πολύμορφος ως ο Πρωτεύς. Ενώ έχει την
τελειοτέραν γαλήνην εν τη φύσει, αίφνης εκτοξεύει τας τρικυμίας και τας
θυέλλας μεθ' όσης ευκολίας ο Ζευς τους κεραυνούς. Εις έν λεπτόν
αναστατώνει το Σύμπαν· καταρρίπτει, κατακρημνίζει, παρασύρει,
καταστρέφει, ως τυφών κ' αίφνης γαλήνια. Όλοι οι άνεμοι είνε εις την
διάθεσίν του· υπακούουν τυφλώς εις τας προσταγάς του· είνε πειθήνιοι προ
αυτού, ως προ του Αιόλου.
— Μάρτης — γδάρτης
και κακός παλουκοφράχτης
τα δαμάλια τα μαθαίνει
τους παληόβοϊδους τους γδέρνει.
Αφού τα δαμάλια και οι παληόβοϊδοι δεν δύνανται να υποφέρουν την οργήν
του Μάρτη, πόσο μάλλον τα μικρά, τ' αδύνατα κατσικάκια; Και όμως αυτά
ήσαν η μόνη ελπίς της γρηά-Γαλανής.