εκείνην ερώτησιν περί της πατρίδος του εις τον ενωμοτάρχην. . . Αλλά
τόρα δεν αντέλεγε· κάμνει και η κουρούνα θαύματα — γίνονται κ' οι
καμπίσοι παλληκάρια!. . . Και έκυψε την κεφαλήν ο γέρων προ του
νεοφανούς κ' εβυθίσθη εις σκέψεις. Ποτέ εις την ζωήν του δεν απήντησε
καμπίσον και τοιούτον λεβέντην! Επί της επαναστάσεως ουδείς απ' εκείνα
τα μέρη διέπρεψεν εις ανδρείαν και πολεμικήν ορμήν. Αν είνε διά
κουτοπονηριάς και αλληλομαχίας ήσαν πρώτοι, από του άρχοντος των μέχρι
του τελευταίου χωρικού. . . Ένα μόνον εγνώρισεν εις το Μεσολόγγι, τον
Βέρραν, ριψοκίνδυνον άνδρα, πλήρη πατριωτικής φλογός, παράτολμον μέχρι
τρέλλας, σκληροκρέατον ώστε διαρκούσης της μάχης να φράσση τας οπάς των
σφαιρών όσας ελάμβανεν επί του σώματός του διά χονδρών κλάδων σχοίνου,
και τον οποίον ήκουσεν ότι εφονεύθη επί Ιμπραΐμ έξω του χωρίου του, του
Βαρθολομιού, μέσω σωρείας εχθρικών πτωμάτων. Αλλά κ' εκείνος ήτο
ταπεινός, ήσυχος αθρωπάκος, δίχως λεβεντιάν εις τας κινήσεις του, δίχως
αέρα. . . Κανένα όμως άλλον. . . Και ανεκύκλου ο γέρων κατά φαντασίαν
το ρητόν το οποίον λέγει «οι κάμποι βγάζουν άλογα και τα βουνά
λεβέντες» και το εύρισκε κ' εδώ ακόμη αληθέστατον. Έπειτα και τι
όνομα!. . Σωστό μακρυλαρίκι αχουριού, όλως άμουσον και πεζόν ώστε δεν
ηπόρει και πολύ διότι ήτο τοσούτον αυθάδης ο ενωμοτάρχης. Ήρχιζε να
παραδέχεται παράκρουσιν πλέον της φύσεως. . . Ήτο άδικον όμως να
φυτρώση εκεί μέσα αυτός ο λεβέντης. Κρίμα εις το κορμί!. . .
Αλλ' ενώ ο γέρων επλανάτο εις τας σκέψεις του αυτάς, ο ενωμοτάρχης
συνελθών εκ της ταραχής του ήρχισε πάλιν τον πανηγυρικόν του όπλου του.
Τόρα διηγείτο παρελθούσαν αυτού συμπλοκήν μετά της συμμορίας του
Χειμώνα, εις το δάσος της Λεπενούς, κατά την οποίαν συνέλαβε τρεις κ'
εφόνευσε τον αρχηγόν:
— Σαν τον είδα χάμου, πήγα κοντά και τον πάτησα 'ς το σβέρκο· ήθελα να
τον ρωτήσω πώς του φαίνονταν τόρα οι παληοκλειδωνιές.
Κ' έβαλε διάτορον γέλωτα, εκδικούμενος δήθεν τ' όνομα, το οποίον είχον
δώσει ειρωνικώς οι λησταί εις τα όπλα του Σασεπώ, διά τον τραχύν και
διακοπτόμενον αυτών κρότον.
— Ρε, τι τα θελω 'γώ αυτούνα; είπεν ο Χειμάρρας, αποτόμως συνελθών εκ
του γέλωτος του ενωμοτάρχου· μπορεί να το φέρνη έτσι για το βόλι απάνου
σου;
— Όχι, πλαϊνά κάνε, σαν τα καρυοφύλλια τα 'δικά σας· απήντησεν ούτος,
μιμούμενος την Ρουμελιωτικήν προφοράν, ίνα δήθεν επιτείνη την ειρωνίαν
των λόγων του.
— Μπρε, τα 'δικά μας μπρε, εδιώξαν τους τούρκους! εφώναξεν εν
αγανακτήσει ο γέρων.
— Τι να σου κάμω!. . απήντησεν ο ενωμοτάρχης κινών την κεφαλήν· ήθελα
πενήντα τούρκοι να είχαν από τούτα 'δώ και να 'βλεπες την παληοκαπότα!.
. .
Κ' επαλάμισε τον υποκόπανον του όπλου μετά τινος πεποιθήσεως, την
οποίαν δεν είχε βεβαίως ούτε ο Καραϊσκάκης, ότε επί της Γαλλικής
φρεγάτας απέρριπτε τας προτάσεις του Κιουταχή, φωνών το ιστορικόν
εκείνο: «πασάς — η πάλλα μου!». Ο Χειμάρρας ήδη έγεινεν εκτός εαυτού· ο
νεόπλουτος κατήντησεν ανυπόφορος!. Δεν εχλεύαζε πλέον τους σημερινούς
ληστάς αλλά και τους άνδρας του Αγώνος· έπειτ' από το λεφούσι ήρχετο η
παληοκαπότα!. . Κ' έλεγε παληοκαπόταν ο ενωμοτάρχης την χρυσοφορεμένην
και αρματοστόλιστον εκείνην γενεάν, η οποία εξέπληξεν όλον τον κόσμον,
την οποίαν εζήλευσαν τόσοι βασιλείς!. . Διά μίαν στιγμήν ο νους του
γέροντος εζαλίσθη και δεν ήξευρε καλά καλά πού ευρίσκετο. Είνε αληθές
ότι και η νεολαία του χωρίου του, παρά τον άμετρον σεβασμόν τον οποίον
έτρεφε προς αυτόν, πολλάκις του έλεγε τι τοιούτο διά να τον πειράξη. Τα
συνειθίζουν αυτά οι νέοι· να φαίνωνται ότι καταφρονούν την εποχήν των
γερόντων και ότι ούτοι ζώσιν εις καλλιτέραν δήθεν. Αλλά τοιαύτην ύβριν
από κανένα στόμα δεν την ήκουσε. . . Πενήντα τούρκοι θα κατέστρεφον
λοιπόν όλους αυτούς, αν είχον τα όπλα του Σασεπώ! Ώστε μόνον το όπλον
είνε το παν; η ανδρεία δεν λαμβάνεται υπ' όψιν! η έφεσις προς την
δόξαν, προς την ελευθερίαν, τίποτε!. . .
— Μπρε!. . .
Κ' επανέλεγεν ο γέρων το σύνηθες επιφώνημά του ξηροβήχων, πνιγόμενος εκ
της συγκινήσεως.
Αλλ' αίφνης άνευ ουδεμιάς αφορμής, άνευ ειρμού τινος, χωρίς και ο ίδιος
να το εννοήση διατί, μ' εκείνο το ακούσιον κραύγασμα, το οποίον'
αναδίδει μόνη της η καρδία πονέσασα αίφνης, ο γέρων εφώνησε μετά
παιδικής αυταρεσκείας:
— Μπρε, το θαρρείς καλλίτερο αυτούνο απ' τον Άι-Γιώργη μου;
— Ποιόν Άι- Γιώργη; εψιθύρισεν ο ενωμοτάρχης απορών.
— Το καρυοφύλλι του· απήντησαν πολλοί των χωρκών.
— Ναι, το καρυοφύλλι μου· είπεν εγωιστικώς ο γέρων.
Ο ενωμοτάρχης εγέλασε θορυβωδώς διά το νέον άκουσμα και οι χωρικοί τον
εμιμήθησαν ασυνειδήτως. Οι χωρικοί παρηκολούθουν απ' αρχής την
φιλονεικίαν αυτήν του γέροντος και του ενωμοτάρχου. Όσον και αν ήσαν
προκατειλημμενοι εκ της φήμης του Παπαθεοδωρακοπούλου, όσον και αν
επέρριπτεν επ' αυτών θάμβος το όπλον, μικρόν κατά μικρόν ήρχισαν να
εννοούν και αυτοί την μηδαμινότητά του. Είδον αυτόν να φέρεται τόσον
τραχέως προς τον γέροντα, προς το γήρας αυτό, το οποίον ούτοι εν τη
ορεινή πατρίδι των σέβονται ως θεότητα σχεδόν και το οποίον πρωτοστατεί
και προέχει εν τη μικρά κοινωνία των· τον ήκουσαν να υβρίζη τους
ληστάς, το σώμα εκείνο διά το οποίον έτρεφον όλως υψηλάς ιδέας, και εις
το οποίον πολλάκις ελάμβανον μέρος, κρυφίως ενισχύοντες αυτό κατά των
στρατιωτικών αποσπασμάτων, ώστε εσκανδαλίζοντο. Η περί τα πάτρια
ζηλότυπος αφοσίωσίς των, η φυσική ροπή όπως τηρήσουν αυτά αλώβητα τους
έκαμνεν ήδη να εκλαμβάνουν τον ενωμοτάρχην ως πνεύμα κακοποιόν, ελθόν
εκεί να τους αφαιρέση τ' άγια συναισθήματα και τους αφήση την χολήν
του. Διό ήρχισαν να βλέπουν αυτόν κάπως δυσπίστως και να κινούνται εις
διαμαρτύρησιν.
Αλλ' ο νεωτερισμός διά την ανθρωπότητα είνε φως θαμβούν κ' ελκύον· είνε
ο λύχνος ο σύρων όπισθέν του επί τεσσαρακονταετίαν τους Ισραηλίτας εν
τη ερήμω· το φωτεινόν άστρον το παρασύραν τους μάγους μέχρι της φάτνης
του Σωτήρος. Και οι Βουνιχωρίται χωρικοί, αφελείς και αθώοι άνθρωποι,
δεν ηδυνήθησαν ν' αντιστώσιν εις τον πειρασμόν κ' επί τέλους εγέλασαν
ασυνειδήτως και αυτοί προ της συγκρίσεως την οποίαν ήθελε να κάμη ο
γέρων. Ούτος όμως παρωξύνθη ακόμη περισσότερον διά τούτο. Ναι ήθελε
τόρα ν' αποδείξη εις αυτόν τον ξιππασμένον και εις τους ανισχύρους
χωρικούς των οποίων τόσον εύκολα εκλονίσθη η πίστις, ν' αποδείξη ότι
ήτο βάσιμος ο ισχυρισμός του.
— Μπρε, τα παραρρίχνουμε; εφώναξε μετά πάθους.
— Άι κοιμήσου, γέρω μου, να ζήσης· απήντησε μετά τόνου οικτίρμονος ο
ενωμοτάρχης· σαν και λες να βάλης να τρέξη το ξιφτέρι με τον μπούφο —
ολούρμε;
— Στάσου και να ιδής!. . .
Και χωρίς ν' ακούση άλλον λόγον ο γέρων, μετά ορμής εμπαθούς, η οποία
εφανερώνετο απ' όλας τας σπασμωδικάς κινήσεις του, ανέβη την μικράν
ανωφέρειαν κ' εχάθη όπισθεν μιας φράκτης του χωρίου.
Ο Χειμάρρας έσπευδε μετά τάχους εις τον οικίσκον του. Η ψυχή του
διηγέρθη όλη από τους λόγους του ενωμοτάρχου και δεν θα ησύχαζεν αν μη
διέψευδεν αυτόν. Αν δεν του απεδείκνυε τίνα ήσαν τα όπλα, τα οποία
αυτός ενέπαιζεν εναγώς, και ήθελε να φέρη ως καλλίτερον έν όλως άδοξον,
το οποίον ακόμη δεν εκαπνίσθη με της μάχης τον καπνόν, δεν εβάφη εις
αίμα εχθρικόν, δεν εξήμεσε βόλι εναντίον του άρπαγος της Πατρίδος.
Διότι αυτά και μόνα εθεώρει άξια συστατικά ενός όπλου ο γέρων.
Όπως έτρεφε μεγάλας ιδέας περί των ανδρών της εποχής του τας αυτάς
έτρεφε και περί παντός ό,τι εχρησίμευσεν εις αυτούς κατά τον αγώνα, τον
πολύ μόχθον ο Χειμάρρας. Η φαντασία του, η φλογερά και άδολος,
περιέβαλλεν αυτά με μίαν ιδανικήν αίγλην, μ' ένα υπερήφανου αφελείας
χρωματισμόν, όπως οι άγνωστοι εκείνοι ποιηταί της εποχής του τ'
απεκρυστάλλωσαν εις τα δημοτικά τραγούδια. Και διά τούτο αν ήκουε ποτέ
καμμίαν των όπλων εκείνων τελειοποίηση διευκολύνουσαν την δράσιν αυτών
και την δύναμιν, ενέπαιζεν αυτήν και την απέρριπτε μετά πείσματος. Αι
πλατείαι και κυρταί πάλλαι, τα μακρά γιαταγάνια, τα σουβλερά χαρμπιά,
τα οποία εφόνευσαν τον εχθρόν, αυτά ήσαν τα άξια όπλα, τ' ασφαλή της
νίκης εχέγγυα. Το αίμα με το οποίον εβάφησαν, ο καπνός με τον οποίον
περιεβλήθησαν κατά τας μάχας και από του οποίου έλαμπον αίφνης ως
αστραπαί απειλητικαί μέσω καταμαύρου νέφους, ο αλαλαγμός εκείνος και
θόρυβος, οι κλαυθμοί, οι γόοι, αι απειλητικαί φωναί κ' αι εξηγριωμέναι
ύβρεις, μέσω των οποίων έδρων, επίστευεν ο Χειμάρρας ότι προσήψαν εις
αυτά κάποιαν άλλην δύναμιν, θαυματουργόν και ιεράν, όπως εις τα
εικονίσματα η επί τεσσαράκοντα ημέρας διαμονή εν τη εκκλησία και τα
θυμιάματα και οι ψαλμοί της λειτουργίας καθιστώσιν αυτά ισχυρούς του
οίκου προστάτας. Ενώ τα νέα όπλα, τα μουσκέτα, που έφερον οι Βαυαροί κ'
αι μετέπειτα καραμπίναι του Μινιέ, τόσον πενιχρά και βαρέα και άκομψα,
δεν ήσαν παρά ξύλον μόνον και σίδηρος και δεν επροξένουν καμμίαν εις
την ψυχήν του συγκίνησιν. Αι λόγχαι αυτών και τα πλατύτατα εκείνα ξίφη
δεν εχρησίμευον παρά ως αρνόσουβλες μόνον εις κανέν πανηγύρι!. . . Την
αυτήν ιδέαν εξέφρασεν ο γέρων και περί του όπλου του Σασεπώ, ότε το
πρώτον ήκουσε περί αυτού. Και τόρα, ότε το έβλεπεν εμπρός του, ότε
αντελαμβάνετο της ταχυεργού δυνάμεώς του, δεν ηρνείτο μεν αυτήν, αλλ'
είχε πεποίθησιν ότι ο Άι Γιώργης του ήτο ανώτερος και αυτού. Ο γέρων
επήδησεν ήδη εις τον οικίσκον του και ήρπασε το καρυοφύλλι από τον
τοίχον μετά βίας, ωσεί επρόκειτο να υπερασπισθή κατά τινος εχθρού.
Ανεμέτρησεν αυτό από κάτω έως επάνω και με τρεμούσας χείρας ανέσυρε την
ράβδον κ' έρριψεν αυτήν εντός της κάννης μετά πάθους. Και εις τον
δούπον που έκαμεν αυτή βεβαιωθείς ότι ήτο γεμάτον και εις τον λεπτόν
μεταλλικόν ήχον της κάννης, ενωτισθείς γνωστήν φωνήν, απήχησιν
τσαπραζίων και αναβρασμόν μάχης, ο γέρων ανέδωκε ρόχθον βροντώδη, ωσεί
πολεμικού ίπποι χρεμετισμόν.
— Τσογλάνι!. . ήρθρωσε μετά θυμού· τσογλάνι!. .
Και ρίψας την ράβδον επί του εδάφους, ήρπασε το όπλον και κατήρχετο το
μονοπάτι προς τους χωρικούς σπεύδων.
Ο γέρων Χειμάρρας εφαίνετο ήδη αναβιώσας όλως. Δεν ελύγιζε πλέον την
ράχιν ουδ' έκυπτε την κεφαλήν όπως πριν εν γεροντική καρώσει, αλλ'
ανωρθούτο υπερήφανος κ' ευθυτενής, μ' ένα μεγαλοπρεπές κ' επιβάλλον
βάδισμα, με μίαν έπαρσιν θριάμβου επί της φυσιογνωμίας του, της
συνοφρυωμένης, ως λέων ερχόμενος οργίλως να εκδικηθή τους σφαγέντας
συντρόφους. Είχε την ιδέαν ο γέρων ότι ευθύς μόλις εμφανιζόμενον το
όπλον του θα επέβαλλεν εφ' όλων των χωρικών και χωροφυλάκων την αδρανή
εκείνην σιγήν, την οποίαν επιβάλλουν πάντοτε εις τους ανθρώπους τα
μεγαλοπρεπή κ' έκτακτα αντικείμενα, και θ' απέσπα τον θαυμασμόν του
ενωμοτάρχου. Είχε την ακράδαντον πεποίθησιν ότι αμέσως ούτος θ'
απεκάλυπτε την κεφαλήν προ του ιερού εκείνου μάρτυρος ανεσπέρου δόξης,
προ του αγίου εκείνου λειψάνου τόσων θριάμβων.
— Εδώ σας θέλω! έκραξε προσατενίζων όλους αυτούς με οφθαλμούς
λάμποντας υπό χαράς και υπερηφανίας.
Και ήθελε να τους είπη να κλείσουν τους οφθαλμούς μήπως τυφλωθούν εκ
της αίγλης της δόξης του· να κλίνουν γόνυ διά να μη αμαρτήσωσιν.
Αλλά ματαίως ανέμενε φωνήν εκπλήξεως. Ο ενωμοτάρχης παρετήρει αυτόν
ατάραχος και απαθής, μ' ένα ελαφρόν χαμόγελο εις τα χείλη, ως να
συνεκράτει τον γέλωτα, χαριζόμενος εις την γεροντικήν του αδυναμίαν,
οικτείρων την παιδαριώδη του πεποίθησιν. Οι χωροφύλακες έχασκον
βλακωδώς· πέντε έξ εκ των χωρικών, οι γεροντότεροι ητένιζον το
καρυοφύλλι με λυπημένον βλέμμα, έσχατοι μαχηταί ζώντες έτι επί του
πεδίου της μάχης, ατενίζοντες την σημαίαν των η οποία γνωρίζουν ότι
μετά τον θάνατόν των θα περιέλθη εις χείρας του εχθρού· ενώ οι λοιποί
εντελώς απηρνούντο πλέον αυτό, το μελαψόν κ' εξηρθρωμένον και
γεγηρακός, ουδέ ήθελον καν να το ατενίσουν. . . Ο γέρων εστάθη διά μίαν
στιγμήν προ της τοιαυτής ψυχρότητος άλαλος. Συγκεχυμέναι ιδέαι
συνέρρευσαν εις το πνεύμα του, βαρύς νυγμός διεπέρασε την καρδίαν του
και ησθάνθη αίφνης εαυτόν παρασυρόμενον εις το ορμητικόν ρεύμα της
θελήσεως των πολλών.
— Μπρε!. . . εφώνησεν.
Αλλ' η εντύπωσις αυτή ήτο στιγμιαία.
Επί της ψυχής εκείνης της θερμαινομένης υπό μεγάλων παραδόσεων δεν
ηδύνατο να εγκαθιδρυθή διά πολύν καιρόν η αποθάρρυνσις, όπως επί
πεπυρακτωμένου σιδήρου δεν δύναται να καθήση σταγών ύδατος. Ευθύς
αμέσως ο γέρων ανέλαβεν όλην αυτού την ενεργητικότητα, όλην την
ακλόνητον πεποίθησιν περί του Άι Γιώργη του, όσην έτρεφε και περί του
ομωνύμου Στρατηλάτου. Εβιάζετο, έσπευδε να προβώσιν εις την δοκιμήν, να
διαλαληθή παντού ο θρίαμβος του όπλου του, ο οποίος θα ήτο και θρίαμβος
της γενεάς του αυτής.
— Έλα, μπρε· έκραξε προς τον ενωμοτάρχην ανυπομόνως· κόκεψε και ρίξε!.
.
— Μα, παππού· μη χαλάς άδικα τη ριξά σου· συνεβούλευσεν ούτος.
Ο γέρων έγεινεν όλος φωτιά. Οι μυκτήρες της χονδρής ρινός του σφοδρώς
ανεκινήθησαν αι δασείαι οφρύς του συνεσφίχθησαν παρά το μεσόφρυον κ' αι
άγριαι τρίχες της λευκής κόμης του ανωρθώθησαν απειλητικαί. Η
εξεγερθείσα υπεροψία του δεν εύρισκεν άλλο παρά εμπαιγμόν και χλεύην
εις τους λόγους εκείνους του ενωμοτάρχου· επί της μορφής αυτού δεν
ανεγίνωσκε παρά οίκτον άμετρον δι' αυτόν. Αυτόν, που δεν παρεδέχετο
κανείς να οικτείρη, κανείς να λυπηθή!. . . Κ' ευθύς όλαι αι βίαιαι
έξεις και ορμαί των καπεταναίων της εποχής του, τας οποίας εκ της
πολυχρονίου μετ' αυτών διατριβής προσέλαβεν· όλον εκείνο το αίμα το
κοχλάσαν εις τόσας μάχας, το θερμανθέν εις τόσους θυμούς, ανέβρασεν
ακράτητον εις τας φλέβας του. Δεν αρκεί ότι ηνείχετο τον ενωματάρχην
από αρκετής ήδη ώρας να καταρρίπτη τα είδωλα τα οποία αυτός εδοξολόγει·
να ποδοπατή παν ό,τι αυτός εθεοποίει. Δεν αρκεί ότι επέτρεψεν εις αυτόν
να υβρίση τους άνδρας εκείνους τους οποίους δεν ήτο άξιος να φέρνη καν
εις το στόμα του. Δεν αρκεί ότι τον αφήκεν ελεύθερον ν' αφαιρέση τας
ιεράς πεποιθήσεις απ' αυτούς τους χαζούς συμπατριώτας του και να
ενσπείρη ζιζάνια εις την αθώαν και άπλαστον ψυχήν των αλλ' ήθελε να
εμπαίξη και αυτόν τον ίδιον!. . Αλλ' ο γέρων δεν επέτρεψε τούτο εις
άλλους άνδρας — και τι άνδρας! — και θα επιτρέψη τόρα εις ένα
'μπαίγνιο!. .
— Μπρε θα ρίξης ή να σ' την ανάψω! έκραξε παράφορος.
Και συγχρόνως έστρεψε το όπλον εναντίον του στήθους του ενωμοτάρχου. Ο
Παπαθεοδωρακόπουλος απέμεινεν έκπληκτος. Μόλις τόρα ενόει οποίον
κλονισμόν επέφεραν οι λόγοι του εις την ψυχήν του γέροντος και πού
ηδύνατο να φθάση αυτή του η παραφορά. Εγνώρισε μόνος του τόρα ότι δεν
επεδέχετο πλέον αστεϊσμούς η συζήτησις κ' εσκέφθη διά μαλακού τρόπου ν'
αποφύγη την σύγκρισιν.
— Μα, γέρω μου. . . ηθέλησε ν' αρθρώση.
— Τι γέρω μου, μπρε!. . θα ρίξης σου λέω!. .
Ο Χειμάρρας ενόει να λάβη ικανοποίησιν η κολοβωθείσα υπόληψις του όπλου
του. Ήθελε να γίνη η σύγκρισις, να μάθη ο λοχίας να μη καταφρονή τα
όπλα με τα οποία ελευθερώθη η πατρίς του. Ή — αν ήτο γραμμένον και
τούτο — να διαψευσθούν πλέον όλαι του αι ελπίδες!. . Και ο ενωμοτάρχης
εκών άκων υπέκυψεν. Έθεσε το φυσίγγιον εις το όπλον του και είπεν εις
τον γέροντα ότι ήτο έτοιμος διά τον αγώνα και άφινεν αυτόν να ρίψη
πρώτος.
— Όχι, εσύ θα ρίξης· επέταξεν ο γέρων.
— Καλά· σε πόσα μέτρα;
— Όσα θες. . . 'Στον καιρό του Παπά-Κώστα, από 'δώ ως την Τούρλα έκοψα
ταγκ!. . το κούτσουπο της λάγιας του Μπαζούλα.
Και μετά παιδικής μεγαλαυχίας ο Χειμάρρας έδειξε προ αυτού υψηλόν
κωνοειδή λόφον, πετρώδη και φαιόν, φέροντα δύο τρεις ελάτους εις την
κορυφήν και ανεμνήσθη της κατά το 1842 επαναστάσεως του Παπα-Κώστα
Τζαμάλα, του ορμητικού εκείνου αρματολού ιερέως του Αγώνος. Μετέσχε και
ο γέρων Χειμάρρας της εξεγέρσεως εκείνης, όχι διότι είχε καμμίαν
δυσαρέσκειαν κατά της βασιλείας του Όθωνος, ούτε χάριν συμφερόντων,
αλλ' απλώς υπό φιλοπολέμου ορμής παρασυρθείς, αποστέργων τον απράγμονα
βίον του χωρίου, έπειτ' από τας τόσας περιπετείας και τας συγκινήσεις
του μεγάλου πολέμου. Ενώ το κύριον σώμα υπό τον Βελέντζαν διευθύνετο
προς την Λαμίαν, ούτοι περί τους διακοσίους εκκινήσαντες εκ Σαλώνων
εβάδιζον κατά του Γαλαξειδίου, ότε ιστάθμευσαν επ' ολίγον κάτω της
Βουνιχώρας και διέπραξεν ο Χειμάρρας διά του καρυοφυλλίου του την
αξιομνημόνευτον εκείνην πράξιν, η οποία εξέπληξε τότε τους επαναστάτας
όλους και αυτόν τον Παπα-Κώστα. . Αλλ' η Τούρλα δεν απείχεν απ' εκεί
όπου ίσταντο παρά πεντακόσια το πολύ μέτρα και ουδεμίαν είχε σημασίαν
διά τον ενωμοτάρχην, του οποίου το όπλον ενήργει αποτελεσματικώς μέχρι
των χιλίων διακοσίων.
— Τόσο κοντά! επεφώνησεν ούτος γελάσας.
Κατέλαβεν ήδη και αυτόν τάσις τις προς άμιλλαν· ανέβρασαν κ' εντός
αυτού τα λωφάζοντα εις την ψυχήν παντός οπλοφορούντος ανδρός ένστικτα
εκείνα της υπεροχής εις όλα και της παραβόλου φιλοτιμίας. Όσον και αν
ήθελε να μην απελπίση τον γέροντα δεν ηδύνατο πλέον. Πάσα παραχώρησις
ήτο άκαιρος. Αφού υπεχρεώθη να κατέλθη εις τον αγώνα ώφειλε και να
νικήση. Δεν ήτο καθόλου επιτετραμμένον εις αυτόν ν' αφήση έν παλαιόν
καρυοφύλλι γέροντος πολίτου να φανή υπέροχον του ιδικού του, ενός
στρατιώτου του βασιλέως. Θα κατέπιπτεν ευθύς τότε το γόητρον του όπλου
το οποίον ήτο και γόητρον όλου του στρατού. Οι χωρικοί θα κατεγέλων
αυτόν διά τας πριν επαγγελίας του κ' ευχαρίστως θ' ανήγειρον την
κεφαλήν, που τους είχε καταρρίψη ήδη η γοητεία του νεοφανούς.
— Να, είπεν εγώ εκεί θα ρίξω, 'ς τον κάτω έλατο!. . .
Κ' έδειξε διά της χειρός απώτατα μικρόν έλατον, εις τους πρόποδας του
ετέρου της Βουνιχώρας βουνού, του Παπαδάκου. Οι χωρικοί όλοι τον
προσέβλεψαν έκπληκτοι, με κάποιαν δυσπιστίαν διά το απώτατον του
σκοπού, ευλογούντες ενδομύχως τον γέροντα Χειμάρραν, διότι χάρις εις
αυτόν θα έβλεπον εμπράκτως του νέου όπλου την ενέργειαν. Ενώ ο γέρων,
με μειδίαμα εις τα χείλη δύσπιστον και οφθαλμούς ημικλείστους, έβλεπε
τον ενωμοτάρχην ως διδάσκαλος, σιωπηλώς παρακολουθών τα δύσκολα
ψελλίσματα του μαθητού του.
Ο ενωμοτάρχης όμως εχειρίζετο μετά μεγάλης ευκολίας το όπλον, δεικνύων
πόσον ήτο γνώριμος μ' αυτό. Διά μίαν στιγμήν εγονάτισε καθ' όλας τας
απαιτήσεις της τακτικής, ύψωσε καταλλήλως το κλισιοσκόπιον, εστήριξε
τον αγκώνα επί του ομοταγούς γόνατος και σκοπεύσας επυροβόλησεν άνευ
χρονοτριβής.
— Α! ηκούσθη εκ του στόματος όλων των χωρικών. Έν α! βραχνόν, βαρύ και
υπόκωφον, εκφράζον απαλλαγήν από βάρους πιέζοντος την καρδίαν κ' εν —
ταυτώ θαυμασμόν κ' έκπληξιν και αποθάρρυνσιν και χαράν ως δυσέφικτος
προσδοκία πραγματοποιουμένη. Δεν εφλυάρει μόνον ο ενωμοτάρχης, αλλά και
έπραττε· δεν είχε μόνον καλόν όπλον, αλλά και χείρα άτρομον και
αλάνθαστον οφθαλμόν. Κ' ενώ ήδη οι χωρικοί περιεκύκλουν αυτόν,
διαφοροτρόπως εκφράζοντες τον θαυμασμόν των, χαίροντες ως να μετείχον
κ' εκείνοι της νίκης του, ασπαζόμενοι ολοψύχως τους νεωτερισμούς του,
οι πέντε έξ γέροντες, οι πιστοί του παρελθόντος οπαδοί, έστρεφον
εναγώνιον βλέμμα προς τον Χειμάρραν, ως να του έλεγον ότι πάσα απόπειρα
ήτο ματαία πλέον, ότι έπρεπε να προσπαθήση, ευσχήμως υποχωρών, να σώση
τουλάχιστον του καρυοφυλλίου το παλαιόν γόητρον.
— Η αράδα μου τόρα. . .
Ο γέρων δεν είχε κατά νουν να υποχωρήση. Είνε αληθές ότι εθαύμασε και
την ευθυβολίαν του όπλου και του ενωμοτάρχου την οξυδέρκειαν· είνε
αληθές ότι αυτός δεν εδοκίμασε ποτέ από τοιαύτης αποστάσεως το
καρυοφύλλι του· αλλ' η ιδέα ότι ήτο ιδικόν το όπλον, όπλον της εποχής
του, εδέσποζε του πνεύματος του απαρασάλευτος. Όπως εδέσποζε
απαρασάλευτος εις το πνεύμα του και η ιδέα ότι και τόρα ακόμη ήτο
υπέρτερος των παλληκαρίων του χωρίου του κατά την ωκυποδίαν και το
πήδημα και το λιθάρι. Είνε ο Χειμάρρας αυτός και είνε ιδικόν του το
όπλον!. . Ο γέρων κατέλαβε τον τόπον που είχε πριν ο ενωμοτάρχης,
ηνώρθωσε τους ψαρούς μύστακάς του υπερηφάνως, όπως όταν ήθελε να
διηγηθή καμμίαν ένδοξον σελίδα της ιστορίας του κ' έφερε προς τον ώμον
τας πλατείας χειρίδας του υποκαμίσου του, έκαμε τον σταυρόν του όπως
συνείθιζον οι περισσότεροι άνδρες της εποχής του προ μεγάλου τινός
γεγονότος, αναθέτοντες εις τας χείρας του Θεού την έκβασίν του. Ηθέλησε
να γονατίση αλλ' ευθύς μετενόησεν. Όχι· εις την εποχήν του δεν
εγονάτιζον τας περισσοτέρας φοράς, μέσα εις την φοβερωτέραν ώραν της
συμπλοκής, ενώ αι σφαίραι εσύριζον απειλητικαί τριγύρω των ούτω όρθιοι,
ακλόνητοι αντιμετώπιζον τον θάνατον οι πολεμισταί εκείνοι. Ούτω και
τόρα ο Χειμάρρας όρθιος θα σταθή ν' αντιμετωπίση τον θάνατον, τον
ηθικόν θάνατον που ηπείλει να δώση διά του όπλου του ο ενωμοτάρχης εις
αυτόν και την μεγάλην εποχήν του. Εις τους νέους τα γονατίσματα, εις
τους νέους πρέπουν!. . Και προτείνας τον αριστερόν πόδα και πλαγιάσας
ολίγον ίνα στηριχθή όλος επί του δεξιού εστάθη ακίνητος, άκαμπτος ως
ανδριάς, ύψωσε το όπλον, έκλινε την κεφαλήν προς την ακτηρίδα,
εσκόπευσε κ' επυροβόλησεν.
Πλην όσοι των χωρικών ήκουσαν άλλοτε το καρυοφύλλι του Χειμάρρα και
αυτός ο γέρων, από την εκπυρσοκρότησιν εκείνην ευθύς ηννόησαν ότι το
όπλον δεν εξεπλήρωσε τον σκοπόν του. Ο ηχός του δεν ήτο πλέον εκείνος ο
βαρύβρομος και ηχήεις, τον οποίον διέκριναν οι Τουρκαλβανοί μέσω των
άλλων εκπυρσοκροτήσεων, φρικιώντες δι' αυτόν και μόνον, ως να ήκουον
λέοντος βρυχηθμόν μέσω της ακινδύνου ορυγής τσακαλίων. Ούτε εκείνος διά
του οποίου όλοι οι εν Βουνιχώρα νυμφευόμενοι ανήγγελλον εις τους
συμπεθέρους την ώραν της συναθροίσεως. Ήτο κλαυθμηρός, σεσυρμένος και
άτονος, ως να εξέπεμπε της κάννης του ουχί βολήν αλλ' έκφρασιν
δισταγμού διά τον αγώνα εις τον οποίον εκαλείτο, ανεπαρκείς
αισθανόμενον τας δυνάμεις του πλέον.
Και τω όντι, οι δραμόντες να παρατηρήσουν χωρικοί έλεγον ότι ούτε ο
έλατος εγγίχθη που ούτε κανέν πλησίον άλλο μέρος. Μειδίαμα ήρχισε ν'
αναφαίνεται εις τα χείλη των παρισταμένων όλων, λόγοι ερεθιστικοί να
εκφράζωνταί βαθμηδόν και κατ' ολίγον εντονώτεροι γινόμενοι, και τα
βλέμματα όλα, με την διαβολικήν έκφρασιν εκείνην της χαιρεκακίας,
προσηλώθησαν πονηρώς επί του πτωχού γέροντος. Του γέροντος ο οποίος
έμενεν εκεί ακόμη όρθιος με το καρυοφύλλι εις χείρας, την κεφαλήν
κατωνεύουσαν, τεταπεινωμένος, συντετριμμένος και άλαλος.
— Να, εδώ ένε! εφώναξε τις αίφνης, σπεύδων εις λόχμην καπνιζούσης
χαμορίγανης.
Και τω όντι ήτο εκεί η σφαίρα του καρυοφυλλίου, θερμή ακόμη,
πεπλατυσμένη και παρέκει το χάρτινο πώμασμα ανέπεμπεν ολίγον κυανόφαιον
καπνόν. Μόλις εις το μέσον της τροχιάς έφθασεν η σφαίρα κ' έπεσε· δεν
ηδυνήθη να εξακολουθήση την πορείαν της!. .
— Βλέπεις τα, παππού! είπεν εμπαικτικώς ο ενωμοτάρχης.
Και χωρίς να στρέψη προς τον γέροντα, μεθυσθείς εκ της επιτυχίας και
θέλων να καταπλήξη τους χωρικούς διά της ευστοχίας του, ήρχισε να
πυροβολή κατά των πέριξ ελατών. Κ' ενώ αι σφαίραι συρίζουσαι επέτων
προς τον σκοπόν και οι κλώνοι θορυβούντες κατήρχοντο αναπαλλόμενοι του
βουνού, ατυχή θύματα του θριάμβου του ενωμοτάρχου, ούτος εκάγχαζε κ'
εβόα εν κομπορρήμονι αδιαφορία:
— Μέτρα, παππού. . .μέτρα!. . .
Αλλ' ο Χειμάρρας δεν ήκουεν ουδ' έβλεπε πλέον. Η απροσεξία των χωρικών
οι οποίοι επροθυμούντο θορυβούντες να κολακεύσουν την ματαιοδοξίαν του
ενωμοτάρχου, έδωκεν εις τον γέροντα καιρόν να φύγη απαρατήρητος εις τον
οικίσκον του. Μόλις δ' έφθασεν εκεί έρριψεν αμελώς εις μίαν γωνίαν το
όπλον του και αφέθη ωχρός κ' εξηντλημένος επί μιας παρατυχούσης
καλάθου.
Όλα τα έχασε διά μιας ο γέρων την έπαρσιν της φυσιογνωμίας, την
επιβλητικότητα του παραστήματος, την λάμψιν του βλέμματος, την
λεβεντιάν του σώματος και την υπερηφάνειαν της ψυχής — όλα τα έχασε.
Δεν ήτο ήδη παρά ένα ταπεινόν και αποκαρωμένον γερόντιον, κύπτον υπό το
βάρος των ετών· μία μάζα κρέατος και κοκκάλων, παράλυτος εκ της
δυστυχίας της ζωής. Ο αγών αυτός των όπλων ήτο διά τον Χειμάρραν αγών
του παρελθόντος και του παρόντος, της παρελθούσης γενεάς, της μεγάλης
και θαυμαστής και της νέας γενεάς, της όλως ασήμου και ταπεινής και
παιδαριώδους, η οποία μόνον υπό την σκιάν της παλαιάς ηδύνατο ν'
ανδρωθή και να προκόψη. Και όμως αυτή ενίκησεν εκείνην. Το ευτελές
όπλον ενός ασήμου ενωμοτάρχου ενίκησε το εξακουστόν όπλον του γέροντος
Χειμάρρα, όπως εις το παραμύθι συμβαίνει ο λεπρός βουκόλος να νικά τον
ανδρειωμένον της Γκιόνας.
— Ά-χούχα!. . .
Δεν επεφώνει πλέον το μπρε! ο γέρων το μεγαλοπρεπές εκείνο και μεστόν
ψυχικού σθένους, το οποίον συχνά εκφωνούμενον από του στόματός του
επέβαλλε σιγήν εφ' όλων των Βουνιχωριτών και παρέλυε των νέων τας
ακατασχέτους ορμάς. Αλλά το άι — χούχα, το κοινόν και τετριμμένον, διά
του οποίου όλοι οι χωρικοί εκφράζουν την απελπισίαν της ψυχής και του
σώματος την κάρωσιν.
— Άι-χούχα!. . . εξέφερε συχνά του στήθους.
Κ' έρριπτε βλέμμα εσχάτης απογοητεύσεως εις το καρυοφύλλι του. Το
καρυοφύλλι του εις το οποίον δεν είχε πίστιν πλέον, δεν είχε
πεποίθησιν, όπως η χήρα εκείνη του ανεκδότου, η οποία ενώ ενόμιζεν
εαυτήν κάτοχον Τιμίου ξύλου, βεβαιούται αίφνης παρά του ιδίου πλοιάρχου
ότι τούτο ήτο τεμάχιον από του ιστού του πλοίου του. Πού πλέον εκείνο
το περίβλεπτον καρυοφύλλι, το οποίον εχθροί και φίλοι εζήλευον, το
οποίον ομόθρησκοι και αλλόθρησκοι εθαύμαζον κ' επήνουν, όπως επήνουν
και αυτού την ανδρείαν. Το καρυοφύλλι διά το οποίον το Αρχοντόπουλο,
προσέφερεν εις αυτόν χιλιάδες ντούπιες κατά την πολιορκίαν των Αθηνών.