αφήκεν ειμή την αχυρίνην καλύβαν του εις μίαν ράχην του Άι-Γιώργη, δύο
καρδάρες, δέκα χονδρά κουδούνια, δύο τσαντίλες, τρεις αγκλίτσες καλές
από ξύλον αγριαπιδιάς και δέκα κατσίκας εγκύους. Ταύτα θα ήσαν καλή
κάπως περιουσία διά μίαν βλάχαν, αν δεν της εκληροδότει κ' ένα χρέος
από διακοσίας δραχμάς εις τον κυρ Γιαννίκον, τον φοβερώτερον τοκογλύφον
των Λεχαινών.
Άμα ήκουσεν ο Γιαννίκος ότι ο γέρω-Γκόρας απέθανεν, έλαβεν ένα
δικαστικόν κλητήρα κ' επήγε να κάμη κατάσχεσιν όλων του των πραγμάτων.
Η πτωχή Γαλανή, άφωνος από την λύπην, έβλεπεν αφαιρούμενα το έν μετά το
άλλο όλα της τα πράγματα, εναποτιθέμενα εις σωρόν πολυποίκιλον και
ανώμαλον έξω, παρά την θύραν της καλύβας. Εκεί πλησίον ίσταντο αι
κατσίκες διά των αθώων βλεμμάτων και των παραπονετικών βελασμάτων των
δεικνύουσαι, ότι εννόουν τα συμβαίνοντα, ότι πολύ ελυπούντο διά τον
αποχωρισμόν.
Αλλ' ο σωρός εκείνος των παντοειδών και αψύχων πραγμάτων διά της αφώνου
και πενθίμου στάσεως του, ωμίλει ευγλωττότερον εις την γρηά-Γαλανήν.
Έκαστον τούτων ωμοίαζε με βιβλίον, το οποίον περιείχε και μίαν της ζωής
της περίοδον. Η καρδάρα, ήτις έκλινεν εις το έν μέρος, ως γυνή έχουσα
επί των γονάτων την κεφαλήν και κλαίουσα την συμφοράς της· το μικρόν
πρασινοβαφές κιβώτιον, από του οποίου επρόβαλλον αιδημόνως διάφορα
ενδύματα μετά πολυχρόων σειρητίων, έφερον εις την μνήμην της την αγίαν
ημέραν, κατά την οποίαν η μήτηρ της την ενέδυσε χαριτόβρυτον νύμφην,
ψάλλουσα το συγκινητικόν άσμα του χωρισμού.
'Στη γειτονιά που θε να πας κανέλα μη μασήσης
και μοσχοκάρυδο μη φας και μας αλησμονήσης.
Πλησίον ήτο το καυκί, το κλειδοπίνακον, εντός του οποίου έφαγε την
πρώτην νύκτα εις του γαμβρού την καλύβα η πουγάνα, τ' απλάδια και τα
κιλίμια, τόσα πράγματα τα οποία συνέδεον τον βίον της μεταξύ νεανίδος
και υπάνδρου, τόσοι μάρτυρες των θλίψεων και των χαρών αυτής!. . . Τόρα
όλα αυτά θα έφευγον, θα επήγαιναν εις ξένες χείρας και το παρελθόν θα
έμενε μόνον εν τη εσκοτισμένη διάνοια της, αμυδρόν όμως, ως παλαιωμένη
εικών αμαυρωθείσα υπό του χρόνου!. . .
Οι οφθαλμοί της Γαλανής επληρώθησαν δακρύων επί τη ιδέα ταυτή. Παρέστη
προ αυτής το μέλλον, άχαρι κατηφές και πένθιμον, ως είνε παντός
ανθρώπου χάσαντος ό,τι και αν έχη και ηναγκασμένου να ξενοδουλεύη διά
να βγάνη την κόρα, το ψωμί του· τα γόνατά της εκάμφθησαν κ' επρόσπεσεν
εις τον κυρ Γιαννίκον, ολολύζουσα, παρακαλούσα αυτόν να την λυπηθή ή να
της δώση προθεσμίαν ή κάτι τουλάχιστον να της αφήση προς ενθύμησιν του
παρελθόντος. Αλλ' ούτος άκαμπτος ως όλοι οι τοκογλύφοι, οι οποίοι
νομίζει τις ότι επλάσθησαν επίτηδες δι' αυτό το επάγγελμα, ως οι
σκώληκες διά τον βόρβορον, εκίνει αρνητικώς την κεφαλήν, έστρεφεν εδώ
κ' εκεί και μόλις έβλεπε πράγμα τι εφώναζεν εις τον κλητήρα με την
τραχείαν φωνήν του, ομοίαν προς κρωγμόν αρπακτικού ορνέου:
— Βάλε και τη σούβλα· μα πρόσεχε, μπάρμπα-Σπύρο· να, δεν είδες το
κουδούνι!. . .
Πτωχή Γαλανή! όλα, όλα θα τα πάρη· θα μείνης μόνη, κατάμονη εντός των
γυμνών τοίχων της καλύβας, την οποίαν δεν θα ηρνείτο να κατάσχη αν του
ήτο δυνατόν!. . . Ευτυχώς κατά την ώραν εκείνην διήλθε τις εκείθεν,
γνώριμος του Γιαννίκου και κατέπεισεν αυτόν να δώση προθεσμίαν μέχρι
του Μαΐου εις την Γαλανήν.
Έκτοτε η μόνη της ελπίς ήσαν αι κατσίκες εκείναι. Παρετήρει αυτάς μετά
προσδοκίας και ανυπομονησίας. Θα έκαμναν πολλά κατσικάκια, θα τα
ανέτρεφε, θα τα επώλει και θα επλήρωνε τον σκληρόν Γιαννίκον, και δεν
θα τον είχεν ανάγκην να της πάρη ό,τι κι' αν έχη! Και μετά συγκινήσεως
ηρίθμει διά των δακτύλων τας παρερχομένας ημέρας ίνα εύρη την ημέραν
του τοκετού.
— Κοντεύει, δεν κοντεύει· εψιθύριζεν από καιρού εις καιρόν· βάλε από
τον άι-Δημήτρη!.
Τέλος είδε την κοιλίαν των υπερμέτρως εξωγκωμένην, είδε τους μαστούς
των σχεδόν συρομένους εις την γην, παρευρέθη εις τον τοκετόν. Όχι δεν
είνε ολιγώτερον επίσημος, ολιγώτερον συγκινητικός ο τοκετός των ζώων. Η
κατσίκα, ολιγώτερον ευτυχεστέρα της γυναικός, της οποίας την κλίνην
τριγυρίζουν οι συγγενείς και ο σύζυγος, όστις είνε εκεί ίνα εμπνεύση το
θάρρος, η κατσίκα μόνη, άνευ συγγενών, άνευ φίλων, επί της στρωμνής
της, ενίοτε κατάχαμα, εις το σκότος τεκνοποιεί. Και όμως αισθάνεται
όλους τους πόνους, όλας τας αγωνίας του τοκετού· βάλλει εν γνώσει το
σπαραξικάρδιον εκείνο μπεεε! περιστρέφει ανησύχως, ικετευτικώς το
βλέμμα της, αναζητούσα ματαίως άλλο βλέμμα, από του οποίου ν' αρυσθή το
θάρρος και την αφοσίωσιν!
Ούτως εσκέπτετο η Γαλανή· ηγάπα τας κατσίκας της ως τον εαυτόν της, ως
θα ηγάπα τα παιδιά της αν είχε. Και διά τούτο περί όλων είχε φροντίσει.
Επειδή μεθ' όλας τας παρακλήσεις της αι ημέραι του Γεννάρη εξηκολούθουν
νιφετώδεις και παγεραί, έφερε τας κατσίκας εντός της καλύβας, όπου
εκοιμάτο, ήναψε πυράν εις το μέσον και ήρχισεν αυτή, ως μαία, να τας
βοηθή εις τον τοκετόν. Μετ' ολίγον η καλύβα εγέμισεν από μικρά
κατσικάκια, τα οποία την εξεκώφαναν από τα βελάσματα. Αλλά δεν ήτο
μόνον να γεννηθούν, έπρεπε να ξεπεταχθούν κι' όλα. Άλλη μέριμνα της
πτωχής γρηάς! Έπρεπε να κάνη καλωσύνη μέχρις ου πατήση η άνοιξις. Ως δε
ο γύφτος του μύθου, όστις φοβούμενος το ψύχος, όσον ο διάβολος τον
σταυρόν, ηρώτα τους διαβάτας διηνεκώς. — Γεννάρης κι' απέ Μάις; —
Φλεβάρης κι' απέ Μάις; — Μάρτης κι' απέ Μάις; ούτω και η γρηά ανέμενεν
ανυπομόνως τον Μάιον, τον χαριέστατον αυτόν μήνα, κατά την εποχήν του
οποίου όχι μόνον δεν κρυώνουν τα κατσικάκια, αλλά τα κουρεύουν μάλιστα
και πωλούν το μαλλί των!. .
Ενώ ταύτα εσκέπτετο και σήμερον, ως πάντοτε η Γαλανή παρά την καλύβαν
της καθημένη, ύψωσε τους οφθαλμούς προς τον καθαρόν ουρανόν. Εκατέβασεν
αυτούς εις τα πέριξ καταπράσινα τοπία, τους προσήλωσεν επ' ολίγον εις
την απέναντι ράχην, όπου ήσαν τα κατσικάκια της κ' έπειτα στραφείσα
προς την μικράν ανεψιάν της:
— Κάτσε κατά 'ης, Ασήμω της είπε με βραχνήν κ' επιβάλλουσαν φωνήν.
— Όχι, δεν κάθουμε! είπεν η μικρά, κτυπούσα τους πόδας της με πείσμα.
Βλέπουσα δε μετά τρυφερότητος μικρόν σαλίγκαρον τον οποίον είχε ξεθάψη
από μιας ρωγμής του λόφου, ήρχισε να του ψάλλη με φωνήν καθαράν και
γλυκείαν, ως το ψιθύρισμα της πλησίον πηγής:
— Σαλίγκαρε, μαλίγκαρε,
βγάλ' τα κέρατά σου,
γιατ' έρχετ' η κυρά σου
με τα πρόβατά σου!
Ο δε σαλίγκαρος, ως να ήκουε την φωνήν της κόρης κ' εννόει τους λόγους
της, σιγά-σιγά εξήρχετο του οστράκου του, έστρεφεν εδώ κ' εκεί τους
μικκύλους, ως κόκκον σινάπεως, οφθαλμούς του, εκίνει τα κερατάκια του
κ' εκαμάρωνεν. Η Ασήμω, ηυχαριστείτο πολύ εις τούτο κ' επανελάμβανε
γελώσα:
— Σαλίγκαρε, μαλίγκαρε,
βγάλ' τα κέρατά σου,
γιατ' έρχετ' η κυρά σου
με τα πρόβατά σου!. .
— Βάβα! βάβα! είπεν αίφνης διακόψασα το τραγούδι· βυζαίνουν τα
κατσίκια!
— Αλήθεια μωρή! είπεν η γρηά.
Και πλήρης χαράς παρετήρησεν ότι τα κατσίκια, εβύζαινον.
Δόξα σοι ο θεός! Αι κατσίκες πρότινων ημερών είχον αβασκαθή. Ο Βόλας, ο
οποίος επέρασεν εκείθε και είδε τους μαστούς των κατσικών πλήρεις
γάλακτος, ήνοιξεν έκπληκτος τους οφθαλμούς του κ' εφώναξε:
— Μωρέ! τι φόρτωμα πώχουνε!. . . .·
Και τούτο χωρίς, να τας φτύση. Διά τούτο το γάλα των αμέσως εστείρευσε.
Τα πτωχά κατσικάκια προσεκολλώντο εις τα μαστάρια, εβύζαινον αλλ'
ουδόλως εύρισκον τροφήν. Ήρχισαν να ισχναίνουν, να γίνωνται αδύνατα,
ραιβά, ζαρωμένα. Η γρηά Γαλανή ήτο εις μεγάλην απελπισίαν: αν ο καιρός
εξηκολούθει άστατος και οι κατσίκες δεν εύρισκον το γάλα των, τα
κατσικάκια θα έλυωναν 'ς τα πόδια των. . . Και μετ' ολίγον η φοβερά
όψις του Γιαννίκου θα εφαίνετο προ της καλύβας και θα ηκούετο η τραχεία
του φωνή, η οποία όπου αντηχήση φέρει καταστροφήν, ως η φωνή της
κουκουβάγιας.
— Βάλε και τη σούβλα· βάλε και το κουδούνι!
Ω! καλλίτερον να μη ζήση να ίδη και άλλην μίαν τοιαύτην ημέραν.
Ευτυχώς η Σμαράγδω, η κουμπάρα της Γαλανής, ήξευρε το γίτιο. Έρριψε
τρία ανημμένα κάρβουνα εις ένα ξυλοκάνατο, πλήρες πηγαίου και καθαρού
νερού είπεν ολίγα λόγια, το εσταύρωσε τρις κ' επότισε μ' αυτό τας
κατσίκας. Τόρα το γάλα των επέστρεψε· τα κατσικάκια έπιασαν πάλιν το
μαστάρι κ' εσώθησαν. Η γρηά ήτο ήσυχος, ησυχωτάτη ήδη. Ο Μάρτης
επέρασε· τα κατσίκια έπιασαν το βυζί· τι είχε πλέον να φοβηθή;
Αλλ' ενώ ταύτα εσκέπτετο και ύψωνε τους οφθαλμούς της θριαμβευτικώς, ως
άνθρωπος διαφυγών μέγαν κίνδυνον, τον οποίον ενόμιζε πρότερον
αναπόφευκτον, βλέπει έξαφνα τον ουρανόν σκεπασμένον υπό μαύρον,
κατάμαυρον μανδύαν νεφών. Αστραπή διαδέχεται την αστραπήν, βροντή την
βροντήν και πριν προφθάση να εγερθή της θέσεώς της, χάλαζα παχεία μετά
σφοδρού ανέμου αποκρύπτουν τα πέριξ από τους οφθαλμούς της. Τρέχει η
γρηά με λαχτάραν να συνάξη τα κατσίκια και της κατσίκες εις το μανδρί,
η χάλαζα την μαστίζει κατά πρόσωπον, ο άνεμος της εμποδίζει τας
κινήσεις και τότε πλήρης αγανακτήσεως, φωνάζει με όλην της την καρδιά:
— 'Σ την πομπή σου, γέρω-Μάρτη· τα κατσικάκια μου τ' ανάστησα! δε σ'
έχω ανάγκη.
Γ'
— 'Σ την πομπή μου! ακούς 'ς την πομπή μου! εμένα 'ς την πομπή μου,
παληόγρηα;. . .
Μόνος, κατάμονος εντός του σπηλαίου ο γέρω Μαρ της εξηκολούθει ακόμη να
κλαίη και θωπεύων διά της χειρός τας πληγάς του, να παρατηρή μετά
βαθείας θλίψεως το βαρέλι, το μόνον αίτιον των παθημάτων του. Αλλά
μόλις ήκουσε την κατ' αυτού ύβριν της γρηά Γαλανής εξηγέρθη όλος,
ύψωσεν υπερηφάνως την κεφαλήν, συνήλθεν ευθύς εκ της μέθης του και με
τρέμοντα εκ της οργής χείλη επανέλαβε:
— 'Σ την πομπή μου! ακούς 'ς την πομπή μου! εμένα 'ς την πομπή μου,
παληόγρηα;
Ο Μάρτης είνε πολύ υπερήφανος μην· δεν ήτο δυνατόν ν' ανεχθή αυτός
τοιαυτήν ύβριν και μάλιστα από μίαν παληόγρηαν εκεί, η οποία πριν
έτρεμεν ακούουσα το όνομά του· ήτο φοβερόν! Και ο αγέρωχος μην, ήρχισε
να ζητή μέσον εκδικήσεως, ενώ χάλαζα ογκώδης μετά σφοδρού ανέμου
εξηκολούθει δεικνύουσα εις τους ανθρώπους την οργήν αυτού, πάντες δε
εψιθύριζον με απορίαν:
— Να ο γέρω Μάρτης· τώλπιζες τόρα 'ς τα υστερνά του να φερθή έτσι;
Αλλά δεν ανησυχούν και πολύ. Ο άνθρωπος έχει προ αυτού το μέλλον και
τείνει προς αυτό, ως η βελόνη προς τον μαγνήτην· επειδή δε πάντοτε
ελπίζει αυτό καλλίτερον, λησμονεί ευκόλως τας πικρίας του παρόντος.
Αύριον θα ήρχετο ο χαριέστατος Απρίλης με τα πολλά λουλούδια, τον
δροσερόν καιρόν, τας καλοκαιρινάς ημέρας. Τι καλός, τι αγαπητός μην
αυτός ο Απρίλης! ποτέ δεν σκυθρωπάζει το ήρεμον πρόσωπόν του. . . Και
με την ιδέαν αυτήν ελησμόνουν παντελώς τον Μάρτην, ως οι ναύται τον Άι-
Νικόλα μετά την θύελλαν, καί τινες μάλιστα ωμίλουν περί αυτού
περιφρονητικώς.
Ο Μάρτιος ωμοίαζεν ήδη θεότητα, εκπεσούσαν αίφνης του στυλοβάτου της·
ήτο Ζευς μ' εσκωριασμένους και αχρήστους κεραυνούς, Αίολος μη δυνάμενος
ν' ανοίξη τας δικλείδας του χαλκού άντρου, να εκχύση τους ανέμους και
τας θυέλλας και ν' αναστατώση το Σύμπαν. Εννόει και αυτός ότι μετ'
ολίγας ώρας ήτο αδύνατον να φέρη το ποθούμενον αποτέλεσμα. Τι να πράξη
όμως; Σήμερον έληγεν η επί της γης εξουσία του· αύριον εκών άκων έπρεπε
να παραχωρήση την θέσιν του εις άλλον. Θ' άφινεν ούτω την γρηάν
ατιμώρητον· την εκδίκησίν του ανεκτέλεστον. Και τότε ποίος θα εφοβείτο
πλέον αυτόν, ποίος θα εσέβετο τ' όνομά του;! Όχι, εξ άπαντος έπρεπε να
τιμωρηθή η γρηά.
Ο Μάρτης ευρίσκετο εις σφοδράν ψυχολογικήν κατάστασιν, ως εκθρονισθείσα
Μεγαλειότης, αφήσασα ανεκπληρώτους τους πόθους και τους σκοπούς της.
Ενώ δ' εβασάνιζε τον νουν προς εξεύρεσιν καταλλήλου μέσου διά την
εκδίκησίν του, εφάνη προκύπτων από μιας του σπηλαίου σχισμής ο Φλεβάρης
δειλώς.
Ο Φλεβάρης είνε μην μεσήλιξ, υψηλός, εύρωστος, με μακράν υπόλευκον
γενειάδα και κόμην άφθονον, καταπίπτουσαν ατάκτως επί των ώμων του.
Φορεί το γαλάζιο σεγούνι και το λευκόν μάλλινον 'σωπάνι, απαραίτητα
ενδύματα του γεωργού των χωρίων. Αι χείρες αυτού είνε τυλώδεις από το
άροτρον και την βουκέντραν, τ' αγαπητά του εργαλεία, διά του ενός των
οποίων αροτριά την γην, ενώ διά του ετέρου κεντά τους απειθείς και
πυρίπνοας βους του. Αι έξεις αυτού και ο χαρακτήρ είνε ήρεμοι και
γλυκείς, οποίας δύναται, να διαπλάση ζωή αγροδίαιτος, η δε φωνή του
τραχεία και διακοπτομένη ως ο τρυγμός ο παραγόμενος κατά την πρώτην
αροτρίωσιν του αγρού, ότε το υννίον χωρεί διά μέσου της γης και των
ριζών της ακάνθης. Υπό το κατηφές και ρυτιδωμένον μετωπόν του, ως υπό
μέτωπον αληθούς γεωργού, φαίνεται υπολανθάνουσα ποιά τις διαύγεια και
αγαθότης ψυχής· εκεί αντικατοπτρίζονται όλαι αυτού αι ημέραι, αι οποίαι
όσον και αν είνε θυελλώδεις, υπενθυμίζουν μόλα ταύτα το θάλπος του
καλοκαιριού:
Ο Φλεβάρης ποτέ δεν θέλει να έρχηται εις διαπληκτισμούς με τους άλλους
μήνας. Τούτο προέρχεται εκ του ηπίου και αγαθού χαρακτήρος του, αν και
αι κακαί γλώσσαι λέγουν ότι είνε φύσει δειλός. Μ' όλα ταύτα
παρασυρθείς, φαίνεται υπό των άλλων μηνών και υπό του πάθους του,
εφιλοδώρησε και αυτός ολίγα γρονθοκοπήματα εις τον Μάρτην. Αλλά μόλις
εξήλθον του σπηλαίου οι μήνες, ήρχισαν να σκέπτωνται τα επακόλουθα της
πράξεώς των εκείνης. Ο Μάρτης είνε ισχυρός και δυνατός μεταξύ των
λοιπών συναδέλφων του, ως ο Ζευς μεταξύ των Ολυμπίων. Δεν παρέλαβε μεν
την εξουσίαν εκ γενεαλογικής τινος αιτίας, ως εκείνος, αλλ' απέκτησεν
αυτήν διά μόνου του βραχίονός του, περί της ισχύος του οποίου έχουν
λάβει ακριβή γνώσιν όλοι οι μήνες δυστυχώς. Είνε δε και υπερήφανος·
ώστε ήτο υπερβέβαιον ότι δεν θ' άφινε να παρέλθη ατιμώρητος η προσβολή,
την οποίαν έπαθεν από αυτούς. Μετ' ολίγον μόλις συνέλθη της μέθης του,
θα ζητήση εξόφλησιν του λογαριασμού και αλλοίμονον εις αυτούς! Όθεν οι
μήνες ήσαν εις μεγάλην ανησυχίαν ήρχισαν να επιρρίπτουν κατ' αλλήλων
την ευθύνην κ' έκαστος εζήτει μέσον όπως αποσυρθή της δυσχερούς θέσεως,
εις την οποίαν επεριπλέχθη εξ απερισκεψίας.
— Εγώ το είπα, δεν ήταν καλό να τον βαρέσουμε, έλεγεν ο είς.
— Εγώ δεν βάρεσα καθόλου, εδικαιολογείτο ο άλλος.
— Ναι, εσύ έδωκες την γροθιά που τώπρησες το μέτωπο.
— Μη βάνεις εκείνη· κάποιος με σκούντησεν από πίσω. . . Εμένα ο Μάρτης
είνε φίλος μου.
Ο Απόστολος Πέτρος δεν ηρνήθη τόσον εντόνως την γνωριμίαν του Ιησού προ
της ωραίας Ιουδαίας, όσον οι μήνες την συμμετοχήν των εις την κατά του
Μάρτη επίθεσιν προ του ίσκιου του, προ του ονόματός του μόνον. Από τας
αρνήσεις έφθασαν εις αντεγκλήσεις, εις προπηλακισμούς και μετ' ολίγον
όλοι επαρουσιάσθησαν με αναπεπταμένην σημαίαν, ως παλαιοί και στενοί —
τινές μάλιστα — ως οι εξ απορρήτων φίλοι του Μάρτη κ' εχθροί αλλήλων.
— Εμένα δεν μ' έμελε· καλά έκαμε και το 'πιε· είπε σοβαρώς ο Φλεβάρης.
Και αποχωρισθείς του ομίλου, έσπευσε πρώτος να συμφιλιωθή με τον
φοβερόν συνάδελφόν του. Αλλά μόλις τον είδε συνωφρυωμένον, εδειλίασε·
ρίγος διέδραμε το σώμα του και ήρχισε να μετανοή διότι εισήλθεν εις το
σπήλαιον, ήλθε μόνος του να ριφθή εις το στόμα του λύκου. Δεν ήτο όμως
δυνατόν να πράξη άλλως· αν έφευγε θα εδυσχέραινε περισσότερον την θέσιν
του· έλαβε λοιπόν απόφασιν κ' επλησίασε προς τον Μάρτην ταπεινώς.
— Γεια, χαρά σου! εψιθύρισε δειλώς.
— Καλώς τον.
Ο Φλεβάρης έλαβε θάρρος. Ο Μάρτης του ωμίλησε με τόσην γλυκύτητα φωνής,
με τόσον ήπιον τρόπον, ως άνθρωπος ο οποίος έχει ρίψει μακράν απ' αυτού
τα μίση και τα πάθη και σκέπτεται μόνον διά την σωτηρίαν της ψυχής του.
Πας άλλος εκτός του Φλεβάρη, γνωρίζων τον πανούργον αυτού χαρακτήρα, θα
εμάντευεν ότι υπό την επίπλαστον εκείνην αγαθότητα εκρύπτετο κάτι τι
σοβαρόν δι' αυτόν. Αλλ' ούτος, ο οποίος συνείθισε να βλέπη τα πράγματα
υπό την απλουστάτην αυτών μορφήν, ως φαίνονται εξωτερικώς, επίστευσεν
εις την γαλήνην εκείνην και ηθέλησε να ωφεληθή της περιστάσεως· τόρα,
ότε τον εύρεν εις την καλήν του, να λάβη και την συγχώρησιν.
— Καϋμένε Μάρτη, είπε μ' επίπλαστον συμπάθειαν· σώκαμα ένα κακό σήμερα
χωρίς να θέλω.
Ο Μάρτης εμειδίασε πονηρώς.
— Τι κακό; ηρώτησε με απορίαν.
— Δεν το θυμάσαι; με το κρασί. . . μα δεν φταίω εγώ. . . οι άλλοι. . .
. . .
Η φωνή του ήτο τραχεία και υποτρέμουσα. Ενώ ωμίλει παρετήρει συγχρόνως
εις τους οφθαλμούς του συντρόφου του, αναμένων να ίδη δι ' αυτών την
τύχην, η οποία τον επερίμενεν.
— Α! της ξυλιές! είπεν ο Μάρτης αδιαφόρως· μπα, δεν βαριέσαι· είχατε
δίκηο· σας έπια το κρασί. . .
— Ας το 'πιες· εμέ δεν μ' έμελε. . . . οι άλλοι. . .
— Δεν είνε τίποτε· περασμένα-ξεχασμένα.
Ο Φλεβάρης εθαύμαζεν. Ήτο αυτός ο φοβερός Μάρτης, που εις το παραμικρόν
εγίνετο σκυλί· που δεν εχάριζεν ούτε εις την μάνα του λόγο; Δεν ηδύνατο
να πιστεύση τους οφθαλμούς του. Αλλ' επειδή ο Φλεβάρης εδόξαζεν ότι όλα
τα πράγματα μεταβάλλονται εις τον κόσμον αυτόν, συνεπέρανεν επί τέλους
ότι και ο χαρακτήρ του Μάρτη μετεβλήθη.
— Να σου ειπώ· πίνεις; ηρώτησε μετ' ολίγον ο Μάρτης.
Ο Φλεβάρης εξίστατο, τα έχανε. Τι αγαθή ψυχή; Τι καλή καρδιά!
Συμμετέσχε και αυτός της προσβολής, έδωσε και αυτός ένα χέρι και όχι
μόνον δεν εθύμονε, δεν εζήτει εκδίκησιν ο Μάρτης, αλλ' αναγνωρίζων το
δίκαιόν του επροσφέρετο να τον κεράση κι' όλα. . . Βεβαίως εάν και οι
μήνες ήσαν θνητοί, ως οι άνθρωποι, ο Μάρτης θα επήγαινε με τα παπούτσια
εις τον Παράδεισον.
- Κ' ενώ ταύτα εσκέπτετο, έστρεψε πέριξ αναζητών διά του βλέμματος το
μέρος, όπου ήτο δυνατόν υπάρχη οίνος, ως ο διψών αναζητεί την πηγήν,
και:
— Ακούς τι λέει· αρκεί να βρίσκεται είπε λείχων ευχαρίστως τα χείλη.
— Κάτι βρίσκεται, μα θέλει σήκωμα το βαρέλι.
— Εμπρός!
Ο Φλεβάρης είνε δυσκίνητος, οκνός, ως τον λέγουν οι συνάδελφοί του,
αλλά χάριν, του οίνου επήδησεν επί του βαρελιού μ' ευκολίαν. Ο
Φλεβάρης, ειδήμων όσον και ο σύντροφός του των απαιτήσεων του
οινοπωλείου, εκάθησεν ιππαστί επί των ευρέων νώτων του βαρελιού όπως
προσθέση το βάρος του σώματός του, διότι άλλως ηδύνατο να κινηθή
αποτόμως και θολώση ο οίνος.
Ο Μάρτης μετά τούτο ύψωσεν ουχί μετά πολλού κόπου εκ των όπισθεν διά
της μιας χειρός το βαρέλι κ' έθεσε κάτω αυτού, ως προσέρεισμα ογκώδη
κορμόν δενδρου. Ούτω το βαρέλι έμεινε κλίνον προς τα πρόσω, ως ελέφας
κύπτων από της όχθης να ποτισθή εις τον ποταμόν.
Μετά μικρόν οι δύο μήνες, κατάχαμα επί του εδάφους καθήμενοι, μετά
πολλού ζήλου προσεπάθουν διά μεγάλου ξυλίνου ποτηριού να μεταγγίσουν το
περιεχόμενον του βαρελιού εις την κοιλίαν των. Έπινον ήσυχοι, σιωπηλοί,
κύπτοντες μετά βαθείας προσοχής προ αυτών. Ο Φλεβάρης κατ' εξοχήν
εκάθητο εκεί παρακολουθών με βλέμμα πυρώδες τας κινήσεις της χειρός του
Μάρτη, έτοιμος να λάβη το προσφερόμενον εις αυτόν ποτήριον. Μόνον
οσάκις εσκέπτετο την προσβολήν του Μάρτη, ερρίγει μήπως ο φοβερός
εκείνος σύντροφος, ερεθισθείς αίφνης μ' ένα γρονθοκόπημα τον ρίψη ως
ασκόν επί του εδάφους και η βραχνή φωνή του διέκοπτε την ηρεμίαν του
σπηλαίου.
— Ξέρεις, δεν έφταια εγώ. . . οι άλλοι.
Τότε και ο Μάρτης επρόσθετε με αδιαφορίαν:
— Μπα, δεν βαρειέσαι· περασμένα-ξεχασμένα.
Κ' επανελάμβανον ήσυχοι το έργον των.
Ο Μάρτης εφαίνετο ότι είχε παντελώς λησμονήσει και την ύβριν της γρηά
Γαλανής και την προσβολήν των συναδέλφων του. Ήτο υπέρ το δέον
ομιλητικός, φιλόφρων, ως κομματάρχης προσπαθών να φέρη εις τα νερά του
τον σύντροφόν του· ενώ δε αυτός σπανίως έπινε, επρόσφερεν αδιακόπως το
ποτήριον γεμάτο εις τον Φλεβάρην, όστις διά να μη προσβάλη τον
σύντροφόν του, ουδέποτε ηρνείτο. Μετ' ολίγον το πρόσωπόν του έγεινε
κατακόκκινον, οι οφθαλμοί του ήρχισαν να σμικρύνωνται.
— Θα τραγουδήσουμε; είπεν εις τον Μάρτην.
— Ναι, πιέ και τούτο.
Ο Φλεβάρης εκένωσε και το ποτήριον εκείνο και άλλα ακόμη με όσην
ευκολίαν τα εγέμιζεν ο σύντροφος του. Έπειτα, κλίνων τον κορμόν του
σώματός του εις τα οπίσω και φέρων αντάμικα μέχρι του αριστερού
οφθαλμού το μαύρον φέσι, με το κυανούν τσεγρέκι, ήρχισε με φωνήν
σταθεράν και καθαράν, την βλαχικήν προφοράν μιμούμενος, να τραγωδή ενώ
το σώμα του ήτο εις αδιάκοπον κίνησιν,
— Πέθαν' ο Βλάχος πέθανε κι' αφίνει σ' όλα διάτα
αφίνει τη τζομάκα του 'ς την εκκλησιά λαμπάδα
αφίνει την τσαντίλα του ποδιά για την εικόνα
και την τρανή κομπλίτσα του να κρεμαστή καντήλα·
αφίνει και την τσέργα του για τον παπά φελόνι·
κι' αυτή τη μαύρη λιάρα του σάκκο για το δεσπότη. . .
Το βλάχικον τούτο τραγούδι επροξένησε μεγάλην εντύπωσιν εις τον Μάρτην.
Εφηρμόζετο πιστά, πιστότατα εις τον θάνατον του γέρω Γκόρα· ήτο ακριβής
έκθεσις της διαθήκης του. Ο Μάρτης εμειδίασε χαιρεκάκως ενθυμηθείς την
γρηά Γαλανήν. Επειδή δε ανέμενε την κατάστασιν αυτήν του Φλεβάρη, όστις
με δύο τρία ποτήρια ακόμη θα έπιπτεν αμέσως από της ευθυμίας εις
τελείαν μέθην, εις αποκτήνωσιν, έπαυσε να τον κερνά και είπε:
— Εγώ, ξέρεις πως σ' αγαπώ 'σαν τα 'μάτια μου.
— Μα κ' εγώ δεν 'μπορείς νάχης παράπονο.
— Όχι· και είδες ζήλια που την έχουν οι άλλοι; όλο να μας βάνουν σε
διχόνοια θέλουν.
— Ναι μάλιστα εκείνος ο Απρίλης! εγώ δεν τον χωνεύω· αν ήταν τρόπος να
φύγη από 'πάνω μας.
Ο Μάρτης εμειδίασε πονηρώς. Εγνώριζε καλώς ότι ο Φλεβάρης δεν
ηυχαριστείτο καθόλου να βλέπη τον Ασπρίλην, διότι ευθύς ενθυμείτο
εποχήν, κατά την οποίαν έπαθεν ό,τι ο Ήφαιστος από τον Άρην, ήτο δε
βέβαιον ότι ήθελε μεγάλως ευχαριστηθή αν απεπέμπετο καθ' ολοκληρίαν της
συντροφιάς των.
— Α! δε 'μπορεί, είπε δώδεκα κ' η βάρκα γέρνει ούτ' ένας 'λιγώτερος
ούτε περισσότερος. . . Αλλά 'μπορούμε να του κάνωμε έν' άλλο.
— Σαν τι;
— Να τον κάνωμε να σκάση.
Ο Φλεβάρης ηυχαριστείτο.
— Α! για λέγε· είπεν ανυπομόνως.
— Σήμερα τελειόν' η διορία μου και αύριο έρχετ' εκείνος· να μου
δανείσης δυο ημέρες να τον δυσκολέψουμε.
Ο Φλεβάρης έκυψε την κεφαλήν. Οι μήνες αγαπούν τας ημέρας των, ως ο
φιλάργυρος τα χρήματά του. Έπειτα ουδέποτε είχεν ακούσει να δανείζουν
ημέρας οι μήνες· έπειτα, δεν είχε και πεποίθησιν αν ο Μάρτης ήτο άξιος
εμπιστοσύνης.
— Λοιπόν μου της δίνεις; είπεν ο Μάρτης, διακόπτων τας σκέψεις του· θα
τον προσβάλουμε όσο δεν του πρέπει.
Αυτό ήθελε και ο Φλεβάρης. Να ετοιμασθή ο Απρίλης, να στολισθή, να πάγη
να λάβη την θέσιν του και να εύρη επ' αυτής άλλον! θα επέστρεφε τότε
καταλυπημένος, κατεντροπιασμένος, θα εγίνετο ο περίγελως των άλλων
μηνών και αυτός θα εχαίρετο, θα εξεδικείτο. . . Ναι, ήτο πολύ
ευχάριστον τούτο, πολύ καλόν αλλά να δώση τας ημέρας του!. .
— Δεν 'μπορεί να γίνη αλληώς; εψιθύρισε μετά δειλίας και
αποθαρρύνσεως.
Ο Μάρτης εσκέφθη ολίγον.
— Αλληώς; δεν μπορεί αλληώς· χρειάζονται δυο ημέρες.
— 'Σ της δίνω· είπεν αποφασιστικώς ο Φλεβάρης.
— Μα της χειρότερες· με χαλάζι και βροχή.
— Ναι· με χαλάζι και βροχή.
Δ'
Ο Μάρτης εθριάμβευεν. Είχε τέλος δύο ημέρας, δύο ημερόνυκτα γεμάτα
χαλάζης και βροχής, τα μόνα κατάλληλα μέσα διά να εκδικηθή την γρηά
Γαλανήν. Πλήρης χαράς, πλήρης υπερηφανείας, ως άνθρωπος, όστις έχει τα
μέσα να επιβληθή και να κατασταθή σεβαστός εις τους άλλους, εξήλθε
θριαμβεύων του σπηλαίου.
Η χάλαζα εν τούτοις εξηκολούθει ραγδαία και αδιάκοπος· παχεία ως
κάρυον, έπιπτε κροτούσα επί των πόλεων και των χωρίων, επί των φυτειών
και των σπαρτών και των δένδρων, προ πάντων όμως πυκνή, πυκνοτάτη επί
του λόφου και της καλύβας της γρηά Γαλανής.
Εβράχη, ως και η γλώσσα της πτωχής μέχρις ου δυνηθή να βάλη εις το
μανδρί τα κατσίκια και τας κατσίκας της. Ότε δε ηθέλησε να καταφύγη εις
την καλύβαν της, εύρεν αυτήν αδύνατον να κρατήση τον φοβερόν εκείνον
όμβρον. Καταιμωδιασμένη, απηλπισμένη, κροτούσα τους οδόντας εκ του
ψύχους, έχουσα τον βόρβορον υπό τους πόδας της και την χάλαζαν άνω της
κεφαλής της, μη ευρίσκουσα αλλού προφύλαξιν, εισήλθεν υπό μικρόν
λέβητα, εντός του οποίου άλλοτε, κατά τας ευτυχείς ημέρας της, έβραζε
το γάλα των κατσικών, το οποίον μετεποίει εις τυρόν ή γιαγούρτι. Η
ανεψιά της έλειπε μετά της κουμπάρας της της Σμαράγδως, ώστε ηδύνατο
κάπως να οικονομηθή υπ' αυτό μέχρις ου παρέλθη εκείνο το κακό, η
κοσμοχαλασά.
Αλλ' η κοσμοχαλασά δεν παρήρχετο· ο όμβρος εγίνετο σφοδρότερος από
λεπτού εις λεπτόν. Και ούτω επέρασαν τα δύο ημερόνυκτα. Ότε δε ο
Απρίλης ήλθε και αποκατέστη η γαλήνη της φύσεως, η καλύβα και το μανδρί
της γρηάς είχον καταπλακωθή υπό παχύτατον στρώμα χαλάζης, επί του
οποίου μύρια πολύχροα πρίσματα εσχημάτιζον αι ακτίνες του ηλίου. . .
Ο Μάρτης ότε είδε τελειωμένην την εκδίκησίν του, περιχαρής και
θριαμβεύων εισήλθεν εις το σπήλαιον.
— Έλα, γέροντά μου· δος μου της 'μέρες μου 'πίσω' είπεν ο Φλεβάρης
μειδιών.
Ούτος παρετήρησεν αυτόν με άγριον βλέμμα προξενήσαν ρίγος εις τον
πτωχόν μήνα.
— Τι 'μέρες; είπε τραχέως· εκείναις είνε ημέρες της Γρηάς.
1886
ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ ΕΚ ΤΟΥ ΤΥΠΟΓΡΑΦΕΙΟΥ ΤΗΣ ΕΣΤΙΑΣ
1892 — 82