ωσεί καταδιωκόμενος. Ο τόσος αλλαλαγμός κ' αι φωναί των βλάχων επί τη
αναστάσει του Ιησού, τα φώτα και η χαρά εκείνη, η έξαλλος, έθλιβον την
καρδίαν του σφιγκτά σφιγκτά, ως να την είχε συλλάβει χειρ Βριάρεως. Ο
Δημήτρης, επειδή απεκηρύσσετο παρά των ανθρώπων και κατετρύχετο παρά
της εκκλησίας, ήρχισε σιγά σιγά ν' αναπτύσση και αυτός εν τη καρδία του
μίσος καθ' όλων. Εν τη αλλοφροσύνη και τη μηδαμινότητί του, εθλίβετο
ακόμη και διά την ανάστασιν του Ιησού, αφού αυτός ούτε ανάστασιν, όπως
όλοι οι χριστιανοί, ούτε θάνατον καλά καλά ήλπιζεν.
Ο Δημήτρης επλανήθη επί πολύ εις την ερημίαν, εν μέσω του σκότους της
νυκτός. Η αυγή εύρεν αυτόν επί τινος λόφου, πλησίον του ερημοκκλησίου
του αγίου Γεωργίου. Όπισθεν του ερημοκκλησίου, πλησίον του τοίχου του
ιερού βήματος είδε νεοσκαφή τάφον. Επί του τάφου ούτε όνομα εφαίνετο,
ούτε σταυρός, ούτε κυπάρισσος ή ιτέα, τ' αχώριστα σύμβολα του θανάτου·
μόνον μία κέραμος, ημιτεθραυσμένη και αυτή, ώριζε το μέρος όπου
ανεπαύετο η κεφαλή του νεκρού και παρ' αυτήν έκειντο απεσβεσμένοι
άνθρακες και λίβανος απηνθρακωμένος.
Ο Δημήτρης επλησίασε μετά δειλίας, φοβούμενος μήπως και ο νεκρός σηκωθή
και τον αποδιώξη, εγονυπέτησε κ' εφίλησε μετά κατανύξεως το χώμα του
τάφου.
— Ο Θεός σχωρέσει, αδερφέ εψιθύρισε.
Και ητένισε τον τάφον με βλέμμα τόσον τρυφερόν οποίον δεν έρριψε κανείς
άλλος άνθρωπος επί τάφου. Ο Δημήτρης εζήλευε πολύ τον άγνωστον εκείνον
ο οποίος τόρα ανεπαύετο εκεί, μακράν του κόσμου και των παθών του. Τα
δάκρυά του έπιπτον κατά θρομβία επί του χώματος και αυτός εσκέπτετο την
πλάνην και το μέγα άδικον της Εκκλησίας. Την αμάθειάν του εκάλυπτον τα
ίδια παθήματα, ο πόνος εκείνος ο μύχιος της καρδίας, και τον έκαμνον
αυτόν, ο οποίος άλλοτε δεν ετόλμα ουδέ να συλλογισθή τους νόμους της εκ
φόβου μήπως αμαρτήση, τόρα να την κρίνη και να την καταδικάζη. Είχε
φθάσει πλέον το μαχαίρι εις το κόκκαλο και δεν εφοβείτο τίποτε. Ο
κόσμος μεταξύ του οποίου ο άνθρωπος ζη, η γη εις την οποίαν θάπτεται
και ο ουρανός όπου η ψυχή επιστρέφει, απαλλαγείσα των δεσμών της είνε
τα μόνα καταφύγια του θνητού. Κ' εν τούτοις ο κόσμος και η γη και ο
ουρανός αποδιώκουν τον αφωρισμένον. Αειφυγία από παντού και άνευ
τέλους! Ο Δημήτρης, περιπλανώμενος Ιουδαίος της ζωής και του θανάτου,
δεν εύρισκε πουθενά θέσιν να σταθή. Είχεν αηδιάση την ζωήν και όμως
έτρεμε προ του θανάτου, ως παις προ μορμολυκείου.
Ο Δημήτρης έμεινεν εκεί επί πολύ σκεπτόμενος και κλαίων. Κατεφίλει κ'
έθλιβε το χώμα του τάφου, το έβρεχε με τα δάκρυά του κ' ψιθύριζε κάτι
ωσεί το παρεκάλει να δώση και εις αυτόν την ανάπαυσιν την οποίαν έδιδεν
εις τον νεκρόν.
Μετ' ολίγον τον κατεκυρίευσεν η δίψα και ηγέρθη διά να ζητήση νερό. Ήτο
τόσον εξησθενημένος ώστε δεν ηδύνατο να σταθή εις τους πόδας του.
Ησθάνετο βάρος εις την κεφαλήν, τα ώτα του εβόιζον φρικωδώς, οι
οφθαλμοί του ήσαν νωθροί και κάθυγροι εκ του πυρετού. Σιγά σιγά,
αργοβατών κατήλθε μετά πολλού κόπου εις το λαγκάδι του Μπάστα.
Το νερόν έτρεχε διαυγές και ήσυχον μέσω των πρασίνων φυλλωμάτων των
ιτεών και των ανθισμένων χαμοκλάδων¬ πλάτανοι υψηλοί και λεύκαι πλούσιαι
εις φύλλωμα και εις χάριν, έρριπτον την σκιάν των πέραν επί του
περιβολιού του αγίου Γεωργίου, καταφύτου εκ λεμονέων και χρυσομηλέων,
βαθυπρασίνων καρυδιών και συκών κιτρινοφύλλων ροδακινών και στενοφύλλων
αμυγδαλών. Η πλευρά του βουνού με την ρωμαλέαν φυτείαν της παρουσίαζεν
έν όλον γιγάντειον μωσαϊκόν ένεκεν του διαφόρου χρωματισμού των δένδρων
και των χαμοκλάδων της. Αι ξανθαί αγράμπελοι και οι κισσοί, με τα
πεντοβολούντα βοτρυοειδή άνθη των, ανερριχώντο επί των κλάδων,
σχηματίζουσαι τερπνά παραπετάσματα, κρεββάτια χαριτωμένα διά τας νύμφας
της κοιλάδος.
Προέκυπτον εδώ κ' εκεί τα μεγάλα κόκκινα άνθη των ροδοδαφνών, τα
χιονώδη της μυρτιάς και πλούσια τα φυλλώματα των κουμαριών. Εις τους
πόδας του βουνού λιθόκτιστος βρύσις έχυνε προς τα έξω διά μικράς
μαρμαρίνης λεκάνης νερό ψυχρόν και διαυγές απ' ολίγον μακράν ήρχετο βοή
αδιάκοπος, ο ρόχθος του Βρόντου, μικρού καταρράκτου, χυνομένου διά
πλακοστρώτου κοίτης εις το λαγκάδι του Μπάστα. Επί των απέναντι χαμηλών
λοφίσκων έβοσκον κατεσπαρμένα πρόβατα και αίγες υπό την επίβλεψιν των
μικρών βοσκών και των σκύλων των. Προς δυσμάς, εις την είσοδον της
κοιλάδος, εφαίνοντο κυματοειδείς τινες λοφίσκοι εκ κοκκινοχώματος και
κάτω, αλληλοδιαδόχως, η βαθυπράσινος πεδιάς με τας ευφόρους
σταφιδοφυτείας και τους λευκούς οικίσκους των, το Ιόνιον Πέλαγος με τα
γαλανά νερά του και εις το βάθος εν σκιαυγεία ο Αίνος της Κεφάλληνίας,
πελώριος.
Ότε ο Δημήτρης έφθασεν εκεί, ο ήλιος είχεν υψωθή αρκετά ώστε να
στεγνώση την πάχνην της νυκτός και ν' αφήση τα άνθη και τα φυτά να
χύσουν ελεύθερα το άρωμά των. Αι αηδόνες, οι κόσσυφοι, όλα τα πουλάκια
της λαγκαδιάς, έψαλλον εν αμίλλη ευτυχισμένα· η χλιαρότης εκείνη εμέθυε
και τα ζωύφια ακόμη και ήρχετο από παντού πέριξ βόμβος γλυκύς και
αόριστος. Αλλ' ο Δημήτρης εκ του κόπου, τον οποίον κατέβαλε
κατερχόμενος το κατωφερές μονοπάτι του λόφου, κατέπεσεν εξηντλημένος
εις μίαν λόχμην ροδοδάφνης, πριν ακόμη κατορθώση να φθάση εις την
βρύσιν. Επροσπάθησε να συρθή με τα γόνατα έως εκεί, να πίη ολίγο νερό
να δροσισθή αλλά δεν ηδύνατο καλά καλά ουδέ τον βραχίονα να σηκώση.
Την στιγμήν εκείνην ηκούσθησαν βήματα βαρέα, ωσεί τύπτοντα μετά πάθους
την γην κ' εφάνη νεαρός βλάχος, διερχόμενος την αντίπεραν της
λαγκαδιάς πλευράν, νωθρώς, εν αφροντισία βηματίζων και τραγωδών:
Μια βλαχοπούλα έπλενε,
σε βρύσι μαρμαρένια·
είχε τον κόπανο χρυσό,
Μαλαματένια πλάκα!. . .
Ο βλάχος ετραγώδει με όλον τα πάθος και την δύναμιν εκείνην, την
δίδουσαν ζωήν εις τας απλάς λέξεις και ηλεκτρίζουσαν τας ψυχάς. Έχων
ολίγον υψωμένην την κεφαλήν, επρόφερε κατ' αρχάς σιγά και ηπίως τας
λέξεις και όταν έφθανεν εις το γύρισμα, επέτεινε την φωνήν του εις
υψηλόν και γλυκύν τρεμουλιαστόν τόνον, αμιλλώμενον προς την φωνήν του
αηδονιού. Ούτω επροχώρει εις την λαγκαδιάν, άλλοτε εξαφανιζόμενος εις
τας συστάδας των δένδρων και άλλοτε αναφαινόμενος υψηλά, κατά τα
κλώσματα του μονοπατιού, κ' εξακολουθών πάντοτε το τραγούδι του ευθύμως
:
Κι' από τη φόρτσα την πολλή
Κι' από τη δύναμί της·
Της ετσακίσθ' ο κόπανος
Της ερραγίσθ' η πλάκα!. .
Κ' εφ' όσον απεμακρύνετο ο βλάχος, το τραγούδι ήχει εις την λαγκαδιά,
γλυκύτερον και περιπαθές όσον η ποίησις και η αφέλειά του. Ο Δημήτρης,
ο οποίος ήλπισεν επί στιγμήν ότι ο βλάχος θα διήρχετο πλησίον του και
θα τον εβοήθει, ήδη ότε τον ήκουεν απομακρυνόμενον, κατέπεσεν εις
εντελή απελπισίαν.
— Εδώ θα χαθώ! εψιθύριζεν από καιρού εις καιρόν μετά πικρίας.
Μετ' ολίγον ηκούσθησαν άλλα βήματα ξένος ιππεύς ήρχετο εις το λαγκάδι
διά να ποτίση τον ίππον του. Εφόρει μαύρο σκουφάκι εις την κεφαλήν,
μεϊντανογέλεκα από λευκό σαγάκι, κεντημένα με μαύρα σειρήτια,
υποκάμισον με χειρίδας ανοικτάς, κοντήν και λερήν φουστανέλλαν, και
τσαρούχια εις τους πόδας. Από του σελαχίου του προέκυπτον κοκκαλίνη
λαβή μαχαίρας και ολίγον το κοντάκι πιστολιού. Εις την χείρα εκράτει
την μπατίναν του, ράβδον μακράν, εις το κάτω μέρος φέρουσαν κεφαλήν
χονδράν, διά της οποίας καταβάλλουν τους ταύρους. Το ύφος του ήτο γλυκύ
και συμπαθές οι οφθαλμοί του γοργοί και ευκίνητοι τα χείλη του πάντοτε
χαμογελώντα. Ο ζωέμπορος είχεν υπάγει από της προτεραίας να ίδη το
λειβάδι του αγίου Γεωργίου, το οποίον εσκέπτετο να ενοικιάση διά την
βοσκήν. Ήδη δε ήρχετο να ποτίση τον ίππον του και να κατευθυνθή εις
Ανδραβίδα, όπου τον ανέμενον οι σύντροφοί του.
Αλλ' ο ίππος δεν ήθελε να πλησιάση εις το νερόν. Ήνοιγε τους οφθαλμούς,
ανώρθου την χαίτην του, εκαμάρωνε την κεφαλήν, εφρύμαζε στρεφόμενος εδώ
κ' εκεί κ' ετριπόδιζεν ωσεί διακρίνων κάτι μέσω των φυλλωμάτων και
θέλων να υποχωρήση. Ο ιππεύς επέμενε, τον εκέντα διά των πτερνιστήρων,
τον εκτύπα διά της μπατίνας, αλλ' ουδέν κατώρθου κ' ήτο έτοιμος να
υποχωρήση φοβισμένος και αυτός. Διότι εσυλλογίσθη ότι ήτο μεσημέρι και
αυτήν την ώραν εις τοιούτους τόπους δεν είνε ακίνδυνον να συχνάζη
κανείς. Όλα τα εξωτικά της λαγκαδιάς θα εκοιμώντο τόρα εκεί και βεβαίως
δεν θα επέτρεπον εις κανένα να τα ενοχλήση. Και ο ίππος με την
εξαιρετικήν οξυδέρκειαν την οποίαν έχουν τα ζώα, θα τα έβλεπε τόρα αυτά
και ήθελε να οπισθοχωρήση.
Ο ζωέμπορος εσταυροκοπήθη δις και τρις ψιθυρίζων μέσα του προσευχήν κ'
έστρεψε τον ίππον να φύγη ησύχως. Αίφνης όμως ήκουσε γογγυσμόν και
φωνήν ανθρωπίνην, ερχομένην ασθενώς μέσ' από τα φυλλώματα και ζητούσαν
βοήθειαν. Εστάθη τότε, επέζευσε, αφήκε τον ίππον του κ' επροχώρησε προς
το μέρος οπόθεν ήρχετο η φωνή, πάντοτε μετά προφυλάξεως, διότι δεν
ελησμόνει ούτος ότι τα εξωτικά πολλάκις διά τοιούτων προσποιήσεων
φέρουν πλησίον των τους διαβάτας. Εύρε δ' εκεί τον Δημήτρην
κατακείμενον εν μέσω της λόχμης, κατακόκκινον, με ημικλείστους
οφθαλμούς.
— Πατριώτη, ρε πατριώτη! είπε, λακτίζων αυτόν ελαφρώς.
— Νερό, λίγο νερό! εψιθύρισεν ο Δημήτρης ασθενώς.
Ο ζωέμπορος έλαβε μικρόν κασσιτέρινον τάσι, ανηρτημένον αριστερά του
σελαχίου του και το εγέμισεν από την βρύσιν. Ο Δημήτρης ανεσηκώθη
ολίγον, έλαβε τα τάσι μετά σπουδής και τα εκένωσεν απνευστί.
— Τη δροσιά του νάχης εψιθύρισε.
Και ημιανοίγων τους οφθαλμούς ητένισεν ευγνωμόνως τον Νίκαν. Αλλ'
ωχρότης επεχύθη επί του προσώπου του, οι οδόντες του ήρχισαν να
συγκρούονται και το τάσι έπεσε των χειρών του. Ο Δημήτρης ανεγνώρισεν
ευθύς τον ζωέμπορον, τον κύριον των τριακοσίων δραχμών και αίτιον όλων
των δυστυχιών του. Τα παθήματά του μετ' αστραπιαίας ταχύτητος, το έν
μετά το άλλο, ήλθον όλα και παρεστάθησαν προ της φαντασίας του με όλην
την φοβεράν όψιν των.
— Ωχ, λυπήσου με! είπε φρικιών υπό το βλέμμα του ζωεμπόρου· σώνει πια,
λυπήσου με!. .
— Τι θέλεις; ηρώτησεν ούτος, νομίσας ότι ο άρρωστος παρεμίλει εκ του
πυρετού.
— Σώσε με, λύσε με από τον αφορεσμό!. . . Τα χρήματά σου, εγώ τα βρήκα
τα χρήματά σου. . .
— Εσύ 'σαι ο Νουλάς!
— Εγώ — ναί.
Και ο Δημήτρης διηγήθη εις τον ζωέμπορον πώς έτυχε ν' ανεύρη τα χρήματά
του και πώς τα διέθεσε. Τρέμων όλος, με δάκρυα πύρινα εις τους
οφθαλμούς, ήρχισε να διηγήται έν προς έν τα παθήματά του, αφ' ης ημέρας
το επιτίμιον ανεγνώσθη εις την κωμόπολιν, την περιφρόνησιν των
συγχωρικών του, τους πικρούς και καυστικούς λόγους των, τα μειδιάματά
των, τα πλήρη αναιδούς σαρκασμού, τα βλέμματά των τα σουβλερά· να λέγη
την πτωχείαν και αθλιότητα του, την παίδευσιν του σώματος και την
ακοίμητον βάσανον της ψυχής επί τόσας ημέρας!. . .
— Λύσε με από τον αφορεσμό· εξηκολούθησε υψόνων προς τον ζωέμπορον
ικέτιδας χείρας· σώσε με από την παίδεψι!. . .να πώς κατάντησα· συχώρα
με κι' ο Θεός σχωρέσοι!. . .
Ο ζωέμπορος ήκουεν έκπληκτος και μετά συντριβής τον Δημήτρην. Ήρχισε να
ελέγχη εαυτόν, διότι διά τόσον μικρόν πράγμα εξέδωσεν επιτίμιον το
οποίον κατέστρεψε τελείως ένα τίμιον και αξιόλογον εργάτην. Ιδού ότι η
τύχη τον είχεν ευνοήσει τόσον πολύ ώστε από ενός έτους, ότε έχασε τας
τριακοσίας δραχμάς, αι επιχειρήσεις του προώδευον καταπληκτικώς, η
περιουσία του ηύξησε. Τι ήσαν δι'αυτόν τόρα τριακόσιαι δραχμαί!
— Συχωρεμένος να ήσαι, αδερφέ συχωρεμένος να ήσαι!. . . ανέκραξε μετά
θέρμης ο ζωέμπορος, εναγκαλιζόμενος τον Δημήτρην με δάκρυα εις τους
οφθαλμούς· δεν φταίω εγώ. . . μη μου κακοψυχάς!. . .
— Όχι, δεν φταις· λύσε με από τον αφορεσμό!
— Ναι, θα σε λύσω.
Και ο ζωέμπορος είπεν εις τον Δημήτρην ότι τόρα αμέσως θα επήγαινεν εις
Λεχαινά και θα εφρόντιζε δι' όλων των μέσων ν' ανακληθή το επιτίμιόν
του
— Αλήθεια; ηρώτησεν ο Δημήτρης, κάπως δυσπίστως.
— 'Σ το Χριστό που πιστεύομε· είπεν ο ζωέμπορος μετά πειστικότητος.
— Και θα διαβασθή το συχώριο 'ς τα χωριό;
— Ναι· αν θες πάμε μαζί ως εκεί.
— Όχι, δεν μπορώ.
Και ο Δημήτρης, επανέπεσεν εξηντλημένος επί της χλοεράς στρωμνής του.
Το βλέμμα, του εστράφη πέριξ εις την χλοάζουσαν φύσιν, εις τον
καταγάλανον ουρανόν, εις τα υψηλά δένδρα τα σειόμενα υπό του ανέμου
ησύχως· το ους του επρόσεξεν εις τον βόμβον εκείνον, τον μαλακόν και
εις το συνεχές λάλημα των πουλιών και ο Δημήτρης εδάκρυσεν, επιθυμήσας
την ζωήν και τα καλά της ενθέρμως.
— Πάμε, αδερφέ· σε βάνω 'ς τ' άλογό μου· είπεν ο ζωέμπορος.
Και διά συριγμού εκάλεσε τον ίππον του. Ο Τσίλιας εις τον συριγμόν του
κυρίου του προσήλθεν, αργά αργά, καμαρόνων ως να έφερε καμμίαν νύμφην
επάνω του.
— Γονάτισε· είπεν ο ζωέμπορος, συνοδεύων τον λόγον του μ' εμφαντικόν
νεύμα.
Ο Τσίλιας έκλινεν ευθύς προς την γην, πρώτον τα εμπροσθινά γόνατα κ'
έπειτα τα οπισθινά. Ο ζωέμπορος έκυψε να λάβη τον Δημήτρην εις τας
αγκάλας και τον θέση επί του ίππου· αλλά την ιδίαν στιγμήν σπασμός
ισχυρός εκλόνησε το σώμα του αρρώστου και τον αφήκε νεκρόν.
Ο Δημήτρης Νουλάς εξεψύχησεν αφού συνεφιλιώθη με τον τάφον.
1888
Ν Ε Ο Ι Θ Ε Ο Ι
— Μπρε το διάτανο τ' έπιασε κ' έκαμε!. . .
Ούτε η σύλληψις του Καγκάλου, τον οποίον ισχυρόν απόσπασμα χωροφυλάκων
έφερε σιδηροδέσμιον, ούτε η πανήγυρις την οποίαν ήγον σήμερον, Δευτέραν
της Λαμπρής, συνεκίνει τους κατοίκους της Βουνιχώρας. Τα από πενταετίας
κατορθώματα του διασήμου ληστού της Δωρίδος, το άγριον κ' επιβάλλον
ήθος του, άντικρυς αντίθετον προς το νανώδες ανάστημά του, η παρά την
Γερομαστήν προ τίνος καιρού ευτυχής αντίστασίς του, μόνου εναντίον
λόχου όλου στρατιωτών και πολιτών, δεν εγαλβάνιζον όπως άλλοτε τους
πολεμοχαρείς χωρικούς. Ολόκληρος της φαντασίας των η ορμή ανεκόπτετο
ήδη προ του ενωμοτάρχου, του οδηγούντος το στρατιωτικόν απόσπασμα και
προ του όπλου, με το οποίον ήσαν εφωδιασμένοι οι άνδρες του και αυτός.
Κ' ενώ επί του αλωνίου του Κοκκινοχώματος οι Αραχωβίται γύφτοι
προσεπάθουν με τους βαρείς ήχους του τυμπάνου και τας γαργαλιστικάς
φωνάς ζεύγους αυλών να διεγείρουν τας ψυχάς, κ' οι λυγερές
χειροκρατούμεναι εκάλουν μ' ελκυστικόν χαμόγελο τους νέους ν' ανοίξουν
τον χορόν, ούτοι ολίγον παρεκεί, συνωθούμενοι πέριξ του ενωμοτάρχου,
προσέβλεπον περίεργοι το όπλον, το οποίον ούτος εκολακεύετο να
επιδεικνύη εις αυτούς, και από καιρού εις καιρόν επιφώνημα εξέφευγε των
χειλέων του:
— Μπρε το διάτανο τ' έπιασε κ' έκαμε!. .
Από ενός και πλέον έτους αόριστοι φήμαι εφέροντο κ' εν Βουνιχώρα περί
του νέου όπλου. Τινές καταβάντες δι' υποθέσεις των μέχρι Γαλαξειδίου
είτε μέχρι Σαλώνων, μετέδωκαν εις τους συμπατριώτας των το σχήμα, τας
κινήσεις και τας ενεργείας του, όπως τα ήκουον εξωγκωμένα πάντοτε καθώς
ήκουον παραμορφωμένον και τ' όνομα του Γάλλου εφευρέτου. Έμαθον ότι ο
στρατός όλος, παραιτήσας πλέον τας βαρείας καραμπίνας του Μινιέ,
εφωδιάσθη δι' αυτού, κατασταθείς μάλλον αξιομάχητος. Από τους ιδίους
ληστάς, οσάκις εξένιζον αυτούς εις το χωρίον των είτε εις τα
ποιμνιοστάσιά των, ήκουον οι χωρικοί την θραύσιν την οποίαν επέφερε
τούτο εις τας τάξεις των· πώς εκαλύπτοντο αίφνης από χάλαζαν σφαιρών
πριν ακόμη προφθάσουν ούτοι να γεμίσουν τα ιδικά των. Έβλεπον τας
χαινούσας πληγάς τας οποίας εις αυτούς επροξένουν τα βλήματά του και
κατενόουν την μεγάλην αξίαν του όπλου από την αγανάκτησιν και τας
ύβρεις, όσας εξετόξευον κατά του πτωχού εφευρέτου. Και πολλάκις τη
εξάψει της λατρείας των προς την λεβεντιάν, έψαλλον μετά μεγίστου πόνου
το τραγούδι του Κουρκούμπα, το οποίον φέρει αυτόν και τον σύντροφόν του
εις το λημέρι κατά το βράδυ βράδυ, όχι πλέον σκεπτομένους αγώνας και
θριάμβους, αλλά κλαίοντας τα ντέρτια τους και τα παράπονά τους:
τείν' το κακό που πάθανε τόρα 'ς τα εβδομήντα
που βγήκαν τα βελονωτά, του Σασεπώ τα όπλα. . .
Όμως τ' ωμολόγουν ήδη οι χωρικοί, το εξέφραζον διά των εκπλήκτων
βλεμμάτων των, ότι ουδέποτε ήλπιζον αυτό τόσον τέλειον όπως το έβλεπον,
όπως ήκουον παρ' αυτού του ενωμοτάρχου:
— Να, έβαλες το φυσίγγιο κ' ετέλειωσε το παστόψαρο. . . ένας χρόνος
εις δύο κινήσεις. . . ένα πατατράκ κ' εχάθηκε το λεφούσι!
Ο ενωμοτάρχης Παπαθεοδωρακόπουλος, υψηλός κ' ευλύγιστος λεβέντης, τον
οποίον η έξοχος ανδρεία, η ακούραστος ενεργητικότης κ' αι διαβολικαί
επίνοιαι, όσας ανέπτυσσε προς καταδίωξιν των ληστών, διέδοσαν εις όλην
την Ρούμελην και περιέβαλλον με ποιητικήν τινα αίγλην το πεζότατον
όνομά του, επεδείκνυε προθύμως τον χειρισμόν του όπλου, έδιδε την
επιστημονικήν του ονομασίαν εις ένα έκαστον των καταρτισμάτων, ωμίλει
περί κοχλιού και υποφυλακτήρος, περί στοχάστρου και σκοπευτικής
γραμμής, περί τροχιών και βλημάτων. Οι χωρικοί ολίγοι το κατ' αρχάς,
ακούοντες τας στομφώδεις φωνάς του, ήρχοντο ήδη πυκνότεροι από του
χοροστασίου. Οι γέροντες οι οποίοι εδώ κ' εκεί επί των υψωμάτων
ηπλωμένοι, εκλελυμένον και άτονον έχοντες το σώμα από του θάλποντος
ηλιακού φωτός, παρηκολούθουν με βλέμμα ρεμβώδες την προ αυτών
αναβράζουσαν και λαλούσαν νεότητα· οι μεσόκοποι, όσοι σταυροπόδι
καθήμενοι κύκλω, αντήλλασσον διαδοχικώς κρίσεις περί του χορού κ'
ελπίδας περί των ισχνών γεννημάτων των· τα παλληκάρια τα οποία όρθια
πέριξ, έβλεπον εν ηδονική μέθη την πολύχρωμον εκείνην άλυσιν των
χορευουσών με τας απλοϊκός εσθήτας, την αφελή κόμμωση, τ' ανδρώδη
αναστήματα και τας ζωηράς μελαχρινάς μορφάς, όλοι έσπευδον κ'
περικύκλωναν αυτόν εν σιγή. Και ο ενωμοτάρχης μέσω αυτών, σπασμωδικώς
κινών την χείρα επί του όπλου, από της άκρας του κοντακίου εις την
άκραν της κάννης, από του κινητού ουραίου εις τον ξυστόν, εις το
κλισιοσκόπιον, εις τα ψέλλια, εξερεύγων ελευθεροστόμως και ακρατήτως
τας φράσεις του, με μίαν παρρησίαν κάπως χαιρέκακον, μ' έκφρασιν
θριάμβου επί της ηλιοκαούς μορφής του, με τον νευρικόν τρόμον εφ' όλου
του σώματός του, ωμοίαζε προς κήρυκα αγωνιζόμενον να καθιδρύση νέους
θεούς εις την συνείδησιν των αξέστων ακροατών του. Ούτοι δε σιγά σιγά,
βεβαρυμένην έχοντες την κεφαλήν από τας νέας λέξεις τας οποίας ήκουον,
τας νέας ονομασίας τας οποίας διά πρώτην φοράν εμάνθανον, ησθάνοντο
μίαν κούρασιν εν τη συνειδήσει διά τα νέα διδάγματα, κενότητα τινα
καταπιεστικήν εν τη καρδία διά τας παλαιάς ιδέας και πεποιθήσεις από
τας οποίας αποτόμως απεσπώντο τόρα, ώστε παρηκολούθουν τους λόγους και
τας κινήσεις του σχεδόν ασυνειδήτως, με ημιχάσκον στόμα δίκην
κωφαλάλων. Οι νεώτεροι διηγκωνίζοντο διαμφισβητούντες την θέσιν
πλησίον του ενωμοτάρχου, μ' εκείνην την ροπήν την οποίαν αισθάνεται εκ
φύσεως η νεότης προς παν τον νεοφανές. Έκλινον την κεφαλήν άλλος εδώ,
άλλος εκεί· άλλος έκυπτε κάτω, άλλος υψούτο επί των ονύχων των ποδών
ίνα το ίδουν απ' όλα τα μέρη το όπλον και απετόλμων κάποτε να τείνουν
την χείρα ίνα το ψαύσουν, απαλ' απαλά μόλις, μετά δειλής προφυλάξεως,
ως να ήτο αφρός κ' εφοβούντο μη διαλυθή άμα τη επαφή. Αν δ' η αναπνοή
των άφινε νέφος αχνού επί της κάννης ή ο άνεμος έφερε κάρφος τι επ'
αυτού, όλοι έσπευδον, άλλος διά της άκρας της φουστανέλλας και άλλος
διά της χειρίδος του υποκαμίσου, να το απαλείψουν, κολακευόμενοι. Και
ητένιζον τον ενωμοτάρχην με την έκφρασιν του προσώπου εναλλάσσουσαν
πάντοτε, εις εκάστην νέαν εξήγησίν του, και ηκολούθουν τας κινήσεις της
χειρός του θαμβωμένοι, ως να κατηχούντο εις τα μυστήρια της
Σολομωνικής. Και οπόταν ούτος έστρεφε προς αυτούς, θέλων να κάμη
ευληπτοτέρας τας λέξεις του, τον περιέβαλλον με βλέμμα πλήρες
θρησκευτικού σεβασμού, ως να ήτο ο ίδιος εφευρέτης κ' εθαύμαζον την
γονιμότητα του πνεύματός του, μετά τινος ζηλοτύπου μερίμνης διότι ήτο
κύριος τοιούτου πράγματος!. . Και μικρόν κατά μικρόν αι φυσιογνωμίαι
των χωρικών όλων εχωρίσθησαν εις τόσους καθρέπτας των ψυχικών
εντυπώσεων εκάστου. Αι παρειαί των γερόντων εκρέμαντο πλαδαραί και
άχρωμοι ως εν τελεία αποθαρρύνσει· οι μεσόκοποι με την κεφαλήν
ημικύπτουσαν και τους οφθαλμούς ατόνως εις εν σημείον προσηλωμένους,
εφαίνοντο εγκαρτερούντες εις το παρόν, και οι νέοι με τας γραμμάς
εκείνας, τας καθέτους επί του στόματος και το βλέμμα εν κλαυθμώ, ωσεί
μη τολμώντες να ελπίσουν ότι θ' απέκτων ποτέ και αυτοί τοιούτον όπλον,
αν και ο νους των ειργάζετο αποφασιστικώς προς εξεύρεσιν των μέσων. . .
Κ' εν τω μεταξύ ο ενωμοτάρχης, βλέπων την εντύπωσιν την οποίαν έκαμνεν
εις τους ακροατάς του, επεσώρευε μετά μεγαλειτέρας εμφάσεως
εξευτελιστικάς ύβρεις κατά των ληστών και άπειρα πλεονεκτήματα εις το
όπλον του:
— Παλληκάρια λέει; από 'δώ κ' εδώ θα ιδούν τη μοίρα τους!. . Μωρέ με
τέτοιο όπλο δεν φοβούμαι ούτε το Θεό!. .
— Πούθεν είσαι, καλόπαιδο, δε μου λες; Διέκοψεν αίφνης φωνή
υπερτρέμουσα τον ενωμοτάρχην.
Συγχρόνως οι χωρικοί ήνοιξαν δίοδον και προσήλθεν υψηλόσωμος γέρων,
υπερεκατοντούτης, μ' εξημμένην κάπως την αρρενωπήν μορφήν, αναμετρών
από κεφαλής μέχρι ποδών αυτόν. Ο Παπαθεοδωρακόπουλος εζαλίσθη διά την
ερώτησιν αυτήν του γέροντος, εις το απότομον και τον τόνον της οποίας
εύρισκε κάποιον δισταγμόν διά την καταγωγήν του, διά τους λόγους του,
διά την πατρίδα του, δι' όλα.
— Απ' τον κάμπο της Γαστούνης· εψιθύρισε τέλος.
— Ντόπιος ή ερχάμενος;
— Ντόπιος. . .
— Μπρε!. .
Και ο γέρων εξέφραζε διά του επιφωνήματός του αυτού όλας τας απορίας
όσαι εγεννήθησαν εις την ψυχήν του αφ' ης ώρας ήκουσε τον ενωμοτάρχην
ομιλούντα.
Ο γέρων Χειμάρρας ήτο εκ των ανδρών εκείνων οι οποίοι διήλθον τα έτη
της νεότητός των εις εποχήν καθ' ην η πραγματικότης έφθανε μέχρι του
ανεφίκτου ιδανικού· καθ' ην έζη τις δι' ένα έπαινον και απέθνησκε δι'
ένα τραγούδι. . . Ήτο δεκαέξ μόλις ετών ότε ηκολούθησεν ως ψυχογιός τον
Αλέξη Καλόγηρον, τον αρματωλόν του Χρισσού. Μετά την δολοφονίαν τούτου,
του Ηλία Βιδαβιώτη και του Βερελή Θανάση εν τω σεραγίω των Σαλώνων υπό
του Μουσταφά αγά, ο Χειμάρρας κατετάχθη εις τον ταϊφάν του εντοπίου
αρματωλού Πανουργιά όπου ησκήθη εις τα όπλα μέχρι της επαναστάσεως.
Κατ' αυτήν δε διέπρεψεν εις πολλάς μάχας, εις την Ρούμελην και τον
Μωρηάν, είτε ως ακόλουθος είτε ως μισθοφόρος.
Μετά την παύσιν του πολέμου ο Χειμάρρας απεσύρθη εις το ορεινόν χωρίον
του, την κοιτίδα αυτήν του αρματωλισμού, όπου ο Βρυκόλακας, Έξαρχος
Παρνασσίδος, συνεκρότει άλλοτε τας συνόδους του και ο Ανδρίτσος
εξεχείμαζεν αμέριμνος μετά του Βλαχοθανάση. Εκεί αποκλεισμένος, μετά
ομηλίκων επουλούντων ακόμη τας πληγάς του Αγώνος και προθύμων ν'
αρχίσωσι νέους, μετά νεαρών παλληκαρίων, ανατραφέντων μέσω του κρότου
των ιλαχών και ψαλλόντων τους ηρωικούς άθλους των, διήγε τας ημέρας του
με το παρελθόν προ των οφθαλμών του πάντοτε.
Αι ιδέαι της νεωτέρας ζωής, τα χλιαρά αισθήματα, οι νανώδεις πόθοι, οι
γαλουχούντες και διέποντες ήδη τας νεωτέρας κοινωνίας, δεν έφθανον
μέχρι του ορεινού χωρίου, όπου αι αρματωλικαί παραδόσεις κ' αι
πολεμικαί όψεις των γερόντων ήγειρον απροσπέλαστον τείχος. Διό ο γέρων
Χειμάρρας ως ακράτητος θαυμαστής της ανδρείας, εζήλευε τον ενωμοτάρχην,
τον οποίον η περί τα τοιαύτα ζωηρά φαντασία των χωρικών παρίστανε ως
μυθικόν ήρωα. Και μόλις έμαθεν ότι ούτος, άγων εις Σάλωνα τον Κάγκαλον,
κατέλυσε να διανυκτερεύση εις Βουνιχώραν, έσπευσεν εκ των πρώτων να ίδη
και θαυμάση αυτόν.
Αλλ' ευθύς άμα επλησίασεν, όλος εκείνος ο θαυμασμός του κατέπεσεν. Α!
οι άνδρες της εποχής του ποτέ δεν κατεφρόνουν τους εχθρούς των. Οι
πολεμικοί άνδρες ποτέ δεν κατακρίνουν τους αντιπάλους των, αλλ'
απεναντίας υψώνουν αυτούς διά να υψωθούν ούτοι ακόμη περισσότερον εάν
τους νικήσουν. Τούτο ήξευρεν ο γέρων ότι έκαμεν άλλοτε ο Κατσαντώνης
περί του Βελή Γκέκα και τόσοι άλλοι! Ενώ αυτός ο υψηλός παλληκαράς, από
μιας ήδη ώρας δεν έκαμνεν άλλο παρά να κατακρίνη, να χλευάζη μάλλον
τους ληστάς, τους οποίους ο Χειμάρρας εγνώριζε πολύ καλά κ εύρισκε κατά
πολλά αξίους διαδόχους των προ της επαναστάσεως κλεφτών, τους οποίους
υμνεί ακόμη ο λαός και απαθανατίζει η παράδοσις. Είνε αληθές ότι ήσαν
τινες μεταξύ αυτών κακοί, σκληρόψυχοι όπως έλεγεν ο ενωμοτάρχης, αλλ'
οι περισσότεροι ήσαν παλληκάρια και απ' αυτήν την ακράτητον προς τον
παλληκαρισμόν τάσιν έγειναν τοιούτοι. . . Ας κατεδίωκεν, ας εφόνευεν,
ας εξώντωνεν αυτούς ο ενωμοτάρχης· όχι όμως και να τους υβρίζη!. .
Έπειτ' αυτή η έπαρσις με την οποίαν ωμίλει περί του όπλου του, έκαμνε
τον γέροντα να χάνη πάσαν ιδέαν περί της ανδρείας του
Παπαθεοδωρακοπούλου. Βέβαια· διά να έχη τόσον εγωισμόν διά τα
πλεονεκτήματά του όπλου θα ειπή ότι με αυτό έτρεφεν όλας τας ελπίδας
του, εις αυτό εστήριζεν όλην την ανδρείαν και την φήμην του. . . Κ' ενώ
τον ήκουεν ούτω ομιλούντα ο γέρων ήρχισε να αισθάνεται αηδίαν και να
τον παρομοιάζη προς κανένα τενεκέν της νεωτέρας κοινωνίας — πάντοτε της
νεωτέρας, διότι εις την ιδικήν του δεν υπήρχον τενεκέδες — ο οποίος
λαμβάνει γυναίκα με τ' όνομα και την περιουσίαν της οποίας να
παρουσιάζεται αυτός εις τον κόσμον!. . . Κ' έλεγεν ο ενωμοτάρχης ότι με
τοιούτον όπλον δεν εφοβείτο ούτε τον Θεόν. Βεβαια, πάντοτε με το
όπλον!. .