— Εγώ, παιδί μου, είπεν ο Δημήτρης συγκεκινημένος.
Ο εργάτης εξ αρχής είχεν αναγνωρίσει το μέρος όπου η τύχη τον έφερεν.
Αλλά φοβούμενος μήπως πάθη και παρά των βλάχων ό,τι παρά των συγχωρικών
του, ηθέλησε να κρυβή και θα έφευγεν, αν ήτο δυνατόν, πριν περικυκλωθεί
από τους σκύλους. Ιδών όμως την χαράν με την οποίαν ο Νάσος τον
υπεδέχετο, εσκέφθη ότι ούτος ή δεν ήξευρε τίποτε ή συνεπάθει εις την
δυστυχίαν του. Ήτο τόσον κατακουρασμένος ώστε αν και του εφαίνετο
δυσάρεστος εκείνη η συνάντησις, κατά βάθος όμως την επεθύμει και
ηκολούθησε τον βλάχον εις την καλύβαν προθύμως.
— Μπήλιω!. . . ε, Μπήλιω! εφώναξεν ο Νάσος περιχαρής, μόλις
επλησίασαν.
— Έι- ου!. . .
— Ο παπούς, έβγα, να διής τον παπού!. . .
Η Μπήλιω, φορούσα στενόν εκ ριγωτού αλατζά φουστάνι, τραγίνην
γκιούρντα, φακιόλι εκ κίτρινου ανοικτού χρώματος εις την κεφαλήν,
κάλτσες κεντιστές εκ κοκκίνου και μαύρου μαλλιού και χονδρά πλατέα
πασουμάκια εις τους πόδας, εξήλθε του μανδρίου ευθύς, κρατούσα εν τη
δεξιά υψηλήν, δύο και ήμισυ μέτρων, αγκλίτσαν.
— Καλώς τα κάνετε· είπεν ο Δημήτρης, συνηθισμένος εις την βλαχικήν
προφοράν.
— Καλώς ορίστε, παπού· σαν το κρύο νερό· είπε χαμογελώσα η Μπήλιω και
φιλούσα την χείρα του.
Η Μπήλιω ήτο ωραία βλάχα, μετρίου αναστήματος, εύρωστος και υγιής, με
πρόσωπον στρογγύλον, οφθαλμούς αμυγδαλωτούς, καλυπτομένους υπό μακρών
μαύρων βλεφαρίδων· την όψιν της είχε ροδοκοκκινίση, ως ερίφιον
αργοψημένον ο ήλιος εις τον οποίον ήτο καθημερινώς εκτεθειμένη είτε
βόσκουσα τα πρόβατα εις το λειβάδι είτε πλύνουσα εις το λαγκάδι τα
ενδύματα. Ήτο προ πάντων καλή οικοκυρά, φημισμένη καθ' όλην την
περιφέρειαν εκείνην των βλάχων και εις αυτά τα πέριξ χωρία.
Μετ' ολίγον ετελείωσε το άμελγμα των προβάτων και οι βοσκοί έφερον
πλησίον της πυράς μεγάλους λέβητας και καρδάρας πλήρεις γάλακτος,
επαφρίζοντος και ψοφούντος, ως ο αφρός σόδας. Έπειτα οι βλάχοι ήρχοντο
ο ένας μετά τον άλλον και εκαλημέριζον τον Δημήτρην μετά τόσης αφελείας
και προσηνείας ώστε τον έκαμνον να συγκινήται. Ο Νάσος έφερε και
παρέθεσε προ αυτού μεγάλην καρδάραν και τον παρεκίνει να ροφήση τον
αφρόν.
— Πιε, παπού, να ζεσταθής· είπε και η Μπήλιω, δίδουσα εις αυτόν
ξύλινον κοχλιάριον με διαφόρους γλυφάς.
Ο Δημήτρης, καταβεβλημένος εκ του κόπου και του ψύχους, ήρχισε να ροφά
μετά μεγάλης ευχαριστήσεως τον θερμόν και χιονώδη αφρόν του γάλακτος.
Ολίγον κατ' ολίγον αισθανόμενος την ήρεμον και γλυκείαν περί αυτόν
φύσιν, την χαράν και την αγάπην με την οποίαν τον υπεδέχθησαν οι
βλάχοι, ήρχισε κάπως ν' ανακουφίζηται. Έπειτα από τόσων ημερών
εναγώνιον σάλον η καρδία του ήρχισε να πάλλη κανονικώτερον, ευρούσα
άλλας καρδίας που δεν τον απεδίωκον· ο τρομώδης παροξυσμός των νεύρων
του ήρχισε κάπως να μετριάζηται. Μετ' ολίγον τα βλέφαρά του ήρχισαν να
καταπίπτουν ναρκωμένα εις ύπνον κ' έγειρεν επί μιας κάπας το κατάκοπον
σώμα του, έξω της καλύβας, έχων μεγάλην πέτραν αντί προσκεφάλου.
Τα βληχήματα των μικρών αμνών οι οποίοι, κλεισμένοι καθ' όλην την νύκτα
εις το γαλάρι ίνα μη πίνουν το γάλα των μητέρων των, τόρα αφεθέντες
ελεύθεροι έτρεχον με χαριτωμένα σκιρτήματα πλησίον των, οι εύθυμοι
γέλωτες των παιδιών, το συχνόν λάλημα του ατσαράντου και της
γαλιάντρας, των πρώτων της αυγής μηνυτών, και ο περιπαθής ήχος φλογέρας
ήρχοντο σιγά σιγά, κατακηλούντα την ακοήν του μέχρις ου τον
απεκοίμησαν.
Είχον παρέλθει δέκα ημέραι αφ' ης ο Δημήτρης έφθασεν εις την καλύβαν
του Νάσου και της Μπήλιως. Η χαρά με την οποίαν τον υπεδέχθησαν την
πρώτην ημέραν, διετηρείτο ακόμη ακμαία και απροσποίητος · έτρωγον εις
την αυτήν τάβλαν κ' εκοιμώντο εις την ιδίαν καλύβαν, αχώριστοι. Όσην
φιλίαν ησθάνετο πριν ο γέρω Βαγγέλης διά τον Δημήτρην, την αυτήν
ησθάνοντο τόρα και η κόρη και ο γαμβρός του. Η φύσις των βλάχων, η
αφελής και απλοϊκή, είνε τοιαύτη ώστε να δεχωνται και τα αισθήματα κατά
διαδοχήν, όπως την καλύβαν και τα πρόβατα· η φιλία είνε πατροπαράδοτος
εις αυτούς· εισχωρεί εις τα στήθη των ανεπαισθήτως, όπως ο δεσμός της
συγγενείας.
Ο γέρω Βαγγέλης ούτε εις την κόρην, ούτε εις τον γαμβρόν του είχεν
εκμυστηρευθή την ευεργεσίαν την οποίαν ο Δημήτρης του είχε κάμει. Αλλά
ούτοι τον είχον συνειθίσει πλέον. Από της ημέρας ιδίως του γάμου των,
τον έβλεπον συχνά κατά τας εορτάς να έρχηται από πρωίας εις την καλύβαν
και να φεύγη τη άλλην πρωίαν. Καθ' όλην δε την ημέραν εκάθηντο μαζί και
οι τέσσαρες, ως μία αγαπημένη οικογένεια· ο γέρω Βαγγέλης έσφαζε τον
αμνόν, ο Νάσος τον απέδερε και τον επεριποιείτο, η Μπήλιω τον έβαινεν
εις την γάστρα, και ο Δημήτρης έστρωνε την τάβλαν. Όλοι ελάμβανον μέρος
εις την προετοιμασίαν, διά να μη φαίνεται ότι υπήρχε καμμία εξαίρεσις
του οικοκύρη από του ξένου του. Και πολλάκις όταν απέτρωγον, εν τη
διαχύσει της ευτυχίας και της χαράς των, ετραγώδουν όλοι εκ συμφώνου το
Λαγιαρνί, το τόσον πιστώς εκφράζον την πτωχείαν των βλάχων και εις
χαριτωμένους και γοργούς στίχους εικονίζον την ζωήν των ολόκληρον. . .
Μόνον καθ' ην ώραν απέθνησκεν ο γέρω Βαγγέλης, εκτός των άλλων
συμβουλών και παραγγελμάτων τα οποία άφινεν εις αυτούς, είπε και διά
τον Δημήτρην:
— Ο Δημήτρης είνε αδερφός.
Και τίποτε άλλο. Αλλά τούτο ήτο αρκετόν να τον θεωρήσουν και οι δύο
πατέρα των.
Τόρα ούτε ο Νάσος ούτε η Μπήλιω ηρώτησαν αυτόν διά ποίαν αιτίαν έφυγεν
από την κωμόπολιν κ' έμενεν επί τόσας ημέρας εις την καλύβαν των. Ο
Δημήτρης τας πρώτας ημέρας εύρε κάποιαν ανακούφισιν μεταξύ αυτών. Εντός
της καλύβας εύρισκε την ευτυχίαν και την χαράν μεταξύ του νεαρού
ανδρογύνου, την αγνότητα του έρωτος, του οποίου καρπός τρυφερώτατος ο
μικρός και παχουλός Μήτσος διέσπειρε την ιλαρότητα· έβλεπεν εκεί μέσα
φωλεάν τερπνήν της χαράς, διασκορπισμένην εις όλα τα πενιχρά έπιπλα,
παντού την αγάπην, και συναισθανόμενος την ευτυχίαν που έδωκεν εις τους
άλλους, υπερηφανεύετο διά μίαν στιγμήν κ' εδέχετο αγογγύστως την
τιμωρίαν.
Έξω δε της καλύβας, μεταξύ των βλάχων, έβλεπε το ήθος εκείνο το
απροσποίητον, την φιλίαν την άδολον, το θρησκευτικόν σέβας, τόσω υψηλόν
εν τη αξέστω αυτού παραστάσει, την οικογενειακήν ειρήνην τόσω τελείαν
κ' εντός της αφελούς εκείνης κοινωνίας, μακράν της τύρβης του
πολυταράχου βίου, των κουτοπονηριών και των ψόγων, διήρχετο τας ώρας
του ευαρέστως. Ότε οι βλάχοι διεσπείροντο εδώ κ' εκεί με τα πρόβατά
των, ο Δημήτρης εκάθητο μετά των γεροντοτέρων και των γραιών ακούων τας
διαφόρους διηγήσεις των. Πότε ωμίλει με αυτούς περί των προβάτων και
του καιρού, πότε με την Μπήλιω περί των μαλλιών, των μαλλίνων κηλιμίων
και των γειτονισσών ποιμενίδων κ' εχόρευε πάντοτε και απεκοίμιζεν εις
τας αγκάλας του τον παχουλόν υιόν της.
Αλλά με την πάροδον του καιρού ήρχισε και αυτή η ζωή να μη του κάμνη
καμμίαν εντύπωσιν. Τίποτε εξ όλων των περί αυτόν, ούτε η φύσις η
μαγευτική, ούτε τα δροσερά νερά, τα οποία έτρεχον μουρμουρίζοντα εδώ κ'
εκεί, ούτε τα κοπάδια των προβάτων και των αιγών, ούτε το τραγούδι και
ο περιπαθής ήχος της φλογέρας είλκυον την προσοχήν του.
Τα αφελή και ποιητικά έθιμα των βλάχων, το φαιδρόν ύφος των, αι
χαριτωμέναι διηγήσεις των δεν ήγειρον επί της καρδίας του κανένα
ευάρεστον παλμόν. Ο νους ήρχισε πάλιν να τρέχη ακαταπόνητος εις το
μέλλον, να εξερευνά και ν' αριθμή μίαν προς μίαν τας φοβεράς σκηνάς
του· ο πυρετός κατέτηκε το σώμα του καθημερινώς, αργά αργά, ως η φλοξ
το κηρίον, απομυζών πάσαν ικμάδα ζωτικήν του αίματος και υποσκάπτων την
υγείαν· το νευρικόν του σύστημα ήτο εις αδιάκοπον ταραχήν, ωσεί υπό
γαλβανισμόν, τα φρίκη επήρχοντο αλλεπάλληλα και τον εξήντλουν. Το
μέλλον ήτο δι' αυτόν σκώληξ ακοίμητος. Τι αν εύρε μίαν φιλικήν στέγην
ν' αναπαυθή επ' ολίγον; Όλα δι' αυτόν εχάθησαν διά παντός: Η υπόληψις,
η αποκτηθείσα μετά πολυετή έντιμον βίον, το καλόν όνομα, το ήσυχον
παρελθόν, η γαλήνη και αυτή η μέλλουσα ζωή!
— Τίποτε, τίποτε, δεν μ' άφησαν! έλεγε συχνά.
Ο Δημήτρης εσκέφθη να ζητήση από τον Νάσον τας τριακοσίας δραχμάς και
ούτω να τ' αποκτήση πάλιν όλα. Αλλ' ευθύς ανελογίσθη ότι ο Νάσος δεν
είχε παρά ογδοήκοντα πρόβατα· χρήματα ούτε λεπτόν.
Οι βλάχοι τρεις φοράς καθ' όλον το έτος βλέπουν χρήματα εις τας χείρας
των όταν πωλούν το τυρί, το μαλλί και τ' αρνία των. Πληρώνουν ευθύς τα
χρέη των, θεραπεύουν τας πρώτας ανάγκας των και μένουν πάλιν όπως και
πριν, με την αγκλίτσαν εις την χείρα, την γυναίκα και τα παιδία εις την
καλύβην και ολίγα πρόβατα, τον σπόρον μελλούσης εσοδείας εις το μανδρί.
— Γυρεύω να βγάλω από τη μύγα σπλήνα· εσκέφθη εν αποθαρρύνσει.
Και δεν είπε τίποτε.
Ήδη είχεν έλθει η Μεγάλη Εβδομάς. Την Μεγάλην Πέμπτην η Μπήλιω μετά των
άλλων γυναικών έβαψαν τ' αυγά και τα έκρυψαν υπό μίαν κοφίναν μέχρι της
Δευτέρας της Λαμπρής, διότι ο πιάνων κόκκιν' αυγό πρότερον χάνει τα
πρόβατά του. Η Μεγάλη Παρασκευή είνε διά τους βλάχους πανηγύρι.
Εξυπνούν την αυγήν κ' εξημερόνονται εις Λεχαινά, παρατάσσοντες εις τα
πλέον συχναζόμενα μέρη της κωμοπόλεως τ' αρνία των προς πώλησιν. Η
ημέρα εκείνη είνε δι' αυτούς ό,τι ο αύγουστος διά τους σταφιδοκτήμονας.
Τότε γεμίζει από χρήματα το κεμέρι και παρουσιάζονται, ως λέγει η
παροιμία, προ του δανειστού των με το στήθος προτεταμένον, ζητούντες τα
δεφτέριά του.
Ο Νάσος δεν είχε πολλά αρνία να πωλήση. Η βδέλλα από του χειμώνος είχεν
αποδεκατίσει το ποίμνιόν του· δεν του έμενον προς πώλησιν παρά
δεκαπέντε αρνία, τα οποία ήνωσε με τ' αρνία ενός εξαδέλφου του.
Ηκολούθησεν όμως τους λοιπούς, λαβών μαζί του και την Μπήλιω, να
ψωνήσουν τας λαμπάδας διά την Ανάστασιν και ό,τι άλλο εχρειάζοντο διά
την καλύβην και δι' αυτούς.
— Θα νάρθης, παπού; ηρώτησεν ο Νάσος τον Δημήτρη.
— Όχι δεν έρχομαι, παιδιά μου· ώρα καλή.
— Καλό βράδυ.
— Κύτταξε να μου φυλάξης το γρέκι! είπεν η Μπήλιω αστειευομένη.
Ο Δημήτρης ήτο καθ' όλην την ημέραν ανήσυχος. Τον εβασάνιζεν η ιδέα ότι
οι βλάχοι εις την κωμόπολιν ήτο αδύνατον να μη μάθουν τον αφόρισμόν του
και άλλα ακόμη εξωγκωμένα. Διότι αι ειδήσεις, εις την κωμόπολιν
αυξάνουν με την πάροδον του χρόνου κ' εξογκώνονται καθ' ημέραν ως αι
φημισμέναι κολοκύνθαι του Βαρθολομιού. Εγνώριζε τους συγχωρικούς του
πολύ καλά. Φίλοι της κατηγορίας είν' έτοιμοι να μεταδώσουν εις τα
τετραπέρατα του κόσμου μίαν είδησιν, βλάπτουσαν κάπως την υπόληψιν του
γείτονος. Το ολιγάριθμον της κοινωνίας, η έλλειψις νέων τα οποία να
δίδουν τροφήν εις τας συζητήσεις των, αναγκάζει αυτούς να τρέπωνται εις
τα μεταξύ των. Καθήμενοι εις τα καφενεία και τα οινοπωλεία λαμβάνουν,
ως θέμα έν άτομον, αναλύουν ελευθέρως και μετά πάσης ακριβείας τα κατ'
αυτό, έπειτα μεταπηδούν εις άλλο, έπειτα εις άλλο κακολογούντες,
εκθέτοντες οικογενειακάς ή ατομικάς ασχημίας, όχι εκ κακής προθέσεως
αλλ' απλώς, διά να περάσουν τον καιρόν των. Το πνεύμα των, περίεργον
και σαρκαστικόν, παντού εισχωρεί κ' ερευνά. Εξάγει πορίσματα από τα
παραμικρότερα πράγματα· από ένα φέσι το οποίον κάθηται ολίγον στραβά
επί μιας κεφαλής, από μίαν χειρίδα πολύ ανασηκωμένην, από μίαν κάλτσα
αμελώς φορεμένην, από μίαν πτυχήν εις γυναικείον φόρεμα, απ' ένα
βεργολύγισμα εις ωρισμένον μέρος, από ένα ανασήκωμα του φουστανίου κατά
την δίοδον αύλακος, από ένα ανακίνημα των ενωτίων. Έπειτα προσαρμόζει
αυτά όλα με ακρίβειαν, ως δόκιμος ζωγράφος τα χρώματα επί της εικόνος
και παράγει έν όλον, το οποίον ρίπτει ζωντανόν σχεδόν εις την
διψασμένην περιέργειαν του πλήθους.
Τα πορίσματα αυτά είνε λίαν τολμηρά και ως επί το πλείστον
αδικαιολόγητα· αλλ' αδιαφορούν δι' αυτά και διά τας κακάς συνεπείας
των. Διότι όλοι εις ένα δριμόνι ανακινούνται. Όταν τελειώσουν τας
συζητήσεις των περί του ξένου αρχίζουν και περί αυτών των ιδίων· ο πριν
σύντροφος γίνεται μόλις απομακρυνθή της ομηγύρεως κέντρον της
κακολογίας των άλλων. Δεν ήτο λοιπόν δυνατόν ούτοι να σεβασθούν και να
τηρήσουν μυστικόν το πάθημα του Δημήτρη. Είτε κατά την αγοράν των
αρνίων, είτε κατά την περιοδείαν των εις τα οινοπωλεία, οι φίλοι μεταξύ
των άλλων θα ομιλήσουν και περί αυτού· θα το μάθη ο Νάσος και η Μπήλιω
και τότε δεν ήτο να μείνη πλέον εκεί μεταξύ των.
— Γρήγορα θα φύγω κ' εδώθε· εσκέφθη μετά πικρίας.
Και με αυτήν την σκέψιν δεν ηδύνατο να ησυχάση καθ' όλην την ημέραν.
Περί το εσπέρας οι βλάχοι εφάνησαν επιστρέφοντες, εύθυμοι και γελαστοί,
με ολιγώτερα αρνία αλλά περισσότερον χρήμα εις τα κεμέρια των. Τινές
τούτων, κρίνοντες απαραίτητον την μέθην, ήσυχον όμως, άνευ συγκρούσεως
ποτηρίων προς ένδειξιν πένθους κατά την Μεγάλην Παρασκευήν, ήρχοντο
παίζοντες το τζιρίτι και φωνάζοντες ευθύμως. Οπίσω ήρχοντο αι γυναίκες
πεζή φέρουσαι τα οψώνια και από των ώμων της νάκες με τα παιδία των αι
περισσοτέραι.
Ο Δημήτρης μόλις είδε τον Νάσον και την Μπήλιω ητένισεν αυτούς εις το
πρόσωπον δειλά ως ένοχος τον δικαστήν του. Τα πρόσωπα και των δύο ήσαν
αίθρια, διεκρίνετο όμως επ' αυτών τύπος τις αόριστος πικρίας και
δυσαρεσκείας.
— Καλά μ' έτρωγαν τα φίδια· εσκέφθη.
Και την νύκτα ότε έπεσαν να κοιμηθούν, εις την μίαν άκραν της καλύβας
αυτός και εις την άλλην ο Νάσος με την γυναίκα και το παιδί του ήκουσε
την αλήθειαν.
— Ξέρω κ' εγώ, αδερφέ έλεγεν ο Νάσος σιγά εις την γυναίκα του· έκλεψε
σου λένε.
— Και τον αφώρεσαν;
— Τον αφώρεσαν λέει; δεν αηκούς με μαύρες λαμπάδες και λεβέτια
καπνισμένα και αναθέματα!. . .
— Για 'κείνο ήρθ' εδώ;
— Για 'κείνο — αμ' τι;
— Εμείς δεν μπορούμε να τον διώξωμε.
— Να τον διώξωμε όχι· ο Θεός να μας φυλάη μονάχα. . . .
Ο Δημήτρης τα ήκουεν όλα κ' εφρικία από κεφαλής μέχρι ποδών. Καθ' όλην
την νύκτα δεν ημπόρεσε να κλείση μάτι. Και την πρωίαν ευρέθη μ' ένα
πυρετόν τόσο σφοδρόν ώστε αν και ήθελε ν' απέλθη της καλύβας ευθύς,
πριν ίδη εκδηλουμένην την δυσαρέσκειαν των φίλων του, δεν ηδυνήθη να
κινηθή της στρωμνής του. Μόνον το εσπέρας εξήλθε μετά κόπου κ' εκάθισεν
έξω παρά την θύραν της καλύβας.
Οι αμνοί της Λαμπρής, κάτασπροι ωσάν τα χιόνια εκ του πάχους, εκρέμαντο
προ της θύρας των καλυβών καθ' όλα έτοιμοι διά το σουβλί. Τινές των
βλάχων έξυον μακράς χονδράς ράβδους εξ αγριελαίας, μετασχηματίζοντες
αυτάς εις σούβλας· αι βλάχισσαι όλαι εις κίνησιν, εκαθάριζον την
πουγάναν όπου θα εψήνετο ως ηλιαστόν το κατσίκιον, άλλαι εζύμωνον την
τυρόπητα, άλλαι έκαιον τους μικρούς φούρνους κ' έρριπτον το μαύρον αλλά
νοστιμώτατον εκ κριθής και αραβοσίτου ψωμί.
Τα μικρά βλαχόπουλα, τα οποία έλειπον από πρωίας εις το λειβάδι,
επέστρεφον κατ' εκείνην την ώραν οδηγούντα την κοπήν εις το μανδρί· αι
βλαχοπούλαι ήρχοντο εκ της πηγής, εύσωμοι και ροδοκόκκιναι με το
ξύλινον βαρέλι όρθιον επί κεφαλής, ως Καρυάτιδες και τους κάδους
πλήρεις νερού εις τας χείρας.
— Τι λες παπού! καλός είνε ο λαμπριάτης μας;
ηρώτησεν ο Νάσος τον Δημήτρης επιδεικνύων μετά
τινος υπερηφανείας τον παχύτατον αμνόν του.
— Καλός, παιδί μου, καλοφάωτος· και του χρόνου να δώσ' ο θεός.
— Ο Θεός κι' ο λόγος σου παπού· καλά 'στερνά!
Μικρόν κατά μικρόν ήλθεν η νυξ. Οι βλάχοι ήμελξαν έκαστος τα πρόβατά
του, έθεσαν το γάλα εντός μεγάλου λέβητος και περάσαντες διά των
λαβίδων του χονδράν ράβδον, εστήριξαν τα δύο άκρα της επί δύο ορθίων
στηλών και αφήκαν ανηρτημένον τον λέβητα εις την δρόσον της νυκτός.
Εισήλθον έπειτα ενωρίς εις τας καλύβας των και ηπλώθησαν επί των
μαλλίνων στρωμνών των να υπνώσουν ολίγον μέχρι της ώρας της Αναστάσεως.
Ο Δημήτρης τους εμιμήθη αλλ' ο ύπνος δεν ήρχετο ν' αναπαύση τα μέλη του
ο πυρετός τον κατέκαιεν. Η ιδέα του παθήματός του και ότι το έμαθον ο
Νάσος και η Μπήλιω, οι μόνοι απομείναντες φίλοι του, επέτεινον την εκ
του πυρετού αγρυπνίαν. Ηγείρετο και κατέπιπτεν επί της στρωμνής του,
κατέπιπτε και ηγείρετο αλληλοδιαδόχως. Το μικρόν ξυλοκάνατο, που είχεν
εις το πλευρόν του, δέκα φοράς το εγέμισε δροσερού νερού από του
μεγάλου βαρελιού και το εκένωσεν εντός του· δίψα άσβεστος, ικανή να
στειρεύση ολόκληρον ποταμόν, τον κατεφλόγιζεν· εν τη παραζάλη του
ενόμιζεν ότι ήκουε παφλασμούς ποταμού κ' έβλεπε βρύσεις πολυαρίθμους
και πολυκρούνους με τα κατάργυρα και αφρώδη νερά των· το στόμα του ήτο
πικρόν, η γλώσσα του ξηρά και χολώδης. . . Ούτω αγωνιών διήλθεν όλην
την νύκτα μέχρις ου οι βλάχοι ήρχισαν να εγείρωνται.
— Παπού! ε, παπού! εφώναξεν ο Νάσος, θίγων αυτόν διά του ποδός.
— Τι 'νε;
— Ασήκου να ιδούμε την Ανάστασι. . .
Ότε εξήλθον της καλύβας ηκούοντο καθ' όλην την κοιλάδα και τας πέριξ
ράχεις φωναί συγκεχυμέναι. Οι βλάχοι όλοι της περιφερείας εκείνης ήσαν
επί ποδός, στολισμένοι, με τα κηριά εις χείρας, αναμένοντες την
Ανάστασιν.
Όλη εκείνη η περιφέρεια εκ λοφίσκων κυματοειδών και μικρών κοιλάδων,
πλουσία εις βλάστησιν και εις νερά, κατέχει την μεσημβρινήν πλευράν του
δήμου Βουπρασίων. Οι βλάχοι έχουν κατασκηνώσει εκεί πολυάριθμοι, άλλοι
εις μικρούς συνοικισμούς, ως τα Μπακογιαννέικα και Βυτινέικα, άλλοι
μεμονωμένοι κατά οικογενείας, νεμόμενοι πολλά στρέμματα γης, και άλλοι
αναμίξ μετ' εντοπίων κατοικούντες μικρά χωρίδια, ως το Ζόγγα,
Ζουλάτικα, Μάζι και άλλα, εκ δέκα-είκοσιν οικίσκων έκαστον.
Οι βλάχοι έρχονται εκεί και ξεχειμάζουν από του Απριλίου δε μέχρι του
Σεπτεμβρίου με τας οικογενείας και τα ποίμνιά των αναχωρούν διά τα
βουνά, όπου ξεκαλοκαιριάζουν. Δεν είνε δυνατόν διά τούτο ν' απαντήση
τις καθ' όλην εκείνην την έκτασιν εκκλησίας παρά μικράς μόνον, ως
κελλία εις τα πέριξ χωρίδια. Τα χωρίδια όμως αυτά αν έχουν εκκλησίας,
δεν έχουν ιερείς. Διότι οι χωρικοί, ανθρακείς ως επί το πλείστον και
υλοτόμοι, είνε τόσον πτωχοί, ώστε μόλις να εξαρκούν εις την πενιχράν
τροφήν των και την πενιχροτέραν ενδυμασίαν των. Ίνα μη λησμονήσουν όμως
καθόλου τον Θεόν, εσυμφώνησαν όλοι από κοινού κ' εκάλεσαν ένα ιερέα, ο
οποίος υπεχρεούτο εις κάθε εορτήν να λειτουργή κατά σειράν και εις έν
χωρίδιον. Και οι βλάχοι των πέριξ συνοικισμών συνεισέφερον εφ' όσον
καιρόν μένουν εκεί και οπόταν ο ιερεύς λειτουργή εις το πλησιέστερον
χωρίδιον, πηγαίνουν όσοι θέλουν και λειτουργούνται.
Αλλ' η Ανάστασις πρέπει να τελήται εις όλους ταυτοχρόνως και να
μετέχουν όλοι της ιερωτέρας και μεγαλειτέρας εορτής της χριστιανικής
θρησκείας. Διά τούτο ίνα μη εγείρωνται παράπονα προτιμήσεως και ίνα
μετέχουν όλοι και οι πλέον απομεμακρυσμένοι της ιεράς τελετής, τελούσιν
αυτήν έξω, εις το ύπαιθρον, υπό τον διάστερον ουρανόν και τον ευρύν
ορίζοντα.
Ήδη είχε πλησιάσει η ώρα. Ο αυγερινός φεγγοβολών ανήρχετο εις τα ύψη
ωσεί μέγας μυσταγωγός του χριστιανισμού, φέρων εις τους ανθρώπους το
Φως το αληθινόν. Οι βλάχοι με τας γυναίκας και τα παιδία των ίσταντο
έτοιμοι, έκαστος έξω της καλύβης του οι χωρικοί από τα πέριξ χωρίδια
είχον ανέλθει εις τα υψώματα, νέοι ακμάζοντες και ζωηροί, γέροντες
λευκόμαλλοι, παιδία, γυναίκες νέαι και γραίαι, όλοι προσηλωμένους
έχοντες τους οφθαλμούς προς το ανατολικόν μέρος του ορίζοντος, όπου
εγνώριζον ότι εν μέσω του σκότους υψούτο υψηλή ράχη, επί της οποίας θ'
ανεφαίνετο ο ιερεύς με την λαμπάδα εις χείρας κηρύσσων εις τους πιστούς
την Ανάστασιν του Σωτήρος. Αι μεγάλαι πυραί ελαμπάδιζον εις τα ύψη
επιρρίπτουσαι ροδόχρουν χροιάν επί των προσώπων και των καθαρών
ενδυμάτων και ποικίλλουσαι με πολυχρώμους λάμψεις, τα πολύτιμα
γκιορτάνια και τους αργυρούς παφτάδες της ζώνης των γυναικών. Η καρδία
όλων εβροντοκτύπα ανυπόμονος εις την εγγίζουσαν μεγάλην και ιεράν δι'
αυτούς στιγμήν. Κάθε άστρον, το οποίον προέκυπτεν από την ράχην,
εξελάμβανον ως την λαμπάδα του ιερέως και ανεκραύγαζον και ανεπήδων οι
νεώτεροι μετά χαράς:
— Για το· εφάνηκε!
— Αμ' πού ακόμη!. .
— Θ' ασπρίση το μάτι σου για να το ιδής;. .
Κ' επειράζοντο μεταξύ των και διηγούντο ευάρεστα ανέκδοτα και οι
γεροντότεροι παραμύθια διά να περάση ο καιρός.
— Για το, για το! εκειό ένε! εφώναξε τις αίφνης περιχαρής.
Τω όντι προς ανατολάς εφάνη φως λαμπάδος, τρεμοσβύνον εις του ανέμου
την πνοήν. Διέσχιζε την σκοτίαν κ' επέρριπτε παρήγορον και ιλαράν την
λάμψιν του πέριξ, ως η ιδέα του Χριστιανισμού την οποίαν εξεπροσώπει
την ώραν εκείνην, διέλυσε τ' άγρια σκότη της αμαθείας και βαρβαρότητος.
Οι βλάχοι όλοι και οι χωρικοί απ' όλα τα μέρη πέριξ συνεκέντρωσαν εκεί
τους οφθαλμούς και έτεινον την ακοήν των.
— Χριστός ανέστη, παιδιά!. . .
Η φωνή ηκούσθη από την ράχην έντονος και παρατεταμένη. Αναπαλλομένη
έφθασεν εις τας καρδίας των αξέστων ακροατών όλων κ' επέχυσεν επ' αυτών
γλυκύτητα και συγκίνησιν.
— Χριστός ανέστη, παιδιά!. . .
Η φωνή ήχησεν εντονωτέρα. Οι βλάχοι όλοι και οι χωρικοί έκλινον την
κεφαλήν κ' έκαμαν τον σταυρόν των. Όλη εκείνη η εκτεταμένη περιφέρεια
ήτο κατά την ώραν εκείνην ευρύτατος ναός, όπου εδοξάζετο το μεγαλείον
του Θεού.
— Χριστός ανέστη, ορέ παιδιά!. .
Η φωνή ήχησεν εκ τρίτου. Συγχρόνως παρά το φως της λαμπάδος εφάνη
αναλαμπή πυρολίθου και μετά μίαν στιγμήν διεχύθη ανά την έκτασιν βαρύς
βρόμος πυροβόλου. Ο ιερεύς ολίγον διαφέρων κατά την παίδευσιν των πέριξ
ακροατών του, αφελής όπως αυτοί, δοξολογών τον θεόν του όπως και οι
ποιμένες και οι υλοτόμοι και οι ανθρακείς, με τους οποίους έζησε και
ανετράφη, έδιδεν απ' εκεί πρώτος, μετά το άγγελμα της Αναστάσεως, το
σύνθημα των πυροβολισμών και της χαράς.
Ευθύς ωσεί όλη εκείνη η έκτασις κατείχετο υπό πολυαρίθμου στρατού,
παραμονεύοντος κ' επιπίπτοντος αίφνης κατά του εχθρού, πλείστοι εξήλθον
πυροβολισμοί, φωτίσαντες δι' αστραπιαίας ταχύτητος χλοαζούσας ράχεις,
λαγκάδια καθαρά, δένδρα και καλύβας, πρόβατα και μανδριά. Οι βλάχοι εν
εξάλλω ενθουσιασμώ μετέδιδον προς αλλήλους την ευχάριστον είδησιν της
Αναστάσεως:
— Χριστός ανέστη, ορέ αδέρφια!. . .
— Αληθινώς ανέστη!. . αληθινώς ανέστη!
— Ζη και βασιλεύει, ορέ μπρατίμοι!. . . ζη και βασιλεύει!. . .
Ήδη πολυάριθμα μικρά φώτα επλανώντο κατά διαφόρους διευθύνσεις· τα
βλαχόπουλα έσπευδον προθύμως να μεταφέρουν εις τους άλλους το Άγιον
φως, όπερ έλαβον από την λαμπάδα του ιερέως. Μετ' ολίγον όλαι αι
ράχεις, πεπληρωμέναι μικρών φώτων, εφεγγοβόλουν εδώ κ' εκεί, εν μέσω
της σκοτίας, ως αδάμαντες πολυάριθμοι. Από εκάστης καλύβης τα
καρυοφύλλια κ' αι ασημοπιστόλαι ήστραπτον κ' εβρόντων και αι σφαίραι
διεσταυρούντο εις τα ύψη συρίζουσαι. Τα εντός των μανδριών πρόβατα
εβέλαζον κ' επήδων φοβισμένα εκ των κρότων οι σκύλοι υλάκτουν, οι ίπποι
εχρεμέτιζον και όλη η έκτασις ήτο πλήρης συμμιγούς και ακαταλήπτου
θορύβου. . .
Η ράχη επί της οποίας ανεφάνη το πρώτον το φως της Αναστάσεως, ήτο ήδη
κατάφωτος. Είκοσιν έως εικοσιπέντε βλάχοι, ασκεπείς, με την λαμπάδα
ανημμένην εις χείρας, εγονυπέτουν πέριξ του ιερέως, ο οποίος όρθιος
εκίνει την λαμπάδα του άνω και κάτω, δεξιά και αριστερά, ψάλλων το
«Χριστός ανέστη», καταλαμπόμενος υπό του φωτός, ως Θεός μέσω των
αστραπών του Σινά.
Εις τα Μπακογιαννέικα όλοι, γυναίκες, άνδρες, παιδιά εν ομίλω, με τας
λαμπάδας των ανημμένας, είχον ανέλθει εις την κορυφήν του λόφου των και
παρεστάθησαν εις την τελετήν της Αναστάσεως. Έπειτα ετράπησαν εις τας
καλύβας των ίνα φάγη έκαστος με την οικογένειάν του τον τζορβάν.
— Παπού, ε, παπού! πάμε να φάμε· εφώναξεν ο Νάσος εις τον Δημήτρην,
κατευθυνόμενος εις την καλύβαν του.
Αλλ' ο Δημήτρης ούτε εκεί ούτε εις την καλύβαν ήτο. Ο Νάσος εξήλθε, τον
εκάλεσεν επανειλημμένως, εσύριξε, τον ανεζήτησεν εις όλας τας καλύβας,
αλλά δεν τον εύρε πουθενά.
— Έφυγεν είπεν εισερχόμενος εις την Μπήλιω.
Και οι δύο ητένισαν επί μακρόν ο ένας τον άλλον, άφωνοι.
— Ο Θεός να τον σχωρέση· είπε τέλος η Μπήλιω, ενώ έν δάκρυ έπιπτεν, ως
μαργαρίτης, από τους οφθαλμούς της.
*
Τω όντι ο Δημήτρης ήτο μακράν της καλύβας. Αφ' ης ώρας εβεβαιώθη ότι ο
Νάσος και η Μπήλιω έμαθον την κατάραν που εβάρυνεν επ' αυτού είχεν
αποφασίσει να φύγη. Ηννόει μόνος του ότι, όσον και αν τον ηγάπων, δεν
ηδύναντο να τον έχουν δίχως ενδοιασμούς και φόβους πλησίον των.
Η θρησκεία έχει ριζώσει εις την καρδίαν του λαού με όλα τα μεγάλα και
πλούσια αγαθά της αλλά και με διαφόρους προλήψεις, τας οποίας η αμάθεια
πάντοτε δημιουργεί. Ο Δημήτρης εγνώριζε πολύ καλά ότι ο Θεός, ο τόσον
εύσπλαγχνος και συμπαθής, εις τον αφωρισμένον είνε πολύ αυστηρός·
αναγνωρίζει το κύρος της εκκλησίας, δέχεται τα θεσπίσματά της και
τιμωρεί, όχι μόνον αυτόν αλλά κ' εκείνους που θα τον περιθάλψουν, ως ο
νόμος κατατρέχει τους ληστάς και τους λησταποδόχους. Ο αφορισμένος είνε
μία αθλία και φοβερά δύναμις, αποπνέουσα πανταχού μόλυσμα απαίσιον και
δυσθεράπευτον της ψυχής. Το σώμα δύναταί τις πολλάκις να το εκθέση εις
τους κινδύνους και τας τιμωρίας, αλλά την ψυχήν πρέπει να φυλάσση ως το
πολυτιμότερον πράγμα του ανθρώπου.
— Κ ' εγώ να ήμουνα δεν το έκανα, εψιθύρισεν ο Δημήτρης εν
ειλικρινεία.