Ούτω μετά χαράς είδε το γλυκοχάραγμα σημαδεύον την έλευσιν της ημέρας.

Ήλπιζεν ότι το φως αποδιώκον τα σκότη της νυκτός, θ' απεδίωκε κάπως και

τα μαύρα συναισθήματα της συνειδήσεώς του. Έλαβεν ευθύς την αξίναν του

κ' εξήλθεν εις την αγοράν να ζητήση εργασίαν.

Η αγορά κατά την ώραν εκείνην ήτο πλήρης κόσμου, θορύβου και φωνών. Την

μεγάλην τεσσαρακοστήν σκάπτονται τα κτήματα· πλήθος Ζακυνθίων,

Κεφαλλήνων κ' εντοπίων εργατών εξέρχεται λίαν πρωί και καταλαμβάνει

καθ' ομίλους το Σταυροπάζαρο, το κεντρικώτερον μέρος της αγοράς, όπου

διασταυρόνονται οι δύο δρόμοι της. Ίστανται εκεί όρθιοι με την αξίνην

παρά πόδας, έτοιμοι ν' ακολουθήσουν τον πλειοδοτούντα εις το ημεροδούλι

των. Παντοειδείς συμφωνίαι διεξάγονται μεταξύ αυτών και των κτηματιών,

άμα δε μεγάλος κτηματίας συμφωνήση, το ημεροδούλι κόπτεται και με αυτό

πληρώνονται όλοι δικαιωματικώς την ημέραν εκείνην. Μικρόν κατά μικρόν

οι όμιλοι των εργατών, με τας αξίνας επ' ώμου διασκορπίζονται, άλλος

εδώ, άλλος εκεί και η αγορά μένει έρημος καθ' όλην την ημέραν, με τους

καταστηματάρχας μόνον, τους προύχοντας, τους θηρευτικούς δικολάβους,

τους πολυασχόλους ιατρούς, μακαρίως διημερεύοντας εις τα βρωμερά

καφενεία και τους μπακαλόπαιδας, βράζοντας τα κουκία ή καθαρίζοντας της

ζυγαριές των.

Πλησίον του Δημήτρη όμιλος εργατών, συμφωνήσας ητοιμάζετο ν' ακολουθήση

τον κτηματίαν Δρόσον.

— Μωρέ παιδιά, θέλουμε κι' άλλον ένα να το σώσωμε, είπεν ούτος προς

τους εργάτας· δεν έχετε κανένα παιδί ακόμη;

— Όσκε· δέκα ειμάστενε.

Ο Δρόσος παρετήρησε τον Δημήτρην.

— Ε, Δημήτρη· είπε, στρέφων την χείρα και καμμύων τον ένα οφθαλμόν

ερωτηματικώς· πώς! μονάχος εσύ;

— Μονάχος.

— Έρχεσαι μαζί με τα παιδιά;

— Έρχομαι.

Και ρίψας την αξίνην επ' ώμου ηκολούθησε προθύμως τους εργάτας.

Μόλις έφθασαν εις το κτήμα οι εργάται ετέθησαν κατά σειράν, απέχοντες ο

είς του άλλου όσον επέτρεπε να χειρίζωνται ελευθέρως τας αξίνας των και

ήρχισαν την εργασίαν. Έσκαπτον μετά σθένους και προθυμίας· αι αξίναι

έλαμπον διά μίαν στιγμήν άνωθεν των κεφαλών και κατέπιπτον

αλληλοδιαδόχως επί της γης· τα σκωπτικά λόγια και οι γέλωτες

διεσταυρόνοντο μεταξύ των· ήρχισε μετά μικρόν σιγά, σιγά δειλόν,

περιπαθές το τραγούδι κ' αίφνης η πατριωτική καρδία Κεφαλλήνος,

θλιβομένου διά τα άδικα παθήματα της πατρίδος του από τους Άγγλους, διά

τον δουλικόν και προδοτικόν χαρακτήρα τινών πατριωτών, εξερράγη εις

θλιβερόν κατ' αυτών παράπονον:

— Ανάθεμα σε Παναγή,

Ιούδα και προδότη,

που πήγες και μας πρόδωκες

τον δόλιον Αναγνώστη!. . .

Και ο Δημήτρης ειργάζετο μετά ζήλου. Ο δροσερός αήρ της εξοχής, η

ευθυμία των συντρόφων του και προ πάντων η εργασία, η κίνησις εκείνη, η

σπασμωδική και αδιάκοπος των νεύρων και των μυών, η οποία έκαμνε να

κυκλοφορή το αίμα κανονικώτερον κ' ευκολώτερον εις τας φλέβας, ετόνωσαν

το σώμα του κ' έδωσαν ευχάριστον τροπήν εις τας ιδέας του. Ήρχισε να

συμμετέχη και αυτός εις τας ομιλίας των συντρόφων του, να λέγη κανέν

αστείον και από καιρού εις καιρόν ασθενώς, ωσεί φοβούμενος μη εξυπνήση

την συνείδησίν του, να συνοδεύη αυτούς εις το τραγούδι των.

Μετ' ολίγον εφάνη ερχόμενος ο Δρόσος. Αφού έστειλε τους εργάτας έμεινεν

ούτος ίν' αγοράση το προσφάγι των, το οποίον συνίσταται πάντοτε σχεδόν

εκ βραστών κουκίων, πράσων, άρτου και ξυνού κρασιού.

— Γιωργάκη, πόσο τους πήρες τς' αργάτες· του εφώναξεν ο Δήμος ο

χαλικιάς ενώ ησχολείτο εις τούτο.

— Γιατί; δεν είνε καλοί; είπεν ούτος, πάντοτε φιλύποπτος.

— Καλοί· έχεις μάλιστα και αφορεστικό μαζί σου.

— Θα προκόψη τόρα το κτήμα σου! είπεν άλλος.

— Κούρβουλο δε θα μείνη! επρόσθεσε τρίτος.

Ο Γιωργάκης, ακούων τα κακά αυτά διά το κτήμα του προμηνύματα εστάθη ως

κεραυνόπληκτος, ατενίζων τους φίλους του εις τους οφθαλμούς και

προσπαθών να εννοήση τους λόγους των! Αίφνης ενθυμήθη τον Δημήτρην,

ενθυμήθη τα εν τη αγορά διαθρυλούμενα και αφήσας κατά γης τα οψώνια

κατηυθύνθη εις το κτήμα του, κατατρομασμένος.

— Εσύ, Δημήτρη, να σχολάσης· είπε σοβαρώς εις τον εργάτην, μόλις

έφθασεν εκεί.

— Γιατί, αφεντικό;

— Έτσι, δε θέλω να μου κάμης δουλειά· αφωρεσμένους ανθρώπους δε θέλω

'ς το κτήμα μου. . . δεν τώχω για ξέραμα!. . .

Κ' επειδή ο Δημήτρης ίστατο ακίνητος, με την κεφαλήν κάτω νεύουσαν,

ανατριχιάζων εις τους λόγους του κτηματίου, επλησίασεν ούτος, του

αφήρεσε την αξίναν και την έρριψεν άνωθεν της τάφρου έξω, εις τον

δρόμον.

— Πήγαινε! είπε μετά θυμού.

— Φύγε! εφώναξαν και οι εργάται εκ συμφώνου, τόρα μόλις μαθόντες ότι

είχον μαζί των αφωρισμένον άνθρωπον.

Και χωρίς να χάνουν καιρόν, αδημονούντες ύψωσαν απειλητικώς τας αξίνας

εναντίον του.

Ο Δημήτρης εξήλθε μετά τάχους του κτήματος και διηυθύνθη προς την

κωμόπολιν, εκ της ζάλης του

μη ενθυμηθείς ούτε την αξίναν του να λάβη. Ήτο λοιπόν τω όντι

αφορισμένος! το εύρημά του, το οποίον είχε γίνει γνωστόν εις την

κωμόπολιν, έκαμνε γνωστόν και το κακόν το οποίον εβάρυνεν επ' αυτού!

Και οι χωρικοί αντί να εξετάσουν κατά βάθος το πράγμα, να λάβουν υπ'

όψιν τα συμβάντα τα οποία εγνώριζον έν προς έν, ελάμβανον μόνον το

επιτίμιον, την απόφασιν της εκκλησίας, η οποία διετέλει εις παντελή

άγνοιαν, και τον αναθεμάτιζον και αυτοί και δεν τον ήθελον πλησίον των!

— Καλά, εσκέπτετο καθ' όλον τον δρόμον κλαίων, καλά· έτσι κατάντησα να

ξεραίνω και τα δένδρα!. .

Αίφνης ευρέθη εμπρός χαμηλού πλινθοκτίστου οικίσκου, από τ' ανοικτά

παράθυρα του οποίου εξήρχοντο, εν τη σιγή εκείνη και τη ερημία του

δρόμου, έρρινοι φωναί, ψαλμοδούσαι. Ο Δημήτρης, χωρίς να το εννοήση,

είχε φθάσει εις την κωμόπολιν και ήδη ευρίσκετο προ της οικίας του

παπά-Σταύρου.

— Ο Θεός μ' έβγαλε· διελογίσθη ευχαρίστως.

Και εισήλθε με απόφασιν να εξομολογηθή εις τον ιερέα και να ζητήση τας

συμβουλάς του. Έβγαλεν ευθύς το φέσι του, εφίλησε μετά δουλικής

αφοσιώσεως την χείρα του ιερέως κ' εγονάτισε προ αυτού.

Ο παπά-Σταύρος εκάθητο σταυροπόδι επί του κραββάτου, έχων εις την

αριστεράν χείρα το κομβολόγι και εις την άλλην, στηριζομένην επί των

γονάτων, εκκλησιαστικόν βιβλίον, το οποίον ανεγίνωσκε μεγαλοφώνως. Ο

παπά-Σταύρος κατήγετο εκ Μανωλάδος χοιροβοσκός πριν, έπειτα Αναγνώστης,

αναγινώσκων συλλαβιστά τον Απόστολον εις την εκκλησίαν του χωρίου του

και καταθέσας το σύνηθες τίμημα — πεντήκοντα έως εξήκοντα τάλληρα — το

οποίον ήτο και προίκα της νεαράς γυναικός του, και κληθείς άξιος παρά

των συγχωρικών του εχειροτονήθη ιερεύς. Μετ' ολίγον, επειδή η εκκλησία

του αγίου Δημητρίου είχεν έλλειψιν ιερέως, ο παπά-Σταύρος κατώρθωσε δι

ολίγων ζευγών καπονίων και χηνών να μετατεθή εις Λεχαινά, χωρίς βέβαια

η νέα θέσις να ευρύνη το παραμικρόν τας θεολογικάς γνώσεις του.

— Ε, και τι θες από 'μέ; ηρώτησε με την χονδρήν φωνήν του τον

Δημήτρην, αφού ήκουσε τους λόγους του.

— Ήρθα να μου 'πή η αγιοσύνη σου, τι να κάμω.

— Τι να κάμης; να μετρήσης τα λεφτά και γρήγορα γιατ' είσαι χαμένος

άνθρωπος· είπεν ο ιερεύς με αυστηρόν ύφος, θέλων να κάμη σοβαρωτέραν

την εντύπωσιν των λόγων του.

— Μα δεν έχω· πού να οικονομήσω τρακόσες δραμές;

— Έχεις δεν έχεις πρέπει να της δώκης· συλλογίσου, παιδί μου,

επρόσθεσεν ηπίως, την κατάρα του Θεού και τη 'δική μας. . . τον

αφωρεσμό και το άλυοτο κουφάρι σου. . . Θα στενάζης και θα τρέμης, ως ο

Κάιν. . . θα ιδρώνης και θα παγώνης. . .

Και ο πάπα Σταύρος εξηκολούθει ν' απαριθμή τας εν τω επιτιμίω

διαλαμβανομένας τιμωρίας, προσθέτων και τας ιδικάς του, όσας ενόμιζεν

ικανάς να σηκώσουν τον νουν του εργάτου μίαν ώραν αρχήτερα. Ο Δημήτρης

έτρεφε σεβασμόν εις τους ιερείς και τους λόγους των ήκουε μετά προσοχής

θεωρών αυτούς ως εκ στόματος του Θεού εκπορευομένους. Εις εκάστην

πράξιν την οποίαν ήθελε κάμη, σχετιζομένην πως προς την εκκλησίαν,

ελάμβανε πρώτον την γνώμην των ιερέων ενήστευε μετ' ακριβείας, τας

τετράδας και παρασκευάς, τα τρίμερα, τας δευτέρας, ως αι γραίαι κ' εν

γένει ήτο τύπος θεοφοβούμενου χωρικού. Ήδη ακούων τας φοβεράς λέξεις

του ιερέως ήρχιζε ν' ανατριχιάζη και να τρέμη σύσσωμος μη υπομένων δε

πλέον επήδησεν όρθιος.

— Πάψε, πάψε για όνομα Θεού! εφώναξε προς τον ιερέα, τραβών τα μαλλιά

του εκ φρίκης.

Και ητοιμάζετο να εξέλθη της οικίας.

— Άκουσε, Δημήτρη· είπεν ο ιερεύς με ύφος συμπαθείας· να δώσης τα

λεφτά και να φέρης να σου ρίξω κανένα σαραντάρι για την ψυχή.

Ο Δημήτρης δεν ήκουε πλέον κ' εξήλθε της οικίας αλλοφρόνων. Η τιμωρία

του ήτο άφευκτος· το πάθημά του δεν εδέχετο άλλην θεραπείαν¬ ή έπρεπε να

δώση οπίσω τα χρήματα άθικτα ή αιωνία κόλασις και μίασμα της γης και

κατάρα του ουρανού. Αλλά πώς να οικονομήση τα χρήματα αυτά;!. .

— Ποιος μου δίνει! ποιος με 'μπιστώνει εμένα; έλεγε καθ' όλον τον

δρόμον του, μονολογών.

Αίφνης εσυλλογίσθη τον Γιάννη Ρούσον. Εις αυτόν μόνον ηδύνατο ν'

αποταθή με κάποιαν ελπίδα επιτυχίας. Ο Ρούσος ήτο έμπορος τίμιος και

χρηστός συνεπάθει κ' επροστάτευε τους δυστυχείς, εδάνειζε τους πτωχούς

κτηματίας και γεωργούς, χωρίς ν' απαιτή υπερόγκους τόκους κ' εθεωρείτο

παρ' όλων καλός χριστιανός. Ο Δημήτρης είχεν εργασθή επί πολλά έτη εις

τα κτήματά του, και απελάμβανε της εμπιστοσύνης και της αγάπης του.

— Θα πάω και ο Θεός βοηθός· εσκέφθη.

Και διηυθύνθη κατ' ευθείαν εις το κατάστημα προς αντάμωσιν του εμπόρου.

Καθ' όλον τον δρόμον η καρδία του έπαλλε σφοδρώς. Η ώρα εκείνη ήτο η

κρισιμοτέρα της ζωής του· η τύχη του σώματος και της ψυχής του εκρέματο

από τα χείλη του εμπόρου· ένα ναι ή ένα όχι αυτού εζύγιζεν όσον ουδέ

ολόκληρος ο κόσμος. Ο Δημήτρης δεν ητένιζε κατά πρόσωπον κανένα εξ όσων

απήντα εμπρός του, φοβούμενος μη δειλιάση και οπισθοδρομήση άπρακτος.

— Πού είνε ο αφέντης; ηρώτησε τον υπηρέτην, μόλις έφθασεν.

— Δεν είν' εδώ· πάρε το 'μεροδούλι σου και φύγε απήντησεν ούτος,

αποθέτων επί του πάγκου τεσσαράδραχμον κύλινδρον δεκαρών.

— Δεν ήρθα, παιδί μου, για το μεροδούλι· είπεν ο Δημήτρης δειλώς· τον

αφέντη θέλω.

— 'Σου είπα δεν είν' εδώ· επέμεινεν ούτος οργίλως.

Ο Δημήτρης έτρεμεν όλος. Πριν φθάση εις το κατάστημα είχεν ίδη τον κυρ

Γιάννη εντός του γραφείου του. Φαίνεται ότι και ούτος τον είδε και,

υποθέτων ότι επήγαινε να ζητήση το οφειλόμενον ημεροδούλι του, το

έδωσεν εις τον υπηρέτην και αυτός εκρύβη. Λοιπόν και ο κυρ Γιάννης τον

απέφευγεν· ούτε να τον αντικρύση, ούτε να τον ίδη κατά πρόσωπον δεν

ήθελεν αυτός από τον οποίον ήλπισε σωτηρίαν και ο οποίος εγνώριζε

καλλίτερον παντός άλλου πώς τα εύρε και τα διέθεσε τα χρήματα του

ζωεμπόρου!. . .

Ο Δημήτρης περιέφερε το βλέμμα πέριξ θολόν χωρίς να διακρίνη τι κ'

αίφνης ετράπη φεύγων διά της αγοράς ταχέως, ίνα μη ίδη και ακούση τα

σαρκαστικά βλέμματα και τας ύβρεις των χωρικών. . .

*

Η απελπισία του Δημήτρη δεν είχε πλέον όρια. Η καρδία του εβροντοκτύπα

αδιακόπως συγκινουμένη και πάσχουσα εις τον παραμικρόν ψόφον· ο

εγκέφαλός του, υπεραιμών, κατέκαιε το κρανίον, ως αναλυμένος μόλυβδος,

απειλών εκ της πληθύος να το διαρρήξη· ο νους του ωμοίαζε προς χάος άνω

του οποίου έρχονται και παρέρχονται αδιακόπως κ' εν αλληλουχία σκιαί

και λάμψεις, μορφαί απαίσιαι και σαρκαστικαί. Ετελείωσε πλέον η ζωή και

τα καλά της! Αι μεταξύ αυτού και του κόσμου σχέσεις έληξαν διά παντός!

Ο αφωρισμός, αποτρόπαιον και βδελυκτόν στίγμα, προσεκολλήθη επ' αυτού,

ως το νεκρικόν σουδάριον επί του σώματος του Ιησού και ούτε διά της

ζωής ούτε διά του θανάτου ηδύνατο να τον αποβάλη. Η εκκλησία, της

οποίας είνε εφεύρημα, εθέσπισε την ισχύν του και πέραν του τάφου, ώρισε

την ενέργειάν του εντός του κάτω κόσμου ακόμη, υπό το βλέμμα του Θεού.

Ο Δημήτρης, ημέραν με την ημέραν, έβλεπε καταφανέστερον την

περιφρόνησιν των συγχωρικών του, την οργήν των· ήκουε τους πικρούς

λόγους και τους χλευασμούς των κ' επικραίνετο. Αλλ' αίφνης ήλθεν εις

τον νουν του η ιδέα ότι και αν όλα αυτά ηδύνατο όπως όπως να τα

υποφέρη, δεν θα ηδύνατο όμως να υποφέρη και τα μετά θάνατον.

— Ως εδώ καλά, είπε· μα έπειτα;

Και ήρχισε να σκέπτηται τόρα την μέλλουσαν ζωήν, την τύχην του σώματος

και της ψυχής του. Βεβαίως το λάδι του κανδηλίου το οποίον εκπροσωπεί

την ζωήν του όπως και των άλλων ανθρώπων εις τα υπόγεια του Χάρου

βασίλεια, θα τελειώση μίαν ημέραν, το φως του θα σβεσθή και ο Χάρος θα

έλθη να τον συλλάβη έξαφνα εις τον δρόμον του. Και τότε, όπου και αν

θάψουν το σώμα του, αν δεν το αφήσουν άταφον εις καμμίαν τάφρον ως

ψωφήμι και αν ρίψουν επάνω του χώμα άφθονον, βουνόν ολόκληρον, το

βουνόν της Κεφάλληνίας, την επομένην αυγήν ο τάφος θα ραγισθή απ' επάνω

έως κάτω, το χώμα θα σκορπίση εδώ κ' εκεί και το σώμα του θα ριφθή έξω.

Διότι ο τάφος, ο οποίος δέχεται όλους και τους κρύπτει εμπιστευτικώς

εις τους κόλπους του, δεν δέχεται τον αφωρισμένον· τον αποδιώκει, ως να

είνε άνθρωπος και αυτός και να φοβήται μη μολυνθούν τα χώματά του εκ

της επαφής, μη πάθη το όνομά του εκ της σχέσεως!

Αλλά δεν φθάνει μόνον αυτό. Το σώμα, νεκρόν, δεν θα υποφέρη με όλα αυτά

παρά την εντροπήν του ατόμου του. Η ψυχή όμως, η ζώσα και άφθαρτος, θα

τυραννήται αδιακόπως εις την Κόλασιν. Θα βράζη εις λέβητας μεγάλους και

μαύρους, ως ήτο εκείνος επί του οποίου ο ιερεύς ανέγνωσε το επιτίμιον,

εντός μαύρης ασφάλτου θα βηματίζη επί πυριφλεγών ράβδων, θα μεταπίπτη

ως σάκκος αλεύρου από της μιας εις την άλλην αρπάγην των διαβόλων,

έπειτα θα ρίπτεται εις τα κρύα Τάρταρα, εις την παγεράν και απέραντον

λίμνην των. Θα αισθάνεται δίψαν ακατάσχετον, πείναν ακόρεστον αλλά

τίποτε δεν θα ευρίσκεται προς παρηγορίαν της. Ο θορυβώδης κοχλασμός των

λεβήτων θα την εκκωφαίνη, οι σαρκασμοί και οι γέλωτες των δαιμόνων θα

την κάμνουν ν' ανατριχιάζη, οι στόνοι κ' αι κραυγαί των βασανιζομένων

θα την καταθλίβουν, το σύφλογο της μαύρης φωτιάς, η οποία καίεται

αδιακόπως άνευ αναλαμπής, θα την αργοψήνη και ο καπνός, μαύρος και

δυσώδης θα την κάμνη ν' ασφυκτιά. Και τούτο θα εξακολουθή πάντοτε

ημέραν και νύκτα, μέχρι συντελείας των αιώνων!. .

— Όλο τα ίδια! αιωνίως τα ίδια!. . εψιθύριζεν ο Δημήτρης άπελπις.

Ο Δημήτρης αμαθής χωρικός, ανατραφείς εις τον φόβον του Θεού και της

θρησκείας τας παραδόσεις, εγνώριζεν αυτά εκ της αναγνώσεως του

&Αμαρτωλών Σωτηρία&, προσφιλές και σύνηθες ανάγνωσμα των ανθρώπων της

τάξεώς του κ' εκ παραδόσεων - Πολλάκις είχεν ακούσει ότι εις τα πέριξ

χωρία οι τάφοι εξήμουν τους νεκρούς των, ότι ιερείς καλούμενοι

ανεγνώριζον αυτούς ως αφωρισμένους· οι χωρικοί επέμενον θάπτοντες

αυτούς βαθύτερον αλλά και η γη εξήμει αυτούς επιμόνως αρνουμένη να τους

δεχθή εις τους κόλπους της. Κ' εξηκολούθει η πάλη αυτή της γης και των

ανθρώπων επί πολύ, μέχρις ου εάν ο νεκρός είχε καλούς συγγενείς και

πλουσίους, εκάλουν επί τόπου, πληρώνοντες αδρά, τον Δεσπότην ο οποίος

ανεγίνωσκε πάλιν επ' αυτού το επιτίμιον, είτα την συγχώρησιν και ούτω ο

τάφος εξηυμενίζετο και ο νεκρός ανελύετο εν διαστήματι τριών Σαββάτων.

Αλλά ποίος θα ευρεθή να κάμη τόσα και τόσα δι' αυτόν όταν αποθάνη;

ποίος θα τον ελεήση νεκρόν, αφού δεν τον συντρέχει τόρα, ζώντα και

δυνάμενον ν' αποδώση την ευεργεσίαν;

— Κανείς· ποιος θα δώση ένα παρά για το τομάρι μου! εσκέπτετο.

Ο Δημήτρης από ημέρας εις ημέραν εγίνετο χειρότερα. Ολίγαι ημέραι είχον

παρέλθει από της αναγνώσεως του επιτιμίου και ήτο αγνώριστος τόρα. Οι

οφθαλμοί του εκοιλάνθησαν, οι μυς του προσώπου του, συνεσταλμένοι εκ

της αδιακόπου αγωνίας, του έδωκαν ύφος τραχύ και άγριον, η γενειάς του

παρημελημένη και η κόμη του πιναρά εκ της προστριβής επί των τοίχων,

όπου ο εργάτης εκτύπα την κεφαλήν, παρωμοίαζον αυτόν με κατάδικον,

μόλις απαλλαγέντα πολυχρονίου καθείρξεως.

Αλλά μετ' ολίγον ήρχισε να τον βασανίζη και η πείνα. Τα ολίγα χρήματα

όσα είχεν εκ της εργασίας του, τα είχεν εξαντλήσει εις τρόφιμα. Ο

ημεροκαματιστής δεν ειμπορεί ποτέ όσον και αν θέλη να έχη και απόθεμα·

'μεροδούλι, 'μεροφάι. Δύο τρεις κτηματίαι εις τους οποίους είχεν

εργασθή προ μηνός και οίτινες του εχρεώστουν ακόμη τα ημεροδούλια του,

απέπεμψαν βαναύσως την γραίαν γείτονά του την οποίαν έστειλε να τα

ζητήση.

— Να χαθή, ο αφωρισμένος, που θέλει λεφτά! είπον μετά θυμού.

Η ανάγκη τον έκαμε μίαν ημέραν και απεφάσισε να εξέλθη εις την αγοράν

και ζητήση εργασίαν. Ήτο μεγάλη έλλειψις εργατών και τα κτήματα είχον

ανάγκην να σκαφούν διότι ήρχιζαν ν' ανοίγουν.

— Θα με ιδούν πώς έγεινα και θα με λυπηθούν διελογίσθη ο Δημήτρης.

Και εξήλθε με την αξίναν του εις την αγοράν.

Επερίμενεν εκεί επί πολύ, όρθιος εις μίαν στήλην, ως κατάδικος, αλλά

κανείς δεν τον εζήτησεν. Οι φίλοι με τους οποίους είχε φάγει ψωμί κι'

αλάτι, οι κτηματίαι οι οποίοι τον εγνώριζον ως τον καλλίτερον κ'

ευσυνειδητότερον εργάτην και οι έμποροι, των οποίων απελάμβανε πριν την

εκτίμησιν, παρήρχοντο τόρα μακράν, παρατηρούντες αυτόν λάθρα, χωρίς να

του αποτείνουν ένα λόγον.

— Του κάκου, εψιθύρισε κανείς δεν με παίρνει!

Και επέστρεψε πικραμένος εις τον οικίσκον του.

Το εσπέρας εξήλθε ν' αγοράση έλαιον διά την κανδήλαν του εικονισματίου

του. Επειδή παρ' όλων είχεν εγκαταλειφθή, απεφάσισε και αυτός να ζήση

ως ασκητής μόνος, μετά της θρησκείας του. Έλαβε την Παναγίαν, την

πονετικήν μητέρα του Χριστού και όλων των ανθρώπων, σύντροφον των

ημερών και των νυκτών του, μάρτυρα βωβήν της αγωνίας και της οδύνης

του. Δεν ήλπιζε πλέον από κανένα παρά από αυτήν, την μεσίτριαν. Διά

τούτο όμως εφρόντιζε να την περιποιήται, να μη την δυσαρεστή ποτέ.

Ηδύνατο να υποβάλλη τον εαυτόν του εις πολλάς στερήσεις, αλλά δεν ήθελε

να λείψη το έλαιον από την κανδήλα της Παρθένου και το δεκάλεπτον

κίτρινον κηρίον κατά τας εορτάς: Άγιου κερί μην τάξης και μικρού

παιδιού κουλούρα. Οι άγιοι και τα μικρά παιδία δυσαρεστούνται πολύ όταν

τους υστερήση τις του οφειλομένου σεβασμού και ο Δημήτρης δεν ήθελε

ποτέ να δυσαρεστήση την Παναγίαν!. . .

Όταν επέστρεφε, τα παιδία της γειτονιάς ημίγυμνα και ανυπόδητα εις το

τόσον ψύχος, πλην ροδοκόκκινα και υγιέστατα, άλλα ξανθά και λευκότατα,

άλλα μελαχρινά, με οφθαλμούς λάμποντας εκ πονηρίας, μέλη παχουλά,

έπαιζον βυθιζόμενα μέχρι γόνατος εις τον βόρβορον του δρόμου κ'

ετόνιζον εν συμφωνία το τραγούδι των ορφανών:

Έπιασ' η ψιχάλα,

ποιος μας δίνει γάλα!. .

— Έπιασε το τούρτουρο,

ποιος μας δίνει βούτυρο!. .

— Έπιασε το χιόνι,

ποιος μας συμμαζώνει!. . .

Αίφνης παρετήρησαν τον Δημήτρην, μαζευμένον εντός του σεγουνίου του,

κρύπτοντα εντός της σκεπής του καπότου ολόκληρον το κατηφές πρόσωπόν

του.

— Ο αφωρεσμένος!. . . ο αφωρεσμένος!. . . εφώναξαν εν εξάλλω

ενθουσιασμώ.

Ευθύς επερικύκλωσαν αυτόν, κατ' αρχάς μακράν είτα, λαμβάνοντα θάρρος εκ

της ανεκτικότητος του εργάτου, πλησιέστερον και ήρχισαν να υβρίζουν, να

πτύουν και να ρίπτουν τον βόρβορον του δρόμου κατ' επάνω του. Ένα

τούτων, τολμηρότερον των άλλων, επλησίασε σιγά σιγά εκ των όπισθεν και

είλκυσεν αυτόν τόσον βιαίως εκ του καπότου ώστε έπεσεν η κανδήλα από

τας χείρας του.

— Διαβολόπαιδο! εφώναξεν ο Δημήτρης εν αγανακτήσει.

Και διά της καλάμου την οποίαν εκράτει εις χείρας έπλεξε τον μικρόν

κατά τα νώτα. Τα παιδία εκ συμφώνου ήρχισαν ευθύς, τας φωνάς και τα

κλαύματα, τρέχοντα εδώ κ' εκεί ως χήνες κατά την ώραν της βροχής. Αι

γυναίκες και οι άνδρες της γειτονιάς εξήλθον ευθύς των οικιών των και

μαθόντες την αιτίαν των φωνών, ήρχισαν όλοι ομού να ρίπτουν λίθους και

ξύλα κατ' επάνω του.

— Να χαθής, αφωρεσμένε, να χαθής!

— Έχεις χέρι να βαρέσης κι' όλα!

— Φεύγα από κοντά μας, φεύγα!

— Όξω μη βουλιάξης το χωριό, θεοκατάρατε!

Οι χωρικοί, τόρα, ελκυόμενοι από τας φωνάς, συνέρρεον πανταχόθεν και

μανθάνοντες την αιτίαν συνηνούντο και αυτοί κατά του εργάτου. Άνδρες,

γυναίκες και παιδία, όλοι τον επετροβόλουν και τον ανεθεμάτιζον

οργίλοι, ως τα πλήθη της Ιερουσαλήμ κατά του μάρτυρος Στεφάνου. Η

αγανάκτησίς των δεν είχε πλέον όρια· εκόχλαζε προ τόσου καιρού, ο

φανατισμός των ώστε η μικρά αυτή αφορμή ήτο ικανή να τους κάμη να τον

κατασπαράξουν, πιστεύοντες εν ακραδάντω πεποιθήσει ότι ούτω θα

ευηρέστουν τον Θεόν.

Ο Δημήτρης έβλεπεν ήδη φανερά ότι δεν ήτο δυνατόν να συζήση εις το εξής

μετά των συγχωρικών του. Φωνή λαού, οργή Θεού! Δεν τον ήθελε πλέον

κανείς εις το χωρίον. Όλοι τον υπωπτεύοντο, όλοι τον απεδίωκον· όπως

αποδιώκουν σκύλον από τας οικίας κατά την ώραν της θυέλλης, γνωρίζοντες

εκ παραδόσεως ότι το τρίχωμά του προσελκύει το αστραπόβολον.

Αποτεθαρρυμένος, μη έχων ουδεμίαν πλέον ευχαρίστησιν εις την ζωήν,

εξουθενημένος εκ της κατακραυγής, χωρίς να πλησιάση εις την κατοικίαν

του εξήλθε του χωρίου σπεύδων, ωσεί υπείκων εις βιαίαν ώθησιν ανάγκης

αναποδράστου, παρακολουθούμενος υπό των αρών των συγχωρικών του και των

γαυγισμάτων των σκύλων.

Καθ' όλην την νύκτα ο Δημήτρης έφευγε διαπερών λάκκους, γεφύρας,

τάφρους, ρευματιές, ό,τι εύρισκε προ αυτού, μετά σπουδής. Ο νους του

ήτο ένας κυκεών, πιστή εικών μιας θυέλλης εν τη οποία μετά δαιμονίου

ταχύτητος όλα ανακατεύονται, σύννεφα σκοτεινόχροα και άνεμοι λυσσαλέοι

και νερά και φύλλα και ξύλα και κόνις, χωρίς ουδέν εξ αυτών να δύναται

να χωρισθή και ν' αποτελέση μίαν ιδικήν του εντύπωσιν. Ούτε τι έπαθε

ηδύνατο να συλλογισθή ούτε πού κατηυθύνετο. Άλλο τι δεν διέκρινε πέριξ

ειμή τον λευκάζοντα προ των ποδών του στενόν δρομίσκον. Δεν ήκουεν ούτε

τον άνεμον, ο οποίος εσύριζεν εις τας καλάμους των τάφρων και τα

δενδρύλλια, ούτε την οξείαν φωνήν και τον ψόφον του βυζογιδίου,

πλανωμένου εις τας βάτους, ούτε των λύκων τας ωρυγάς, αι οποίαι ήρχοντο

έντονοι και φοβεραί από του πλησίον δάσους της Δροσελής. Μόνον από

καιρού εις καιρόν ησθάνετο κάτι κτυπούν το στήθος του προς αριστερά,

ωσεί η καρδία ήθελε ν' ανοίξη και να φύγη εκείθεν. . .

Ούτω περί το γλυκοχάραγμα είχε φθάσει εις τους πρόποδας ενός λόφου και

επερικυκλώθη αίφνης υπό ποιμενικών σκύλων, υλακτούντων θορυβωδώς. Τότε

συνήλθεν εις εαυτόν κ' εστάθη περισκοπών το μέρος πέριξ.

— Μωρέ, πού 'βρέθηκα!. . εσκέφθη απορών.

Ήτο τω όντι μακράν της κωμοπόλεως, εις το μέρος όπου ήρχιζεν ο δήμος

Καλότυχον, ο ύστερον μετονομασθείς δήμος Βουπρασίων. Απέναντι του

Δημήτρη ήσαν τα Μπακογιαννέικα, συνοικισμός βλάχων από αδελφούς κ'

εξαδέλφους συγκροτούμενος. Εις τας λάμψεις της πρωίας διεκρίνοντο ως

μελανοί όγκοι τα γρέκια των βλάχων, το έν μετά το άλλο κατά σειράν με

τας καλύβας των κωνοειδείς, ως μεγάλας κυψέλας, τους ορνιθώνας και τα

μανδριά των.

Οι βλάχοι είχον ήδη εξυπνήσει με την ανατολήν του αυγερινού και ήρχισαν

ν' αμέλγουν τα πρόβατά των. Αι βλαχοπούλαι με την μακράν αγκλίτσαν εις

χείρας, εντός των εκ λύγου μανδριών, απώθουν ανά μίαν αμνάδα εις την

ποριάν, όπου ο βοσκός παραφυλάττων την συνελάμβανε και την ήμελγεν. Αι

βλάχισσαι, έχουσαι ελεύθερα τα εύτορνα κ' εξωγκωμένα στήθη και γυμνούς

μέχρις ακρωμίου τους ρωμαλέους βραχίονας, έδερον μετά δυνάμεως τον

κάδδον του βουτύρου, το οποίον ανεπήδα μέσω των οκτώ οπών του εμβόλου,

επαφρίζον και λευκότατον. Τα βλαχόπουλα διεσπαρμένα εσύναζον φρύγανα

και ξηρούς κλάδους, τους οποίους έρριπτον εις δύο μεγάλας φωτοβολούσας

πέριξ πυράς, όπου θα έβραζε το γάλα, και τα μικρά επί κινητών λίκνων,

ανηρτημένων από τους κλάδους των πέριξ αγριαπιδιών, ήνοιγον έκπληκτα

τους οφθαλμούς προς τα μαγευτικά χρώματα της χαραυγής κ' εναναρίζοντο

μόνα των ευαρέστως.

— Ρε, πού βαδίζουν τα σκυλιά; ηρώτησε τις των βλάχων αορίστως.

— 'σα κάτ' πλαϊνά· δεν αηκούς;

— Ντε 'ς τον άνεμο τι χάλασαν τον κόσμο; ψιθύριζε νεαρός βλάχος

θορυβηθείς.

Και ανατείνας την κεφαλήν εφώναξε στεντορείως:

— Ορέ του λόγου σου! ποιος είσαι συ, ρε!. . .

Αλλά ουδείς απήντησεν. Ο Δημήτρης περικυκλωμένος υπό των μαντρόσκυλων

επάλαιεν απελπιστικώς· η ράβδος του είχε συντριβή εις μύρια τεμάχια·

ούτε ν' ακούση ούτε ν' απαντήση ήτο δυνατόν εις τας φωνάς του Βλάχοι.

— Ορέ συ!. . . διαβάτης είσαι, ρε!. . επανέλαβεν ούτος εντονώτερον.

Και συγχρόνως θέσας τον λιχανόν και τον παράμεσον της δεξιάς χειρός εις

το στόμα, υπό την γλώσσαν του, ανέδωκε διάτορον συριγμόν.

Οι σκύλοι ανεγνώρισαν τον συριγμόν κ' έπαυσαν ευθύς τας υλακάς των.

Έμενον όμως εκεί επί τόπου, ατενίζοντες με τους μεγάλους υελώδεις

οφθαλμούς των τον Δημήτρην και μόλις τον είδον κινούμενον επανέλαβον

τας υλακάς και την επίθεσίν των.

— Ρε, αγρίμι νάνε;

— Μπα· διαβάτης θα νάνε.

— Να μην ένε λύκος;

Οι βλάχοι ήρχισαν ν' ανησυχούν τόρα. Η τόση επιμονή των σκύλων, εις

τους οποίους ούτοι αποδίδουν εξαίρετον νοημοσύνην, έκαμνεν αυτούς να

υποπτεύωνται μήπως δεν ήτο εκεί απλούς διαβάτης, αλλά κάποιος

παραμονεύων να κλέψη τα πρόβατα ή λύκος ορεγόμενος λείας.

— Ρε, Νάσο· για κάμε 'σα κά' τορό-τορό να ιδής τι γένεται· είπεν εις

τον νεαρόν βλάχον ο γέρω Αλέξης, ο γεροντότερος όλων και αρχηγός της

οικογενείας, όστις δεν ήμελγεν αλλά στηριζόμενος όρθιος επί της

αγκλίτσας του επέβλεπε τας εργασίας.

Ο Νάσος υπήκουσεν ευθύς και λαβών την αγκλίτσαν του διηυθύνθη προς τον

Δημήτρην.

— Ούρντε, να! ούρντε!. . . εφώναξε προς τους σκύλους πλησιάζων.

Οι σκύλοι διεσκορπίσθησαν ευθύς.

— Ρε, Χριστιανέ, πώς εδώ τέτοιαν ώρα; είπεν εις τον Δημήτρην.

Κ' επλησίασεν ακόμη ίνα ίδη τον ξένον κατά πρόσωπον. Τότε υπό τας

αμυδράς λάμψεις της ημέρας ανεγνώρισε μ' έκπληξίν του τον παλαιόν φίλον

του γέρω Βαγγέλη.

Διηγήματα(#31446) · 第 8 / 13 段