ακίνητοι εφαίνοντο ριζώσαντες εις την γην και μόνον οι
σφικτοαγκαλιασμένοι κορμοί των, συμπαγείς εις μίαν και μόνην μάζαν
ανεκινούντο μικρόν, ως δύο μεγάλοι κυπάρισσοι, σφικτοδεμένοι των οποίων
μόλις κατορθόνει να κινήση τα φύλλα το ορμητικόν φύσημα.
Ούτω επάλαισαν επί πολύ ακόμη. Αι κεφαλαί των εκινούντο δεξιά και
αριστερά κ' εκολλώντο αι σιαγόνες των με απειλητικούς τους οδόντας επί
των ώμων, επί του τραχήλου, επί του προσώπου και των βραχιόνων,
ανοίγουσαι φοβερά αιμάτων λακκώματα Το ταραμπουλούκι του αλβανού και το
πόσι του κλέφτου είχον πέσει κατά γης ποδοκυλισμένα και οι πλούσιοι
τσαμπάδες, ανεστρέφοντο και συνεπυκνούντο επί των κεφαλών και των ώμων
κ' ίπτανοντο επί των κιουστεκίων και συνεμίγνυντο αι αργυραί τρίχες του
Τόσκη με τας μαύρας του Ζάχου, εν φοβερά κ' εχθρική αδελφοποιήσεις· τα
ενδύματά των έπιπτον εις ράκη· το αίμα, ανάμικτον μετά ιδρώτος, έτρεχεν
εις αύλακα· τα πρόσωπα είχον τελείως αλλοιωθή εκ του κόπου και της
οδύνης· τα κόκκαλά των έτριζον, ως στελέχη οξυών αναρπαζομένων υπό
θυέλλης.
— Άφσε με.
— Άφσε με και συ.
— Να. . .
Οι δύο αντίπαλοι ωπισθοδρόμησαν αίφνης ολίγα βήματα αποχωρισθέντες.
Πριν όμως οι πέριξ θεαταί προφθάσουν ν' απορήσουν διά τούτο, είδον
αυτούς πάλιν με τα μακρά χαρμπιά εις χείρας επιπίπτοντας κατ' αλλήλων
μετά τόσης σφοδρότητος, ώστε επίστευσαν ότι θα εσκορπίζοντο εις κόνιν
εκ της συγκρούσεως. Ο Ταχίρ μεγαλόσωμος, υψηλά κρατών το φοβερόν χαρμπί
του, έσπευδε να το κατεβάση από του ώμου μέχρι της κοιλίας κ' ήδη
επλάκωνεν επάνω του αρματωλού ως κατάμαυρο σύγνεφο φέρον την καταιγίδα
επί της αβράς χλόης λειβαδίου. Ο Ζάχος πρώτην φοράν επί της ζωής του
ερρίγησεν ήδη. Από την όψιν και την φοράν του αντιπάλου του ηννόησεν
ότι έφθασεν ο έσχατος κίνδυνος κ' εμαζεύθη τολμηρός και άγρυπνος, κάτω
κρατών την δεξιάν χείρα κ' επ' αυτής όρθιον το χαρμπί και μόλις ησθάνθη
πλησίον τον αντίπαλον ανετινάχθη ολόσωμος κ' εσούβλισε τον θώρακα και
την καρδιά του αλβανού πέρα πέρα. Κρουνός αίματος επήδησεν από του
στόματος του Ταχίρ Γιάτση και το γιγάντειον σώμα του εξηπλώθη επί της
γης μετά βρόντου, ως αμάξιον φορτηγόν κατά κρημνού.
— Σκύλε! μώφαγες όλη τη γενηά! είπεν ο Ζάχος, πηδών επάνω του εν
θριάμβω.
Η Μαλάμω παρηκολούθει από του γεωτοίχου την πάλην με αγωνίαν. Οι
οφθαλμοί της καθ' όλην την ώραν έμενον προσηλωμενοι εκεί, ακίνητοι, ως
του ατενίζοντος τον Αέρα, την εκκλησιαστικήν σινδόνην, ην οι ιερείς
ταλαντεύουν άνω της αγίας Τραπέζης κατά την ώραν του Πιστεύω, ίνα
συγχωρηθώσι τ' αμαρτήματά του. Εις κάθε κίνημα του Ταχίρ Γιάτση, εις
κάθε κτύπημα, το οποίον ητοιμάζετο να καταφέρη ούτος κατά του Ζάχου, η
Μαλάμω ερρίγει από κεφαλής μέχρι ποδών. Ενόμιζεν ότι επόνει η ιδία εκ
της συσφίγξεως την οποίαν υφίστατο ούτος υπό τους ρωμαλέους βραχίονας
του Ταχίρ. Τα λάμποντα ξίφη και τα χαρμπιά των παλαιόντων διεπέρων την
καρδίαν της. Ότε τέλος είδε τον Ταχίρ Γιάτσην εξηπλωμένον και τον Ζάχον
όρθιον άμα και λακτίζοντα αυτόν, ανέδωσε φωνήν θριάμβου, διάτορον.
— Γεια σου, μωρέ γιε!. . Κ' επήδησε του γεωτοίχου, σπεύδουσα προς την
Πύλην.
Αλλά δεν εφώναξε μόνον αυτή. Μύριαι φωναί φρενήρεις και πυροβολισμοί
ισάριθμοι ανέβρασαν από του τείχους, χαιρετώντες τον θρίαμβον του
αρματωλού.
Ο Ζάχος ήδη επέστρεφε μετά των συντρόφων του εις την πόλιν, φέρων το
καρυοφύλλι του αρματωλού, το παλλάδιον τούτο της οικογενείας του και ως
λάφυρον τα τσαπράζια του Ταχίρ Γιάτση. Οι Αλβανοί, από τας τάξεις των
οποίων διήρχετο, ουδ' εσκέφθησαν καν να τον εμποδίσουν. Εθαύμαζον τόσον
την ανδρείαν και την ρώμην, ώστε αν η απώλεια διακεκριμένου αρχηγού δεν
τους κατέθλιβε, θα εχαιρέτων και ούτοι δι' αλαλαγμού και πυροβολισμών
τον νικητήν.
Προ της Πύλης του γεωτοίχου οι οπλαρχηγοί, η φρουρά, ο λαός όλος,
κατενθουσιασμένοι, ανέμενον τους ευαρίθμους κλέφτας. Αι γυναίκες
εδείκνυον εις τα τέκνα των τον Ζάχον ως πρότυπον ανδρείας και
οικογενειακής τιμής· τα παλληκάρια τον εζήλευον αι λυγεραί ησθάνοντο
την καρδίαν των κάπως σπαρταρίζουσαν δι' αυτόν οι Σουλιώται τον
εφθόνουν. Η Μαλάμω εν μέσω αυτών, ασθμαίνουσα εκ της ανυπομονησίας,
μόλις συνεκράτει την χαράν της. Άμα διέκρινε μακρόθεν τον Ζάχον, έτρεξε
προς αυτόν και ήρπασε το καρυοφύλλι εκ των χειρών του. Ενώ δε οι άλλοι
συνέρρεον περί αυτόν ερωτώντες, ψηλαφούντες και θαυμάζοντες· ενώ οι
συστρατιώται του τον ησπάζοντο και οι οπλαρχηγοί του έσφιγγον φιλίως
την χείρα και τον εφίλουν επί του μετώπου, η Μαλάμω εις ουδέν άλλο
προσείχεν ειμή εις το καρυοφύλλι. Δι' αυτό είχε χάση τον άνδρα και
τεσσάρας υιούς, τεσσάρας λεβέντας εκεί, πανώρηα κυπαρίσσια του οίκου
της δι' αυτό είχε μείνει άγρυπνος νύκτας ολοκλήρους, χύνουσα κρουνούς
δακρύων, και είχε χάση η οικογένεια την λαμπρότητά της. Και τόρα, ότε
το έβλεπεν εις τας χείρας της, ότε το απέκτα πάλιν, ενόμιζεν ότι
ανεύρισκε διά μιας όλα. Το κατεφίλει παντού, επί του κοντακίου, επί της
κάνης, επί του λύκου, επί των παφηλίων· το έσφιγγε σπασμωδικώς επί της
καρδίας της· το εψηλάφει, απαλά απαλά, φοβουμένη μήπως πονέση, και του
ωμίλει ενίοτε ως να ήτο έμψυχον.
— Δε φιλείς και τον γιο σου, κυρά; είπεν εις αυτήν ο Μακρής.
Η Μαλάμω εστάθη εις την φωνήν, ωσεί τότε εξυπνήσασα. Έστρεψε το βλέμμα
πέριξ, ητένισε τον υιόν της, ο οποίος της εφάνη παραπονούμενος διά την
προτίμησιν εκείνην.
— Τόρα έχω δυο γιους· είπεν υπερηφάνως.
Και περιβαλούσα διά της αριστεράς χειρός τον Ζάχον, έσφιξεν αυτόν και
το καρυοφύλλι εις τον κόλπον της, φιλούσα και τα δύο μετά της αυτής
ορμής.
1887.
Ο Α Φ Ω Ρ Ι Σ Μ Ε Ν Ο Σ
— Στάσου, Δημήτρη, στάσου!
Η λειτουργία, είχε τελειώσει εν τω ναΐσκω του αγίου Δημητρίου και υπό
τους οξείς ήχους των δύο κωδώνων μικρού κωδωνοστασίου, οι χωρικοί
εξήρχοντο ασκεπείς ακόμη και σταυροκοπούμενοι.
- Ήτο Μεγάλη Τεσσαρακοστή, εποχή νηστείας και προσευχής διά τους
χωρικούς και είχον καταλάβει πολυπληθείς τον στενόν χώρον του ναΐσκου.
Το θρησκευτικόν αίσθημα διετηρείτο τότε ακμαίον και απροσποίητον. Αι
κοινωνίαι, αρτιπαγείς, συνεκροτούντο ακόμη από γέροντας, των οποίων η
ζωή διέρρευσε μέσω βαρυστενάκτου δουλείας, μεσήλικας και νέους,
ανατραφέντας μέσω των καπνών του υπέρ ανεξαρτησίας πολέμου και
γνωρίζοντας πόσας φοράς η Πατρίς εστηρίχθη επί της θρησκείας και ο
καταδυναστευόμενος και από παντού πολεμούμενος ραγιάς που είχε
προσηλωμένην την αλύγιστον ελπίδα του. Η νέα ηλικία και τα μικρά από
τας διηγήσεις αυτάς των πατέρων, από τα νανουρίσματα και τ' ανέκδοτα
της μάμης, έφερον ριζωμένον αυτό εις τα στήθη των και αφού δεν ηδύναντο
πλέον να εκχύσουν το κατά του τυράννου μίσος των, ελεύθερα ήδη,
εμάνθανον να δεικνύουν την λατρείαν και τον σεβασμόν των εις τον
υπέρτατον προστάτην. Οι άνδρες εξήρχοντο χαρωποί, άλλοι ενδυμένοι
φουστανέλλας και χιονώδεις φλοκάτας, άλλοι μπενωβράκια και σεγούνια και
ολίγοι, τρείς-τέσσαρες νεωτερίζοντες, ευρωπαϊκά, πλατύτατα κατά τον
γαλλικόν συρμόν της εποχής.
— Στάσου, Δημήτρη, στάσου!. . . εφώναξεν ο Σταύρος, κοντόχονδρος
χωρικός, είς τινα προπορευόμενον αυτού, μασσών ακόμη το αντίδωρον.
— Έλα· είπεν ούτος, μετριάσας το βήμα.
— Ξέρεις· ο Μούλος έχει ένα σηκότι 'ς το φούρνο και μας καρτερεί· —
πάμε;
— Πού να πάμε;
— 'Σ του Πομόνη· έβαλε φρέσκο. . .
Οι δύο χωρικοί, αργά βηματίζοντες είχον πλησιάσει την στενήν και
ανώμαλον γέφυραν κάτω της οποίας ο Στρεμμενός έτρεχεν ησύχως. Η γέφυρα
αυτή κτισμένη προ της επαναστάσεως, οφείλεται εις θαύμα τι του αγίου
Δημητρίου, πολιούχου της κωμοπόλεως Λεχαινών. Επί του κωδωνοστασίου του
ναΐσκου, χαμηλά εντός κόγχης, υπήρχε τότε μικρόν εικονισμάτιον του
τροπαιοφόρου αγίου μετά κανδήλας και μικρού κουτιού ένθα οι διαβάται
και οι ερχόμενοι έξωθεν χωρικοί έκαμνον τον σταυρόν κ' έρριπτον τον
οβολόν των. Ο Τζαφέρης, φανατικός τούρκος, διερχόμενος εκείθεν ηρώτησε
μίαν ημέραν διά το εικονισμάτιον εκείνο και αφού έμαθε ποίον παρίστανεν
ήρχισε να κάμνη διαφόρους εμπαικτικούς μορφασμούς μέχρις ου εξηρθρώθη η
κάτω σιαγών του. Προσέτρεξεν ευθύς εις πολλούς εμπειρικούς ιατρούς,
άνδρας και γυναίκας, αλλ' ούτε αι πεντάλφαι τας οποίας δι' άνθρακος
εχάρασσεν επί των παρειών του πανούργος Χριστιανή, ψιθυρίζουσα αντί
εξωρκισμών βλασφημίας κατά της Πίστεώς του, ούτε τα παντοειδή βότανα
του Δερβίση ηδυνήθησαν να τον ιατρεύσουν. Τότε, μετανοών απετάνθη εις
τον άγιον Δη μήτριον όστις επανέφερεν ευθύς την σιαγόνα του τούρκου εις
την θέσιν της. Ούτος ευγνωμονών επλούτισε διά πολλών αναθημάτων τον
ναΐσκον κ' έκτισεν εξ ιδίων του την γέφυραν. Και ούτω το θαύμα του
αγίου εφάνη ευεργετικώτατον εις την κωμόπολιν. Εκτός του ότι εκραταίωσε
την πίστιν κ' ενεθάρρυνε τους χωρικούς εις το κατά του αλλοθρήσκου
μίσος των, έδωκεν εις αυτούς μέσον συγκοινωνίας του οποίου πριν
εστερούντο τελείως.
Ο Δημήτρης και ο Σταύρος ήδη περάσαντες την γέφυραν, κατηυθύνοντο μετά
σπουδής εις το οινοπωλείον του Πομώνη, ως ίπποι καματεροί εις την
φάτνην των.
— Ορέ για στάσου· είπεν αίφνης ο Δημήτρης σταθείς· τι 'νε 'κεί;
Οι λειτουργηθέντες χωρικοί αντί, ως πάντοτε, να εισέλθουν εις την
αγοράν και να σκορπισθούν κατά ομάδας εις τα οινοπωλεία και τα
μαγειρεία, ευάριθμοι δε, πέντε-δέκα, εις το μονάκριβον καφενείον, τόρα
έμενον συνηθροισμένοι επί της μικράς πλατείας, αριστερά του ναΐσκου. Αι
γυναίκες, με τας ποικιλόχρους ενδυμασίας των κατείχον μετά των παιδίων
τα υψηλότερα μέρη. Πολλοί εκ της αγοράς έσπευδον εκεί και οινοπώλαι με
τας διαβρόχους ποδιάς των και κρεωπώλαι με τα αίματα των σφαγίων επάνω
των και ο καφεπώλης ακόμη και μικρέμποροι, κλείσαντες επί τούτω τα
μαγαζεία των.
— Τι τρέχει, ορέ; ηρώτησεν ο Δημήτρης μικρόν παίδα, διερχόμενον μετά
σπουδής πλησίον των.
— Νερό 'ς τ' αυλάκι· είπεν ούτος, υποπτεύσας ότι ήθελον να
παιζογελάσουν μαζί του.
— Για πάμε να ιδούμε είπεν ο Δημήτρης.
— Πάμε.
Και αμφότεροι έστρεψαν διευθυνόμενοι προς το πλήθος.
— Α! ξέρεις τι; είπεν ο Σταύρος αίφνης ιστάμενος και ατενίζων τον
σύντροφόν του· θα διαβάσουν αφορεσμό.
— Γιατί πράμμα;
— Ξέρω κ' εγώ· δε βλέπεις;
Τω όντι επί μικρού υψώματος πέριξ του οποίου το πλήθος ήτο συνηγμένον,
έκειτο ανεστραμμένος υψηλός λέβης, κατάμαυρος εκ της ασβόλης. Ότε οι
δύο χωρικοί έφθασαν εκεί είχεν ανέλθει επί του λέβητος γέρων ιερεύς,
υψηλός, ασκεπής, κρατών εις την δεξιάν χείρα χαρτίον επίμηκες και εις
την αριστεράν ανημμένην λαμπάδα, χονδράν και κατάμαυρον. Δεξιά και
αριστερά αυτού, κάτω ίσταντο τέσσαρες άλλοι ιερείς, ενδυμένοι
ποικιλόχρωμα άμφια και κρατούντες επίσης μαύρας λαμπάδας εις τας
χείρας. Πολλαί άλλαι λαμπάδες είχον διανεμηθή εις το πλήθος, το οποίον
ανεκινείτο πέριξ ανήσυχον και φοβισμένον.
Το επιτίμιον τόρα αναγινώσκεται εντός των εκκλησιών αλλά τότε
ανεγινώσκετο εις το ύπαιθρον, εις το πλέον συχναζόμενον μέρος, όπως
συμβαίνει ακόμη είς τινα χωρία. Ο εκδότης του επιτιμίου, διά να δώση
περισσοτέραν σημασίαν εις αυτό και να κινήση τον φόβον των ακροατών,
προσέφερε να καώσι κατά την ανάγνωσιν χονδραί εξ ασφάλτου λαμπάδες,
τας οποίας μόνος του εκόμισεν εκ Πατρών, θέλων να υποδείξη ότι ούτω πως
θα καίεται και η ψυχή του εν τω επιτιμίω υπονοουμένου αγνώστου· εζήτησε
δε να παρασταθούν και των δύο εκκλησιών οι ιερείς.
Οι χωρικοί είχον ήδη αποκαλυφθή και ανέμενον μετά παλμού αναμίκτου
φόβου την ανάγνωσιν του επιτιμίου. Ο επί του λέβητος ιερεύς ήρχισε διά
τρεμούσης φωνής ν' αναγινώσκη:
— « Ο αρχιεπίσκοπος Πατρών και Ηλείας — ευλαβέστατοι ιερείς, οσιώτατοι
ιερομόναχοι και λοιποί πάντες ευλογημένοι χριστιανοί της κοινότητος
Λεχαινών, χάρις είη υμίν άπασι και ειρήνη παρά θεού Κυρίου
Παντοκράτορος!. . .
Ούτω ο ιερεύς εξηκολούθησεν εκθέτων την αιτίαν διά την οποίαν εξεδόθη
το επιτίμιον. Ότι ο ζωέμπορος Γεώργιος Νίκας, διερχόμενος κατά τον
προπαρελθόντα Ιανουάριον της κωμοπόλεως, έχασε το ερυθρόν πορτοφόλι
του, εντός του οποίου ευρίσκοντο εις λίρας οθωμανικάς και τάλληρα
τριακόσιαι δραχμαί και ότι προετρέποντο είτε ο ευρών είτε οι
γνωρίζοντες τούτον να τον φανερώσουν. Και ο ιερεύς επροχώρει απαριθμών
τας φοβεράς συνεπείας όσαι θα εβάρυνον επ' αυτών εν εναντία περιπτώσει,
εκφέρων μίαν προς μίαν κ' εντόνως τας λέξεις, κατακευρανών δι' αυτών
τους ακροατάς του.
Τα πρόσωπα των χωρικών έμενον ωχρά υπό του τρόμου· τα σώματά των είχον
κυρτωθή, έτοιμα να γονυπετήσουν· οι οφθαλμοί δεν ετόλμων να υψωθούν εκ
φόβου μήπως αντικρύσουν το οργίλον βλέμμα του Θεού. Οι φοβεροί λόγοι
του επιτιμίου ελάμβαναν σάρκα και οστά εις την φαντασίαν των· ποικίλα
φοβερά θεάματα ήρχοντο και παρήρχοντο ενώπιόν των και τους
κατετρόμαζον.
Ο ουρανός ήτο σκεπασμένος από κατάμαυρα νέφη αποκρύπτοντα τελείως τον
ήλιον. Τα πουλάκια προαισθανόμενα καταιγίδα είχον τρυπώση. Και τα
παιδία αυτά τόσον λάλα κ' εύθυμα πάντοτε ήδη έμενον περιμαζευμένα εις
τα φουστάνια των μητέρων των, μη εννοούντα τας λέξεις του επιτιμίου και
την σημασίαν των, αλλά μεταλαμβάνοντα του τρόμου των γονέων. Αι
κόκκιναι φλόγες των λαμπάδων, εκτοξεύουσαι κατάμαυρον και δυσώδη
καπνόν, άνωθεν του πλήθους, αι ωχραί όψεις των χωρικών, αι αδραί και
βάναυσοι των ιερέων επέτειναν την απαισίαν παράστασιν της εικόνος.
Μόνον επέρριπτεν εκεί, ως φάρος εν μέσω θυέλλης, ποιάν τινα παρήγορον
εντύπωσιν η μορφή του αναγινώσκοντος ιερέως, ο οποίος με την αργυράν
κόμην, κυματούσαν επί των ώμων του, το ευρύ και γαλήνιον μέτωπον, το
ζωηρόν βλέμμα και με τα εκ σκιαυγούς τζανφέ άμφιά του, άνωθεν της όλης
ομηγύρεως, εφαίνετο ως πατριάρχης της Γραφής, επιτιμών και συνάμα
νουθετών τον λαόν διά την αστάθειάν του.
— Να είνε αφορεσμένος! είπεν αίφνης με σθεναράν φωνήν ο ιερεύς,
περατώσας την ανάγνωσιν.
— Αφωρεσμένος! απήντησεν ευθύς ομόφωνον και το πλήθος.
— Καταραμένος! επανέλαβεν ο ιερεύς.
— Καταραμένος!
— Η γη να μη τον λυώση!. . .
— Να μη τον λυώση!
Και με την τελευταίαν λέξιν οι χωρικοί εστέναξαν βαθέως, ωσεί
ανακουφισθέντες του εφιάλτου, του πιέζοντος πριν τα στήθη των. Έπτυσαν
επανειλημμένως δεξιά και αριστερά μετά προθυμίας, έσβυσαν τας λαμπάδας
και διεσκορπίσθησαν κατηφείς. . .
Μόνον ο Δημήτρης δεν επεδοκίμασε τους λόγους του επιτιμίου. Αυτός μόνος
εξ όλων ούτε αφώρισεν, ούτε κατηράσθη, ούτε έπτυσε τον ανευρόντα τας
τριακοσίας δραχμάς. Κ' ενώ οι άνδρες διεσκορπίζοντο εις την αγοράν κ'
αι γυναίκες απήρχοντο καθ' ομίλους εις τας οικίας των, σταυροκοπούμεναι
και αναθεματίζουσαι καθ' όλον τον δρόμον, αυτός έμενεν εκεί,
στυλωμένος εις την θέσιν του, τας χείρας επί του στήθους σταυρωμένας
κρατών, ασκεπής την κεφαλήν, στυγνός την όψιν, ακολουθών με απλανές
βλέμμα τους ιερείς οι οποίοι σβύσαντες τας λαμπάδας εισήρχοντο εις τον
ναΐσκον.
— Εδώ είσαι, αδερφέ, κ' εγώ σε γυρεύω! εφώναξεν αίφνης ο Σταύρος,
ερχόμενος πλησίον του.
Ο Δημήτρης εξηκολούθει τηρών την θέσιν του ακίνητος, ως να μην ήκουσε.
— Ακούς! τι στέκεις αυτού, σαν κολώνα; φόρεσε το φέσι σου και πάμε
επανέλαβεν ο Σταύρος, κινών αυτόν από του βραχίονος.
Ο Δημήτρης εστράφη τότε, παρετήρησε τον σύντροφόν του μ' έκπληξιν,
έστρεψε το βλέμμα πέριξ κ' εφόρεσε το φέσι του.
— Πάμε είπεν ο Σταύρος επιμένων.
— Δεν έρχομαι απήντησε ξηρώς.
Κ' έφυγε μετά σπουδής ως κλέπτης. Διότι αν και δεν ανέφερεν όνομα, εκ
της εκθέσεως όμως των γεγονότων, αυτόν ηννόει το αναγνωσθέν επιτίμιον.
Ο Δημήτρης Νουλάς ήτο πτωχός εργάτης, μόνον πλούτον έχων την αξίνην,
τον λίσγον και τας δύο χείρας του διά των οποίων ειργάζετο, εντίμως
ποριζόμενος τα έξοδα της ημέρας. Έσκαπτε κ' εξελάκκωνε τα κτήματα·
ήνοιγε γουβιά και τάφρους· ανώρυττε πηγάδια ή έκοπτε πλίνθους.
Αδιάκοπος εργασία καθ' όλον το έτος, αδιάκοπος πάλη με την γην, την
γενέτειραν, της οποίας κατέσκαπτε τα στέρνα, ζωογονών αυτήν, πλουτίζων
πολλούς και απολαύων τον άρτον του. Προ δύο ετών, κατά τον χειμώνα, ο
Στρεμμενός ο οποίος περιβάλλει διά των ρυπαρών νερών του τα Λεχαινά και
φιλοδωρεί τους κατοίκους με παντοειδείς ασθενείας είχε πλημμυρίσει εκ
των πολλών βροχών και κατέκλυσε τας πλησίον των όχθων του αυλάς,
κήπους, οικίσκους και μάνδρας, εκάλυψε δε ή παρέσυρε τας ξυλίνας
γεφύρας. Ούτω διεκόπη πάσα συγκοινωνία της μιας συνοικίας μετά της
άλλης. Άνευ πολλού θορύβου οι ενδιαφερόμενοι συνελθόντες μόνοι των,
προκατέβαλον μικρόν χρηματικόν ποσόν κ' εκάλεσαν τον Δημήτρην ίνα εκ
των ενόντων εργασθή προς εύρυνσιν της κοίτης του Στρεμμενού εις τα
στενώτερα μέρη.
Ο Δημήτρης ειργάζετο ήδη επί τρεις ημέρας μετά δύο άλλων εργατών και
την τετάρτην, περί την δύσιν του ηλίου, ετελείωσε το έργον του. Οι
σύντροφοι του είχον απέλθη, ητοιμάζετο δε και αυτός να τους ακολουθήση
ότε είδεν ιππέα σκεπασμένον με βαρείαν κάπαν, ερχόμενον εκ του
αντιθέτου διά να περάση τον Στρεμμενόν.
— Μη ρίξης αυτού γιατ' είνε βαθύ! εφώναξε προς αυτόν ο Δημήτρης.
— Αν είνε βαθύ γι' άλλους δεν είνε για τον Τσίλια μου· απήντησεν
ούτος, υπερηφανευόμενος διά τον ίππον του.
Τω όντι ο ίππος εφαίνετο ρωμαλέος· είχε τρίχωμα, ελαφρώς ασπρόμαυρον,
πόδας ευτόνους, λαιμόν χυτόν, κεφαλήν ωραιοτάτην, επί του μετώπου
φέρουσαν λευκόν στίγμα, το οποίον θεωρείται συστατικόν απαραίτητον
καλού ίππου. Μόλις όμως εισήλθεν εντός του Στρεμμενού το ορμητικόν
ρεύμα τον παρέσυρεν εδώ κ' εκεί και μετά αγώνα μεγάλον κατώρθωσε να
φθάση εις την αντίπεραν όχθην. Ο ιππεύς επέζευσεν εκεί, έσφιξε τα λωρία
της σέλλας τα οποία παρέλυσαν εκ των λοξοδρομιών που ο ίππος έκαμνε διά
ν' αποφύγη το ρεύμα του ποταμού, διευθέτησε τα καταλασπωμένα και
διάβροχα ενδύματά του και ιππεύσας πάλιν έφυγε μετά σπουδής, μη
υπομένων ότι εντροπιάσθη ο ίππος του, έστω και προ ενός μόνου ανθρώπου.
Μετ' ολίγον επιστρέφων εις την κωμόπολιν ο Δημήτρης, παρετήρησεν εις το
μέρος όπου επέζευσεν ο ξένος ογκώδες ερυθρόν πορτοφόλι. Εσκέφθη ευθύς
ότι θα έπεσεν εκείνου και ανήλθεν επί τινος υψώματος, κατοπτεύων τον
δρόμον, αλλ' ο ξένος δεν εφαίνετο πουθενά. Ο Δημήτρης ήτο τίμιος
άνθρωπος· εάν ήτο εις καμμίαν πόλιν θα προσήρχετο ευθύς να παραδώση το
εύρημά του εις την δημαρχίαν. Αλλ' εις Λεχαινά δήμαρχος, αστυνόμος και
κλητήρες είνε όντα άγνωστα σχεδόν, μισθοδοτούμενα ενώ ασχολούνται εις
ιδικάς των εργασίας. Μόνον όταν εγκαθιδρύονται αι νέαι αρχαί, δύο τρεις
μήνας φαίνεται ποιά τις δραστηριότης· ενοικιάζεται ένα μαγαζί ως
δημαρχία προς εξόφλησιν των απαιτήσεων φίλου του κόμματος, τίθενται
εντός αυτού κατασκονισμένα και σιτόβρωτά τινα έγγραφα, ένας γραμματεύς
— πολλάκις δύο — και ούτω η δημαρχική μηχανή λειτουργεί. Ο Δημήτρης ο
οποίος είδε το περιεχόμενον εν τω πορτοφολίω χρηματικόν ποσόν, δεν είχε
διάθεσιν να εμπιστευθή εκεί το εύρημά του και αφήκε να σκεφθή καλώς
περί τούτου την νύκτα και να πράξη την επαύριον ό,τι αποφασίσει. Ούτω
είχεν εισέλθη εις την αγοράν, λιθόστρωτον αλλά κατασκότεινον και πλήρη
βορβόρου και διηυθύνετο εις τον οικίσκον του, κατακουρασμένος.
— Δημήτρη! ε, Δημήτρη! τον εκάλεσεν αίφνης φωνή από του αντικρυνού
πεζοδρομίου.
Ο εργάτης έστρεψε και είδε προ της θύρας υψηλόν βλαχοποιμένα
στηριζόμενον επί της μακράς αγκλίτσας του να τον καλή εκεί.
— Καλώς το γέρω Βαγγέλη· είπε πλησιάσας και σφίγγων την χείρα του· πώς
εδώ τέτοια ώρα;
— Μην τα ρωτάς, αδερφέ είχα μια δουλειά να τελειώσω, μα ούτε τη
δουλειά μου έκαμα κ' ενυχτώθηκα· θα νάρθω 'ς το κονάκι απόψε.
— Καλώς νάρθης.
Ο Δημήτρης ήτο καταμόναχος· ούτε γυναίκα, ούτε παιδιά, ούτε γονείς
είχε. Ήτο ξένος χωρικός, εγκατασταθείς προ πολλού χρόνου εις την
κωμόπολιν· εκάθητο μόνος εις μικρόν χαμόσπιτον, υπηρετών αυτός εαυτόν
κατά το δείπνον, ως ασκητής. Κατά το φαγητόν ο γέρω Βαγγέλης διηγήθη
εις τον Δημήτρην, προς τον οποίον συνεδέετο διά παλαιάς φιλίας, το
αίτιον της θλίψεώς του. Ο γέρω Βαγγέλης, πτωχός ποιμήν, είχε μίαν κόρην
την Μπίλιω, την οποίαν είχεν αρραβωνίσει μετά του Νάσου, γείτονος
βοσκού. Ήδη επλησίαζεν η ημέρα του γάμου και ο γέρων δεν είχε το
χρηματικόν ποσόν το οποίον υπεσχέθη εις τον γαμβρόν, οι συγγενείς δε
του νέου εδήλωσαν ότι δεν θ' άφινον αυτόν να στεφανωθή την κόρην, αν
δεν του εμετρείτο τούτο πρώτον μέχρι λεπτού. Εφρόντισε δι' όλων των
μέσων ο γέρω Βαγγέλης όπως εύρη τα χρήματα, απετάθη παντού, πληρώνων
όσο-όσο τόκον διά να μη του αφήσουν την κόρην κ' εντροπιασθή τ' όνομά
του, αλλά τίποτε δεν ηδυνήθη να κατορθώση. Ήδη η Κυριακή επλησίαζε και
ο βλαχοποιμήν ήτο απηλπισμένος.
— Να σου πω και πόσα σου λείπουν; ηρώτησεν αίφνης αυτόν ο Δημήτρης.
— Τι τα ρωτάς· όσα κ' αν λείπουν για 'μας είνε πολλά.
— Μα σαν πόσα;
— Τρακόσες δραμές· για τρακόσες δραμές χάνω την υπόληψί μου! είπεν ο
βλαχοποιμήν δακρύων.
Ο Δημήτρης είχε συγκινηθή κατά την διήγησιν του γέροντος. Παρά τοις
βλάχοις κ' εν γένει εις τας μικράς κοινωνίας, θεωρείται μεγάλη προσβολή
ν' αρραβωνισθή τις μίαν κόρην κ' έπειτα να την αφήση. Η κόρη τήκεται
ημέρα με την ημέραν· κόρη αρραβωνισμένη είνε διά τους άλλους έπιπλον
μεταχειρισμένον, το οποίον έχασε πλέον την στιλπνότητά του. Εκτός
σπανίων εξαιρέσεων ουδείς άλλος δέχεται να την νυμφευθή· η οικογένεια
καταβάλλεται εκ της εντροπής ουδέν των μελών της, είτε πατήρ, είτε
αδελφός, είτε καν απλούς συγγενής ακόμη έχουν το θάρρος να φιλονικήσουν
με άλλον περί των υποθέσεών των, διότι ούτος ευθύς ρίπτει, μίαν λέξιν
διά το πάθημά των και αυτοί είνε ηναγκασμένοι να την παραδεχθούν και να
σιωπήσουν. Ο Δημήτρης τα εγνώριζεν όλα αυτά και συνετρίβετο η καρδία
του εις τα δάκρυα του γέρω Βαγγέλη.
Αίφνης εσκέφθη το εύρημά του, είδεν ότι τούτο ήτο ακριβώς εκείνο το
οποίον ο βλαχοποιμήν εχρειάζετο διά την κόρην του. Ήρχισε να διαβλέπη
εκεί τον δάκτυλον του Θεού, να πιστεύη ότι όχι η ιδική του τύχη αλλά
της Μπίλιως ήτο να εύρη τα χρήματα και ότι αυτός δεν εχρησίμευσε παρά
ως μέσον διά να φθάσουν μέχρις αυτής. Και ο Δημήτρης παρασυρόμενος υπό
της πλημμύρας των φιλικών και θρησκευτικών αισθημάτων του, χωρίς να
σκεφθή περισσότερον ητένισε τον γέρω Βαγγέλη μειδιών.
— Σώπα, γέρω, είπεν η κόρη σου θα πανδρευθή.
Συγχρόνως έσυρεν εκ του κόλπου του το πορτοφόλι κ' εξήγαγε τας
τριακοσίας δραχμάς.
— Να, περισσοτέρα δεν έχω· είπε τείνων αυτά εις τον έκπληκτον
βλαχοποιμένα.
— Αδερφέ μου με σώνεις! είπεν ούτος, εναγκαλιζόμενος αυτόν· με
σώνεις· έσωσες το κορίτσι μου, τ' όνομά μου!. . .
Αλλ' ενώ ήπλωνε την χείρα να λάβη τα χρήματα εστάθη.
— Όχι, είπε, κράτησε τα κι' αύριο μου τα δίνεις· να κάνουμε πρώτα το
χαρτί.
— Τι χαρτί; χαρτί είν' ο λόγος 'ς τους καλούς ανθρώπους· δεν θέλω.
— Α, όχι· εδώ έχομε ζωή και θάνατο· αύριο κάνουμε το χαρτί και μου
δίνεις τα λεφτά.
Αλλ' ο Δημήτρης επέμενε και ο βλαχοποιμήν τέλος κατεπείσθη να λάβη τα
χρήματα και την Κυριακήν εστεφάνωσε την κόρην του. Αλλ' αίφνης ιδού
αφού επί τόσον καιρόν κανείς δεν εζήτησε τα χρήματα εκείνα, τόρα
ήνοιγεν η άβυσσος απειλητική εμπρός του. Ο ζωέμπορος ενεφανίζετο διά
της εκκλησίας ζητών τα χρήματά του, άλλως έρριπτεν αυτόν εις τας αράς
πάντων των θεοφόρων πατέρων, ως έλεγε το επιτίμιον. Και ο ζωέμπορος δεν
ήτο άλλος παρά ο ιππεύς εκείνος του Στρεμμενού· όλα συνεφώνουν και το
χρώμα του πορτοφολίου και το ποσόν των χρημάτων και ο τόπος αυτός. Είνε
αληθές ότι και τότε αν τα είχε και τα έδιδεν ελύετο ο αφορισμός· αλλά
πού να εύρη αυτός, πτωχός εργάτης, τριακοσίας δραχμάς. Καθ' όλην την
ζωήν του αν ειργάζετο δεν ήτο δυνατόν να τας οικονομήση. Ο βλαχοποιμήν
από τον οποίον ηδύνατο να τας ζητήση, εκτός του ότι δεν είχε τίποτε,
είχε και αποθάνει· από τους κληρονόμους του δεν αδύνατο να τα ζητήση
αφού δεν είχε συνάλλαγμα!. . . .
Ο Δημήτρης ούτω σκεπτόμενος έμεινε κατάκλειστος καθ' όλην την ημέραν.
Έστρεφε κ' επανέστρεφε το ζήτημα εις τον νουν του αλλά πουθενά δεν
εύρισκεν ελπίδα σωτηρίας. Παρήλθεν η ημέρα χωρίς να συλλογισθή να φάγη
ή να πίη τι. Έκλινε την κεφαλήν επί της σκωληκοβρότου τραπέζης του,
εστήριζεν αυτήν εις τον τοίχον εν μέσω των χειρών του, περιεφέρετο
εδώ κ' εκεί ταχέως βηματίζων και κατέπινε τον καπνόν του σιγάρου του
μετά πάθους. Ο νους του αδιακόπως εκάλπαζε ζητών κάτι το οποίον και
αυτός δεν εγνώριζεν· ιδρώς αγωνίας και ταραχής απέσταζε κατά θρομβία
από του μετώπου του εν τη ώρα εκείνη του χειμώνος. Τα μαλλιά του
έπιπτον ατάκτως εδώ κ' εκεί άλλα ανωρθωμένα, άλλα επικλινή, αλλα
καταπεπτωκότα ωσεί θέλοντα να παραστήσωσι τον εν τω κρανίω του σάλον·
οι μυς του προσώπου του συνεσπώντο εκάστοτε ωσεί η ψυχή ερρίγει εντός
του σώματος. Κάποτε έπιπτεν εξηντλημένος επί της στρωμνής του,
προσεπάθει να κοιμηθή ολίγον, αφίνων δι' αύριον την σκέψιν, αλλά μόλις
έκλειε τους οφθαλμούς και η εικών της πρωίας με τας μεγάλας ερυθράς
φλόγας των μαύρων λαμπάδων, τα ωχρά πρόσωπα των χωρικών, τα πιναρά των
ιερέων και άνωθεν τον κατάμαυρον ουρανόν, απαίσιον πλαίσιον
απαισιωτέρας εικόνος, παρουσιάζετο προ αυτού φοβερωτέρα. Ενόμιζεν ότι
ήκουεν εν τη σιγή της νυκτός ένα προς ένα τους λόγους του επιτιμίου και
τους εδέχετο, ως τόσας μυλόπετρας κατά της κεφαλής του. Εν τη σκοτία
του δωματίου του διέκρινε μαύρον σύννεφον καπνού, δυσώδες, το οποίον
τον απέπνιγε.
— Φέξε, θεέ μου, φέξε! έλεγεν αναπηδών έντρομος.