κατήντησε να νικηθή από δύο παιδία. Αλλ' όχι, δεν θα μείνη ως εκεί, δεν
θα της ξεφύγουν. Αυτή ημπορεί και από μακράν ακόμη να στείλη την
εκδίκησίν της. Διά τούτο ίσα ίσα εγεννήθη από μάγισσαν και αδίκως, εις
τα χαμένα δεν ωνομάσθη αυτή παρ' όλων Μάγισσα του βουνού. Τόρα θα δείξη
την δύναμίν της και θα κάμη να το εννοήση καθένας, ότι αυτή δεν
παίζεται εύκολα.
Ούτως εσκέπτετο η Κυρά Ρήνη ενώ ανήρχετο την κλίμακα του πύργου της.
Μετά πολλάς περιστροφάς εισήλθεν εντός δωματίου, στρογγυλού, υψηλού,
κειμένου επί της στέγης. Εις το μέσον του δωματίου επί υψηλής, δίκην
παλαιού θυσιαστηρίου εστίας, έκαιεν ολίγον πυρ, ρίπτον ερυθράς λάμψεις
επί των πέριξ αντικειμένων. Από των τοίχων εκρέμαντο κατά τάξιν σάκκοι
δερμάτινοι παλαιωμένοι, κατασκονισμένοι, όπερ εδείκνυεν ότι από πολλού
ήσαν εν αχρηστία, κ' εξ αυτών προέκυπτον φυλλάριά τινα ακανθώδη,
μαραμένα, ερυθρωπά, υποκίτρινα, άλλα λεπτά και στιλπνά, άλλα ταινιώδη,
λογχοειδή, συλλογή όλων των ειδών του φυτικού βασιλείου. Από της
χαμηλής οροφής, κατάμαυρης ως οροφής χωρικού μαγειρείου, εκρέμαντο
φιδοπουκάμισα, ταλαντευόμενα υπό της πυράς, ταριχευμένοι γυπαετοί,
κόρακες, ράμφη περιστερών, δαγκώνες καρκίνων, πόδες σκορπιών, οδόντες
κάπρων και κεφαλαί δενδρογαλιάς και ανηλιάγου· επί δε του πατώματος,
φύρδην μίγδην εις τας γωνίας, ήσαν ανερριμένα πολύχρωμα ράκη πανιών,
τρυπημένα υποδήματα, αντιπροσωπεύοντα τας διαφόρους ηλικίας του
ανθρώπου από παιδιού μέχρι γέροντος, όστρακα χελώνης και παντοειδή άλλα
σκεύη της μαγγανείας και του διαβόλου.
Η Κυρά Ρήνη εισελθούσα εν τω δωματίω, έρριψε βλέμμα εταστικόν εις όλα
εκείνα τα μαγικά ανεμομαζώματα. Έπειτα ήλθε κ' εστάθη προ της εστίας.
— Ο Ανάποδος 'ς τα χιόνια και τ' αλάτι 'ς τη φωτιά! εψιθύρισεν
επιβλητικώς.
Και λαβούσα από ρυπαρού μαλλίνου σακκουλίου ολίγον άλας, όπερ είχε
δανεισθή επί τρεις ημέρας κατά σειράν μετά την δύσιν του ηλίου πάντοτε,
το έρριψεν επί της πυράς. Η πυρά έτριξεν επανειλημμένως, σπινθήρες
τίνες ανερριπίσθησαν κ' ευθύς λαμπραί κυανέρυθροι φλόγες ανήλθον μέχρι
της οροφής. Συγχρόνως όλα τ' άψυχα εκείνα πράγματα, τ' απαρτίζοντα τον
πλούτον του δωματίου, ως να επέπνευσε ζωή τις επάνω τους, ήρχισαν να
κινούνται, προξενούντα διαβολικόν θόρυβον.
Η Κυρά Ρήνη με οφθαλμούς υπερμέτρως ανοικτούς, αναπνοήν διακοπτομένην,
χείλη κινούμενα, έτοιμα να εκφέρουν βλασφημίας και κατάρας,
απεκλειστικόν αυτών προσόν, παρετήρει κύπτουσα ανυπομόνως τας φλόγας,
αίτινες εκοκκίνιζον φοβερώς το πρόσωπόν της, το μαραμένον ήδη. Διότι η
δύναμις εκείνη, ήτις έφερεν αυτήν εις τον κόσμον — και τοιαύτη δεν ήτο
βεβαίως η φύσις — ίσως θέλουσα να δώση ακριβή εικόνα της μαύρης ψυχής
της, έκαμεν ώστε μόλις εισήρχετο εις το δωμάτιον εκείνο και ήρχιζε τας
μαγγανείας της, να μεταβάλληται εις ξεδοντιάραν και κάτισχνον γραίαν με
χείλη πρισμένα και μελανίζοντα, οφθαλμούς κοίλους και γαλάζους, κόμην
ψαράν και αγρίαν ως και την χοίρου, με σώμα κυρτωμένον, όνυχας γαμψούς,
εις αληθή και φοβεράν στρίγγλαν. Τούτο όμως δεν την ετάρασσε, ούτε την
ημπόδιζεν από το έργον της. Εγνώριζε καλώς ότι μόλις εξερχομένη
εκείθεν εγίνετο πάλιν η ωραία και θελκτική μάγισσα, ως ο δράκοντας του
μύθου, όστις πλησιάζων εις τον μαγευμένον καθρέπτην εκιτρίνιζεν ως το
θειαφοκέρι, έτρεμεν, εκινδύνευε να χάση την ζωήν του, αλλά μόλις
απεμακρύνετο εκείθεν, ανελάμβανε τας δυνάμεις του όλας.
— Να χαθήτε, βρωμοχόρταρα! είπε τέλος μετ' αγανακτήσεως, πτύουσα την
πυράν.
Η μάγισσα ύψωσεν επί μικρόν την κεφαλήν, έκλινε προς τα οπίσω το σώμα,
έτεινε τας χείρας διά ν' αποσείση απ' αυτής την κούρασιν και είτα
εστύλωσε πάλιν εις την πυράν τους οφθαλμούς, ως βιβλιοδίφης επί παλαιού
παπύρου. Ευθύς η μορφή της εφαιδρύνθη. Διά μέσου των φλογών διέκρινεν
ήδη τον Γιάννο και την Μάρω, τα δύο αθώα πλάσματα, πλανώμενα διά μέσου
ερεβώδους σκότους επί ερήμου και αμμώδους πεδιάδος.
— Α, 'ς τανάθεμα! εφώναξε θριαμβευτικώς.
Και καθήσασα επί υψηλού εδράνου, εν μέσω των σκευών και της διαβολικής
εκείνης σωρείας των μαγκανευμάτων, ητοιμάσθη να καταδιώξη κατά την
θλιβεράν περιπλάνησίν των τα δύο εκείνα πλάσματα, απ' εκεί, ως
στρατάρχης διευθύνων την μάχην από του καταλύματός του.
Τω όντι ο Γιάννος και η Μάρω καταμόναχα, επλανώντο εν απογνώσει, ως
πρόβατα αποχωρισθέντα της κοπής των, επί της αμμώδους πεδιάδος. Επί
ώρας ολοκλήρους επάλαισαν με τα μαύρα κύματα της λίμνης, άτινα τα
εκύλιον αδιακόπως, ως κολοκύνθας και τ' απώθουν επιμόνως προς την
ξηράν, ως να ήθελον και αυτά να εξυπηρετήσουν τας ορέξεις της Κυρά
Ρήνης. Τα πτηνά άνωθέν των έφρασσον τον ορίζοντα αλληλοσφαττόμενα και
τα πούπουλα και το αίμα των κατερρύπαινε τα παιδία· οι βροντώδεις
κρωγμοί των τα επάγωνον, η βοή της λίμνης τα κατετρόμαζεν, τ' αεικίνητα
νερά τα κατεζάλιζον. Όταν δ' εξήλθον της λίμνης, δεν ήξευρον και αυτά
πώς εσώθησαν.
— Εγώ τον είδα· ήταν ένας γέρος με μακρυά άσπρα γένεια και μεγάλα
μάτια· αυτός μας έβγαλε· έλεγεν η Μάρω περί του σωτήρος των.
— Μπορεί να ήταν και γέρος· εμέ μου φάνηκε πως ήταν σύγνεφο και μέσ'
απ' αυτό εβγήκε ένα χέρι· προσέθετεν ο Γιάννος, όστις εν αγνοία του
εταύτιζε τον σωτήρα των προς τους πτερωτούς αγγέλους των εικονογράφων.
— Κ' εμένα δε με θυμάσθε; ηκούσθη αίφνης φωνή αδύνατη πλησίον των.
— Η θεια μας· είπον τα παιδία μετά χαράς.
Τω όντι ήτο η θεία των, η Κυρά Καλή. Η Κυρά Καλή, ολίγον τι μικροτέρα
της Κυρά Ρήνης διέφερεν αυτής, όσον ο σίτος από την ήραν. Αθάνατος και
αυτή κ' αιωνία αλλά κάτισχνος, με πρόσωπον κίτρινον και ζαρωμένον, ως
μαραμένον μήλον, σεμνή ως μοναχή, είχεν αποσυρθή του κόσμου, ζώσα εντός
ανηλίου κ' ερημικής κοιλάδος, καταμόναχη, εκτός μικράς στακτερής
σκύλας, της Ωμορφούλας και δύο παγωνιών. Ήτο μάγισσα και αυτή αλλά
κατωτέρα της αδελφής της. Πάντοτε όμως εφρόντιζε να κάμνη το καλόν διά
τούτο και την ωνόμαζον όλοι &Καλήν μάγισσαν&. Από την χαμηλήν καλύβαν
της, την καπνισμένην, εγλύκαινε της γεροντοκόρης τον ύπνον, του ορφανού
την ζωήν, του ψυχορραγούντος τας τελευταίας στιγμάς· ενεθάρρυνε τον
καταπονεμένον από τας καταδρομάς της τύχης, τον απηλπισμένον ένεκεν
ατυχούς έρωτος· αντήμειβε την τιμήν και την ειλικρίνειαν, κάμνουσα να
την αναγνωρίζουν όλοι· επροστάτευε τον πτωχόν γεωργόν και τον κατάχρεων
ποιμένα· εχειραγώγει κ' επανέφερεν εις τους κόλπους των οικογενειών των
τους ανδρειωμένους, όσοι επλανώντο αναζητούντες το Αθάνατο νερό, ή τον
Μαγεμένον Καθρέπτην, τον οποίον φυλάσσουν αγρυπνούντες κάτωθεν
χρυσομηλιάς σαράντα δράκοντες, ή την Μαγεμένην Κασέλα, ήτις πετά εις τα
ύψη 'σάν πουλάκι· συνεβούλευε την λύσιν διαφόρων αινιγμάτων εις τα
βασιλόπουλα, όσα είτε από κακήν των τύχην είτε από μονομανίαν επροτίμων
ή να χάσουν την ζωήν των ή να πάρουν γυναίκα την ωραίαν και πλουσίαν
αινιγματοθέτιδα· έδιδε κατά την ημέραν του Άι-Γιανιού του Ριζακάρη
καλόν ριζικόν εις της λυγερές, έκαμνε ν' ανθίζη πάλιν υπό το
προσκέφαλόν των η ψημένη αγριαγκινάρα κ' έστελλεν όνειρα σύμφωνα με
τους πόθους των, όταν έτρωγον την αρμυροκουλούραν. Αν δε κατέφευγε
μέχρις αυτής καμμία παραπονουμένη διά την εγκατάλειψιν του εραστού της,
έστελλεν ευθύς τα παγώνια με τα χρυσά κανατάκια των κ' έφερον από τους
νεροκράτες την πρωτομαγιάτικη δροσιά, τον δημώδη τούτον κεστόν της
Αφροδίτης και την έλουζεν, ως μήτηρ, αποκαθιστώσα αυτήν τόσον ερασμίαν
ώστε να σφάζωνται παλληκάρια δι' ένα και μόνον βλέμμα της. Ουδέποτε
εσκέφθη να κάμη κακόν· ούτε πουλάκι δεν ήθελε να βλάψη. Έκλειεν όλον
τον κόσμον εις την καρδίαν της, όλους τους ανθρώπους και ήτο η μόνη
χαρά της να τους βλέπη πάντοτε ευτυχείς. Διά τούτο η μεγάλη ψυχή της
δεν ηδύνατο καθόλου ν' ανεχθή την Κυρά Ρήνην και την απέφευγεν όσον της
ήτο δυνατόν. Αφ' ότου η Μάρω επήγεν εις την καλύβαν της αναζητούσα τον
Γιάννο, ευθύς η Κυρά Καλή εμάντευσε τους σκοπούς της αδελφής της. Και
τόρα όταν είδε τα παιδία κινδυνεύοντα εις την λίμνην, έρμαιον
ασπλάγχνου μητρός, έσπευσε να τα σώση και τα σφίγγει ήδη εις την
αγκάλην της, ως όρνις υπό τας πτέρυγάς της τους νεοσσούς.
— Κακόμοιρα παιδιά μου! κακόμοιρα παιδιά μου! έλεγε κλαίουσα μαζί των.
— Σώσε μας, θειακούλα μου· πάρε μας μαζί σου.
Ήθελαν να τα πάρη μαζί της τα πτωχά. Αλλά δεν ήτο δυνατόν· ποίος
ηδύνατο ν' αντιστρατευθή εις τας επιθυμίας της Κυρά Ρήνης; Η Κυρά Καλή
εγνώριζε πολύ καλά, ότι λαμβάνουσα αυτά υπό την προστασίαν της, αντί να
τα ωφελήση, εξήγειρε περισσότερον την οργήν της αδελφής της εναντίον
των. Αλλ' εκτός τούτου εκινδύνευε και αυτή η ιδία. Μίαν φοράν ότε
ηθέλησε να κάμη κάτι εναντίον των επιθυμιών της Κυρά Ρήνης, αυτή
ανεστάτωσε το Σύμπαν και ολίγον έλειψε ν' αποσπάση όλην την κοιλάδα και
να την ρίψη μαζί με την καλύβαν της και μ' αυτήν την ιδίαν εις τα βάθη
της θαλάσσης.
— Όχι, παιδιά μου· δεν μπορώ να σας πάρω, είπεν εις τα παιδία μετά
λύπης.
— Τι να γενούμε, πού να πάμε; εψιθύρισαν αυτά κλαίοντα.
— Εμπρός· όποιος πηγαίνει εμπρός ποτέ δε χάνει.
— Ποιος θα μας βοηθήση, ποιος θα μας σώση;. . .
— Εκείνος. . . όταν έρθη καιρός. . .
Και η Κυρά Καλή ύψωσε τον δάκτυλον εις τον ουρανόν. Τα παιδία νομίζοντα
ότι θα έβλεπον κάποιον προστάτην, ύψωσαν μετ' ελπίδος τους οφθαλμούς
εις τον ζοφερόν αιθέρα, αλλά τίποτε δεν διέκρινον. Και όταν τους
εχαμήλωσαν, δεν ήτο μαζί των ούτε η Κυρά Καλή.
— Όλοι μας αφίνουν, εψιθύρισαν μετά πικρίας.
Και αλληλοκρατούμενα ήρχισαν πάλιν τον θλιβερόν των δρόμον. Το σκότος
πυκνόν και αδιαχώρητον έπιπτεν επ' αυτών και τα επολιόρκει πανταχόθεν·
τα παιδία εντός αυτού ούτε τον δάκτυλόν των δεν ηδύναντο να διακρίνουν·
εβάδιζον σιωπηλά, μήπως τρομάξουν κ' εκ της ιδίας των φωνής,
προσκόπτοντα ανά παν βήμα, μαζευόμενα το έν παρά το άλλο, ως ορτύκια
εντός των ονακανθών κάτω από την αναπνοήν του σκύλου. Εδώ συνεπλέκοντο
εις τας ίνας αιγοκλήματος, σκληρού και νευρώδους, καλύπτοντος διά
πυκνού δικτύου την γην εκεί αιμάτονον τας χείρας των εις τα χαμόκλαδα·
αλλού εκτύπον τα μέτωπά των εις κλάδους και κορμούς δένδρων προαιωνίων,
σκληρούς ως σιδηρόξυλον.
— Μάρω μου, πού πάμε; ηρώτα ο Γιάννος από καιρού εις καιρόν εν
αποθαρρύνσει.
— Εμπρός· έλεγεν αύτη, κρύπτουσα απ' εκείνου την συγκίνησιν και τον
κρύον φόβον της.
Ούτω εξηκολούθησαν πλανώμενα επί πολύ εις το σκότος το μαύρον όσον και
η τύχη των. Ότε δε διέκρινον εις τον ορίζοντα το γλυκοχάραγμα της
ημέρας, ανέπνευσαν ελευθέρως ως να εσώθησαν από του κινδύνου. Έστρεψαν
και παρετήρησαν μετά φόβου τα σκοτεινά και ανήλια μέρη άτινα διήλθον κ'
εξηκολούθησαν πάλιν τον δρόμον των σπεύδοντα προς το φως, ωσεί διά να
το προφθάσουν.
— Πεινάω· είπε μετ' ολίγον ο Γιάννος κλαυθμηρώς.
— Κ' εγώ, μα πού ψωμί; απήντησεν η Μάρω άπελπις· ψυχή ζωντανή δε
φαίνεται πουθενά!
Και τα παιδία παρετήρησαν το μέρος όπου ευρίσκοντο, εδώ κ' εκεί μετά
φρίκης. Απελπισία· η τύχη των δεν ήλλαξε καθ' όλου, αλλά μάλλον
εδεινώθη, διότι το φως της ημέρας έκαμνε τόρα καταφανή την πένθιμον
έκτασιν, εις την οποίαν επλανώντο. Η ατμοσφαίρα ήτο βεβαρυμένη υπό
μολυβδοχρόων νεφών ούτε πτηνόν ηκούετο κελαδούν, ούτε δένδρον εφαίνετο
πουθενά, ούτε ρύαξ, επότιζε την ατέρμονα έκτασιν, ούτε χόρτον
επρασίνιζε. Τέλματα μόνον, πλήρη βρωμερών αναθυμιάσεων εξετείνοντο
υποπράσινα, που δε και που εφαίνοντο λάκκοι, μικροί και μεγάλοι,
σχηματισθέντες εκ των πελμάτων όλων των ειδών του ζωικού βασιλείου, τα
οποία διήλθον εκείθεν κατά την προαιωνίαν εποχήν, ότε και ο ουρανός ήτο
τόσον χαμηλά, ώστε να τον γλείφουν τα βώδια. Όλα εκείνα τα ίχνη από του
μικροτάτου, του ποντικού, μέχρι του μεγίστου, του βουβάλου, ήσαν γεμάτα
νερού διαυγούς, ως το δάκρυ. Μακράν τριγύρω, ο ουρανός εφαίνετο
εφαπτόμενος με την γην, όπερ απήλπιζε τα δυο παιδία, πιστεύοντα ότι και
αυτός τα κατεδίωκε αποχωρίζων αυτά του λοιπού κόσμου. Εν τούτοις έχοντα
όπισθεν αυτών την απειλήν και έμπροσθεν την δυστυχίαν, επροχώρουν
πάντοτε θραύοντα διά των γυμνών ποδών των τα βρωμερά τέλματα και
τρέποντα εις φυγήν σμήνη ελειογενών παρασίτων. . . Αίφνης η Μάρω εστάθη
και ητένισε μειδιώσα τον αδελφόν της.
— Τι γελάς; ηρώτησεν ούτος, απορών.
— Μάντεψε.
— Πού ξέρω 'γώ· μάγο μ' έκαμες;
— Εγώ το ξέρω.
Κ' εναγκαλισθείσα εφίλησεν αυτόν τρυφερώς. Η Μάρω ενθυμήθη ότι κατά την
πρωίαν της ημέρας, καθ' ην εδραπέτευσαν αύτη ήλλαξε τα ενδύματά της,
και η Κυρά Ρήνη έβαλεν εις τον κόλπον της τεμάχιον μικρού άρτου, διά ν'
απομακρύνη απ' αυτής την βασκανίαν. Αλήθεια, ήτο μικρό, πολύ μικρό·
μέσα εις την τόση πείνα όπου είχαν, ποιος να φάγη να γιατρευθή και
ποιος να φάγη να 'γειάνη; αλλ' από τίποτε, καλό κι' αυτό. . . Και η
Μάρω έβαλε την χείρα εις τον κόλπον της και το εξήγαγε μετά χαράς.
— Δικό σου, Γιάννο μου· είπε, προσφέρουσα αυτό εις τον αδελφόν της.
— Ψωμί; α, όχι· είνε δικό σου.
— Εγώ δεν πεινάω.
— Καϋμένη! είπεν ο Γιάννος με λύπην, ατενίζων αυτήν εις τους
οφθαλμούς· μη λες ψέμματα, γιατί μας ακούει ο Θεός.
Η Μάρω εχαμήλωσε την κεφαλήν υπό το εταστικόν βλέμμα του αδελφού της.
Αλλά ο Γιάννος είχε μεγαλειτέραν ανάγκην να φάγη· οι οφθαλμοί του είχον
βαθύνει από την νηστείαν τόσον ημερών. Αυτή ενήστευε μόνον αφ' ότου
έφυγαν από τον πύργον, ενώ ο Γιάννος ενήστευε και πρότερον εις την
φυλακήν που ηδύνατο αυτός να φάγη το ξερό και μαύρο ψωμί της Κυρά
Ρήνης· τα δόντια του αντί να το κόψουν ηκονίζοντο επάνω του σαν μαχαίρι
εις τ' ακόνι. . . Η φυλακή, η υγρά εκείνη φυλακή, αποτρόπαιος και
μεγάλη βδέλλα, του είχε ροφήσει το αίμα· το πρόσωπόν του ήτο κίτρινον
σαν το κερί· τόρ' ο δρόμος και αι συγκινήσεις τον κατεκούρασαν· ναι, ο
Γιάννος είχε μεγαλειτέραν ανάγκην να φάγη!. . .
Ούτως εσκέπτετο η Μάρω, προσπαθούσα να τον πείση να δεχθή αυτός το
μικρόν εκείνο τεμάχιον του άρτου, το μόλις αρκετόν δι' ένα ποντικόν.
Αλλ' ο Γιάννος ηρνείτο επιμόνως· έπρεπε να το φάγη η Μάρω· αυτός ήτο
άνδρας, δεν είχεν ανάγκην ηδύνατο να βαστάση μήνα ολόκληρον!. . . Τέλος
συνεφώνησαν και μοιράσαντες το τεμάχιον του άρτου έφαγον αυτό και οι
δύω.
— Μάρω μου, διψάω· είπε μετά μικρόν ο Γιάννος.
— Κ' εγώ, Γιάννο μου· μα πού νερό;
— Θα πιω από 'δώ' είπε δεικνύων ένα λάκκον.
— Όχι, δεν βλέπεις;
Και η Μάρω έδειξε μεγάλην κατάμαυρην πλάκα, κειμένην κατάχαμα πλησίον
αυτών. Επ' αυτής ήσαν χαραγμέναι με μεγάλα ευανάγνωστα στοιχεία λέξεις
τινές, απαγορεύουσαι ρητώς την πόσιν του νερού των λάκκων. Αν παρέβαινέ
τις, έλεγον, την συμβουλήν αυτήν θα μετεμορφούτο ευθύς εις ζώον, όμοιον
προς εκείνο από του οποίου το ίχνος θα έπινε.
— Άμα πιης, εχαθήκαμε· προσέθηκεν η Μάρω.
Ο Γιάννος παρετήρησεν επί μικρόν βλοσσυρώς την πλάκα εκείνην, την
φέρουσαν την φοβεράν και αδιάγραπτον εκείνην ρήτραν και του ήρχετο να
την κατασυντρίψη, να εκσπάση εις αυτήν όλην του την οργήν. Συνεκράτησεν
όμως την δίψαν του κ' εξηκολούθησε την πορείαν μετά της αδελφής του, ως
δύο φυγάδες, ων η πατρίς υπήχθη εις την δουλείαν, δύσθυμοι περί του
παρόντος, απέλπιδες περί του μέλλοντος. Και η δίψα κατεκυρίευε τον
Γιάννο· αφόρητος δίψα, ήτις τον έκαμνε να πιστεύη ότι είχε κάμινον
εντός του. Ωρθούτο επί των ποδών του, ατενίζων μακράν πέριξ, μή που
διακρίνη καμμίαν πηγήν, κανένα ρύακα, καμμίαν σταγόνα νερού, αγνήν και
ακίνδυνον να βρέξη τα φλέγοντα χείλη του, παρετήρει αγωνιών τα σύννεφα
άτινα διήρχοντο άνωθεν του σοβαρά, μη ρίπτοντα ούτε μίαν σταγόνα, ενώ
εφαίνοντο φουσκωμένα και κατάμαυρα, πλήρη υετού.
— Δεν βαστάω, Μάρω μου, έσκασα· είπε τέλος.
— Τι θα κάμης;
— Θα πιω.
Και πριν η Μάρω σκεφθή να τον εμποδίση, ώρμησεν, ως ο Τάνταλος κ'
εκόλλησε τα χείλη του εις μικρόν λάκκον, φέροντα τον τύπον
αρνοπατήματος. . .
Η Μάρω είχεν ήδη αναλάβει μόνη της τον αγώνα. Πλάσμα αδύνατον,
μεμονωμένον εντελώς, εξηκολούθει εν τούτοις πορευομένη προς τα εμπρός,
όπερ ήτο εξ αρχής το σύνθημά των, όπου έτεινον ακράτητοι αι ψυχαί των,
σύρουσα όπισθεν τον αδελφόν της.
Ευθύς μόλις ο Γιάννος ερρόφησε την πρώτην σταγόνα του νερού, η φοβερά
ρήτρα της πλακός επηλήθευσεν. Ο Γιάννος μετεμορφώθη εις αρνίον, αλλά
και ούτω ήτο ωραιότατος· το μικρόν προσωπάκι του εξέφραζε πιστώς και
τόρα την ειλικρίνειαν του χαρακτήρος του· οι κατάμαυροι ως ελαίαι
οφθαλμοί του απέδιδον την αγνότητα της ψυχής του πλήρη· ποτέ η αθωότης
δεν αντεπροσωπεύθη τόσον επιτυχώς όσον εν τη μεταμορφώσει εκείνη. Η
Μάρω κλαίουσα έδεσε διά της ερυθράς μεταξίνης ζώνης της τον λαιμόν του
και ο Γιάννος την ακολούθει ήδη πιστώς κ' ευπειθώς εν τη αδιεξόδω και
ατελευτήτω εκείνη πορεία.
Μετά μικρόν η Μάρω ήρχισε ν' ανησυχή. Η ημέρα σιγά σιγά ολιγόστευε και
μετ' ολίγον η νυξ θα κατέβαινε, μαύρη και απειλητική. Τι θα εγίνετο εάν
έμενε μίαν ολόκληρον νύκτα εν μέσω της ελώδους εκείνης ερήμου, των
δηλητηριωδών αναθυμιάσεων; πώς θα επεριπάτει εν τη σκοτία εκείνη, άνευ
ουδενός ερείσματος κ' έχουσα τον Γιάννο εις τοιαύτην αξιοθρήνητον
κατάστασιν;. . .
Η Μάρω εσκέπτετο πάντα ταύτα καταπίνουσα τα δάκρυά της και καταρωμένη
εξ όλης ψυχής την Κυρά Ρήνη, την αναθεματισμένην Κυρά Ρήνη η οποία ήτο
η μόνη πρόξενος των τόσων των κακουχιών. Έστρεφε το βλέμμα πέριξ
αναζητούσα μέρος τι, μικράν τινα κατοικίαν, καμμίαν καλύβην ερημικήν,
αλλά τίποτε· ούτε δένδρον, ούτε χαμόκλαδον διέκρινεν. . .
Αίφνης όμως, προς τ' αριστερά, είδε πράγμα τι υψηλόν και φαιόν,
ακίνητον, συγχεόμενον με την τεφράν όψιν του ορίζοντος. Η Μάρω άνευ
δισταγμού έσπευσεν εκεί όσον ηδύνατο ταχύτερον, εκ φόβου μήπως την
καταλάβη το σκότος.
— Γιατί δεν πάμ' εμπρός, Μάρω μου; ηρώτησεν ο Γιάννος, εννοήσας την
λοξοδρόμησιν.
— Όλα κουράζονται 'ς το δρόμο τους και γυρεύουν ανάπαυσι· είπεν η Μάρω
έμφροντις· ποιος ξεύρει τι μας βρίσκει αύριο;
Εφ' όσον η Μάρω προυχώρει, διέκρινε καθαρώτερον εν μέσω συσκίου κήπου,
υψηλόν πύργον. Ευθύς ανεθάρρησε κ' ενεψυχώθη. Ας εύρη τουλάχιστον μίαν
στέγην υπό την οποίαν να κλείση τα μάτια της μίαν νύκτα· ας εύρη
ανθρώπους με τους οποίους να συνομιλήση, πυράν, παρά την οποίαν να
θερμανθή και αύριον έχει ο Θεός. . .
Ούτως εσκέπτετο η Μάρω πλησιάζουσα εις τον πύργον· τα κουρασμένα μέλη
της είχον τόσην ανάγκην αναπαύσεως, ώστε και η τρώγλη του λαγωού θα της
εφαίνετο ευάρεστος. Εις την αυλήν διέκρινε πολλούς χωρικούς, άλλους
ορθίους, άλλους καθημένους πέριξ μεγάλης πυράς και συνομιλούντας
θορυβωδώς.
— Ελεήστε μια χριστιανή, είπεν η Μάρω παρακλητικώς, σταθείσα προ του
μεγάλου πυλώνος του κήπου.
— Έμπα μέσα κόρη μου, έμπα μέσα· της εφώναξεν ευθύς παχουλός χωρικός
μ' εύθυμον κ' ερυθρό όψιν· μπάσε και τ' αρνάκι σου.
Η Μάρω εισήλθεν εις την αυλήν του πύργου σύρουσα και τον Γιάννον οπίσω
της. Οι χωρικοί εκάλεσαν αυτήν πλησίον των και της έδωσαν άρτον και
τεμάχια κρέατος, άτινα είχον απομείνη εκ του προσφάτου δείπνου των. Όλοι
εκ συμφώνου παρετήρουν το παρθενικόν πρόσωπον της κόρης κ' έβαλλον
αναφωνήσεις θαυμασμού, αίτινες επείραζον τόσον τας πλησίον χωρικάς, ώστε
ήρχισαν να την εχθρεύωνται.
— Και τ' αρνί, Βασίλη, δεν βλέπεις και τ' αρνί; είπε μία χωρική εις τον
πλησίον σύντροφόν της.
— Ώμορφο πράμμα, εψιθύρισεν ούτος, θωπεύσας τον Γιάννο.
— Ε μωρέ, για το σουβλί! εφώναξεν άλλος, φέρων την χείρα του υπό την
ουράν του Γιάννου, ως κάμνουν οι κρεοπώλαι δια να εκτιμήσουν το πάχος
των αρνίων.
— Kαι ξέρει κάτι τραγούδια! . . . επρόσθεσεν άσεμνον γραΐδιον, δήθεν
χαριτολογούν.
Η Μάρω βαρυνθείσα ν' ακούη τους πειρακτικούς εκείνους λόγους απεμακρύνθη
των χωρικών και καθήσασα εις μίαν άκραν της αυλής, επί τινων καυσοξύλων,
ήρχισε να μοιράζηται μετά του Γιάννου το φαγητόν.
— Να σου ειπώ, κόρη μου· δεν νυστάζεις ; ηρώτησεν αυτήν μετ' ολίγον
πλησιάσας ο γέρων χωρικός· οι κότες εκούρνιασαν, το κρασί εσώθηκε, η
φωτιά εσβύσθηκε κ' εμείς θα πλαγιάσωμε· τι θες να κάνης ;
— Να κοιμηθώ.
— Καλά· δέσε τ' αρνάκι σου 'ς το παλούκι κ' έμπα μέσα.
Αλλ' η Μάρω ήθελε να πάρη μαζί της και τον Γιάννο· δεν ήθελε να τον
αφήση έξω και μάλιστα καταμόναχον. Ο γέρων χωρικός όμως δεν επέτρεπε
τοιούτον τι· αρνί μέσα εις τον πύργον, πού ηκούσθη ποτέ! έπειτα κλέφτες
με κλέφτες δεν επάτησαν ποτέ εκεί. Αν όμως δεν θέλη, δεν την εβίαζε και
κανείς· ηδύνατο να πάρη το αρνάκι της και να πάη από εκεί που ήλθε.
Ο χωρικός ωμίλει αυστηρώς, αλλά δεν είχε και άδικον. Η Μάρω ωμολόγησε
τούτο καθ' εαυτήν, αλλά ν' αφήση τον Γιάννο μοναχόν! Και μόνη η
υπόθεσις την εβασάνιζε. Καλλίτερα επροτίμα να φύγη, να διανυκτερεύση
μαζί του έξω, εις την ερημιά, παρά να τον αφήση μόνον
— Δεν πειράζει, Μάρω μου· πήγαινε μέσα· είπεν ο Γιάννος εννοήσας τας
σκέψεις της.
— Μάνα σ' αφήσω μοναχόν;. . . . .
— Δεν πειράζει· κ' εγώ θα κοιμηθώ. . . . . .
Ο Γιάννος ελυπείτο την αδελφήν του κ' ήθελε πολύ να την αφήση να
κοιμηθή· μία νύκτα ήτο, όπως περάση ας περάση και αυτός. Ευθύς όμως άμα
έμεινε μόνος, η δειλία ήρχισε να τον κυριεύη. Περιέστρεφεν ανησύχως το
βλέμμα εδώ κ' εκεί, ως ο διερχόμενος δύσφημόν τινα θέσιν, συχναζομένην
υπό δαιμόνων και φαντασμάτων· τα φρίσσοντα φύλλα των δένδρων, το
γαύγισμα του σκύλου, ο βραχνός κρωγμός της κουκουβάγιας, το μονότονον
τραγούδι του σάρακος, κάθε τι, διήγειρεν εις την ψυχήν του φόβον και
απελπισίαν. Δεν ήξευρε διατί, αλλ' ενόμιζεν ότι ο πύργος εκείνος δεν
ήτο άξιος εμπιστοσύνης· το κόκκινον αυτού χρώμα, τα οδοντωτά τείχη του,
ο πρωτοφανής ρυθμός του, με εσοχάς κ' εξοχάς, με κύκλους και τρίγωνα
άτακτα, του εφαίνετο ως μνημείον αφιερωμένον εις θηριώδη τινά και
κακούργον ύπαρξιν. Όλα τα πέριξ, ει και βωβά, ωμίλουν εις εκείνον
ευγλώττως ότι εκεί ήτο ο Πύργος της Κατάρας, διά τον οποίον συχνά του
ωμίλει η Κυρά Ρήνη.
Εσκέφθη τους ανθρώπους, τους οποίους συνήντησε μόλις εισήλθεν εις την
αυλήν, αγρίους, ως ληστάς, με μακράς γενειάδας και παχείς μύστακας, με
φουστανέλλας καταλερωμένας από κηλίδας αίματος· τας γυναίκας, ασέμνους
και διεφθαρμένας· τα παιδία, ημίγυμνα και κατεσκληκότα, ως γυφτόπουλα.
. . Εσυλλογίσθη έπειτα τους λόγους, τους οποίους είπον περί αυτού, τ'
αχόρταγα βλέμματα, τα οποία του έρριπτον, και στοχασθείς ότι έπεσεν εις
οδόντας λύκων ήρχισε να περιστρέφηται ανησύχως, ν' ατενίζη αδιακόπως τ'
άστρα, ανυπόμονος να τα ίδη τρεμοσβύνοντα. . . Ούτω διήλθεν όλην την
νύκτα και μόλις καθησύχασεν, όταν ήκουσε το εωθινόν λάλημα των πετεινών
κ' είδεν εις τον ορίζοντα τας πρώτας λάμψεις της ημέρας.
— Πάει κι' αυτό· εψιθύρισε μετά χαράς.
Κ' έστρεψε την κεφαλήν προς τον πύργον, όπου όλοι ήσαν επί ποδός. Αι
γυναίκες με την άτακτον ενδυμασίαν των, ως ήσαν από της κλίνης, με τα
μάλλινα χρωματιστά μεσωφόρια και τον λευκόν των κεφαλόδεσμον,
ησχολούντο εις διαφόρους οικιακάς υπηρεσίας· οι άνδρες και τα παιδία
επηγαινοήρχοντο εις την αυλήν. Εις μίαν γωνίαν ήναπτον πυράν, θέτοντες
άνωθεν υψηλής πυροστιάς μεγάλον λέβητα, πλήρη νερού· άλλοι εκαθάριζον
οξείας αρπάγας, άλλοι εκομβόδεναν σχοινιά κ' ένας βλοσσυρός και
δασύτριχος χωρικός ηκόνιζε θορυβωδώς επί του μασακίου του χονδράν
μάχαιραν.
Ο Γιάννος παρηκολούθει τας κινήσεις των εκείνας περιέργως· εφαίνοντο
ότι όλοι εκείνοι οι άνθρωποι δεν έκαμνον τίποτε άλλο παρά ητοιμάζοντο
πυρετωδώς εις ευωχίαν· εφαίνετο ότι όλη των η ζωή ούτω διήρχετο. Αλλ' ο
Γιάννος δεν έβλεπε κανένα ζώον εις την αυλήν· ποίον θα ήτο το θύμα των;
Μήπως εγίνοντο δι' αυτόν όλαι εκείναι αι ετοιμασίαι; Και ποίος να τον
εμποδίση, από ποίον να εύρη προστασίαν! Όλοι εκεί μέσα ήσαν λησταί και
η Μάρω εκοιμάτο ακόμη. . . Και ο Γιάννος υπό τοιούτων σκέψεων
καταληφθείς ήρχισε να κραυγάζη μ' όλην την δύναμιν των πνευμόνων του:
Βράζουν βράζουν τα κακάβια
και τροχούνε τα μαχαίρια
για του Γιάννου το κεφάλι·
Μάρω μου!. . . . . .
Αλλ' η Μάρω δεν ήκουε. Μετά τόσας κακουχίας και ψυχικάς συγκινήσεις,
ευρούσα στέγην φιλικήν και μαλακήν κλίνην, απεκοιμήθη βαθέως, μόλις
έκλεισε τους οφθαλμούς. Ο Γιάννος ανυπομονών έβλεπεν ήδη το νερό
ανερχόμενον εις ατμούς πυκνούς εκ του λέβητος· ήκουε τον απαίσιον
κοχλασμόν του, αντίκρυζεν από τινος κλάδου μωρέας ανηρτημένην την
αρπάγην απειλητικήν, την μάχαιραν με την λευκήν κόψιν και την κυρτήν
μαύρην ράχιν της και τον σφαγέα αναρτώντα από του τραχήλου του την
ποδιάν. Ενόησεν ότι όλα ήσαν έτοιμα, ότι η κρίσιμος ώρα εσήμανε κ'
επανέλαβεν εντονώτερον τας φωνάς του:
— Βράζουν βράζουν τα κακάβια
και τροχούνε τα μαχαίρια,
για του Γιάννου το κεφάλι.
Μάρω μου!. . . . . . .
Αίφνης η πλησίον θύρα του πύργου ηνοίχθη. Η Μάρω ήκουσεν ήδη τας φωνάς
του και πηδήσασα έντρομος της κλίνης της έδραμε προς αυτόν.
— Τι έχεις, Γιάννο μου;
— Να φύγωμε!
— Ναι, τόρα θα φύγωμε. . . . . .
— Τόρα αμέσως! δεν βλέπεις;
Η Μάρω στραφείσα είδε τας ετοιμασίας των χωρικών κ' ενόησε τον
κίνδυνον. Έλυσε τον Γιάννον από του πάλου και χωρίς να χάνωσι καιρόν
εξήλθον του πύργου, από του αντιθέτου μέρους της αυλής.
Εις την πεδιάδα το ψύχος ήτο δριμύ· ο ουρανός βαρύς και κατάμαυρος· η
γη υγρά, ωσεί ουδέποτε ακτίνες ηλιακαί έπεσον επ' αυτής· ο αήρ,
επιπνέων αδιακόπως, μετέβαλλε την επιφάνειάν της εις σκληρόν
κρύσταλλον.