πονηρίαν καμμίαν, δίχως κανέν αίσθημα άλλο από την αγάπην. Μόνον μικρά
χαιρεκακία ανεφαίνετο ενίοτε μεταξύ των, όταν ο ένας ετρύπα την χείρα
του διά της ακάνθης ή ο άλλος έπιπτεν από του λίθου, όπου ήθελε να
σταθή με το ένα πόδι διά να κάμη τον πετρίτην. . Αίφνης όμως μίαν
αυγήν, ενώ η Μάρω ηγείρετο του ύπνου, χαρούμενη, διότι θα επήγαινον, ως
είχον συμφωνήσει μετά του Γιάννου εις τους καλαμώνας να συλλάβουν
τριποκάρυδα, δεν εύρεν αυτόν πλησίον της· παντού ηρεύνησεν αλλά
ματαίως. Και τόρα εντός του μικρού δωματίου των, εις την κλίνην, εις τα
καθίσματα, εις τας γωνίας, εις όλα τα έπιπλα αυτού διαβλέπουσα τον
Γιάννο, πάντα τον Γιάννο, εις τον ελάχιστον θρουν νομίζουσα ότι ακούει
το πάτημά του, ότι διακρίνει την φωνήν τον, στενάζει απαρηγόρητα, ως ο
Ιακώβ προ των αιμοφύρτων ενδυμάτων του Ιωσήφ. Πόσα έχασε με τον χαϋμόν
αυτού! Αμέσως οι παιδικοί της χρόνοι εξηφανίσθησαν και σκότος βαθύ
βασιλεύει εις την ψυχήν της. Και όμως η Κυρά Ρήνη γελά διά τούτο· τι
ελαφρή καρδιά! χάνει κανείς ένα πετεινάρι και κάμνει τ' αδύνατα δυνατά
διά να το εύρη και λυπείται και στενοχωρείται και όχι ένα άνθρωπον
εκεί, ένα παλληκάρι!. . . Αλλά την γνωρίζει καλά την μητέρα της- πάντα
κακή, πάντα αδιάφορος εφέρθη προς τον Γιάννο από τα μικρά του χρόνια
ακόμη. Όχι, άλλη μητρυιά δεν εφέρθη ποτέ τόσον σκληρή εις τον πρόγονόν
της!. . . Όντως εσκέπτετο η Μάρω θλιβομένη διά την απώλειαν του Γιάννου
και διά την τόσην αδιαφορίαν της μητρός της. Περιέφερε το δακρυσμένον
της βλέμμα εν τω δωματίω, άτονον ήδη και ηλίθιον και από καιρού εις
καιρόν εψιθύριζε με παράπονον:
— Πάει αυτός, πάει τόρα αυτός!. . .
Αίφνης το βλέμμα της εσταμάτησεν εις γωνίαν τινά, όπου από μικράς οπής
του πατώματος εισέδυσε στενή ακτίς φωτός. Επορεύθη αργά εκεί, εκ
περιεργίας μάλλον παρά εξ ελπίδος, έπεσε πρηνής κ' εκόλλησεν εις την
οπήν τον οφθαλμόν της. Κάτωθέν της διέκρινε βαθύ και στενόν δωμάτιον,
πλήρες αραχνών, με τοίχους μαύρους εκ της υγρασίας κ' έδαφος άνισον και
ολισθηρόν. Μικρά λυχνία χωματίνη, έρριπτε πενιχρόν φως εμπρός λευκού
τινος πτυχωτού όγκου, ωσεί ανδρεικέλου κυρτωμένου· επί του γυμνού
εδάφους εσύροντο εδώ κ' εκεί πλανώμενα βρωμερά ερπετά, των οποίων αι
σκιαί εμεγεθύνοντο ή εσμικρύνοντο κατά τας κινήσεις των. Πλησίον της
λυχνίας δύο ποντικοί εκύλιον διαμφισβητούντες τεμάχιον κριθίνου άρτου,
ενώ τρίτος ηγωνίζετο ν' αναρριχηθή επί σταμνίου μικρού· υψούτο εις τους
οπίσθιους πόδας, συνελάμβανε το σταμνίον διά των εμπροσθίων και
ητοιμάζετο να πηδήση αλλ' ευθύς ωλίσθαινε ή ανετρέπετο προς τα οπίσω
ύπτιος. Μίαν φοράν εν τη μεγάλη αυτού ορμή συμπαρέσυρε και το σταμνίον
από του οποίου έτρεξε το νερόν εις αύλακα μέχρι του λευκού όγκου όστις
εκινήθη παραμερίσας. Η Μάρω, ήτις προσείχεν εκεί, ωπισθοδρόμησεν ιδούσα
την κίνησιν εκείνην, τρέμουσα ως το φυλλοκάλαμον.
— Ο Γιάννος, ο Γιάννος! έψιθύρισε φρικιώσα.
Τω όντι, αφ' ης ημέρας εξηφανίσθη ο Γιάννος, εκεί διήγε τας ημέρας και
τας νύκτας του, θύμα της καλλίστης μορφής και της αγνότητος της ψυχής
του. Εν τω νοσηρώ εκείνω δωματίω, με ολίγον φως ερχόμενον από τινος
φεγγίτου την ημέραν, με ολιγώτερον την νύκτα, με μαύρον ψωμί, με το
ψύχος και τας στερήσεις, γονυπετή και αλυσσίδετον προσεπάθει η Κυρά
Ρήνη να παρασύρη αυτόν εις τας παραλόγους επιθυμίας της. Πολλάκις της
ημέρας κατερχομένη εις το δωμάτιον παρεκάλει, ηπείλει, έλεγεν ό,τι αι
αισχραί επιθυμίαι της υπηγόρευον, επεδείκνυε στήθη καλλίμαστα και
ροδοκόκκινα, βραχίονας ευπαγείς και λευκούς, μηρούς και
κνήμας εξαισίου πλαστικότητος, προσπαθούσα διά των θελγήτρων της να τον
σύρη εις εαυτήν. Η επιμονή του νέου εξήπτε τας ορμάς της· το πρόσωπον
της εκοκκίνιζε, τα χείλη της έφρισσον εξ ηδονής, οι οφθαλμοί της
ηκτινοβόλουν εξ επιθυμίας, τα μέλη της όλα εσπαρτάριζον κ' έπιπτεν επ'
αυτού μετά λύσσης, μουγκρίζουσα και κολλούσα φλογερά φιλήματα επί των
ροδινών παρειών και του ευτόρνου τραχήλου του. Αλλ' ούτος εν τη λυπηρά
εκείνη στάσει του, εντροπαλός, συνεσταλμένος, έστρεφε τους οφθαλμούς
από της καλλίστης εκείνης γυναικός μετ' αηδίας κ' εξέσχιζε διά των
ονύχων τας παρειάς του να εξαλείψη, ως θανατηφόρον φαρμάκι, τα καυτερά
των φιλημάτων της.
Εις τοιαύτην δοκιμασίαν είχεν υποβληθή και σήμερον, προ μικρού μόλις. Ο
Γιάννος είχεν εξέλθει και τόρα νικητής εκ της πάλης, η αθωότης του είχε
θριαμβεύσει αλλ' έκυπτε την κεφαλήν περίλυπος εις το στήθος. Εις το
πρόσωπον εκείνης, την οποίαν αυτός εθεώρει μητέρα κ' εγνώρισεν ως
μητέρα, έβλεπε την εξαχρείωσιν και την αληθινήν του κόσμου κατάστασιν.
Αφ' ης ώρας εγνώρισε την ζωήν έως προ μικρού, ενόμιζεν ότι ο κόσμος ήτο
γεμάτος με άνθη μοσχοβολούντα και άνθη τέρποντα διά ποικίλων χρωμάτων
τους οφθαλμούς· με δένδρα κάμνοντα καρπόν και δένδρα φιλοξενούντα εις
τους κλάδους των περιχαρή και κελαδούντα πουλάκια· με νερά και βρύσεις
μουρμουριζούσας απαύστως με προβατάκια και κατσικάκια και δαμαλάκια
αθώα, με αγρούς και πεταλούδας και άστρα. Εντός αυτών έζησε και
ανετράφη και αυτά εγνώρισεν· όλα δε αυτά τα ήξευρεν ουδέν άλλο
αγωνιζόμενα κ' επιθυμούντα ειμή να παραγάγουν κάτι καλόν, κάτι ωφέλιμον
προς δημιουργίαν και λειτουργίαν του συνόλου. Ήδη όμως εγνώρισε την
πλάνην του· εις τα ψηλά βουνά εμφωλεύουν αετοί κατασπαράσσοντες τ'
αδύνατα ζώα· εις τας πρασιάς έρπουν φίδια φαρμακερά, ενεδρεύοντα τον
διαβάτην και μεταξύ των ανθρώπων διεφθαρμέναι ψυχαί, πνίγουσαι την
αθωότητα. Ο Γιάννος έτρεμε μήπως και η ιδική του αθωότης πνιγή επί
τέλους υπό της μητρός του την διαφθοράν. Ημέραν καθ' ημέραν ησθάνετο το
θάρρος του ελαττούμενον προέβλεπεν ήδη το μέλλον φρικιών· θα ηγωνίζετο,
θα ηγωνίζετο αλλ' επί τέλους θα υπέκυπτεν!
— Γιάννο! καϋμένε Γιάννο! ηκούσθη πάλιν υποτρέμουσα η φωνή της Μάρως,
επανελθούσης εις την οπήν.
Ο Γιάννος ανεπήδησεν εις την φωνήν και λησμονήσας ότι ήτο δεμένος
ηθέλησε να σηκωθή. Αλλ' επανέπεσε πάλιν και ο κρότος των αλύσεων
αντήχησε πενθίμως εν τω δωματίω και η απήχησις έπληξε την καρδίαν της
Μάρως, ως να έπεσαν επ' αυτής. . .
— Γιάννο, δεμένος είσαι; είπεν η Μάρω θλιβερά.
— Ναι, απήντησεν ούτος, προσηλών το βλέμμα εις την οροφήν, οπόθεν
ήρχετο η φωνή.
— Γιατί; ποιος σ'έδεσε;
— Η μάνα μας.
— Η μάνα μας!. . . και γιατί;
Ο Γιάννος έκλινε την κεφαλήν εις το στήθος χωρίς να είπη λέξιν
— Γιατί, Γιάννο μ', δεν ακούς; γιατί; επανέλαβεν η Μάρω επιμόνως.
— Δεν είν' ανάγκη να μάθης, δεν κάνει· είπεν ο Γιάννος κινών αρνητικώς
την κεφαλήν· αν 'μπορής βγάλε με από 'δώ.
Κ' εξηκολούθησαν ούτω τα δύο παιδία, συνομιλούντα επί πολύ και
ανταλλάσσοντα τας ιδέας των περί της απολυτρώσεως του Γιάννου. Δεν
επρόκειτο περί απολυτρώσεως μόνον αλλά φυγής, φυγής τελείας αυτού και
εκείνης, μακράν, όσον ήτο δυνατόν μακρύτερον της μητρός των. Μετά
μικρόν τα δύο παιδία κατέστρωσαν το σχέδιόν των. Η Μάρω θα παρεκάλει
επιμόνως την μητέρα της να της δώση τον Γιάννο να παίξη ολίγον, εκεί δε
εις την αυλήν, θα της ήρπαζε κάτι ο Γιάννος κ' επιτηδείως μικρόν κατά
μικρόν, θ' απεμακρύνοντο των βλεμμάτων της μητρός των.
— Τόρα να σε ιδώ, να σε ιδώ πολύ, είπεν η Μάρω περιπαθώς.
— Κ' εγώ.
Και η Μάρω ητένιζεν αυτόν τρυφερώς, περιλαμβάνουσα αυτόν ολόκληρον
εντός του βλέμματός της, μη κινουμένη καθόλου, τρέμουσα μήπως τον χάση.
. . Μετ' ολίγον ο οφθαλμός της εσπαρτάρισε, τα εν τω δωματίω της
παρεστάθησαν αμυδρά, συγκεχυμένα, κάτι ωσεί κινουμένη άμμος και τέλος ο
οφθαλμός εκλείσθη κουρασθείς. Μικρόν κατά μικρόν κάρωσίς τις κατέλαβε
τα μέλη της και απεκοιμήθη εκεί.
Την επομένην ημέραν τω όντι η Κυρά Ρήνη, καμφθείσα υπό των δακρύων και
των παρακλήσεων της Μάρως, απέλυσε τον Γιάννο της φυλακής του και του
επέτρεψε να παίξη μαζί της εις την αυλήν. Τα δύο παιδία ερρίφθησαν εις
τας αγκάλας το έν του άλλου μετά θέρμης.
— Γιάννο μου, σ' επεθύμησα.
— Κ ' εγώ, Μάρω μου. . .
Δεν ετόλμησαν όμως να ειπούν περισσότερα. Πλησίον αυτών, επί χαμηλού
σκαμνιού καταχρύσου, στηρίζουσα τα νώτα επί μιας στήλης του πύργου,
εκάθητο η Κυρά Ρήνη, στρέφουσα μέταξαν εις μεγάλην αργυράν άτρακτον την
οποίαν εκόσμει προς τα κάτω λευκότατον, εξ οδόντος δράκοντος, σφοντήλι.
Η Κυρά Ρήνη, αθάνατος κ' αιωνία όσον η παράδοσις, εύρωστος,
ροδοκόκκινη, πλήρης υγείας και νεότητος ωμοίαζε προς καρπόν εν τη
αναπτύξει του, όταν οι χυμοί κυκλοφορούν εντός του διακόπως
πολλαπλασιαζόμενοι μέχρις αποσχάσεως του φλοιού. Γεμάτη ανημέρων παθών,
ποικίλων επιθυμιών, μη έχουσα ουδέν τρυφερόν αίσθημα και προικισμένη
διά της μαγείας είχε καταντήσει ο φόβος και ο τρόμος του κόσμου. Το
όνομά της ήκουον οι άνθρωποι ανατριχιάζοντες, ως το όνομα του διαβόλου.
Τον πρώτον άνδρα της εμαρμάρωσεν εν τη ιδιοτροπία της μίαν ημέραν,
περάσασα εις τον δάχτυλόν του ένα μαγευμένο δακτυλίδι. Όταν έλαβε τον
δεύτερον, τον πατέρα του Γιάννου, διά να γελάση ολίγον, αφήρεσε το
δακτυλίδι από τον πρώτον, τον έφερεν εις την ζωήν και παροργίσσασα τους
δύο άνδρας τους έκαμε ν' αλληλοσφαγούν προ των οφθαλμών της. Εκαλείτο
παρ' όλων &Μάγισσα του Βουνού& και υπήρχεν ιδέα ότι αν εχάνετο θα
εχάνετο μαζί και ο κόσμος· λύμη αυτού φοβερά αλλ' αναγκαία. Τα στοιχειά
κ' αι ασθένειαι ήσαν υπό την εξουσίαν της και ηδύνατο να τας διαθέση,
κατά βούλησιν· η κατάρα της ήτο ισχυροτέρα μητρικής κατάρας· η θέλησίς
της νόμος της δημιουργίας. Εγνώριζε πού φυτρώνει το σιδερόχορτον προ
του οποίου τα κλείθρα τήκονται ως κηρός, πού έχει την φωλεάν του ο
τυφλίτης και εις ποίον μέρος της γης καταφεύγει ο υδράργυρος όταν πέση
χαμαί. Εσημάδευε των άστρων την πορείαν την τρυφεροφεγγιά, την
ηλιόκρισι και την χάση της σελήνης· ώριζε την επίδρασιν αυτής επί των
φυτών κ' επί των ζώων εκανόνιζε την πορείαν των πλοίων, την πτήσιν των
πτηνών, των φαρμακερών φιδιών τας διαθέσεις και των βοτάνων την
επιρροήν επί των πληγών. Όταν ήθελε να κάμη μεγάλην τινά επιχείρησιν ή
και απλώς να διασκεδάση εκτύπα τρις τας παλάμας κ' εφώναζε:
— Κυράδες μικρές, Κυράδες τρανές, ελάτε 'ς κυρά σας τη μεγαλείτερη.
Κ' ευθύς συνέρρεον περί αυτήν οι Νεράιδες της θαλάσσης, οι Λάμιες των
λιμνών, οι Τσατσούλες των βουνών, όλα τα πνεύματα των δασών και των
ερήμων, αι Μοίραι, γελώσαι, τραγουδούσαι και πρόθυμοι να την
υπηρετήσουν. Η Κυρά Ρήνη ήτο η κραταιά βασίλισσα του παντός, έχουσα εις
χείρας της τας τύχας του κόσμου. Από καιρού όμως εφαίνετο μη θέλουσα να
χρησιμοποιήση την δύναμίν της. Όλη της η προσοχή, όλη της η φροντίς
περιεστρέφετο εις τον έρωτά της, εις την επιμονήν του Γιάννου, ήτις την
εβασάνιζε και την παρέλυε. Και τόρα, ενώ έστριφε την μέταξαν, παρετήρει
αδιακόπως τα δύο παιδία, προσέχουσα και εις τας ελαχίστας κινήσεις και
εις τους απλουστέρους λόγους των:
— Κύτταξε· θα σε βγάλω να παίξης με τη Μάρω, είπεν εις τον Γιάννο όταν
επήγε να τον απολύση· μα μην της ειπής λόγο γιατί φίδι που σ' έφαγε!
Και ο Γιάννος αναγκάσθη να κρατήση τα πλημμυρίζοντα τους οφθαλμούς του
δάκρυα και τα παράπονα τα καταθλίβοντα δυνατά την ψυχήν του. Εγνώριζεν
ότι ο αγών τον οποίον είχεν αναλάβει ήτο άνισος και ότι έπρεπε τα πάντα
να μετέλθη εάν ήθελε να εξέλθη νικητής. Αλλ' όμως όσον και αν
προσεπάθει δεν ηδύνατο ν' αποδιώξη της κεφαλής του τας θλιβεράς
σκέψεις. Παρετήρει τον πατρικόν πύργον, τας μεγάλας κλίμακας, αι οποίαι
προσετρίβησαν υπό τους πόδας των γονέων του, τα δωμάτια τα οποία άλλοτε
κατείχεν η μήτηρ του, η καλή εκείνη και αγία γυνή, κατεχόμενα ήδη υπό
της Κυρά Ρήνης, την κακίαν διαδεχθείσαν την αρετήν εκεί. Έβλεπε τα
γιγάντεια δένδρα του κήπου, υπό την σκιάν των οποίων τόσας φοράς μετά
της Μάρως ανεπαύθη, την λίμνην, το δάσος. . . Δεκαέξ χρόνοι, όλοι κι'
όλοι, παρήρχοντο έμπροσθεν του, φαιδροί άλλοτε, πένθιμοι τόρα, ως
νεκροί προσφιλείς εντός των σαββάνων των. Και όμως όλα αυτά αναγκάζετο
να τα αφήση, να ρίψη μακράν τα καλλίτερά του χρόνια, και να πάγη ποιός
ξεύρει εις ποίον τόπον! Αλλ' έπρεπε να φύγη διά να προφυλάξη τον εαυτόν
του όπως φεύγει τις των διεφθαρμένων κοινωνιών, ζητών την αγνότητα επί
υψηλών κ' ερημικών βράχων. . . Κ' ενώ ταύτα εσκέπτετο συνέψαλλε μετά
της Μάρως, ασυνειδήτως το παλαιόν παιδικόν των τραγούδι:
— Κάθι — καθικλούλα,
κάθετ' η Μαρούλα
και κεντάει μαντήλι
με χρυσό κοντύλι!
Και η Μάρω προσέθετε:
— Και περνάει ο Γιάννος
και της δίνει μήλο,
μήλο δαγκωμένο
κι' άλλο φιλημένο!. . .
— Α! όχι φιλημένο, δεν πάει φιλημένο!. . . είπεν η Μάρω, γελώσα τον
αθώον παιδικόν της γέλωτα.
Η Μάρω και εις την θέσιν της αυτήν, την κρισιμωτάτην διά την ζωήν της,
ήτο χαρουμένη. Και τούτο όχι από ελαφρότητά τινα συνήθη εις την ηλικίαν
της· τουναντίον αύτη ήτο κόρη σοβαρά και εμβριθής, χαρακτήρος τολμηρού
και αποφασιστικού. Αλλά δεν έκαμνε τας σκέψεις του Γιάννου. Της ήρκεσεν
ότι έμαθε πως ο Γιάννος υπέφερεν εκεί, πως κάτι σπουδαίον έπασχεν από
την μητέρα της και την εμίσησεν ευθύς. Αφού ο Γιάννος ήθελε να φύγουν,
αφού της είπεν ότι η αθωότης ρυπαίνεται μένουσα εις την διαφθοράν, δεν
ήτο ανάγκη να ακούση τίποτε άλλο. Τω όντι, καλόν θα ήτο να έμενον εις
τον πύργον των, εκεί να περάσουν όλην των την ζωήν, εντός της περιοχής
εκείνης, ως εις Παράδεισον, αλλά ήτο αδύνατον πλέον· ή φυγή ή θάνατος,
έλεγεν ο Γιάννος. . . Και η Μάρω εσκέφθη να τον ακολουθήση άπαξ δε
λαβούσα την απόφασίν της ήτο εύθυμος και διότι ήτο υπό τα αυστηρά
βλέμματα της μητρός της και προ πάντων διότι αυτή ήτο, ούτως ειπείν, η
κλίμαξ διά της οποίας ο Γιάννος θα εσώζετο.
Διό επανελάμβανε γελώσα και πηδώσα προ του αδελφού της, ενώ η πλούσια
κόμη της εκυματούτο εις τον άνεμον
— Και περνάει ο Γιάννος
και της δίνει μήλο,
μήλο δαγκωμένο
κι άλλο φιλημένο!. . .
Αίφνης ο Γιάννος της ήρπασεν από χαμαί την χρυσήν κτέναν των μαλλίων
της η οποία της έπεσεν όταν επήδα.
— Δος μου την, Γιάννο μ', δος μου την είπεν τείνουσα τας χείρας.
— Όχι, δε 'ς τη δίνω· είπεν ούτος, φεύγων προ αυτής.
— Δος μου την
— Αν με πιάσης. . .
Ο Γιάννος και η Μάρω ήρχισαν ήδη διαγράφοντες κύκλους, κατ' αρχάς μεν
στενούς, έπειτα ευρυτέρους περί την αυλήν, του μεν φεύγοντος της δε
διωκούσης με απλωμένας χείρας. Ο Γιάννος έκαμνε τινάς βηματισμούς κ'
έπειτα ίστατο, αναμένων την Μάρω η οποία έφθανεν ασθμαίνουσα, άπλωνε
τας χείρας, βεβαία ότι τον συνέλαβε πλέον αλλ' ούτος τότε δι'
επιτηδείων ελιγμών έκλινεν, ωρθούτο, έτρεχεν, ίστατο και η Μάρω
συνελάμβανεν αντ' αυτού το κενόν.
— Έλα, καϋμένε, μη με παιδεύης· είπεν η Μάρω κλαυθμηρώς και ωσεί
απαυδήσασα.
— Να το· είπεν ο Γιάννος, ιστάμενος και τείνων προς αυτήν την κτέναν.
Η Μάρω ώρμησε μετά βίας επ' αυτού, και συνέλαβεν εντός των βραχιόνων
της τον Γιάννο, εκφέρουσα φωνάς θριάμβου. Αλλά την ιδίαν στιγμήν ούτος
ολισθήσας, ως χέλι από τας χείρας της, έφυγε μακράν, κρυβείς όπισθεν
των μεγάλων δένδρων του κήπου. Η Μάρω απεφάσισε να καταδιώξη αυτόν και
εκεί.
— Μην πάτε μακρυά· εφώναξεν αίφνης αυστηρώς από της θέσεώς της η Κυρά
Ρήνη.
Τα παιδία έμειναν εις την θέσιν των, όπου ευρέθησαν έκαστον, φρικιώντα
από κεφαλής μέχρι ποδών Αλλά μετά μικρόν συνελθόντα εξηκολούθησαν τα
παιγνίδιά των εντός του κήπου ήδη.
— Δόσε μου τα χτένια μου — δος μου τα μπερτσέμνια μου! εφώναζεν η
Μάρω.
— Έλα, πιάσε με· επανέλεγεν ο Γιάννος.
Κ' εκρύπτετο όπισθεν του κορμού ενός δένδρου και όταν η Μάρω τον
ανεκάλυπτεν υπεχώρει εις έτερον, απώτερον, πάντοτε προχωρών εις τα
ενδότερα του κήπου, από αποστάσεως εις απόστασιν διά να μη τον χάνη από
τους οφθαλμούς της η κόρη, η οποία τον κατεδίωκε πάντοτε φωνάζουσα.
— Δόσε μου τα χτένια μου, — δος μου τα μπερτσέμνια μου!. . .
Η Κυρά Ρήνη ήκουσεν από του καθίσματός της, συγκεχυμένας εκ της
αποστάσεως, τας φωνάς των παιδιών. Από ώρας ήδη είχε σώσει την μέταξαν
της του λούπας της χωρίς και αυτή να το εννοήση και σταυρώσασα επί των
γονάτων τας χείρας έμεινε με την κεφαλήν ορθίαν εις τα εμπρός, το
βλέμμα έχουσα προσηλωμένον μακράν, εις την κορυφήν κυπαρίσσου την
οποίαν ο ήλιος εχρύσωνε διά του φωτός του. Δύο στρουθοί, ωσεί
περιενδυμένοι χρυσόν διαφανή πέπλον και αυτοί, ετέλουν εκεί τους έρωτάς
των ο στρουθός περιεστρέφετο αδιαλείπτως πέριξ της θηλείας συντρόφου
του, τσιμπών αυτήν ενίοτε, κλίνων εδώ και εκεί την κεφαλήν, ωσεί να της
δείξη ότι ελιγόνετο, κτυπώμενος άλλοτε διά των πτερών του, ωσεί να της
αποδείξη ότι χάριν αυτής δύναται και ίνα σκοτωθή, τιτιβίζων πάντοτε,
θέλων να εκφράση εις την γλώσσαν του τα μεγάλα και υψηλά αισθήματα τα
οποία επλημμύριζον την μικράν του καρδίαν. Πόσον καλά ηξεύρουν ν'
αγαπούν τα πουλάκια!. . . Και η Κυρά Ρήνη ήρχισε ν' αναπολή τους
ιδικούς της έρωτας· το καθαρό νερό το οποίον έτρεχε φλοισβίζον παρά
τους πόδας της, η πυκνή πρασινάδα του κήπου, ο καταγάλανος ουρανός, ο
χλιαρός αήρ, ο ερχόμενος πλήρης μεθυστικών αρωμάτων από του δάσους, ο
θαλπερός ήλιος, υπεβοήθουν κ' επέτεινον της φαντασίας της τας ορμάς. Α!
τι λαμπρά θα ήτο και αυτή εντός της περιοχής εκείνης, εντός της
γαλήνης, και της απολαύσεως, αγαπώσα και αγαπωμένη υπό του Γιάννου! Να
έχη την αθώαν εκείνην ύπαρξιν πάντοτε πλησίον της· να αισθάνεται το
μικρόν εκείνο ωοειδές προσωπάκι, το περιστεφόμενον υπό κόμης λεπτής και
ξανθής, εφαπτόμενον των παρειών της, να βλέπη τα ροδαλά μικρά μικρά
χείλη εκείνα προσκολλώμενα επί των φρισσόντων ιδικών της, αυτή μέλισσα,
εκείνος άνθος, εκείνος μικρό μπουμπουκάκι ν' ατενίζη τους καστανούς
εκείνους, τους πλήρεις παρθενικής αίγλης οφθαλμούς, να θλίβη το σώμα
της εις την μικράν εκείνην αγκάλην την αγνήν, ως μυχός θυσιαστηρίου· να
προστρίβηται, αυτή σπαρταρίζουσα, επί των απαλών εκείνου μελών κ' εν
σπασμωδική συσφίγξει να λυγώνεται μετ' αυτού από ηδονήν και μέθην, είτε
εις το βάθος μαλακής κλίνης, είτε εις γωνίαν σκοτεινού θαλάμου, είτε
παρά την ρίζαν γηραιάς βαλανιδιάς, είτε επί των μοσχοβολούντων ανθέων
του κήπου. Αλήθεια θα ήτο να τρελλαίνεται κανείς!
Και η Κυρά Ρήνη εφρικία από κεφαλής μέχρι ποδών, σκεπτομένη ταύτα ενώ
το αίμα ανήρχετο πλημμυρίζον διά του τραχήλου εις το πρόσωπον, απειλούν
να πηδήση άφθονον από των οφθαλμών. Εφ' όσον εσκέπτετο την αγνότητα του
Γιάννου τοσούτον αι επιθυμίαι της ακράτητοι εξεγείροντο και ήθελε πάση
θυσία να τον απολαύση.
— Δεν θα μου γλυτώσης, εψιθύρισε.
Και βεβαία περί της νίκης της, εσηκώθη να επαναφέρη τον Γιάννον εις την
φυλακήν και να επαναλάβη τας επιθέσεις της.
Τότε παρετήρησεν ότι τα παιδία έλειπον. Ηκροάσθη, αλλά καμμία φωνή δεν
ηκούετο. Επροχώρησε προς τον κήπον, κράζουσα επανειλημμένως· αλλά και
τότε καμμία απάντησις. Υπέθεσε προς στιγμήν ότι ίσως τα παιδία έκαμνον,
τρέχοντα, τον γύρον του δάσους και θα επέστρεφον από του άλλου μέρους,
οπόθεν ηκούετο τω όντι μικρόν γαύγισμα. Διηυθύνθη λοιπόν προς τα εκεί,
ακόμη περισσότερον τόρα ανυπόμονος να ίδη τον Γιάννο, ωθουμένη μάλλον
εξ επιθυμίας προς αυτόν ή από μητρικού φίλτρου προς την Μάρω, έκραξε κ'
εκεί αλλά καμμία απάντησις· και του σκύλου το γαύγισμα είχε παύσει:
— Τι διάβολο έγειναν; εψιθύρισεν εν αγανακτήσει, σταθείσα.
Αίφνης ιδέα τις διήλθε του νου της. Τάχα δεν εδραπέτευσαν μαζί τα
παιδία, φεύγοντα την σκληρότητά της; Τάχα ο Γιάννος δεν ανεκοίνωσεν εις
την Μάρω τα διατρέξαντα, ένα, ένα, και το παιγνίδι των και η αρπαγή της
κτένας και το κυνήγι των ήσαν προσποίησις διά ν' απομακρυνθούν
επιτηδειότερον αυτής; Αλλά πού τόσον μικρά παιδία να σκεφθούν τοιούτον
τι· δεν ήτο δυνατόν! Αυτά ακόμη καλά καλά δεν εβγήκαν από τ' αυγό και
θα έχουν τόσην πονηρίαν!. . . Η Κυρά Ρήνη βραδυπορούσα επέστρεφεν εις
τον πύργον, μη θέλουσα κατ' ουδένα λόγον να πιστεύση εις την φυγήν των
παιδιών· ήτο βεβαία μάλιστα, κάτι έλεγεν εις αυτήν ότι θα τα εύρισκεν
εκεί επιστρέφουσα. . . Αλλ' η περί φυγής ιδέα εδέσποζε πάλιν του νοός
της και όσον ήθελε να την αποδιώξη τόσον επέστρεφεν εκείνη επιμόνως.
Ούτω δε, αβεβαία και αμφιταλαντευομένη έφθασεν εις τον πύργον. Τα
παιδία δεν ήσαν και πάλιν εκεί. Τότε ετράπη προς αναζήτησίν των
Η Κυρά Ρήνη ηρεύνησεν εντός του κήπου, εις τας λόχμας και τας
αναδενδράδας, εδώ κ' εκεί μετά ζέσεως, ως ιχνηλάτης κύων κατά την αρχήν
του κυνηγίου, φωνάζουσα ονομαστί τα παιδία. Αλλά δεν τα ήκουε πουθενά
και η υποψία ήρχισε να την κυριεύη. Ηρεύνησε μόλα ταύτα παντού,
ακαταπόνητος, απόφασιν έχουσα και αν τω όντι έφυγον να τα καταδιώξη και
εις τα πέρατα του κόσμου. Ούτω δε διήλθε το δάσος και μετ' ολίγον
έφθασεν εις το αντίθετον άκρον όπου εξετείνετο ατέρμων πεδιάς, λεία και
γυμνή, όπου το βλέμμα ηδύνατο να εκταθή μακράν άνευ εμποδίου. Η Κυρά
Ρήνη διέκρινε τότε μακράν δύο παιδία, έχοντα εις χείρας τα σάνδαλά των
και φεύγοντα το έν παρά το άλλο προτροπάδην.
— Μωρέ! γυρίστε πίσω καταραμένα! εφώναξε λυσσαλέα.
Αλλά τα παιδία εις την φωνήν ετάχυνον έτι περισσότερον το βήμα, ως
πρόβατα εις την ωρυγήν λύκου.
— Αν μου γλυτώστε, να μη με ειπούν μάνας γέννα! είπε τρέμουσα εκ του
θυμού.
Και μένεα πνέουσα, ανέστρεψε και έδεσε περί την οσφύν το έμπροσθεν
μέρος της εσθήτός της, έρριψε μακράν τα σάνδαλά της διά να είνε
ελευθέρα και ώρμησε προς καταδίωξιν των παιδιών. Οι γυμνοί μέχρι
γόνατος πόδες της έτυπτον την κεφαλήν της εκ του πολλού τάχους, επί δε
του εδάφους άφινον βαθείς τους τύπους των πελμάτων της· το στήθος της
επρόβαλλεν εμπρός πλατύ κ' εξωγκωμένον· η χονδρά κεφαλή της, ορθία επί
του νευρώδους τραχήλου της, έκλινε μικρόν προς τα οπίσω, όλον της δε το
σώμα ωμοίαζε κένταυρον ορμώντα προς μάχην. Η πολύπτυχος εσθής της
επλατάγει θορυβωδώς εις τον άνεμον το εκ ριγωτού αλατζά βρακίον της,
πλατύ και κοντόν, εφούσκωνεν εκ των όπισθεν αι μεταξωταί ευρείαι
χειρίδες της ανεστρέφοντο προς τα οπίσω, αφίνουσαι γυμνόν τον πήχυν και
μέρος του βραχίονος· αι τρίχες της κόμης της περιεστρέφοντο,
συνεπυκνούντο, άλλαι ωρθωμέναι, άλλαι τεταμέναι, όλαι εις κίνησιν ωσεί
προσπαθούσαι δι' όλων των μέσων ν' αποσπασθούν της κεφαλής. Η Κυρά Ρήνη
εξημμένη εκ της οργής και του δρόμου, κάθιδρως, κατακόκκινη, με το
πρόσωπον παραμορφωμένο έτρεχεν ακόμη ουχί πλέον κυρία εαυτής αλλ'
ενδίδουσα εις εσωτερικήν τινα δύναμιν, σπασμώδη κίνησιν νεύρων και
μυών, ως ροκέτα εις την ώθησιν της πυρίτιδος. Δεν εγνώριζε και αυτή πού
διηυθύνετο πλέον· δεν εσυλλογίζετο τίποτε· δεν ήκουεν ειμή
συγκεχυμένους τινάς βόμβους, δεν έβλεπεν ειμή από καιρού εις καιρόν
σπινθήρας, μόλις εμφανιζομένους και σβύνοντας εις το κενόν Οι μυκτήρες
της διεστέλλοντο σπασμωδικώς, το στήθος ανεβοκατέβαινεν ασθμαίνον, το
στόμα της έχασκε. Μετά μικρόν την κατέλαβε σκοτοδίνη ως τον χορεύσαντα
επί πολλάς ώρας καρτσιλαμάν και προσκρούσασα επί τινος χόρτου, εκυλίσθη
μετά δούπου χαμαί.
Τα παιδία εν τούτοις έφευγον μετά τάχους. Από καιρού εις καιρόν
έστρεφον προς τα οπίσω την κεφαλήν και ως να έβλεπεν φοβερόν δράκοντα
απειλούντα να εκμυζήση το αίμα των, έτεινον όσον ηδύναντο τους μικρούς
των πόδας και κατέβαλλον όλας των τας δυνάμεις. Ούτω δε ότε μετά μικρόν
η Κυρά Ρήνη συνήλθε τα διέκρινε πολύ μακράν απ' αυτής. Επεθύμει ν'
αρχίση πάλιν την καταδίωξιν αλλά δεν ηδύνατο σχεδόν ούτε να κινήση τα
μέλη της. Εστάθη λοιπόν ασθμαίνουσα και αμηχανούσα. Αλλ' όχι, δεν
έπρεπε, να τ' αφήση να της διαφύγουν! έπρεπε πάση θυσία να τα βάλη
πάλιν εις τας χείρας της· να την κάμη την πομπιομένη τη Μάρω, που άφινε
την μάνα της, εκείνην που την εγέννησε, χάριν του Γιάννου, να την κάμη
για τ' αλάτι. Ή μήπως της επόνεσε κ' εκείνης το δόντι γι' αυτόν και
ηθέλησε να της τον πάρη;. . . Ω, τρομάρα της· το ψάρι θα της ψήση 'ς τα
χείλη!. . . Κ' εκείνον τον Γιάννο τον αχάριστον, εις τον οποίον
επρόσφερε τον παράδεισον και αυτός τον ηρνήθη, θα τον κάμη να το
μετανοήση πικρά· θα υποκύψη εις τας επιθυμίας της για το πείσμα, για να
σκάση ο διάβολος κ' έπειτα ξεύρει τι θα του κάμη!. . .
Ούτως εσκέπτετο η Κυρά Ρήνη. Εις τας αισχράς επιθυμίας της προσετίθετο
τόρα και η δίψα της εκδικήσεως και το μίσος προς την ιδίαν της
θυγατέρα, την οποίαν εν τη εξαχρειώσει της δεν εδίσταζε να θεωρή ομοίαν
της. Αλλ' η αμηχανία της εκορυφούτο μη ευρίσκουσα το μέσον διά του
οποίου θα συνελάμβανε τα παιδία. Αίφνης όμως ησθάνθη εις τας χείρας της
την μαγευμένην άτρακτον, παλαιόν δώρον της μητρός της, την οποίαν εν τη
σπουδή της είχε λάβει μαζί· και οι οφθαλμοί της ανέλαμψαν
θριαμβευτικώς· τυχηρό κι' αυτό· θαρρείς και ήτο φώτισις Θεού!. . .
— Ξακληριές και μαυρίλες! εψιθύρισε μετά θυμού. Και σταθείσα
περιέστρεψεν εις χείρας την άτρακτον και την έρριψεν είτα μεθ' όλης της
δυνάμεως της. Η άτρακτος υψώθη βοΐζουσα, διέγραψεν ευρύ τόξον, διήλθεν
άνω των παιδιών κ' έπεσεν εμπρός αυτών με κτύπον ξηρόν και πένθιμον, ως
θραυσθείσης χορδής.
Ευθύς γαλανή λίμνη πλατεία, τρικυμιώδης ηνοίγη προ των παιδιών,
φθάνουσα σχεδόν τους πόδας των. Άνωθεν της ίπταντο γιγάντια όρνεα,
κρώζοντα γοερώς και κτυπώντα παταγωδώς τας μεγάλας, ως ιστία πλοίου,
πτέρυγάς των. Δεξιά και αριστερά υψούντο βουνά πετρώδη, φαλακρά και
απότομα, εις την αντιπέραν δε όχθην ηπλούτο εκτεταμένη έρημος επί της
οποίας εχόρευον όλοι οι άνεμοι, εγείροντες βουνούς πελωρίους άμμου.
Τα παιδία προ του ανελπίστου τούτου εμποδίου οπισθοδρόμησαν έκπληκτα,
στρέφοντα αλλού την κεφαλήν Αλλ' είδον πάλιν την μητέρα των ήτις
ήρχετο, βραδέως, φωνάζουσα με χαμόγελο διά να τα ελκύση καλλίτερον:
— Ελάτε, μωρέ· ελάτε πίσω και δε σας πειράζω!
Τα παιδία ίσταντο φοβισμένα και αμφιρρέποντα. Παρετήρουν έμπροσθεν την
φοβεράν λίμνην, τ' άγρια πτηνά κατασπαρασσόμενα μεταξύ των, τα φαλακρά
βουνά και την θυελλώδη και απέραντον έκτασιν, εικόνα πιστήν του βίου
όστις τα επερίμενεν όπισθεν δε την ομαλήν πεδιάδα, την καταπράσινον
χλόην, τας συσκίους του δάσους εκτάσεις, σιωπηλάς και γαληνίους και
πέραν διά μέσου των δένδρων διέκρινον τους φαιούς τοίχους και την
μαυρισμένην στέγην του πατρικού πύργου. Τι να προτιμήσουν; εκείθεν πάλη
αδιάκοπος, εδώθεν ηρεμία και γαλήνη!. . . Ο Γιάννος συνεκινήθη προ των
δύο τούτων εικόνων, διαφόρων φάσεων ζωής πολυκυμάντου κ' έκλινεν ήδη να
πιστεύση εις τους λόγους της Κυρά Ρήνης η οποία επροχώρει πάντοτε,
γελώσα κ' επαναλέγουσα:
— Ελάτε πίσω και δε σας πειράζω.
— Μην την πιστεύσης· θα σε σφάξη, Γιάννο μου! εφώναξεν η Μάρω, ήτις
ενόησε τον αδελφόν της κλονιζόμενον.
Ο Γιάννος εις τους λόγους της Μάρως συνήλθεν ευθύς· ανεμνήσθη όλα τα
προ μικρού παθήματά του, την εξαχρείωσιν της Κυρά Ρήνης και λαμβάνων
την χείρα της Μάρως επήδησε μετ' αυτής εις την λίμνην
— Να τε!. . . εφώναξεν η μάγισσα, εν αγανακτήσει, φασκελόνουσα αυτά με
τας δύο χείρας της.