μετά τάχους. Οι γυμνοί πόδες της Μάρως, κατέρυθροι και πρησμένοι εκ του
ψύχους, συνέτριβον μετά πατάγου ξηρού την κρύσταλλον κ' αιματώνοντο· αι
μικραί χείρες της, πρησμέναι και κατέρυθροι και αύται, τεθειμέναι εις
το στήθος της αντί να θερμανθούν εκεί, μετέδιδον την ψυχρότητά των, κ'
επόνουν ως να ετρυπώντο διά μυρίων βελονών. Ο Γιάννος ηκολούθει τρέμων
σύσσωμος.
— Κρυώνεις, Γιάννο μου; ηρώτησεν η Μάρω, κύπτουσα προς αυτόν
φιλοστόργως.
— Ναι, πολύ· είπεν ούτος τουρτουρίζων.
— Και δεν επήρα το σεγούνι μου.
Τω όντι η Μάρω εκ της βίας είχε λησμονήσει εις τον πύργον το κεντητόν
σεγούνι της και ήτο μόνον με την μακράν υποκαμίσαν της, μεταξωτήν και
χρυσοκέντητον εις τα άκρα και περί τον τράχηλον, οπόθεν προέκυπτεν ως
αφρός γάλακτος από καρδάρας, ο χαριτωμένος κόλπος της.
— Μα συ, πώς κάνεις εσύ; είπεν ο Γιάννος εν απορία.
— Εγώ; δεν κρυόνω· δεν βλέπεις; φωτιές πετάνε τα χέρια μου.
Κ' έβαλλεν οξύν και παραπονετικόν γέλωτα, ωσεί και αυτή να ενέπαιζε την
κατάστασίν της.
Εν τούτοις ο ουρανός εγένετο σκοτεινότερος, ο ορίζων πυκνότερος, η
ατμόσφαιρα βαρυτάτη· ήλιος δεν εφαίνετο πουθενά. Χιών ήρχισε να πίπτη
κατ' αρχάς αραιά, ως μικρά πούπουλα εκ του στήθους αγριοχήνων,
διερχομένων τα ύψη, έπειτα όμως πυκνοτάτη, περιστρεφομένη άνω και κάτω
και κύκλω, και τέλος πίπτουσα χαμαί, ελαφρά ελαφρά, ωσεί εντρεπομένη,
αυτή παρθένος αγνή του ουρανού, την γηραιάν γην, εις την οποίαν ήρχετο
να ζητήση φιλοξενίαν. . . Αι ψεκάδες έπιπτον άφθονοι επί των τριχών του
Γιάννου κ' επί της χαριτωμένης κόμης και των λεπτών ενδυμάτων της
Μάρως, ήτις ωμοίαζε με νύμφην ην ερράντιζεν ο ουρανός με άνθη
αμυγδαλής. Κατ' αρχάς ανεκίνει με χάριν το λιγυρόν σώμα και την ωραίαν
κεφαλήν της, ίνα αποτινάσση την χιόνα· αλλά μετά μικρόν κουρασθείσα και
κατατρυχομένη υπό του ψύχους, την αφήκε να προσκολλάται επάνω της
ελευθέρως.
— Τι φοβερό! τι φοβερό πράγμα! όλοι μας ελησμόνησαν εψιθύρισεν ο
Γιάννος κλαυθμηρώς.
— Όχι και ο Θεός, Γιάννο μου· είπεν η Μάρω με γλυκείαν φωνήν
Και κύψασα, εφίλησεν αυτόν τρυφερώς, ως μήτηρ το μεμψίμοιρον τέκνον
της.
— Μα πού είν' ο Θεός; όπου πάμε 'ς του λύκου το στόμα πέφτουμε· πού
πάμε, καθείς δεν ξέρει.
— Πάντα εμπρός· επανέλαβεν αυτή θαρραλέως.
Κ' εξηκολούθησαν ακόμη την πορείαν των, απειλούμενοι να καλυφθώσιν υπό
της χιόνος, να συντριβώσιν υπό των χιονοστιβάδων ή ν' αποτελέσουν μέρος
αυτών.
— Ετελείωσε· δεν μπορώ να περπατήσω· είπεν αίφνης ο Γιάννος,
ιστάμενος.
Τω όντι δεν ηδύνατο να κάμη βήμα προς τα πρόσω. Οι λεπτοί και οξείς
πόδες του εβυθίζοντο ευκολώτερον εις την χιόνα· η κοιλία του ήγγιζεν
αυτήν· από ώρας ήδη επεριπάτει πηδών, ως πεδικλωμένος, αλλά τόρα του
ήτο αδύνατον και να κινηθή.
— Θα σε πάρω εγώ· είπεν η Μάρω μη χάνουσα κ' εν τη κρισίμω εκείνη ώρα
το θάρρος της· ας είνε καλά η μάννα μας.
— Ω! η μάννα μας, η μάννα μας! εψιθύρισεν ο Γιάννος εξησθενημένος.
Και αφέθη εις τας αγκάλας της αδελφής του, κλείσας τους οφθαλμούς. Η
Μάρω έθεσεν αυτόν δίπλα επί των ώμων της, ως ποιμενίς το αποκαμόν
θρεφτάρι της κ' επροχώρησεν ούτω αρκετόν διάστημα. Ανέπνεε τον ψυχρόν
εκείνον αέρα, όστις ωλίσθαινεν εις τους πνεύμονάς της, ως κρύο φίδι
φαρμακερό· ησθάνετο πόνους δυνατούς εις την μύτη και τα ώτα και είχε
τας χείρας και τους πόδας σχεδόν αναισθήτους.
Αίφνης απέναντι της, προς το βάθος του ορίζοντος διά μέσου της χιόνος
διέκρινε υψηλόν γέροντα, κρατούν τα αγροτικήν βακτηρίαν κ' ερχόμενον
βραδέως προς αυτήν. Η Μάρω ευθύς ανεγνώρισε τον σωτήρα των εκείνον
όστις τα έσωσεν από τα λυσσαλέα κύματα της λίμνης. Αυτός βέβαια δεν ήτο
κοινός άνθρωπος· θα ήτο κάποια ανωτέρα δύναμις ήτις, ως της έλεγεν
άλλοτε ο πατήρ της, είνε παντού και πάντοτε και βοηθεί τους πτωχούς και
τους καταδυναστευομένους· θα ήτο εκείνος όστις έστελλε το ελαφάκι με τα
χρυσά κέρατα κ' έφερε την αγαθήν εκείνην κόρην, την Μαρούλα, την
συνώνυμόν της εις τον οικίσκον της μητρός της από τον Παράδεισον·
εκείνος όστις ετιμώρησε παραδειγματικώς την φθονεράν μητέρα, ήτις
εφαρμάκευσε την θυγατέρα της, την Θεοχάριστη κ' εβράβευσε την μητρικήν
αγάπην της Αυγούλας, εμφανισθείς εις το μυλαύλακο, ως παπάς και
αναστήσας τα τρία κατεσφαγμένα τέκνα της. . . Ναι, αυτός ήτο· όλα το
εμαρτύρουν η ενδυμασία του, η άσπιλος και λευκοτέρα της χιόνος· η
μεγάλη κεφαλή του, η μεγαλοπρεπώς καθημένη επί των ώμων του, ως πύργος
υάλινος επί υψηλής ακρωρείας· η κόμη του η ψαρά και υπερήφανος· οι
μεγάλοι και λαμπροί οφθαλμοί του, το πρόσωπόν του το γαλήνιον. . Ναι,
δεν ήτο άλλος!. . . Και η Μάρω ηθέλησε να σπεύση προς αυτόν, να τεθή
υπό την προστασίαν του. Αλλ' ο ψυχρός αήρ είχε καταστήσει δύσκαμπτα ως
κόκκαλον τα λεπτά και πλήρη χιόνος ενδύματά της· οι πόδες και αι χείρες
της είχον γίνει από ερυθρών λευκότατοι, η κεφαλή της επόνει σφοδρότατα.
Έκαμεν εντούτοις ολίγα βήματα κ' έπεσε τέλος χαμαί μετά του αδελφού
της.
— Γιάννο! καϋμένε, Γιάννο! εψιθύρισεν ασθενώς.
Ηθέλησε να εγερθή πάλιν να ίδη τον γέροντα, αλλά μόλις η κεφαλή της
υψώθη μικρόν και κατέπεσεν ευθύς. Νάρκη τις την κατέλαβε, τα μέλη της
απεσκληρύνθησαν· έμεινεν ολίγη θερμότης εις την καρδίαν, αλλά μικρόν
κατά μικρόν απεψύγη και αυτή, ως αποσβέννυται η θρυαλλίς παγέντος του
περί αυτήν ελαίου. . . .
— Να το όφελός σας· έτσι χάνονται οι κουτοί!
Η Κυρά Ρήνη διά μέσου των φλογών, είδε και την τελευταίαν φάσιν της
ζωής του Γιάννου και της Μάρως. Αφ' ης ώρας τα είδε κινδυνεύοντα εις
την λίμνην δεν τ' αφήκε καθόλου διά των οφθαλμών της. Αν και ήτο τόσον
μακράν αυτών, εν τούτοις διά των μαγγανειών και των εξορκισμών της τα
έκαμνε να την ενθυμώνται ανά παν βήμα, να αισθάνωνται την οργήν της
αδιαλείπτως πλησίον των. Ναι, τοις έστειλε τα λυσσαλέα κύματα της
λίμνης, το μαύρο σκοτάδι του δάσους· τ' απεπλάνησεν εις την μιασματικήν
πεδιάδα, τα έρριψεν εις τον φοβερόν πύργον, όπου ολίγον έλειψε να
εύρουν τον θάνατον αντί της φιλοξενίας, και τέλος έστειλεν εις αυτά την
χιόνα και τον παγερόν άνεμον όστις τα εξήπλωσε και τα δύο νεκρά. . .
Τόρα τι λέγουν; είνε ή δεν είνε αυτή η Μάγισσα του Βουνού; Εκείνα τα
παντοδαπά εντός του δωματίου της συμφύρματα, τα μαζευθέντα και από τα
τέσσαρα πέρατα του κόσμου εκεί, την υπακούουν τυφλώς και δύνανται να
αναστατώσουν το Παν; ξεύρει ή δεν ξεύρει αυτή να εκδικηθή; Όποιος θέλει
ας δοκιμάση πάλιν!. . . Και θριαμβεύουσα, με οφθαλμούς λάμποντας εξ
υπερηφάνειας, ανήγειρε το σώμα της από της εστίας κ' εγέλασεν ισχυρώς!
— Να το όφελός σας· έτσι χάνονται οι κουτοί! εψιθύρισε.
Έκλινε δε πάλιν την κεφαλήν άνωθεν της πυράς περιέργως. Ως ήτο
αχόρταγος εις τας αισχράς επιθυμίας της, ήτο και εις την εκδίκησίν της·
ασελγής Πρίαπος εις την ηδονήν και Ζευς κεραυνοβόλος εις την οργήν της.
Ήθελε να τα ίδη ακόμη τα παιδία, να χαρή εις την θλιβεράν θέσιν των, να
τα ίδη σιγά σιγά καλυπτόμενα υπό της χιόνος, ήτις να υψωθή εις πυραμίδα
περιφανή, αιώνιον της ισχύος της μαρτύριον. Κ' έχαιρε τόρα και
ανεκινείτο κ' εχοροπήδα ευτυχής διότι το κατώρθωσεν.
Αίφνης όμως ερρίφθη προς τα οπίσω έντρομος, λυσσαλέα, στυλωμένους
κρατούσα επί της πυράς μεγάλους, κατακόκκινους οφθαλμούς. Αχ ναι· ο
υψηλός και λευκοφορεμένος γέρων, ον η Μάρω κατά την τελευταίαν της
στιγμήν διέκρινε μακράν εις τον ορίζοντα, ήδη είχε πλησιάσει κ' εσάλευε
γαληνιαίως τα χείλη κ' εκίνει τας χείρας άνω των αθώων νεκρών. Κ'
έξαφνα είδεν η κακή Κυρά την λευκήν χιόνα να λαμποκοπά και να
καταυγάζεται και όλην εκείνην την έρημον να μεταβάλλεται κατ' ολίγον
εις απέραντον θάλασσαν φωτός. Κ' είδε τον γέροντα με υψωμένας τας
χείρας, με ορθίαν κεφαλήν να ψηλώνη, να ψηλώνη πάντοτε, να μεγαλύνεται
εις σύνδεσμον άρρηκτον της γης και του ουρανού. Και μαζί μ' αυτόν, υπό
τους πόδας του απ' αυτά τα χιονισμένα μνήματα των παιδίων, είδε δύο
άστρα μεγάλα, φεγγοβόλα με γλυκύ πρασινωπόν φως ν' αναβαίνουν
συγκρατητά εις το στερέωμα, με άρρητον γαλήνην και θειότητα.
— Έχουν προστάτη, έχουν δυνατόν προστάτη! εψιθύρισεν η Κυρά Ρήνη,
δάκνουσα τα χείλη εκ πείσματος· μα κι' αυτού εγώ θα σας χωρίσω.
Και λαβούσα κλάδον κουμαριάς με κόκκινα και απεξηραμμένα φύλλα, τον
έρριψε με ορμήν επί της πυράς.
— Ανεμοζάλη 'ς τη στερηά και λίβας 'ς τα πελάγη· είπε μετά θυμού.
Η πυρά κατέφαγεν ευθύς τον κλάδον της κουμαριάς· τα ξηρά φύλλα έτριζον
απαισίως, ως κόκκαλα αρνίου εις το στόμα λύκου· αι φλόγες ανεπήδησαν συ
ρίζουσαι εις τα ύψη, ωσεί θέλουσαι να καταφάγουν την οροφήν
Η Κυρά Ρήνη παρετήρησε μετά χαράς ότι η εντολή της εισηκούσθη. Άνεμος
σφοδρός είχεν εγερθή εις την πεδιάδα, περιστρέφων διαβολικώς την χιόνα
και υψών αυτήν εις τα νέφη, ως τα φύλλα και τους λίθους του δάσους,
όταν χορεύουν οι Νεράιδες. Τα δύο άστρα εν τω αιθέρι απωθούντο εδώ κ'
εκεί, καταβάλλοντα μεγάλον αγώνα, όπως μη αποχωρισθούν. Αλλ' ο άνεμος
επετίθετο μετά λύσσης· τ' απώθει, τα παρέσυρεν εν τη ορμή του, τα
εστριφογύριζεν εις ζαλόεσσαν δίνην και τέλος τα έρριψε μακράν, πολύ
μακράν το έν του άλλου.
— Ο Γιάννος πάει 'ς τα βουνά κ' η Μάρω πάει 'ς τους κάμπους! ανέκραξε
η μάγισσα περιχαρής· αυτού σας θέλω αναθεματισμένα!
Ο Γιάννος κ' η Μάρω έφθασαν, όπου επόθουν αι ψυχαί των. Λαμπρυνθέντες
περισσότερον εκ της τελευταίας δοκιμασίας φεγγοβολούν ήδη εν τη γαλήνη
του ουρανού, άστρα μεταξύ αστέρων, ψυχαί αγναί και μεγάλαι, ίσως μεταξύ
άλλων ομοίων των. Εύγλωττοι μάρτυρες του θείου ελέους, ακολουθούν
πιστώς τον χαραχθέντα υπό του Πλάστου δρόμον των και δις του έτους καθ'
ωρισμένην νύκτα του θέρους και του χειμώνος, προσεγγίζουν το έν το
άλλο, φιλούνται αδελφικώς, υπερήφανα δια την νίκην των και
αποχωρίζονται ανταλλάσσοντα την τροχιάν των.
Οι γεωργοί, τους οποίους οδηγούν εις την σποράν και εις τους οποίους
εκμυστηρεύονται τους θείους νόμους του στερεώματος και οι βοσκοί, τους
οποίους συντροφεύουν εις το νυκτοσκάρισμα, ομολογούν την αγαθότητα των
και μεταδίδουν από γενεάς εις γενεάν ότι η αθωότης είνε αιωνία. . . . .
Σ Π Α Θ Ο Γ Ι Α Ν Ν Ο Σ
— Έλα, η μάνα μου· τ' άρματα και την ευχή σου.
— Γιουρούσι πάλι;
— Ναι· τόρα, πού τους χαμπαρίζομε πια!. . . . Τα δελφίνια μας οι
Σπετσονυδριώτες, 'στον έκαμαν τον Τοπάλη, που 'ς την Αλεξάνδρια 'πήρε
το φύσημά του· τα προιάρια του Γιουσούφ τάστειλαν 'ς τ' ανέμου τη μάνα·
ο Κιουτάγιας έπεσε 'ς τα μαύρα πανιά. . . Μωρέ τι τραβάνε!. . .
— Αλήθεια!. . .
Και το ρυτιδωμένον πρόσωπον της γραίας Μαλάμως, ανακαλούσης εις την
μνήμην της τον πρόσφατον θρίαμβον των Ελλήνων ναυτών, ανεζωογονήθη· οι
οφθαλμοί της ανέλαμψαν υγροί και το υψηλόν σώμα της, το οποίον εστήριζε
διά των αγκώνων κατ' εκείνην την ώραν, καθημένη επί του κατωφλίου του
χαμηλού οικίσκου της, ανωρθώθη υπερήφανον κ' ευθυτενές προ του Ζάχου.
Ούτε η Μαλάμω όμως, ούτε ο υιός της είχον άδικον να χαίρουν ούτω και να
υπερηφανεύωνται. Το Μεσολόγγι δευτέραν φοράν ήδη επιέζετο υπό του
εχθρού. Πολυάριθμος τουρκικός στρατός περιέκλειεν αυτό από ξηράς και
θαλάσσης και μικρόν κατά μικρόν συνέσφιγγε τας τάξεις του, ως οι
ψαράδες την γεροβολιά, απειλών να καταβάλη τον κυριώτερον προμαχώνα της
ελληνικής ανεξαρτησίας. Ο Κιουταχής με τον υψηλόν τίτλον &Ρούμελης
Βαλεσσί&, κατεσκήνου προ των τειχών του από του Μαΐου του 1825,
απόφασιν έχων να μην οπισθοδρομήση άπρακτος· ο Τοπάλ πασάς παρέπλεεν
επιδεικνύων τα μεγάλα πλοία του εις τους πολιορκουμένους και πολλά
προιάρια του Γιουσούφ, πασά των Πατρών, διέσχιζον την λιμνοθάλασσαν,
μεταφέροντα στρατιώτας επί των τεναγονήσων.
Η κρισιμωτέρα στιγμή ήγγιζε διά το Μεσολόγγι. Η λοιπή Ελλάς ητένιζεν
εις αυτό με αγωνίαν. Οι φιλέλληνες επερίμενον ν' ακούσουν με φρίκην απ'
ώρας εις ώραν την πτώσιν του. Το θράσος το οποίον εδείκνυον οι
πολιορκούμενοι, απορρίπτοντες τας περί παραδόσεως προτάσεις του
Κιουταχή και στέλλοντες φιάλας ρουμίου διά τους σημαιοφόρους του,
εννόει καθένας ότι δεν ήσαν παρά οι τελευταίοι σπασμοί ψυχομαχούντος.
Και όμως μόνη η εμφάνισις του ελληνικού στολίσκου ήρκεσε ν' αλλάξη
διόλου τα πράγματα. Ο Τοπάλ πασάς, με την πρώτην προσβολήν ετράπη εις
φυγήν· τα προιάρια του Γιουσούφ και κανονιοφόροι συνελήφθησαν, αι
τεναγόνησοι ηλώθησαν και ο Κιουταχής περιήλθεν εις δυσχερή θέσιν,
απομείνας άνευ ζωοτροφιών και πολεμεφοδίων.
— Και λες θα κάμετε γιουρούσι; ηρώτησε πάλιν η Μαλάμω τον υιόν της.
— Ναι· απόψε θα πλέξη το μουσχάρι 'ς το αίμα· τ' έχει να γένη ένας
θεός το ξέρει. . . Οι καπεταναρέοι γροικήθηκαν με τον Καραϊσκάκη και θα
πέση μαζή μας 'ς το χορό. . . Έλα, πώχεις τάρματα;
Ο Ζάχος εν βία διεσκέλισε το κατώφλιον και εισήλθε πρώτος εις τον
οικίσκον.
Τα παλληκάρια σπανίως απεχωρίζοντο των όπλων των. Αλλ' ο Ζάχος προ της
επαναστάσεως είχε χρηματίσει κλέφτης και οι κλέφτες καθ' όλην την ζωήν
των δύο μόνον πράγματα εφρόντιζον μετά ζήλου: τον τσαμπάν και τα
τσαπράζια των. Ενώ η λέρα τους έτρωγε το κορμί, τα μακρυά μαλλιά των,
στίλβοντα από του μυελού βοείων οστών, εχύνοντο αρειμανίως επί των
ωμοπλατών, τα δε τσαπράζια εκρέμαντο φεγγοβολούντα επί της μαύρης
ενδυμασίας των. Προ πάντων δ' έκαμνον τούτο όταν επρόκειτο να μετρηθούν
με τον εχθρόν, ωσεί μη θέλοντες κατά την μάχην όπου παίζεται η ζωή του
ανθρώπου μυριάκις, αν εσκοτώνοντο να εμφανισθούν προ του Χάρου, όστις
είνε αδάμαστον παλληκάρι και αυτός κ' έχει άρματα λαμπρά, λεροί αυτοί
και ακάθαρτοι. Όθεν ο Ζάχος μόλις εγνώρισεν ότι θα μετείχε της
νυκτερινής εξόδου, πιστός εις την κλεφτικήν συνήθειαν, έσπευσεν ευθύς,
αν όχι να λουσθή — διότι το νερό δεν ήτο άφθονον εις την πολιορκουμένην
πόλιν — να καθαρίση τουλάχιστον τάρματά του και τα παρέδωσεν εις την
μητέρα του μέχρι της ωρισμένης ώρας.
Η Μαλάμω είδε τας ετοιμασίας αυτάς του υιού της κ' εμάντευσεν ευθύς μ'
ένα της καρδίας κλονισμόν ότι ούτος θα επήγαινεν εις κάτι παράτολμον.
Μ' ένα μόνον κλονισμόν, εκείνον τον επιφερόμενον αίφνης εις την
μητρικήν καρδίαν πάσης γυναικός, έστω και Σουλιωτοπούλας, επί κινδύνω
του παιδιού της· αλλ' όχι άλλον. Ευθύς η καρδία ανέλαβε πάλιν τον
τακτικόν της παλμόν, τον ήσυχον, τον αδιάφορον και εις τα φρικωδέστερα
γεγονότα, όπως έπρεπεν εις μίαν Σουλιωτοπούλαν και γυναίκα του
Σπαθόγιαννου. Ως τοιαύτη δε ούτε να ερωτήση ηθέλησε, ούτε τι και πώς να
μάθη, αλλά με κρυφόν θυμόν πλανώσα εις προσφιλές της όνειρον τον νουν,
επερίμενεν. Ήδη δ' εισελθούσα όπισθεν του Ζάχου, έλαβε προθύμως το
γιαταγάνι, λαμποκοπούν επί του αμαυρού τοίχου και το επέρασεν εις τον
ώμον του. Έπειτα ενώ διά της δεξιάς χειρός έδιδεν εις αυτόν το
καρυοφύλλι, διά της αριστεράς εναγκαλισθείσα τον έσφιξε σπασμωδικώς εις
τον κόλπον της.
— Κύτταξε, να μην ξεχνάς τον Ταχίρ Γιάτση! του είπε με τρέμουσαν αλλ'
αυστηράν φωνήν.
Ο Ζάχος συνωφρυώθη και δεν είπε τίποτε. Η Μαλάμω έσφιξε πάλιν αυτόν επί
της καρδίας της, προσβλέπουσα με βλέμμα παρακλητικόν την Παναγίαν
μικρού εικονισματίου, εις μίαν γωνίαν του οικίσκου ανηρτημένου και τον
ώθησε προς την θύραν.
— Μα για στάσου, στάσου! εφώναξεν αίφνης, μειδιώσα.
— Τ' ένε; ηρώτησεν ο Ζάχος, ιστάμενος.
— Δέσε καλά το πόσι σου, καϋμένε!
Η Μαλάμω επλησίασε και αφήρεσεν από της κεφαλής του Ζάχου το πόσι του,
δεμένον ατάκτως άνω του φεσίου, εδίπλωσεν αυτό επιμελώς επί του γόνατος
και το έδεσε πάλιν δις και τρις γύρω, προσέχουσα να μη προβάλη καμμία
πτυχή κ' έρριψεν οπίσω επί των ωμοπλατών τας δύο χρυσοκεντήτους και
θυσανοφόρους άκρας του. Τον ητένισε πάλιν, διευθέτησε τας αλύσσους του
κιουστεκίου του, το αργυρούν χαϊμαλί του στήθους του· της σαβατλίτικες
παλάσκες της μέσης του· τους τοκάδες και τ' αλύσια του ασημοσογιά κ'
έστρωσε τας πτυχάς της λερής φουστανέλλας του. Μικρόν κατά μικρόν μήτηρ
και υιός εβυθίζοντο εις το σκιόφως της εσπέρας εντός του οικίσκου,
χωρίς να το εννοούν και αυτοί. Ο Ζάχος ήθελε να φύγη και πάλιν
εθρύπτετο προς τας μητρικάς εκείνας θωπείας, ως μικρός χαϊδεμένος.
— Άσε με δα και δε θα πάω σε γάμο· είπε τέλος, χαμογελών προς αυτήν.
— Κι' ο πόλεμος γάμος ένε· πήγαινε, λεβέντη μου.
Και τον ώθησεν έξω, ρίψασα προς αυτόν φωτεινόν βλέμμα απ' εκείνα τα
σπάνια που εκφράζουν συγχρόνως ευχήν και προσδοκίαν, φόβον μέγαν και
θάρρος ακατάβλητον, ανδρικήν ρώμην και θείαν θέλησιν.
*
Η Μαλάμω ήτο Σουλιωτοπούλα, γυνή παλληκάρι. Κόρη πριν είχε φάγει με την
φούκτα την πυρίτιδα ως οι Μποτσαραίοι και Τζαβελαίοι, ο Πούλιο Δράκος
και ο Τζίμα Ζέρβας· παρά το πλευρόν των οποίων επολέμει πάντοτε,
υπερασπιζομένη τους βράχους της πατρίδος της. Κ' έπειτα ως γυναίκα του
Σπαθόγιαννου, του εξακουστού κλέφτη της Ρούμελης, από τα παράβολά του
κατορθώματα, από τους τρομακτικούς κινδύνους του, από τας σφοδράς
συγκινήσεις εις τας οποίας την υπέβαλον καθ' ημέραν τα πάντοτ' έκτακτα
και πάντοτε μεγάλα επιχειρήματά του, είχε τραχύνει την ψυχήν της ώστε
να μη δέχεται τίποτ' επάνω της, μέγα είτε μικρόν, όπως ο αιθέρας
καλοτροχισμένου σπαθιού. Από την ρόκα ήρπαζε το καρυοφύλλι και από τ'
αδράχτι το γιαταγάνι, μεθ' όσης ευκολίας δόκιμος μουσικός αλλάζει τον
ταμπουρά με την φλογέραν. Το αίμα δεν την εφόβιζε καθόλου· οι βόγγοι
και οι δαρμοί των πληγομένων δεν την συνεκίνουν· τα πτώματα, αν ήσαν
εχθρών, ήσαν σεβαστά μόνον καθό ακίνδυνα πλέον κ' έτοιμα διά την
φθοράν· αν ήσαν φίλων, ήσαν άξια θρήνων και τιμητικής ταφής.
Αφ' ενός η καταγωγή και αφ' ετέρου ο έγγαμος βίος, ο άνδρας εις τον
οποίον εδόθη η Μαλάμω από τους συμπατριώτας της, παρά τα έθιμα, ως
γέρας της ανδρείας του και της υπηρεσίας ην προσέφερεν άλλοτε κατά τους
στενούς καιρούς της πατρίδος των, την έκαμον ώστε να μορφώση αυστηράς
και μεγάλας ιδέας περί πατρίδος και τιμής και οικογενειακών παραδόσεων.
Τ' όνομα προ παντός άλλου και τα πάντα διά τ' όνομα. Τούρκο με Τούρκο
δεν ήθελε να ίδη ποτέ εμπρός της. Τον πόλεμον εθεώρει ως κάτι
αναγκαίον, απαραίτητον κ' έβλεπε τους άνδρας αναχωρούντας διά την μάχην
άνευ της παραμικράς συγκινήσεως, ως να ήξευρεν ότι πηγαίνουν εις γάμον.
Και όμως τόρα, ότε απεχαιρέτα τον Ζάνον, μόνη η υπερηφάνεια συνεκράτει
τους λυγμούς και τα δάκρυα, τα οποία, δεν ήθελε να ιδούν ούτε οι άψυχοι
τοίχοι του οικίσκου της. Ορθία εις την θύραν της, με τον αγκώνα επί της
παραστάδος κ' επ' αυτού την κεφαλήν, ατάκτως τυλιγμένην εις την άσπρην
μπόλια της, παρακολούθει διά του βλέμματος τον υιόν, όστις με υπόπτερον
βήμα ανεπήδα τα χαλάσματα, σπεύδων προς τους συντρόφους του. Γύρω
ηπλούντο αι σκιαί της νυκτός, προσδίδουσαι φανταστικην όλως όψιν εις
τας κατηρειπωμένας οικίας, εις τους ημικρημνισμένους τοίχους, εις τους
σωρούς των χωμάτων και των ξύλων και των κεράμων, εις τους οποίους
είχον μεταβάλει την πόλιν αι βόμβαι του εχθρού. Σιγή κ' ερημία
εβασίλευε πέριξ κ' επάνω, εις τον σκοτεινόν ουρανόν. Μόνον, κατά σπάνια
διαλείμματα ηκούοντο κάπου δειλοί ψίθυροι κ' εφαίνοντο σκιαί
ολισθαίνουσαι ανά τα χαλάσματα, προς τον φωτεινόν ναΐσκον του αγίου
Σπυρίδωνος. Ήσαν αι γυναίκες, αι αδελφαί κ' αι κόραι κ' αι μητέρες των
πολιορκουμένων, αίτινες επήγαινον με δάκρυα πύρινα και στηθοκτυπήματα,
ν' αναθέσουν εις τον πολιούχον άγιον τας πολυτίμους ζωάς των ανδρών της
εξόδου.
Η Μαλάμω δεν συνηκολούθει εις τον ναόν. Έμενεν εκεί, τηρούσα, την
αγαλματώδη στάσιν της προ της θύρας και ατενίζουσα μακράν, ως να
διέκρινεν ακόμη μέσα εις το σκότος τον υιόν της. Αίφνης όμως συνέσπασε
τας οφρύς κ' εν σπουδή εισήλθεν εις τον οικίσκον κ' έκλεισε θορυβωδώς
την θύραν όπισθέν της. Τ' αναπηδήσαντα από τους οφθαλμούς της δύο
δάκρυα δεν τα είδε κανείς, κανείς, ουδέ το σκότος, διότι ευθύς αι
χειρίδες της τα εξήλειψαν. Διά σταθεράς χειρός ήναψε μικρόν κηρίον,
ενέπηξεν αυτό επί του εδάφους, προ του εικονισματίου της και
γονυπετήσασα ητένισεν αυτό ευλαβώς. Εις αυτήν την Σουλιώτισαν Παναγίαν,
την οποίαν έσωσεν ημίκαυστον φεύγουσα εκ της Ρενιάσας κατά την
πανωλεθρίαν του 1803, ενεπιστεύετο τον Ζάχον της. Δεν εζήτει μόνον να
τον φυλάξη κατά την συμπλοκήν αλλά προ παντός να του χαρίση το
ακατάβλητον των βράχων του Σουλίου, την ισχύν των εις τας κλεισωρείας
του πνεόντων ανέμων, την ορμήν του χυνομένου προ των ποδών του
Αχέροντος, διά να καταβάλη τον Ταχίρ Γιάτσην. Αυτός ήτο ο πόθος της.
Διότι ο Ζάχος δεν επήγαινε μόνον να πολεμήση, αλλ' είχε να εκπληρώση
συγχρόνως και άλλην ιεράν και απαραίτητον εντολήν.
Ότε η Μαλάμω έλεγεν εις αυτόν να μη λησμονή τον Ταχίρ Γιάτση, δεν
ωμίλει ως μήτηρ αλλ' ως γυναίκα του Σπαθόγιαννου. Ωμοίαζε προς τον
γέροντα εκείνον βασιλέα του μύθου, ο οποίος αφού είδε τον ένα μετά τον
άλλον πολλούς υιούς του πορευομένους εις συνάντησιν του δράκου, του
λυμαινομένου την χώραν του και μη επιστρέφοντας, ηναγκάζετο να ίδη και
τον τελευταίον, τον μικρότερον κ' ευμορφότερον, αναχωρούντα διά τον
άφευκτον όλεθρον. Και ήτο τω όντι ο Ταχίρ Γιάτσης δράκος ακατάβλητος κ'
εξολοθρευτής της οικογενείας της Μαλάμως. Πρώτον πρώτον εφόνευσε τον
άνδρα της διά να λάβη το περίφημον καρυοφύλλι του.
Τα καρυοφύλλι τούτο ήτο παλαιότατον και πολυτελές. Το ημισεληνοειδές
κοντάκι του περιέβαλλε στενή αργυρά λωρίς· επί της μιας αυτού πλευράς
εφέρετο χρυσούν καρυόφυλλον, λεπτοτάτης εργασίας, κ' επί της άλλης πλαξ
αργυρά, αναγράφουσα το ιερόν σύμβολον και την αγέρωχον διαμαρτύρησιν
του κλέφτου κατά του τυράννου του:
Πασά μου έχω το σπαθί,
Βεζύρι το ντουφέκι·
Κάλλιο να ζω με τα θεριά
Παρά να ζω με τούρκους.
Ο λύκος του, μαλαμοκαπνισμένος, παρίστανε κεφαλήν εχίδνης, με το δέρμα
φολιδωτόν και οφθαλμούς πυριφλεγείς, αντικατεστημένους δι' ερυθρών
πετραδιών όταν έφερε και τον πυρόλιθον, εφαίνετο με γλώσσαν
προτεταμένην και στόμα ολάνοικτον, έτοιμος να καταπνίξη τον εχθρόν. Η
κάννα του ενός και ημίσεος μέτρου μακρά, βαθμηδόν προς τα εμπρός
παχυνομένη, εζώνετο ισχυρώς μετά του κοντακίου δι' επτά παφηλίων
καταχρύσων, επί των οποίων επιτήδειος τεχνίτης είχε σκαλισμένους τους
πολέμους του φοβερού Στρατιώτου Κορκονδείλου Κλαδά κατά των Τούρκων κ'
εν αλληλουχία τας τεσσαράκοντα νίκας του δράκου της Κρόιας Γεωργίου του
Καστριώτου.
Δεν ήτο όμως ονομαστόν τόσον διά την πολυτέλειάν του παρά διότι υπήρξεν
όπλον του διασήμου αρματωλού Σταθόγιαννου, ακμάσαντος κατά το 1687 μετά
του Σουμίλα και Βαλαωρίτη, εις τας χείρας του οποίου έλαβε και το
πρώτον βάπτισμα του πυρός. Εφημίζετο ακόμη και διά την βροντώδη φωνήν
του διά της οποίας, ελέγετο εκ παραδόσεως, ότι ο αρματωλός έτρεψεν εις
φυγήν τεσσαράκοντα Γκέκιδες παρά την Κατούναν. Ήτο διά τούτο ο φθόνος
των εχθρών και το καύχημα της οικογενείας ολοκλήρου.
Επί εκατόν και πλέον έτη μετέβαινεν από πατέρα εις υιόν, ως ιερά
οικογενειακή παράδοσις, εξακολουθούν να τρέφεται με πυρίτιδα και
σφαίρας και να στέλλη αδιακόπως τον εμφωλεύοντα εις τα στήθη του Χάρον
αμείλικτον εις τους εχθρούς. Ούτω έφθασε μέχρι του Γιώργου
Σπαθόγιαννου, ο οποίος το έφερεν εντίμως, μέχρις ου ο Τόσκης,
ενεδρεύσας παρά το Μαργαρίτι το ήρπασεν αφού ήρπασε και την ζωήν του.
Αλλ' η τιμή της οικογενείας απήτει πάση θυσία να επανακτηθή το
καριοφύλλι εκείνο. Αδιάκοπος και πεισματώδης αγών ήρχισε μεταξύ του
Ταχίρ Γιάτση και της οικογενείας της Μαλάμως. Τέσσαροι υιοί της, ο ένας
μετά τον άλλον, έτρεχον με τους κλέφτας ανά τα Άγραφα, αναζητούντες και
συγκρουόμενοι μετά του Τόσκη. Αλλά ο ένας μετά τον άλλον εύρισκον όλοι
τον θάνατον υπ' αυτού. Αι συμφοραί αύται έπληξαν καιρίως την μητρικήν
καρδίαν της Μαλάμως, αλλά δεν κατέβαλον την υπερηφάνειάν της. Ήδη
πληροφορηθείσα ότι ούτος ήτο προ των τειχών της πόλεως, έστελλε τον
τελευταίον υιόν της να συγκρουσθή μετ' εκείνου. Κ' ενώ τόρα γονυπετής
εδέετο παρά την εικόνα και βυθισμένη εις το σκιόφως μόλις διέκρινε την
γαλήνιον μορφήν της Παρθένου, διελογίζετο μετ' ανατριχίλας αλλά και
αποφάσεως σταθεράς, εάν ο Ζάχος εφονεύετο, εις άλλην έξοδον αυτή η ιδία
να σηκώση την ποδιάν, να ζωσθή τα όπλα και να πάγη να συγκρουσθή μετ'
εκείνου. Τι να κάμη; Αν δεν πάρη οπίσω. το καρυοφύλλι ν' αποθάνη
τουλάχιστον και αυτή, και ο Ταχίρ Γιάτσης να το φέρη, επαξίως πλέον,
αφού κατώρθωσε να εξολοθρεύση ολόκληρον την οικογένειαν του
Σπαθόγιαννου. . .
Εν τούτοις ο Ζάχος μ' ελαφρόν και γοργόν βήμα, το σύνηθες εις τους
κλέφτας, ηναγκασμένους να περιπατούν από λιθάρι σε λιθάρι ανά τα βουνά,
διήλθε τους στενούς και πλήρεις χαλασμάτων δρομίσκους κ' έφθασε προ της
πλατείας των Καλυβοσπίτων. Η νυξ είχεν επέλθει προ πολλού σκοτεινή και
ασέληνος. Η φρουρά υπό τον Ραζικότσικαν ηγρύπνει παρά τους γεωτοίχους
και τους προμαχώνας. Όλοι, οπλίται και λαός, κατείχοντο υπό ανησύχου
ανυπομονησίας. Ο γηραιός μαχητής Νότης Μπότσαρης, ακούραστος,
μετέβαινεν εναλλάξ από τούτους εις εκείνους, διά των συμπαθητικών λόγων
του τους μεν ενθαρρύνων τους δε καθησυχάζων, και είτα επέστρεφε παρά το
εκκλησίδιον της Αγίας Παρασκευής, όπου όρθιοι συνεσκέπτοντο περί της
εξόδου ο Ίσκος, ο Μακρής, ο Στουρνάρης, ο Βέικος, ο Κοντογιάννης και ο
Λιακατάς.