αγκάλας του βοσκού. Πόσον δ' υπέφερε κατά το διάστημα τούτο, μόνον αυτή
εγνώριζε κ' αι άγιαι εικόνες, προς τας οποίας εσύρετο γονυκλινής όλας
τας ώρας της ημέρας και της νυκτός, ζητούσα συγχώρησιν, και τα συζυγικά
στέφανα, τα οποία έβρεχε διά των δακρύων της, επικαλουμένη το έλεός
των.
Η λυγερή έκρυπτεν ήδη εντός αυτής κάμινον ολόκληρον παθών, η οποία την
εβασάνιζε και την κατέφθειρεν αδιακόπως, μετά φρικώδους και πονηράς
επιμονής. Προ πάντων δ' έπασχεν η κεφαλή της, η χαριτωμένη εκείνη
κεφαλή, ωσεί τιμωρουμένη διά την αφροσύνην της. Ιδέα γιγαντιαία, η ιδέα
του σφάλματός της, εβάρυνεν ως μόλυβδος εντός και την έκαμνε να κύπτη,
καθυποτάσσουσα αυτήν εις μετάνοιαν. Και η Σμάλτω εν τη παραζάλη της, μη
έχουσα αλλού να εκσπάση την οργήν της κ' εν τω πόθω της προς ευρυτέραν
τροπήν των σκέψεων της, επετίθετο κατ' αυτής και την εκτύπα διά των
χειρών, επί του τοίχου πολλάκις, μετά σκληρότητος.
— Κακοκέφαλο. . . . εσύ τα φταις!. .
Έσυρε δε την κόμην με πάθος και ήνοιγεν αιματώδεις τους οφθαλμούς και
ανετριχία από κεφαλής μέχρι ποδών, αναπαριστώσα ολοζώντανην προ αυτής
την εικόνα, όταν εκτός εαυτής έπιπτε σωρός εις τας αγκάλας του Μήτρου.
. .
Αληθώς δεν διήρκεσε και πολύ η έκλυσίς της εκείνη. Εύρεν όμως καιρόν ο
βοσκός να θλίψη το σώμα της εις τον κόλπον του και να κολλήση τα χείλη
του εις το στόμα και τον τράχηλόν της, τον χνοώδη και καμαρωτόν ως της
χήνας. Η Σμάλτω, εις την επαφήν εκείνην των χειλέων του την καίουσαν,
ανετινάχθη ως να εφυσήθη αίφνης νέα ζωή εντός αυτής, κατακόκκινη εξ
εντροπής, ταραγμένη διότι επροδόθη η αδυναμία της.
— Μη. . . άφσέ με!. . εψιθύρισε προς τον Μήτρον, ο οποίος προσεπάθει
να την κρατήση.
Κ' έφυγε, σπεύδουσα προς το χωρίον, βλέπουσα όλα πέριξ συγκεχυμένα εκ
της καταστάσεώς της αυτής.
Ότε το βλέμμα της λυγερής συνήντησεν εμπρός τον οικίσκον της, έμεινεν
επί πολύ αναποφάσιστος, αν έπρεπε να εισέλθη ή όχι. Τα ημίκλειστα
παράθυρά του ενόμιζεν ότι την εσάρκαζον. Η όψις του όλη, μ' εκείνο το
σοβαρόν και οιονεί εύηθες, το οποίον εκφράζουν οι πενιχροί οικίσκοι των
χωρικών, την έκαμνε να πιστεύη ότι εγνώριζεν όλα τα συμβάντα εις αυτήν
σήμερον και ήτο έτοιμος, μόλις ανοιγείσης της θύρας του, να τα
διαλαλήση εις τα τετραπέρατα. Και όταν εισήλθεν, εύρισκεν εις τας
γωνίας όλας, υπό το εικονοστάσιον, παρά την εστίαν, εις τα μικρά
χρωματιστά κιβώτια, εις την ξυλίνην τράπεζαν, παντού πέριξ, τόσας
αναμνήσεις ευχαρίστους, χρυσάς αναμνήσεις, τας οποίας κατέσπειρεν από
τριών ήδη μηνών καθ' ημέραν μετά του ανδρός της. Του ανδρός της, ο
οποίος ακόμη δεν είχεν επιστρέψη από τον μύλον! Κ' αίφνης ανησυχία
κατέλαβε την Σμάλτω εις την ανάμνησιν αυτήν, φόβος την κατεκυρίευσε
περί του Στάθη, περί της ζωής του, την οποίαν εφαντάζετο κινδυνεύουσαν
και οίκτος άμετρος διά τον αδικημένον. . . . .Ενώ ούτος έτρεχε κοπιάζων
εις τον μύλον διά να της φέρη άρτον, να τρώγη ανέτως, αυτή κατεπρόδιδε
την συζυγικήν τιμήν του, παρ' άλλου εναγκαλιζομένη. Και πόθος άμετρος,
αγάπη μεγάλη, κατεπλημμύρει ήδη την καρδίαν της διά τον Στάθην.
Ενόμιζεν ότι εκεί όπου ήγγισαν τα χείλη του Μήτρου, τα λιπαρά και
γλοιώδη ως σάπων, εκάθητο άνθραξ ανημμένος, ο οποίος την κατέκαιεν
ησθάνετο επί του σώματός της την παράφορον πίεσίν του και ανεκίνει τους
ώμους κ' εθρύπτετο εντός των ενδυμάτων της, θέλουσα ει δυνατόν ν'
αποτινάξη τον εναγκαλισμόν εκείνον, τον άνομον. Το εγνώριζε πολύ καλά η
Σμάλτω. Αφ' ης ώρας ο ιερεύς προ του βωμού ήνωσε τας χείρας των, ψάλλων
το &Ησαΐα χόρευε&, αν και δεν εννόει τας λέξεις, εγνώριζεν ότι αυτή ήτο
του Στάθη, εις αυτόν ανήκεν η ψύχη και το σώμα της, πάσα σκέψις της και
πάσα υποταγή.
— Όλα! εψιθύριζεν από ώρας εις ώραν.
Η λυγερή δεν ησθάνετο καθόλου όρεξιν να φάγη. Έρριψε τα στρώματα επί
του εδάφους και ηπλώθη να κοιμηθή. Αφήκεν όμως αρκετόν διά τον Στάθην
χώρον και το προσκέφαλόν του, με την μεταξωτήν προσκεφαλάδαν, το
ανακαλούν τόσας αναμνήσεις της πρώτης εβδομάδος του γάμου της.
Μέταξαν η Σμάλτω δεν είχεν εις την καλύβαν της, διότι ούτε χώρον ούτε
καιρόν έχουν να καλλιεργήσουν αυτήν αι βλαχοπούλαι εις τα γρέκια των.
Αλλά τας παραμονάς του γάμου διά να την περιποιηθή η αδελφή του Στάθη
έστειλεν εις αυτήν δύο μεταξωτές προσκεφαλάδες και με αυτάς εστόλισε
την πτωχήν προίκα της, αυτάς εκράτει επί του κανίστρου υψηλά,
επιδεικτικώς νέος τις εκ των συμπεθέρων, εις αυτό επάνω το προσκέφαλόν
εκάθησεν όταν την έφεραν νύμφην κ' επ' αυτού έκλινε την κεφαλήν, δειλή
την πρώτην νύκτα κατά την οποίαν εκοιμάτο μετ' ανδρός. Ήδη εις την όψιν
αυτού αναμνήσεις και πόθοι εγεννήθησαν και την κατεκυρίευον. Ναι, τον
ηγάπα τον Στάθην ωρέγετο ακράτητος την βάναυσον ζωήν του, το άτομόν
του, το εργατικόν· ανεγνώριζεν ότι δι' αυτόν και μόνον εγεννήθη, εις
αυτόν έπρεπε. . . Έπειτα αυτός ήτο και της τύχης της! Και υπέσχετο η
λυγερή πάντοτε εις το μέλλον να του ήνε αφοσιωμένη και καθόλου δούλη
του, να μη θέλη τίποτε χωρίς να το θέλη αυτός. Προσετρίβετο δ' επί του
προσκεφάλου του, τείνουσα εις εναγκαλισμόν, αναζητούσα αυτόν και
ποθούσα, αναπηδώσα εις τον ελάχιστον κρότον τον οποίον ήκουε τυχόν εις
την αυλήν, ετοίμη ν' ανοίξη την θύραν και να τον δεχθή. . .
O ύπνος της Σμάλτως ούτω διεκόπτετο συχνάκις. Εν τη βραδεία δε και
συντόμω αυτής καρώσει, εταράσσετο υπό ονείρου φρικαλέου. Έβλεπε τον
άνδρα της ουχί οποίον ήθελε να τον παραστήση η φαντασία της, η εν τη
ενοχή της απαλύνουσα κ' εξιδανικεύουσα τον χαρακτήρα του. Τον εύρισκε
τουναντίον φοβερόν, συνωφρυωμένον, συνεσφιγμένας έχοντα απειλητικώς τας
πυγμάς, τας νευρώδεις και ικανάς να καταβάλουν δράκοντα, συλλαμβάνοντα
αυτήν εις τας αγκάλας του Μήτρου και απηλούντα να λάβη δίκην της
προδοσίας της. Και ανεπήδα τότε έντρομος όλη, ζητούσα να προφυλαχθή
που. Αλλ' όπου και αν έστρεφε το βλέμμα, επί του εδάφους χαμαί ή επί
της καλαμίνης και πλήρους αραχνών οροφής άνω· επί των φαιών τοίχων ή
του σιτοβρώτου ερμαρίου, των ενδυμάτων και των καρφίων ακόμη και των
μαγειρικών σκευών, όλα τα έβλεπε διεστραμμένα κ' εμπαίζοντα τους φόβους
της, ρίπτοντα κατά πρόσωπον την προδοσίαν της, διά γέλωτος σιωπηλού και
παραδόξου. Υπό το φως του κανδηλίου, διέκρινεν αμυδρώς εν τω σκιόφωτι
του τοίχου τα συζυγικά της στέφανα, κρεμάμενα κάτω του εικονοστασίου κ'
εξελάμβανεν αυτά συνωφρυωμένα υπό την λινομέταξην σκέπην των, ωσεί την
απιστίαν της ελέγχοντα. Και αν πνοή ανέμου ανεκίνει τας χρωματιστάς
ταινίας των, ενόμιζεν ότι ήρχοντο ως φίδια κατ' επάνω της να εκδικηθούν
την ιεράν των αγνότητα. Τοσούτον δ' είχε κυριευθή υπό της ιδέας αυτής η
λυγερή ώστε ανεπήδησεν έντρομος, ακούσασα αίφνης την φωνήν του ανδρός
της και εις την πρώτην αυτής ορμήν, δεν εσκέφθη τι άλλο ειμή να
συσπειρωθή εις μίαν γωνίαν, όπως οι Πρωτόπλαστοι μετά το αμάρτημα,
ακούσαντες την φωνήν του Θεού.
— Ε, Σμάλτω· δε γροικάς, ορή! ηκούσθη πάλιν απ' έξω η φωνή του Στάθη,
ανυπόμονος.
Η λυγερή διετήρησε την θέσιν της εις την γωνίαν άφωνος και ακίνητος,
συγκρατούσα την αναπνοήν της εκ του τρόμου. Αλλ' η θύρα του οικίσκου
εκινείτο θορυβωδώς εκ των βιαίων λακτισμάτων του Στάθη. Και η Σμάλτω
συνήλθε τέλος κ' εγερθείσα ήνοιξε την θύραν, νεύουσα χαμαί την κεφαλήν,
φοβουμένη μήπως διακρίνη επί του προσώπου της το σφάλμα ο Στάθης,
τρέμουσα όλη, ως το φυλλοκάλαμον.
— Ε, και το φίδι; ηρώτησεν ευθύμως ούτος, μόλις εισερχόμενος.
Ω, το φίδι! Βέβαια, το είδεν η Σμάλτω και υπέμεινε την επήρειάν του
παράποτε σήμερον! Το φίδι, το οποίον δεν ηξεύρει μόνον να συρίζη αλλά
και να δαγκώνη, φαρμακερά να δαγκώνη, όταν εύρη ευκαιρίαν!
Με αυτάς τας σκέψεις η Σμάλτω διήρχετο τας ημέρας και τας νύκτας της.
Αλλά δεν ηδύνατο να διατηρηθή επί πολύ αυτή η κατάστασίς της. Ό,τι
έγεινεν, έγεινεν ήδη. Έπρεπε να προφυλάξη το μέλλον, το οποίον ωρθούτο
απειλητικόν ενώπιόν της· να κάμη τον εαυτόν της εγκρατή πλέον από πάσης
ξένης επιρροής. Ανεγνώριζεν όμως την αδυναμίαν της· κατενόει ότι διά να
γίνη τούτο δεν έπρεπε πλέον να συναντήση εις τον δρόμον της τον Μήτρον.
Αλλά πάλιν δεν ηδύνατο αυτή να κλεισθή εντός του οικίσκου της, εις τα
καφάσια, ως τούρκισσα. Ήτο ανάγκη να εξέλθη εις την εργασίαν, εις τον
αγρόν και εις την σταφίδα και τα γαλιά ακόμη να συντροφεύση. Ήτο εποχή
κατά την οποίαν η εργασία είνε εις την ακμήν της· θέρος, τρύγος —
πόλεμος!. . . Να εναντιωθή πάλιν εις τον άνδρα της, να φέρη τας αυτάς
δυσκολίας τας οποίας έφερεν άλλοτε εθεώρει όλως απρεπές. Ανεγνώριζε το
δίκαιόν του. Όλοι εις τα χωρία λαμβάνουν γυναίκας διά να τας έχουν
βοηθούς κατά την επίπονον σταδιοδρομίαν του βίου των· δεν την έλαβε
βέβαια ο Στάθης διά να την έχη εικόνισμα, εις τον οικίσκον του μόνον.
Άλλως τε και αυτής επροσβάλλετο η φιλοτιμία να μη βοηθή τον άνδρα της,
παρά να περιμένη να της φέρη ούτος τον άρτον, όπως εις τον τυφλόν.
— Τι, για ψυχικό θα μ' έχη; ανελογίσθη κοκκινίζουσα εξ εντροπής.
Αλλά και αν ήθελεν η λυγερή πάλιν δεν ηδύνατο να μείνη άεργος εις τον
οικίσκον της. Διότι εις τα χωρία, όπου οι κάτοικοι μετρούνται εις τα
δάκτυλα, καθένας τούτων υπόκειται καθημερινώς εις τον αυστηρόν έλεγχον
των λοιπών. Ο νωθρός είτε φιλόπονος εργάτης, ο θεοσεβής είτε
κουτοπόνηρος γέρων, ο φιλόχριστος ιερεύς, η καθαρά και φιλόκαλος
οικοδέσποινα, η προκομμένη κόρη, η φρόνιμος γραία, όλοι γνωρίζονται
μεταξύ των όπως και το καλό κρασί. Και από τα χαρίσματα τα οποία τυχόν
έχει έκαστος, μορφούται εν τη μικρά κοινωνία η καλή ή κακή ιδέα, περί
της μελλούσης τύχης του. Όταν δε τύχη να έλθη εξ άλλου χωρίου καμμία
γυνή κ' εγκατασταθή εκεί νυμφευομένη, ευθύς όλων η προσοχή και όλων η
κρίσις προς αυτήν στρέφεται. Καθένας ο οποίος θα την πλησιάση και θα
της ομιλήση, θα ήνε διά την πτωχήν νεόφερτον ανακριτής επίφοβος, του
ύφους και του χαρακτήρος, της φωνής και του βαδίσματος και αυτής της
ψυχής της, μέχρι των ελαχίστων λεπτομερειών. Η Σμάλτω υφίστατο την
δοκιμασίαν αυτήν από τριών ήδη μηνών, από της ιδίας δηλαδή νυκτός κατά
την οποίαν εγκατεστάθη εις Τρουμπέ. Τόρα όμως από της ημέρας του
παθήματός της η δοκιμασία έγεινε στενωτέρα. Μόλις εξήρχετο εις την
θύραν του οικίσκου της ευθύς αι γυναίκες την ητένιζον περιέργως εις
τους οφθαλμούς. Δεν ηδύναντο να εννοήσουν διατί έκοψεν αίφνης να
συντροφεύη εις την βοσκήν τα γαλιά και ήρχισαν να ψιθυρίζουν μεταξύ των
τας παραδοξοτέρας δι' αυτήν εικασίας.
Εκτός όμως των ξένων ήρχισαν και η μήτηρ και η αδελφή του Στάθη να
κρίνουν αυστηρώς την θεληματικήν αυτήν κάθειρξιν της λυγερής. Αν και
αύται εκάθηντο εις άλλον οικίσκον μακράν, όμως έμαθον τα συμβαίνοντα
εις την οικίαν του συγγενούς των και ήρχισαν να θλίβωνται διά τον
Στάθην, ο οποίος εδέσμευσε την τύχην του νυμφευθείς μίαν
φαγοκοιμήστραν. Και λόγους της έστειλαν με άλλας γυναίκας πως δεν αρκεί
ότι την έσωσαν από την βλαχοκαλύβαν όπου ανετράφη, από την μπομπόταν
όπου έτρωγε, και την έφεραν σε πολιτεία, από κάτω σε σπίτι να τρώγη
σίτινο ψωμί, παρά ήθελε να μένη και άδουλη να μη πιάνη ούτε μισακό
μετάξι!
Η Σμάλτω ήκουεν αυτά κ' ετήκετο περισσότερον. Κατενόει ότι δεν ηδύνατο
να ζήση πλέον ούτω μεταξύ των χωρικών κ' έλαβεν απόφασιν να πάγη μόνη
να συναντήση τον Μήτρον και διά παρακλήσεων είτε δι' απειλών εν ανάγκη,
να τον πείση ν' αλλάξη τόπον βοσκής. Είχε πεποίθησιν ότι θα το
κατώρθωνε. Διό την τρίτην ημέραν, μόλις ηγέρθη του ύπνου, ητοιμάσθη
προς εκτέλεσιν του σκοπού της.
— Για πού; ηρώτησεν ο Στάθης απορών διά την αιφνιδίαν αυτήν εξέγερσιν
της γυναικός του.
— Πααίνω με τα γαλιά.
— Κι' αν σουρίξη το φίδι;
Η λυγερή εταράχθη εις την ανάμνησιν εκείνην, τόσον απροσδοκήτως και
ασκόπως ριφθείσαν παρά του ανδρός της. Ησθάνθη αίφνης κάτι συσφίγγον
την καρδίαν εις τα στήθη της, ως να εσταμάτησε διά μιας η κυκλοφορία
του αίματος. Αλλά μετά μικρόν αναθαρρήσασα, ακλόνητος εις την απόφασίν
της, ητένισε μετά πειστικότητος τον άνδρα της:
— Δίνω μια και του ζουπάω το κεφάλι· απήντησε.
Και θέσασα εμπρός τα γαλιά, εξήλθε του χωρίου.
Η Σμάλτω έβαινεν ήδη θαρραλέα προς τον σκοπόν της, ανυπόμονος να φθάση
εις τον τόπον όπου ήλπιζε να συναντήση τον βοσκόν, πολλάκις προτρέχουσα
των γαλίων, ως να ωθείτο υπό αναποδράστου ανάγκης. Ητένιζεν υψηλά τον
γαλανόν αιθέρα και πέριξ τους αγρούς και τα βουνά και την θάλασσαν με
βλέμμα ιλαρόν, υπερήφανον δύναται κανείς να είπη, όπως κάθε άνθρωπος
έχων την ψυχήν γαλήνιον και την πεποίθησιν ότι πορεύεται να επανορθώση
αδίκημα. Προσέβλεπε δε συχνά, αφ' ης ώρας εξήλθε του χωρίου, την
αγροτικήν σκιάδα του Μήτρου, θέλουσα να συνειθίση εις την όψιν της και
να μη την φοβήται πλέον:
— Δεν ένε! έκραξεν αίφνης δυσθύμως.
Τω όντι, εφ' όσον επλησίαζεν εις την σκιάδα, διέκρινεν ότι ο Μήτρος και
τα πρόβατα έλειπον. Όταν δ' έφθασεν εκεί δεν εύρε παρά το μάλλινον
σακκίδιον του βοσκού, κρεμάμενον από ενός στύλου κ' επί του πατώματος
της σκιάδος το σιλάχι και την κατερρακωμένην φλοκάταν του. Η Σμάλτω
εθυμώθη διότι δεν τον εύρεν εκεί, να του είπη μίαν ώραν αρχίτερα ό,τι
έπρεπε να ελαφρυνθή επί τέλους. Εσκέφθη όμως ότι δεν θα ήτο και πολύ
μακράν, αφού τα πράγματά του ήσαν εκεί και ήλπιζε μετ' ολίγον, όταν η
θερμότης του ηλίου θα ηύξανε να προσέλθη ούτος υπό την σκιάν της
καλύβας. Άλλως τε εκεί είχεν αφήσει τον άρτον του και βεβαίως, αν όχι
διά τίποτε άλλο, θα ήρχετο τουλάχιστον μέχρι του δειλινού διά να φάγη.
Η λυγερή δεν είχε καμμίαν ανάγκην ν' απομακρυνθή. Τα γαλιά θα εύρισκον
και εκεί τροφήν όπως και αλλού, ώστε απεφάσισε να τον περιμείνη.
— Δεν κάνω κούνημα ώστε νάρθη· εσκέφθη.
Αίφνης γλουγλουκισμός θορυβώδης διέκοψε τας σκέψεις της. Η Σμάλτω
στραφείσα παρετήρησεν ότι δύο γαλιά ήριζον ραμφίζοντα κάτι μέσω των
ξηρών χόρτων και ότι τ'άλλα έσπευδον λαιμάργως εκεί, τείνοντα ως δόρατα
τους λαιμούς και με κραυγάς, ως ν' ανεκάλυψαν αίφνης πολύτιμον τροφήν.
Μετά μικρόν συνήχθησαν όλα εκεί, συσφηνούμενα το έν προς το άλλο,
σχηματίζοντα ούτω πυκνόν αλώνα, με τα μαυροπράσινα πούπουλά των
μαρμαίροντα υπό τας ηλιακάς ακτίνας. Συνωθούντο δε κ' εγλουγλούκιζον
γοερώς, θέλοντα να φθάσουν προς το κέντρον και πολλά ίπταντο υψηλά,
πλαταγούντα τας πτέρυγάς των ωσεί περίεργα να ίδουν εκείνο το οποίον
εράμφιζον οι σύντροφοί των. Και παρήγετο ούτω συνωστισμός αυτών
πεισματώδης, κ' έρις συνήπτετο μεταξύ των και κίνησις και βρυασμός
αδιάκοπος. Κεφαλαί ωρθούντο διά μίαν στιγμήν με τα κόκκινα φύματα άνω,
ως λεπροί κόνοι αγρίου αραβοσίτου, ετάζουσαι τα πέριξ περιέργως διά των
μαύρων οφθαλμών των και πούπουλα εσκορπίζοντο εις τον αέρα,
απομαδούμενα ενώ αντήχει η πεδιάς ολόκληρος από τον θόρυβον και τον
αλαλητόν.
Η Σμάλτω παρηκολούθει διά του βλέμματος τους διαπληκτισμούς αυτούς των
γαλίων, χαμογελώσα. Εγνώριζε την συνήθειαν την οποίαν έχουν να
συνάζωνται ούτω και να θορυβούν μόλις εύρουν κάτι εις τον δρόμον των·
υπέθετε δε ότι και τόρα κανέν παλιοπάπουτσο είτε ράκος πανιού θα
επροκάλει την έριν των.
Αίφνης όμως εκ των αλληλωθισμών και ραμφισμάτων αυτών ανεπήδησεν
υπεράνω κ' έπεσε προ των ποδών της μικρόν τεμάχιον καλάμου.
— Μπα· η φλογέρα του! εψιθύρισεν η λυγερή.
Ήτο τω όντι η φλογέρα του Μήτρου μικρά, χρυσίζουσα, με πέντε τρύπας,
μαύρας εις τα χείλη εκ του καυτερού σιδήρου διά του οποίου ήνοιξεν
αυτάς ο τεχνίτης και άλλην μίαν εις το αντίθετον μέρος. Η Σμάλτω
εθαμβώθη εις την όψιν αυτής ως να ητένισεν αίφνης τον ήλιον· Κύμα
αίματος συνέρρευσεν εις την καρδίαν της και την έκαμε να πάλλη βιαίως·
οι κρόταφοί της έσφυζον εναγωνίως και οι μήνιγγες της επόνουν εκ της
πιέσεως.
— Η φλογέρα του! επανέλαβε βραδέως.
Και ητένιζεν αυτήν με βλέμμα φοβισμένον, αισθανομένη καθ' όλον αυτής το
σώμα την ανατριχίασιν εκείνην του βλέποντος προ αυτού οστούν φοβερού
θηρίου. Ευθύς η φαντασία της επανέφερεν εις αυτήν την ημέραν κατά την
οποίαν αναισθητούσα σχεδόν, έπεσεν εις τας αγκάλας του Μήτρου.
Ανεγνώριζεν ήδη ότι αυτό το τεμάχιον της καλάμου έγεινεν η αιτία να
πράξη εκείνο το ανόμημα· ότι ήτο αυτό η επικίνδυνος προαγωγός που την
παρέδωκεν εις τον τυχόντα και ολίγον έλειψε να την παρασύρη εις τα
έσχατα. Και η λυγερή ησθάνετο μίσος προς την φλογέραν εκείνην η οποία
διά του ευγλώττου στόματός της, επιτηδειοτέρου και της πλέον
γυμνασμένης μαυλιτρίας, έκαμεν αυτήν να λησμονήση την προς τον άνδρα
της μύχιον εκείνην αφοσίωσιν η οποία συγγεννάται και συναποθνήσκει με
αυτό το σώμα της γυναικός του αγρού. Και ικανοποιείτο η αδυναμία της
διότι έβλεπεν αυτήν τόρα κατακειμένην εκεί εις το χώμα, άνευ ζωής,
ραμφιζομένην υπό των γαλίων, ως τεμάχιον πέπονος. Εχαίρετο αμέτρως διά
την ταπείνωσίν της εκείνην και την εξουθένωσιν, εκδικουμένη ούτω τα
ίδια παθήματα. Εις στιγμήν δε παραφόρου πόθου προς εκδίκησιν, ηθέλησε
να συμμεθέξη και αυτή του κακού κ' εβάδισε να την κατασυντρίψη υπό τους
πόδας της.
— Σμάλτω! ε, Σμάλτω!. . . ηκούσθη φωνή περιχαρής, ανακόπτουσα αίφνης
το βήμα της.
Η λυγερή στραφείσα παρετήρησε τον Μήτρον ερχόμενον από μακράν με το
ποίμνιόν του. Αλλ' ουδεμίαν ησθάνθη ήδη ταραχήν εις την θέαν του.
Εγνώριζεν η Σμάλτω ότι ο βοσκός δεν είχε πλέον μαζί του την φλογέραν να
την παίξη όπως άλλοτε και γεμίση τον αέρα πέριξ από μύρια συναισθήματα,
από τόσους καϋμούς της γυναικείας καρδίας, τόσας εκφράσεις της
ανθρωπίνης αδυναμίας και την συναρπάση. . . Την είχεν εδώ υπό τους
πόδας της, ως να είχε την γλώσσαν, αυτήν την φωνήν μιας μαγίσσης και
την κατεσύντριβε. Συγχρόνως δε με την σκέψιν της αυτήν η Σμάλτω
κατέφερε με πάθος τον πόδα επί της φλογέρας και την έθραυσεν.
— Να! είπε χαιρεκάκως, ρίπτουσα τα τεμάχια αυτής προ του βοσκού.
— Μη τη φλογέρα μου εφώναξεν ούτος με πόνον γιατί την σπας;
— Για να μη χάση κι' άλλαις· απήντησεν η Σμάλτω επισήμως.
Και θεωρούσα πάσαν παράκλησιν περιττήν πλέον, αφού κατέστρεψε το μέσον
διά του οποίου την εταλάνιζεν ο βοσκός, εστράφη προς το χωρίον,
συγκεκινημένη αλλ' ήσυχος διά το μέλλον. .
1888.
Γ Ι Α Ν Ν Ο Σ ΚΑΙ Μ Α Ρ Ω
« Ο Γιάννος πάει 'ς τα βουνά
κ' η Μάρω πάει 'ς τους κάμπους ».
— Γιάννο! καϋμένε Γιάννο!. . .
Πολλάς ημέρας ο Γιάννος απουσίαζεν από τον πύργον των γονέων του και
ουδείς ευρίσκετο να είπη τι περί αυτού, ουδέν ίχνος να ορίζη που την
παρουσίαν του. Το δάσος, η πηγή, το ρυάκιον, η γιγαντιαία βαλανιδιά, η
γαλανή λίμνη, η καλύβα του βοσκού, όλα τα μέρη, τα οποία τόσας φοράς
τον είχον ίδη παίζοντα και είχον ακούση την φωνήν του, διετήρουν και
τόρα την νεκρικήν των απάθειαν εις τας συχνάς ερωτήσεις της Μάρως. Και
αυτό το πηγάδι, το οποίον με τα μεγάλα και υψηλά χείλη του ωμοίαζε προς
χάσκοντα διψαλέον γίγαντα, δεν απέδωσέ τι όταν έκυψε να το ερωτήση,
ειμή τας ιδίας της λέξεις και τόσον διατόρους και παραμορφωμένας, ώστε
ωπισθοδρόμησε με φρίκην νομίσασα ότι προήρχοντο από το φοβερό Στοιχειό.
Και η Μάρω εξηκολούθει κλαίουσα απαρηγόρητα και φωνάζουσα αδιακόπως, ως
ο Γκιώνης μετά τον άδικον θάνατον του αδελφού του:
— Γιάννο! καϋμένε Γιάννο!. . .
Η Κυρά Ρήνη, η μήτηρ της, εφαίνετο αδιάφορος εις του Γιάννου την
απουσίαν και της Μάρως τα δάκρυα. Όταν την ηρώτα εσήκωνε τους ώμους
ψυχρώς, ως να επρόκειτο περί της κούκλας της και διά ν' απαλλαγή αυτής
έλεγε πότε ότι ο Γιάννος επήγεν εις το σχολείον, πότε εις το βαλμαδιό
να ίδη πώς ήμελγον τας δαμάλεις και πότε εις το περιβόλι της
βασιλοπούλας να κόψη χρυσόμηλα. Η Μάρω έσπευδεν, επέτα εκεί ως πτηνόν
αφήσαν προ πολλού νήστεις τους νεοσσούς του. Δεν εφοβείτο ούτε την
μαγευμένην βέργα του διδασκάλου, η οποία αν την ήγγιζεν ηδύνατο να την
μαρμαρώση, ούτε τον πυρίπνοα ταύρον του βαλμαδιού, ούτε τον ανήμερον
δράκοντα του περιβολιού προ του αδελφικού της φίλτρου. Αλλά δεν τον
εύρισκε πουθενά.
— Πήγαινε, μωρή· 'ς της θειας σου της Καλής είνε! είπε τέλος η μήτηρ
της βαρυνθείσα.
Η Μάρω, μετά κοπιώδη και αδιάκοπον πορείαν, διά στενών και ανηλίων
δρομίσκων, εν μέσω βάτων και αγριακανθών, έφθασε τέλος και εις την
θείαν της.
— Πώς ήρθες, Μάρω μου; την ηρώτησεν αύτη έκπληκτος· πώς ήρθες, πεδώ
κόκορας δε λαλεί, κόττα δεν καρκαριέται;
— Ήρθα να ιδώ το Γιάννο.
— Το Γιάννο! ο Γιάννος δεν εφάνηκ' εδώ.
Η Μάρω έμεινεν άφωνος, ακίνητος εις την θέσιν της ως απολιθωθείσα. Δεν
εφάνη εκεί ο Γιάννος! Λοιπόν η μήτηρ της την επερίπαιζεν, αστειεύετο με
το αδελφικόν της φίλτρον, με τον πόνον της! Και την έστειλε να κάμη
τόσον δρόμον, να υποφέρη άδικα των αδίκων, απλώς διά να γελάση!. . .
Η Μάρω, χάσασα και την τελευταίαν της ελπίδα, επέστρεφε προς τον
πύργον, με οφθαλμούς ερυθρούς εκ των δακρύων, πρόσωπον κατεσχισμένον
υπό των κλάδων, ενδύματα κατερρακωμένα ως γραίας ατσιγγάνας και πόδας
πρισμένους εκ των δρόμων.
Μετά μικρόν διέκρινε μακράν επί υψηλού βουνού τον πύργον όμοιον με
γιγαντώδη κοχλίαν ατμομηχανής. Ήτο τετράγωνον παλαιόν οικοδόμημα με
παράθυρα μικρά, θύρας δρυίνους, μαρμαρίνας ελικοειδείς κλίμακας και
μακρούς διαδρόμους. Αυλή ευρεία, λιθόστρωτος, με μαρμαρίνας βρύσεις,
παριστώσας δράκοντας και γοργόνας ετοίμους να ορμήσουν κατά τινος, ήτο
εις τα έμπροσθεν αυτού, όπισθεν δε και εις τα πλάγια σύσκιος κήπος και
πέραν παρθένον, σχεδόν αδιέξοδον δάσος. Τα τείχη του πύργου είχον
σχασθή άνωθεν έως κάτω, ως υπό κεραυνού· πολλά δωμάτια ήσαν ακατοίκητα,
πολλαί θύραι άνευ φύλλων, πολλά παράθυρα άνευ θριγκών, ταλαντευόμενα
πενθίμως εις το κενόν. Το σαράκι υπέσκαπτε νυχθημερόν τα ξύλα του, οι
ποντικοί τα θεμέλιά του, η βροχή τα κονιάματά του. Ολόκληρος ο πύργος
ήτο σιωπηλός και ψυχρός· έκλινεν εις την φθοράν, όπως παν ό,τι αφεθή
εις την τύχην του.
Η Μάρω ανέβη την κλίμακα χωρίς ν' απαντήση, ψυχήν ζώσαν, εισήλθε εις το
δωμάτιόν της και πεσούσα επί του πατώματος κατάκοπος, άρχισε να θρηνή
ως νεκρόν τον αδελφόν της:
— Γιάννο! καϋμένε Γιάννο!. . .
Ο Γιάννος ήτο δεκαέξ ετών παλληκάρι. Η μήτηρ του, η Ζαχάρω, τον αφήκε
πολύ μικρόν, εις τα σπάργανα ακόμη όταν απέθανεν. Ο πατήρ του την
αντικατέστησε μετά μικρόν διά της Κυρά Ρήνης η οποία και αυτή εκ τον
πρώτου της γάμου είχεν αποκτήσει την Μάρω. Τα δύο παιδία, ομήλικα,
έφαγον της ιδίας τροφού το γάλα, εναναρίσθησαν εις την ιδίαν αγκάλην,
εκοιμήθησαν εις το ίδιον λίκνον, το έν παρά το άλλο κ' εντός του ιδίου
δωματίου μαζί, έκαμον τα πρώτα σφαλερά βήματά των και ήρθρωσαν τας
πρώτας, άνευ εννοίας και άνευ σκοπού, λέξεις των. Όταν ηύξησαν είχον τα
αυτά παιγνίδια, τας αυτάς χαράς, τας αυτάς τέρψεις, ως δύο δενδράκια
αυξάνοντα επί του αυτού τόπου, το έν πλησίον του άλλου, πίνοντα το
ίδιον νερό και υφιστάμενα τας αυτάς ατμοσφαιρικάς μεταβολάς.
Η πρώτη λύπη του Γιάννου ήτο όταν έχασε τον πατέρα του, δεκαετής, Αλλά
τα δάκρυά του εχύνοντο και τότε μαζί με τα δάκρυα της Μάρως· οι
στεναγμοί του, οι πόνοι του, αι δεήσεις του συνωδεύοντο υπ' αυτής. Όταν
έχη κανείς τοιούτον πιστόν και αχώριστον φίλον, ευρίσκεται δε εις την
ηλικίαν εκείνην κατά την οποίαν και η θλίψις είνε της στιγμής, ως μία
ρυτίς επί της επιφανείας λίμνης, τα πάντα δύναται να λησμονήση.
Εξηκολούθησε λοιπόν ο αυτός βίος διά τα δύο παιδία, δίδυμα αδελφάκια,
παχουλά, ροδοκόκκινα, υγιέστατα. Έτρεχον από την αυγήν έως το βράδυ εις
τα πέριξ του πύργου, ανερριχώντο εις τους κλάδους των δένδρων διά να
φθάνουν τας φωλεάς των πτηνών, εσύροντο εις τας αναδενδράδας να
συλλέγουν τα υπόξυνα βατόμουρα, έπιπτον από της μιας άκρας της λίμνης
κ' εξήρχοντο εις την άλλην, παίζοντα τα μικρά σωματάκια των με το νερόν
κ' επέστρεφον την νύκτα εις τον πύργον γελαστά, χαρούμενα, η Μάρω
κατάφορτος μ' ερυθρά εκ τρικοκκίων περιδέραια, ως φιλάρεσκος γύφτισσα
και ο Γιάννος στολισμένος με άνθη, ως μαϊόπαιδον