Ενώ η Κώσταινα βρίσκονταν μοναχή της, με τες σκέψες της και με όσα

της θύμιζαν τα σαράντα χρόνια του ζωντανού ξεχωρισμού, κι' η

λειτουργιά είταν στο «&εξαιρέτως&» ανοίγει απ' έξω η θύρα της

εκκλησιάς και μπαίνει μέσα με βαρυά πατήματα άνθρωπος ψήλος και

δασύς, ηλικίας πενήντα χρονών και παραπάνω, με φορέματα ξενιτεμένου,

κι' από τη θύρα πώμενε πίσω του μισογυρισμένη μπήκε και το φως της

ημέρας, που άρχισε να ξανοίγη, κι' ακούστηκε το λάλημα του κυπριού

«τριγκ... τριγκ... τριγκκκκ».

Ο ξένος πήγε ίσια μπροστά στην Παναγιά, κι' ενώ οι Μικροχωρίτες

έμεναν ξαπορεμένοι, αυτός άναψε μια μεγάλη άσπρη λαμπάδα,

σταυροκοπήθηκε, προσκύνησε κι' άρχισε ν' ασπάζεται τα εικονίσματα

του τέμπλου από το Χριστό ως τον Προφήτη-Ηλία, κι' ύστερα τραβήχτηκε

σ' ένα στασίδι. Όλοι έβλεπαν μ' απορία τον ξένο και με φόβο

παρατηρούσαν για να βρουν κανένα πράμμα, που να μοιάζη με το ίσκιωμα

της νύχτας. — Αλλά πάλε μπορεί να μπη ίσκιωμα στην εκκλησιά; Λοιπόν

αυτός δεν είναι ίσκιωμα!

— Αλλά ποιος νάναι;

Τέτοιες απάνω-κάτω είταν οι σκέψες του κάθε Μικροχωρίτη, άμα είδαν

εκείνον τον ξένο, και δεν έβλεπαν την ώρα πότε να σκολάση ο παπάς τη

λειτουργιά και να τον ρωτήσουν ποιος είναι, πούθε έρχεται και πού

πάει. Τέλος σ' ένα κομμάτι ώρας σκόλασε η λειτουργία, κι' ο

προύχοντας του Μικρού Χωριού, κατά το συνήθειο, προσκάλεσε τον ξένο

στο σπίτι του με την ιδέα να μάθη εκεί ποιος είναι και δεν είναι. Ο

ξένος, σκεφτικός και μελαγχολικός, έλυσε το μουλάρι του από ένα

δέντρο, που το είχε δεμένο, κι' ακολούθησε τον προύχοντα, σα χωρίς

να θέλη. Όλοι οι Μικροχωρίτες έρριξαν τα μάτια στον ξένο, σα να

είταν κάτι τι περίεργο και αφύσικο, που μπορούσε ν' αγρυπνάη τη

νύχτα έξω με τα σκυλλιά και με τα σκοτάδια, και να μπαίνη την ημέρα

στην εκκλησιά και ν' ανταμόνεται με τους ανθρώπους.

Πριν να φτάση ο προύχοντας με τον ξένο στο σπίτι του, πέρασαν

μπροστά από το σπίτι της νυφοκόρης της Κώσταινας. Αυτή, εκείνη τη

στιγμή, στέκονταν στην πορειά της, κι' επειδή αιστάνονταν

λιθοπάτημα, κάθε φορά που έβλεπε άνθρωπο με φορέματα ξενιτεμένα,

είπε στον προύχοντα ντροπαλά-ντροπαλά, πριν εκείνος της δώση την

«καλημέρα».

— Κοπιάστε, αφέντη, από το σπίτι μ' πρώτα, έτσι να ζήσης, να σας

κεράσω ορθούς ένα ρακί, για να μου ευκηθήτε το να «&καλοδεχτώ&».

Ο προύχοντας, γέροντας σεβάσμιος και γλυκός, δε μπόρεσε να μη δεχτή

το προσκάλεσμα της δυστυχισμένης εκείνης γυναίκας, που την είχε

συντρέξη πολλές φορές και με την υπόληψή του και με χρήματα, κι'

έστριψε να μπη στον αυλόγυρό της. Άμα είδε αυτό η Κώσταινα, με

γληγοράδα ζαρκαδιού μπήκε μέσα στο σπίτι της, για να στρώση κατά γης

την καλή της την πρόκοβα και να ρίξη το πλουμισμένο προσκέφαλο. Ο

προύχοντας κοντοστάθηκε λίγο στην αυλή, και θεώρησε ανάγκη να

δικαιολογήση την επίσκεψη αυτή:

— Ας σταθούμε, του είπε, μια στιγμή σ' αυτή τη φτωχή. Είναι

ξενιτεμένη πολλά χρόνια, δίχως γράμμα και δίχως αντιλογιά, και δεν

απελπίστηκε ακόμα, περιμένοντας τον άντρα της από τα Ξένα.

Σ' αυτά τα λόγια ο ξένος, σέρνοντας από πίσω του το μουλάρι με το

κυπρί, που λαλούσε ακατάπαυτα «τριγκ-τριγκ-τριγκκκκ.... » στάθηκε,

σα να ήθελε να βρη με το μάτι του κάτι τι, ή να θυμηθή κάτι τι.

Αχτίδα χαράς φώτισε το πρόσωπό του, πούχε κάνει η μελαγχολία

σκοτεινό, αλλ' η αχτίδα εκείνη ισκιώθηκε κι' έσβυσε στη στιγμή, και

το πρόσωπο του ξένου ντύθηκε την πρώτη σκυθρωπάδα. Δεν είχαν

ξεπεράσει ακόμα τη μέση της αυλής ο προύχοντας με τον ξένον, όταν το

μουλάρι του ξένου χλιμήτρησε, και το σκυλλί της Κώσταινας πετάχτηκε

από το κουμάσι του και χωρίς ν' αληχτήση περικύκλωσε τον ξένο και

ρίχνονταν γύρα του περίχαρο. Ο προύχοντας πήρε αυτά τα δυο σημάδια,

δηλαδή το χλιμήτρημα του μουλαριού και τα πηδήματα του σκυλλιού για

καλόν οιώνα, και φώναξε δυνατά:

— Τα σχαρήκια, Κώσταινα...

Ο ξένος είχεν ακούσει, ότι η Κώσταινα είταν ξενιτεμένη πολλά χρόνια,

χωρίς γράμμα και χωρίς αντιλογιά, ακούοντας τώρα, ότι την έλεγαν και

Κώσταινα, και τον προύχοντα να φωνάζη «τα σχαρήκια... » κοντοστάθηκε

λίγο, κλονίστηκε, σαν κυπαρίσσι, που τώχει κόψει τες ρίζες του ο

ξυλοκόπος, άφησε από τα χέρια του το καπίστρι του μουλαριού,

γονάτισε και σωριάστηκε κατά γης, ψηλά στο χιόνι. Βλέποντας τούτο ο

προύχοντας σκιάχτηκε και φώναξε μ' όλα τα δυνατά του:

— Τρέξ' όξω, σκύλλα Κώσταινα, με τη βουτσέλλα, λιγοθύμησ' ο

ξένος!...

Η Κώσταινα πετάχτηκε ξυπόλυτη έξω, κρατώντας στα χέρια της τη

βουτσέλλα γεμάτη νερό κι' άρχισε να την χύνη στο κεφάλι του ξένου.

Στην στιγμή έτρεξαν κι' οι γειτόνοι, σήκωσαν τον ξένο στα χέρια και

τον έβαλαν ψηλά στην προκόβα, πούχε στρωμένη η Κώσταινα, και τον

σκέπασαν με την καινούργια την στέργα, ενώ ο προύχοντας, νομίζοντας

ότι προσβάλλονταν η φιλοτιμία του, επέμενε να σηκώσουν τον άρρωστο

και να τον πάνε στο σπίτι του, γιατί είταν προσκαλεσμένος του, και

να μη τον αφήση να κοιταστή σε άλλο σπίτι, και μάλιστα στης

φτωχότερης και της ορφανώτερης του χωριού, αλλ' η Κώσταινα δεν

έστρεγε, και του είπε με μύτη:

— Εδώ πώπεσε, αφέντη, ο άνθρωπος, εδώ και θα μείνη, κι' αν είμαι

φτωχή, ο άντρας μ' να ζήσ'... ποιος ξέρ':..

Ένεκα που λιγοθύμησε ο ξένος τόσο ξαφνικά και τόσο ανεπάντεχα,

έτρεξε όλο το χωριό στο σπίτι της Κώσταινας, για να μάθουν τι και

πώς έγεινε, αλλά ο ξένος κοίτονταν βουβός και δε μπορούσε να μιλήση.

Σ' αυτό απάνω κατάφτασε κι' ο παπάς, γιατί είχε μάθει από πριν ότι

κάποια σχέση είταν ανάμεσα του ισκιωματιού, που φάνηκε τη νύχτα κι'

εκεινού του ξένου. Πέρασε στη στιγμή το πετραχήλι στο λαιμό κι'

άρχισε τους ξορκισμούς, που τους ήξερε απ' έξω.

Ο παπάς αυτός ήταν ξακουσμένος για το μνημονικό του, γιατί γνώριζε

απ' έξω όλα τα βιβλία της εκκλησιάς: Βαγγέλιο, Απόστολο, Ψαλτήρι,

Χτωήχι, Ρολόγι, Τριώδι, Πεντηκοστάρι και όλα τα γράμματα των

γιορτών, πώχουν τα Μηναία. Κοντολογία: αυτός ο παπάς είταν το θάμα

όλων των χωριών, που είταν γύρα στο Μικρό Χωριό, κι' οι Μικροχωρίτες

τον αγαπούσαν πλειότερο, γιατί έλεγε όλα τα γράμματα, που είναι

μπροστά από τη λειτουργιά στο δρόμο, από το χωριό του ως το Μικρό

Χωριό, κι' άμα χτυπούσε το σήμαντρο, έμπαινε αμέσως στη λειτουργιά.

Ο παπάς δεν είχε ειπή δυο-τρεις εξορκισμούς, όταν ο λιγοθυμισμένος

ξένος άνοιξε τα μάτια του και με φωνή τρεμουλιαστή είπε σ' όλους

τους ανθρώπους, που βρίσκονταν γύρα του:

— Καλώς σας ηύρα χωριανοί! Είμαι ο Κώστας! Είμαι ο νοικοκύρης της

νοικοκυράς....

Ήθελε να ειπή ότ' είταν ο άντρας της Κώσταινας, αλλά το συνήθειο της

πατρίδας εμποδίζει να λέγωνται στώνομα μπροστά στους άλλους, τ'

αντρόγυνα. Εξ αιτίας απ' αυτό αναγκάστηκε να το ειπή με άλλα λόγια.

Άμα ήκουσε τα λόγια αυτά η Κώσταινα, τάχασε ολότελα. Δεν ήξερε τι

έλεγε. Δε μπορούσε να σταθή στα ποδάρια της, ούτε να πάη εκεί που

ήθελε. Άλλου ήθελε να πάη, κι' άλλου πήγαινε. Ήθελε να δείξη τη χαρά

της με λόγια, αλλά δε μπορούσε να πη τα λόγια, που ήθελε. Στο τέλος

της δέθηκε κι' η γλώσσα! Δεν ήξερε τι έκανε. Νους, γλώσσα, χέρια,

ποδάρια, κορμί είχαν όλα πιαστή από τη χαρά.

Ο παπάς βλέποντας, ότι οι εξορκισμοί του έφεραν ανεπάντεχα καλά,

έπαψε το διάβασμα, κι' όλοι, όσοι βρίσκονταν εκεί, άντρες και

γυναίκες και παιδιά, ξεφώνησαν από τη χαρά τους, ενώ το κυπρί του

μουλαριού ακούονταν, που λαλούσε όξω στην αυλή «τριγκ-τριγκ-τριγκ-

τριγκκκκ.....»

Αφού κατάπαψε η βοή της χαράς κι' ήρθε στον εαυτό της η Κώσταινα, ο

Κώστας βήκε όξω, ξεφόρτωσε το μουλάρι, τώδεσε και το σιλάρωσε,

κατόπι γύρισε μέσα κι' αφού έβαλε τα πράγματά του σε μια γωνιά

κάθησε σιμά στην παραστιά κι' άρχισε να μολογάη της ξενιτειάς του,

τα πάθια:

— «Είμουν, είπε, δώδεκα χρονών παιδί, όταν ξεκίνησα για την

Ξενιτειά. Πέρασα βουνά, ποτάμια, κάμπους, και θάλασσες. Εκεί μπήκα

σ' έναν αφεντικό. Σε λίγον καιρό ο αφεντικός μου κατηγορήθηκε ότι

ήταν ενάντιος του βασιλειά κι' έγεινε εξορία μαζύ με την φαμίλλια

του. Όλοι οι δούλοι του τον παράτησαν, και μοναχά εγώ πήγα κοντά

του, γιατί είταν καλός και με αγαπούσε. Μας πήγανε σ' έναν πολύ

άγριον τόπο, κι' εκεί μας πούλησαν στους κουρσάρους της Μπαρμπαριάς,

και μας πήγαν δεμένους στην πατρίδα τους. Εκείνοι μας μέρασαν, κι' ο

καθένας μας πουλήθηκε στο Παζάρι &σκλάβος αλευτέρωτος& σ' άλλους

ανθρώπους. Ανθρώπους λέγω; Θηρία!!! Εγώ πουλήθηκα πέντε φλωριά. Δεν

μπορώ να σας μολογήσω της σκλαβιάς τα πάθια και τα βάσανα, φτάνει

μόνο να σας ειπώ, πως προτιμούσα χίλιες φορές το θάνατο από κείνη τη

ζωή. Έκαμα τριάντα πέντε χρόνια ακέραια σκλάβος και μέρα νύχτα έκανα

το σταυρό μου και παρακαλούσα την Παναγιά να με γλυτώση από τα κακά

χέρια και να γυρίσω στην Πατρίδα μου. Τέλος ο Θεός με λυπήθηκε κι'

έστειλε ένα κακό θανατικό, που θέρισε όλους εκείνους τους κακούς

ανθρώπους, που μ' είχαν σκλάβον αλευτέρωτο. Σ' αυτό απάνω ηύρα τον

καιρό κι' έφυγα. Αφόντας σκλαβωθήκαμαν τι δρόμο πήρε ο αφεντικός μου

και η φαμίλλια του δεν ξέρω.

«Αφού γλύτωσα, τράβησα δρόμο κατά τη θάλασσα. Ύστερα από πολλές

μέρες έφτασα σ' ένα λιμάνι, μπήκα μέσα σ' ένα καράβι φράγκικο και μ'

έβγαλε στην Αλεξάντρα. Απέκει τράβησα πάρα μέσα. Έκατσα τέσσαρα-

πέντε χρόνια και, δόξα τον Θεό, απόλαψα πολλά ολίγα χρήματα, και

κίνησα νάρθω στην Πατρίδα. Δεν γνώριζα αν στέκονταν ορθό το σπίτι

μου κι' αν η.... δεν πήρε άλλον άντρα. Όσο για τους γοναίους μου,

είμουν παραβέβαιος ότι είχαν πεθάνει εδώ και πολλά χρόνια, γιατί

είταν γερόντοι άνθρωποι και δε μπορούσαν να ζήσουν πλειότερο.

«Γι' αυτό, ψες ήρθα νύχτα και δεν έρριξα κάνα ντουφέκι σαν

ξενιτεμένος. Ποιος θα βγη να με δεχτή; (Είπα μέσα μου). Να σας πω

την αλήθεια; Όταν μπήκα στο σύνορο του χωριού μετάνοιωσα π' άφηκα

την Ξενιτειά για νάρθω σ' άλλη Ξενιτειά.

Όταν μπήκα στο χωριό, μου φάνηκε πως δεν είταν το χωριό μου, που το

είχα πάντα στο νου μου σαράντα χρόνια, μαζύ με τους σπιτιακούς μου

και την πίστη μου. Τρία πράγματα δεν έφυγαν απ' το νου μου σ' όλον

τον καιρό της κακής μου ξενιτειάς: το χωριό μου, οι σπιτιακοί μου,

κι' η πίστη μου. Δεν το γνώρισα ολότελα το καημένο μου το χωριό, που

μου γελούσε πάντα στον ύπνο μου και στα ονείρατά μου. Τα σπίτια μου

φάνηκαν αλλοιώτικα, οι δρόμοι αλλοιώτικοι, το μεσοχώρι αλλοιώτικο...

Είναι αλήθεια ότι έφυγα μικρό παιδί και γυρίζω σήμερα γέρος, αλλά

τόσο θυμούμαι τα πράγματα εδώ, που μου φαίνεται, σαν να έχω φύγει

χτες. Υπόθεσα ότι έγεινε κανένας χαλασμός από θανατικό, ή από

επανάσταση, ότι κανένας Μικροχωρίτης δε βρίσκεται εδώ μέσα, κι' ότι

είστε όλοι φερτικοί από μακρυνόν τόπο.

— Μας χάλασε η επανάσταση, του είπαν οι χωριανοί.

— Τι λέτε; Αλήθεια;... Ας είναι. Μου τα λέτε ύστερα..... «Δε μου

έκανε η καρδιά να χτυπήσω κανενός θύρα κι' αποφάσισα να περάσω όλη

την νύχτα στο δρόμο, κι' άμα φέξη να ιδώ μια φορά με τα μάτια μου

το χώμα που πέρασα τα παιδιακάτα μου κι' ύστερα να φύγω, να φύγω,

κι' εγώ να μην ξέρω πού να πάγω. Να φύγω σε ξένον τόπο και να

πεθάνω λησμονημένος, χωρίς να ξέρη κανένας πούθε είμαι και ποιος είμαι. Θα το είχα πλειότερο παράπονο να είμαι ξένος στον τόπο μου

παρά στην Ξενιτειά.

«Είχα ξεμακρύνει κι' έφυγα με καρδιά βαρειά, πλειο βαρύτερη από το

βουνό, όταν ακούω το σήμαντρο της εκκλησιάς μας να βαρή, και

θυμήθηκα πως είχα φέρει τάξιμο μια λαμπάδα για την Παναγιά. Τότες

είπα μέσα μου:

«Ας γυρίσω πίσω ν' ανάψω στην Παναγιά τη λαμπάδα που της έφερα,

χωρίς να ειπώ κανενός ποιος είμαι και ποιος δεν είμαι, κι' ύστερα

ανοιχτός μου είναι ο δρόμος της Ξενιτειάς... Γύρισα, μπήκα στην

εκκλησιά κι' άναψα τη λαμπάδα. Τ' άλλα τα ξέρετε! Και πάλε καλώς σας

ηύρα, χωριανοί μ'. Είμ' ο Κώστας!!! »

Όταν τελείωσε την ιστορία του ο Κώστας, όλοι γύρω του είχαν τα μάτια

γεμάτα δάκρυα. Ο προύχοντας, θέλοντας να διώξη τη Λύπη, που άνοιξε

τα φτερά της ψηλά στο πανηγύρι της Χαράς, τη λύπη, που προξένησε η

ιστορία του Κώστα, είπε στην Κώσταινα:

— Κώσταινα! εγώ σου είπα πρώτος «τα σχαρήκια!» άμα μπήκα στην αυλή

σου. Δος μου, λοιπόν τα σχαρήκια μου τώρα! Δεν το κουνάω απέδω χωρίς

σχαρήκια!...

Κι' η Κώσταινα περίχαρη άνοιξε τη μοσκοβολημένη της την κασσέλλα κι'

έβγαλε από μέσα καρύδια, σταφύλια, σύκα, συκομαΐδες και μήλα κι'

έδωκε στον προύχοντα και σ' όλους, όσοι είταν μέσα, ύστερα τους

έδωκε το παγούρι με το ρακί, κι' αφού έπιαν καθένας από κάνα δύο

φορές κι' ευκήθηκαν στον Κώστα το «&Καλώς ήρθες από τα ξένα γερός

και καλά&» και στην Κώσταινα το «&καλώς τον αποδέχτηκες&» έφυγαν,

κι' έμειναν μοναχοί μέσα στο σπίτι εκείνο, που δεν είχε ιδεί άλλη

φορά καλή μέρα, η Κώσταινα με τον Κώστα της, πούχε σαράντα χρόνια

στην Ξενιτειά, χωρίς γράμμα και χωρίς αντιλογιά.

Τ' ΟΝΕΙΡΟ ΤΟΤ ΞΕΝΙΤΕΜΕΝΟΥ

ΞΗΜΕΡΩΝΕ μια μεγάλη γιορτή στο Χωριό.

«Η μέρα έδειχνε κλεισμένη, η γη είταν ασπρισμένη, ο ουρανός χιόνιζε

και το μάτι δε μπορούσε να ιδή πλειότερο από μια σπορειά τόπο.

Φοβερό αγριοκαίρι. Σαρανταήμερο. Καρδιά του Χειμώνα!

«Καβάλλα απάνω σ' ένα γερό, ώμορφο και ψηλό άλογο, και

κουκουλωμένος με μια μεγάλη καππότα, έμπαινα με μεγάλη χαρά στα

πολυπόθητα σύνορα του χωριού μου, ύστερα από νυχτοπερπάτημα δέκα

πέντε ωρών, δρόμο δέκα πέντε μερών και ξενιτειά δέκα πέντε χρονών,

μακρυά, πολύ μακρυά, σε ξένα σύνορα και σε ξένα βασίλεια....

«Στο ποτάμι, πούναι κάτω από το χωριό μου, πότισα, διαβαίνοντας, το

κατακουρασμένο τ' άλογό μου. Ύστερα τράβησα τον ανήφορο, που βγαίνει

ίσια-μέσα στ' αγαπημένο μου το Χωριό, ανάμεσα από ραϊδιά, από

γκρεμούς, από μεγάλες πέτρες, από δέντρα κι' από λίγ' αμπελοχώραφα.

«Είταν πολύ πρωί. Στιγμή, που πολεμάει το φως της ημέρας,

πώρχονταν, με το σκοτάδι της νυχτός πώφευγε, και τ' άλογο ανέβαινε

αργά-αργά, και βαρυά-βαρυά τον ανάποδο και κακοτρόχαλο ανήφορο από

τη μεγάλη του την κούραση και από τη μεγάλη του την αποσταμάρα.

«Έκανε φοβερό κρύο. Άγριος βοριάς φυσούσε, σα λυσσιασμένος, από

πίσω μου, κι' μ' ανασήκωνε από τη σέλλα τ' αλόγου μου. Το χιόνι

προντίζονταν από καταγής, στο μανιωμένο φύσημά του, σαν αλεύρι

κάτασπρο, πότε από τα κάτω προς τ' άνω, πότε ίσια-πέρα, πότε ίσια-

δώθε και πότε με περικύκλωνε ολόγυρα, σαν ανεμοστρόβιλας. Κι' όμως

δεν αιστάνομουν καθόλου κρύο μέσα μου. Μόνο τα δάχτυλα των ποδαριών

μου κρύωναν λίγο, και τα χέρια μου λιγώτερο ακόμα, γιατί κρατούσα,

με το δεξί το βούρδουλα και με το ζερβί τα χαλινάρια του αλόγου.

«Η καρδιά μου χτυπούσε τικ-τακ, σα λιθοπάτημα από τη συγκίνηση, που

έβλεπα, ότι βρισκόμουν και περπατούσα στον τόπο των ονειρατιών μου,

στον τόπο που γεννήθηκα!

«Τι γλυκειά στιγμή! Τι πανυγήρι, που έκανε η καρδιά μου! Μου

φαίνονταν, σαν εκείνες τες πλούσιες χαρές, που βλέπει κανείς στον

ύπνο του.

«Σε κάθε πατημασιά τ' αλόγου μου ξάνοιγα κι' ένα κομμάτι από τα

παιδιακίσια μου. Κομμάτι ζωής χαρωπής, γλυκειάς και πολυαγαπημένης.

Έβλεπα το μεγάλο ραϊδιό που ανέβαινα ψηλά, και, γλυστρώντας ίσια

κάτω, έφτανα ως τον πάτο στο λάκκωμα, είτε με ξεγδάρματα, είτε χωρίς

ξεγδάρματα, στο τρυφερό μου κορμί. Έβλεπα το μεγάλο πουρνάρι, που

ανέβαινα το καλοκαίρι, κι' έπιανα τα πουλλιά μέσα στες φωλίτσες

τους, πριν φτερουγίσουν ακόμα, χωρίς να με μέλλη και χωρίς να με

κόβη και να με νοιάζη για τα τσιουρίσματα των μαννάδων τους, που

φτερούγιζαν ψηλά από το κεφάλι μου, χωρίς νάχουν οι καημένες τη

δύναμη να μου τ' αρπάξουν μες από τα σκληρά μου τα χέρια. Έβλεπα τα

χωράφια μου, που πηδούσα, σαν ζαρκάδι, με τα ομόηλικά μου, κι'

έπαιζα τ' αγαπημένα μου τα παιγνίδια, που δε μπορούσα να τα χορτάσω

ποτέ. Έβλεπα τ' αμπέλι μου, με τη μεγάλη βαλανιδιά στην κορφή του,

που περνούσα τες καλύτερες και τες πλειο ευτυχισμένες ώρες της

παιδιακάτικης ζωής μου, τρώγοντας γλυκύτατα σταφύλια, ωριμώτατα σύκα

και ζουμερώτατα ροδάκινα... Είταν όλα, όπως τα είχα αφήσει εδώ και

δέκα πέντε χρόνια. Όλα στον τόπο τους και στη θέση τους.

«Το χιόνι ξακολουθούσε να πέφτη, ο βοριάς ξακολουθούσε ν'

αγριοφυσάη, το κρύο ξακολουθούσε ν' αντρειεύεται και τ' άλογο

ξακολουθούσε ν' αναιβαίνη τον ανήφορο αργά αργά «γκρουπ-γκρουπ-

γκρουπππ.... »

«Είχα σκαπετήσει μια μικρή ραχούλα και δεν μου είχε μείνει, παρά να

σκαπετήσω ακόμα μια, για να μπορέσω ν' αγναντέψω το χωριό μου, που

κάθε σπίτι του καπνίζει αδιάκοπα, χειμώνα-καλοκαίρι, και να ιδώ το

σπίτι μου με τον πλατύχωρο τον αυλόγυρό του και με το μεγάλο το

δέντρο του στη μέση της αυλής του, που χρησιμεύει το καλοκαίρι, κι'

ως κατοικειό, κι' ως τραπεζαρία, κι' ως αίθουσα υποδοχής, κι' ως

τόπος ύπνου, κι' ως ξαποστασιό, κι' ως χωροστάσι, που μαζεύεται το

χωριό, για να κρίνη τες διαφορές του και τα χωριάνικα ζητήματα,

πάντα κατά πως το θέλει ο προεστός, που η γνώμη του πάντα είναι

σύμφωνη με τη γνώμη των πολλών.

«Μώρχονταν στο νου πόσες φορές ξαπόστασα και ξεκουράστηκα, κάτω από

τον ίσκιο αυτουνού τ' αγαπημένου δέντρου, και πόσες φορές μάλωσα με

τον Κοράκη και με το φτερωτό κοπάδι της μάννας μου, — τες κόττες, —

που ήθελαν να μ' αρπάξουν από τα χέρια το νόστιμο ψωμότυρό μου.

«Αμέτρητη χαρά πλημμυρούσε την καρδιά μου, επειδή ξανάβλεπα τη γη

των παππούδων μου, τη γη που είδα για πρώτη φορά το γλυκό φως του

ήλιου, και κατάλαβα για πρώτη φορά τον εαυτό μου άνθρωπο. Μώρχονταν

να ξεκαβαλλικέψω, και καταιβαίνοντας ν' αγκαλιάσω και να φιλήσω ό τι

έβλεπα κι' εύρισκα μπροστά μου: χώμα, πέτρες, χαμόκλαδα, δέντρα .....

αλλ' ο πόθος μου να φτάσω όσο το δυνατό γληγορώτερα στη

ράχη, που είταν μπροστά μου, και μ' εμπόδιζε να ιδώ το Χωριό μου, το

σπίτι μου, δε μ' άφινε, να καταιβώ και να εκτελέσω τούτον τον άγιο

σκοπό.

— «Αχ! έλεγα μέσα μου, πότε θα φτάσω ψηλά σ' εκείνη τη ράχη, για να

ιδώ απέκει ό τι ωνειρεύομουν δέκα πέντε τόσα χρόνια στα Ξένα, και να

ρίξω το ντουφέκι του ξενιτεμένου, για να μάθη το Χωριό τον ερχομό

μου!

«Και λέγοντας αυτά, χτυπούσα το κακόμοιρο τ' άλογο με τους

φτερνιστήρές μου, κι' αυτό το καημένο πηδούσε αγκομαχώντας, και μου

φαίνονταν, ότι πηδούσε στα σύννεφα, αλλ' ο δρόμος δεν τελείωνε!

«Το χιόνι ξακολουθούσε να πέφτη, ο βοριάς ξακολουθούσε ν'

αγριοφυσάη, το κρύο ξακολουθούσε ν' αντρειεύεται και τ' άλογο

ξακολουθούσε ν' αναιβαίνη τον ανήφορο αργά αργά «γκρουπ-γκρουπ-

γκρουππππ...

«Χίλια δυο πράμματα, γεμάτα γλυκές αναμνήσες του παιδιακίσιου μου

καιρού, σαν αφροστεφανωμένες εικόνες, ζωγραφισμένες με ουράνια

χρώματα, φανίζονταν μπροστά μου κι' άρχισαν να καταπραΰνουν την

ανυπομονησία μου. Εδώ έβλεπα τον εαυτό μου μικρό παιδί, να τρέχω

ξυπόλυτο και στο τρέξιμο να μου μπη στο ποδάρι ένα φοβερό

παλιουρίσιο αγκάθι. Εκεί, έβλεπα για πρώτη φορά, να σκοτώνω μια

πυκνόμαλλη και μαυρονούρα αλεπού, που κράταε ακόμα στο στόμα της την

ωμορφότερη και βαρύτερη κόττα του χωριού, πώσκουζε η καημένη βραχνά-

βραχνά, κι' αδύνατα-αδύνατα «κραααά-κραααά-κραααά.... ». Παρέκει,

πίσω από μια μεγάλη πέτρα, έβλεπα να με πιάνη ο δάσκαλος μου από τ'

αυτί σφιχτά-σφιχτά, γιατί μ' ηύρε να στήνω πλάκες για να τσακώσω

κοσσύβια κι' άλλα τσεροπούλλια, πράμμα, που μας το είχε απαγορεμένο,

και να με τραβάη για να με πάη μπροστά στ' άλλα μαθητούρια του

χωριού, που κάναμαν σκολειό χειμων-καλόκαιρο στο νάρθηκα της

εκκλησιάς, όπου το Ψαλτήρι είταν για μεγαλύτερο μάθημα, απ' όλα τα

μαθήματα. Έβλεπα ν' αναιβοκαταιβαίνω το δρόμο του ποταμού χιλιάδες

φορές, πότε γκότσι στες πλάτες της μάννας μου, ή της αδερφής μου,

πότε περβατώντας, και πότε καβάλλα. Έβλεπα σε μια πλαγιά, εκεί πέρα,

την αδερφή μου να βόσκη ζυγούρια και κατσίκια, και να μου λέγη

τραγούδια. Μου φαίνονταν πως ήκουα ακόμα την αγγελική της τη φωνή.

Παραπέρα έβλεπα τη μεριά, που για πρώτη φορά είπα «σ' αγαπώ» στην

ώμορφη γειτονοπούλα μου. Μ' ένα λόγο, έβλεπα τόσα, που δε μπορούν να

μπούνε σ' αυτό εδώ για το χαρτί. Νειάτα σπαρμένα καταγής, σα

λουλούδια απριλιάτικα, σαν άνθια μαγιάτικα, σαν τριαντάφυλλα

μοσκομυρωδάτα.

«Το χιόνι ξακολουθούσε να πέφτη, ο βοριάς ξακολουθούσε ν'

αγριοφυσάη, το κρύο ξακολουθούσε ν' αντρειεύεται και τ' άλογο

ξακολουθούσε ν' αναιβαίνη αργά-αργά τον ανήφορο «γκρουπ-γκρουπ-

γκρουπ-π π... ».

Λίγος δρόμος μου είχε απομείνει ακόμα, όσο ν' αναιβώ στη ράχη, αλλά

δεν τελείωνε ποτέ! Την υπομονή μου διαδέχονταν ανυπομονησιά και την

ανυπομονησιά μου υπομονή! Εκεί καταστενοχωριώμουν για τ' αργοβάδισμα

τ' αλόγου μου, για την ορμή του ανέμου, για τες τουλούπες του

χιονιού, πώδερναν το πρόσωπό μου, για το κρύο π' άρχισε να μ'

αναιβαίνη, από τα ποδάρια ως την καρδιά, και να μου τρυπάη τα

κόκκαλα, και για τον ατέλειωτο δρόμο, κι' εκεί βρισκόμουν ήσυχος-

ήσυχος στη ζεστή και γλυκή αγκαλιά της υπομονής, και στοχαζόμουν τη

στιγμή, που θάμπαινα στο σπίτι μου, τι χαρά θα έκανε η μαννούλα μου,

που μώγραφε στο υστερνό της γράμμα, ότι τα συμφώνησε με τον Χάρο να

την καρτερέση ως να με δεχτή πρώτα από τα Ξένα, κι' ύστερα να του

παραδώση την ψυχή της. Στοχάζομουν το πανυγήρι, που θάκανε η ορφανή

μονοθυγατέρα μου, που την είχα αφήσει μικρή, πολύ μικρή βυζανιάρικη,

σαράντα μερών φώσινο, όταν κίνησα να πάω μακρυά στα Ξένα, να προκόψω

και να πλουτίσω το σπίτι μου. Στοχαζόμουν τον αναγαλλιασμό της

αδελφής μου, που την είχα αφήσει μικρούλα και θα την εύρισκα

παντρεμένη, μ' ένα-δυο παιδάκια τριγύρω της, και την ευχαρίστηση,

που θα αιστάνονταν οι χωριανοί μου, που, άμα θα μ' έβλεπαν να μπαίνω

στο αντρορρημαγμένο πατρικό μου, θάτρεχαν να μ' αγκαλιάσουν και να

με φιλήσουν όλοι, μικροί-μεγάλοι, άντρες και γυναίκες.

«Όλα αυτά ανακατεύονταν μέσα στο μυελό μου, το ένα κατόπι τ'

αλλουνού, σαν κύμα που ακολουθάει το κύμα, και μάκραιναν ως χίλιες

οργυιές την υπομονή μου. Αλλ' άμα έρριχνα τα μάτια μου προς τη ράχη,

που είταν πάντα μπροστά μου, μου φαίνονταν, ότι έφευγε κι' αυτή με

την ίδια γληγοράδα, που κυνηγούσα να τη φτάσω, μ' έπιανε η

στενοχώρια της ανυπομονησιάς, κι' άρχιζα να κεντάω με μανία τα

πλευρά του κακομοιριασμένου του ζώου, που είχα κατωθιό μου, κι' αυτό

το δύστυχο, γεμάτο υπακουή σκλάβου, κι' υπομονή Ιώβ, αφίνοντας μικρό

βογγυτό, μες από τα στήθια του, τραβούσε μπροστά, μ' όση ορμή

μπορούσε να βάλη, χωρίς να δείξη το παραμικρό κάκιωμα, για τες

σκληρές και απάνθρωπες κεντησιές, που του τραβούσα στα πλευρά με

τους φτερνιστήρες μου.

«Το χιόνι ξακολουθούσε να πέφτη, ο βοριάς ξακολουθούσε ν'

αγριοφυσάη, το κρύο ξακολουθούσε ν' αντρειεύεται και τ' άλογο

ξακολουθούσε ν' αναιβαίνη τον ανήφορο αργά-αργά « γκρουπ-γκρουπ-

γκρουπππ... ».

Λίγες δρασκελιές μου είχαν μείνει ακόμα, ως που να φτάσω στην κορφή

της ράχης, που έκρυβε το πολυπόθητο χωριό μου, και λίγες ακόμα

στιγμές, ως που να ρίξω τη χαρμόσυνη ντουφεκιά του ξενιτεμένου, που

θα έκανε όλες τες καρδιές του Χωριού, να λαχταρήσουν από χαρά και

λίγες θα είταν οι καλότυχες, που θα δέχονταν ξενιτεμένο, αλλά η

ανυπομονησιά μου σήκωνε κεφάλι, μέσα στα στήθεια μου πάλι,

κακομούτσουνη και φοβερή, και μ' έκανε να νομίζω, ότι τα ποδάρια τ'

αλόγου μου είταν καρφωμένα ψηλά στη γη, και βρίσκομουν από πολλή ώρα

στην ίδια μεριά. Το χτύπησα τότε τ' άλογο, για ύστερη φορά, με όση

δύναμη είχα απάνω μου, και σα να έκανε φτερά το καημένο το ζώο,

βρεθήκαμε στην κορφή της χιλιοπόθητης ράχης! Δόξα σοι ο Θεός!

«Εκεί το κρύο και το φύσημα του βοριά, και το χιόνι θα είταν

δυνατώτερα, αλλά το Χωριό μου, που μου έδειχνε το συμπαθητικό

πρόσωπό του, από μια ντουφεκιά τόπο μακρυά, μ' έκανε να μη

αιστάνωμαι την αγριάδα τους.

«Όλο το Χωριό είταν συμμαζεμένο στην πλαγιά του βουνού, σαν κοπάδι

καλογραικιασμένο. Κάθε σπίτι ώμοιαζε με πρόβατο και κάθε παράσπιτο

με αρνί. Το σπίτι το δικό μου, μεγαλύτερο απ' όλα τ' άλλα, φαίνονταν

σα βαρυκούδουνο γκεσέμι, που μπορεί να σύρη πίσω του χίλια κεφάλια

πρόβατα.

«Άμα το ξεκάμπισα το Χωριό μου, έρριξα μια βαρυγιόματη ντουφεκιά,

για να νοιώσουν οι χωριανοί, ότι «ξενιτεμένος έρχεται!» κι' από τον

πολύν τον βρόντο τρεις φορές αχολόγησαν τα λαδώματα, οι ρεματιές και

τα βουνόπλαγα.

«Καρφώνοντας τα μάτια μου στο ταπεινό και συμπαθητικό χωριό μου,

νόμιζα ότι οι σκεπές του εκείνες, που κάπνιζαν ήσυχα-ήσυχα, οι

καλύβες του, τ' αυλόδεντρά του, οι αυλόγυροί του, οι φράχτες του, οι

ριζιμιόπετρές του, που στέκουν σκόρπια, εδώ κι' εκεί, σαν

απολιθωμένοι γιγάντοι, οι δρόμοι του, οι κήποι του, τα όλα του, ότι

ζωντάνεψαν, ότι έτρεχαν χαμογελώντας και χοροπηδώντας το ένα κατόπι

τ' αλλουνού, και προχωρούσαν κατ' απάνω μου, για να μ' αποδεχτούν,

και να μου πούνε το γλυκό χαιρετισμό:

— «Καλώς ώρισες από τα Ξένα! Δόξα σοι ο Θεός, πούρθες γερός και

καλά!»

«Απέραντο πέλαγο χαράς, κι' αναγαλλιασμού είχε πλημμυρήσει τότε την

καρδιά μου. Ότι έβλεπα μπροστά μου, είταν μαγευτικό, και μου

φαίνονταν πως έπλεα μ' ολάνοιχτα πανιά σε πέλαγο δίχως άκρη,

ευτυχίας ατέλειωτης.

«Το χιόνι έπαψε να πέφτη πλειο και μεταβάλθηκε σε γλυκή ζεστασιά, ο

μανιωμένος βοριάς έπαψε να βουίζη πλειο και μεταβάλθηκε σε

δροσόπνιχτο και μοσκοβολάτο καλοκαιρινό αγεράκι, και τ' άλογο μου

έπαψε ν' αναιβαίνη πλειο τον ανήφορο αργά-αργά, και βρέθηκε «μπρουφ»

μέσα στον αυλόγυρο του σπιτιού μου!

Διηγήματα της ξενιτειάς · 第 3 / 6 段