«Στο έμπα μου, έτρεξε πρώτος-πρώτος ο γέρικος σκύλλος του σπιτιού

μου, ο Κοράκης, και ρίχτηκε, με τα μπροστινά του τα ποδάρια, απάνω

στη σέλλα τ' αλόγου μου και με κάτι κουνήματα του κεφαλιού του, και

με κάτι φωνές, που έβγαζε από το στόμα του, ήθελε ν' αποδείξη τη

μεγάλη χαρά του, για τον ερχομό του ξενιτεμένου αφεντός του. Στα

μάτια του μέσα, έλαμπε σαν ανοιξιάτικη δροσιά, ανάμεσα σε φύλλα

τριανταφυλλιού, ένα αναγάλλιασμα, που δεν μπορεί να γραφτή. Εκείνη

τη στιγμή, που ο Κοράκης είχε ριγμένα τα ποδάρια ψηλά στη σέλλα, και

παραπονιώνταν μέσα του, γιατί να μη του έχη χαρίσει κι' αυτουνού ο

Θεός λόγο, για να καλωσορίση τον αφέντη του ανθρωπινά, ο γάτος του

σπιτιού, ο Λειάρος, πήδησε πίσω από τη στέγη κι' έγεινε καπνός!

«Ύστερα από το σκύλλο, κατάφτασε η μάννα μου κουτσά-κουτσά, από τα

γερατειά, ξεσκούφωτη από τη χαρά της, και με τα μάτια γεμάτα δάκρυα,

άγια δάκρυα μητρικά· τρίτη κατάφτασε η θυγατέρα μου, κορίτσι ώμορφο,

γερό και ασπροκόκκινο, με δύο μεγάλα-μεγάλα και μαύρα-μαύρα μάτια,

που βρίσκονταν στο σύνορο της ηλικίας του παιδιού και της νύφης·

τέταρτη κατάφτασε η αδερφή μου με τον άντρα της και τα παιδιά της,

που έβλεπα για πρώτη φορά, και σα να είμουν άψυχο πράμμα, μ' άρπαξαν

στην αγκαλιά τους, και μ' έφεραν και μ' απόθεσαν μέσα στον καλό τον

οντά.

«Έφερα γύρα τα μάτια μου στο σπίτι, κι' είδα πως δεν είχε αλλάξει

τίποτε από μέσα. Νόμισα, πως έλειπα από τα χτες. Όλα είταν στην ίδια

τους θέση, όπως τα είχα αφήσει, και μοναχά οι άνθρωποι είχαν αλλάξει

όλοι. Απ' αυτουνούς, άλλοι από παιδιά έγειναν νύφες, άλλοι από νιοί

γερόντοι, άλλοι από το Τ ί π ο τ ε φύτρωσαν ανθρώποι, κι' άλλοι

αλλοίμονο! — έλειψαν ολότελα! Η μια αδελφή μου, ο ένας ο θειος μου,

η γυναίκα μου, κι' ο πατέρας μου, δε βρίσκονται πλειο στο δεφτέρι

των ζωντανών, αλλ' είχαν ταξειδέψει για τ' ανεγύριστο ταξείδι του

Κάτω-Κόσμου, απ' όπου ούτε γυρίζει κανείς ποτέ, ούτε γράμματα ή

χαιρετίσματα έρχονται!

«Η καρδιά μου εκείνη τη στιγμή, είχε γείνει απέραντο πέλαγο και μέσα

σ' αυτό το πέλαγο πότε η Λύπη αρμένιζε μ' ολάνοιχτα πανιά και

σηκόνονταν τα κύματα γύρα της, ως τον ουρανό, πότε η Χαρά έβγαινε

στη μέση κι' έκανε το νερόχτιστο κάμπο του ήσυχο και μαλακό, σαν

πρόσωπο απέραντου και κρουσταλλένιου καθρέφτη.

«Αν κι' από πολλά χρόνια είχα μάθει τους σκληρούς θανάτους, πώχουν

γείνει στο σπίτι μου, κι' ο Γιατρός-Καιρός έχυσε το σωτήριο βάλσαμό

του στες ανοιγμένες πληγές της καρδιάς μου, πάλι δεν μπορούσα να μην

αιστανθώ, άλλη μια φορά, όλη τη λύπη ακέρια, για τον παράκαιρο χαμό

των πολυαγαπημένων μου. Τα δάκρυα μου πλημμύριζαν, σαν ποτάμια, και

πάσκιζαν να με πνίξουν, αλλ' άμα έρριχνα τα μάτια μου στη μάννα μου,

που τα γεράματά της, κι' η μητρική της λαχτάρα μου φυσούσαν άγιο

σέβας, στη θυγατέρα μου, που η αγάπη της, κι' η δροσερή της νιότη

φύτευαν στη ματωμένη μου καρδιά την πλειο γλυκύτερη χαρά και την

πλειο μεγαλύτερη ελπίδα, και στην αδερφή μου και στο γαμπρό μου, που

η αγάπη τους, και η ειλικρινή τους έγνοια μ' έκαναν να γεμίζω

παρηγοριά, σταματούσαν τα δάκρυα μου και σκορπούσε ο πόνος μου, σαν

πως σκορπίζονται τα σύννεφα στον ουρανό, όταν φυσάη ο δυνατός

βοριάς. Πάντα το Τώρα νικάει το Π ρ ι ν.

«Σ' αυτό απάνω κατάφτασαν κι' οι σιμώτεροι γειτόνοι να με

καλωσορίσουν. Ύστερα απ' αυτουνούς κι' οι μακρυνώτεροι, και λίγο-

λίγο το σπίτι μου δέχτηκε, μέσα στους κόρφους του, όλο το Χωριό,

άντρες, γυναίκες και παιδιά, γιατί είναι χρέος άγιο το να τρέχη

κανείς να χαιρετάη ξενιτεμένο, και να πανηγυρίζη τον ερχομό του.

«Φιλήματα απ' εδώ, αγκαλιάσματα απ' εκεί, αναγαλλιάσματα από τούτη

τη μεριά, γέλοια από εκείνη, σταυρόνονταν κάθε στιγμή σ' εκείνο το

χαρούμενο πανηγύρι, που εγώ είμουν αιτία και κέντρο.

«Στην τιμημένη και ποθητή μας Πατρίδα, η Ξενιτειά τα συμπαθάει όλα.

Ζήλιες, διαφορές, μαλώματα κι' έχτρες, τα λυόνει όλα η Ξενιτειά, σαν

πως λυόνει η νοτιά το χιόνι. Ο Ξενιτεμένος είναι άγιο πράμμα, που

σέρνει το σεβασμό και την αγάπη των χωριανών κι' όλου του κόσμου

πέρα και πέρα.

Τη στιγμή εκείνη το σπίτι μου ώμοιαζε κρινί μελισσιών, στον καιρό

του καλοκαιριού, που μαζεύονται στη θύρα και μπαινοβγαίνουν τα

μελίσσια.

«Τέλος η μάννα μου άνοιξε τη νυφική της κασσέλλα, που είχε μέσα

φυλαγμένα απ' όλα τα πωρικά, που βγαίνουν στο χωριό μου, κι' όλα τα

γλυκύσματα, που κάνουν εκεί, δηλαδή: σύκα, σταφίδες, μήλα, καρύδια,

ρόιδια, κυδώνια, μουστόπητες, σιρυμπίκια, και συκομαΐδες, κι' άρχισε

να τα μοιράζη πολλά-πολλά απόλα στα λειανοπαίδια, που είχαν τρέξει

όλα, άμα έμαθαν τον ερχομό μου, γνωρίζοντας, ότι θα καλοπλερόνονταν

ο κόπος τους γι' αυτό. Η αδερφή μου άρχισε να πλάθη πήττα, η

θυγατέρα μου κερνούσε τους μεγάλους ρακί, με το μισοκάρικο το

παγούρι, ο γαμπρός μου κάθουνταν σιμά μου καταχαρούμενος, κι' εγώ

μολογούσα σ' εκείνους, που με ρωτούσαν πώς πέρασα τον καιρό μου στην

Ξενιτειά, τι είδα, τι ήκουσα, τι έμαθα, τι έκανα, ποιόν πατριώτη

είδα κι' αντάμωσα, από ποιους και σε ποιους έφερα γράμματα, πώς

είναι ο τάδες χωριανός μας, τι δουλειά κάνει ο τάδες ο πλησιοχωρίτης

μας, μ' ένα λόγο έδινα ταχτική αναφορά και ταχτικό λογαριασμό του τι

έκανα, τι άκουσα, τι είδα και τι έμαθα σ' όλον τον καιρό των δέκα

πέντε χρονιών, που βρισκόμουν στην Ξενιτειά.

«Ύστερα άρχιζαν να φεύγουν λίγοι-λίγοι οι καλοί χωριανοί μου, κι'

έμεινα μόνος με τους ανθρώπους του σπιτιού μου. Καθίσαμε όλοι

σταυροπόδι γύρα στη στια, που έκαιγε σαν καρμοκάνι, περιμένοντας να

ετοιμαστή το γιώμα, ενώ είταν ξαπλωμένος μπροστά μας ο γάτος ο

Λειάρος, όλως διόλου αναίστητος και ξένος προς το πανηγύρι του

σπιτιού, και πίσω μας κάθονταν στα πισινά του ποδάρια ο σκύλλος, ο

Κοράκης, προσέχοντας στες ομιλίες μας, σαν πως προσέχουν στο

Βαγγέλιο, βλέποντας μας, κατάματα, όσους δεν του είχαν γυρισμένες

τες πλάτες, και πλειότερο εμένα, τον νοικοκύρη, και τόσο πολύ

προσείχε τ' αυτί του, και τόσο πολύ κάρφονε τα μάτια του απάνω μου,

που μ' έκανε να πιστέψω, ότι θ' ανακατώνονταν στες ομιλίες μας,

μιλώντας με ανθρώπινη γλώσσα!

«Η ζέστα, η χαρά, τ' αναγάλλιασμα, οι κόποι του δρόμου, η αϋπνία,

κι' η συγκίνηση νάρκωσαν τόσο πολύ το πνέμα μου και το κορμί μου,

ώστε, καθώς βρισκόμουν εκεί, γύρισα το κεφάλι μου στη μοσχοβολημένη

παρθενική αγκαλιά της θυγατρός μου, έκλεισα γλυκά-γλυκά τα μου, κι'

αποκοιμήθηκα... »

Και.... όταν ξύπνησα, κι' άνοιξα τα μάτια μου, δεν είδα τίποτε

μπροστά μου! Μάννα, θυγατέρα, αδελφή, σπίτι, χωριό, πατρίδα είταν

όλα φευγάτα! Βρισκόμουν, και βρίσκομαι ακόμα στα έρημα τα ξένα, κι'

όλα όσα είδα και σας διηγήθηκα δεν είταν άλλο παρά μια γλυκειά

οπτασία, ένα ευτυχισμένο όνειρο, που μου δώρησε η αγάπη της Πατρίδας

μου, που βρίσκεται τόσο μακρυά.

Τι πικρή που θα είταν ακόμα η Ξενιτειά, αν δεν είταν και τα όνειρα!

ΤΟ ΞΕΝΙΤΕΜΕΝΟ ΜΝΗΜΑ

ΔΩΔΕΚΑ ακέρια χρόνια είταν στην ξενιτειά ο αδερφός του Γιάννη, ο

Φώτος!

Εννιά χρόνια έστελνε ταχτικά γράμματα και χρήματα, αλλά τα επίλοιπα

τρία χρόνια ούτε χρήματα, ούτε γράμματα έστελνε, κι' ο Γιάννης δε

σκέφτονταν, γιατί δε λάβαινε χρήματα, αλλά το γιατί δεν λάβαινε

γράμματα. Ήθελε να μάθη, ότι ο αδερφός του ζούσε κι' είταν στον

Απάνω-Κόσμο, κι' ας έλειπαν τα χρήματα. Περίμενε, περίμενε ένα μήνα,

δυο, τρεις, ένα χρόνο, έγειναν τρία σωστά χρόνια, χωρίς γράμμα και

χωρίς αντιλογιά! Στο τέλος είδε κι' απόειδε, πήρε ένα σακκούλι στον

ώμο του, φόρεσε την κάππα του από το ένα το μανίκι και τράβησε για

την Ξενιτειά, έχοντας για μόνο του σύντροφο ένα μακρύ δικανίκι.

Πλανήθηκε σαράντα μέρες δρόμο, πέρασε σαράντα πολιτείες, και διάβηκε

κάμπους και βουνά, ποτάμια και θάλασσες, ως που να φτάση στο μέρος

που ξενειτεύονταν ο αδελφός του. Δε γνώριζε κανένα, ούτε κανένας

πατριώτης βρίσκονταν εκεί. Είταν μεγάλη Παρασκευή, όταν μπήκε σ'

αυτήν την πολιτεία, μέσα στην Ανατολή, κοντά στην Κόνια. Τράβησε σ'

ένα ταπεινό ξενοδοχείο, έφαγε λίγο ψωμί και κρομμύδι, κι' από την

πολλή του την κούραση έπεσε να κοιμηθή, χωρίς να ειπή τίποτε σε

κανένα, γιατί ήρθε και ποιόν γυρεύει. Αλλά ένα μαύρο προαίστημα

του είχε γραπώσει την καρδιά, από τη στιγμή, που πάτησε το ποδάρι

του εκεί.

Τα μεσάνυκτα άρχισαν οι καμπάνες να βαρούν δυνατά. Ξύπνησαν όλοι,

όσοι είταν χριστιανοί, ξύπνησε κι' ο Γιάννης, σα χριστιανός που

είταν κι' αυτός, και πάη μαζί με τους πολλούς, σε μια από τες πολλές

εκκλησιές της πολιτείας. Παρεκύτταξε όλους τους ανθρώπους, που είταν

σ' αυτήν την εκκλησιά, αλλά δεν του ώμοιαζε κανένας για τον αδερφό

του, το Φώτο. Απέκει πάη σ' άλλην εκκλησιά, αλλά κ' εκεί τίποτε. Πάη

σ' άλλη, και σ' άλλη, και σ' άλλη, αλλά σε καμμιά δεν απάντησε την

αχτιδόλαμπρη μορφή του αδερφού του!

Στην τελευταία εκκλησιά ηύρε τον Επιτάφιο έτοιμο να βγη. Ο κόσμος

όλος, που τον ακολουθούσαν είχαν από ένα κερί στο χέρι τους. Αγόρασε

κι' ο Γιάννης ένα κερί κι' ακολούθησε τον Επιτάφιο. Ύστερα από λίγη

ώρα, όλοι οι Επιτάφιοι των εκκλησιών της πολιτείας σμίχτηκαν στα

πρόθυρα του νεκροταφείου. Εκεί όλοι μαζύ έγειναν ένα, και μπήκαν

μέσα στα μνήματα.

Όλος ο περίβολος του νεκροταφείου φεγγοβολούσε. Μες από τα κουτιά

των πεθαμένων ξεπετούσε η ήμερη λάμψη του καντηλιού, που είχε ανάψει

χέρι συγγενικό, ή φιλικό. Νόμιζε κανείς, ότι όλοι εκείνοι οι

κάτοικοι του Κάτω-Κόσμου ξαγρυπνούσαν, περιμένοντες τον Επιτάφιο. Ο

Γιάννης χώθηκε ανάμεσα στα μνήματα προσέχοντας μη δρασκελίση κανένα,

και μη σκοντάψη σε κανένα Σταυρό. Εκεί που πήγαινε, χώρια από το

πλήθος των Επιταφίων, που έκραζε ακατάπαυτα «Κύριε ελέησον»,

περβατώντας ανάμεσα στες νεκρικές κατοικίες, απάντησε ένα σβυστό

μνήμα. Είταν στην άκρη του νεκροταφείου, και στο σαρακωμένο κουτί

του, που είταν γυρμένο από τον άνεμο και την πολυκαιρία, δεν έφεγγε

καθόλου καντήλι.

— Να, που βρίσκονται και στον Κάτω-Κόσμο φτωχοί, (είπε με το νου

του ο Γιάννης), και δεν έχουν ένα καντηλάκι, με λίγο λαδάκι ν'

ανάψουν κι' αυτοί τούτη τη βραδειά, και να πανηγυρίσουν με τους

πολλούς. Κρίμα! Εγώ νόμιζα ως τα τώρα, ότι η φτώχεια μόνο στον

Απάνω-Κόσμο είχε μερδικό!

Λέγοντας αυτά τα λόγια, έσκυψε με δακρυσμένα μάτια να κολλήση το

κερί, που κρατούσε, ψηλά στο σαρακωμένο και βαγισμένο νεκρικό κουτί,

κι' έτσι να προσφέρη μια μικρή ελεημοσύνη στον φτωχό Κατωκοσμίτη,

που βρίσκονταν στα σκοτεινά, αλλ' εκεί, που κολλούσε το κερί, έπεσε

το μάτι του στα κάτασπρα γράμματα, που είταν γραμμένα ψηλά στο μαύρο

κουτί, κι' έμπηξε ένα μεγάλο ξεφωνητό με όλη τη δύναμη της καρδιάς

του, σα να τον είχε τσιμπήσει στην καρδιά οχιά πικρή, η κακή

μονομερίδα.

— «Αχ! αδερφούλη μου, Φώτο! Εγώ σε γύρευα ανάμεσα στους ζωντανούς,

και συ βρίσκεσαι ανάμεσα στους πεθαμένους!»

Λέγοντας αυτά ξαπλώθηκε ψηλά στο χορταριασμένο μνήμα, κλαίοντας και

μύροντας, σα μικρό παιδί.

Κανένας δε ζύγωσε να τον παρηγορήση, για μια τέτοια μεγάλη δυστυχία.

Έκλαιγαν κι' άλλοι γύρα του σκυμμένοι σε φωτισμένα μνήματα, αλλά

καθένας έκλαιγε τον πόνο του.

Ύστερα από λίγη ώρα έφυγαν οι Επιτάφιοι, καθένας για την εκκλησιά

του, ο κόσμος τραβήχτηκε για το σπίτι τους, το νεκροταφείο έμεινε

έρημο, και μοναχά ο Γιάννης στριφογύριζε βογγώντας ψηλά στο μνήμα

του αδερφού του, σα λαβωμένο φείδι, κι' όταν ο ήλιος φώτισε τον

Κόσμο μας με τες αργυρόχρυσες αχτίδες του, πήρε τα σύνεργα του

νεκροθάφτη, που είταν χωμένα κάτω από ένα καλυβούτσι, άνοιξε τ'

αδερφικό μνήμα μ' έγνοια, έμασε όλα τα κόκκαλα ένα-ένα, κι' αφού τα

πότισε με καυτερά αδερφικά δάκρυα, τάβαλε μέσα στο σακκούλι του,

σταυροκοπήθηκε κατά ήλιου και ξεκίνησε με την καρδιά καμένη και

φλογισμένη για την έρημη την Πατρίδα, φορτωμένος τ' αδερφικά

κόκκαλα, που έβγαλε από το ξενιτεμένο μνήμα, τα κόκκαλα εκείνα, που

είταν αναστημένα με το ίδιο γάλα, και το ίδιο αίμα, για να τ'

αποθέση στο ταπεινό κοιμητήρι του χωριού του!

Με τι καρδιά γύριζε ο καημένος στο χωριό του!

Ο ΓΚΕΣΟΥΛΗΣ

ΓΚΕΣΟΥΛΗΣ λέγουνταν εκείνο το λαμπρό σκυλλί!

Τόνομα του Γκεσούλη έχουν όλα τα σκυλλιά, πούναι στο κορμί μαύρα και

άσπρα στο λαιμό και στην κοιλιά. Αυτό το είδος του χρωματισμού των

σκυλλιών έχει λευκώματα και στα ποδάρια, πότε στα τέσσερα και πότε

σε λιγώτερα, και κάτι καστανές γραμμές κάτω από τα μάτια. Τώρα γιατί

τα σκυλλιά πώχουν αυτόν τον χρωματισμό λέγουνται Γκεσούληδες, δεν

μπορώ να σας το ειπώ, γιατί είναι ξένο προς το θέμα μας, κι'

έρχουμαι στο Γκεσούλη μου.

Η ιστορία, που θα σας διηγηθώ τώρα έγεινε στην Ήπειρο, και λέγω

ιστορία, γιατί το διήγημα μου είναι αληθινό, κι' ούτε πολλά χρόνια

είναι πώγινε το πράμμα.

Ο Γκεσούλης, μικρό κουταβάκι, πριν ανοίξη ακόμα τα μάτια του, είχε

ριχτή στο φάραγγα, είδος Κεάδα του χωριού, μ' άλλα έξη-εφτά

ομογέννητα αδερφάκια του, γιατί ο αφέντης της μάννας του, θέλοντας

να δοκιμάση την αξία όλων των κουταβιών πούχε γεννήσει η σκύλλα του

εκείνες τες μέρες, τάβαλε όλα απάνω σ' ένα λυκοτόμαρο, και μόνο δυο

κουτάβια, που απ' όλα συνταράχτηκαν και σήκωσαν τη μύτη τους κι'

έβγαλαν ένα μικρό γουρλητό, αυτά κράτησε, για να βυζαίνουν το γάλα

της σκυλομάννας, γιατί αυτά τα κουτάβια θα γίνουνταν καλύτερα και

φοβερώτερα κι' ως μαντρόσκυλλα κι' ως αυλόσκυλλα, και τάλλα τα

πέταξε στο φάραγγα κρυφά από τη μάννα τους, που τ' αγαπούσε η

καημένη όλα ίσια, κι' είχε για το καθένα ξεχωριστό βυζί στην κοιλιά

της.

Όταν πέταξαν τα κουτάβια στο φάραγγα, ο Γκεσούλης φαίνεται δεν είχε

πάθει τίποτες από το πέταγμα κάτω στον φοβερό γκρεμό, και κατόρθωσε

να ζήση ένα ολάκαιρο μερονύχτι μέσα στο φάραγγα, όταν ένας κυνηγός,

ο Λέντζος, κυνηγώντας αγρίμια, πέρασε από το μέρος εκείνο, που

βρίσκονταν ριγμένα τα κουτάβια, που μόνον ο Γκεσούλης μας είτανε

ζωντανός ακόμα και γουρλιώνταν το καημένο το ζώο από την πείνα κι'

από το κρύο, και βλέποντάς το να παραδέρνη έτσι μόνο του μέσα στην

ερημιά, το λυπήθηκε και τώμασε από καταγής και τόβαλε μέσα στο

κυνηγοσάκκουλό του. Ύστερα από λίγη ώρα, βρέθηκε σένα μαντρί κοντά,

πούχε γαλάρια γιδοπρόβατα. Εκεί ζήτησε λίγο γάλα κι' ο πιστικός

άρμεξε όλο το βυζί μιανής γίδας στο στόμα, του κατανήστικου

κουταβιού. Άμα το γάλα μπήκε στην κοιλούλα του, το κουτάβι άνοιξε

για πρώτη φορά τα μάτια, και κοίταξε κατάματα τον κυνηγό, κι' έκανε

σα νάθελε κάτι να του ειπή, αλλά τι να του έλεγε ένα τέτοιο άλογο

ζώο;

Να μην τα πολυλογούμε, σε τρεις-τέσσερους μήνες απανωθιό, ακείνο το

κουταβάκι είχε γείνει ένα ωραίο κι' έξυπνο σκυλλάκι, που είταν ο

μεγαλύτερος φύλακας του σπιτιού.

Στο σπίτι του κυνηγού είταν πολλοί άντρες, γυναίκες και παιδιά, αλλά

το Γκεσουλάκι, αν κι' αγαπούσε όλη τη φαμίλια κι' όλο το σπίτι, κι'

όλα τα ζώα του σπιτιού, ως και τες κόττες ακόμα, γιατί μια μέρα

ρίχτηκε να ξεσκίση ένα γειτονικόν πετεινό, που κυνηγούσε ένα

πετεινάρι του σπιτιού, και πρόφτασε να του βγάλη μόνο την ουρά,

αγαπούσε όμως πλειότερο απ' όλους κι' απ' όλα τον κυνηγό.

Όταν έμπαινε ο κυνηγός μέσα στο σπίτι, το Γκεσουλάκι χοροπηδούσε από

τη χαρά του και ρίχνονταν ως απάνω, σα νάχε φτερά. Τέλος από

Γκεσουλάκι έγεινε ένας φοβερός Γκεσούλης, και λέγοντας «Γκεσούλης»

μέσα στο χωριό, εννοούσαν αυτόν.

Σ' αυτό απάνω ο ευεργέτης του Γκεσούλη, ο πολυαγαπημένος του απ' όλο

το σπίτι, αφίνοντας το ντουφέκι του κυνηγιού, ξεκινούσε ένα πρωί για

την Ξενιτειά. Όλο το σπίτι κι' όλο το χωριό τον συμπροβόδησαν ως το

σύνορο τους, κι' εκεί κάτω από ένα μεγάλο πολύκλαδο και φουντωτό

πουρνάρι, γένονταν ο πολύπικρος ξεχωρισμός! Τι δάκρυα, τι

σιγοκλάμματα, τι αναστεναγμοί, από τη γριά-μάννα του, από

ταδερφοξάδερφά του, κι' από τη γυναίκα του και τι λύπη και τι

κατήφεια απ' όλους τους χωριανούς! Το ύστερο σταυρωτό φίλημα και

σφιχτακάλιασμα είταν της πικραμένης της μάννας του, και το ύστερο

κατευόδιασμα της πανώριας και περίκαλλης γυναίκας του.

Η ξενιτεμένη συνοδεία τράβησε και χώθηκε πίσω από ένα σκαπέτημα, και

σπιτιακοί, συγγενήδες, γειτόνοι, φίλοι και λοιποί χωριανοί γύρισαν

προς το χωριό.... Αλλά λίγο έλειψε να λησμονήσωμε τον καημένο τον

Γκεσούλη! — ένα σκυλλί. —

Ο Γκεσούλης στάθηκε στο πουρνάρι, καθισμένος στα δυο του πισινά

ποδάρια κι' έβαλε μάτι για το δρόμο της ξενιτεμένης συνοδείας, ενώ

κάποτε γύριζε και κοίταζε και τους άλλους, που γύριζαν στο χωριό.

Σε λίγο, που κρύφτηκαν κι' αυτοί πίσω από μια ραχούλα, ο Γκεσούλης

άρχισε να γυρίζη γλήγορα-γλήγορα το κεφάλι του, πότε προς το δρόμο,

που είχε πάρει ο Ξενιτεμένος, και πότε προς το δρόμο του χωριού, σαν

πετροπέρδικα, που φοβάται να μην τη σκιώση το γεράκι. Τέλος έκανε

τίναγμα ξαφνικό και ρούπησε κατά το δρόμο του Ξενιτεμένου!

Πέρασαν τέσσερα χρόνια ολάκαιρα από τότε. Ο Ξενιτεμένος, αφού έκανε

γερό _πουγγί_ στην Αθήνα, ως ψωμάς, ξεκίνησε για την πολυπόθητη

πατρίδα, μαζύ με τον αγαπημένο του τον Γκεσούλη. Στο ξεκίνημα του

είχε κολλήσει κ' ένας χωριανός του, που η τύχη δεν τον είχε χαϊδέψει

καθόλου από τη μεγάλη του ακαματιά. Αυτός ο χωριανός του λέγονταν

Φετάνης και γνώριζε πόσο παχύ είταν το πουγγί του Λέντζου. Φτάσανε

μαζύ στην Άρτα. Εκεί ο Λέντζος είδε ένα ώμορφο μουλάρι και το

αγόρασε για το σπίτι, και την άλλη την ημέρα πρωί-πρωί ξεκινήσανε

για τα Γιάννινα: ο Λέντζος καβάλλα κι' ο Φετάνης με τον Γκεσούλη

πεζοί. Ο δρόμος από την Άρτα ως τα Γιάννινα είναι μια ολάκαιρη μέρα,

αλλά για να φτάση κανείς σε μια μέρα από την Άρτα στα Γιάννινα

πρέπει να ξεκινήση πρωί και να μη χασομερήση στο δρόμο. Το χωριό των

ξενιτεμένων είταν άλλες έξη ώρες πέρα από τα Γιάννινα.

Ο Φετάνης στο δρόμο αρρώστησε από πονόκοιλο και πήγαινε «στάσου εδώ»

και «στάσου εκεί». Ο Λέντζος, κι' επειδή τον λυπήθηκε κ' επειδή

ήθελε να φτάση το βράδυ στα Γιάννινα, κατέβηκε από το μουλάρι κι'

έβαλε τον Φετάνη καβάλλα, αλλ' ο Φετάνης κοντοβαστούσε το μουλάρι,

λέγοντας ότι το γοργοπερπάτημα του μουλαριού του μεγάλονε τον πόνο.

Να μην τα πολυλογούμε, όταν ο ήλιος κοντοβασίλευε, η συντροφιά

βρίσκονταν τρεις ώρες μακρυά από τα Γιάννινα. Είταν Αύγουστος μήνας

και το νυχτοπερπάτημα πλειο ευχάριστο.

Από λίγο-λίγο ο ήλιος καταίβαινε φλογερός πίσω από το βουνό του

Μακρυαλέξη, σέρνοντας πίσω του ολάκαιρη χρυσή ουράνια λίμνη. Λίγο-

λίγο πάλι εκείνη η χρυσή λίμνη έγινε χάλκινη κι' η χάλκινη

μολυβένια, τ' αστέρια άρχισαν ν' ανάβουν ένα-ένα στον ουρανό, κ' η

Νύχτα αγκάλιασε τον Κόσμο στα κοταμέλανα φτερά της. Τότε ο Φετάνης

γυρίζει και λέγει του Λέντζου, που έρχονταν από πίσω τραγουδώντας:

— Έλα να καβαλλικέψης εσύ, γιατί μ' άφησ' ο πόνος.

Σταμάτησε το μουλάρι, ξεκαβαλλήκεψε, και καβαλλήκεψε ο Λέντζος.

Ξακολούθησαν έτσι ως μια ώρα δρόμο, όταν έφτασαν σε μια ράχη, οπούθε

φαίνουνταν τα Γιάννινα μέσα στη σκοτεινιά της νύχτας, με τα πολλά

τους φώσια, σαν απέραντο πάπλωμα, κεντημένο με χρυσά αστέρια. Σ'

αυτή τη μεριά ο Φετάνης λέγει του Λέντζου:

— Έχ'ς ένα τσιγάρο;

Ο Λέντζος σταμάτησε το μουλάρι κι' έβγαλε ένα τσιγάρο, κ' ενώ άπλωνε

να το δώση του Φετάνη, αυτός αντί να πάρη το τσιγάρο, του δίνει μια

βαθειά μαχαιριά στα πλευρά!

— Άπιστο σκυλλί, μ' έφαγες!

Πρόφτασε μόνο να ειπή ο Λέντζος κι' έπεσε καταγής νεκρός. Ο

Γκεσούλης έτρεξε στην απελπισμένη φωνή τ' αφέντη του, και τη στιγμή

που ο φονιάς άπλωνε το άτιμο χέρι του να βρη τη γεμάτη σακκούλα, το

στόμα του πιστού σκυλλιού του τ' άρπαξε. Σκυλλί και φονιάς πάλαιβαν

ο ένας με το φονικό μαχαίρι κι' ο άλλος με τα δόντια. Ώρες βάσταξε,

το πάλαιμα, κι' ο φονιάς, βλέποντας, ότι δε μπορούσε να βάλη χέρι

στο άψυχο κορμί και ν' αρπάξη τους κόπους και τους ίδρους τεσσάρων

χρόνων, αναγκάστηκε ν' απομακρυνθή και να φύγη. Εννοείται, ότι αν ο

φονιάς είχε ένα πιστόλι, θα ξαπλώνονταν κι' ο Γκεσούλης νεκρό στο

πλάγι τ' αφέντη του. Αλλά οι δολοφόνοι δεν αγαπούν τα βροντερά όπλα

και πάντα προτιμούν το βουβό μαχαίρι.

Φεύγοντας ο φονιάς, ο πιστός Γκεσούλης ζύγωσε το νεκρό, στρώθηκε

καταγής και βάζοντας το κεφάλι του ανάμεσα στα μπροστινά του τα

πόδια, άρχισε το λυπητερό γουρλητό ως το πρωί, κλαίγοντας τον

πολυαγαπημένο του τον αφέντη κι' ευεργέτη του.

Εκείνο το πρωί μια συνοδειά χριστιανών από τα πλησιόχωρα, άντρες και

γυναίκες, άλλοι καβάλλα κι' άλλοι πεζοί, πηγαίνοντας για τα

Γιάννινα, έπεσαν απάνω στο σκοτωμένο. Ιδόντας αυτό το φοβερό δράμα,

αποφάσισαν να φορτώσουν τον νεκρό στο μουλάρι του, που βοσκούσε

ξέγνοιαστο εκεί κοντά και να τον παν στη Μητρόπολη. Ο Γκεσούλης δεν

έκανε καμμιάν αντίσταση κι' ακολούθησε τη νεκροπομπή με το κεφάλι

κάτω και την ουρά στα σκέλια, βαδίζοντας στο πλάγι του μουλαριού,

πούχε φορτωμένο τον αφέντη του.

Στη Μητρόπολη, όπου ξεφόρτωσαν τον νεκρό κι' όπου παραβρέθηκαν κι'

αντιπρόσωποι της Αρχής, έγεινε σωματική έρευνα και βρέθηκαν απάνω

του διακόσες τόσες λίρες κ' ένα γράμμα της γυναίκας του, κι' απ'

αυτό το γράμμα γνωρίστηκε ποιος είταν ο σκοτωμένος κι' από ποιο

χωριό κατάγονταν.

Αμέσως ειδοποιήθηκαν ταδέρφια του κ' η μαυρισμένη η γυναίκα του, κι'

ήρθαν και πήραν το άψυχο κουφάρι του, με τα χρήματα, το μουλάρι, το

φόρτωμα και τον πιστό το Γκεσούλη και πήγανε στο χωριό να του κάνουν

το ξόδι.

Δυο-τρεις μέρες υστερώτερα παρουσιάστηκε στο χωριό κι' ο Φετάνης κι'

έκανε πως λυπιώνταν κι' αυτός για το φόνο του Λέντζου. Δεν απόκρυψε

όμως, ότι ξεκίνησαν μαζύ από την Αθήνα, γιατί θα μαθεύονταν, ότι

βγήκανε μαζί στο τούρκικο από της Άρτας το γεφύρι, δηλαδή κι' αυτό

θα μαθεύονταν από πολλούς χωριανούς του, που βρίσκονταν στην Αθήνα

και στην Άρτα, — κι' ότι ενώ ο Λέντζος τράβηξε για τα Γιάννινα

καβάλλα, αυτός λοξοδρόμησε στη Φιλιππιάδα, με την ιδέα να βρη εκεί

καμμιά δουλειά. Όλοι πίστεψαν τα ψεύτικά του τα λόγια, γιατί κανενός

δεν μπορούσε να πέραση από την ιδέα, ότι αυτός είταν ο φονιάς.

Ύστερα από λίγες μέρες ο Φετάνης, κατά το συνήθειο του τόπου, πήγε

στα Λεντζέικα να παρηγορήση, κι' εκεί που ανέβαινε τες σκάλες τον

λόγιασε ο Γκεσούλης, που κοίτονταν θλιμμένος σε μιαν άκρα της αυλής.

Ώρμησε απάνω του σα μολύβι και του ρίχτηκε με μεγάλη έχτρητα.

Φετάνης και Γκεσούλης κουτρουβαλιάστηκαν στα σκαλοπάτια. Έτρεξαν να

τους χωρίσουν άντρες και γυναίκες από μέσα από το σπίτι, κι' ο

Φετάνης, για να γλυτώση, έβγαλε το φονικό του μαχαίρι να χτυπήση τον

Γκεσούλη, τον μόνο μάρτυρα του κακουργήματός του. Εκείνη τη στιγμή

ένας από τους Λεντζαίους, για να γλυτώση το σκυλλί, αρπάζει το

μαχαίρι, που έφερε ακόμα το αίμα του δολοφονημένου απάνω στο λεπίδι

σκουριασμένο (1). Ο Φετάνης άλλο από την επίθεση του Γκεσούλη, κι'

άλλο από το άρπαγμα του φονικού μαχαιριού, νόμισε, ότι κάποιος τον

είχε προδώσει και φώναξε απελπισμένα:

— _Ήμαρτον! ήμαρτον! Μη με σκοτώνετε! Σχωράτε με! Εγώ τώκανα και

σεις να μην το κάνετε!

Οι Λεντζαίοι κατάλαβαν από τα λόγια, του ότι αυτός είταν ο φονιάς

του ανθρώπου τους και τον έπιασαν για καλά. Σε λίγο μαζεύτηκαν οι

γειτόνοι κι' όλο το χωριό. Ο φονιάς παραδόθηκε δεμένος στη

Δημογεροντία, κι' η Δημογεροντία τον έστειλε στον Πασιά στα

Γιάννινα.

Ο Γκεσούλης, αφού έσωσε την περιουσία των ορφανών, μην αφίνοντας τον

φονιά να πάρη τη σακκούλα του σκοτωμένου, κι' αφού παράδωκε και τον

φονιά, κι' έκαμε τέλεια το χρέος του, ψόφησε απάνω σε σαράντα μέρες!

Είπαν ότι ψόφησε από τη λύπη του!

1) Υπάρχει μια λαϊκή πρόληψη, ότι το ανθρώπινο αίμα δεν καθαρίζεται

ποτέ από το σίδηρο και ότι το φονικό μαχαίρι, καθώς και κάθε φονικό

άρματο λιώχνει τους δαιμόνους τη νύχτα.

Η ΔΟΛΙΑ Η ΜΑΝΝΑ

Χαροπάλευε η δόλια η μάννα, η πρωτονοικοκυρά του σπιτιού. Είταν τρία

νυχτόημερα του θανατά. Τρεις νυφάδες, δυο γυιοί, τρεις θυγατέρες,

τρεις γαμπροί και καμμιά δεκαριά αγγόνια, αρσενικά και θηλυκά,

περικύκλοναν το στρώμα της. Όλος αυτός ο κόσμος, που είχε βγη μες

από τα σπλάγχνα της, δε μπορούσε να γεμίση τον τόπο του τρίτου γυιού

της, του Βασίλη, που βρίσκονταν μακρυά στην Ξενιτειά. Χαροπάλευε και

ξωλαλούσε η δόλια η Μάννα, κι' όλα τα ξωλαλήματά της είταν για τον

ξενιτεμένο της το Βασίλη.

— Την ευχή μου νάχετ' όλοι σας, κι' ο Βασίλης μου την πλειότερη.

Χώματα να πιάνη και μάλαμμα να γίνωνται.

Από τη δεξιά τη μεριά είχε τη νύφη της τη Βασίλαινα και της κρατούσε

το χέρι.

— Μου φαίνεται έτσι πως πιάνω τη σάρκα του Βασίλ' μου.

Έλεγε με πόνο η δόλια η Μάννα.

Κι' ύστερα από λίγο, άρχισε το τραγούδι του Ξενιτεμένου, που

βουλιέται να γυρίση στην πατρίδα του.

«Τώρα είν' ο Μάης κι' η άνοιξη, τώρα 'ντό καλοκαίρι,

«Τώρα κι' ο Ξένος βούλεται στον τόπο του να πάη...

«Νύχτα σελώνει τ' άλογο, νύχτα το καλλιγόνει

«Βάνει τα πέταλα χρυσά και τα καρφι’ ασημένια.. »

Τώλεγε και το ξανάλεγε αυτό το τραγούδι και μέσα στο παραλόγισμα του

θατανά έχανε τους στίχους κι' έλεγε αλλ' άντ' άλλων, κι' έδινε

διαταγές, σαν όταν είταν γερή:

— «Κώσταινα! Εσύ να πας για ξύλα σήμερα!.... »

— «Εσύ, Γιώργαινα να μάσης τα σκουτιά και να πας στο πλύμα!.. Ο

Κώστας να πάη στα πρόβατα, κι' ο Γιώργης στο ζευγάρι»

— «Εσύ, Βασίλαινα να ζυμώ'ης καθάριο και να φκιά'ης πρόσφορα.. Να

φκιά'ης και πήττα!... Τα παιδιά όλα τα προσέχω εγώ.. Σηκωθήτε όλοι

και στες δουλειές σας! Έδωκε ο Θεός τη μέρα του.... τι περιμένετε»;

— «Ξιουουουού!.. παλιόκοττες που να σας μάση ο μπούφος! μου

λερώνετε την πρόκοβα! Ξιουουουού»!

Στέκονταν όλοι γύρα στο επιθανάτιο κρεβάτι της δόλιας Μάννας, της

αληθινής μάννας του σπιτιού και περίμεναν το τέλος της, την ύστερη

πνοή της με βαρυοθλιμμένο πρόσωπο και με δάκρυα στα μάτια. Σε λίγο

ήρθε κι' ο παπάς με τ' αρτοφόρι για να τη μεταλάβη. Άμα μπήκε μέσα ο

παπάς, τρέμοντας με την κοινωνιά στα χέρια, η άρρωστη ήρθε στα

λογικά της, σήκωσε τα μάτια της, έκανε το σταυρό της κι' είπε:

— «Σχωράτε με κι' ο Θεός σχωρέσ' σας»!

Άνοιξε το στόμα της και δέχτηκε από τη λαβίδα τη μεταλαβιά με μεγάλη

ευχαρίστηση και με μεγάλον αναγαλλιασμό. Ύστερα είπε:

Διηγήματα της ξενιτειάς · 第 4 / 6 段