Δεν πέρασε πολλή ώρα από τη στιγμή, που βάρεσε ο δεύτερος ο

σήμαντρος κι' η εκκλησιά αγκάλιασε με τους τέσσερους τοίχους της

όλον τον κόσμο του χωριού. Άντρες, γυναίκες, γέροι και παιδιά, όσες

ψυχές βρίσκονταν στο χωριό, εξόν μία λεχώνα κι' ένα βρέφος αβάφτιστο

ακόμα, είταν συμμαζωμένοι μέσα στην ταπεινή εκκλησούλα κι'

ακουρμαίνονταν με κατάνυξη το χαρμόσυνο τροπάρι: «Η γ έ ν ν η σ η

σ ο υ Χ ρ ι σ τ έ ο Θ ε ό ς... »

Είπε ο παππάς τα γράμματα, τέλειωσε η λειτουργιά κι' άρχισεν ο

κόσμος να μεταλαβαίνουν από τη μια μεριά, κι' από την άλλη να

παίρνουν αντίδωρο από το δίσκο, που τον κρατούσε ένα από τα λίγα

παιδιά του χωριού, που έκαναν τον αναγνώστη της εκκλησιάς. Πρώτη-

πρώτη μετάλαβε η γριά με τη φαμίλλια της, αυτή πήρε πρώτη αντίδωρο

κι' αυτή βγήκε πρώτη από την εκκλησιά και τράβησε για το σπίτι της,

γιατί είταν η πρώτη του χωριού και κανένας άλλος δε μπορούσε να της

πατήση αυτό το δικαίωμα. Άμα μπήκε στο σπίτι η γριά με τη φαμίλλια

της, η υπηρέτρα άναψε τη λάμπα και τη φωτιά, ανασκήρησε το ένα και

το άλλο μες από το δωμάτιο, έβαλε το τραπέζι κι' απόθεκε ψηλά το

τεψί με τες μελοποτισμένες τηγανίτες. Η γριά έβαλε τότε στην

πυροστιά τη χύτρα, γεμάτη ζωμί τετράπαχης όρνιθας, που είταν

καταντεμένη από την άλλη την ημέρα, θέλοντας να φκιάση τη μανέστρα,

όσο νάρθη ο παπάς από την εκκλησιά, το πιστικόπουλο έφερε μια μεγάλη

λίμπα γεμάτη γάλα κι' άλλη μια μικρότερη γεμάτη κουλάστρα, που είχε

αρμέξει εκείνη τη στιγμή από τες γίδες, τες απόθεκε και τες δύο στη

γωνιά, για να χύσουν και το ένα και το άλλο γάλα, σε ιδιαίτερα

αγγειά να βράσουν, κ' η Μαριανθούλα άπλωνε το χέρι της σ' έναν ταβά,

που είχε μέσα μια κόττα ψημένη στη γάστρα, για να τσιμπήση κάτι τι

από μέσα, γιατί είχε αποθυμήσει την αρτυμή ένα σαραντάημερο, αλλά το

άγρυπνο μάτι της γριάς την είδε και:

— Μη, βλαστάρα μ', της είπε. Μην είσαι λαίμαργη! Να έφτασε ο παπάς

να μας βλογήση το τραπέζι. Γιατί, ψυχούλα μ', να φας αβλόγητο φαγί,

αφού μπορείς να καρτερέσης λίγο ακόμα, και να το φας βλογημένο!

— Δεν μπορώ, βάβω μ', να βαστάξω πλειότερο!

— Περίμενε και λίγο ακόμα! Σαράντα μέρες βάσταξες και μια στιγμή δε

βαστάς; Ο παπάς σε λίγο θα είναι εδώ!

Η Μαριανθούλα, θέλοντας και μη, τραβήχτηκε, και για να μη

σκανταλίζεται βγήκε όξω στο πεζούλι της κρεβάτας, περιμένοντας τον

παπά να φανή στην αυλή. Δεν πέρασε όμως πολλή ώρα κι' ήρθε ο παπάς,

και κάθησε στην κορφή της στιας, κι' αφού τράβησε μια γερή ρακή με

το παγούρι, κι' έπιε και τον καφέ, που του είχεν έτοιμο η γριά, και

κύκλωσαν όλοι το καταφορτωμένο το τραπέζι από χριστουγεννιάτικα

φαγητά, έβαλε το βλογητό: «_Χριστέ ο Θεός ευλόγησον την βρώσιν και

την πόσιν._» αλλά πριν τελειώση το βλογητό του, «μπουμ» ακούστηκε μια

ντουφεκιά στην εξώθυρα. «Μπουμ!» κι' άλλη μια. Αντραλλεύτηκαν τα

σκυλλιά. Πετάχτηκαν όλοι ορθοί και σωρό-κουβάρι κατέβηκαν τη σκάλα

και βγήκαν στην αυλή.

— Ψυχούλα μ', παιδάκι μ'! φώναξε η γριά με ψυχόπονο. Δόξα σοι ο

Θεός πούρθες γερός και καλά!

— Ψυχούλα μ', πατερούλη μ'! φώναξε κ' η Μαριανθούλα. Καλώς ώρισες!

Κατέβηκε ο ξενιτεμένος, ο γυιός της γριάς κι' ο πατέρας της

τσιούπρας, από τ' άλογό του, και μάνα και παιδί, πατέρας και

τσιούπρα και βάβω κι' αγγονιά, εγειναν κι' οι τρεις ένα

δυσκολοχώριστο σύμπλεγμα αγάπης και πόνου, χαράς κι' ευφροσύνης. Η

υπηρέτρα με το πιστικόπουλο τράβησαν το κατακουρασμένο τάλογο, στο

κατώγι να το ξεφορτώσουν και να το σηλαρώσουν, ενώ οι τρεις οι

καλοκαρδισμένοι ανέβηκαν τη σκάλα μαζύ με τον παπά, και μπήκαν στο

δωμάτιο, που είταν το τραπέζι στρωμένο. Οι γάτες είχαν στήσει

πανυγήρι από τη στιγμή, που, πέφτοντας οι ντουφεκιές, πετάχτηκαν οι

άνθρωποι όξω. Είχαν φάγει όλο το γάλα, και τη στιγμή, που έμπαιναν

οι νοικοκυραίοι στο δωμάτιο, ξέσκιζαν τη βραστή την κόττα, την

τετράπαχη! Δεν είχαν λάβει ακόμα καιρό να γγίξουν την κόττα, που

είταν στον ταβά, τη μανέστρα, που είταν στη σουπιέρα, και το τεψί με

τες τηγανίτες. Σπολλάτη!

— «Τσιτ! τσιτ!» καταραμένες! — φώναξε ο παπάς για να τες διώξη, η

γριά όμως, που σ' άλλη περίσταση θα είταν ικανή να τες σκοτώση, δε

θύμωσε καθόλου, αλλά είπε:

— Άφς τες, παπά μ'! Ζώα είναι. Έχ'ν κι' αυτές δίκιο σήμερα να κάν'ν

πασκαλιά.

Κάθησαν τότε γύρα στο τραπέζι, ο παπάς ξαναβλόγησε κι' άρχισαν να

τρώνε. Μόνον η γριά με τη Μαριανθούλα δεν έτρωγαν μ' όρεξη. Η χαρά

τους την είχε κόψει.

Πριν σηκωθή το τραπέζι ακόμα, ο παπάς είπε στη γριά:

— Ε! τώρα, κυρά, ετοιμάσου να πεθάνης, όπως έλεγες, γιατί απόλαψες

ό τι ποθούσες!

— Τι λες, δέσποτα μ'; Τι κουβεντιάζεις; Αμ τώρα θέλω να ζήσω και να

χαρώ! Ε ζωή είναι γλυκή όταν αδερφώνεται με τη χαρά. Ο πόθος

συγκρατάει τη ζωή μας κι' η λύπη τη σβυεί. Τώρα θέλω να ζήσω να

παντρέψω τη Μαριανθούλα μ', να τη νυφοστολίσω με τα χεράκια μ', να

ιδώ κι' ένα-δυο δίγγονα, που λέει ο λόγος, κι' ύστερα ας παρουσιαστή

ο άγγελος να του παραδώσω την παρακαταθήκη, που μου έβαλε ο Θεός.

Και τι κατάλαβα, από τη ζωή, αν δε ζήσω τώρα;

Ύστερα απ' αυτά τα λόγια σήκωσε το ποτήρι, που είταν γεμάτο κρασί,

έκανε το σταυρό της και τώπιε ως τον πάτο, λέγοντας:

— Δόξα σοι Θεέ μου! Σ' ευχαριστώ! Καλώς ώρισες, παιδί μ'!

Ο ΞΕΝΙΤΕΜΕΝΟΣ

Είταν ένα Σαββάτο βράδυ του χειμώνα του 186...

Καμμιά δεκαριά γυναίκες του Μικρού Χωριού, που είν' ψηλά στην

_αγκαλιά της ράχης_, έπαιρναν νερό στην άκρη του Καλαμά, που σκίζει

την Ήπειρο από βοριά κατά νοτιά. Κάθε μια απ' αυτές ήθελαν και

_παραήθελαν_ ποιά να γιομίση _πρίτερα_, γιατί είταν η ώρα περασμένη

και μια κατεβασιά μοναχά είταν στον όχτο του ποταμιού, κι' από κει

έπρεπε να γιομίσουν τες βουτσέλλες τους, κατεβαίνοντας μια-μια,

γιατί το μέρος της κατεβασιάς είταν στενό. Οι νύφες όμως κι' οι

τσιούπρες, αν κι' είταν από πολλή ώρα στην άκρη του ποταμού, άφιναν

τες μεγαλύτερες, αν κι' αυτές έρχονταν αργότερα, γιατί η ηλικία

χαίρει πολλά δικαιώματα στον τόπον εκείνον τον μισοάγριο.

Η μέρα εκείνη, που ψυχορραγούσε, είταν βροχερή. Γι' αυτό και το νερό

του ποταμού είταν θολό. Οι Μικροχωρίτες, αν κι' έχουν γύρα τους άλλα

ποταμάκια και ρεματιές με ξάστερα νερά, πάντοτε παίρνουν νερό από

τον Καλαμά.

Τα υστερνά σύννεφα, που έκαναν το ηλιοβασίλεμα σα φλωρένιο κάμπο,

λίγο κατ' ολίγο έγειναν μαύρα, φοβερά, κι' έλαβαν χίλιων λογιών

μορφές, κι' η Νύχτα, που άρχισε ν' απλώνη τα φτερά της, έδινε ένα

γλυκό φίλημα στο πρόσωπο της Ημέρας, που έφευγε, γέροντας πίσω από

το φωτεινό όχτο, που φκιάνουν οι κορφές των βουνών, κι' επήγαινε

περίλυπη να θαφτή στην απέραντη νεκρόπολη των περασμένων.

Ο ποταμός κατρακυλώνταν με θυμό, κι' η φωνή, που έβγαινε από τα νερά

του, έκανε ένα είδος άγριας, περίφανης και μονότονης μουσικής, που

χύνει απέραντο πέλαγο μελαγχολίας στην ψυχή.

Μια φωνή, ίσως της νιώτερης, από τες γυναίκες πώπαιρναν νερό εκεί,

σηκώθηκε μ' ανυπομονησιά:

— Ντέτεστε! καμμιά βολά, καημένες!, μας πήραν τα μεσάνυχτα στην

ποταμιά!

Πρέπει όμως να ξέρη κανένας, ότι μόνο τες παραμονές των γιορτών οι

γυναίκες του Μικρού-Χωριού πηγαίνουν πολύ αργά για νερό εξ αιτίας

που οι παραμονές των γιορτών έχουν πολλές ετοιμασίες και μεγάλες

φροντίδες.

Στη φωνή αυτή, άλλη φωνή γερασμένης γυναίκας, απάντησε με αδιαφορία:

— Μη βιάζεστε, τσιούπρες!, γιατί γεράζετε γλήγορα! Δυο δρασκέλες

είναι το χωριό...

Μια άλλη πάλι φωνή απολογήθηκε λυπητερά:

— Μ' εγώ, χαλασιά μου, πώχω να διαβάσω και τα σκουτιά του παιδιού

μου.

Να και μια άλλη σημείωση για τες γυναίκες του Μικρού-Χωριού, όταν

παίρνουν νερό: Όποια έχει να πλύνη σκουτιά απομένει πάντα η κοντινή,

όσο μεγάλη κι' αν είναι, εξόν αν είναι πολύ γριά, αλλά οι γριές δεν

παν ποτέ για νερό. Το νερό είναι έργο εκείνων, πώχουν μαύρα μαλλιά.

Όσο ξακολουθούσε το γιόμισμα των βουτσελλών, γένονταν στον ανήφορο

μια γραμμή από φορτωμένες γυναίκες βουτσέλλες με νερό. Ανηφορούσαν

αργά-αργά τον δρόμο, που βγαίνει στο Μικρό-Χωριό. Υστερνή είταν η

μικρομάνα εκείνη, πούχε να διαβάση τα σκουτιά του παιδιού της. Το

σκοτάδι είχε αρχίσει να ξαπλώνη τα μαύρα του φτερά στη γη και στον

συννεφιασμένον ουρανό, και οι γυναίκες με το νερό ανέβαιναν τον

ανήφορο, βλέποντας όχι πλειο με τα μάτια, αλλά με τον νου, γιατί

κάθε μια από τες γυναίκες εκείνες, που πήγαιναν η μια πίσω από την

άλλη, σαν άλυσος, είχεν αναιβή και καταιβή χιλιάδες βολές εκείνον το

στενόδρομο. Ενώ η συνοδειά των γυναικών ανέβαινε σκυφτή από το βάρος

του νερού, γλυκός ήχος κυπριού ακούστηκε πίσω τους «τριγκ...

τριγκ... τριγκ... » κι' όσο οι γυναίκες ανέβαιναν άλλο τόσο κι' ο

γλυκός ήχος του κυπριού ακούονταν καθαρώτερα και δυνατώτερα

«τριγκ... τριγκ... τριγκ... » κι' από τα ξηρά και βροντερά πατήματα

πεταλωμένου ζώου φαίνονταν, ότι πίσω τους βρίσκοντον καβαλλάρης. Δεν

πέρασαν πολλές στιγμές κι' ο καβαλλάρης βρίσκονταν πίσω από τες

πλάτες της γυναικός, που είταν παραπίσω απ' όλες. Εκείνη τότε

φώναξε:

— _Αναμεράστε_, μωρές, να περάση ο άνθρωπος με το μουλάρι!..

Από το πολύ σκοτάδι, κι' από τον _βαρυσυννεφιασμένον_ καιρό δεν

είταν δυνατό να καταλάβη αυτή η γυναίκα, αν το ζώο, που καβαλίκευε

εκείνος, πώρχονταν από πίσω της, είταν μουλάρι ή άλογο, αλλά το

γνώριζε, ότι σωστά είταν μουλάρι, γιατί καμμιά φορά ποδάρι αλογινό

δεν είχε πατήση στο Μικρό-Χωριό, κι' εξόν απ' αυτό, μόνο στο λαιμό

των μουλαριών συνηθίζουν να κρεμούν κυπρί, μικρό κουδουνάκι από

μπρούζο, που κάνει «τριγκ... τριγκ... τριγκ... »

Στο χουγιατό αυτό της γυναικός της υστερνής, όλες οι γυναίκες

εστριμώχτηκαν δεξιά και ζερβιά του μονοπατιού, για να κάνουν τόπο να

διαβή το μουλάρι, πούχε ψηλά του έναν άνθρωπο κουκουλωμένο με

πλατειά και μακρειά καπότα. Έρριξαν όλες τα μάτια τους περίεργα

απάνω του, για να καταλάβουν ποιος είταν εκείνος ο άνθρωπος, που δεν

ώμοιαζε για χωριανός τους, αλλά καμμιά δε μπόρεσε να καταλάβη

τίποτε.

— Σαν ποιος νάναι, μωρές γυναίκες, αυτός ο άνθρωπος;

Είπε μια.

— Ξέρω κι' εγώ;

Είπε άλλη.

— Σ' αφίνει το έρμο το σκοτάδι να ιδής;

Είπε πάλι μι' άλλη.

— Νάναι τάχα καένας ξενιτεμένος;

Είπε άλλη μια πάλι.

— Να είταν ξενιτεμένος· είπε μια άλλη, δε θάρριχνε καένα ντουφέκι,

άμα μπήκε στο σύνορο του χωριού μας; Τι διάτανο; Ντίπου στα κρυφά θα

μας έρχονταν;

— Καλά λες, είπε η γεροντότερη της συνοδείας, μ' αναστεναγμό, αλλά

να ξεπεζέψη τέτοια ώρα και σαββατόβραδο σε ξένο χωριό δεν πάει!

Θάναι δικός μας αυτός! Θάναι χωρίς άλλο ξενιτεμένος από το χωριό

μας!..

— Τι κάθεσαι και λες, κακορρίζικη Κυρά-Κώσταινα, είπε μια γυναίκα,

σαν από μέσα της, αλλά φωναχτά. Τι _καψαπαντοχή έχ'ς_ και νειρεύεσαι

ξενιτεμένους; _Δεν πήρες ακόμη τον απόθωρό σ;_

— Τι να σας πω, μωρές τσιούπρες, είπ' η Κώσταινα, και στάθηκε κι'

ακκούμπησε σ' ένα μεγάλο λιθάρι, για ν' ανασάνη. Αλήθεια σαράντα

χρόνια έχω ξενιτεμένη, σαράντα χρόνια έχω, που καρτεράω να ισκιώσ' η

θύρα μ', κι' αυτή η έρμη η μέρα δε φαίνεται νάρθη, αλλά δεν

_απελπίζομαι_.

Και λέγοντας αυτά τα λόγια, αναστέναξε μες από τα φυλλοκάρδια της,

και σηκώθηκε να τραβήση τον δρόμο.

Αν κι' είχαν ακουστά όλες οι γυναίκες της συνοδειάς — γιατί είταν

αγέννητες τότε, — ότι ο Κώστας της Κώσταινας έλειπε σαράντα χρόνια

στην Ξενιτειά, πάλι αναστέναξαν, σαν άκουσαν τη φριχτή αλήθεια, —

λέγω φριχτή, γιατί οι πλειότερές τους είχαν άντρες και αδέρφια στην

Ξενιτειά, ποια ένα χρόνο, ποια δυο και ποια τρία. Σταυροκοπήθηκαν

όλες από την τρομάρα τους, εξόν της Κώσταινας, που είταν η αιτία της

συλλογής τους, κι' είπαν η κάθε μια χωριστά:

— Γλύσε μας, Θε μ'!

— Τι ζουρλή που είσουν`, καημένη κυρά, και δεν τον μούντζωνες,

(είπε μια), και να πάρ'ς κανέναν άλλο, ν' αποχτή'ης παιδιά....

— Αχ! καημένη! (απολογήθηκε με βαθύν αναστεναγμό η κακομοίρα η

Κώσταινα) Πε, καημένη, να σε φυλάξ' ο Θεός! Είναι εύκολο θαρρείς να

ξεχάση μια γυναίκα το πρώτο της το στεφάνι; Αν μάθαινα πως απέθανε,

χωρίς άλλο θάπαιρνα τον απόθωρό μου και θα ξαναπαντρεύομουν, αλλά

ποιος μου είπε πως απέθανε; Ύστερα, πώς να ξεχάσω έναν άντρα, που

δεν τον γνώρισα σαν άντρα, παρά μόνο σαν αδερφό; Ξέρετε τι θα ειπή

αυτό; Μια βδομάδα μοναχά ζήσαμαν αντάμα, σαν αδέρφια αγκαρδιακά, κι'

ύστερα... πάη, πάη, κι' ακόμα πάη!.-

— Κι' είσαι άγγιχτη ακόμα;

Είπε μια, η πλειο περίεργη.

— Ντίπου άγγιχτη! απολογήθηκε η Κώσταινα. Μα τον Θεό, και μα την

πίκρα της Ξενιτειάς! Όταν παντρευτήκαμαν, εγώ είμουν δέκα πέντε

χρονών, κι' εκείνος — νάσκαζα — είταν δώδεκα μοναχά. Δεν τάχε κι'

αυτά σωστά ακόμα, και δεν ήξευρε τίποτε από τα εγκόσμια. Τον είχαν

παντρέψει οι γοναίοι του τόσο μικρόν, γιατί είταν αποφασισμένοι να

τον ξενιτέψουν, κι' εφοβώνταν μη δε γυρίση γλήγορα. Εξόν απ' αυτό,

δεν είχαν κι' άλλο παιδί, ούτε σερκό, ούτε θηλκό, κι' είχαν οι

καημένοι ανάγκη από πηρέτια. Θιός σχωρέσ' την ψυχή τους, κι' άγιο το

χώμα τους!

Με τα λόγια αυτά έπαψε η κακομοίρα η Κώσταινα το πικρό της το

ξεμολόγημα. Δυο φλογερά δάκρυα &αυλάκωσαν& τα καταπάρθενα μάγουλά

της, και σε ολίγο όλη η συνοδειά είταν μέσα στο χωριό, όπου άρχισαν

να χωρίζωνται, γιατί η κάθε γυναίκα έμπαινε στο σπίτι της.

Το Μικρό Χωριό είναι όνομα και πράμμα μικρό χωριό. Έχει το όλο δέκα

μόνο σπίτια, χτισμένα με άσπρο ασβεστολίθι και σκεπασμένα με άσπρες

πλάκες. Κεραμίδια εκεί δεν ξέρουν τι πράμμα είναι. Τα πλειότερα

σπίτια είναι ισόγεια, κι' είναι το ένα κοντά στα άλλο, και δεν

χωρίζονται παρά από κανέναν κήπο.

Τη βραδειά εκείνη από το χειμωνιάτικο σκοτάδι έφεγγαν οι θύρες και

τα παράθυρά του. Η μεγάλη κοκκινωπή αναλαμπή, που έβγαινε μέσα από

τα σπίτια, δεν είταν από τα πολλά λυχνάρια τους, αλλ' από τα ξηρά

ξύλα, που έβαναν στη στια και για το ζέσταμα των ανθρώπων και για το

φώτισμά τους αντάμα.

Ο ουρανός λίγο-λίγο θολόνονταν πλειότερο, άστρο κανένα δεν έφεγγε

ψηλά του κι' ο Βοριάς άρχισε να φυσάη πολύ δυνατά. Το Μικρό Χωριό,

αφού δείπνησε και &σιλάρωσε& τα ζωοπράμματά του, έκλεισε τες θύρες

του και τα παράθυρά του κι' ετοιμάστηκε να κλείση τα μάτια του και

να ριχτή στην αγκαλιά του ύπνου, όσο που να βαρέση το πρωινό ο παπάς

το σήμαντρο της εκκλησιάς. Όξω ο λυσσιασμένος Βοριάς κόπασε κι'

άρχισε να χιονίζη. Το χιόνι έπεφτε τόσο πυκνό και πολύ, ώστε όλο

εκείνο το σκοτάδι της συννεφιασμένης νύχτας άλλαξε όψη.

Μες από τα σπίτια ετοιμάζονταν το Μικρό Χωριό να κοιμηθή, για να

ξυπνήση, όταν βαρέση ο σήμαντρος της εκκλησιάς, όξω από τα σπίτια

χιόνιζε ακατάπαυστα και γαύγιζαν τα σκυλλιά, κι' απάνω σ' αυτό ένας

γλυκός ήχος κυπριού αχολογούσε στο σκοτάδι μελαγχολικά — μελαγχολικά

«τριγκ.... τριγκ.... τριγκ.... τριγκκκ. »

— Γιατί γαυγίζουν τα σκυλλιά «γκάβου, γκάβου, γκάβου»; Ποιος είν' ο

ξένος που φέρνει γύρα το χωριό τη νύχτα «γκρουπ.. γκρουπ.. γκρουπ»

καβάλλα στο μουλάρι, πώχει το κυπρί που λαλάει γλυκά-γλυκά «τριγκ...

τριγκ... τριγκκκ»;

Το &φάνισμα& του ξένου τώμαθε το Μικρό Χωριό από τες γυναίκες, που

πήγαν στο ποτάμι για νερό, αλλά πάντεχαν, ότι θάχε κανένα γνώριμο

στο χωριό, κι' ότι πήγε εκεί, αλλά τα γαυγίσματα των σκυλλιών,

«γκάβου.. γκάβου.. γκάβου.. » το ποδοβολητό του μουλαριού «γκρουπ..

γκρουπ.. γκρουπ.. » και το λάλημα του κυπριού «τριγκ.. τριγκ..

τριγκκκ.. » έδωσαν εις το Μικρό Χωριό να καταλάβη, ότι ο ξένος δεν

πήγε σε κανένα σπίτι, κι' ότι δεν είχε κανένα γνώριμο στο χωριό.

Οι θύρες τότες άνοιγαν μια-μια, και μια γλυκή φωνή έβγαινε από μέσα:

— «Κόπιασε μέσα, ξένε μ', αν είσαι Χριστιανός, κι' ό,τι κι αν

είσαι, θαυρής φωτιά να ζεσταθής, και ψωμί να χορτά'ης.. »

Αλλ' ο ξένος εχάνονταν σαν ίσκιωμα, χωρίς να δώση απάντηση στο

ευγενικό προσκάλεσμα, από πίσω του ακολουθούσαν μανιωμένα τα

σκυλλιά, γαυγίζοντας, και μοναχά το λάλημα του κυπριού του μουλαριού

του ακούονταν γλυκά και θλιβερά «τριγκ.. τριγκ.. τριγκκκκ».

Ο αγνώριστος ξένος πέρασε μπροστά απ' όλες τες εξώθυρες, στάθηκε

μπροστά σ' όλες, όλα τα σπίτια του Μικρού Χωριού ένα-ένα τον

προσκάλεσαν:

— «Κόπιασε μέσα, ξένε μ', αν είσαι Χριστιανός, κι' ό,τι κι' αν

είσαι, θαυρής φωτιά να ζεσταθής και ψωμί να χορτά'ης».

Αλλ' εκείνος χάνονταν σαν ίσκιωμα, χωρίς να δώση απάντηση στο

ευγενικό προσκάλεσμα, από πίσω του ακολουθούσαν μανιωμένα τα

σκυλλιά, γαυγίζοντας «γκάβου.. γκάβου.. » και μοναχά το λάλημα του

κυπριού του μουλαριού του ακούονταν θλιβερά στο βαθύ σκοτάδι της

νύχτας «τριγκ.. τριγκ.. τριγκκκ.. »

Μοναχά ενός σπιτιού δεν άνοιξε η θύρα, μοναχά ενός σπιτιού το σκυλλί

δε γαύγισε «γκάβου.. γκάβου.. γκάβου.. » και μοναχά από ένα σπίτι

δεν ακούστηκε το προσκάλεσμα:

— «Κόπιασε μέσα, ξένε μ', αν είσαι Χριστιανός, κι' ό,τι κι' αν

είσαι, θαυρής φωτιά να ζεσταθής και ψωμί να χορτά'ης».

Αυτό το σπίτι είταν της Κώσταινας, πούχε τον άντρα της σαράντα

χρόνια στα Ξένα, χωρίς γράμμα και χωρίς αντιλογιά.

Η Κώσταινα, επειδής είταν μοναχή της, δεν εδέχονταν ξένους χωρίς

γνώρο, αλλ' ακολουθούσε με τ' αυτί το ποδοβολητό του μουλαριού

«γκρουπ... γκρουπ... γκρουπ... » και το γλυκό λάλημα του κυπριού

«τριγκ.. τριγκ.. τριγκ... »

Ο αγνώριστος ξένος δέκα φορές έφερε το Χωριό άνω κάτω. Ξέταξε όλα τα

σπίτια ένα-ένα, σα νάθελε να βρη καμμιά εξώθυρα γνώριμη, αλλά έχανε

τον κόπο του του κάκου. Δεν μπορούσε ναυρή τίποτε. Όλα του είταν

ξένα. Όλα του είταν άγνωστα. Φαίνονταν, σα να γνώριζε, ότι είταν

μέσα στο Μικρό Χωριό, αλλά το χωριό δεν είταν αυτό. Είχ' αλλάξει

όψη. Τα σπίτια είταν αλλοιώτικα, οι οβοροί αλλοιώτικοι, οι δρόμοι

αλλοιώτικοι, η εκκλησιά αλλοιώτικη: τα όλα αλλοιώτικα, και γι' αυτό,

όταν τον εκυνηγούσαν τα σκυλλιά αληχτώντας «γκάβου.. γκάβου..

γκάβου» κι' άκουε το σπλαχνικό προσκάλεσμα:

— «Κόπιασε μέσα, ξένε μ', αν είσαι Χριστιανός, κι' ό,τι κι' αν

είσαι, θαυρής φωτιά να ζεσταθής και ψωμί να χορτά'ης».

Έφευγε κι' ακόμα έφευγε σαν ίσκιωμα, χωρίς ν' απολογηθή στο ευγενικό

προσκάλεσμα, αφίνοντας οχ πίσω του μοναχά το γλυκό λάλημα του

κυπριού του μουλαριού του « τριγκ... τριγκ... τριγκκκ... »

Το Μικρό Χωριό, εξόν της Κώσταινας, όλο έγεινε άνω-κάτω, γιατί δε

μπορούσε να καταλάβη, αν ο άνθρωπος, που είταν καβάλλα στο μουλάρι,

κι' έφερνε γύρα το χωριό, είταν άνθρωπος ή ίσκιωμα.... Άνθρωπος δεν

είταν δυνατό να είταν, γιατί, ως άνθρωπος, θα είχεν ανάγκη για

ζέστα, για θροφή και για ύπνο. Κι' επειδής φαίνονταν ότι δεν είχε

ανάγκη απ' όλα αυτά, είταν χωρίς άλλο ίσκιωμα!..

Μες από τα σπίτια του Μικρού Χωριού βασίλευε αμολόγητος φόβος, όξω

από τα σπίτια χιόνιζε ακατάπαυτα. Ακούονταν οι αληχτησιές των

σκυλλιών και το κακό το λάλημα του κυπριού «τριγκ... τριγκ...

τριγκκκ... » Γι' αυτό δεν ανοίχτηκε πλειο καμμιά θύρα και καμμιά

σπλαχνική φωνή δεν προσκάλεσε πλειο τον ξένον σαν πριν:

— «Κόπιασε μέσα, ξένε μ', αν είσαι Χριστιανός, κι ό,τι κι' αν

είσαι, θαυρής φωτιά να ζεσταθής και ψωμί να χορτά'ης».

Καρδιοχτύπι φοβερό είχε πιάση όλο το Μικρό Χωριό, εξόν της

νυφοκόρης, της Κώσταινας, που περίμενε μ' ανυπομονησιά να χτυπήση το

σήμαντρο της εκκλησιάς και να πάη το ίσκιωμα μαζύ με το μουλάρι του

και με το κυπρί του στ' άφαντα και στα κατακλείδια της γης, όπου

έχει το κατοικειό του, αλλά ο σήμαντρος δεν ακούονταν...

— Τι νάχη τρέξη τάχα; Μη δεν μπόρεσε να βγη ο παπάς από το χιόνι

κι' από το σκοτάδι;

— Αχ! τι καλό πράμμα να είχε το καημένο το Μικρό Χωριό τον παπά του

εγκάτοικο, και να μην προσμένη παπά από το γειτονικό χωριό νάρχεται

κάθε γιορτή νύχτα να λειτουργάη; — Κακό χωριό τα λίγα σπίτια! — Τι

κατάρα στο καημένο το Μικρό Χωριό να μην έχη ποτέ δικό του παπά!

— Κικιρίκουουουουου!

Λαλούν τ' αρνίθια. Είναι ώρα που τα ισκιώματα της νύχτας

γκρεμοτσακίζονται και φεύγουν από τον απάνω-κόσμο!

Κοντεύει να χαράξη! Κοντεύει να βαρέση ο σήμαντρος!

Το Μικρό Χωριό αναλαβαίνει λίγο θάρρος.

— Δόξα σοι ο Θεός! Τώρα όπου κι' αν είναι θα βγη ο παπάς και θα

βαρέση το σήμαντρο! Λάκκισε το ίσκιωμα!

— Κικιρίκουουουουου!..

Λαλούν τα πετείνια δεύτερη φορά.

— «Τσιγκ-τσαγκ, τσιγκ-τσαγκ, τσιγκ-τσαγκ!... » Χτυπάει ο σήμαντρος!

Γλυκοχαράζει βαθυά η ανατολή μέρα με ξαστεριά.

Όλο το Μικρό Χωριό ανοίγει τες θύρες του. Πηγαίνει στην εκκλησιά κι'

είναι βέβαιο, ότι το ίσκιωμα πήρε με την ώρα του το δρόμο του

ποταμού. Και στα σωστά φαίνονταν ο τορός του μουλαριού ψηλά στο

χιόνι να καταιβαίνη στον ποταμό.

Η εκκλησιά στη στιγμή γέμισε απ' ανθρώπους, άντρες, γυναίκες και

παιδιά κι' ο παπάς έλεγε τα γράμματα της λειτουργιάς.

Η μοναχή κουβέντα, πώκαναν μέσα στην εκκλησιά, είταν το φάνισμα του

ισκιωματιού τη νύχτα μέσα στο χωριό, και τόσο πολύ η κουβέντα αυτή

έπαιρνε κι' έδινε, ώστε κι' οι άντρες κουβέντιαζαν, πράμμα που μόνον

οι γυναίκες τώκαναν ως τα τότε, κι' έκαναν πάντα τον παπά να τους

φωνάζη μες από το γιερό:

— «Σωπάστε, γυναίκες»!...

Ο καθένας έλεγε τ' αλλουνού σιγανά για το ίσκιωμα, πως το κατάλαβε

πως είταν, για το μουλάρι του, που είταν καβάλλα, και για το λάλημα

του κυπριού. Οι γυναίκες π' αγαπούνε φυσικά πολύ την κουβέντα

λησμόνησαν ότι βρίσκονταν στην εκκλησιά, κι' ούτε άκουγαν τον παπά,

που τους έλεγε κάθε λίγο με θυμό:

— «Σωπάστε, καταραμένες»!

Όλον τον νου τους τον είχαν στο ίσκιωμα και πλειότερο εκείνες, που

πήγαν το βράδυ στον ποταμό για νερό. Η μια έλεγε πως είδε, ότι το

ίσκιωμα είχε γένεια μακρυά, ως τα γόνατα, η άλλη, ότι είχε κάτι

νύχια, Παναγιά μου! μακρυά και σουβλερά μια πιθαμή μακρύτερα από τα

δάχτυλά του, άλλη, ότι το μουλάρι δεν είχε ουρά, κι' εκείνο το

πράμμα, που φαίνονταν σαν ουρά είταν η ουρά του ισκιωματιού. Άλλες

πάλε έλεγαν άλλα, σε τρόπο, που μπορούσε κανένας να πιστέψη — αν

πίστευε τα γυναικίσια λόγια — ότι το ίσκιωμα εκείνο είταν χίλιων

λογιών, και ότι είταν ο ίδιος ο Ζερζεβούλης.

Μοναχά η Κώσταινα, η νυφοκόρη του χωριού, δεν ανακατεύτηκε στες

κουβέντες, αλλά στέκονταν κοντά στην εικόνα της Παναγιάς, την

παρακαλούσε μέσα πο τα φυλλοκάρδια της να κάνη το θάμα της, και να

φέρη τον Κώστα της, που έλειπε σαράντα χρόνια στην Ξενιτειά. Τον

φαντάζονταν ακόμη νιόν, αν και της έλειπε μια ζωή, τον φαντάζονταν

ίσως παιδί ακόμα, σαν που τον είχε ιδεί την κοντινή τη φορά, όταν

τον ξεκίνησε για τα έρημα τα Ξένα, φορώντας ακόμα τα χρυσά τα τέλια

στο κεφάλι της. Της έρχονταν στο νου της η ανυπαντροπαντρεμένη ζωή

σαράντα χρονών, που πέρασε, αφόντας βγήκε από το πατρικό της, σα

νύφη και σαν παρθένα. Κι' όσο ζούσαν τα πεθερικά της αντιστέκονταν ο

πόνος, πούχε για τον πολυαγαπημένο της τον Κώστα, στο πρόσωπο

εκεινών, αλλά ύστερα από το θάνατό τους έμεινε σαν τον κούκκο

μοναχή, ανάμεσα στους τέσσερους τοίχους, χωρίς γράμμα και χωρίς

αντιλογιά. Αλλά στην επανάσταση του 1854, όταν μαζύ με άλλα χωριά

της Μακεδονίας, της Θεσσαλίας και της Ήπειρως κάηκε και το Μικρό

Χωριό και μαζύ με το Μικρό Χωριό κάηκε και τ' ώμορφο το σπίτι της,

έμεινε στους πέντε δρόμους μοναχή, σαν η σταλαμματιά από το δέντρο,

κι' είδε κι' έπαθε με τα ξενοδούλια, για να μπορέση να βγάλη τα

έξοδα, για να βάλη μαστόρους να χτίση, όχι σαν το σπίτι, πούχε πρώτα

με ανώγια και κατώγια, αλλά ένα χαμηλό σπιτάκι, με δυο στιες μονάχα,

γιατί δεν είχε τίποτε άλλο, παρά πεντέξη γιδούλες και τρία τέσσερα

προβατάκια για να ντυέται και ν' αρταίνεται.

Επειδή είταν ώμορφη, τίμια και νοικοκυρά, πολλοί πολλές φορές τη

γύρεψαν να την πάρουν, αλλ' αυτή δε θέλησε ν' ακούση για δεύτερη

παντρειά. Πρόσμενε πάντα και παρηγορούσε την ερημιά της, μ' ένα

γράμμα, μοναχό γράμμα, που είχε στείλη ο Κώστας στους γονήδες του,

άμα έφτασε στα Ξένα. Το γράμμα αυτό το φύλαγε μέσα στο νυφικό της το

φέσι με τα τέλια τα χρυσά, και κάθε φορά που ήκουεν ότι η τάδε έλαβε

γράμμα από τον άντρα της, έβγαζε κι' αυτή από τη χιλιοπλουμισμένη

κασσέλλα της το γράμμα αυτό και πήγαινε στον παπά να της το διαβάση.

Κατόπι το δίπλονε πάλε με μεγάλη έγνοια και το ξανάβαζε στη

μοσκομυρισμένη αγκαλιά του νυφικού της του φεσιού με τα χρυσά τα

τέλια, πούχε μέσα στη χιλιοπλουμισμένη της την κασσέλλα.

Σαράντα χρόνια εκείνο το γράμμα, που αντιπροσώπευε τον πολυαγαπημένο

τον άντρα της Κώσταινας, εκοιμώνταν μέσα στην μοσκομυρισμένη αγκαλιά

του νυφιάτικου του φεσιού της, με τα χρυσά τα τέλια, που

αντιπροσώπευε τες νυφιάτικες τες μέρες της. Αυτά τα δύο πράμματα: το

γράμμα και το φέσι είταν τα μόνα με την κασσέλλα, που πρωτοσκέφτηκε

η Κώσταινα να γλυτώση στην επανάσταση του 1854, τότε που τα σπίτια

μαζύ με το βιο όλου του χωριού έγειναν φλόγες.

Εκεί μπροστά στο εικόνισμα της Παναγιάς θυμώνταν η καημένη η

Κώσταινα τα λόγια, πούχε μέσα του Κώστα της το γράμμα, που έγραφε

στους γοναίους του να προσέχουν τη νύφη τους και να μην τη

μαλλόνουν. Αυτά τα λόγια, που ήκουε ταχτικά, όσες φορές έδινε το

γράμμα της να της το διαβάση ο παπάς, ξανάνειοναν την υπομονή της

στα στήθια της, και παίρνοντας καινούργιο θάρρος έλεγε μέσα της:

— Ο Κώστας μου μ' αγαπάει... δε γίνεται να με λησμονήση! Θάρθη μια

μέρα!

Αναβάνοντας όλα αυτά η καημένη η Κώσταινα στο νου της, κύτταζε την

Παναγιά στα μάτια, κι' έχοντας τα δικά της τα μάτια γεμάτα δάκρυ και

κάνοντας το σταυρό της έλεγε:

— Παναγίτσα μ', κάνε το θάμα σ'!

Διηγήματα της ξενιτειάς · 第 2 / 6 段