ερευνήσωμεν ωσάν κυνηγετικά σκυλλιά, δηλαδή το καλόν σχήμα και
μέλος (μελωδίαν) και άσμα και χορόν. Εάν όμως αυτά μας ξεφύγουν,
κατόπιν θα είναι μάταιος ο λόγος μας περί ορθής παιδείας είτε
ελληνικής είτε βαρβαρικής.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Μάλιστα.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Πολύ καλά. Λοιπόν ποίον τέλος πάντων σχήμα ή μελωδίαν
πρέπει να θεωρούμεν καλόν; Λόγου χάριν, όταν μία ανδρική ψυχή
κατέχεται από κόπωσιν και πάλιν μία δειλή όταν ευρίσκεται εις τα
ίδια και ίσα πάθη, άραγε όμοια τα σχήματά των και αι φωναί των
συμβαίνει να γίνωνται;
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Πως είναι δυνατόν, αφού ούτε τα χρώματά των δεν είναι
όμοια;
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Πολύ καλά, φίλε μου. Αλλά βεβαίως εις μεν την μουσικήν
υπάρχουν και σχήματα και μελωδίαι, αφού η μουσική καταγίνεται εις
τον ρυθμόν και την αρμονίαν, ώστε είναι δυνατόν μεν να μιμηθή
κανείς εύρυθμον και εναρμόνιον μέλος ή σχήμα, εύχρωμον όμως, καθώς
το παρομοιάζουν οι χοροδιδάσκαλοι, δεν είναι δυνατόν να λέγεται
ορθώς. Όσον όμως διά το σχήμα του δειλού και του ανδρείου ή την
μελωδίαν είναι ορθόν να τα ονομάζωμεν των μεν ανδρείων καλά, των δε
δειλών άσχημα. Και λοιπόν, διά να μην έχωμεν πολλήν μακρολογίαν δι'
όλα αυτά, ας δεχθώμεν ότι όσα μεν σχετίζονται με την αρετήν της
ψυχής ή του σώματος, είτε της ιδίας είτε καμμιάς εικόνος της, όλα
είναι καλά, και τα σχήματα και αι μελωδίαι, όσα δε σχετίζονται με
την κακίαν είναι όλως το αντίθετον.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Πολύ ορθά μας προτρέπεις, και τόρα ας αποκριθώμεν ότι
αυτά είναι αληθή.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Ακόμη όμως και το εξής. Άραγε όλοι οι άνθρωποι ομοίως
ευχαριστούμεθα με όλους τους χορούς, ή πολύ απέχομεν;
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Ολότελα μάλιστα απέχομεν.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Λοιπόν ποίον ημπορούμεν να δεχθώμεν ότι είναι αυτό που
μας απατά; Άραγε δεν είναι τα ίδια πράγματα ωραία δι' όλους μας, ή
είναι μεν, αλλά δεν φαίνονται ότι είναι τα ίδια; Διότι βεβαίως δεν
είναι δυνατόν να ειπή κανείς ποτέ ότι οι χοροί της κακίας είναι
καλλίτεροι παρά της αρετής, ούτε ότι αυτός μεν ευχαριστείται με τα
σχήματα της μοχθηρίας, οι άλλοι όμως με κάποιαν αντίθετον Μούσαν
προς αυτά. Και βεβαίως οι περισσότεροι νομίζουν ότι ορθότης της
μουσικής είναι η δύναμις η οποία προξενεί εις τας ψυχάς ηδονήν.
Αλλ' αυτό μεν δεν είναι ούτε υποφερτόν ούτε απολύτως όσιον να το
λέγη κανείς, αλλά το εξής είναι περισσότερον πιθανόν να μας πλανά.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Ποίον;
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Επειδή όσα συμβαίνουν εις τους χορούς είναι μιμήσεις των
χαρακτήρων και γίνονται με πολυειδείς πράξεις και τύχας και
ηθοποιίας και μιμήσεις, τας οποίας εκτελεί έκαστον πρόσωπον, δι'
όσους μεν είναι σύμφωνα με τον χαρακτήρα των όσα εψάλησαν ή και
οπωσδήποτε αλλέως εχορεύθησαν ή εκ φύσεως ή από συνήθειαν ή και από
τα δύο, αυτοί μεν είναι λογικόν να ευχαριστούνται με αυτά και να τα
επαινούν και να τα ονομάζουν καλά, δι' όσους όμως είναι έξω από το
φυσικόν των ή τον χαρακτήρα των ή από κάποιαν συνήθειάν των, αυτοί
δεν είναι δυνατόν ούτε να ευχαριστούνται, ούτε να τα επαινούν, τα
ονομάζουν δε άσχημα. Εις όσους δε αι μεν φυσικαί ιδιότητες είναι
ορθαί, αι δε συνήθειαι αντίθετοι, ή αι μεν συνήθειαι ορθαί, αι δε
φυσικαί ιδιότητες αντίθετοι, αυτοί πάλιν αποδίδουν επαίνους
αντιθέτως από τας ηδονάς. Δηλαδή λέγουν ότι το καθέν από αυτά είναι
ηδονικόν, αλλά και πονηρόν, και εμπρός εις άλλους, τους οποίους
θεωρούν φρονίμους, εντρέπονται να κάμνουν τοιαύτας κινήσεις με το
σώμα και να ψάλλουν με την φωνήν τοιαύτα άσματα και να επικυρώνουν
ότι τα παραδέχονται με σοβαρότητα ως καλά, τα απολαμβάνουν δε μόνοι
των.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Πολύ ορθά ομιλείς.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Λοιπόν μήπως τάχα η ευχαρίστησις με τα πονηρά σχήματα ή
μέλη δεν φέρει καμμίαν βλάβην εις τον απολαμβάνοντα, ή κάποιαν
ωφέλειαν πάλιν εις τους κρίνοντας τας ηδονάς αντιθέτως;
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Αυτό είναι επόμενον
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Μόνον επόμενον είναι άραγε ή και αναγκαίον να είναι το
ίδιον πράγμα εκείνο το οποίον, όταν μεν κανείς σχετίζεται πονηρά
ήθη κακών ανθρώπων, δεν το μισεί, αλλά ευχαρίστως το παραδέχεται,
το κατακρίνει όμως επουσιωδώς, διότι ονειρωδώς αισθάνεται την
μοχθηρίαν του; Τότε λοιπόν ωρισμένως είναι επόμενον να γίνεται
όμοιος όστις ευχαριστείται με όσα ευχαριστείται, έστω και αν
βεβαίως εντρέπεται να τα επαινή. Και βεβαίως από αυτό ποίον άλλο
μεγαλίτερον αγαθόν ή κακόν ημπορούμεν να ειπούμεν ότι μας συμβαίνει
με απόλυτον βεβαιότητα;
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Κανέν άλλο, νομίζω.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Όπου λοιπόν υπάρχουν καλώς θεσπισμένοι νόμοι και θα
υπάρχουν εις το μέλλον η εκπαίδευσις και ψυχαγωγία ως προς τας
Μούσας άραγε νομίζομεν ότι θα επιτραπή εις τους ποιητάς — συνθέτας,
οτιδήποτε ευχαριστεί τον ίδιον τον ποιητήν εις την ποίησιν σχετικώς
με τον ρυθμόν, ή την μελωδίαν ή την γλώσσαν, αυτό να διδάσκη, και
να καταστήση τους παίδας και τους νέους των νομιμοφρόνων ως προς
τους χορούς ό,τι τύχη ως προς την αρετήν ή την μοχθηρίαν;
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Βεβαίως αυτό δεν είναι λογικόν. Διότι πώς είναι δυνατόν;
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Τόρα δε αυτό βεβαίως εις όλας σχεδόν τας πολιτείας
επιτρέπεται να το εκτελή κανείς εκτός της Αιγύπτου.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Και λοιπόν εις την Αίγυπτον πως νομίζεις ότι ενομοθετήθη
το τοιούτον;
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Είναι θαύμα και μόνον να το ακούσης. Δηλαδή, καθώς
φαίνεται, κάποτε τον παλαιόν καιρόν έγινε γνωστός εις αυτούς αυτός
ο λόγος, τον οποίον ημείς τόρα λέγομεν, ότι πρέπει καλά σχήματα και
καλάς μελωδίας να μεταχειρίζωνται εις τας συνηθείας των οι νέοι των
πόλεων. Αφού δε ώρισαν ποία και ποίου είδους είναι αυτά, τα
εξέθεσαν ως υποδείγματα εις τους ναούς, και έξω από αυτά δεν
επετρέπετο ούτε εις τους ζωγράφους ούτε εις τους άλλους, όσοι
παράγουν οποιαδήποτε σχήματα, να καινοτομούν, ούτε να επινοούν
κάποια άλλα διαφορετικά από τα πάτρια, ούτε και τόρα επιτρέπεται
ούτε εις αυτά ούτε εις όλην την μουσικήν. Αν δε υπολογίσης θα εύρης
εις εκείνο το μέρος ζωγραφισμένα και χυμένα σχήματα προ δέκα
χιλιάδων ετών, και όχι με ανακρίβειαν δέκα χιλιάδων αλλά
πραγματικώς, τα οποία από όσα κατεσκευάσθησαν σήμερον δεν είναι
ούτε εις τίποτε ωραιότερα ούτε χειρότερα, αλλά με την ιδίαν τέχνην
καμωμένα.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Αυτό που λέγεις είναι αξιοθαύμαστον.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Βεβαίως είναι υπερβολικά νομοθετικόν και πολιτικόν.
Ημπορείς όμως εκεί να εύρης άλλα μηδαμινά. Οπωσδήποτε όμως αυτό που
γίνεται εις την μουσικήν είναι και αληθές, και άξιον να μας δώση
την σκέψιν ότι πραγματικώς ήτο δυνατόν να θεσπίση κανείς ασφαλώς με
θάρρος μελωδίας, αι οποίαι δεικνύουν εκ φύσεως την ορθότητα ως
πρότυπα. Τούτο δε θα ήτο έργον Θεού ή κανενός θείου όντος, καθώς
εκεί λέγουν ότι αι μελωδίαι αι οποίαι διεσώθησαν εις το μακρόν αυτό
χρονικόν διάστημα είναι έργα της Ίσιδος. Ώστε, καθώς είπα, εάν
ημπορούσε κανείς να αντιληφθή οπωσούν την ορθότητα αυτών, πρέπει
θαρραλέως να τα καταστήση νόμον και κάποιαν διάταξιν. Διότι η
επιδίωξις της ηδονής και λύπης με το να θέλη πάντοτε να
μεταχειρίζεται νέαν μουσικήν δεν έχει σχεδόν σπουδαίαν δύναμιν διά
να καταστρέψη την καθιερωθείσαν χορωδίαν με την πρόφασιν της
παλαιότητος. Τουλάχιστον την χορωδίαν εκείνων των μερών φαίνεται
ότι διόλου δεν κατώρθωσε να την παραμορφώση, αλλά όλως το αντίθετον
συνέβη.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Φαίνεται από όσα είπες τόρα ότι είναι δυνατόν αυτά να
είναι ούτω πως.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Λοιπόν πρέπει άραγε με θάρρος να λέγωμεν ότι χορευτική
χρήσις της μουσικής και των παιγνιδίων είναι ορθή κατά τον εξής
τρόπον; Δεν ευχαριστούμεθα δηλαδή, όταν νομίζωμεν ότι ευδοκιμούμεν,
και πάλιν, όταν χαίρωμεν, δεν νομίζομεν ότι ευδοκιμούμεν; Μήπως
τάχα δεν είναι έτσι;
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Έτσι είναι βέβαια.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Και βεβαίως, όταν χαίρωμεν διά τοιαύτην πράξιν, δεν
ημπορούμεν να ησυχάσωμεν.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Πραγματικώς.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Λοιπόν άραγε οι μεν νέοι από ημάς δεν είναι πρόθυμοι να
χορεύουν οι ίδιοι, ημείς δε οι γεροντότεροι πάλιν δεν νομίζομεν ότι
περνούμεν καλά, όταν είμεθα θεαταί εκείνων, ευχαριστούμενοι διά τα
παιγνίδια και πανηγύρια εκείνων, διότι τόρα πλέον μας αφήνει η
ιδική μας ελαφρότης, την οποίαν ποθούντες και επιδοκιμάζοντες
διορίζομεν αγώνας εις τους δυναμένους να μας επαναφέρουν όσον το
δυνατόν τελειότερον εις την νεότητα με την μνήμην;
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Αυτό είναι πολύ αληθές.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Μήπως λοιπόν τάχα πρέπει να νομίζωμεν και ότι όλως διόλου
ματαίως λέγουν οι περισσότεροι περί των εορταζόντων τον σήμερον
συνηθιζόμενον λόγον, ότι δηλαδή εκείνον πρέπει να νομίζωμεν
σοφώτατον και νικητήν εις την κρίσιν ο οποίος θα ημπορούσε όσον το
δυνατόν περισσότερον να μας κάμη να ευφραινώμεθα και
ευχαριστούμεθα; Δηλαδή, αφού βεβαίως εις αυτάς τας εορτές
παραδιδόμεθα εις τα παιγνίδια, όποιος κάμνει τους περισσοτέρους και
όσον το δυνατόν περισσότερον να ευχαριστούνται, εκείνος δεν πρέπει
να τιμάται περισσότερον και, καθώς είπα, να κερδίζη τα νικητήρια;
Άραγε δεν λέγεται τούτο κατ' αυτόν τον τρόπον ορθώς, και δεν θα
εξετελείτο ορθώς, εάν εγίνετο ούτω πως;
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Πολύ πιθανόν.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Αλλά, αξιομακάριστε φίλε, ας μη κρίνωμεν βιαστικά το
τοιούτον, αλλά χωρίζοντες εις τα μέρη του ας εξετάζωμεν με τον εξής
τρόπον. Τι τάχα; Εάν ποτε κανείς γενικώς μόνον ώριζε αγώνα
οποιονδήποτε, χωρίς να τον χαρακτηρίση ούτε ως γυμνικόν ούτε ως
μουσικόν, ούτε ως ιππικόν, αλλά συνκεντρώση όλους τους πολίτας και
ορίσας βραβεία προκηρύξη να έλθη όποιος θέλη να αγωνισθή μόνον περί
ηδονής, και όποιος τέρψη τους θεατάς περισσότερον, χωρίς να
υποβάλλεται εις ωρισμένους όρους, νικήση δε, διότι θα εκτελέση αυτό
ακριβώς όσον το δυνατόν περισσότερον, και κριθή ότι από όλους τους
συναγωνιστάς ανεδείχθη ο ηδονικώτερος, τότε τι νομίζομεν ότι
ημπορούσε να προκύψη από αυτήν την προκήρυξιν;
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Ως προς τι εννοείς;
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Βεβαίως είναι ενδεχόμενον άλλος μεν να επιδεικνύη, καθώς
ο Όμηρος, ραψωδίαν, άλλος δε κιθαρωδίαν, άλλος δε κάποιαν τραγωδίαν
και άλλος κωμωδίαν, διόλου δε παράδοξον αν κανείς παρουσίαζε
ταχυδακτυλουργίας και επροσπάθει να νικήση. Λοιπόν, εάν αυτοί οι
τοιούτου είδους αγωνισταί και άλλοι άπειροι συγκεντρωθούν,
ημπορούμεν άραγε να ειπούμεν, ποιος ημπορούσε να νικήση δικαίως;
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Παράλογος είναι η ερώτησίς σου. Διότι ποίος είναι δυνατόν
να σου απαντήση εις αυτό ως να ημπορή ποτε να εννοήση, πριν να
ακούση και να αντιληφθή ο ίδιος έκαστον από τους αγωνιστάς;
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Και λοιπόν τι να γίνη; Θέλετε εγώ να σας ειπώ αυτήν την
παράλογον απάντησιν;
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Αμέ τι;
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Λοιπόν, εάν έκριναν τα πολύ μικρά παιδάρια, θα εγκρίνουν
αυτόν που επιδεικνύει ταχυδακτυλουργίας. Δεν είναι έτσι;
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Πώς όχι;
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Εάν δε τα μεγαλίτερα παιδία, θα εγκρίνουν αυτόν που
επιδεικνύει τας κωμωδίας, την δε τραγωδίαν θα εγκρίνουν όσαι είναι
πεπαιδευμένοι από τας γυναίκας και τα πρωτοπαλλίκαρα και ίσως όλος
ο λαός.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Βεβαίως ίσως.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Τον δε ραψωδόν, ο οποίος ταξινομεί καλώς την Ιλιάδα και
την Οδύσσειαν ή κανέν έργον του Ησιόδου, ίσως ημείς οι γέροντες με
πολλήν ευχαρίστησιν τον ακούσωμεν και ειπούμεν ότι είναι πολύ
ανώτερος νικητής. Ποίος λοιπόν θα ήτο ο νικητής, αυτό έρχεται τώρα
να ιδούμεν. Δεν είναι έτσι;
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Μάλιστα.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Είναι φανερόν ότι εγώ και σεις κατ' ανάγκην θα ειπούμεν
ότι νικούν ορθώς όσοι εγκριθούν από τους ιδικούς μας συνομήλικας.
Διότι αι συνήθειαι ημών των γερόντων φαίνεται ότι είναι πολύ
καλλίτεραι από όλα όσα υπάρχουν εις όλας τας πόλεις και παντού.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Αμέ τι;
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Λοιπόν και εγώ εις τούτο συμφωνώ με τους πολλούς, ότι
δηλαδή η μουσική πρέπει να κρίνεται από την ηδονήν, όχι όμως
βεβαίως των τυχαίων, αλλά σχεδόν εκείνη είναι καλλιτέρα Μούσα, η
οποία ευχαριστεί αρκετά τους καλλιτέρους και τους πεπαιδευμένους,
και προ πάντων τον ένα εκείνον όστις εξέχει ως προς την παιδείαν
και την αρετήν. Δι' αυτό δε λέγομεν ότι χρειάζονται να έχουν αρετήν
οι κριταί αυτών, διότι πρέπει και από την άλλην αρετήν να είναι
μέτοχοι και προ πάντων από την ανδρείαν. Δηλαδή ούτε από το
ακροατήριον πρέπει να μανθάνη πώς να κρίνη ο αληθής κριτής
συγχυζόμενος και από τον θόρυβον του λαού και από την αμάθειάν του,
ούτε πάλιν, εάν έχη γνώσεις, ένεκα της ανανδρίας και δειλίας του με
το ίδιον στόμα με το οποίον επεκαλέσθη τους θεούς, όταν επρόκειτο
να κρίνη, με το ίδιον να ψεύδεται και να εκφράζη αβασανίστως την
κρίσιν. Διότι ο κριτής δεν καθίζει ως μαθητής των θεατών, αλλά
μάλλον ως διδάσκαλος, καθώς είναι βεβαίως δίκαιον, και διά να
εναντιωθή εις τους θεατάς, οι οποίοι δεν αποδίδουν καθώς πρέπει την
ηδονήν. Δηλαδή ήτο δυνατόν τούτο κατά τον παλαιόν και τον Ελληνικόν
νόμον, ενώ λ.χ. τόρα ο Σικελικός και ιταλικός νόμος, ο οποίος
αναθέτει την κρίσιν εις την πλειονοψηφίαν των θεατών και διακρίνει
τον νικητήν διά της υψώσεως της χειρός, διέφθειρε και τους ποιητάς,
διότι συνθέτουν συμφώνως με την καλαισθησίαν των κριτών, η οποία
είναι μηδαμινή, επομένως οι ίδιοι θεαταί εκπαιδεύουν τον εαυτόν
των, επίσης δε διέφθειρε και τας ηδονάς των ίδιων των θεατών,
διότι, ενώ έπρεπε αυτοί να ακούουν ανώτερα από τα ήθη των και να
διορθώνουν την καλαισθησίαν των, τόρα από την ιδικήν των δράσιν
συμβαίνει, όλως το αντίθετον εις αυτούς. Λοιπόν τι άραγε σημαίνουν
όσα εσυζητήσαμεν τόρα πάλιν; Πρόσεξε μήπως σημαίνουν τα εξής.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Τι πράγμα;
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Μου φαίνεται ότι διά τρίτην ή τετάρτην φοράν ο λόγος μας
έκαμε γύρον και επέστρεψε εις το ίδιον σημείον,
ότι δηλαδή παιδεία μεν είναι η έλξις και η οδηγία των νέων προς τον
λόγον τον οποίον ο νόμος έκρινε ορθόν και ο οποίος επεκροτήθη από
τους αρμοδιωτάτους και τους πλέον ηλικιωμένους και ένεκα της
εμπειρίας των εκρίθη ότι πραγματικώς είναι ορθός. Λοιπόν, διά να μη
συνηθίζη η ψυχή του παιδός να αισθάνεται αντίθετον χαράν και λύπην
με τον νόμον και με όσα συνέστησε πειστικώς ο νόμος, αλλά να
συμβαδίζη και να ευχαριστήται και λυπήται με αυτά τα ίδια με όσα
και ο γέρων, δι' αυτό επενοήθησαν αυτά που τα ονομάζομεν ωδάς
(κάλανδα), αι οποίαι πραγματικώς μεν έγιναν διαβάσματα διά τας
ψυχάς, προσηρμασμένα με σπουδαιότητα προς αυτήν την συμφωνίαν που
είπαμεν, επειδή όμως αι ψυχαί των νέων δεν ημπορούν να υποφέρουν
την σπουδαιότητα, ονομάζονται παιγνίδια και ωδαί. Και καθώς εις
τους ασθενείς και τους έχοντας αδύνατα σώματα προσπαθούν να δώσουν
την καλήν τροφήν οι εις τοιαύτα αρμόδιοι με κάποια γλυκίσματα και
ποτά, την δε βλαβεράν μέσα εις αηδιαστικά, διά να
παραδέχωνται μεν εκείνην, να συνηθίζουν δε ορθώς να μισούν αυτήν
εδώ, ομοίως ακριβώς και ο ορθός νομοθέτης θα πείση τον συνθέτην
και, εάν δεν πείθεται, θα τον αναγκάση να εκφράζη ορθώς τον
χαρακτήρα των σωφρόνων και ανδρείων και ασφαλώς αγαθών ανδρών και
εις τους ρυθμούς και εις τα σχήματα και εις τας αρμονίας, όταν
συνθέτη μελωδίας.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Λοιπόν τόρα, δι' όνομα του Διός, καλέ Ξένε, αυτό νομίζεις
ότι κάμνουν εις τας άλλας πόλεις; Διότι εγώ τουλάχιστον εξ όσων έχω
είδησιν εκτός της πατρίδος μας και της πατρίδος των Λακεδαιμονίων,
αυτά τα οποία συ τόρα αναφέρεις δεν γνωρίζω να συμβαίνουν, αλλά
πάντοτε εισάγονται κάποιαι καινοτροπίαι και εις τους χορούς και εις
όλην την άλλην μουσικήν, όχι διότι τα μεταβάλλει ο νόμος, αλλά
κάποιαι άστατοι ηδοναί, αι οποίαι απέχουν πολύ του να είναι αι
ίδιαι και από τας ιδίας συνθήκας καθώς εσύ μας εξήγησες ότι
συμβαίνει εις την Αίγυπτον, αλλά ποτέ δεν είναι αι ίδιαι.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Πολύ ορθά βεβαίως, καλέ Κλεινία, εάν δε με ενόμισες ότι
αυτά τα λέγω ως πραγματικώς εκτελούμενα σήμερον, αυτό δεν με
εκπλήττει, αφού δεν σου εξήγησα σαφώς όσα σκέπτομαι και επροξένησα
αυτό το πάθημα και εις εσέ και εις εμέ. Κυρίως όμως ίσως εγώ είπα
περίπου τι θέλω να γίνεται ως προς την μουσικήν, και συ ενόμισες
ότι εγώ λέγω τα πραγματικώς υπάρχοντα. Δηλαδή δεν είναι διόλου
ευχάριστον να υβρίζη κανείς πράγματα αθεράπευτα, τα οποία έφθασαν
εις υπερβολικόν βαθμόν πλάνης, είναι όμως κάποτε αναγκαίον. Επειδή
δε αυτά εγκρίνεις και συ, ας ιδούμεν, άραγε παραδέχεσαι ότι εις τον
τόπον σας και εις τον τόπον του φίλου απ' εδώ συμβαίνουν
περισσότερον τα τοιαύτα παρά εις τον άλλον Ελληνισμόν;
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Αμέ τι;
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Τόρα όμως; Εάν και εις άλλας πόλεις εγίνοντο αυτά, άραγε
θα ελέγαμεν ότι είναι καλλίτερον να γίνωνται ούτω πως, ή καθώς
γίνονται τόρα;
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Βεβαίως μεγάλη είναι η διαφορά, εάν εγίνοντο καθώς εις
την πατρίδα του φίλου και εις τον τόπον μας, ακόμη δε και καθώς
είπες συ προ ολίγου ότι είναι πρέπον.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Εμπρός λοιπόν ας έλθωμεν εις μίαν συνεννόησιν δι' αυτά
που λέγομεν τόρα. Δεν είναι αληθές ότι εις τον τόπον σας αι γνώμαι
που ισχύουν εις πάσαν εκπαίδευσιν και μουσικήν είναι αι εξής;
Δηλαδή αναγκάζετε τους ποιητάς να λέγουν ότι ο μεν αγαθός ανήρ,
επειδή είναι σώφρων και δίκαιος, είναι ευτυχής και αξιομακάριστος,
είτε είναι μέγας και πανίσχυρος είτε μικρός και ανίσχυρος, και είτε
είναι πλούσιος είτε όχι· εάν δε είναι μεν τάχα πλούσιος περισσότερον
από τον Κινύραν και τον Μίδαν, είναι όμως άδικος, τότε και άθλιος
είναι και θλιβερώς ζη. Και ούτε θέλω καν να αναφέρω, λέγει εις τον
τόπον σας ο ποιητής, εάν λέγη βεβαίως ορθώς, ούτε να θεωρήσω
αξιόλογον ένα άνδρα, όστις δεν εκτελεί και δεν αποκτά όλα όσα
θεωρούνται καλά με δικαιοσύνην, και μάλιστα με αυτήν την ιδιότητά
του δεν ποθεί να πλησιάση τους αντιπάλους, αλλά από την αδικίαν του
ούτε τολμά να βλέπη αιματοχυσίαν φονικήν ούτε νικά εις το τρέξιμον
τον Θρακικόν Βορράν, ούτε άλλο κανέν από τα νομιζόμενα αγαθά αποκτά
ποτέ του. Διότι τα θεωρούμενα ως αγαθά από τους περισσοτέρους δεν
πιστεύονται ορθώς. Δηλαδή θεωρείται ως άριστον μεν η υγεία, ως
δεύτερον δε το κάλλος, ως τρίτον δε ο πλούτος, και, κατόπιν
αναφέρονται άπειρα άλλα αγαθά. Διότι αγαθά είναι και η οξύτης της
οράσεως και της ακοής και η ευαισθησία εις όσα σχετίζονται με τα
αισθητήρια, ακόμη δε και το να εκτελή κανείς ως κυρίαρχος ό,τι
επιθυμεί και μάλιστα τέλος όλης της ευτυχίας είναι το να γίνη όσον
το δυνατόν αθάνατος μόλις αποκτήση όλα αυτά. Σεις όμως και εγώ
βεβαίως εννοούμεν τα εξής, ότι όλα αυτά εις μεν τους δικαίους και
ευσεβείς άνδρας είναι τα καλλίτερα αποκτήματα, εις τους αδίκους
όμως όλα ανεξαιρέτως είναι τα χειρότερα, και πρώτον πρώτον η υγεία.
Και ωρισμένως και η όρασις και η ακοή και η αίσθησις και απολύτως η
ζωή είναι μέγιστον κακόν, όταν κανείς μένη αθάνατος εις όλον τον
χρόνον και έχη όλα τα νομιζόμενα ως αγαθά εκτός της δικαιοσύνης και
όλης της αρετής, είναι όμως μικρότερον κακόν, όταν ο τοιούτος
επιζήση όσον το δυνατόν ολιγώτερον χρόνον. Αυτά λοιπόν, νομίζω, θα
τους εξαναγκάσετε και θα τους καταπείσετε να λέγουν και εκτός
τούτου να αποδίδουν συμφώνους με αυτά ρυθμούς και αρμονίας και να
μορφώνουν τους νέους σας κατ' αυτόν τον τρόπον. Δεν είναι έτσι;
Προσέξατε. Εγώ δηλαδή διισχυρίζομαι καθαρά ότι όσα μεν λέγομεν κακά
διά τους αδίκους είναι αγα8ά, διά δε τους δικαίους κακά, ενώ τα
αγαθά διά μεν τους αγαθούς είναι αγαθά, διά δε τους κακούς κακά.
Λοιπόν, καθώς σας ερώτησα προηγουμένως, άραγε συμφωνούμεν εγώ και
σεις, ή πώς αλλέως;
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Εγώ νομίζω ότι εις μερικά μεν συμφωνούμεν κάπως, εις
μερικά όμως διόλου.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Λοιπόν εκείνος που έχει πλούτον και εξουσίαν τυραννικήν
έως εις το τέλος, ακόμη δε προσθέτω προς χάριν σας ισχύν υπέροχον
και ανδρείαν με αθανασίαν, και να μη συμβαίνη εις αυτόν κανέν από
τα νομιζόμενα κακά, μόνον δε αδικίαν και ύβριν να έχη, μήπως τυχόν
δεν σας καταπείθω ότι αυτός που ζη ούτω πως δεν είναι ευτυχής άλλα
καθαρά άθλιος;
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Πολύ ορθά ομιλείς.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Πολύ καλά. Τι λοιπόν χρεωστούμεν να ειπούμεν κατόπιν από
αυτό; Δηλαδή ο ανδρείος και ισχυρός και ωραίος και πλούσιος, και
όστις κάμνει ό,τι επιθυμεί εις όλην του την ζωήν, εάν τύχη να είναι
άδικος και υβριστής, δεν φρονούμεν ημείς ότι εξ ανάγκης ζη αισχρώς;
Ή μήπως αυτό μόνον ίσως παραδεχθήτε, δηλαδή το αισχρώς;
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Βεβαιότατα.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Τόρα όμως; άραγε και το κακώς;
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Αυτό πλέον (!) όχι με όμοιον τρόπον.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Και τόρα πάλιν; Το αηδώς και ασυμφόρως προς τον εαυτόν
του;
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Και πώς είναι δυνατόν να παραδεχθώμεν και αυτά ακόμη;
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Πώς;! εάν κάποιος θεός, καθώς φαίνεται, φίλοι μου, μας
έδιδε συμφωνίαν, διότι τόρα βεβαίως σχεδόν παραφωνούμεν μεταξύ μας.
Δηλαδή, σας βεβαιώ, εις εμέ αυτά φαίνονται τόσον λογικά, όσον δεν
φαίνεται καθαρά ούτε η Κρήτη, φίλε Κλεινία, ότι είναι νήσος. Και,
αν ήμην νομοθέτης, θα επροσπαθούσα να αναγκάζω και τους ποιητάς και
όλους τους πολίτας να κάμνουν κατ' αυτόν τον τρόπον, και θα
επέβαλλα σχεδόν την ανωτέραν ποινήν, εάν προφέρη το στόμα κανενός
μέσα εις την χώραν, ότι υπάρχουν κάποτε μερικοί άνθρωποι πονηροί
μεν, αλλά ζώντες ηδονικώς ή ότι άλλα μεν είναι ωφέλιμα και
επικερδή, αλλά όμως δικαιότερα και πολλά άλλα έξω από τα σήμερον
λεγόμενα από τους Κρήτας και Λακεδαιμονίους, καθώς φαίνεται, και
μάλιστα θα έπειθα τους πολίτας να μου ομιλούν και διαφορετικήν
γλώσσαν από τους άλλους ανθρώπους. Διότι λόγου χάριν, δι' όνομα του
Διός και του Απόλλωνος, αγαπητοί μου κύριοι, εάν ερωτήσωμεν αυτούς
τους ιδίους θεούς ο οποίοι έθεσαν τους νόμους εις τας πατρίδας σας,
άραγε δικαιότατος βίος είναι ηδονικώτατος, ή δύο είδη βίου
υπάρχουν, εκ των οποίων ο είς μεν είναι ηδονικώτατος, ο δε άλλος
δικαιότατος.
Εάν λοιπόν μας απαντήσουν ότι είναι δύο ειδών, ίσως τους ερωτήσωμεν
πάλιν, αν πρόκειται να ερωτώμεν ορθώς, ποίους πρέπει να θεωρούμεν
ευτυχεστέρους, τους διάγοντας τον δικαιότατον βίον, ή τους
διάγοντας τον ηδονικώτατον. Και λοιπόν, εάν μεν απαντήσουν ότι
είναι ευτυχέστεροι οι διάγοντες τον ηδονικώτατον, τότε θα είναι
παράλογος η απάντησίς των. Επιθυμώ όμως να μην εφαρμόζεται αυτό εις
τους θεούς, αλλά μάλλον εις τους πατέρας και τους νομοθέτες. Και
παρακαλώ αι προηγούμεναι μου ερωτήσεις ας υποθέσωμεν ότι
αποτείνωνται προς πατέρα και νομοθέτην, και ας υποθέσωμεν ότι αυτός
απαντά ότι όστις ζη τον ηδονικώτερον βίον είναι ο πλέον
αξιομακάριστος. Τότε κατόπιν εγώ τουλάχιστον θα είπω: Καλέ πατέρα,
δεν επιθυμούσες συ να ζω εγώ όσον το δυνατόν ευτυχέστερος; και όμως
ποτέ δεν έπαυες να με προτρέπης να ζω όσον το δυνατόν δικαιότατα.
Λοιπόν όστις νομοθετεί κατ' αυτόν τον τρόπον, είτε είναι νομοθέτης
είτε πατήρ, νομίζω ότι θα φανώ παράλογος και ανίκανος να ομιλή
συμφώνως με τον εαυτόν του. Εάν δε πάλιν ειπή ότι ο δικαιότατος
βίος είναι ο ευτυχέστερος, θα ερωτήση, νομίζω, οποιοσδήποτε τον
ακούει, ποίον άραγε αγαθόν και καλόν υπάρχει εις αυτόν ανώτερον από
την ηδονήν, το οποίον επαινεί ο νόμος. Δηλαδή ποίον αγαθόν ημπορεί
να υπάρξη χωριστόν από την ηδονήν εις τον δίκαιον; Λόγου χάριν η
δόξα και ο έπαινος από τους ανθρώπους και από τους θεούς μήπως
άραγε είναι αγαθόν μεν και καλόν, αλλ' όμως αηδές, η δε δυσφημία το
αντίθετον; Διόλου μάλιστα, αγαπητέ νομοθέτα, θα του ειπούμεν. Αλλά
το να μη αδικούμεν κανένα ούτε να αδικούμεθα από κανένα μήπως άραγε
δεν είναι μεν αηδές, αλλά συγχρόνως αγαθόν ή καλόν, τα δε αντίθετα
μήπως δεν είναι ηδονικά, συγχρόνως όμως και αισχρά και κακά;
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Και πώς είναι δυνατόν να μην είναι;
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Λοιπόν ο μεν λόγος ο οποίος δεν ξεχωρίζει το ηδονικόν και
το δίκαιον και το αγαθόν και το καλόν είναι πιστευτός βεβαίως, αν
όχι τίποτε περισσότερον, τουλάχιστον ως προς το να θέλη κανείς να
διάγη τον ευσεβή και δίκαιον βίον, ώστε διά τον νομοθέτην είναι
ασχημότατος και εναντιώτατος ο λόγος εκείνος ο οποίος δεν
παραδέχεται ότι αυτά είναι κατ' αυτόν τον τρόπον. Διότι κανείς δεν
θα ήτο πρόθυμος να πεισθή να εκτελή εκείνο εις το οποίον δεν
συμβαδίζει περισσότερον η χαρά από την λύπην. Αλλά όσα βλέπονται
από μακράν προξενούν σκοτοδινίασιν και εις όλους μεν τους άλλους
σχεδόν, προ πάντων όμως εις τους παίδας. Ο νομοθέτης όμως, νομίζω,
θα μετατρέψη εις το αντίθετον από αυτό την γνώμην των, αφού
αφαιρέση το σκότος, και θα τους καταπείση οπωσδήποτε με ασκήσεις
και επαίνους και λόγους ότι τα δίκαια και τα άδικα είναι
ζωγραφισμένα αντανακλαστικώς, και τα μεν άδικα, τα οποία είναι
αντίθετα των δικαίων, από τον ίδιον μεν τον άδικον και κακόν
παρατηρούμενα φαίνονται ηδονικά, τα δε δίκαια φαίνονται αηδέστατα,
από δε τον δίκαιον όλα φαίνονται από παντού αντιθέτως και εις τα
δύο μέρη.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Έτσι φαίνεται.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Όσον δε διά την αλήθειαν της κρίσεως των ποίαν από τας
δύο θα θεωρήσωμεν εγκυροτέραν; Άραγε την κρίσιν της χειροτέρας
ψυχής ή της καλλιτέρας;
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Βεβαίως είναι λογικόν να παραδεχθώμεν την κρίσιν της
καλλιτέρας.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Επομένως είναι λογικόν ο άδικος βίος όχι μόνον
ασχημότερος και μοχθηρότερος αλλά και αηδέστερος να είναι
πραγματικώς από τον δίκαιον και ευσεβή βίον.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Πλησιάζει συμφώνως βεβαίως προς τούτον μας εδώ τον λόγον,
φίλοι μου.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.