ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Λοιπόν εγώ θα ειπώ τι πρέπει να νομίζωμεν ότι είναι η
παιδεία, και σκεφθήτε σεις αν σας αρέσει αυτό που λέγω.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Ημπορείς να ειπής.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Λέγω λοιπόν και διισχυρίζομαι ότι όποιος άνθρωπος
σκοπεύει να γίνη αγαθός έστω και εις το ελάχιστον πρέπει από την
παιδικήν του ηλικίαν να καταγίνεται και αστείως και σοβαρώς εις τα
σχετικά με το ιδιαίτερόν του ζήτημα· λόγου χάριν όποιος θέλει να
γίνη καλός γεωργός ή οικοδόμος, αυτός μεν πρέπει να παίζη κτίζων
κανέν από τα παιδακίστικα οικοδομήματα, εκείνος δε πάλιν καλλιεργών
την γην, και όστις ανατρέφει τον καθένα από αυτούς τους δύο πρέπει
να του κατασκευάση εργαλεία μικρά, ως απομίμησιν των αληθινών.
Ωρισμένως δε και διά τα μαθήματα όσα είναι ανάγκη να τα προμελετήση
να τα προμελετά· λόγου χάριν ο τέκτων να μετρά ή να σταφνίζη και ο
πολεμικός να ιππεύη παίζων ή εκτελών κάτι παρόμοιον και να προσπαθή
με τα παιγνίδια εκεί να στρέψη τας ηδονάς και τας επιθυμίας των
παίδων, όπου όταν φθάσουν αυτοί πρέπει να λάβουν τέλος. Ως
κυριώτερον λοιπόν εις την παιδείαν θεωρούμεν την ορθήν ανατροφήν, η
οποία προ πάντων θα οδηγήση την ψυχήν του παίζοντος να αγαπήση
μανιωδώς εκείνο, εις το οποίον θα είναι ανάγκη, όταν γίνη ανήρ, να
τελειοποιηθή εις το πραγματικόν. Σκεφθήτε λοιπόν, καθώς σας είπα,
αν έως εδώ σας αρέσει αυτό που λέγω.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Πώς όχι;
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Λοιπόν και τι ονομάζομεν παιδείαν ας μην το αφήσωμεν
απροσδιόριστον. Δηλαδή τώρα μεν υβρίζοντες και επαινούντες του
καθενός την ανατροφήν λέγομεν ότι άλλος μεν από ημάς είναι
πεπαιδευμένος, άλλος δε ότι είναι απαίδευτος κάποτε και εις το
εμπόριον και εις την ναυτιλίαν και διά πολλούς παρομοίους ανθρώπους
πολύ καλά μαθημένους. Διότι, καθώς φαίνεται, ο ιδικός μας λόγος δεν
περιστρέφεται εις τους θεωρούντας αυτά ως εκπαίδευσιν, αλλά μόνον η
γυμνάζουσα από την παιδικήν ηλικίαν εις την αρετήν, και καθιστώσα
αυτόν θιασώτην και εραστήν εις το να γίνη τέλειος πολίτης, ο οποίος
να εξουσιάζη και να υποτάσσεται δικαίως. Αυτήν την ανατροφήν
ξεχωρίζει, καθώς μου φαίνεται, ο λόγος μας αυτός και τώρα θέλει
μόνον αυτήν να ονομάζη παιδείαν, εκείνην δε που αποβλέπει εις
χρήματα ή καμμίαν άλλην που αποβλέπει εις πολιτικήν δύναμιν ή
καμμίαν άλλην σοφίαν χωρίς νουν και δικαιοσύνην την θεωρεί βάναυσον
και ανελευθέραν και αναξίαν απολύτως να ονομάζεται παιδεία. Ημείς
λοιπόν ας μη διαφωνούμεν μεταξύ μας διά τας λέξεις, αλλά ας
συμφωνήσωμεν εις αυτόν τον λόγον μας τώρα και ας τον αφήσωμεν να
ισχύη, δηλαδή οι ορθώς εκπαιδευόμενοι σχεδόν γίνονται αγαθοί, και
επομένως την παιδείαν δεν πρέπει ποτέ να την περιφρονούμεν, διότι
έρχεται πρώτη από όλα τα αγαθά εις τους καλλιτέρους ανθρώπους. Και
αν κάποτε μας φεύγη, και είναι δυνατόν να την επαναφέρωμεν, αυτό
πρέπει να κάμη πάντοτε ο καθείς όσον ημπορεί εις όλην του την ζωήν.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Πολύ ορθά, και παραδεχόμεθα όσα λέγεις.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Και όμως προ πολλού εσυμφωνήσαμεν ότι αγαθοί είναι όσοι
είναι ικανοί να εξουσιάζουν τον εαυτόν των, κακοί δε όσοι δεν είναι
ικανοί.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Πολύ ορθά ομιλείς.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Λοιπόν ας επαναλάβωμεν καθαρώτερα τι εννοούμεν άραγε με
αυτό που λέγομεν. Και σας παρακαλώ να δεχθήτε να σας παραστήσω με
εικόνα, εάν κάπως ημπορέσω να σας εκφράσω το τοιούτον.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Λέγε και μη σε μέλει.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Λοιπόν δεν πρέπει να θεωρήσωμεν έκαστον από τα άτομά μας
ως ένα;
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Μάλιστα.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Και ότι έχει μέσα του δύο συμβούλους αντιθέτους και
ανοήτους, τους οποίους ονομάζομεν _ηδονήν_ και _λύπην_;
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Αυτό είναι αληθές.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Εκτός δε αυτών των δύο πάλιν άλλας δύο γνώμας περί των
μελλόντων, αι οποίαι κοινώς μεν ονομάζονται ελπίς, (πρόβλεψις),
ιδιαιτέρως δε φόβος μεν ονομάζεται η προ της λύπης ελπίς, θάρρος δε
η ελπίς η προηγουμένη του αντιθέτου. Έξω δε από όλα αυτά υπάρχει ο
λογισμός, όστις υπολογίζει ποίον από αυτά είναι καλλίτερον ή
χειρότερον, ο οποίος, όταν γίνη κοινή απόφασις της πόλεως, έχει το
ιδιαίτερον όνομα νόμος.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Μόλις κάπως σε παρακολουθώ, οπωσδήποτε όμως λέγε τα
ερχόμενα κατόπιν ως να παρακολουθώ.
ΜΕΓΙΛΛΟΣ.
Και εγώ το ίδιον αισθάνομαι ότι συμβαίνει.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Περί αυτών λοιπόν ας σκεφθώμεν ούτω πως. Πρέπει να
θεωρήσωμεν έκαστον από ημάς ως θαύμα θείον, μεταξύ των ζώων το
οποίον εδημιουργήθη από τους θεούς είτε ως παιγνίδιον είτε ως
σοβαρόν έργον. Διότι αυτό βεβαίως δεν το γνωρίζομεν, αλλά τούτο
μόνον, ότι αυτά τα πάθη μέσα μας ως να είναι νεύρα ή νήματα
συνδετικά μας συσφίγγουν και μας σύρουν μεταξύ των, επειδή είναι
αντίθετα εις αντιθέτους πράξεις, εκεί ακριβώς όπου είναι η χωριστή
θέσις της αρετής και της κακίας. Διότι ο λόγος μας λέγει ότι πρέπει
να ακολουθούμεν την μίαν από τας έλξεις πάντοτε και ποτέ να μην
απομένωμεν πίσω από εκείνας και σύρωμεν με τα άλλα νεύρα εις το
αντίθετον, και ότι αυτή είναι η χρυσή και ιερά διοίκησις του νου, η
οποία ονομάζεται κοινός νόμος της πόλεως, και ότι αι άλλαι είναι
σκληραί και σιδήριναι, ενώ αυτή είναι μαλακή ως χρυσή, αι δε άλλαι
όμοιαι προς ποικίλας μορφάς. Οφείλομεν λοιπόν να ερχώμεθα επίκουροι
πάντοτε εις την καλλίστην διοίκησιν του νόμου. Διότι, επειδή ο
λογισμός είναι καλός και μειλίχιος και όχι εκβιαστικός, χρειάζεται
υπηρέτας η διοίκησίς του, διά να νικά προς το καλόν μας το χρυσούν
γένος τα άλλα γένη. Και λοιπόν ούτω πως η συζήτησις περί της αρετής
ημπορεί να σωθή με την παραδοχήν ότι ημείς είμεθα θαυματουργήματα,
και το να γινώμεθα κύριοι ή υποχείριοι του εαυτού μας θα εγίνετο
κάπως σαφέστερον τι θέλει να ειπή, και ότι από μίαν πόλιν και από
ένα ιδιώτην ο μεν ιδιώτης πρέπει να λάβη μέσα του λόγον αληθή περί
τούτων των έλξεων και να ζη υπακούων εις αυτόν, η δε πόλις ή από
κανένα θεόν ή από αυτόν ο οποίος ενόησε αυτά να παραλάβη τον λόγον,
και, αφού τον θεσπίση ως νόμον, να συναλλάσσεται και με τον εαυτόν
της και με τας άλλας πόλεις. Κατά αυτόν λοιπόν τον τρόπον θα ήτο
σαφέστερον να διατυπωθή και η κακία και η αρετή. Όταν δε τούτο φανή
καθαρώτερα, τότε ίσως γίνουν ευνοητότεραι και η παιδεία και αι
άλλαι ασχολίαι και μάλιστα και το ζήτημα της συναναστροφής εις τας
οινοποσίας, το οποίον είναι μεν πιθανόν να νομισθή ως μεγάλη και
περιττή μακρολογία, η οποία ελέχθη διά μηδαμινόν πράγμα, αλλά
βεβαίως ημπορεί ίσως να αποδειχθή ότι δεν είναι αντάξιον προς το
μήκος αυτής.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Καλά το είπες και ας τελειώνωμεν οτιδήποτε είναι αντάξιον
αυτής της συζητήσεώς μας.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Λέγε λοιπόν. Όταν εις αυτό το θαυματούργημα προσφέρωμεν
την μέθην, ποίαν ιδιότητα το κάμνομεν να έχη;
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Πού αποβλέπεις λοιπόν και εξαναρωτάς αυτό;
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Ακόμη δεν αποβλέπω προς τίποτε, γενικώς όμως εξετάζω,
όταν τούτο συγκοινωνήση με αυτό, ποίου είδους θα συμβή να γίνη. Θα
προσπαθήσω δε να είπω καθαρώτερα ακόμη τι εννοώ. Δηλαδή ερωτώ το
εξής: Άραγε κάμνει σφοδροτέρας τας ηδονάς και τας λύπας και τας
εξάψεις και τους έρωτας η πόσις του οίνου;
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Πολύ μάλιστα.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Αλλά πάλιν τι κάμνει τας αισθήσεις και τας αναμνήσεις και
τας γνώμας και τας φρονήσεις; Άραγε τας κάμνει επίσης σφοδροτέρας ή
μήπως όλα αυτά τον εγκαταλείπουν, όταν το παρακάμη εις την μέθην;
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Μάλιστα· τον εγκαταλείπουν εντελώς.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Λοιπόν δεν επιστρέφει πάλιν οπίσω εις την ιδίαν ψυχικήν
διάθεσιν, που είχε τότε που ήτο παιδάριον;
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Αμέ τι.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Πολύ ολίγον λοιπόν θα ημπορούσε αυτός τότε να συγκρατήση
τον εαυτόν του.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Βέβαια πολύ ολίγον.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Άραγε λοιπόν δεν λέγομεν ότι είναι πονηρότατος ο
τοιούτος;
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Πολύ βεβαίως.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Επομένως, καθώς φαίνεται, δεν γίνεται παλίμπαις μόνον ο
γέρων, αλλά και ο μεθυσμένος.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Λαμπρότατα το είπες, καλέ Ξένε.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Υπάρχει λοιπόν λόγος, ο οποίος θα προσπαθήση να μας
καταπείση ότι πρέπει να δοκιμάσωμεν αυτήν την πράξιν και να μη την
αποφύγωμεν με όλας μας τας δυνάμεις που ημπορούμεν;
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Φαίνεται ότι υπάρχει. Συ τουλάχιστον αυτό λέγεις και προ
ολίγου ήσο έτοιμος να το ειπής.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Πραγματικώς ορθά το ενθυμείσαι. Και τόρα βεβαίως είμαι
έτοιμος, αφού είπατε σεις οι δύο ότι θα έχετε την ευχαρίστησιν να
με ακούσετε προθύμως.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Και πώς δεν θα ακούσωμεν; Και αν όχι διά τίποτε άλλο,
τουλάχιστον διά το αξιοθαύμαστον και παράδοξον ζήτημα, αν ίσως
οφείλει κανείς να εμβάλλη τον εαυτόν του εκουσίως εις πλήρη
ελεεινότητα.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Θα εννοής της ψυχής ελεεινότητα. Δεν είναι έτσι;
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Μάλιστα.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Αλλά τόρα, καλέ μου φίλε, όταν εμβάλλη τον εαυτόν του εις
πονηρίαν του σώματος και ισχνότητα και ασχημίαν και αδυναμίαν;
Άραγε θα απορούμεν αν ίσως κανείς φθάση εις αυτήν την κατάστασιν
εκουσίως;
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Πώς όχι;
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Και λοιπόν; όσοι πηγαίνουν μόνοι των εις τα ιατρεία, διά
να πάρουν φάρμακον, θα νομίζωμεν ότι δεν γνωρίζουν ότι εις ολίγον
καιρόν κατόπιν και διά πολλάς ημέρας θα έχουν το σώμα εις τοιαύτην
κατάστασιν, ώστε, εάν επρόκειτο να το έχουν ούτω πως έως το τέλος,
δεν θα εδέχοντο να ζουν; ή όσοι πηγαίνουν εις τας ασκήσεις και τους
κόπους δεν γνωρίζομεν ότι προς στιγμήν γίνονται αδυνατισμένοι;
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Όλα αυτά τα γνωρίζομεν.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Και ακόμη ότι χάριν της κατόπιν ωφελείας των πηγαίνουν
θεληματικώς;
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Κάλλιστα.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Δεν πρέπει λοιπόν και διά τας άλλας ασχολίας να
σκεπτώμεθα κατά τον ίδιον τρόπον;
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Βεβαιότατα.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Επομένως και διά την συναναστροφήν εις την οινοποσίαν δεν
πρέπει να σκεπτώμεθα με τον ίδιον τρόπον, αν βεβαίως είναι δυνατόν
εις αυτήν να υπάρξη ορθή σκέψις;
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Πώς όχι;
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Επομένως, εάν αποδειχθή ότι μας παρέχει καμμίαν ωφέλειαν
όχι κατωτέραν από την σωματικήν, τότε βεβαίως είναι προτιμοτέρα
κατ' αρχήν από την σωμασκίαν, διότι αυτή μεν γίνεται με πόνους,
εκείνη όμως όχι.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Πολύ ορθά ομιλείς, απορώ όμως πώς είναι δυνατόν να
αντιληφθώμεν τοιούτον πράγμα εις αυτό.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Τότε λοιπόν, καθώς φαίνεται, πρέπει ακριβώς αυτό να
προσπαθήσωμεν να ειπούμεν πλέον. Και ειπέ μου, σε παρακαλώ.
Ημπορούμεν να αντιληφθώμεν δύο είδη φόβων σχεδόν αντίθετα μεταξύ
των;
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Ποία λοιπόν;
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Τα εξής. Φοβούμεθα, νομίζω, τα κακά, όταν περιμένωμεν να
συμβούν.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Μάλιστα.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Αλλά φοβούμεθα πολλάκις και την κοινήν γνώμην, διότι
νομίζομεν ότι θα νομιζώμεθα κακοί, όταν κάμνωμεν ή λέγωμεν τίποτε
από τα άσχημα, αυτόν δε ακριβώς τον φόβον ημείς βεβαίως, νομίζω δε
και όλοι οι άλλοι, τον ονομάζομεν καταισχύνην.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Πώς όχι;
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Αυτά λοιπόν τα δύο είδη των φόβων έλεγα. Εκ των οποίων ο
είς είναι αντίθετος προς τους πόνους και τους άλλους φόβους, και
επίσης αντίθετος προς τας περισσοτέρας και σπουδαιοτέρας ηδονάς.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Πολύ ορθά ομιλείς.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Άραγε λοιπόν και ο νομοθέτης και οποιοσδήποτε άλλος, έστω
και αν αυτός ημπορή ελάχιστα να μας ωφελήση, δεν σέβεται τούτον τον
φόβον με την μεγαλιτέραν τιμήν, και δεν τον ονομάζει εντροπήν, το
δε αντίθετον προς αυτόν θάρρος δεν το ονομάζει αναίδειαν και δεν το
θεωρεί μέγιστον κακόν και ιδιωτικώς και δημοσίως;
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Ορθά ομιλείς.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Λοιπόν δεν μας σώζει αυτός ο φόβος και εις πολλά άλλα και
δεν μας προετοιμάζει την νίκην και σωτηρίαν εις τον πόλεμον τόσον
υπερβολικά, όσον κανέν άλλο; Επομένως δύο είναι τα
προπαρασκευάζοντα την νίκην, το θάρρος μεν εμπρός εις τους εχθρούς,
ο φόβος δε εμπρός εις τους φίλους διά την άνανδρον καταισχύνην.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Αυτό είναι αληθές.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Επομένως οφείλει έκαστος από ημάς να γίνεται, άφοβος και
περίτρομος. Διά ποίον όμως λόγον πρέπει να γίνη το έν ή το άλλο, το
εξεκαθαρίσαμεν.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Βεβαιότατα.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Και όμως, ενώ θέλομεν να καταστήσωμεν έκαστον άφοβον, τον
οδηγούμεν εις τον φόβον πολλών φόβων κάπως με νόμον, και τον
κάμνομεν τοιούτον.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Έτσι φαίνεται.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Αλλά τόρα; Όταν προσπαθούμεν να κάμωμεν κανένα με
δικαιοσύνην περίτρομρν, άραγε δεν πρέπει να τον συγκρούωμεν με την
αναίδειαν και προγυμνάζοντες να τον κάμνωμεν να νικά τας ηδονάς του
αντιτασσόμενος προς αυτάς; Ή μήπως διά να γίνη μεν τέλειος εις την
ανδρείαν πρέπει να αντιτάσσεται προς την εσωτερικήν του δειλίαν και
να νικά αυτήν, ενώ, αν βεβαίως μείνη αμαθής και αγύμναστος εις τα
τοιαύτα αγωνίσματα οποιοσδήποτε, δεν θα ημπορέση να γίνη ούτε το
ήμισυ από ό,τι θα εγίνετο ο ίδιος ως προς την αρετήν; Τόρα όμως
είναι δυνατόν άραγε να γίνη τελείως σώφρων, εάν δεν αγωνισθή να
φαίνεται αναιδής προς πολλάς παρακινητικάς ηδονάς και επιθυμίας και
να τας αδική αντικρούων αυτάς, και εάν δεν νικήση με λόγον και με
έργον και με τέχνην και εις τα παιγνίδια και εις τα σοβαρά έργα,
παρά εάν δεν δοκιμάση αντιθέτως τα τοιαύτα παθήματα;
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Βεβαίως δεν είναι δυνατόν να έχη τον ορθόν λόγον.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Και λοιπόν; έδωκε κανείς θεός εις τους ανθρώπους τοιούτον
φάρμακον του φόβου, ώστε, όσον περισσότερον θελήση κανείς να πίνη
από αυτό, τόσον περισσότερον να νομίζη ότι γίνεται δυστυχής εις
εκάστην δόσιν, και να φοβήται όλα όσα έχει τόρα και όσα θα έχη εις
το μέλλον, και εις το τέλος να καταντήση εις τρόμον δι' όλα τα
πράγματα ο ανδρειότατος από τους ανθρώπους, αφού όμως αποκοιμηθή
και ελευθερωθή από το ποτόν να γίνεται πάλιν ο ίδιος κάθε τόσον;
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Και ποίον ποτόν τοιούτου είδους, καλέ ξένε, ημπορούμεν να
ειπούμεν ότι εδόθη εις τους ανθρώπους;
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Κανέν· εάν όμως μας ήρχετο από πουθενά, θα ήτο εις τίποτε
χρήσιμον διά τον νομοθέτην; λόγου χάριν θα ημπορούσαμεν να
συζητήσωμεν πολύ καλά περί αυτού τα εξής με αυτόν: ειπέ μας, καλέ
νομοθέτα, είτε διά τους Κρήτας είτε δι' οποιουσδήποτε άλλους
νομοθετείς, πρώτον μεν θα εδέχεσο άραγε να είσαι ικανός να λαμβάνης
έλεγχον περί της ανδρείας και δειλίας των πολιτών;
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Ναι, θα έλεγε βεβαίως πας τις.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Πώς όμως; Με ασφάλειαν και χωρίς μεγάλους κινδύνους ή με
τα αντίθετα;
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Και εδώ με ασφάλειαν θα παραδεχθή να ειπή πας τις.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Ημπορούσες όμως να μεταχειρισθής εις τους φόβους τούτους
εκείνον, όστις δεν υπακούει εις εσέ να γίνη εις όλα καθώς τον
θέλεις, οδηγών αυτόν και εξελέγχων μέσα εις τα παθήματα, ώστε να
τον αναγκάζης να γίνεται άφοβος, άλλον προτρέπων και συμβουλεύων
και τιμών και άλλον εξευτελίζων; Και, εάν μεν ασκηθή καλώς, να τον
απολύσης ατιμώρητον, εάν δε ασκηθή κακώς, να του επιβάλης
πρόστιμον; Ή κατ' αρχήν δεν θα έκαμνες χρήσιν αυτού του ποτού,
μολονότι άλλως δεν έχεις κανέν παράπονον εναντίον του (του ποτού);
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Και πώς δεν θα έκαμνε κανείς χρήσιν αυτού, καλέ Ξένε;
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Τουλάχιστον, καλέ μου φίλε, αυτό θα ήτο σχετικώς με τα
σημερινά αξιοθαύμαστος άσκησις ως προς την ευκολίαν δι' άτομα
χωριστά και δι' ολίγους και δι' όσους θέλει κανείς κάθε τόσον,
επομένως και όταν μόνος του κανείς εις την ερημίαν προεξοφλή την
πρώτην εντροπήν, διότι νομίζει ότι δεν πρέπει να βλέπεται από
κανένα πριν να γίνη καλά, και ούτω πως γυμνάζεται απέναντι των
φόβων και μόνον ένα ποτόν προετοιμάζει αντί απείρων άλλων
δυσκολιών, ορθώς θα εκτελή αυτό, και όταν κανείς έχη πεποίθησιν εις
τον εαυτόν του ότι εκ φύσεως και μελέτης είναι καλά προετοιμασμένος
και δεν διστάζη διόλου να γυμνάζεται μαζί με περισσοτέρους
συμποσιαστάς και να αποδεικνύη ότι υπερβάλλει και υπερνικά την
δύναμιν του ποτού, η οποία συνίσταται εις την αναγκαστικήν διαφοράν
αυτού, ώστε να μη εκτελή ούτε έν μέγα σφάλμα από αναίδειαν ούτε να
παθαίνη καμμίαν μεταβολήν ένεκα της αρετής του, εις την τελευταίαν
όμως δόσιν του ποτού να απομακρύνεται πριν φθάση εις αυτήν,
φοβούμενος μήπως όλοι οι άνθρωποι νικηθούν από το ποτόν.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Μάλιστα. Διότι βεβαίως, καλέ Ξένε, θα ήτο σώφρων και
αυτός, αν πράξη ούτω πως.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Λοιπόν ας ειπούμεν πάλιν εις τον νομοθέτην τα εξής: Κύριε
νομοθέτα, όσον βεβαίως διά τον φόβον σχεδόν ούτε κανείς θεός έδωκε
φάρμακον εις τους ανθρώπους ούτε μόνοι μας εφευρήκαμεν. Και βεβαίως
τους ταχυδακτυλουργούς δεν τους λογαριάζω. Αλλά διά την αφοβίαν και
διά το υπερβολικόν και παράκαιρον θάρρος, τα οποία δεν χρειάζονται,
άραγε υπάρχει ποτόν, ή πώς άλλως το εννοούμεν;
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Βεβαίως υπάρχει, θα ειπή, εννοών τον οίνον.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Άραγε και αντίθετον είναι τούτο προς αυτό πού λέγομεν
τώρα; Δηλαδή δεν κάμνει άραγε εκείνον που πίνει αυτό πρώτον μεν
περισσότερον ιλαρόν από ό,τι ήτο προηγουμένως ο ίδιος και όσον
περισσότερον δοκιμάζει από αυτό, τόσον περισσοτέρας ελπίδας δεν
αποκτά και πεποίθησιν εις την δύναμίν του; Εις το τέλος μάλιστα δεν
φορτώνεται ο τοιούτος απόλυτον παρουσιαστικότητα και ελευθερίαν ως
να είναι σοφός, και απόλυτον αφοβίαν, ώστε και να ειπή οτιδήποτε
χωρίς δισταγμόν, και ομοίως να διατάξη;
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Αυτό, νομίζω, ο καθείς θα το παραδεχθή.
ΜΕΓΙΛΛΟΣ.
Αμέ τι;
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Ας ενθυμηθούμεν λοιπόν το εξής· ότι δύο πράγματα πρέπει
να γυμνάζωνται εις την ψυχήν μας, το έν μεν πώς να έχωμεν όσον το
δυνατόν περισσότερον θάρρος, το άλλο δε πώς να έχωμεν όσον το
δυνατόν περισσότερον φόβον.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Αυτά που έλεγες διά την εντροπήν, καθώς νομίζομεν.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Καλά το ενθυμείσθε. Αφού όμως πρέπει να μελετάται εις τα
τοιαύτα η ανδρεία και η αφοβία, τότε πρέπει να εξετάσωμεν μήπως
άραγε τα αντίθετα πρέπει να θεραπεύωνται με τα αντίθετα.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Αυτό είναι λογικόν βεβαίως.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Εις όσα πάθη λοιπόν επλάσθημεν να είμεθα υπερβολικά
θαρραλέοι και θρασείς εις αυτά, καθώς φαίνεται, πρέπει να
γυμναζώμεθα όσον το δυνατόν να είμεθα αδιάντροποι και γεμάτοι από
θράσος, περίτρομοι όμως εις το να τολμώμεν κάθε τόσον να λέγωμεν ή
να πάσχωμεν ή και να κάμνωμεν οτιδήποπε αισχρόν.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Έτσι φαίνεται.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Λοιπόν όλα αυτά εις τα οποία είμεθα τοιούτοι είναι η
έξαψις, ο έρως, η υβριστικότης, η αμάθεια, η φιλοκέρδεια, η δειλία,
και ακόμη τα εξής, ο πλούτος, το κάλλος, η ισχύς και όσα πάλιν μας
μεθούν με ηδονήν και μας κάμνουν παράφρονας. Δι' αυτά δε ποίαν
ηδονήν ευθηνοτέραν και αβλαβεστέραν από την της οινοποσίας, πρώτον
μεν διά να αποκτήσωμεν πείραν, έπειτα δε διά να ασκηθώμεν,
ημπορούμεν να αναφέρωμεν περισσότερον μετρημένην, οσονδήποτε και αν
μας έλθη με προφύλαξιν; Δηλαδή ας προσέξωμεν. Εις μίαν ψυχήν
κακότροπον και αγρίαν, από την οποίαν προέρχονται αναρίθμητοι
αδικίαι, ποιον είναι επισφαλέστερον, να την δοκιμάσωμεν ερχόμενοι
εις συναλλαγάς και κινδυνεύοντες δι' αυτάς, ή να την σχετισθούμεν
με την εορτήν του Διονύσου; Ή διά μίαν ψυχήν, η οποία υπέκυψε εις
τας αφροδισιακάς ηδονάς, πρέπει να λάβωμεν έλεγχον, αφού
εμπιστευθώμεν τας θυγατέρας μας και τους υιούς μας και τας γυναίκας
μας, και με τοιούτον κίνδυνον διά τους φιλτάτους μας, να
ερευνήσωμεν το ήθος της ψυχής του; Και άπειρα άλλα βεβαίως ημπορεί
να αναφέρη κανείς χωρίς να τελειώση ποτέ, διά να αποδείξη πόσον
προτιμότερον είναι η παιγνιώδης εξέτασις δωρεάν χωρίς επιζήμιον
μισθόν. Και λοιπόν όσον δι αυτό το ίδιον ούτε οι Κρήτες ούτε κανείς
από τους άλλους ανθρώπους νομίζομεν ότι θα το διαφιλονικήση, ότι
δηλαδή δεν είναι καθώς πρέπει αυτή η δοκιμή του ενός με τον άλλον,
και είναι ανωτέρα από τας άλλας εξελέγξεις και ως προς την ευθηνίαν
και την ασφάλειαν και την ταχύτητα.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Αυτό είναι αληθές.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Αυτό λοιπόν ίσως είναι έν από τα χρησιμώτερα πράγματα,
δηλαδή το να γνωρίζωμεν τας φύσεις και διαθέσεις των ψυχών με
εκείνην την τέχνην, εις την οποίαν ανήκει η ιδιότης να καλλιεργή
αυτά. Ανήκει δε, είπαμεν, καθώς νομίζω, εις την πολιτικήν. Δεν
είναι έτσι;
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Βεβαιότατα.
ΒΙΒΛΙΟΝ Β'.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Λοιπόν, καθώς φαίνεται, το εξής πρέπει να εξετάσωμεν
κατόπιν από αυτά, άραγε μόνον αυτό το πλεονέκτημα έχει το να
γνωρίζωμεν πώς είμεθα εκ φύσεως ή μήπως υπάρχει και κάποια σπουδαία
ωφέλεια αξία μελέτης εις την ορθήν χρήσιν της συμποσιακής
συναναστροφής; Τι παραδεχόμεθα λοιπόν; Υπάρχει, καθώς φαίνεται ότι
θέλει να δηλώση ο λόγος μας. Πού όμως και πώς, ας ακούσωμεν με
προσοχήν, μήπως παραπλανηθώμεν από αυτόν.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Λέγε λοιπόν.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Λοιπόν εγώ επιθυμώ πάλιν να αναθεωρήσωμεν τι φρονούμεν
ότι είναι δι' ημάς η ορθή εκπαίδευσις. Διότι, καθώς εγώ μαντεύω
τόρα, εις την ασχολίαν αυτήν, καλώς ασκουμένην, έγκειται η σωτηρία
τούτου.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Σπουδαίον είναι αυτό που λέγεις.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Λέγω λοιπόν ότι πρώτη αίσθησις των παίδων είναι η ηδονή
και η λύπη, αυτά δε είναι τα αισθήματα με τα οποία εισέρχεται εις
την ψυχήν η αρετή και η κακία. Η φρόνησις όμως και αι ασφαλώς
αληθείς γνώμαι είναι ευτύχημα, αν εις κανένα εισέλθουν και εις την
γεροντικήν ηλικίαν του. Το βέβαιον όμως είναι ότι ο άνθρωπος είναι
τέλειος, όταν αποκτήση αυτά και όσα αγαθά υπάρχουν εις αυτά. Θεωρώ
λοιπόν την εκπαίδευσιν ως την πρώτην αρετήν η οποία εισέρχεται εις
τους παίδας. Η δε ηδονή και η φιλία και η λύπη και το μίσος, αν
εισέλθουν ορθώς εις τας ψυχάς εκείνων οι οποίοι ακόμη δεν ημπορούν
να αποκτήσουν ορθώς τον λόγον, και αν, αφού αποκτήσουν τον λόγον,
συμφωνήσουν με αυτόν ότι πολύ ορθά εξησκήθησαν εις τα ορθά ήθη,
αυτή η συμφωνία εις το όλον της είναι αρετή. Το μέρος όμως αυτής το
οποίον ανετράφη ορθώς ως προς τας ηδονάς και λύπας, ώστε να μισή
μεν όσα πρέπει να μισή αμέσως από την αρχήν έως εις το τέλος, να
αγαπά δε όσα πρέπει να αγαπά, αυτό ακριβώς αν αποκόψης από τον
λόγον και το ονομάσης εκπαίδευσιν, θα πράξης ορθώς κατά την γνώμην
μου τουλάχιστον.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Και βεβαίως, καλέ Ξένε, και τα προηγούμενα που είπες περί
της παιδείας και αυτά που είπες τώρα μου φαίνονται ορθά.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Καλά λοιπόν. Και λοιπόν από αυτάς τας ορθώς μορφουμένας
ηδονάς και λύπας, αι οποίαι αποτελούν την παιδείαν, αι περισσότεραι
χαλούν (παραλύουν) συνήθως εις τον βίον μεταξύ των ανθρώπων και
καταστρέφονται, οι δε θεοί λυπηθέντες το γένος των ανθρώπων, το
οποίον επλάσθη κοπιαστικόν, ώρισαν ως διαλείμματα των κόπων των τας
διαδοχικάς εορτάς προς χάριν αυτών, και μας έδοσαν τας Μούσας με
αρχηγόν τον Απόλλωνα και τον Διόνυσον ως συνεορταστάς, διά να
διορθώνουν τουλάχιστον την ανατροφήν των, η οποία εις τας εορτάς
γίνεται μαζί με τους θεούς. Λοιπόν πρέπει να προσέξωμεν αν είναι
κατά φύσιν αληθής ο λόγος ο οποίος τόρα εγκωμιάζεται από ημάς. Ή
πώς αλλέως; Λέγει δε αυτός ότι όλα τα νεαρά, διά να ειπούμεν ούτω
πως, και με τα σώματα και με τας φωνάς δεν ημπορούν να ησυχάζουν,
αλλά ζητούν πάντοτε να κινούνται και να φωνάζουν, και άλλα μεν
πηδούν και σκιρτούν, ως να χορεύουν ηδονικώς και να παίζουν, άλλα
δε φωνάζουν όλας τας φωνάς. Και λοιπόν τα μεν άλλα ζώα δεν έχουν
αίσθησιν της τάξεως και αταξίας των κινήσεών των, αι οποίοι μάλιστα
ονομάζονται ρυθμός και αρμονία. Εις ημάς όμως αυτοί οι θεοί που
είπαμεν ότι μας εδόθησαν ως συνεορτασταί, αυτοί οι ίδιοι είναι
εκείνοι που μας έδοσαν την ρυθμικήν και την μελωδικήν αίσθησιν μαζί
με την ηδονήν, με την οποίαν μάλιστα αυτοί μας παρακινούν και αυτοί
είναι χορηγοί μας, οι οποίοι μας συνδυάζουν με ωδάς και με χορούς
μεταξύ μας και ωνόμασαν τους χορούς με αυτό το όνομα το φυσικώς
παραγόμενον από την χαράν.
Λοιπόν θέλετε να παραδεχθώμεν αυτό πρώτον; Δηλαδή να δεχθώμεν ότι η
πρώτη εκπαίδευσις γίνεται με τας Μούσας και τον Απόλλωνα, ή πώς
αλλέως;
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Μάλιστα.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Λοιπόν δεν θα ειπούμεν ότι ο μεν απαίδευτος είναι
αχόρευτος, ο δε πεπαιδευμένος είναι αρκετά γυμνασμένος εις τον
χορόν;
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Αμέ τι;
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Βεβαίως όμως το σύνολον του χορού και του άσματος λέγεται
χορός.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Αυτό είναι επόμενον.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Επομένως όστις είναι καλώς πεπαιδευμένος θα είναι ικανός
εις το να ψάλλη και να χορεύη καλώς.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Φαίνεται.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Ας προσέξωμεν λοιπόν τι σημαίνει αυτό το οποίον λέγομεν
τόρα πάλιν.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Ποίον δηλαδή;
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Λέγομεν να ψάλλη και να χορεύη καλώς, αλλ' άραγε θα
προσθέσωμεν και καλά άσματα να ψάλλη και καλούς χορούς να χορεύη, ή
όχι;
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Πρέπει να προσθέσωμεν.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Τόρα όμως; Αν νομίζη τα καλά ότι είναι καλά και τα
άσχημα, άσχημα και ούτω πως τα μεταχειρίζεται; Άραγε καλλίτερα θα
είναι γυμνασμένος ο τοιούτος εις τον χορόν και την μουσικήν, ή
εκείνος ο οποίος με το σώμα του και την φωνήν του ημπορεί να εκτελή
ό,τι σχεδιάση εκάστοτε καλόν, δεν ευχαριστείται όμως με τα καλά
ούτε μισεί τα μη καλά; Ή μήπως εκείνος ο οποίος με το σώμα και με
την φωνήν του δεν είναι τόσον πολύ ικανός να εκτελή ή να σχεδιάζη,
με την ηδονήν όμως και την λύπην τα εκτελεί, άλλα μεν ασπαζόμενος,
όσα είναι καλά, άλλα δε αποτροπιαζόμενος, όσα είναι όχι καλά;
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Μεγάλη είναι αυτή η διαφορά, καλέ Ξένε, που λέγεις διά
την παιδείαν.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Λοιπόν, εάν μεν ημείς που είμεθα τρεις, γνωρίζομεν το
καλόν και ως προς το άσμα, και ως προς τον χορόν, τότε γνωρίζομεν
επίσης ορθώς και τον πεπαιδευμένον και τον απαίδευτον. Εάν όμως
αγνοούμεν τούτο, τότε δεν θα ημπορέσωμεν ποτέ να διακρίνωμεν αν
υπάρχει καμμία επιτήρησις της παιδείας και πού. Άραγε δεν είναι
έτσι;
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Βεβαίως έτσι είναι.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.