οι μουσικοί μας· διαρκώς σου ομιλούν διά κάποιους διατονικούς
χρωματισμούς και σου τεντώνουν τα αυτιά σαν να πρόκειται ν'
αρπάξουν καμμιά φωνή από τη γειτονιά, και ο ένας σου λέγει,
ότι ακούει ακόμη ένα διάμεσον τόνον, ο οποίος είναι το
μικρότατον διάστημα, που χωρίζει δύο κυρίους τόνους, ενώ ο
άλλος υποστηρίζει απεναντίας ότι και οι δύο είναι εντελώς
όμοιοι, όλοι των δε προτιμούν την κρίσιν των ώτων από του νου.
— Ομιλείς βέβαια διά τους αγαθούς εκείνους μουσικούς, που δεν
αφήνουν ησύχους τας χορδάς, αλλά τας υποβάλλουν εις
βασανιστήρια και τας στρεβλώνουν επάνω εις τα κλειδιά· θα
ημπορούσα να παρατείνω ακόμη την περιγραφήν, να ομιλήσω διά τα
κτυπήματα που κατεβάζουν με το δοξάρι, διά τας κατηγορίας που
απευθύνουν κατά των χορδών, πως τάχα πεισμώνουν και αρνούνται
να δώσουν τον τόνον, που των ζητούν, αλλά σταματώ ως εδώ, και
σου λέγω ότι δεν εννοώ αυτούς τους μουσικούς, αλλ' εκείνους
που είπαμεν προ ολίγου, ότι θα τους ερωτήσωμεν περί αρμονίας·
διότι αυτοί είναι που κάμνουν το ίδιον με τους αστρονόμους·
ζητούν δηλαδή τας αριθμητικάς σχέσεις, που προκύπτουν από τας
συμφωνίας τας ακουομένας διά των ώτων, αλλά δεν φθάνουν να τας
θεωρούν ως μέσον απλώς, διά να εύρουν ποίοι αριθμοί είναι
αρμονικοί και ποίοι όχι και διά ποίον λόγον. — Θαυμάσιον θα
ήτο αυτό που λέγεις. — Χρήσιμον οπωσδήποτε διά την ζήτησιν του
καλού και του αγαθού, ενώ, εάν επεδιώκετο διά κάθε άλλον
σκοπόν, θα ήτο παντελώς άχρηστον. — Πολύ φυσικά.
— Εκτός δε τούτου φρονώ ότι, αν η σπουδή όλων αυτών των
επιστημών, τας οποίας διήλθομεν, φθάση να γνωρίση την
συγγένειαν και την στενήν σχέσιν και επίδρασιν, που έχουν
αυταί μεταξύ των, τότε θα μας ήτο πράγματι μεγάλης
χρησιμότητος διά τον σκοπόν που επιδιώκομεν, και δεν θα
επήγαιναν οι κόποι μας χαμένοι. — Και εγώ το φαντάζομαι αυτό·
αλλ' αυτό το έργον, που λέγεις, Σωκράτη, είναι πολύ μακρόν και
δύσκολον.
— Το έργον του προοιμίου, ή τίνος άλλου; ή μήπως δεν
γνωρίζεις ότι όλα αυτά είναι απλώς προοίμια και η εισαγωγή της
μελωδίας, που πρέπει να μάθωμεν; διότι βέβαια δεν φρονείς, ότι
όλοι, όσοι καταγίνονται με τας επιστήμας, που προανεφέραμεν,
είναι συγχρόνως και δεινοί διαλεκτικοί. — Όχι βέβαια· ως τώρα
τουλάχιστον δεν ευρήκα, παρά ένα ελάχιστον αριθμόν τοιούτων. —
Αλλά πώς; άνθρωποι, που δεν είναι εις θέσιν να δώσουν ή να
ακούσουν τον λόγον παντός πράγματος, θα ημπορέσουν ποτέ να
μάθουν τίποτε από εκείνα, που είπαμεν, ότι πρέπει να
γνωρίζωμεν; — Εννοείται όχι. — Αυτό λοιπόν δεν είναι επί
τέλους η μελωδία, της οποίας την εκτέλεσιν φέρει εις πέρας η
διαλεκτική; η οποία, αν και είναι πράγμα πνευματικόν, δύναται
μολαταύτα να παραβληθή προς την δύναμιν της οράσεως, ήτις,
καθώς το εδείξαμεν, αρχίζει πρώτα να βλέπη αυτά τα ζώα, έπειτα
τα άστρα, και τελευταίον και αυτόν τον ήλιον^ τοιουτοτρόπως
και εκείνος, όστις επιληφθή της διαλεκτικής, άνευ απολύτως της
χρήσεως των αισθήσεων, υψούται αποκλειστικώς μόνον διά του
λόγου εις αυτήν την ουσίαν των όντων, και αν δεν ανακόψη τον
δρόμον του, μέχρις ότου διά της νοήσεως συλλάβη αυτήν την
ιδέαν του αγαθού, φθάνει τέλος εις αυτό το τέρμα του νοητού
κόσμου, όπως εκείνος, που βλέπει τον ήλιον εις το τέρμα του
ορατού. — Πολύ σωστά. — Δεν είναι λοιπόν αυτή η πορεία, αυτή η
ανάβασις, που ονομάζεις διαλεκτικήν; — Πώς όχι; — Ενθυμήσου
τώρα την παραβολήν μας του σπηλαίου· εν πρώτοις απαλλάσσεται ο
δεσμώτης από τα δεσμά του, και στρέφεται από τας σκιάς προς τα
τεχνητά είδωλα και την λάμψιν, που τα φωτίζει· έπειτα
ανεβαίνει από το υπόγειον εις τον ήλιον, όπου από την
αδυναμίαν των οφθαλμών του δεν ημπορεί ακόμη να προσβλέπη τα
ζώα και τα φυτά και το φως του ηλίου, αλλά κατ' αρχάς τας
εικόνας αυτών επί της επιφανείας των υδάτων και τας σκιάς των·
αι εικόνες όμως αύται και αι σκιαί είναι πραγματικών
αντικειμένων, και όχι όπως αι σκιαί των τεχνητών ειδώλων, τας
οποίας εσχημάτιζεν εις το σπήλαιον φως επίσης τεχνητόν εν
συγκρίσει προς τον ήλιον. Λοιπόν, πάσα η σπουδή ιών επιστημών,
τας οποίας διήλθομεν, έχει ακριβώς την αυτήν δύναμιν και το
ίδιον αποτέλεσμα· ανυψώνει δηλαδή το ευγενέστερον μέρος της
ψυχής μας εις την θεωρίαν του αρίστου μεταξύ πάντων των όντων,
όπως το λεπτότερον των οργάνων του σώματος ανυψούται εις την
θέαν του φωτεινοτάτου εν τω υλικώ και ορατώ κόσμω.
— Εγώ μεν συμφωνώ όπως τα λέγεις· και μολαταύτα υπό μίαν
έποψιν μου φαίνεται παντελώς δύσκολον να τα παραδεχθώ, αφ'
ετέρου δε πάλιν άλλο τόσον δύσκολον να μην τα παραδεχθώ·
επειδή όμως δεν θα είναι αυτή μόνον η φορά, που θα κάμωμεν
λόγον περί αυτού του ζητήματος, αλλά θα επανέλθωμεν συχνά και
άλλοτε, ας υποθέσωμεν ότι είναι όπως τα είπαμεν τώρα, και ας
μεταβώμεν πλέον εις αυτήν την μελωδίαν, την οποίαν να
διέλθωμεν, όπως διήλθομεν και το προοίμιον· λέγε λοιπόν εις τι
συνίσταται η δύναμις της διαλεκτικής και εις πόσα είδη
διαιρείται και ποίοι είναι οι δρόμοι, που φέρουν προς αυτήν^
διότι αυτοί, καθώς φαίνεται, θα οδηγούν εκεί όπου, όταν
φθάσωμεν, θα εύρωμεν την ανάπαυσιν και το τέλος της πορείας
μας.
— Δεν θα είσαι ακόμη εις θέσιν, φίλε μου Γλαύκων, να με
ακολουθήσης ως εκεί· διότι, όσον δι' εμένα, δεν θα μου έλειπε
καθόλου η προθυμία· και δεν θα έβλεπες πλέον εικόνα απλώς
εκείνου που λέγομεν, αλλ' αυτήν την αλήθειαν του πράγματος,
όπως τουλάχιστον το νομίζω εγώ· αν δε είναι και αυτό πράγματι,
ή όχι, δεν είναι ακόμη αυτό το ζήτημα· αλλ' εκείνο που
ημπορούμεν να ισχυρισθώμεν, είναι ότι υπάρχει ένα τοιούτον
πράγμα· δεν είναι έτσι; — Πώς όχι; — Ακόμη δε και ότι μόνον η
διαλεκτική δύναται να το φανερώση εις το πνεύμα, που έχει
προπαρασκευασθή τελείως διά των επιστημών, τας οποίας
διήλθομεν, χωρίς να είναι δυνατόν με κανένα άλλον τρόπον. —
Ημπορούμεν να το διισχυρισθώμεν και αυτό.
— Υπάρχει τουλάχιστον ένα σημείον, που κανείς δεν θα ημπορέση
να το αμφισβήτηση, ότι καμμία άλλη μέθοδος δεν επιχειρεί διά
της κανονικής οδού να φθάση εις την κατάληψιν της ουσίας
εκάστου εκ των πραγμάτων διότι, εν πρώτοις, πάσαι μεν αι άλλαι
τέχναι καταγίνονται ή με τας δοξασίας των ανθρώπων και τας
επιθυμίας αυτών, ή με την παραγωγήν και την κατασκευήν, ή και
με την διατήρησιν απλώς των προϊόντων της φύσεως και της
τέχνης· αι δε λοιπαί πάλιν, που είπαμεν πως έρχονται εις
κάποιαν επαφήν με το καθ' εαυτό ον, όπως είναι η γεωμετρία και
αι σχετικαί με αυτήν επιστήμαι, είδομεν ότι η γνώσις, την
οποίαν έχουν περί του όντος, ομοιάζει μάλλον προς όνειρον και
είναι αδύνατον να το ιδούν ποτέ καθαρά ως εν εγρηγόρσει,
εφόσον στηρίζονται επί υποθέσεων, τας οποίας αφήνουν αθίκτους,
όπως τας λαμβάνουν, διότι δεν ημπορούν να δώσουν τον αποχρώντα
λόγον αυτών^ διότι ποίος τρόπος υπάρχει να γίνη, ποτέ και να
ονομασθή επιστήμη η απόδειξις εκείνη, που στηρίζεται επί
αξιωμάτων, τα οποία δεν γνωρίζει, το συμπέρασμά της δε και όλη
η μεταξύ ανάπτυξις είναι στενώς συνδεδεμένα και εξηρτημένα από
πράγματα, που δεν γνωρίζει; — Πράγματι δεν υπάρχει τρόπος.
— Λοιπόν μόνη η διαλεκτική μέθοδος, αφήνουσα κατά μέρος τας
υποθέσεις, πορεύεται διά της οδού ταύτης προς αυτήν την αρχήν,
διά να την επιβεβαίωση, και ανασύρει το όμμα της ψυχής από τον
πρόστυχον εκείνον βάρβορον, μέσα εις τον οποίον ήτο
πραγματικώς καταχωσμένον και το ανυψώνει σιγά σιγά προς τα
άνω, με την βοήθειαν και την συνεργασίαν των τεχνών, που
ανεφέραμεν τας οποίας από συνήθειαν κατ' επανάληψιν ωνομάσαμεν
επιστήμας, αν και θα είχον ανάγκην άλλου ονόματος, το οποίον
να είναι εναργέστερον μεν της δοξασίας, αμυδρότερον δε της
επιστήμης, μετεχειρίσθημεν δε προς τούτο κάπου ανωτέρω τον
όρον διάνοια· αλλά δεν πρόκειται τώρα βέβαια να ανοίξωμεν
συζήτησιν περί ονομάτων, ενώ έχομεν τόσα και τόσα σπουδαία
πράγματα να εξετάσωμεν. — Όχι βέβαια· αρκεί το όνομα να
εξωτερικεύη οπωσδήποτε με κάποιαν σαφήνειαν εκείνα, που
παριστάνει εις την ψυχήν. — Η γνώμη μου λοιπόν είναι να
εξακολουθούμεν να ονομάζωμεν επιστήμην τον πρώτον και
τελειότερον τρόπον του γιγνώσκειν, τον δεύτερον δε διάνοιαν,
τον τρίτον πίστιν, και εικασίαν τον τέταρτον, να
περιλαμβάνωμεν δε τα δύο μεν τελευταία ομού υπό το όνομα της
δοξασίας, τα δύο δε πρώτα υπό το όνομα της νοήσεως· ούτως ώστε
η μεν δοξασία αντικείμενόν της να έχη το γεννώμενον και
φθαρτόν, η δε νόησις εκείνο το οποίον υπάρχει καθ' εαυτό· και
ό,τι είναι το ον προς το φθαρτόν, το ίδιον να είναι η νόησις
προς την δοξασίαν, και ό,τι η νόησις προς την δοξασίαν, το
ίδιον η επιστήμη προς την πίστιν και η διάνοια προς την
εικασίαν^ ας αφήσωμεν δε επί του παρόντος, φίλε Γλαύκων, την
εξέτασιν των λόγων, εφ' ών στηρίζεται η αναλογία αύτη, και την
εις δύο υποδιαίρεσιν της δοξασίας και της νοήσεως, διά να μη
πέσωμεν εις συζητήσεις πολύ μακροτέρας από όλας τας
προηγηθείσας. — Αλλ' εγώ, όσον τουλάχιστον δύναμαι να σε
παρακολουθήσω, συντάσσομαι κατά τα άλλα με την γνώμην σου.
— Δεν ονομάζεις λοιπόν διαλεκτικόν εκείνον, όστις γνωρίζει
τον λόγον της ουσίας εκάστου πράγματος; και δεν λέγεις περί
ενός ανθρώπου, ο οποίος δεν είναι εις θέσιν να δώση ούτε εις
τον εαυτόν του ούτε εις τους άλλους τον λόγον τούτον, ότι δεν
έχει την νόησιν αυτού του πράγματος; — Πώς θα ημπορούσα βέβαια
να μην το ειπώ αυτό; — Το ίδιον λοιπόν και με την ιδέαν του
αγαθού^ ένας άνθρωπος, που δεν ημπορεί να ξεχωρίση διά της
νοήσεως την ιδέαν του αγαθού από όλα τα άλλα, και να δώση
ακριβή ορισμόν αυτής, και να αντικρούση όλας τας ενστάσεις, ως
γενναίος πολεμιστής εν τη μάχη, μεταχειριζόμενος όχι την
δοξασίαν αλλά την καθαράν νόησιν, και εξέλθη εις το τέλος από
όλα αυτά νικητής με τον ακαταμάχητον λόγον, δεν θα είπης
βέβαια ποτέ περί του τοιούτου, ότι γνωρίζει ούτε αυτήν την
ουσίαν του αγαθού, ούτε κανένα άλλο αγαθόν αλλά και αν τυχόν
συλλάβη κανένα φάντασμα του αγαθού, το επέτυχε με την δοξασίαν
και όχι με την επιστήμην, και αφού επέρασε την ζωήν του
κοιμώμενος και ονειρευόμενος, πριν να προφθάση να ξυπνήση εδώ,
θα κατεβή εις τον Άδην διά να παραδοθή εις τον τέλειον και
ατελεύτητον ύπνον. — Μα την αλήθειαν, αυτά όλα θα ειπώ και εγώ
διά τον τοιούτον άνθρωπον.
— Βεβαίως λοιπόν, εάν καμμίαν ημέραν σου επεβάλλετο να
αναθρέψης πραγματικώς τους υιούς σου, τους οποίους τώρα
τρέφεις και εκπαιδεύεις διά του λόγου, δεν θα τους άφηνες,
υποθέτω, ποτέ να γίνουν άρχοντες και διαχειρισταί των υψίστων
συμφερόντων της πολιτείας, εάν ήσαν ό,τι είναι εις την
γεωμετρίαν αι καλούμεναι άλογοι γραμμαί. — Όχι βέβαια. — Δεν
θα επιβάλης λοιπόν εις αυτούς διά του νόμου, να γίνωνται αυτής
της επιστήμης προ πάντων κάτοχοι, διά της οποίας θα είναι
ικανοί να ερωτούν και να αποκρίνωνται όσον το δυνατόν
επιστημονικώτατα; — Μάλιστα θα βάλω μαζί σου αυτόν τον νόμον.
— Ώστε δεν παραδέχεσαι τώρα, ότι η διαλεκτική είναι, ούτως
ειπείν, το κορύφωμα και το επιστέγασμα όλων των άλλων
επιστημών, και ότι δεν υπάρχει άλλη καμμία διά να την θέσωμεν
παραπάνω από αυτήν, και ότι επομένως επήρε τέλος πλέον το περί
μαθημάτων ζήτημα; — Μάλιστα.
— Σου υπολείπεται επομένως τώρα το περί της διανομής των
μαθημάτων, διά ποίους θα ορίσωμεν αυτά και κατά τίνα τρόπον θα
τα διδάξωμεν. — Είναι φανερόν. — Ενθυμείσαι λοιπόν οποίοι
τινες ήσαν κατά τον χαρακτήρα οι άρχοντες, τους οποίους
εξελέξαμεν προηγουμένως. — Πώς όχι; — Εσύ ο ίδιος έκρινες
τότε, ότι έπρεπε να εκλέξωμεν ανθρώπους αυτής της φύσεως, και
ότι είναι ανάγκη να προτιμήσωμεν τους σταθερωτέρους και τους
ανδρειοτέρους και, αν είναι δυνατόν, τους ωραιοτέρους, και δεν
αρκεί μόνον να έχουν τα σωματικά αυτά προτερήματα και την
ευγένειαν των αισθημάτων, αλλά να προσυπάρχουν ακόμη και αι
φυσικαί προδιαθέσεις αι απαιτούμεναι διά την εκπαίδευσιν, που
θέλομεν να τους δώσωμεν. — Και ποίας θεωρείς τοιαύτας; — Την
αναγκαίαν αγχίνοιαν προς σπουδήν των επιστημών και την
ευκολίαν του να μανθάνουν διότι πολύ περισσότερον αποκάμνουν
αι ψυχαί από τας δυσκολίας των αφηρημένων επιστημών, παρά από
τους κόπους της γυμναστικής· επειδή ο κόπος αυτός ανήκει
αποκλειστικώς και μόνον εις την ψυχήν και δεν τον συμμερίζεται
μετά του σώματος. — Έχεις δίκαιον. — Πρέπει εκτός τούτου να
έχουν ισχυράν μνήμην, ισχυράν θέλησιν και φιλοπονίαν εν πάσιν^
αλλέως πώς νομίζεις ότι θα συγκατετίθετο κανείς, εκτός των
άλλων σωματικών εργασιών, να επιβαρύνεται και με τόσην μελέτην
και πνευματικήν εργασίαν; — Κανείς βέβαια, εάν δεν ήτο
τελειότατα πεπροικισμένος εκ φύσεως.
— Το λάθος, το οποίον διαπράττεται σήμερον και συνεπεία του
οποίου τοσούτον ατιμάζεται και καταφρονείται η φιλοσοφία,
προέρχεται, καθώς είπα και πρότερον, εκ του ότι δεν τηρείται ο
προσήκων σεβασμός προς την αξιοπρέπειαν αυτής· διότι δεν
έπρεπε να έχουν καμμίαν σχέσιν με αυτήν άνθρωποι νόθοι
πνευματικώς, αλλά γνήσιοι μόνον. — Πώς αυτό; — Πρώτον μεν ο
προσερχόμενος εις την φιλοσοφίαν δεν πρέπει να είναι χωλός
κατά την φιλοπονίαν, να είναι δηλαδή εξ ημισείας μόνον
φιλόπονος και εξ ημισείας φυγόπονος· πράγμα το οποίον
συμβαίνει, όταν ένας παραδείγματος χάριν είναι φίλος του
αθλητισμού και του κυνηγίου και εν γένει καταγίνεται με ζήλον
εις τας σωματικάς ασκήσεις, δεν είναι όμως καθόλου φιλομαθής,
δεν αγαπά τας συζητήσεις και διαλέξεις, τας επιστημονικάς
ερεύνας και φοβείται κάθε τοιούτου είδους κόπον^ χωλός δε
είναι επίσης και εκείνος, με την φιλοπονίαν του οποίου
συμβαίνει το αντίθετον. — Έχεις πληρέστατον δίκαιον.
— Κατά τον ίδιον όμως λόγον δεν θα χαρακτηρίσωμεν, εν σχέσει
προς την αλήθειαν, ανάπηρον επίσης και χωλήν την ψυχήν
εκείνην, η οποία μισεί μεν το εκούσιον ψεύδος, και δεν το
ανέχεται και εις τον εαυτόν της, και οι άλλοι, όταν ψεύδωνται,
καταγανακτεί, ευκόλως όμως αποδέχεται το ακούσιον, και ούτε
στενοχωρείται πολύ, όταν αποκαλύπτεται η αμάθειά της, αλλά
όπως ο χοίρος μολύνεται με τελείαν αδιαφορίαν εις τον βόρβορον
αυτόν; — Αναμφιβόλως.
— Δεν πρέπει δε βέβαια να δίδωμεν ολιγωτέραν προσοχήν και ως
προς την σωφροσύνην και την ανδρείαν και την μεγαλοψυχίαν και
όλα εν γένει τα είδη της αρετής και να διακρίνωμεν τον νόθον
και τον γνήσιον· διότι όταν δεν είναι κανείς εις θέσιν να το
κάμνη αυτό, είτε ιδιώτης είτε πόλις, κινδυνεύουν, χωρίς να το
εννοούν, να εμπιστεύωνται τα συμφέροντά των εις ανθρώπους
χωλούς και νόθους, καθ' όσον τύχη να τους έχουν οι μεν φίλους,
οι δε άρχοντας. — Και πράγματι αυτό συμβαίνει συχνότατα.
— Ημείς λοιπόν τουλάχιστον ας επιστήσωμεν την μεγαλυτέραν μας
εις τούτο προσοχήν· διότι, εάν παραλάβωμεν, διά να
εκπαιδεύσωμεν εις τοσαύτης σπουδαιότητος μαθήσεις και μελέτας
ανθρώπους αρτίους και κατά το σώμα και κατά τον νουν, ούτε η
ιδία η δικαιοσύνη θα ημπορή να έχη κανένα παράπονον μαζί μας,
θα σώσωμεν δε συγχρόνως και την πολιτείαν και το πολίτευμα·
ενώ, αν παραλάβωμεν διαφορετικούς, θα φθάσωμεν εις όλα τα
εναντία αποτελέσματα, και θα γίνωμεν αφορμή ακόμη περισσότερον
να εξευτελισθή η φιλοσοφία. — Θα ήτο εντροπή μας αυτό. — Και
πολύ μεγάλη μάλιστα· αλλά και εγώ τώρα μου φαίνεται πως έπαθα
κάτι, που με κάμνει να εντρέπωμαι. — Τι πράγμα; — Ελησμόνησα
ότι όλα αυτά είναι σχέδια εις τον αέρα, και τον επήρα τον
σκοπόν κάπως υψηλότερα· διότι επάνω εις την ομιλίαν μου
έστρεψα εις την φιλοσοφίαν, και όταν την είδα τόσον αναξίως
περιφρονημένην, με εκυρίευσε, μου φαίνεται, μία αγανάκτησις
και θυμωμένος καθώς ήμουν με τους αιτίους, ωμίλησα με τόσην
σφοδρότητα που ωμίλησα. — Όχι δα και με τόσην, δι' εμέ
τουλάχιστον τον ακροατήν. — Δι' εμέ όμως τον ρήτορα·
οπωσδήποτε, ας μη λησμονούμεν, ότι εις μεν την προηγουμένην
μας εκλογήν είχαμεν να εκλέξωμεν γέροντας, ενώ τώρα δεν θα έχη
τον τόπον του να κάμωμεν το ίδιον^ διότι δεν πρέπει να
πιστεύσωμεν τον Σόλωνα, ότι και γηράσκων τις ημπορεί πολλά να
μαθαίνη· ίσως μάλλον θα ημπορούσε να μάθη να τρέχη· όλοι όμως
οι μεγάλοι και πολλοί πόνοι είναι διά την νεότητα. — Κατ'
ανάγκην.
— Από την παιδικήν λοιπόν ηλικίαν πρέπει να αρχίσωμεν την
διδασκαλίαν της αριθμητικής και της γεωμετρίας και όλων των
μαθημάτων, τα οποία είναι προπαρασκευή διά την διαλεκτικήν,
χωρίς όμως εις τον τρόπον της διδασκαλίας μας να υπάρχη
τίποτε, που να ομοιάζη με καταναγκαστικήν μάθησιν. — Διατί; —
Διότι δεν πρέπει ο ελεύθερος να μανθάνη τίποτε διά της βίας
δουλικώς· επειδή οι μεν σωματικοί κόποι, και αν επιβάλλωνται
διά της βίας, δεν προξενούν καμμίαν βλάβην εις το σώμα, ενώ τα
μαθήματα, που εισάγονται διά της βίας εις την ψυχήν, δεν
παραμένουν συνήθως. — Είναι αλήθεια. — Ποτέ λοιπόν να μη
μεταχειρίζεσαι, καλέ μου, την βίαν εις τα μαθήματα των παίδων,
αλλά φρόντιζε μάλλον παίζοντες να μανθάνουν, διά να είσαι εις
θέσιν και καλύτερα να διακρίνης την φυσικήν εκάστου
προδιάθεσιν. — Είναι πολύ δικαιολογημένη αυτή σου η σύστασις.
— Ενθυμείσαι ακόμη, ότι είπαμεν πως πρέπει να οδηγούμεν τους
παίδας εφίππους και εις τον πόλεμον, διά να βλέπουν, και εφ'
όσον δεν υπάρχει κανείς κίνδυνος, να τους φέρωμεν και
πλησιέστερον και να τους γεύωμεν, ούτως ειπείν, αίμα, όπως
κάμνουν με τα κουτάβια των λαγωνικών; Μάλιστα, το ενθυμούμαι.
— Όσοι λοιπόν εις όλα αυτά, και εις τους κόπους και εις τα
μαθήματα και εις τους φόβους, δείξουν την μεγαλυτέραν αντοχήν,
όλους αυτούς θα τους ξεχωρίσης κατά μέρος. — Εις ποίαν
ηλικίαν; — Αφού τελειώσουν την σειράν των γυμναστικών
ασκήσεων· διότι κατ' αυτήν την περίοδον, είτε δύο έτη διαρκέση
είτε τρία, δεν ημπορεί το παιδί να κάμνη τίποτε άλλο· ο κόπος
και ο ύπνος είναι οι φυσικοί εχθροί των μαθημάτων· εξ άλλου
είναι και αυτή μία από τας δοκιμασίας, όχι η μικροτέρα, να
ιδούμεν τι θα φανή ο καθείς εις τας γυμναστικάς ασκήσεις. —
Και εγώ το ίδιον φρονώ.
— Κατόπιν, όταν φθάσουν εις τα είκοσι, εκείνοι τους οποίους
θα ξεχωρίσης, θα λαμβάνουν μεγαλυτέρας τιμητικάς διακρίσεις
από τους άλλους, και τα μαθήματα, τα οποία, κατά την πρώτην
των εκπαίδευσιν έμαθον χωριστά, θα τους τα παρουσιάσης τώρα εν
τω συνόλω των, ώστε να ημπορέσουν να συλλάβουν με ένα βλέμμα
τας σχέσεις, που έχουν αι επιστήμαι μεταξύ των, και να
γνωρίσουν συγχρόνως την φύσιν του όντος. — Μόνον πραγματικώς
με αυτήν την μέθοδον ημπορούν να στερεωθούν αι γνώσεις, που θα
αποκτήσουν. — Είναι δε ακόμη και το ασφαλέστερον μέσον, διά να
διακρίνη τις την διαλεκτικήν φύσιν από την μη τοιαύτην· διότι
εκείνος, που θα δειχθή ικανός να περιλαμβάνη τας διαφόρους
μαθήσεις υπό έν γενικόν βλέμμα, είναι ασφαλώς διαλεκτικός,
κάθε δε άλλος όχι. — Συμφωνώ μαζί σου.
— Εις αυτό λοιπόν είναι ανάγκη να επιστήσης την προσοχήν σου,
και όσοι μεταξύ των νέων ευρεθούν σταθεροί, και εις τα
μαθήματα και εις τον πόλεμον και εις τας άλλας τας
προδιαγεγραμμένας δοκιμασίας, αφού συμπληρώσουν τα τριάκοντα
έτη, θα τους ξεχωρίσης από εκείνους, που ήδη εξεχώρισες, και
θα τους ανυψώσης εις ανωτέρας τιμάς, αφού δε τότε τους
υποβάλης υπό την δοκιμασίαν της διαλεκτικής, θα προσπαθήσης να
διακρίνης ποίος εξ αυτών είναι ικανός, άνευ της επικουρίας των
οφθαλμών και των λοιπών αισθήσεων, αλλά με μόνην την δύναμιν
της αληθείας, να ανυψωθή μέχρι της γνώσεως του καθ' εαυτό
όντος· και εδώ είναι που χρειάζεται, φίλε μου, να λάβης τας
μεγαλυτέρας σου προφυλάξεις. — Διατί; — Δεν παρατηρείς τι
μεγάλον κακόν γίνεται σήμερα με την διαλεκτικήν; — Τι; —
Βασιλεύει εις αυτήν η μεγαλυτέρα σύγχυσις και αταξία. — Είναι
αλήθεια.
— Λοιπόν πιστεύεις ότι υπάρχει εις αυτήν την κατάστασιν
τίποτε το περίεργον, και ότι δεν είναι απεναντίας τελείως
δικαιολογημένη; — Πώς δα; — Συμβαίνει το ίδιον με αυτούς, ό,τι
και με ένα υποβολιμαίον τέκνον, το οποίον ήθελεν ανατραφή εις
τους κόλπους ισχυράς και ευγενούς οικογενείας, εν μέσω μεγάλου
πλούτου και πολλών κολάκων· όταν αυτό μεγαλώση και μάθη, ότι
αυτοί οι λεγόμενοι γονείς του δεν είναι πράγματι τοιούτοι,
χωρίς όμως και να κατορθώση να εύρη τους αληθινούς γονείς του,
ημπορείς να μου είπης ποία θα είναι τα αισθήματά του απέναντι
των κολάκων του και των θετών γονέων του και τον καιρόν, που
δεν ήξευρε ακόμη περί της υποβολής του και κατόπιν, αφού την
έμαθε; ή προτιμάς να ακούσης τι στοχάζομαι εγώ; — Προτιμώ.
Στοχάζομαι λοιπόν, ότι θα ετίμα περισσότερον τον πατέρα του
και την μητέρα του και τους άλλους θεωρουμένους συγγενείς του,
παρά εκείνους, που τον εκολάκευον, ότι θα εδείκνυε όλον τον
ζήλον του και την προθυμίαν του δι' αυτούς, αν ετύχαινε να
περιέλθουν εις ανάγκην, ότι ποτέ δεν θα έστεργε να τους
κακομεταχειρισθή ή με λόγον ή με έργον, και ότι τέλος εις τα
μεγάλα πράγματα θα υπήκουεν εις εκείνους μάλλον παρά εις τους
κόλακας καθ' όλην εκείνην την εποχήν, που δεν εγνώριζεν ακόμη
την αληθινήν του θέσιν. — Φυσικώτατα. — Αφού όμως θα εμάνθανε
την αλήθειαν, στοχάζομαι ότι θα εχαλαρούτο μεν ο προς τους
γονείς του σεβασμός και η προθυμία, θα ηύξανε δε απεναντίας
προς τους κόλακας, και θα ήρχιζε πλέον να τους ακούη χωρίς την
προτέραν εκείνην επιφύλαξιν και να ακολουθή περισσότερον τας
συμβουλάς των και να ζη απροκαλύπτως μαζί των, χωρίς να δίδη
την ελαχίστην προσοχήν εις τον πατέρα του και τους άλλους
υποτιθεμένους συγγενείς του, εκτός τουλάχιστον αν δεν ήτο
πεπροικισμένος με πολύ εξαιρετικήν φύσιν. — Πράγματι όλα αυτά
θα ημπορούσαν να γίνουν, όπως τα λέγεις· αλλά πώς εφαρμόζεται
αυτή η εικών εις τας αταξίας της διαλεκτικής, που
παραπονείσαι;
— Ως εξής· έχομεν εκ παιδικής ηλικίας ανατραφή με τας αρχάς
της δικαιοσύνης και της ηθικής, τας οποίας σεβόμεθα και τας
υπακούομεν, όπως τους γονείς μας. — Έτσι είναι. — Δεν υπάρχουν
όμως και αντίθετοι προς αυτάς αρχαί, αι οποίαι τείνουν προς
τας ηδονάς, και κολακεύουν μεν την ψυχήν και ζητούν να την
παρασύρουν, δεν ημπορούν όμως να πείσουν, τουλάχιστον τους
οπωσδήποτε καλυτέρους; αυτοί φυλάττουν πάντοτε τον σεβασμόν
και την υπακοήν προς τας αρχάς, υπό τας οποίας πατρικώς
ανετράπησαν. — Είναι αλήθεια και αυτό. — Τώρα, εάν ένα νέον
τοιούτων διαθέσεων έλθη κανείς και τον ερωτήση, τι είναι το
καλόν, και αφού αποκριθή όπως το έμαθε από τον νομοθέτην,
αρχίση ο άλλος να τον ανασκευάζη και με πολλά και
επανειλημμένα επιχειρήματα τον κάμη επί τέλους να αμφιβάλλη,
μήπως το ίδιον πράγμα δεν είναι όχι ολιγώτερον αισχρόν ή
καλόν, ωσαύτως δε και περί του δικαίου και του αγαθού και όλων
εν γένει τα οποία έως τώρα εσέβετο, κατόπιν τούτων ποίαν ιδέαν
νομίζεις ότι θα έχη πλέον περί του σεβασμού και της υπακοής
πού θα οφείλη προς αυτά; — Κατ' ανάγκην ούτε θα τα σέβεται
πλέον ούτε θα υπακούη όπως πριν. — Όταν λοιπόν πλέον δεν τιμά
ούτε υιικόν σεβασμόν έχη προς τας ηθικάς αρχάς, όπως πριν, και
δεν είναι εις θέσιν μόνος του να ευρίσκη την αλήθειαν, είναι
δυνατόν να ασπασθή άλλον τρόπον ζωής παρά εκείνον, που
κολακεύει τας επιθυμίας του; — Δεν είναι δυνατόν. — Θα γίνη
λοιπόν τότε αποστάτης του νόμου, ενώ μέχρι τούδε ήτο υπήκοος
αυτού. — Κατ' ανάγκην. — Ώστε πολύ φυσικόν είναι να παθαίνουν
αυτό, εκείνοι που κατ' αυτόν τον τρόπον επιδίδονται εις την
διαλεκτικήν και, όπως προ ολίγου έλεγον, είναι άξιοι πάσης
συγγνώμης. — Και οίκτου προσέτι.
— Διά να μη γίνουν λοιπόν άξιοι οίκτου και οι τρόφιμοί σου,
όταν θα φθάσουν εις τα τριάντα, δεν πρέπει να λάβης τας
μεγαλυτέρας σου προφυλάξεις, πριν επιδοθούν εις την
διαλεκτικήν; Και πολύ μάλιστα. — Και δεν είναι μία
σπουδαιοτάτη προφύλαξις αυτή, να μη δοκιμάζουν την διαλεκτικήν
πάρα πολύ νέοι; επειδή δεν σου διαφεύγει αναμφιβόλως, ότι οι
πολύ νέοι, όταν γευθώσι κατά πρώτον της διαλεκτικής, κάμνουν
κατάχρησιν αυτής προς διασκέδασιν, και την χρησιμοποιούν διά
να αντιλέγουν διαρκώς, και κατά το παράδειγμα εκείνων, που
τους απεστόμωσαν εις την συζήτησιν, ζητούν και αυτοί να
αποστομώσουν άλλους και ευχαριστούνται καθώς τα σκυλάκια να
τραυούν και να ξεσχίζουν ό,τι πέση εις το στόμα των. —
Θαυμάσια τα λέγεις.
— Αφού λοιπόν εις αυτάς τας συζητήσεις αποστομώσουν μεν
πολλούς, αποστομωθούν δε και αυτοί υπό πολλών, καταντούν και
πολύ γρήγορα μάλιστα να μην πιστεύουν πλέον τίποτε, απ' όσα
πριν επίστευον· και με αυτό δίδουν αφορμήν εις τον κόσμον να
κατακραυγάζη και εναντίον των και εναντίον της φιλοσοφίας. —
Έχεις πληρέστατον δίκαιον. — Εις ηλικίαν όμως μάλλον
προχωρημένην δεν θα το θέλουν, εννοείται, πλέον να θυσιάζουν
εις αυτήν την μανίαν, και θα ακολουθούν μάλλον εκείνους, που
επιζητούν διά της διαλεκτικής την εύρεσιν της αληθείας, παρά
εκείνους που αντιλέγουν χάριν παιδιάς και προς διασκέδασιν·
τοιουτοτρόπως και οι ίδιοι θα γίνουν πλέον μετρημένοι, και το
επάγγελμα θα κάμουν περισσοτέρας εκτιμήσεως από πριν άξιον. —
Πολύ σωστά.
— Δεν είναι δε ακόμη ένα είδος προφυλάξεως και εκείνα, που
είπαμεν ανωτέρω, ότι δηλαδή πρέπει να προσλαμβάνωμεν εις την
διαλεκτικήν πνεύματα εκ φύσεως σοβαρά και στερεά, και όχι,
όπως τώρα, τον πρώτον τυχόντα, που καμμίαν φυσικήν προδιάθεσιν
δεν έχει; Έχεις δίκαιον.